Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α. Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α. Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Παπαδιαμάντης Α. - Ο Έρωτας στα Χιόνια



Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
     Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
     ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
     Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
     Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
     Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
     Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
     Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

     Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

     Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
     δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.


     Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

     Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
     κι ο παπάς χειρομυλίζει.

     Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
     Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
     Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.


     Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
     Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
     ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
     Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

     Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
     ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
     Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
     ― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
     Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.


     Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
     ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
     Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!


     Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
     Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
     Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
     Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
     ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
     Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
     Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
     ― Ποιος είναι;
     Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
     Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
     ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
     Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
     O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
     «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
     Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
     ― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
     Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
     Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
     «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
     Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
     Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
     Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.


(από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989) 



Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.. (Α')



Παύλος Νιρβάνας


[...] Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ’ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερούς τη μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη. Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία. Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά: - Nous excitons la curiosité du public. Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργειά του ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοι-νοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος [...]

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Α. Παπαδιαμάντης - Μοιρολόι





Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν`αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Η φύση στον Παπαδιαμάντη

Ουδέν ευαρεστότερον, ουδέ ηδυπαθέστερον της μετακομίσεως δι' ερρύθμως κινουμένου και αρμονικώς έρποντος φορείου, καθ' όν χρόνον ο αστερισμός του Σειρίου, ως λέγει ο θείος Όμηρος, "φέρει πολλόν πυρετόν δειλίσι βροτοίσιν". Τότε λικνιζόμενός τις υπό του αρμονικού τότε ρόχθου, ριπιζόμενος υπό της διαπνεούσης αύρας, ουδέν ηδυπαθέστερον  τού να μετακομίζηται ούτως εις δροσερόν αιγιαλόν, όπου το ευρύ του ορίζοντος, το κυανούν της θαλάσσης και το προκλητικόν της ξένης αηδόνος προσδοκώσι τους απλήστους οφθαλμούς και τας ακορέστους ακοάς, χωρίς μηδεμία τύρβη, μηδέ μέριμνα ν' αντιπερισπά τα αισθητήρια του ψυχαγωγουμένου, χωρίς μηδ' αυτή η σεπτή ανάμνησις της παραχρήμα οιχομένης γενεάς να παρενοχλή την φαντασίαν, μήτε οι τύμβοι των ηρώων ν' αναπέμπωσι μυστηριώδες παράπονον, μήτε τα αίματα των μαρτύρων να βοώσι.  


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Γυφτοπούλα

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Μεσαιωνικές εικόνες στον Παπαδιαμάντη


Η έπαυλις του Μούχρα έκειτο επί μεγαλοπρεπούς και γραφικής παραλίας. Ήτο ωκοδομημένη πρό αιώνος και ελέγετο ότι ο κόμης Προγότσης, όστις την ίδρυσεν, είχε ποτίσει τα θεμέλια με αίματα. Η υψηλοτάτη αυτής έπαλξις ήτο εκτισμένη επί βραχώδους απορρώγος ακτής. Εντεύθεν εσχηματίζετο φοβερός κρημνός, εις ου την καταμέτρησιν απέκαμνε το βλέμμα και ιλιγγία η κεφαλή.
  Η έπαλξις αυτή ωνομάζετο  μέχρι του χρόνου του παρόντος διηγήματος "Πύργος του Προγότση". Η Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, εφοβείτο να ανεβαίνη επ' αυτής, και όμως συχνάκις ανέβαινε.
  Διηγούντο ότι ο κόμης Προγότσης είχε κρημνίσει νύκτα τινά  από του ύψους αυτής  την σύζυγόν του μετά του τέκνου αυτής, διότι την υπώπτευσεν ως άπιστον. Μετά δέ το έγκλημα τούτο, μελαγχολήσας μέχρι μανίας και έχων ανάγκην οργίων όπως διέρχηται άνευ φασμάτων τάς νύκτας του, ωδήγει ενταύθα τάς γυναίκας και κόρας, ας ήρπαζε παρά των νησιωτών. Και ότι μετά μίαν νύκτα εφιάλτου και ηδονής τάς εκρήμνιζε από του αυτού ύψους, ως θύματα ιλαστήρια εις την σκιάν της συζύγου του.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι έμποροι των εθνών




Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Ποίημα

Στην Μητέρα του

"Μάννα μου, εγώ 'μαι τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ' όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί, κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκΣτην Μητέρα του

"Μάννα μου, εγώ 'μαι τ' άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι
οπού το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ' όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί, κλωνάρι να πλαγιάσει.


Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ' αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ' αφρισμένη,
παλαίβω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκουρα πλην την ευχή σου μόνη.


Στην αγκαλιά σου τη γλυκέιά, μανούλα μου, ν' αράξω
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.


Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν' αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.


Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βασανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π' αρνήθηκε την Παναγιά κι οπόλεος δεν θαύρει.


Κι εκείνη μ΄αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
"Ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασ' ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες".

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Παπαδιαμάντης Α. - Η Τελευταία Βαπτιστική (Πασχαλινά Διηγήματα)



Πάσχα. Το πέρασμα από το θάνατο στη ζωή. Ωστόσο ο Παπαδιαμάντης επιλέγει να εξιστορήσει ένα διαφορετικό Πάσχα. Πιο ανθρώπινο, πιο ρεαλιστικό, πιο οδυνηρό. Παρακάτω περιγράφεται η ιστορία (1888) της Σοφούλας- Κωνσταντινιάς, νονάς σαράντα βαφτισιμιών, από τα οποία η τελευταία βαφτισιμιά- η πιο λατρεμένη της- πληρώνει την παιδική έκσταση και την ενήλικη απροσεξία με τη ζωή της, ανήμερα Μεγάλης Πέμπτης...




***



Ἂν ἄλλη τις χρηστὴ γυνὴ εἶδέ ποτε καλὰ νοικοκυριὰ εἰς τὰς ἡμέρας της, ἀναντιρρήτως εἶδε τοιαῦτα καὶ ἡ θεια-Σοφούλα Κωνσταντινιά, σεβασμία οἰκοδέσποινα ἑβδομηκονταετής, κάτοικος παραθαλασσίου κώμης εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου.
Τὴν ἐκάλουν κοινῶς Σαραντανού, καὶ πολλοὶ ὑπέθετον ὅτι τὸ ἐπίθετον τοῦτο τῇ ἀπεδόθη, διότι δῆθεν εἶχεν ἴσον μὲ σαράντα γυναικῶν νοῦν, ὅπερ δὲν ἐνομίζετο ὑπερβολή. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγον ὅτι ἡ λέξις ἐσχηματίσθη κατὰ συγκοπὴν ἐκ τοῦ Σαραντανοννού, ἤτοι νοννὰ μὲ σαράντα βαπτιστικούς.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, δύο ἢ τρεῖς μονάδες τῆς ἔλειπον, καὶ ἤλπιζε προσεχῶς νὰ συμπληρώσῃ τὴν τεσσαρακοντάδα. Ὁμολογητέον δὲ ὅτι αὐτὴ κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε βαπτίσει οἰκειοθελῶς μόνον πέντε ἢ ἓξ νήπια τῶν γειτόνων της, ὅσα καὶ πᾶσα ἄλλη καλὴ οἰκοκυρὰ συνήθως βαπτίζει. Ἀλλ᾽ ὅταν ἅπαξ ἐγνώσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε καλὸ χέρι, τότε ὅλαι αἱ γειτόνισσαι, συγγενεῖς, παρασυγγενεῖς, κολλήγισσαι, ἤρχισαν νὰ τὴν πολιορκοῦν.
Εἶχε πάρει καλὸ ὄνομα, ὅτι τῆς ἐζοῦσαν τὰ παιδιά, ὅσα ἀνεδέχετο ἐκ τῆς κολυμβήθρας. Εἶναι δὲ τόσον σπουδαῖον νὰ εὑρεθῇ νοννὰ «νὰ τῆς ζοῦν τὰ παιδιά», ὅσον καὶ ἱερεὺς «νὰ πιάνῃ τὸ διάβασμά του».
Ἡ θεια-Σοφούλα ὅμως ὑπέφερε μετὰ χάριτος τὴν ἀγγαρείαν ταύτην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ φωτίκια* εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, χιτὼν καὶ κουκούλιον μετὰ σταυροῦ, καθὼς καὶ τὰ μαρτυριάτικα*, ἐαρινὴ βροχὴ λεπτῶν καὶ διλέπτων διὰ τοὺς ἀγυιόπαιδας, ἐκόστιζαν ἐν ὅλῳ δέκα γρόσια.
Ἡ θεια-Σοφούλα ὡμοίαζε μὲ τὴν ἐπιμελῆ ἀνθοκόμον, ἥτις δὲν ἀρκεῖται νὰ φυτεύῃ μόνον τὰ ἄνθη της, ἀλλὰ τὰ περιθάλπει καὶ τὰ καταρδεύει. Ἠγάπα τὰ πνευματικά της τέκνα ὡς τέκνα της ἐγκαρδιακά, τὰ ἐθώπευε, τὰ ἐφίλευε, καὶ τὰ ἐπαιδαγώγει.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, ὁ πρῶτος γρινιάρης τοῦ χωρίου, δὲν συνεμερίζετο τὴν ἀδυναμίαν ταύτην τῆς συζύγου του.
― Ἄ, μπράβο! φίλευέ τα τ᾽ ἀναδεξίμια σου, μουρή!… ἐγόγγυζεν ἑκάστοτε, ὁσάκις τὴν ἔβλεπε μεριμνῶσαν περὶ τῶν ἀναδεκτῶν της· ηὗρες κι ἁλωνίζεις, μουρή!…
Ἡ θεια-Σοφούλα ὀλίγον ἀνησύχει περὶ τῆς ἰδιοτροπίας ταύτης τοῦ συζύγου της, ὅστις ἦτο ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἰς τὰς καλάς του ὥρας. Ἔπειτα ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς σπανίως ἐφαίνετο ἐν τῇ πολίχνῃ. Ἀφότου ἔπαυσε τὰ θαλάσσια ταξίδια, ἠσχολεῖτο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Κατὰ πᾶσαν πρωίαν ἵππευεν ἐπὶ τοῦ εὐρώστου ἡμιόνου του, ἐτρέπετο εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ ἐπανήρχετο μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.
Κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, περὶ τὰ 184…, ἡ θεια-Σοφούλα εἶχε φθάσει εἰς τὸ τριακοστὸν ἔνατον βαπτιστικόν. Ἓν μόνον τῇ ἔλειπε διὰ νὰ τὰ κάμῃ σαράντα, πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς της. Ἐβάπτιζεν ἀδιακρίτως ἄρρενα καὶ θήλεα, ἀλλ᾽ ἐφρόντιζε νὰ δίδῃ ἀκριβεῖς σημειώσεις εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ πνευματικούς, διὰ νὰ μὴ τυχὸν γίνῃ κανὲν συνοικέσιον εἰς τὸ μέλλον μεταξὺ δύο ἑτεροφύλων ἀναδεκτῶν, καὶ κολασθῇ ἡ ψυχή της.
Κατ᾽ ἔτος τὴν Μ. Πέμπτην, μεγίστη κίνησις ἐγίνετο ἐν τῇ εὐρυχώρῳ αὐλῇ τῆς οἰκίας. Ἡ θεια-Σοφούλα ἀνεσφουγγώνετο* μέχρις ἀγκώνων, καὶ ἐζύμωνε μόνη της τὰς τριάκοντα ἐννέα αὐγοκουλούρας διὰ τοὺς τοσούτους βαπτιστικούς της… Ἀλλὰ πλὴν τῶν βαπτιστικῶν ὑπῆρχον καὶ τὰ ἐγγόνια καὶ τὰ δισέγγονα, καὶ ταῦτα δὲν ἦσαν ὀλιγάριθμα.
Ἐν συνόλῳ ἐχρειάζετο ἑβδομήκοντα καὶ πλέον κοκκῶνες*, δηλ. παιδικὰς κουλούρας, διὰ τοὺς βαπτιστικούς, διὰ τοὺς ἐγγόνους καὶ τὰ δισέγγονα. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν συμπεριλαμβάνονται αἱ μεγαλύτεραι κουλοῦραι, τὰς ὁποίας παρεσκεύαζε διὰ τὰς συντεκνίσσας, διὰ τὰς ἀνεψιὰς καὶ δισεξαδέλφας της.
Μέγας δὲ ἐβόμβει ὁ ἑσμὸς τῶν ἀναδεκτῶν καὶ δισεγγόνων περὶ τοὺς ἀνθῶνας τῆς αὐλῆς κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας τοῦ δειλινοῦ, καθ᾽ ἣν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξηγείρετο τοῦ μεσημβρινοῦ ὕπνου, μὲ δριμεῖαν ἐπικαθημένην τῆς ρινὸς τὴν χολήν, καὶ ἐφόρει τὸ τσόχινον βρακίον του, ἐπύργωνεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μεγαλοπρεπὲς τὸ τυνησιακὸν φέσι του, ἐλάμβανεν ὡς σκῆπτρον τὴν μεγάλην ἠλεκτρόστομον τσιμπούκαν του, ἀνήρτα ἀπὸ τῆς ὀσφύος βαθύκολπον τὴν μεταξωτὴν καπνοσακκούλαν, καὶ κατήρχετο εἰς τὸ καφενεῖον νὰ εἰσπνεύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ εὐρεῖα καὶ τετράγωνος αὐλὴ παρεδίδετο ἐξ ἐφόδου εἰς τὴν λεηλασίαν τῶν βαπτιστικῶν καὶ τῶν δισεγγόνων. Μεγίστην εὐτυχίαν καὶ ἀνήκουστον ἡδονὴν ἐνόμιζον τότε τὰ παιδία τῆς γειτονιᾶς, ἂν κατώρθωνον νὰ παρεισδύσωσιν εἰς τὸ προαύλιον τῆς θεια-Σοφούλας, ὅπερ ἐθεωρεῖτο ὡς μυθῶδές τι. Πολλὰ αὐτῶν προέτεινον τὰς κεφαλὰς διὰ τῶν σχισμῶν τῆς κλειστῆς αὐλείου θύρας, ἥτις ἐμοχλεύετο ἔσωθεν ὑπὸ τῶν ζηλοτύπων βαπτιστικῶν διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας ἔνδυμα γάμου. Ἄλλα παιδία τολμηρότερα ἀνεῖρπον εἰς τὸν θριγκὸν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς καὶ εὕρισκον τρόπον νὰ εἰσπηδήσωσιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἔνδον. Ἀλλ᾽ ἀλλοίμονον ἂν παρετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀγρύπνων εὐνοουμένων. Ἀπεδιώκοντο μὲ τσιμπήματα καὶ μὲ δοντιές, ὡς ὁ κηφὴν ὑπὸ τῶν μελισσῶν.
Τὴν Μεγάλην Πέμπτην τοῦ ἔτους 185… ὅλοι οἱ ἀναδεκτοὶ ἦσαν συνηγμένοι ἐν τῇ αὐλῇ τῆς γραίας Σοφούλας. Ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν ἦτο ἤδη νεανίας εἰκοσαετής, τὸ δὲ νεώτερον ἦτο κοράσιον διετές, εἰς ὃ ἡ νοννὰ εἶχε δώσει τὸ ὄνομά της. Τὸ βρέφος τοῦτο ἦτο τὸ τεσσαρακοστὸν πνευματικὸν γέννημα τῆς θεια-Σοφούλας.
Εἶχε γεννηθῆ τέλος τὸ ἀπὸ πολλοῦ προσδοκώμενον τοῦτο συμπλήρωμα τοῦ προωρισμένου ἀριθμοῦ, καὶ ἦτο τὸ χαδευμένον τῆς θεια-Σοφούλας. Ἡ νοννὰ ἔτρεφε φιλοδόξους σκοποὺς ὡς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ θυγατρίου τούτου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ἐξ ὅλων τῶν ἀναδεκτῶν μόνον τὸ μικρὸν τοῦτο ἠνείχετο. Ἡ στοργὴ ὅμως τῆς θεια-Σοφούλας πρὸς αὐτὸ ἔφθανε μέχρι παραφροσύνης.
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ θεια-Σοφούλα ἦτο κλειστὴ εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἐζύμωνεν. Ἐκ τῶν παιδίων τινὰ τὴν ἐπολιόρκουν ἔξωθεν τῆς θύρας παραμονεύοντα.
Τὰ πλεῖστα ὅμως ἔπαιζον ταραχωδῶς περὶ τὸν ὑπερμεγέθη ληνόν, πλησίον τοῦ ἐλαιοτριβείου, τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλα ἐθορύβουν περὶ τὰς κιγκλίδας τοῦ κήπου καὶ πλησίον τοῦ φρέατος.
Ἡ μικρὰ Σοφούλα, ἥτις ἦτο μόλις διετής, ὡς εἴπομεν, ἐξέπεμπε χαρμοσύνους κραυγάς, ἐψέλλιζεν ὡς νεοσσὸς χελιδόνος, καὶ ἔτρεχε καὶ αὐτὴ κατόπιν τῶν ἄλλων παιδίων. Ἡ νοννά της ἐζήτησεν κατ᾽ ἀρχὰς νὰ τὴν κρατήσῃ πλησίον της, ἀλλ᾽ ἡ μικρὰ ἐστενοχωρήθη, καὶ ἀπῄτησε νὰ ἐξέλθῃ.
―  Νὰ πάω κ᾽ ἐγὼ νὰ παίξω, νοννά μου;
―  Τί νὰ παίξῃς ἐσύ;
―  Τὸ κλυφτάκι, νοννά μου! ἐτραύλισεν ἡ μικρά.
―  Δὲν παίζουν τὰ κορίτσια τὸ κρυφτάκι, τῇ εἶπεν αὐστηρῶς ἡ νοννά.
Ἡ μικρὰ δὲν ἐμεμψιμοίρησε μέν, ἀλλὰ ἐσκυθρώπασεν. Ἰδοῦσα τοῦτο ἡ νοννά, ἔκραξε τὴν Ἀθηνιώ, εἰκοσαετῆ τὴν ἡλικίαν, δουλεύτραν της, ἥτις ἦτο καὶ αὐτὴ μία τῶν βαπτιστικῶν της καὶ τῇ ἐνεπιστεύθη τὴν μικράν, συστήσασα αὐτῇ αὐστηρὰν ἐπαγρύπνησιν.
Ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ ἐλησμόνησεν ἅμα ἀκούσασα τὴν σύστασιν τῆς κυρίας της, καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς πεζούλας ἐκάθηντο τέσσαρες ἢ πέντε γειτόνισσαι, καὶ γνωρίζομεν πόσον περισπούδαστος εἶναι ἡ συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν, ἐκάθισε πλησίον αὐτῶν, καὶ ἄφησε τὴν μικρὰν Σοφούλαν νὰ τρέχῃ.
Δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ παραγγελθεῖσα ὑπὸ τῆς κυρίας της νὰ ἀντλήσῃ ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος, ἐγέμισε μὲν τὴν στάμνον, ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ κλείσῃ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ὅπως τὸ εὗρε κεκλεισμένον, τὸ ἄφησε δὲ ἀνοικτόν. Ἀπροσεξία εἰς ἣν οὐδέποτε θὰ ὑπέπιπτεν ἡ γραῖα Σοφούλα ἢ ἄλλη φρόνιμος γυνή. Μή τις δὲ ἀμφιβάλῃ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἡ γραῖα ἔκαμε χιλιάκις εἰς τὴν δουλεύτραν της, ἀλλ᾽ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν αἵτινες καθίστανται προσεκτικαί.
Εἰς τὴν ἀκμὴν λοιπὸν τῆς πλήρους ἐνδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των, ἤκουσαν αἴφνης αἱ εἰς τὴν πεζούλαν καθήμεναι γυναῖκες κρότον τινά, ὡς πλατάγησιν σώματος πίπτοντος εἰς ὕδωρ, καὶ συγχρόνως πεπνιγμένην κραυγήν, καὶ μετ᾽ αὐτὴν δευτέραν κραυγὴν δυνατωτέραν.
Αἱ γυναῖκες ἀνωρθώθησαν αὐτομάτως.
Ἀλλὰ πρὶν αὐταὶ κινηθῶσιν, ἡ θύρα τοῦ ἰσογείου ἠνοίχθη μετὰ κρότου, καὶ ἡ θεια-Σοφούλα, ἔντρομος, ἀνυπόδητος, μὲ τὲς κάλτσες μόνον, γυμνώλενος, μὲ τὰς χεῖρας ζυμαρωμένας, ἔτρεξε πρὸς τὸ φρέαρ κράζουσα:
―  Τὸ κορίτσι! τὸ κορίτσι!
Διὰ τῆς εἰς τὴν στοργὴν ἰδιαζούσης μαντείας, ἡ θεια-Σοφούλα ἐνόησεν ἀμέσως ὅτι ἡ μικρά της βαπτιστικὴ εἶχε πέσει ἐντὸς τοῦ φρέατος. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἠπατᾶτο.
Ἐνῷ ἔτρεχεν ἡ Σοφούλα, ἰδοῦσα 〈τὸ〉στόμιον τοῦ φρέατος ἀνοικτόν, ἐπλησίασε, προσεκολλήθη ἐπὶ τοῦ χθαμαλοῦ ξυλίνου φραγμοῦ, εἶδεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος εἰκονιζομένην τὴν ἀγγελικὴν ξανθὴν μορφήν της, ἤρχισε νὰ τῇ προσμειδιᾷ, ἔκυψεν ὑπερμέτρως, ὠλίσθησεν ἐπὶ τῆς στιλπνῆς ὡς ἐκ τῆς συχνῆς προστριβῆς τοῦ σχοινίου σανίδος, καὶ ἔπεσε κατακέφαλα ἐντὸς τοῦ φρέατος.
Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ μετ᾽ αὐτῶν, καθ᾽ ὑπερβολὴν διαστέλλουσαι τοὺς βραχίονας, ἔτρεξαν κατόπιν τῆς θεια-Σοφούλας.
―Ἕναν κουβά! ἕνα γιουρδέλι! ἐκραύγαζεν ἔκφρων ἡ γραῖα Σοφούλα.
―Ἕνα τσιγγέλι! ἔκραξε καὶ ἡ Ἀθηνιὼ σκοτισμένη· (ὡς νὰ εἶχε πέσει δηλ. εἰς τὸ φρέαρ τὸ ἰβάνιον, δι᾽ οὗ ἀντλοῦσιν ὕδωρ).
―  Τὰ τσιγγέλια νὰ σὲ τραβοῦν, σκύλα! τῇ ἔκραξε μὲ κεραυνοβόλον βλέμμα ἡ θεια-Σοφούλα. Μοῦ ἔπνιξες τὸ παιδί.
Ἡ γραῖα τῷ ὄντι δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ δυστύχημα ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπροσεξίαν τῆς δουλεύτρας της.
―  Νὰ κατεβῶ ἐγὼ στὸ πηγάδι, νοννά, τῇ εἶπεν ἡ Ἀθηνιώ.
Ἐπειδὴ ἐβράδυνε νὰ φανῇ πουθενὰ κουβάς, διότι εἶναι γνωστὸν πόσον τὰ χάνουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς δεινὰς περιστάσεις, καὶ ἐνῷ μία τῶν γυναικῶν ἔτρεχεν ἀπ᾽ ἐκεῖ, ἄλλη ἀπ᾽ ἐδῶ, καὶ ἡ μικρὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπνίγετο, ἡ θεια-Σοφούλα ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀθηνιὼ τὴν χάριν ταύτην. Ἤξευρε δὲ ἄλλως, ὅτι εἰς τοῦτο, καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν εἰς τοὺς ἄνδρας μᾶλλον ἁρμόζουσαν, ἦτο ἐπιτηδεία.
Ἡ Ἀθηνιὼ λοιπὸν ἐσήκωσε τὰ φουστάνια της ὑπεράνω τοῦ γόνατος, καὶ πατοῦσα εἰς τὰς γνωστὰς αὐτῇ ἐσοχὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ λιθοκτίστου τοῦ φρέατος, τὰς ἐπίτηδες κατασκευαζομένας εἰς πᾶσαν ὀρυχὴν φρέατος, κατῆλθε μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος.
Οὐδαμοῦ ἐφαίνετο ἡ μικρά.
Τὸ βάθος τοῦ ὕδατος ἦτο τρὶς ἴσον μὲ ἀνάστημα ἀνδρός, καὶ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ κατωτέρω.
Ἐν τῷ μεταξὺ εὑρέθη καὶ ὁ κουβάς, καὶ κατεβιβάσθη μέχρι τῶν χειρῶν τῆς Ἀθηνιῶς. Αὕτη ἔλαβε τὸ σχοινίον καὶ ἤρχισε νὰ περιστρέφῃ τὸ ἰβάνιον ἐντὸς τοῦ ὕδατος.
Ἡ θεια-Σοφούλα ὠλόλυζε καὶ ἔσχιζε τὰς παρειάς της. Ἡ καρδία της δὲν ᾐσθάνετο πλέον τῆς ἐλπίδος τὴν θαλπωρήν…
Τέλος τὸ ἰβάνιον προσέκοψεν εἰς σῶμά τι ἀνερχόμενον. Ἡ μικρὰ ἀνέβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλ᾽ ἦτο ἤδη πτῶμα…
Ἡ κεφαλὴ ἦτο δεινῶς μεμωλωπισμένη. Κατενεχθεῖσα σφοδρῶς εἰς τὸ ὕδωρ εἶχε κτυπήσει ἐπὶ τοῦ λίθου, ἐζαλίσθη, κατέπιε πολὺ νερόν, καὶ δὲν ἀνῆλθε ταχέως εἰς τὴν ἐπιφάνειαν…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

Ἐπὶ ζωῆς της δὲν ἐπαρηγορήθη ἡ θεια-Σοφούλα διὰ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο ἀτύχημα. Ἴσα ἴσα ἡ τελευταία βαπτιστική της!…
Διετήρησε δὲ τὴν πρὸς τὴν ἀθῴαν νεκρὰν στοργήν της μέχρι εὐσεβοῦς προλήψεως. Ζήσασα ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἀκόμη, κατεσκεύαζεν ἀνελλιπῶς κατ᾽ ἔτος τῇ Μ. Πέμπτῃ τὴν κοκκώνα τῆς ἀτυχοῦς μικρᾶς, καὶ τὴν Κυριακὴν τοῦ Πάσχα, ἅμα ἐπέστρεφε τὸ πρωὶ ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῆς Ἀναστάσεως ἤνοιγε, τότε μόνον, τὸ ἄχρηστον μεῖναν φρέαρ καὶ ἔρριπτεν εἰς τὸ ὕδωρ τὴν κοκκώναν καὶ τὰ κόκκινα αὐγὰ τῆς μικρᾶς Σοφούλας της.
Ἐβεβαίου δὲ ἡ ἀγαθὴ γυνή, ὅτι ἀνεξήγητος εὐωδία ἀνήρχετο τότε ἀπὸ τοῦ ὕδατος, ὡς θυμίαμα ἀθῴας ψυχῆς ἀναβαῖνον πρὸς τὸν θεάνθρωπον Πλάστην.




Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Α. Παπαδιαμάντης - Τ' αγνάντεμα





Το διήγημα αναφέρεται στον αβάσταχτο πόνο μιας νιόπαντρης γυναίκας, της Φλανδρώς, που η θάλασσα της παίρνει το ταίρι της. Οι κατάρες της και τα δάκρυά της εξοργίζουν το παντοδύναμο υγρό στοιχείο, που φουσκώνει και πνίγει μέσα στα κύματά του το ναυτικό σύζυγο της. Αδύναμος ο άνθρωπος μπροστά στα στοιχεία της φύσης, προσπαθεί να τα καλοπιάσει και αυτό το πετυχαίνει μόνο με τη βοήθεια του Θεού. Η Φλανδρώ, ωστόσο, επειδή έζησε σε χρόνια ειδωλολατρίας, θα τιμωρηθεί.





Επάνω στον βράχον της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους, ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Όλον τον χειμώνα παπάς δεν ήρχετο να το λειτουργήση. Ο βορράς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι ο βράχος υψώνει την πλάτην του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένο βαθιά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού στεφανώνει την κορυφήν του.
Όλον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέρα των Φώτων κατέβαινεν από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς "ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων" δια να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάμουν τον σταυρόν τους, δια ν' αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί· και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις τον μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, δια να φωτίση κι αγιάση τ' αφώτιστα κύματα.
Τον άλλον καιρόν ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτραν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρας των. Ωραίες κοπέλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν δια τ' αδελφάκια των που εθαλασσοπνίγοντο δι' αυτάς, δια να τις φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. "Πάντα νά'ρχωνται, πάντα να φέρνουν". Βοϊδάκια λογικά, που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν· φρόνιμα όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο δια να καθίσουν και αγναντέψουν.

~ ~ ~ 

Άμα είχαν φωτισθή τα νερά, ή οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κ' αι Απόκρεω, συνήθως περί την β΄ εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις τις σκούνες των, κ' εμίσευαν· επήγαιναν να ταξιδέψουν. Τον καιρόν εκείνον, καράβια και γολέτες "έδεναν" μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου, και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν εις την θάλασσαν.
Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωδιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν· και η σκούνα έφερνε βόλτες εις τον λιμένα, αν ήτο εναντίος, ή και ούριος αν ήτο, ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν· και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις παινετάδες εις τα καπηλειά. Κ' η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκε καθήμενος έξω, επάνω στο κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούνα, που ήτον στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε που ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον, οπού έφερνε βόλτες-βόλτες, κ' εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον -το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών- άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κ' ένας επιβάτης, ξένος κ' έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί, "τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγουμε" κ' είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν· αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια· κ' έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσε ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν· έκοφταν, εψαλίδιζαν τις βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ως να εσφίγγοντο δια να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης· και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.

~ ~ ~

Την ημέραν εκείνην, και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαινον, ανήρχοντο επάνω στην ρεματιάν, το ρέμα-ρέμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδένδρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τας ράχεις, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από την χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημένον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μάζεμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπον με μεγάλες φωτιές τα κανδήλια της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του Αγίου Νικολάου, έβαλλε τις φωνές· έκανε το κακό... εμάλωνε με όλες τις γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκα της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή, του επιτρόπου... δια να μαλώση τις γυναίκες, τις ευλαβητικές (αλλοίμονον! η ευλάβειά μας είναι για το συφέρο! έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια, και τ' αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια και τον τοίχον, και το τέμπλο, και τις ποδιές, και αυτάς τας αγίας εικόνας. Αλλ' οι γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζονται τόσες φωτιές, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γρια-Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την ήκουε.
Οι ορμαθοί των γυναικών ομάδες-ομάδες, συγγενολόγια..., διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα· ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδιά τους... διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα... με τα προγεύματά τους τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγιάς, αφού είχαν κάμει μετάνοιες στρωτές πολλές, κ' είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κ' είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γρια-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις την δροσεράν χλόην κι αγνάντευαν κατά το πέλαγος.
Τα βοσκόπουλα εκείνα τ' άγρια κι αχτένιστα κι απλοϊκά, που τις έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμένα, απορούσαν κ' έλεγαν:
- Κοίτα τις! στα μάτια έκαμαν.

~ ~ ~

Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν. Ιδού το βρίκι του καπετάν Λιμπέριου του Λιμνιού· είχε σηκωθή στα πανιά αργά την νύκτα· με το απόγειο της νυκτός ηύρε το ρέμα και απεμακρύνθη κ' εχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Η προσευχή των μικρών παιδιών του ας είναι ως πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας... στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δύο, αυτό κι ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό.
Ιδού και η γολέτα του καπετάν Μανώλη του Χατζηχάνου... Η ψυχή μου, η πνοή μου να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό, και στην καλή την ώρα! Στο καλό!
Να κ' η σκούνα του καπετάν Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποία κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Έπεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλά το απόγειο κι άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν εμπρός κι οπίσω στην κουβέρτα. Δούλευέ τα, καπετάνιο μου! (Η) Παναγιά μπροστά σας! Στο καλό, στο καλό!

~ ~ ~

- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γρια-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα· με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορο και ήλθε - δια να καμαρώση, ίσως δια τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης;
- Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι, ας έχη δόξα το όνομά της.
- Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
- Γιατί;
- Βλέπετε κείνον το βράχο, κάτω στο κύμα, που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;... που φαίνεται σαν άνθρωπος, με κεφάλι και με στήθια... που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι το Φλανδρώ.
- Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλύτερα, θεια-Φλωρού.
- Το βλέπετε κ' είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού, η Συρραχίνα· μια φορά κ' έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
- Άνθρωπος;
- Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται:
"Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μια κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι -καθώς μού'πε ο πνευματικός, απάνω στον Αϊ-Χαράλαμπο· όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονώ, και μ' επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ, τη Μεγάλη Τετράδη... τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου... το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ'ε!... Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν κ' ύστερ' από χρόνια... το κορίτσι πρέπει νά'ναι φρόνιμο και ντροπαλό, νά'ναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν' αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή, με την ευκή των γονιώ της, άλλον να μην αγαπά απ' τον άνδρα της.
"Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων... Οι παλιοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα... Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον ανδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, κ' έγινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρόν εκείνο ήτον ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ, και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι· και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος· και σαν έγινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ' εμπαρκάρισε κ' επήγε να ταξιδέψη.
"Τότε το Φλανδρώ ήρθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ' αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσε η ψυχή της που έφευγε ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ' έκλαψε πικρά κ' έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα· και τα κύματα επικράθηκαν, κ' εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κ' εθέριεψαν... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ' έγινε αγυρισιά του... Και το Φλανδρώ ήρθε κ' εξαναήρθε σ' αυτόν τον έρμο γιαλό κ' εκοίταζε κι αγνάντευε... κ' επερίμενε, κ' εκαρτερούσε, κι απάντεχε... Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν τρία... και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε... και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλια δάκρυ να χύση... και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα... και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο ξέρα... με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε και φθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα· και να ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα... κ' η φωνή της, το βογγητό της γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας... Να η ξέρα εκεί. Αυτή 'ναι η Φλανδρώ.
"Ύστερα, με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυο καράβια έταξε στην Παναγία, κ' έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνέ της... Ας δώσ' η Παναγιά και σήμερα νά'ναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέλφια σας και στους γονιούς σας".
- Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

~ ~ ~

Ο ήλιος εχαμήλωνε κατά το βουνό, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας· και η τελευταία γολέτα, μικρόν κατά μικρόν, εχώνευεν εις το μέγα πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόφους, κ' έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κ' έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα, και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της, κ' έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών, μελλόντων ν' αναχωρήσωσιν αύριον. "Σύρε, πουλί μου στο καλό - και στην καλή την ώρα".



Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Α. Παπαδιαμάντης - Μαρτυρίες και Ιστορίες



Την αγάπη μας για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη την έχουμε δείξει από την πρώτη στιγμή εδώ, σ'αυτό το blog και μέχρι και τη λήξη του (όποτε έρθει) θα εξακολουθούμε να αναφερόμαστε σ'αυτό τον μεγάλο πεζογράφο. Άλλωστε και ο ίδιος μας βοηθά, με τον χαρακτήρα του, το συγγραφικό του έργο, τη ζωή του, τα έργα και τις μέρες του... 
Στην συγκεκριμένη ανάρτηση θα παρουσιασθούν κάποιες σκόρπιες μαρτυρίες και αναφορές που αφορούν τον Παπαδιαμάντη. 



~ ~ ~ ~ ~ 

Ἡ παρακάτω συνομιλία τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὸν Π. Νιρβάνα ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης δούλευε μέχρι ἀργὰ τὸ βράδυ ὡς μεταφραστὴς στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολη (1892). Τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρνε ἦταν ἀρκετά, μὰ δούλευε ἀτελείωτες ὧρες συχνὰ μέχρι τὰ μεσάνυχτα μεταφράζοντας κείμενα ἀπὸ γαλλικὲς καὶ ἀγγλικὲς ἐφημερίδες, χωρὶς διακοπή, οὔτε τὶς Κυριακές. Σπάνια ὁ Γαβριηλίδης τὸν ἄφηνε νὰ φύγει νωρίτερα, μόνο ὅταν ἀργοῦσε τὸ εὐρωπαϊκὸ ταχυδρομεῖο ἢ ὑπῆρχαν πολλὲς ἑλληνικὲς εἰδήσεις.
-Γιὰ ποῦ τόσο βιαστικός; τὸν ρώτησε. -Ἄφησέ με, τοῦ ἀπάντησε ὁ Παπαδιαμάντης. Τρέχω νὰ προφτάσω τὸν ἥλιο. Ἔχω ἕνα μήνα νὰ τὸν δῶ καὶ τρέχω νὰ τὸν προφτάσω πρὶν βασιλέψει. 




Ἐντυπωσιακὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Π. Νιρβάνα, ποὺ δούλεψε μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντη στὸ «ΑΣΤΥ» τὴν περίοδο 1899-1902: Μοῦ μένει ἐντυπωμένη ἡ πρώτη φορά, ποὺ εἶχε ἔρθει ν᾿ ἀναλάβῃ ὑπηρεσία στὸ γραφεῖο. Ὁ κ. Κακλαμάνος, ἀφοῦ τοῦ μίλησε γιὰ τὴ δουλειά, ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ, ἔφτασε μὲ κάποια ἐπιφύλαξη καὶ στὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ. -Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι ἑκατὸν πενήντα δραχμές… τοῦ εἶπε. Ὁ Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σὰ νὰ ἔκανε κάποιους ὑπολογισμοὺς μὲ τὸ νοῦ του. -Μήπως εἶναι λίγα τοῦ εἶπε δειλὰ ὁ κ. Κακλαμάνος, ἕτοιμος ν᾿ αὐξήσῃ τὸ ποσό, ποὺ εἶχε προτείνει. Τότε ἄκουσα ἀπ᾿ τὰ χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη τὴ μοναδικότερη ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσῃ ἄνθρωπος σὲ τέτοια στιγμή. -Πολλὲς εἶναι 150… εἶπε. Μὲ φτάνουνε 100… Καὶ ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη. 


Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης σύχναζε στὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη στὴν ὁδὸ Σαρρῆ, κοντὰ στοῦ Ψυρῆ. Ἐκεῖ ἔτρωγε, ἐκεῖ ἔπινε, ἐκεῖ συναντοῦσε τοὺς φίλους του, καὶ ὅποτε εἶχε ἔμπνευση, ἀποτραβιόταν στὸ βάθος κι ἔγραφε κάποιο διήγημα. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μπακάλικου, ὁ κυρ-Δημήτρης ὁ Καχριμάνης τὸν σεβόταν καὶ τοῦ ἔκανε πίστωση, ἐνῷ τοῦ εἶχε πάντα φυλαγμένο φαγητὸ ἐκτὸς ἀπὸ Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης νήστευε καὶ τοῦ ἔφερναν λαδερὸ φαγητὸ ἀπὸ τὸ γειτονικὸ μαγειρεῖο τοῦ μπαρμπα-Γιώργη. Συχνὰ ὁ Παπαδιαμάντης καλοῦσε καὶ τὸν ἐξάδελφό του Ἀλ. Μωραϊτίδη γιὰ νὰ φᾶνε μαζί. Τὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη τὸ προτιμοῦσε γιατὶ διέθετε πολὺ καλὸ κρασί. Καθόταν ὧρες ἀμίλητος καὶ παρατηροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔμπαινε γιὰ νὰ ψωνίσῃ. Εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια σύχναζε σ᾿ αὐτὸ τὸ μαγαζὶ καὶ ἀρκετὰ ἀπ᾿ τὰ διηγήματά του τὰ ἐμπνεύστηκε ἀπὸ ἐμπειρίες ποὺ ἔζησε ἐκεῖ.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» Ἐκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ



Ὁ Γιῶργος Σεφέρης θυμᾶται μία ἐπίσκεψή του στὴ Σκιάθο, τὸ 1930: «Σπίτι τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ γριὰ ἀδερφή του ἔκλαιγε καθὼς μᾶς μιλοῦσε γι᾿ αὐτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινὴ ράτσα. Τὸ σπιτάκι καθαρὸ καὶ ἀσπρισμένο, μία μεγαλωμένη φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στὸν τοῖχο στὴν κάμαρα ὅπου πέθανε. Ἀπὸ τὸ παράθυρο ὡς τὸ μικρὸ σκιαθίτικο τζάμι, ἕνα στρῶμα κατάχαμα σκεπασμένο μ᾿ ἕνα κιλίμι. Ἐκεῖ πάνω ξεψύχησε (2 Ἰανουαρίου), ἀφοῦ ζήτησε νὰ τὸν σηκώσουν καὶ νὰ τὸν καθίσουν κοντὰ στὴ φωτιά. Τὸ μόνο βιβλίο του ποὺ εἶδα πάνω στὸ μικρὸ τραπέζι, μία φτηνὴ ἀγγλικὴ ἔκδοση (Omnibus) τοῦ Σαίξπηρ.»


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΜΕΡΕΣ Α´» Ἐκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ




Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστὸς τύπος. Μιὰ φορὰ ὅμως πῆρε τὸ θάρρος καὶ ἀπήγγειλε στὸν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τὸν πειράξει:
-Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε! Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
-Ἐγὼ δὲν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τὰ μάτια. Ὁ ἥρωάς μου ἔχει!




Στὶς ἐφημερίδες δούλευε κυρίως ὡς μεταφραστής. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ εἶχε ἕνα καταχθόνιο μυστικό: Ἔκανε ἀκατανόητα στὴ μετάφραση τὰ βλάσφημα κηρύγματα τῶν σοφῶν!
«Καταχθόνιο μυστικὸ ἑνὸς χριστιανοῦ καὶ ἁμαρτία ἑνὸς ἁγίου», σημείωσε ὁ Παῦλος Νιρβάνας.




Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄψαλτος




Βαθεῖαν θυελλώδη νύκτα, πρὸς ὄρθρον βαθύν, ὁ ὄµβρος ἐκόπασεν αἴφνης, καὶ
δαιµονιώδης τυφῶν, κραταιὸς ἄνεµος ἐφύσησε, κ᾿ ἔπαυσεν ὁ κατακλυσµὸς τοῦ
νεροῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ὥρας εἶχε κάµη νὰ πλεύσῃ ὅλον τὸ χωρίον εἰς τὴν κοιλάδα τὴν
παράλιον. Ὁ µέγας χείµαρρος εἰς τὸ µέσον τῆς ὡραίας λεκάνης, ἐξεχείλισε, παρέσυρε
δυὸ γέφυρας, ἐπληµµύρησεν εἰς ὅλα τὰ χαµόγεια καὶ τὰ σπιτάκια τῶν πτωχῶν, κ᾿
ἔκαµε νὰ κολυµβοῦν γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ κτήνη εἰς τὸν καταρράκτην τὸν βαθύν. 
Τὸ νερὸν ὑψώθη ἕως τὰ πατώµατα τῶν πτωχικῶν οἰκιῶν, οἱ περισσότεροι τῶν
κατοίκων ἐπρόφθασαν νὰ φύγουν εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ µετέωρα. Ὅ,τι ἠδύνατο νὰ
διακρίνῃ τὶς εἰς τὸ στίλβον ἐκεῖνο σκότος, ἦτο µόνον ἓν χάος πλωτόν. ∆ὲν ἐφαίνετο
πλέον ἄστρον οὔτε πούλια, οὔτε πετεινὸς ἐλάλει, οὔτε ὡρολόγι ἐσήµαινεν. 
Ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡ νύκτα ἐκείνη τοῦ φθίνοντος Νοεµβρίου δὲν ἔµελλε ποτὲ νὰ
τελειώσῃ. Αἴφνης, περὶ τὰ µεσάνυχτα, ἠκούσθη µεγάλη, ἐξωτικὴ κραυγή: – Πί πί πί ! 
πί πί ! πί ! πί ! 

Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦτο ἀνεξήγητος. Καµµία πτωχὴ γραῖα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ φωνάξῃ, 
τέτοιαν ὥραν, τὶς πάπιες της, αἵτινες, ἄλλως, θὰ εἶχον εὑρεῖ τὴν χαράν των, καί, 
καθὼς ἐβεβαίωνεν εἷς χωρικός, ὅστις ἔλεγεν ὅτι ἠξεύρει ἀπ᾿ αὐτά, βεβαίως
«ἐκοιµῶντο πλέουσαι εἰς τὸ νερόν». Ἡ φωνή, ἐκτάκτως ὀξεῖα, ἦτο ἴση µε τὸν ἦχον
δέκα συρίγγων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε ἀνθρωπίνη. Κατὰ τὴν λογικωτέραν φανείσαν
τότε ἐξήγησιν, αὐτὸς ὁ ἄρχων τοῦ σκότους εἶχε τολµήσει νὰ προβάλῃ τὸ ἄσχηµον
ρύγχος του ἀπὸ καµµίαν θυρίδα τοῦ ζοφεροῦ ἀγνώστου, µέσα εἰς τὸ ὑγρὸν ἐκεῖνο
ἔρεβος, καὶ µὴ δυνάµενος νὰ κρύψῃ τὴν µαύρην χαιρεκακίαν του, διότι ἔβλεπε τοὺς
ἀνθρώπους νὰ πλέουν, ὡς νὰ εἶχον µεταµορφωθεῖ εἰς τὸ γένος τῶν νήσσων, ἔρρηξε
τὴν κραυγὴν ἐκείνην τοῦ πικροῦ σαρκασµοῦ πρὸς τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα. 

Τέλος, µετὰ µακρᾶς ὥρας, µέγας ἄνεµος τυφῶν µανιωδῶς ἐφύσησεν. Ἐσίγησεν ὁ
µονότονος ροῖβδος τῆς βροχῆς, ὁ βαθὺς ρόχθος τῶν κυµάτων ἀντήχει τώρα ἀπὸ τὸν
λιµένα, καὶ ὁ φρενιαστικὸς συριγµὸς τῶν τροχαλιῶν, καὶ ἡ βάναυσος κλαγγὴ τῶν
ἁλύσεων, τὰς ὁποίας ἐξέσυρε κ᾿ ἔπαιζεν ἡ τρικυµία. Σιµὰ εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀγκώδη
σκάφη, ἀσφαλῶς ἀραγµένα, νὰ µικρὸν κόττερο, νέο σκαρί, ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ εἰς
τὸν γνόφον τὸν βαθύν, ἀνάµεσα εἰς τὸ ∆ασκαλειό, τὸ βραχῶδες χθαµαλὸν νησίδιον, 
καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Μῶλον, δίπλα εἰς τὰ ρηχά, τὰ ἁπλούµενα ἐκεῖθεν τῶν ἐκβολῶν
τοῦ χειµάρρου. Στιγµὴν τινά, ὅταν ὁ ἄνεµος εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον τῆς λύσσης
του, κρότος ὀξὺς ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κόττερον, ὅστις ἐξεχώριζε καὶ ἀπὸ τὸν ρόχθον τῶν
κυµάτων, καὶ ἀπὸ τοὺς συριγµοὺς τῶν τροχαλιῶν. Ἦτον ὡς κραυγὴ ἀγωνίᾳς. 
∆υὸ ἢ τρεῖς θαλασσινοὶ κατοικοῦντες εἰς τὸ παραθαλάσσιον, σιµὰ εἰς τὴν
προκυµαίαν, εἶχον ἀνοίξει τὰ παράθυρά των, κ᾿ ἐκύτταζαν ἀνήσυχοι τὰ χειµαζόµενα
πλοῖα. Οὔτε ἐνόησαν τί ἐσήµαινεν ἡ κραυγὴ ἢ ὁ κρότος αὐτός. Ὁ εἷς τότε ἐφώναξε
πρὸς τὸν γείτονά του: 
- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Στέργιο, νὰ φωνάξῃ αὐτὸν τὸν Μῆτρο, τὸν νειόγαµπρο; ∆ὲν
τὸ βλέπω καλὰ τὸ κόττερο. 

- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Νικόλα; ἀπήντησεν ἀπαθὴς ὁ Στέργιος.
- Ἀλοία στὸν καϋµένον τὸν Φραγκούλα! εἶπεν ὁ πρῶτος ὁµιλήσας.
Οἱ δυὸ ναυτικοὶ ἦσαν µὲ τὰ νυκτικά των. Ἄλλως ἤξευραν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ µικροῦ
σκάφους εἶχε συνήθειαν νὰ κοιµᾶται κατ᾿ οἶκον, ἡ δὲ οἰκία του δὲν εἶχε τὸ
πλεονέκτηµα νὰ εἶνε παραθαλασσία. Τὸ κόττερο ἦτον «νέο σκαρί», καὶ ὁ καπετάνιος
του ἦτον «νειόγαµπρος». Μόνον ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ πλοίου ὁ σύντροφός του, γέρων
ναυτικός, ὁ Κώστας Φραγκούλας, ὅστις εἶχεν ἔργον νὰ φυλάγῃ τὸ πλοῖον.
Μόλις ἐξέφερεν ὁ ὀνοµασθεὶς Καπετὰν Νικόλας τὸν ἐλαφρὸν ἐκεῖνον ταλανισµόν,
καὶ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ ἀλοὶ ἐκεῖνο, φοβερὸς τριγµὸς καὶ κρότος µετὰ ὀξέος
συριγµοῦ ἀντήχησε. Ἦτον ὡς καγχασµὸς θαλασσίου δαίµονος εἰς τὸ σκότος. Μέσα
εἰς τὴν πάλην τῶν στοιχείων, καὶ εἰς τὸν ποικίλον ὀρυµαγδόν, ἄπειρον ὄµµα καὶ µὴ
ἐξησκηµένον ὠτίον, τίποτε δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ διακρίνει. Μόνον οἱ δυὸ πλοίαρχοι,
ἀπὸ τὰ παράθυρά των, πάραυτα ἐνόησαν καὶ ἀφήκαν διπλὴν κραυγήν.
- Πάει τὸ κόττερο! εἶπε µετ᾿ ἀληθοῦς πόνου ὁ Νικόλας. Κρῖµα ῾στο! κρῖµα ῾ς!
- Τύφλα! εἶπεν ἀνάλγητος, αὐστηρὸς τιµητὴς ὁ Στέργιος.

Τὸ πρωί, ὅλοι ἔµαθαν ὅτι ἡ τρικυµία ἐξέσυρε τὰς ἀγκύρας τοῦ µικροῦ κοττέρου, καὶ
τὸ πλοῖον ἔγινεν ἄφαντον, µαζὶ µὲ τὸν Κῶτσον τὸν Φραγκούλαν, τὸν µόνον ἐπ᾿ αὐτοῦ
ναυβάτην. Εὑρέθησαν τινὲς διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ κράξουν τὸν πλοίαρχόν του, τοῦ
ὁποίου ἡ οἰκία εὑρίσκετο ἕνα δροµίσκον παραµέσα ἀπὸ τὴν προκυµαίαν ἀλλ᾿ ἦτο
ἀργὰ πλέον. Ἀπόπειρα εἶχε γείνη, µὲ µίαν µεγάλην σκαµπαβίαν, µὲ ἓξ κωπία, νὰ
πλεύσωσι πρὸς τὸ νότιον µέρος, εἰς τὸ στόµιον τοῦ λιµένος, µὲ τὸν λυσσῶντα ἄνεµον
τὸν πνέοντα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠµπόρεσαν νὰ «µπουκάρουν», ἤτοι νὰ
κατευθυνθῶσι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸ πλοῖον εἶχε γίνῃ ἄφαντον.
Τὴν ἐπαύριον, εἶχε γίνῃ εὐδία. ∆ὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ µικρὰ φουσκοθαλασσιὰ κ᾿
ἐλαφρὰ πνοή, ὁµοία µε τὸν πείσµονα γρυσµὸν τοῦ µετὰ κόπου κατασιγασθέντος
σκύλου. Ὅλοι ἐσυλλυποῦντο τὸν νεαρὸν καπετὰν Μῆτρον, καὶ ὅλοι ἔκαµνον, ὅπως
συνειθίζουν οἱ ναυτικοί, ἢ κατὰ πρόσωπον, ἢ ὄπισθεν τῶν νώτων, τὰς ἀµειλίκτους ἐκ
τῶν ὑστέρων ἐπικρίσεις των. Βέβαια, ὁ Μῆτρος ἦτο νέος κυβερνήτης. Ἕως τότε εἶχε
ταξιδεύσει ἐπὶ χρόνους ὡς ναύτης εἰς µεγάλα πέλαγα, µὲ τὴν σκοῦναν τοῦ πατρός
του. Ἑπόµενον ἦτο νὰ εἶνε «ἀτζαµής», καὶ νὰ µὴν εἰξεύρη καλὰ οὔτε ἀπὸ
ἀκτοπλοΐαν, οὔτε πῶς νὰ «σιγουράρῃ» τὸ πλοῖον του εἰς τὸν λιµένα, ἀφοῦ µάλιστα
ἐκοιµᾶτο κατ᾿ οἶκον. Νιόγαµβρος, νέο σκαρί. Ἀλοία! στὸν Φραγκούλα.

Ναί, ὁ Φραγκούλας, ἦτον γέρος, καὶ ἠµπορεῖ νὰ ἦτον σχεδὸν ἀνίκανος. Παράξενος,
στραβός, µισοπάλαβος. Ἀλλοίθωρος, ἡ γυναῖκα του. Ἐπὶ τινὰ χρόνον ἔµενεν εἰς ἕνα
κατώγι, διὰ ψυχικόν. Ἐπήγαινε µὲ τὶς βάρκες, εἰς ψάρευµα ἢ µικροὺς ναύλους, ἀλλὰ
συνήθως ἐξενυχτοῦσε στὸ κατώγι. Τέλος, ὅταν ἔφτιασε τὸ κόττερο ὁ Μῆτρος, ὅστις
ἦτο δεύτερος ἀνεψιός του, τὸν προσέλαβεν ὡς τακτικὸν συµπλωτήρα, ἅµα καὶ
νηοφύλακα. Πρὸς τί νὰ ὑποχρεώνεσαι, τοῦ εἶπε, «µπάρµπα», νὰ κοιµᾶσαι στὸ ξένο

κατώγι; ἀφοῦ, «καλλίτερα γιὰ σένα» σ᾿ ἔδιωξεν ἡ γυναῖκα σου; ἔλα νὰ κοιµᾶσαι µέσ᾿
τὸ κόττερο, κάτω στὴν πλώρη, ποὺ κάνει µεγάλη ζέστη, ζέφκι, καὶ καλοπερασιά.

Ὁ καϋµένος, ὁ Κῶτσος, ὀλίγας ἡµέρας πρίν, εἶχε συµβῇ, εἰς τὴν κηδείαν ἑνὸς
παλαιοῦ γείτονός του, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναόν, ἐνῷ ἐψάλλετο ἡ νεκρώσιµος
ἀκολουθία. ∆ὲν ἦτο τακτικὰ φιλακόλουθος. Μερικοὶ τὸν ἐπείραζαν, καὶ τὸν ἔλεγαν
«φαρµασῶνον». Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἦτο ἐξ ἰδιοσυγκρασίας σκωπτικός, ἰδιότροπος ἐν τῇ
ἀσυνειδήτῳ φιλοσοφίᾳ του. ∆ιῆλθεν ἄνωθεν τοῦ χοροῦ, πρὸ τῶν βαθµίδων τοῦ
βήµατος κ᾿ ἐπλησίασεν εἰς ἕνα νέον δηµοδιδάσκαλον, ὅστις ἐσυνεῖθιζε νὰ ψάλλῃ, καὶ
κατὰ τὴν κηδείαν αὐτὴν ἵστατο ἀριστερά, βοηθῶν τοὺς ἱερεῖς, εἰς τὸν στίχον: «Κύριε
ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου», τὸν ὁποῖον ἐπανελάµβανεν ἐκ περιτροπῆς ὁ
ψάλτης. Ὁ Φραγκούλας ἀλλοκότως ἐγέλασε, καὶ εἶπε µὲ φωνὴν σχεδὸν ἀκουστήν:
- Ἀνάθεµα στὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου; Τί λὲς δάσκαλε;
Ὁ ψάλτης τοῦ ἔνευσε µόνον νὰ σιωπήσῃ. Καὶ µὲ κυκλοτερὲς βλέµµα πρὸς τοὺς
ἄλλους, τοὺς ἐσύστησε νὰ µὴ δώσουν προσοχήν, διὰ νὰ µὴ γίνῃ χασµωδία.
Ὁ Φραγκούλας µετ᾿ ὀλίγον καὶ πάλιν ἐπανέλαβε:
- Τί τοὺς ψαίλνετε; ... Τί τοὺς κάνετε νάνι-νάνι; ... Ὅλοι στ᾿ ἀνάθεµα θὰ πᾶµε!...
Ὁ διδάσκαλος καὶ πάλιν τοῦ ἔνευσεν αὐστηρῶς. Καὶ ὁ Κῶτσος ἀπεµακρύνθη.

Καὶ µετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας ἐπέπρωτο, ὁ γέρων οὗτος ναυτικός, ὅστις, τὴν πρωΐαν
ἐκείνην, –τὶς οἶδε;- µὲ τὴν πένθιµον ἐκείνην εὐθυµίαν του, ἄλλην πρόθεσιν ἴσως δὲν
εἶχεν, εἰµὴ νὰ ὑποδείξῃ τὸ µάταιον, καὶ τὸ συνθηµατικόν, καὶ τὸ ἀγοραῖον πάσης
ἀνθρωπίνης συνηθείας, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς νεκρωσίµου ποµπῆς· ὁ γέρων οὗτος, ὅστις
δὲν ἦτο εἰµαρµένον ν᾿ ἀξιωθῇ οὔτε τῆς ἐσχάτης παραµυθίας, οὔτε τῆς κηδεύσεως,
ἔµελλε νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν φοβεράν, τὴν δαιµονιώδη ποµπήν, ὅλων τῶν στοιχείων τ᾿
οὐρανοῦ, τῶν ἀνέµων, τῶν κυµάτων τὴν φρικώδη συνοδίαν ὀρχουµένην µανιωδῶς
περὶ τὴν γηραιὰν κεφαλήν του, γύρω εἰς τὴν λευκὴν ἀκτένιστον κόµην του· κ᾿
ἔµελλεν ἐν τριγµῷ ἁλύσεων καὶ τροχαλιῶν καὶ ἀρµένων, νὰ καταποντισθῇ εἰς τὸ
κῦµα, «ἄψαλτος, ἀσαβάνωτος, ἀµοιρολόγητος».


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Παπαδιαμάντης Α. - Το Χριστόψωμο



Αυτό το διήγημα είναι η πρώτη εμφάνιση του Παπαδιαμάντη στα γράμματα, με αφορμή ένα διαγωνισμό διηγήματος. Την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκε το πνευματικό κίνημα του Ελληνοκεντρισμού- όποια προσπάθεια προβολής του ευγενικού (συγχυσμένο ολίγον με το ευρωπαϊκό...) ελληνικού στοιχείου επιβραβευόταν. Μία τέτοια προσπάθεια ήταν και ο διαγωνισμός διηγήματος. Ο Παπαδιαμάντης βρήκε την καταλληλότερη περίοδο για να παρουσιάσει το Χριστόψωμο... 

~ ~ ~ ~ 

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δηµωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκµεταλλευθῶσιν οἱ µέλλοντες διηγηµατογράφοι µας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ µητρυιά. Περὶ µητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόµησιν τῶν ἀναγνωστῶν µου. Περὶ µιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήµερον ὁ λόγος.  Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα ∆ιαλεχτή, οὕτως ὠνοµάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως µπάρµπα Μανώλη, µεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς µίαν
τῶν νήσων τοῦ Αἰγίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυµφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς µετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς µάτην, ἡ γῆ ἔµενεν ἄγονος. ∆υὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυµατουργὰ περὶ τὰς µασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ µόνον µέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ µάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασµένον κοµβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ
πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα µάταια. 
Ἐπὶ τέλους µὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόµιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅµως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύµφην αὐτῆς τὸ σφάλµα τῆς µὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της. 
Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς ∆ιαλεχτῆς ἦτο τὸ µόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης,  καὶ οὖτος δὲ συνεµερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς µητρός του ἐναντίον τῆς συµβίας αὐτοῦ.  Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς µας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του. 
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν,  καὶ ἦτο τολµηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει,  τοῦ ἔβαζε µαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεµπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε τὰ ἐλαττώµατά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο µόνο «µαρµάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύµφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».


Ὁ καπετὰν Καντάκης, φλοµωµένος, θαλασσοπνιγµένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόµενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὤρισες, καλῶς σᾶς ηὕρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώµια, καὶ µὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε µεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγµατα µέχρι τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186...  Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡµερῶν εἶχε πλεύσει µὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον µὲ φορτίον ἀµνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασµὸν τὸν ἔκαµνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος καὶ ἔκλεισαν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρµους, ὅπου εὑρέθησαν. Εἴποµεν ὅµως, ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολµηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων ὁ ἄνεµος ἐµετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾿ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ.  Τὸ µεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάµωσε. 
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχηµάτιζον, ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ µεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅµως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούση καὶ δὲν τὸν ἐπερίµενεν. Αὕτη ἐδέχθη µόνο περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ µηδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθῃ τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιµο», καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰ τὸ στερεότυπον «µ᾿ ἕναν καλὸ γυιό». 
Καὶ οὐ µόνον, τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωµο. 
- Τὸ ζύµωσα µοναχή µου, εἶπεν ἡ θειὰ Καντάκαινα, µὲ γειὰ νὰ τὸ φᾶς. 
- Θὰ τὸ φυλάξω ὡς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾿ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύµφη. 
- Ὄχι, ὄχι, εἶπε µετ᾿ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ κάθε µιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται. 
- Καλά, ἀπήντησεν ἠρέµα ἡ ∆ιαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλλίτερα. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακό τι. 
«Πῶς τὤπαθε ἡ πεθερά µου καὶ µοῦ ἔφερε χριστόψωµο», εἶπε µόνον καθ᾿ ἐαυτήν, καὶ  ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιµήθη µετὰ τίνος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκανε συντροφίαν, ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της. Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐκοιµήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ µεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ Ἁγίου Νικολάου µόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήµατα ἀπὸ τῆς οἰκίας της. 
Περὶ τὸ µεσονύκτιον ἐσήµαναν παρατεταµένως οἱ κώδωνες. Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἠγέρθη,  ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιµωµένη αὐτὴ κόρη ἦτο συµπεφωνηµένον, ὅτι µόνον µέχρι οὗ σηµάνη ὁ ὄρθρος θὰ ἔµενε µετ᾿ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δυὸ οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ µόλις παρῆλθεν ἠµίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς. 
- ∆όσε µου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου. 

- Ὁ ἄντρας µου! ἀνεφώνησεν ἡ ∆ιαλεχτὴ ἔκπληκτος. 
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία. 
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίµακα τῆς οἰκίας, βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον,  ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν. 
- Εἶµαι µισοπνιγµένος, εἶπε µορµυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωµε ἔξω, τὸ καθίσαµε στὰ ρηχά. 
- Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ ∆ιαλεχτή. 
- Ὄχι, δὲν εἶναι σοῦ λέω τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, µὲ δυὸ ἄγκουρες ἀραγµένη καὶ καθισµένη. 
- Θέλεις ν᾿ ἀνάψω φωτιά; 
- Ἄναψε καὶ δόσε µου ν᾿ ἀλλάξω. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐξήγαγε ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύµατα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ. 
- Θέλεις κανένα ζεστό; 
- ∆ὲν µ᾿ ὠφελεῖ ἐµένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον. 
- Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ µαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός. 
- ∆ὲν σ᾿ ἐπερίµενα ἀπόψε, ἀπήντησε µετὰ ταπεινότητος ἡ ∆ιαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα.  Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα; 
- Βάλε, στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κι ἐγὼ σὲ λίγο. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηµατίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιµάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυµία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σηµειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου»  ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς. 
- Ἡ µάννα µου δὲ θὰ τὤµαθε βέβαια ὅτι ᾖλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης. 
- Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ ∆ιαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω; 
- Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί. 
Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης. 
- Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾶς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ µὲ ἀφήσεις µόνον;

- Νὰ µεταλάβω κι ἔρχοµαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή. 
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλµησε ν᾿ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφηµία. Οὐχ ἧττον ὅµως τὴν βλασφηµίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.  Ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλη ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της, ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιµήθη
ἀφ᾿ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν. 
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τροµερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν.  Καθήµενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῆ καὶ ν᾿ ἀνοίξη τὸ ἑρµάρι διὰ νὰ λάβη ἄρτον, ἀλλ᾿ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ µικροῦ σανιδώµατος εὑρίσκετο τὸ Χριστόψωµον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς µητρός του πρὸς τὴν νύµφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν µετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος. 


Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ ∆ιαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾿ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ µέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.  Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγµῶν τὸν εὗρε κοκκαλωµένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλµούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ Χριστοψώµου ἀπὸ τοῦ σανιδώµατος τῆς ἑστίας, καὶ ἀµέσως ἐνόησε τὰ πάντα. Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρµακωµένο χριστόψωµο, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύµφην της. 
Ἰατροὶ ἐπιστήµονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ µικρᾷ νήσῳ· οὐδεµία νεκροψία ἐνεργήθη.  Ἐνοµίσθη, ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώµατος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου. Σηµειωτέον, ὅτι ἡ γραῖα,  συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκληµά της, δὲν ἐµέµφθη τὴν νύµφην της. Ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. 
Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲ θὰ ἦτο πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆρας της. 

(Ἐφ. «Ἐφηµερίς», 26 τοῦ ∆εκέµβρη 1887).