Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ν. Κουτσοδόντης - Πράσινος ελαφρύς καπνός (Το Σπίτι)

 

Από μέρα σε μέρα φεύγεις,

                                Φτάνει ο καιρός

το χαμόγελό σου με βιτσίζει

απόμακρο, μια πλάτη που ξεμακραίνει

διαλύεται όπως κι οι μέρες μπιλάκια μπιλάκια

θρυμματίζονται σαν να βεβαιώνουν πως

όταν το χέρι σου κρατάω είναι κόμπος

γεμάτος ομίχλη κι ο κόμπος αυτός εύκολα σπάει

φτάνει κάποιος να ματώσει

 

***

Είμαστε στα τελευταία μας ταξίδια

 

όχι πως εγώ τα ‘θελα τελευταία

 

ήταν η Σαλονίκη στην αρχή

κι ένα παιχνίδι δυνατοτήτων και κινδύνων

είπαμε τότε μαζί να μπούμε στους τριγμούς

είπαμε να διασχίσουμε τον εαυτό μας, να βρεθούμε

να χτυπήσουμε την αγοραία διαίρεση

μ’ ένα σπίτι. Το δικό μας σπίτι

μέσα στη δίνη της ανθρώπινης σύγκρουσης.

 

Συχνά έπαιρνες πράσινο ελαφρύ καπνό

γιατί αγχωνόσουν, έστριβες έστριβες

χωρίς να καπνίζεις

τη νύχτα στην Παραλία

 

Φωλιάσαμε μαζί στην απαλότητα που είχε ονομαστεί:

ώσπου να βρουν τον έρωτα όλα τα τζιτζίκια

κι ώσπου να γεννηθούν όλα τα ψάρια κλόουν που ζουν

                στις ανεμώνες

θα έχουμε αυτό το σπίτι

 

σπίτι γεμάτο πυρετό κι εσύ να γίνεσαι η λάμπα

που πάνω της συγκρούεται το σπουδαστικό

κρεβάτι

                σαν                       

                                μολυσμένη

                                                                σκνίπα

 

(έπρεπε να μαζέψω τη φωτιά του αγχωμένου σπιτιού

στο ξύλινο δάπεδο

μαζί με τα σκισμένα βιβλία νομικής)

 

Μπορούσαμε να κατεβούμε Πάτρα

στη Μαιζώνος, κάτω απ’ τα κίτρινα παράθυρα

κτιρίου αντιπαροχής του εβδομήντα

όταν οι φοιτητές παίζουν τον «Πεχλιβάνη»

θα βρίσκαμε τα τακούνια της Έλενας στις λάσπες

κι εκείνη

παίζοντας με σύννεφα συνοικιακά

να θέλει να επιτρέψει

σε όλο το παχύρευστο άσημο να λάμψει

στην πλατεία Όλγας

πλάι στο εργατικό κέντρο.

 

Τότε θα σου έλεγα: φίλα με,

όπως το αίμα του Σπαρτακιστή

φιλούσε τον πεζόδρομο

 

μα πιο πολύ απ’ όλα: μη

με αφήνεις

 

ήμουνα πάντοτε ο πανικός του μυρμηγκιού

όταν το διώχνει χέρι

 

ήμουνα πάντοτε

                με το ένα πόδι

                                                έξω

 

έλα να κάνουμε κι εμείς το άσημο να λάμψει

 

Μη φύγεις

                τσουρέκι μου

                                βουτυράκι μου

 

κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;

 

θυμίζει γονείς που περιμένουν

 

βλέπουν τα δυο πολύ εντάξει μου κανιά

ξέρουν πως δεν μπορώ να τρέξω

τα χαϊδεύουν, μου λεν ετοίμασαν φαΐ

πρέπει να φάω, αδυνάτησα

στρώσανε

η χαρά δεν είναι καλεσμένη στο τραπέζι

μήτε κι η ποίηση

 

μόνο δυο τρία λαϊκά τραγούδια

Σε συνήθισα τόσο της Διαμάντη, Άλλοθι του Καρρά

Καζαντζίδη Μαρινέλλα και Βοσκόπουλο

 

Για λίγες σταγόνες ευτυχίας του Αιγύπτιου

 

κι άλλωστε αν γίνεις κουρούμπελο ένα βράδυ

σπίτι σου θέλεις να πας

για ποιο σπίτι μιλάμε τώρα;

 

μεγαλώνει ένα φρούτο από μεθύσι στο στόμα

 

Κατερίνα Στανίση

                Κατερίνα Στανίση

εμένα ποιος

                θα μ’ αγαπήσει;

 

***

 

Κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;

 

ο Χάρι Άνγκστρομ χάθηκε κάποιο απόγευμα

έγινε Λαγός, όνομα και πράμα

το νεαρό αστέρι της καλαθοσφαίρισης πάει χαμένο

εγκλωβισμένος στο διαμέρισμα του Μπρούερ

 

τα ‘φερε σε λογαριασμό και τέρμα

                ~έφυγε~

μα είχε πολλάκις όμως προειδοποιήσει:

-είναι αφόρητο το αχούρι σου Τζάνις

και η ζωή σου

διαβάζεις φτηνά μυθιστορήματα βλέπεις παλιές

κάκιστες εκπομπές στην τηλεόραση

 

Τώρα θα παίξουμε το αυτό θέλει η καρδιά μου

και το δεν βλέπουμε με το ίδιο μάτι

αμέτρητες εξομολογήσεις σαν φορολογικές δηλώσεις

μιας πόλης ολάκερης σε βάθος τριών γενιών

 

την στιγμή αυτή θέλω να παίξουμε

το νιώθω πως δεν ακούς αυτά που λέω

και το εδώ κάποιος στα σίγουρα

θα φύγει πληγωμένος

 

***

 

Αυτός που προχωρά στη δρασκελιά

κι αυτός που μένει πίσω είναι κομμάτια

του ίδιου άνθους πατατιάς

που έφαγε ο γάιδαρος

 


Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, εκδ. Θράκα: 2024



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Τζένη Μαστοράκη - Το σόι

Τώρα βέβαια πάλι θα πέσει το σόι

μονό και διπλό

να μαζεύω τη γλώσσα μου

ή πώς όταν κάνω 

ψηλά τα μαλλιά μου

κοιμούνται πιο ήσυχοι.

Και με στριμώχνουν στο σαλόνι.

Παντού μπαγιάτικα πέπλα

νύφες με παχουλά χέρια

μουστακαλούδες

και τα παιδιά ανήλιαγα

ή μπορεί και πεθαμένα

με  πελώριους φιόγκους

σαν αεροπλάνα.

Περνάει η νονά μου η πολίτισσα

και τρατάρει μικρά άσπρα γλυκά.

Φαίνεται το βρακί της πράσινο

πιασμένο με παραμάνα

-οι θειάδες μου λένε

πως κατουράει αλά τούρκα

καβάλα στη λεκάνη.

Γύρω τα πρόσωπα εθνικόφρονα

με περικεφαλαίες.

Άμα σου εξηγήσω

θα καταλάβεις πώς μου παίξανε

τον καραγκιόζη

που με τα τρία μαντέματα

του παίρνουν το κεφάλι.

Στο τέλος του φοράνε πάντα

ένα χάρτινο πιατάκι

όπως στα κεριά

για να μη στάζει.




Το σόι, Κέδρος 1978



Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΕΦΤΑΧΡΩΜΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

 


Άμα δειπνήσει ο ήλιος έρχεται ο στεναγμός

αναστημένος με λογχώδη αναβρύσματα.

Γενναιότερα τα δέντρα

και γι’ αυτό τα ζηλεύω.

Αλλ’ όμως ο ζόφος του λάκκου κάτω-κάτω

δεν είναι των ματιών.

Έχουμε, βέβαια, παρηγοριά τη διάθλαση.

Ωστόσο δεν τη γλεντούμε.

Χρειάζεται να ξηλώσουμε κάθε φαντασίωση.

Να πετάξουμε τα χωρίσματα.

Δράση παράξενη το καθαρό θέαμα των αντικειμένων...

Η άφωνη σαύρα

στις ηλιόλουστες πέτρες όταν αναπνέει

lacrymosa.

Ο αγέρωχος κόκορας

όταν πλήττει τα χαράματα.



Πενθήματα (1969)


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

TYRANT - Ηλέκτρα Λαζάρ

 


Η πτώση του ανθρώπου βγάζει τον πιο φανταστικό γδούπο στο πάτωμα της ιστορίας. Δεν είναι ο γδούπος μίας φρεσκοκομμένης σεκόγιας που ταράζει το βλέμμα ολόκληρης της φύσης• δεν είναι το ολόψυχο κρακ που βγάζει το υπεραιωνόβιο και συμπαρασύρει ό,τι έγχρονο βρίσκει στο πέσιμό του. Ο άνθρωπος πρέπει πραγματικά να μάθει για|τί πέφτει. Όχι να χαλιναγωγεί, όχι να διακανονίζει, αλλά να ανεβαίνει στο σκοινί της ζωής με μία μόνο λέξη: συγγνώμη.



Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο. 


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Γιολάντα Σακελλαρίου (1948 - 2025)


 


Β΄ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

Περνάει περνάει το σχολικό

χάνεται μες στον κουρνιαχτό

ουρλιάζει χάνεται

 

Α΄κοράκι: «μαύρο χιόνι μαύρο χιόνι

τα μαλλάκια της παγώνει»

 

Κόκκινο ψέμα η ζωγραφιά

γαλάζιο  η μοναξιά των διαλειμμάτων

Κρύσταλλοι σωματικών εκκρίσεων

Έκρηξη το κουδούνι

Η μπάλα επίμονη στους τοίχους

 

Β’ κοράκι: «γαλάζια παντοφλάκια

κόκκινα παντοφλάκια άδεια»

 

Α΄κοράκι: «μαύρο χιόνι μαύρο χιόνι

τα χεράκια της παγώνει»

 

Ορθογραφία: δεν παίρνουμε

τα πράγματα των άλλων

Μελέτη περιβάλλοντος: δεν κοιτάμε

από το παράθυρο

Σκέφτομαι και γράφω: δελτίο καιρού

 

Α΄κοράκι: «μαύρο χιόνι μαύρο χιόνι

την καρδούλα της παγώνει»

 

«Οχτώ και τρία! Ο χ τ ώ  κ α ι  τ ρ ί α ;

Ρωξάνη, μ’ ακούς;»

 

 

 ~ * ~ 


Πρώτα η σκιά

μετά το φτερούγισμα

στο μαξιλάρι

 

Στο σκοτεινό κήπο της

θα βρει πάλι

ψίχουλα

θρυμματισμένες ψυχές

που χάνονται στο δρόμο για το σπίτι

 


~ * ~ 


ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΤΙ

 

Ο πατέρας είναι άρρωστος. Από καιρό. Η μητέρα πάντα λυπημένη, κακόκεφη. Όταν ζητάμε κάτι, ο αδερφός μου κι εγώ, όλο λέει, «αν είμαστε καλά…»

Στο τηλέφωνο την άκουσα να λέει «μάλλον πλησιάζουμε στο τέλος…»

Τι εννοεί;

 

Γιατί δεν απαντά ο πατέρας όταν τον ρωτάω;

Το βλέμμα του όταν με κοιτάζει είναι σαν να γυρεύει κάτι από μένα

 

«Είναι αγόρι ο μικρός μου γιος;»

 

Όταν τον παρακαλώ να παίξουμε, εκείνος πάντα λέει ότι δεν έχει διαβάσει την εφημερίδα. Τον μισώ. Όχι πάντα.

Μια μέρα που μιλούσε στο τηλέφωνο έβαψα τα χείλη μου και τον φίλησα στο στόμα. Γελάσαμε πολύ με τον αδερφό μου. Εκείνος όμως δεν γέλασε καθόλου. Θύμωσε. Μου έδωσε μια και με έστειλε στο δωμάτιό μου να κοιμηθώ νηστικός. Καθόλου δεν με νοιάζει.

 

Φοβάμαι. Αυτός ο ίσκιος πλάι στον πατέρα μεγαλώνει τις νύχτες. Το λέω ψιθυριστά στον μεγάλο μου αδερφό, πριν με πάρει ο ύπνος, αλλά δε με πιστεύει.

Θέλω να του πω και για το μαύρο κουτί μέσα στο κεφάλι μου, αλλά εκείνος θα τεντώσει τα χέρια μου και θα ουρλιάζει σαν αεροπλάνο.

 

Γιατί με κοιτάζει τρομαγμένος ο πατέρας;

 

Χθες ήταν τα γενέθλιά του. Του έκανα μια ζωγραφιά. Την έβαλα πάνω στο μαξιλάρι του. Μια βροχή και εμένα να χορεύω πάνω στο ουράνιο τόξο. Ο πατέρας συνέχεια μιλούσε στο τηλέφωνο. Εγώ με τον αδερφό μου τρέχαμε γύρω από το γιορτινό τραπέζι ουρλιάζοντας το happy birthday. «Επιτέλους!» είπε η μητέρα. «Δεν είναι μόνο τα χρόνια πολλά…»

 

Την επομένη, στη γιορτή του σχολείου, όταν ήρθε η σειρά μου στο κουκλοθέατρο, «η οικογένεια στον ζωολογικό κήπο», όλοι πήραν τη θέση ενός ζώου και κατασπαράχτηκαν· εκτός από μένα.

 

Εγώ είπα: «είμαι μωρό». Το μωρό είπε «έμεινα μόνος».

 

 

~ * ~ 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ

Στον Γιώργο Βέη

 

Ανήμερα Χριστούγεννα

πλατεία Αμερικής·

τα περιστέρια και οι μετανάστες

 *

Πόσα δέντρα πόσους κοκκινολαίμηδες

πόσα ρόδινα σύννεφα·

ήθελες

 *

Η συνάδελφος από το απέναντι γραφείο

-με ladose- μου χαμογελάει

ερήμην της

*

Μα αν καταργήσω τις λέξεις

θα προσκρούσω στα πράγματα·

θα διαλυθώ

 



(Από τη συλλογή Αόρατο Τρωκτικό, εκδ. Γαβριηλίδης, 2013.) 




Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

Ηλέκτρα Λαζάρ: Ο λύκος δεν θέλει τίποτα άλλο από το να υπάρχει κι εμείς δεν του το επιτρέπουμε (συνέντευξη στο rosa.gr)




 Πηγή κειμένου




- Γιατί ο άνθρωπος επέλεξε να φορτώσει με τόσα κακά, επιθετικά και απειλητικά χαρακτηριστικά ένα ζώο που έχει επιλέξει να ζει μακριά από το είδος μας;

Πράγματι, ενώ ο λύκος ζει στο περιθώριο του ανθρώπινου οικοτόπου και στην έρημο πέρα από αυτόν, οι άνθρωποι διαχρονικά και συστηματικά ανακατεύονται με το είδος που λέγεται λύκος, γιατί οι λύκοι, όπως και οι άνθρωποι, είναι κοινωνικά ζώα. Είναι έξυπνοι, εφευρετικοί, χρησιμοποιούν αυτό που ο άνθρωπος αποκαλεί «γνώση» για να λύνουν τα προβλήματά τους και χρησιμοποιούν το παρελθόν για να προβλέψουν το μέλλον. Το ότι ανά πάσα στιγμή οι λύκοι μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους κοινωνία, είναι αυτό ενδεχομένως που εμπνέει τον άνθρωπο με όλα τα λάθος μηνύματα της δυσαρέσκειας και του φόβου. Είναι αυτό το πολύ ωραίο που άκουσα να σχολιάζει μία γυναίκα από το ακροατήριο σε μία ομιλία με θέμα τον λύκο, «ο λύκος είναι το μόνο είδος που βάζει στοπ στον άνθρωπο».

Ήταν όμως πάντοτε έτσι; Αν γυρίσουμε πάρα πολύ πίσω, θα δούμε ότι οι κυνηγοί της Παλαιολιθικής Εποχής μιμούνταν αρπακτικά, όπως ο λύκος, για να ενσωματώσουν τις ικανότητες του αρπακτικού που θαύμαζαν – ιδιαίτερα την αντοχή του και την ικανότητά του να κρύβεται, θα δούμε επίσης αρχαίες κυνηγετικές ομάδες οι οποίες πίστευαν ότι μετέφεραν τις ψυχές τους στα σώματα λύκων. Αν κοιτάξουμε στον δικό μας αρχαιοελληνικό πολιτισμό η λέξη λύκος συνδέεται στενά με τη λέξη «λευκός» (εκ του λύκη που σημαίνει φως· λύχνος, λυκαυγή, λυκόφως), ο Απόλλωνας ήταν φωτεινός (λύκ[ε]ιος), ο λύκος ήταν κάποτε το ιερό ζώο του Δία, η Εκάτη προσφωνείται με τα ονόματα Σκύλλα και Λύκαινα, που ήταν τα ιερά ζώα της Αρτέμιδος και του Απόλλωνα, η Λυκόσουρα ήταν η πρώτη πόλη που την είδε ο ήλιος… Αμέτρητη παρουσία, επίσης, και στην τοπωνυμία (Λύκαιον, Λυκοποριά, Λύκτος, Λυκώρεια, Λυκία, Louvre, Canteloup, Louveciennes κ.ά.), αλλά και στα ονόματα των ανθρώπων (Λυκούργος, Λυκομήδης, Lopez, Leleu, Wolfgang, Wolfric κ.ά.).

 

 


- Τι επηρεάζει την κατά καιρούς έξαρση της ανθρώπινης επιθετικότητας προς τον λύκο;

Νομίζω το γεγονός ότι η ιδιότητα του ζώου, ως επί το πλείστον, έχει συλληφθεί υποτιμητικά από τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος συντρίβει (όχι μόνο μέσω της θανάτωσης, αλλά και μέσω της ενοχοποίησης, της μόνιμης διάγνωσης με σπισιστικούς όρους, της μόνιμης διαστρέβλωσης) καθετί που θεωρεί υποδεέστερο και αδύναμο – σε ορισμένα είδη, δε, όπως τα δέντρα, δεν τους επιτρέπει καν την υπόσταση του ζωντανού οργανισμού. Ας αναλογιστούμε τώρα το ότι στην περίπτωση του λύκου δεν έχουμε απλώς ένα ζώο, αλλά για το πιο πολιτισμικά καταγεγραμμένο ζώο. Μιλάμε, δηλαδή, για μία ύπαρξη που μόνο ζωική δεν της επιτρέπουμε να είναι. Γίνεται απευθείας και αβίαστα ο κυρίαρχος θύτης, για να μετατραπεί σε εξιλαστήριο θύμα και το να είσαι εξιλαστήριο θύμα σημαίνει ότι ταυτίζεται ως ανθρώπινη κατασκευή με τις έννοιες του κινδύνου. Για παράδειγμα, για την κατάσταση των αγροτικών κοινοτήτων όπως τις βλέπουμε σήμερα και κυρίως όπως τις ζούνε οι ίδιοι οι ντόπιοι, ο τελευταίος που φταίει είναι ο λύκος. Αλλά τμήματα του αγροτικού πληθυσμού αντιλαμβάνονται την ισχύουσα και μελλοντική διαχείριση του λύκου – τον σεβασμό, δηλαδή, και την προστασία του, ως μία δυσοίωνη έκφραση κοινωνικής αλλαγής που απειλεί τον αγροτικό πολιτισμό και τα μέσα διαβίωσής του.

Αν το καλοσκεφτούμε, στην πιο έντονη και επίμονη μορφή της, η υποτίμηση του ανθρώπου απέναντι στο μη ανθρώπινο, έχει σχέση με τον έλεγχο. Η απουσία ελέγχου εκφράζεται με τον φόβο και τη βία. Από παλιά, ό,τι σύμπτωμα είχε η κοινωνία που δεν μπορούσε να απαντήσει με την κοινή λογική το συνέδεε αυτομάτως με το υπερφυσικό και το σκοτεινό. Όταν ο κοινωνικός έλεγχος αποτύγχανε και το κυρίαρχο παράδειγμα ξεθώριαζε και δεν αφομοιωνόταν, τότε το πνευματικό-θρησκευτικό κεφάλαιο της κοινωνίας στρεφόταν στα πρόσωπα που είχε βάλει στο μάτι για να τα παρουσιάσει εχθρικά προς τον πολιτισμό. Όμως, πρώτη- πρώτη μπήκε η ίδια η φύση στο μάτι του πολιτισμού. Η άγρια φύση ως κάτι το ανέγγιχτο και το άγνωστο ταλαντεύεται μέχρι και στις μέρες μας από τη μία να εξιδανικεύεται («ρομαντικοποιείται»), από την άλλη να καταστρέφεται – όπως και να ‘χει, όμως, να παραμορφώνεται. Η πατριαρχική ιδέα για τις μυστηριώδεις, κατώτερες, επικίνδυνες γυναίκες έχει τις ρίζες της στο σκοτεινό δάσος, που δεν μπορείς να δεις, δεν μπορείς να κουνηθείς, με δυο λέξεις, δεν μπορείς να ελέγξεις. Το κυνήγι των μαγισσών πήγε χέρι – χέρι με το κυνήγι των λύκων (τον 16ο αιώνα στα αγγλικά δάση το κυνήγι των λύκων κρατούσε 32 μέρες, φανταστείτε επί έναν μήνα ομάδες ανδρών να κυνηγάνε λύκους!), αργότερα, ό,τι κουράστηκε να κάνει ο χριστιανισμός, ανέλαβε να το κάνει ο καπιταλισμός. Από μία εποχή κι έπειτα, ο λύκος εμφανίζεται ως ένα κατάλοιπο του παρελθόντος που αρνείται να αφομοιωθεί· γίνεται η άβολη παρουσία από μία άλλη εποχή, ένα ανίδεο αρπακτικό που δεν ξέρει τι του ανήκει – αρκετά πονηρό και ανθεκτικό που μπορεί ελεύθερα να περιπλανιέται και να καταστρέφει.  

 

 

 

- Πόσο επικίνδυνη για τον λύκο είναι η σε ευρωπαϊκό επίπεδο πλέον έξαρση της ανθρώπινης εχθρότητας;

Τεράστια. Και ας έχουμε στο νου μας, ότι η ανθρώπινη εχθρότητα εντοπίζεται όχι μόνο στο να κυνηγιέται και να σκοτώνεται ο λύκος, όχι μόνο στο να παρακάμπτονται και να αγνοούνται οι νόμοι και τα καθεστώτα προστασίας του λύκου από τις ίδιες τις αρχές νομιμοποιώντας το κυνήγι εντός της ζώνης προστασίας τους, αλλά και στο να καταστρέφεται ο οικότοπός του.

Σκέφτομαι τώρα, με αφορμή αυτή την ερώτηση, πόσο σαθρό είναι το πλαίσιο συζήτησης όχι μόνο σε ευρωπαϊκό [τεχνοκρατικό] επίπεδο, αλλά και σε ένα ευρύ σύνολο ανθρώπινων ποιοτήτων. Είναι διάτρητο απ’ όλες τις πλευρές – κι όταν έχεις ένα τόσο προβληματικό πλαίσιο, συντηρείς αντιστρόφως ανάλογα ένα ριζωμένο πρόβλημα το οποίο μονάχα επιφανειακά «αντιμετωπίζεται». Πρόβλημα, φυσικά, δεν εννοώ την παρουσία του λύκου, αλλά την καπιταλιστική θανατοπολιτική· το μοντέλο που για να ζει και να βασιλεύει πρέπει να δημιουργεί και να συντηρεί μονίμως αυτό-αντιφατικά σύνολα και σχέσεις: τη διατήρηση της ζωής με τίμημα τη σφαγή· την ανάπτυξη του πράσινου καπιταλισμού με τίμημα τον αφανισμό του φυσικού περιβάλλοντος κ.ά. Και παρόλα αυτά, ο λύκος δεν είναι ασφαλής, όχι μόνο στο φυσικό του περιβάλλον, αλλά ούτε σε ζώνες προστασίας, όπου μόνο εκεί μέσα ζει, αναπτύσσεται και πληθαίνει.

 

 

 

- Πόσο λανθασμένη είναι η εκπαίδευση που ο άνθρωπος από πολύ μικρή ηλικία συνηθίζει να λαμβάνει για τον λύκο;

Καλά εγώ θεωρώ λανθασμένο και το να γράφονται βιβλία και παραμύθια (που απευθύνονται στην παιδική σκέψη και φαντασία) με αυτιστικούς λύκους, λύκους που πάνε στο σχολείο, που τρώνε γλυκά, γενικά τον λύκο που δεν κουβαλάει μεν αρνητικά σύμβολα, αλλά που παρόλα αυτά παρουσιάζεται ανθρωπόμορφος, γιατί και πάλι ο λύκος δεν επιτρέπεται να είναι το ζώο λύκος. Λανθασμένη εκπαίδευση είναι η κάθε εκπαίδευση που γίνεται με ανθρωποκεντρικό πρίσμα. Είναι μεγάλη πρόκληση για τον συγγραφέα να απομακρυνθεί από τις μεταφορές και τα σύμβολα που παραμορφώνουν. Από την άλλη, με ενδιαφέρον διαβάζω παραμύθια και παιδικές ιστορίες οι οποίες ασπάζονται με μεγάλη ευαισθησία και συνείδηση τον κόσμο των ζώων. Δηλαδή από εκεί που κάποτε τα παραμύθια έβαζαν τον λύκο να φοράει ρούχα και να περπατάει στα δυο είτε για να σκοτώσει, είτε για να κοροϊδέψει ή να σκοτωθεί/ κυνηγηθεί [γιατί έτσι του αξίζει], τώρα βλέπω να αναπνέουν κάποιες μικρές ιστορίες που ο άνθρωπος παρατηρεί με σεβασμό τον λύκο και τον κάνει παράδειγμά του. Βέβαια κι εκεί φοράει ρούχα και περπατάει στα δυο -μάλιστα έχει κι όνομα, όπως στην περίπτωση του Ζήκου, του λύκου όπως τον είδε ο Μιχάλης Καζαζής (Ζήκος ο λύκος. Σε καιρό καραμπίνας, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2022) –που όμως θα ‘λεγα ότι μας φέρνει κάπως πιο κοντά στο περιβάλλον του λύκου με τη μικρότερη παραμόρφωση, ή στην περίπτωση της μικρής ντροπαλής Σόφι της Jo Loring-Fisher (Γενναία σαν λύκος, εκδ. Δεσύλλας, 2022), που παραδειγματίζεται από την κοινωνία των λύκων για να πλησιάσει με καθαρότητα και θάρρος προς αυτό το οξύμωρα αντικοινωνικό περιβάλλον που έχει καταντήσει η κοινωνία.

Έτσι λοιπόν, η λανθασμένη εκπαίδευση δεν είναι μόνο μέσα από τα κείμενα που συντηρούν τη στερεοτυπική εικόνα του κακού του λύκου (αλά αρνίτσι-μπίτσι), αλλά και του μη ζωικού λύκου (βλ. λύκος-Ζαχαρίας). Λανθασμένη εκπαίδευση είναι και η στάση αγάπης των φιλόζωων προς την άγρια φύση. «Αγαπάω τον λύκο», λένε ορισμένοι. Δεν μπορείς να αγαπήσεις την άγρια φύση, την άγρια φύση πρέπει να τη σεβαστείς, να της επιτρέψει ο άνθρωπος την απομόνωση.

 

 

 

- Παραμύθια, παρομοιώσεις, λαϊκή κουλτούρα, πολιτικά και πολιτιστικά δείγματα ενοχοποίησης του λύκου. Πόση αδικία εμπεριέχεται στην ανθρώπινη αντίληψη για το ζώο αυτό;

Αδικία θα ήταν, αν μπορούσε η άλλη πλευρά –ο λύκος, δηλαδή–  να ισορροπήσει κάπως όλη αυτή την «υποχρέωση» του ανθρώπου να τον παραμορφώνει· αν μπορούσε, με άλλα λόγια, να μιλήσει τη γλώσσα των ανθρώπων. Να πει στον ποιητή ότι δεν είναι το σκοτεινό Εγώ του, στον ιστορικό ότι δεν έχει καμία σχέση με τους Ναζί, στο χωριό ότι δεν είναι το φονικό, στον παραμυθά ότι δεν του αρέσουν τα παντελονάκια κι ούτε να κάθεται οκλαδόν, στην Εκκλησία ότι το άγριο δεν είναι δαιμονικό, στον τεχνοκράτη ότι δεν είναι αντικείμενο… Αν δεν συνέβαινε τίποτα παρόλα αυτά, αν μιλούσε και δεν τον άκουγαν, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αδικία. Εδώ έχουμε μία απλωμένη [άφατη] ζωοκτονία –είτε συνέβη, είτε ακόμη δεν έχει συμβεί, ξέρουμε όμως ότι θα συμβεί. Εδώ έχουμε το απαράδεκτο που γίνεται νόμος και κανόνας. Την απεμπόληση του φυσικού –νοηματικά, οντολογικά, πραγματικά. Το ότι δεν ξέρουμε να συνυπάρχουμε με τη φύση, ούτε μέσα στα κείμενά μας. Δεν επιτρέπουμε στον λύκο να είναι ζώο. Ο λύκος δεν θέλει τίποτα άλλο από το να υπάρχει. Κι εμείς δεν του επιτρέπουμε να υπάρχει.

 



-          Τί προσπαθήσατε να αλλάξετε στην αντιμετώπιση του λύκου με το βιβλίο σας;

Επί της ουσίας, το βιβλίο αφορά πρωτίστως τον συγγραφέα και δευτερευόντως τον λύκο (από την άποψη ότι δεν είναι ένα βιβλίο βιολογίας ή ένα βιβλίο φυσικής ιστορίας). Στη μία πλευρά του τίτλου έχει τη λέξη «λύκος» στην άλλη πλευρά έχει τη λέξη «εγώ»· στο ενδιάμεσο έχει την ιστορία, τη διαιώνιση των στερεοτύπων, τις αναπαραστάσεις του μη ανθρώπινου, μέχρι τις μέρες μας. Γιατί η εγγράμματη κουλτούρα εκτός από το ότι οργανώνει τη σκέψη, μορφώνει τις πεποιθήσεις, μεταφέρει και επηρεάζει τις πράξεις και τις σκέψεις των άλλων, μπορεί να καταστρέψει, να σκοτώσει, επίσης. Θα ‘θελα ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο να αναρωτηθεί για το πόσο άκαρπος και παραμορφωτικός είναι ο βιότοπος της λογοτεχνίας. Γιατί για να αλλάξει η αντιμετώπιση του ανθρώπου απέναντι στον λύκο (και τη φύση γενικότερα), πρέπει να αλλάξουν πρώτα οι δομές που δημιουργούν το νόημα που δίνουμε και πρόκειται να δώσουμε στα γεγονότα της Ζωής.   



Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ - Δουλειές του ποδαριού

 


Τα βρήκα όλα μέσα στο κόκκινο το χαρτονόμισμα

διπλωμένο απ’άκρη σ’άκρη       στο πλάι της

είχε φαίνεται κακοποιηθεί μέσα στις τσέπες της

μύριζε ασθένεια εργαζομένου

βενζοδιαζεπίνη

το dna της

και ελαφρύς πυρετός

ποτέ δεν αντιλήφθηκα τους 0,01 °C

κάτω από τον αριθμό               ένα ικανό σημείο πήξης

η σοβαρότατη όμως κατάσταση

ήταν

το σημείωμα με την καταβολή ίσων τοκοχρεολυτικών δόσεων

και τις πρόσθετες δαπάνες

τι θα φάνε τα παιδιά το επόμενο μεσημέρι

και το ποσό που χρωστά στον ενοικιαστή για το μήνα Νοέμβρη

μου είχε κάνει κι ένα πρόχειρο πλάνο

προς διευκόλυνση μου

μα στο μέσον αυτού το μόνο που υπήρχε

ήταν ένα μακρουλό συγγνώμη


σαφώς και δεν την συγχώρεσα

το χαρτονόμισμα αυτό απεδείχθη πολύ ανεπαρκές

έφτασε ίσα- ίσα

για μία μπαγκέτα γαλλική

και μήλα Τζόνα





 (από τα Ασυμμάζευτα, 4 Δεκεμβρίου 2015)     


                             

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Δύο ποιήματα για το Φθινόπωρο

 




ΘΕΑΜΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

 

 

ξεκίνησαν τα πουλιά χτικιάρικα το κάλεσμα τους

τα αργά

αργά τα

βαριά ξασπρισμένα μεσημέρια

και ο κόσμος απλωμένος στα καλώδια

αργεί

να ισορροπήσει πάνω από το κεφάλι

θυμίζει

τη χωριάτικη μουριά που όλο γέρνει

κι από τη μουριά     

την αναιμική ταράτσα στο μπαλκόνι

φτηνό κράμα  απογευμάτων

φαίνεται

ξεκίνησαν  οι

μυροβλύτες απλωμένοι στα καλώδια

παράφωνα ακούγονται μέσα στην πόλη

πάντοτε

παράφορα σωριάζονται 

μ’ένα γδούπο στο τσιμέντο

τόσα φτερά πάνω στα καλώδια    ατακτοποίητα

πάντοτε

παράπονο τα έχω



~ * ~ 




ΕΙΧΑΝ ΚΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΒΕΡΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ

 

 

τα πουλιά θυμάμαι Οκτώβρης περίπου θυμάμαι οξιές

αντιαεροπορικά

ανάστροφα ψαχ’τά  ανοιγμένα βροχή  φτεροκαρφωμένα 

παντού παντού

καλαμιές σαν κοχλίες κάποιο απ’όλα  φοράει το γκρεμό του

και κρέμεται

πέφτει ο χρόνος στάζει σπουργίτες τα μεγάλα βράδια

ξυλοκόποι 

κι είναι μαύρο παιχνίδι τούτες οι κράμπες πουλιών

λέω δεν είναι

κι ό,τι τσιρίζει στις συκιές ασημένια κόκκινα

με κοιτάνε

σκέλεθρα δυο κοκκινολαίμης στρόβιλος τρέμει

σκισμένος

κι ένας πελώριος γκιώνης χορταριασμένος κοιτάει

κοιτιόνται 

να το νιώθω το’να στ’άλλο φυσάει κοινόχρηστη λύπη

εκτεθειμένου



Από τη συλλογή Άγια Νήπια (2019), εκδ. Άπαρσις



Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ - Λύκε λύκε είσαι εγώ; [απόσπασμα]

 


[...]

Όσο κι αν αντιστραφούν οι κοκκινοσκουφίτσες, όσο και αν αναζητηθούν οι συμβολικοί συσχετισμοί γυναικότητας και λύκωσης, το κείμενο δεν παύει να παραπέμπει σε μία αποκλειστικά ανθρώπινη αρένα σημασιοδότησης. Ή όπως πολύ καλύτερα το λέει ο Christopher Manes: κάποτε μιλούσε η φύση· τώρα μιλάνε μόνο τα κείμενα.[1]

Η συνείδηση πηγάζει από τη φυσική εμπειρία, από την αισθητηριακή μας συμμετοχή στην υλική ροή της ύπαρξης. Το ίδιο ισχύει και για το πρωταρχικό σημάδι της ανθρώπινης συνείδησης: τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά αντηχεί μονίμως το ποιος, το πού, το πότε. Ο γραπτός λόγος, ωστόσο, επέδρασε καθοριστικά στην τάση να εξαλειφθεί η σχέση σύνδεσης μεταξύ εαυτού και περιβάλλοντος· η αυθαίρετη φύση του σημαίνοντος δεν έχει καμία εγγενή σχέση με το σημαινόμενο –η λέξη «πέτρα», ούτε ακούγεται, ούτε μοιάζει με πέτρα.[2]

Η Αυστραλή οικοφιλόσοφος και οικοφεμινίστρια Val Plamwood υποστηρίζει και αυτή ότι η ρίζα της ρατσιστικής, σεξιστικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής συμπεριφοράς εντοπίζεται στην άκρατη και δίχως όρια κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ο οικολογικός ανιμαλισμός (ecological animalism) που παρουσιάστηκε στα γραπτά της, παρουσιάζεται ως το μόνο εργαλείο για να διαταραχθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας.[3] Ο οικολογικός ανιμαλισμός της Plamwood ενθαρρύνει τη διαλογική ηθική της κοινής χρήσης και αναλαμβάνει την επαναξιολόγηση της ανθρώπινης ταυτότητας και την ένταξη της στη ζωικό και οικολογικό πεδίο.[4] Συμφωνώντας στο μεγαλύτερο μέρος με την άποψη της Plamwood, που διατείνεται ότι η κουλτούρα του Πρώτου Κόσμου έχει συντηρήσει τον δυϊσμό ανθρώπου / φύσης, με τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στον πολιτισμό και την ίδια στιγμή εκτός φύσης, θα έλεγα ότι άνθρωπος δεν είναι η εξημερωμένη πλευρά της φύσης, αλλά το ζαβλακωμένο υποκείμενο – το πάντοτε στερημένο και εξαρτημένο από άλλους για την επιβίωσή του. Το εκτός φύσης στον άνθρωπο, σημαίνει ξεφορτώνομαι οτιδήποτε ζωικό από το άμεσο περιβάλλον μου (κρατάω όσους σκύλους, γάτες κτό μου επιτρέπει το καταστατικό της πολυκατοικίας και τους δίνω παιδικά χαρακτηριστικά), γίνομαι ξέχωρος από αυτό [το ζωικό], ανώτερος, καθαρός, ψεκάζοντας, απολυμαίνοντας, σκοτώνοντας, βιομηχανοποιώντας.

Όπως γράφει και η Joy Williams στην Απανθρωπιά του Ανθρώπινου Ζώου (1997):

 «Η γεωργία έγινε τελικά αγροτική οικονομία. Κι έτσι τα πλάσματα που ήταν υπό την “εποπτεία” μας για πολύ καιρό, που έχουν από συνήθεια κωδικοποιηθεί για τη δική μας χρήση, που έχουν υποφέρει σε ένα κατά τ’ άλλα ειδικό, κατά τη γνώμη μας, μέρος – τα ζώα της φάρμας –ποτέ δεν φυλακίστηκαν ή σφαγιάστηκαν τόσο σκληρά και σε τέτοιους αριθμούς σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Η εντατική φάρμα σήμερα είναι ένα μεγάλο, σιχαμερό τρελοκομείο, γεμάτο με υποφέροντα ζώα που είναι κυριολεκτικά τρελά, που ψεκάζονται με παρασιτοκτόνα και παχαίνουν με ορμόνες αυξητικές, αντιβιοτικά και φάρμακα. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες ωοτόκες όρνιθες είναι κλεισμένες σε ένα ενιαίο κτίριο. (Το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας που προκαλεί ο υπερπληθυσμός είναι οικονομικά αποδεκτό· τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο από ένα μεμονωμένο κοτόπουλο)».[5]

 

Το νομαδικό υποκείμενο της Rosi Braidotti πρότεινε πολλά στη φιλοσοφική βάση της κριτικής πλουραλιστικής προσέγγισης: υπάρχει και μία δράση, μας λέει η Braidotti που δεν είναι ανθρώπινη –υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν τζάουλ μη ανθρώπινων δράσεων, δράσεις που δεν εξαρτώνται από καθορισμένα κριτήρια, όπως τα ανθρωπογενή χαρακτηριστικά και οι ενέργειες. Το νομαδικό υποκείμενο δεν είναι το σκόπιμο ον που ενεργεί από μόνο του· είναι μια μη ενιαία, πολυεπίπεδη, δυναμική και μεταβαλλόμενη οντότητα, η οποία δεν εμπίπτει στους διαχωρισμούς.[6] Στη διαχρονία του, ωστόσο, ο άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο μη ανθρώπινο κόσμο ως ο γνώστης, που έχει ολόγυρα του το μη ανθρώπινο αντικείμενο (το γνωστό) και αναπαράγει το γνωστό, που μπορεί να ονομάσει ως μη ηθικό –κάτι το οποίο το κάνει με όποιον/ όποια/ ό,τι δεν θεωρεί ίσο του. Συνεπώς, η νομαδική υποκειμενικότητα είναι σημαντική στο ότι διαταράσσει και αντιπαρατίθεται στις καταστάσεις εκείνες όπου το ζώο ως ο Άλλος, θεωρείται αναμφισβήτητο αντι-κείμενο ανθρώπινης χρήσης. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, θα πρέπει να επιστρέψουμε στην έννοια της φύσης από τον άνθρωπο που έχει υπογραμμίσει ο Neil Evernden, τη φύση ως αντικείμενο. Η ιδέα της φύσης ως αντικειμένου αντανακλά μία φύση-αποθήκη πόρων, μία φύση γυμνών οστών χωρίς υποκειμενικότητα και μηδενικές προσωπικές μεταβλητές: απλώς πράγματα.[7] Υποκειμενικότητα έχουν μόνο τα μεμονωμένα ζώα, που ο άνθρωπος τους δίνει όνομα και παιδικά (ως  επί το πλείστον) χαρακτηριστικά. Η άγρια ζωή δεν εξατομικεύεται, αλλά καθίσταται νομαδικό θέμα που μπορεί να αμφισβητήσει, σύμφωνα με την Braidotti, τις κυρίαρχες αρσενικές και πατριαρχικές δομές. Η νομαδική υποκειμενικότητα της Braidotti είναι ανοικτή σε μη ανθρώπινες μειονότητες και συνδέεται με τις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις στην καθημερινή ζωή. Με λίγα λόγια, η Braidotti μας λέει ότι η υποκειμενικότητα δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπινων όντων και το διαφορετικό περιβάλλον σημαίνει (ως πολιτική της τοποθεσίας) αντίσταση και ως εκ τούτου τα νομαδικά υποκείμενα είναι πάντα ενσωματωμένα στο περιβάλλον που κατοικούν· σε μια νομαδική προοπτική, η διαδικασία της υποκειμενικότητας ξεκινά από το σώμα και όχι από αφηρημένες παραδοχές και αξίες.[8]

Ποια άλλη αξία έχει η φύση, εκτός από το να θεωρείται ως ένας πόρος που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά και ως ένας τόπος βιοφυσικά περιοριστικός που δίνει δυνατότητες μόνο στα άλλα μη ανθρώπινα ζώα; Ακόμη και έργα οικολογικού περιεχομένου προσπαθούν να πείσουν τον άνθρωπο να μην κάνει κακό στη φύση, με μοναδικό επιχείρημα ότι η φύση είναι το σπίτι του ανθρώπου· μας κάνει καλό να έχουμε υγιή, καθαρά ποτάμια· η καταστροφή των δασών θα είναι καταστροφή για το μέλλον του ανθρώπου κοκ. Η άρνηση του ανθρώπου να ενσωματωθεί οικολογικά εντοπίζεται όχι μόνο στην αδιάκοπη καταστροφή και πρόθεση να μειώνει τη δράση και τη ζωή των άλλων της γης, αλλά και να παρερμηνεύει τη ζωικότητά του, να απαντάει ότι δεν τη χρειάζεται. Σαν να μην ανήκει ο άνθρωπος μέσα στη φύση. Σαν να πρέπει σταθερά και ακούραστα να την αλλοιώνει για να μπορέσει να χωρέσει μέσα της. Ή όπως λέει η Estes:

Κάθε πλάσμα επιστρέφει στο σπίτι του. Κατασκευάζουμε καταφύγιο άγριας ζωής για την ίβιδα, τον πελεκάνο, τον ερωδιό, τον λύκο, τον γερανό, το ελάφι, την άλκη, το ποντίκι, την αρκούδα, αλλά όχι για τον εαυτό μας. […] Διαμαρτυρόμαστε έντονα για το ότι η φυσική επικράτεια πολλών ειδών απειλείται περιστοιχισμένη από πόλεις, ράντσα, αυτοκινητόδρομους, θορύβους και άλλες παραφωνίες, αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι κι ο εαυτός μας είναι περικυκλωμένος από τα ίδια ακριβώς πράγματα, επηρεαζόμαστε κι εμείς από αυτά. […]

Έχουμε συνηθίσει να ισοφαρίζουμε την απώλεια μιας ήρεμης διαβίωσης με ολιγοήμερα ταξιδάκια ή με διακοπές διαρκείας, που υποτίθεται ότι μας δίνουν χαρά –αλλά συχνά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Προσπαθούμε να ανακουφιστούμε από την κακοφωνία που καθημερινά βιώνουμε περικόπτοντας ό,τι προκαλεί ένταση στους δελτοειδείς και τραπεζοειδείς μυς μας και τους μετατρέπει σε οδυνηρούς κόμπους. Όλα αυτά λειτουργούν και είναι μια χαρά, αλλά οι διακοπές δεν παρέχουν καταφύγιο στην ψυχή του καθενός μας. Το «διάλειμμα» ή η «άδεια» δεν είναι το ίδιο με την επιστροφή στο σπίτι. Η ησυχία δεν είναι το ίδιο με την εκούσια απομόνωση.[9]

 

 Ο λύκος επιστρέφει στο σπίτι του. Βέβαια, σ’ ένα σπίτι αποψιλωμένο, τοξικό, με εγκαταλελειμμένα κτίρια, τανκς, σκηνικά πολέμου, βιομηχανίες, άρρωστη χλωρίδα και αβέβαιη πανίδα. Ο άνθρωπος μέσα σε αυτή τη δεκαετία, και πολύ περισσότερο στις επόμενες, θα δει τον λύκο έξω από τα βιβλία και μακριά από το φαντασιακό. Σιγά – σιγά θα σταματήσουμε να μιλάμε για τον φανταστικό λύκο και θα αρχίσουμε να γράφουμε για τον πραγματικό. 



[...]



Λύκε, λύκε είσαι εγώ; σελ. 148-152, εκδ.  Κυαναυγή




[1] Manes, C., 1992. Nature and Silence, Environmental Ethics 14 (4) σσ. 339-350.

[2] Abram, D., 1997. The Spell of the Sensuous: Perception and Language in a More-than-Human World, Vintage Books [pdf] https://projects.iq.harvard.edu/files/retreat/files/abram_the_spell_of_the_sensuous_perception.pdf.

[3] Plamwood, W., 2012. Animals and Ecology : Towards a Better Integration, in: The Eye of the crocodile, Australian National University E Press [pdf] https://library.oapen.org/bitstream/id/d319b28d-eceb-43ed-a4e0-70d3902a7147/459882.pdf.

[4] Η Plamwood απέρριπτε στα κείμενά της τον οντολογικό βιγκανισμό (ontological veganism) ως υπόκωφα ανθρωποκεντρικό, με πολλά προσωπικά στοιχεία, καταπιεσμένες και καταπιεστικές μορφές ατομικής δράσης, που στο τέλος το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος όχι μόνο είναι ξέχωρος από τη φύση, αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την ανθρώπινη υπόσταση και τα προνόμιά της, με συνέπεια να παραμένει μέσα στο σύστημα του δυϊσμού ανθρώπου/ φύσης και ως εκ τούτου να συντηρεί την άρνηση εμπόδισης του κυρίαρχου πολιτισμού να αναγνωρίσει την οικολογική του ενσωμάτωση και να τον θέτει σε ολοένα και περισσότερο οικολογικό κίνδυνο (Plumwood, σσ. 80-87).

[5] Ό.π., σ.77.

[6] Braidotti, R., 2014. Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωματότητα και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, μτφ, Αγγελική Σηφάκη, Ουρανία Τσιακάλου, εκδ. Νήσος.

[7] Evernden, N., 1988. “Nature Industrial Society.” In: Cultural Politics in Contemporary America, edited by S. Jhally and I. Angus, 151–164. New York: Routledge, Chapman and Hall.

[8] Nicklas, L., Öhman, J. 2018. A posthuman approach to human-animal relationships: advocating critical pluralism. Environmental Education Research, 25 (8) σσ. 1200-1215.

[9] Estes, σ. 346.