Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζακ Κέρουακ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζακ Κέρουακ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

Γράμμα του Τζακ Κέρουακ προς τον Άλεν Γκίνσμπεργκ (1952)

 


Γραμμένο σε ένα μοναδικό scroll, μέσα σε τρεις βδομάδες (με μπόλικη επιμέλεια μετά), το ‘Στο Δρόμο’ του Τζακ Κέρουακ, μπορεί να γράφτηκε το 1951, αλλά έκανε έξι χρόνια για να βρει τον δρόμο του προς την έκδοση. Στο μεσοδιάστημα –αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του– ο Κέρουακ στέλνει προς τον Γκίνσμπεργκ ένα γράμμα απελπισίας, οργής και αρσενικής ματαίωσης. Ίσως να μην έχει τόση σημασία τι λέει, αλλά σε ποιον τα λέει και κυρίως το ότι έχει έναν άνθρωπο τόσο κοντά του που του δίνει το «ελεύθερο» να εκφράσει με τέτοιον άμεσο, μεθυσμένο τρόπο την οργή του. Αρκετά συχνά, ο Κέρουακ υπό την επήρεια του αλκοόλ επιτίθονταν σε όσους ένιωθε ότι τον έχουν προδώσει ή του έχουν φερθεί άσχημα. Η σχέση του Κέρουακ με τον Γκίνσμπεργκ αρχίζει σοβαρά να φθίνει κυρίως τη δεκαετία του ’60, που η Αμερική μπαίνει σε μία κρίσιμη πολιτικά καμπή· ο Γκίνσμπεργκ έλεγε για τον Κέρουακ ότι «ο Τζακ Κέρουακ πρόσφερε την καρδιά του στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέρριψαν την καρδιά του», ερμηνεύοντας έτσι κυρίως πολιτικά την κόντρα τους, ενώ για τον Κέρουακ ήταν προσωπικό. Πίστευε ότι ο Γκίνσμπεργκ αντιπροσωπεύει ό,τι δ ε ν ήταν το μπιτ κίνημα («Δεν είναι και τόσο ενδιαφέρων για μένα. Δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλάει»), μέχρι που άρχισε να απορρίπτει και το μπιτ κίνημα και οτιδήποτε δεν ήταν, δεν έμοιαζε, δεν σκεφτόταν, δεν πόναγε σαν τον Τζακ Κέρουακ. Βέβαια, χρόνια μετά ο ίδιος ο Κέρουακ θα πει στον Λόρενς Φερλινγκέτι: «Κάποια μέρα το βιβλίο ‘Οι Επιστολές του Άλεν Γκίνσμπεργκ προς τον Τζακ Κέρουακ’ θα κάνει την Αμερική να κλάψει».

Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να εντοπίσω στον πυρήνα της σχέσης του Κέρουακ με τον Γκίνσμπεργκ, αυτό δεν είναι ούτε η ζήλεια, ούτε η παραμέληση, ούτε η Νέα Υόρκη, ούτε η επιτυχία, ούτε η ομοφυλοφιλία, ούτε το ποδόσφαιρο. Είναι η δυσφορία στο μονοδιάστατο· αναπάντητο από και προς.

 

~ * ~ 


Στον Άλεν Γκίνσμπερκ

3 Οκτωβρίου 1952

Νέα Υόρκη

 

Θέλω να ενημερώσω εσένα και τους υπόλοιπους την γνώμη μου για σένα. Μπορείς να μου πεις, παραδείγματος χάρη, γιατί, μ’ όλη αυτή τη συζήτηση για το στυλ των βιβλίων τσέπης και τη νέα τάση να γράφουν για τα ναρκωτικά και το σεξ, το βιβλίο μου On The Road που έγραψα το 951 δεν δημοσιεύτηκε ποτέ; Γιατί εξέδωσαν το βιβλίο του Χολμς που είναι απαίσιο και δεν εκδίδουν το δικό μου επειδή δεν είναι τόσο καλό όσο μερικά από αυτά που έχω γράψει; Αυτή είναι η μοίρα ενός ηλίθιου που δεν μπορεί να χειριστεί τις υποθέσεις του ή είναι η γενική βρωμιά της Νέας Υόρκης; Και εσύ, που σε θεωρούσα φίλο μου, μου λες κοιτώντας με τα μάτια ότι το On The Road που έγραψα στον Νιλ είναι «ατελές», λες και ό,τι έχεις γράψει εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν τέλειο… και δεν λες κουβέντα γι’ αυτό…

Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω πόσο ζηλεύεις εσύ και ο Χολμς και ο Σόλομον θα δίνατε το δεξί σας χέρι για να μπορέσετε να γράψετε κάτι σαν το On The Road… Και δεν έχω άλλη εναλλακτική λύση από το να γράφω ανόητες επιστολές σαν αυτή, ενώ αν ήσασταν άνδρες θα μπορούσα τουλάχιστον να έχω την ικανοποίηση να σας πλακώσω στο ξύλο όλους… πολλά γυαλιά μυωπίας πρέπει να βγουν.

Είστε όλοι ίδιοι, φτηνοί και τιποτένιοι, πάντα ήσασταν και δεν ξέρω γιατί σας άκουγα και έκανα παρέα μαζί σας – σπατάλησα 15 χρόνια από τη ζωή μου μέσα στη βρωμιά της Νέας Υόρκης, από τους Εβραίους εκατομμυριούχους του Χόρας Μαν που με ικέτευαν για το ποδόσφαιρο και τώρα διστάζουν να με συστήσουν στις γυναίκες τους, μέχρι τους όμοιους σου… ποιητές, ναι, καλά… απόμακρες μικροσκοπικές παραλλαγές του ίδιου ύφους… βαριά διακοσμημένες αποδεκτές (μικρά γράμματα στο μέσον της καλοτακτοποιημένης σελίδας του βιβλίου ποίησης) σελίδες… Όχι μόνο με στενοχώρησες με τη δήλωσή σου ότι δεν υπάρχει τίποτα στο On The Road που να μην το ήξερες ήδη (το οποίο είναι ψέμα επειδή με μια ματιά μπορώ να καταλάβω ότι ποτέ δεν ήξερες και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια για κάτι τόσο απλό όσο η δουλειά του Νιλ και το τι κάνει) – και ο Σόλομον, παριστάνοντας τον ενδιαφερόμενο άγιο, ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει τα συμβόλαια, ενώ σε 10 χρόνια θα είμαι τυχερός αν έχω το δικαίωμα να κοιτάζω μέσα από το παράθυρό του την παραμονή των Χριστουγέννων… θα είναι τόσο πλούσιος και χοντρός και τόσο απορροφημένος από τον τρόμο των άλλων ανθρώπων μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού μετά από μια γεμάτη ικανοποιητική ρουφηξιά… Όλοι τους παράσιτα σαν εσένα, ακριβώς όπως είπε ο Έντι. Και τώρα ακόμη και ο Τζον Χολμς, που όπως όλοι ξέρουν ζει σε απόλυτη παραίσθηση σχετικά με τα πάντα, γράφει για πράγματα που δεν γνωρίζει, και μάλιστα με εχθρικότητα (εκδηλώνεται στα τριχωτά κοκκαλιάρικα πόδια του Στόφσκι και την «ιδιότροπη» αρετή του Πάστερνακ, ζηλεύοντας όταν η ίδια του η γυναίκα φλερτάρει, εγώ δεν προκάλεσα την προσοχή της Μαριάν… πραγματικά είναι ιδιοτροπία, φαντάζομαι ότι οποιοσδήποτε περπατάει κανονικά θα κοιτούσε παράξενα κάποιον θηλυπρεπή όπως εκείνος ) – και η μυρωδιά της δουλειάς του είναι η μυρωδιά του θανάτου… Όλοι γνωρίζουν ότι δεν έχει ταλέντο… και έτσι τι δικαίωμα έχει αυτός, που δεν γνωρίζει τίποτα, να κρίνει το βιβλίο μου. – Δεν έχει το δικαίωμα ούτε να μείνει σιωπηλός γι’ αυτό – το βιβλίο είναι για πέταμα και το δικό σου είναι απλά μέτριο και το γνωρίζετε όλοι, και το βιβλίο μου είναι υπέροχο και δεν θα εκδοθεί ποτέ. Προσέξτε να μην με συναντήσετε ποτέ στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Προσέξτε επίσης να μην αναφερθείτε στο πού βρίσκομαι. Θα έρθω στην Νέα Υόρκη και θα μάθω ποιος μίλησε. Είστε όλοι ένα μάτσο από ασήμαντους λογοτεχνικούς εγωιστές… και δεν μπορείτε να φύγετε από την Νέα Υόρκη, είστε τόσο άχρηστοι… Ακόμη και ο Κόρσο με τα άρματα του Τάνχουζερ να πατούν όλους τους άλλους έχει ήδη αρχίσει να συνέρχεται… Πες του να φύγει…. πες του να βρει μόνος του τον δικό του τάφο… Η καρδιά μου αιμορραγεί κάθε φορά που κοιτάζω το On The Road… το βλέπω τώρα, γιατί είναι υπέροχο και γιατί το μισείτε και τι είναι ο κόσμος … ειδικότερα τι είσαι εσύ, Άλεν Γκίνσμπεργκ… ένας άπιστος, γεμάτος μίσος, τα χαχανητά σου δεν με ξεγελούν, βλέπω το γρύλλισμα σου κάτω από αυτά… Προχώρησε και κάνε ό,τι θέλεις, θέλω να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου… Σίγουρα δεν θα βρω ποτέ γαλήνη αν δεν ξεπλύνω τα χέρια μου από την βρωμιά της Νέας Υόρκης και όλα όσα αντιπροσωπεύετε εσύ και η πόλη… Και όλοι το γνωρίζουν.

…Και ο Τσέις το γνώριζε πριν από πολύ καιρό… και αυτό επειδή ήταν γέρος από την αρχή… Και τώρα είμαι εγώ γέρος… Καταλαβαίνω ότι δεν σας αρέσω πια, βρωμοαδερφές… Πηγαίνετε να πάρετε πίπες στους διάφορους Κόρσο…

Ελπίζω να σου χώσει ένα μαχαίρι… Συνεχίστε να μισείτε ο ένας τον άλλο και να περιφρονείτε και να ζηλεύετε και…

Ολόκληρη η ιστορία μου στην Νέα Υόρκη είναι ένα μακρύ σχεδόν χιουμοριστικό χρονικό ενός πραγματικά ανόητου που παραπλανήθηκε από χοντρά γουρούνια… Καταλαβαίνω το αστείο… και γελάω ακριβώς όσο και εσείς… Αλλά από εδώ και πέρα δεν αστειεύομαι… Εξαιτίας ανθρώπων σαν εσένα και τον Ζιρό… ακόμη και με τον G. μ’ εμπόδισες να βγάλω λεφτά επειδή σε μισούσε… και ήρθε μαζί με  τον Νιλ εκείνο το βράδυ και ο Νιλ ήθελε να κλέψει ένα βιβλίο από το γραφείο, φυσικά, τι θα έλεγες και εσύ αν πήγαινα στο δικό σου NORC και έκλεβα πράγματα και μετά τα γελοιοποιούσα… και ο Λουσιέν με το σκατένιο μικρό εγωισμό του πρώτα να προσπαθεί να με κάνει να κλάψω για τη Σάρα και μετά να μου λέει ότι θα ήταν εξαιρετικά εύκολο να την ξεχάσω…

Πρέπει να ξέρει τώρα πια αν δεν έχει χαζέψει εντελώς από το ποτό ότι το ίδιο ισχύει για όλους… πόσο εύκολα μπορούν να εξαφανιστούν… και να ξεχαστούν εντελώς… και να σχηματίσουν ένα μαύρο σημάδι διαφθοράς μέσα στη βρωμιά… λοιπόν εντάξει. Και όλοι σας, ακόμη και η Σάρα, δεν με νοιάζει πια ποιος θα διαβάσει αυτήν την παρανοϊκή επιστολή… όλοι σας μ’ εγκαταλείψατε… με εξαίρεση τον Τόνυ Μανότσιο και μερικούς άλλους αγγέλους… και έτσι σας λέω, μην μου ξαναμιλήσετε ποτέ και μη προσπαθήσετε να μου γράψετε ή να έρθετε σε επαφή μαζί μου… εξάλλου πιθανόν να μην με ξαναδείτε ποτέ… και είναι καλό… έχει έρθει ο καιρός για όλους εσάς τους επιπόλαιους ανόητους να συνειδητοποιήσετε ότι το θέμα της ποίησης είναι… ο θάνατος… έτσι πεθάνετε… και πεθάνετε σαν άνδρες… και βουλώστε το… και πάνω απ’ όλα… αφήστε με ήσυχο… και μην με ξανασκοτίσετε ξανά.

Τζακ Κέρουακ

 

(Τζακ Κέρουακ. Πέντε επιστολές, επιμ. Νίκης Παλαιολόγου, Ανατολικός, τεύχος Απρίλιος - Ιούνιος 1997, σσ. 52-54.)



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Τζαζ (μέρος α'): ως μία εκ των καλών δολοφονιών





Διαβάζοντας το βιβλίο του Geoff Dyer "Κι όμως, Όμορφα...", αφού άκουσα πρώτα ένα - δύο επεισόδια του βιβλίου κάποια απογεύματα ή κάποια βράδια στο Τρίτο Πρόγραμμα και αφού ταξίδεψα για 239 σελίδες στην Νέα Υόρκη, στους δρόμους, στα κίτρινα και πράσινα φώτα, στα σκοτεινά καπέλα και τα σπασμένα γυαλιά ακριβώς εκεί που ζούνε τα σπασμένα γυαλιά, στις νότες της τρομπέτας, του σαξόφωνου, και του μπάσο, στους ρυθμούς και το πεσμένο αλκοόλ στον άνθρωπο, στάθηκα στο τέλος του βιβλίου, εκεί που ο G. Dyer αφήνει την εξαιρετική μυθιστορία του και γίνεται ένας υπομονετικός και παρατηρητικός - ένας βαθύς γνώστης των μουσικών της τζαζ, με το δοκίμιό του. Ορισμένες ενότητες τις μεταφέρω σε μέρη εδώ.  

Οι υποσημειώσεις είναι δικές μου. 




~ * ~


ΠΑΡΑΔΟΣΗ 
ΕΠΙΡΡΟΕΣ 
ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ


Στα μισά μιας μακριάς ή στα τέλη μιας σύντομης ζωής
ΓΙΟΖΕΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ



O Chet Baker φωτογραφημένος το
1986, δύο χρόνια πριν "πεθάνει"

[…] Όποιος ενδιαφέρεται για την τζαζ δεν αργεί να νιώσει απορία για τις μεγάλες απώλειες μεταξύ των μουσικών της. Ακόμη και κάποιος που δεν τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει σίγουρα ακούσει για τον Τσετ Μπέικερ, που έχει γίνει το αρχέτυπο του καταδικασμένου τζαζίστα, για την κατάρρευση του αλλοτινά καλοφτιαγμένου προσώπου του, που αποτέλεσε βολική έκφραση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ τζαζ και εθισμού στα ναρκωτικά. Φυσικά αμέτρητοι μαύροι – και μερικοί λευκοί – τζαζίστες πιο προικισμένοι από τον Τσετ έζησαν απείρως τραγικότερη ζωή [1] (αν μη τι άλλο ο Τσετ μπόρεσε να ζήσει στη σκιά του θρύλου του).




Charles Mingus / enough alcohol
 to put down an elephant...
Ουσιαστικά όλοι οι μαύροι μουσικοί υπήρξαν θύματα φυλετικών διακρίσεων και κακομεταχείρισης (ο Αρτ Μπλέικι, ο Μάιλς Ντέιβις και ο Μπαντ Πάουελ είχαν πέσει και οι τρεις θύματα άγριου ξυλοδαρμού από την αστυνομία). Αν ο Κόλμαν Χόκινς και ο Λέστερ Γιανγκ, που μεσουράνησαν τη δεκαετία του 1930, κατέληξαν αλκοολικοί, η γενιά των μουσικών που σφράγισαν την επανάσταση της μπίμποπ τη δεκαετία του 1940 και παγίωναν την ανάπτυξή της τη δεκαετία του 1950 έπεσε θύμα μιας πραγματικής επιδημίας εθισμού στην ηρωίνη. […]  Το δρόμο προς τις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων, αν και πολύ πιο δύσβατος, τον διάβηκαν επίσης αρκετοί. Ο Μονκ, ο Μίγνκους, ο Γιανγκ, ο Πάρκερ, ο Πάουελ, ο Ρόουτς – τόσες από τις κυρίαρχες μορφές του ’40 και του ’50 υπέστησαν κάποιο είδος νευρικού κλονισμού, και δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να θεωρήσει κανείς και την κλινική Μπέλβιου ένα σπίτι της σύγχρονης τζαζ εφάμιλλο με το Μπέρντλαντ.

Οι φοιτητές της λογοτεχνίας είθισται να βλέπουν στον πρόωρο θάνατο του Σέλεϊ και του Κιτς, στην ηλικία των τριάντα και των είκοσι έξι ετών αντίστοιχα, την πραγμάτωση των τραγικών όρων της ρομαντικής αγωνίας. Στον Σούμπερτ, επίσης, βλέπουμε τον χαρακτηριστικό τύπο του ρομαντικού ταλέντου, που αναλώνεται καθώς ανθίζει. Και στους τρεις, υπονοείται πως ο πρόωρος θάνατος είναι συνθήκη της δημιουργικότητας. Αισθάνθηκαν ότι ο χρόνος τέλειωνε και το ταλέντο τους έπρεπε να καρποφορήσει στη διάρκεια μερικών σύντομων χρόνων, αντί να ωριμάσει σταθερά επί τρεις δεκαετίες.

Lester Young 

Για τους τζαζίστες της εποχής της μπίμποπ, το να φτάσουν στη μέση ηλικία αρχίζει να φαντάζει σαν όνειρο μακροβιότητας. Ο Τζον Κολτρέιν πέθανε στα σαράντα. Ο Τσάρλι Πάρκερ στα τριάντα τέσσερα. Προς το τέλος της ζωής τους, και οι δύο έλεγαν ότι μουσικά δεν ήξεραν πού αλλού να πάνε. Πολλοί άλλοι πέθαναν είτε στο απόγειο των δυνατοτήτων τους ή πριν ακόμη εκφραστεί πλήρως η δυναμική του ταλέντου τους. Ο Λι Μόργκαν πέθανε στα τριάντα τρία (πυροβολήθηκε την ώρα που έπαιζει σ’ ένα κλαμπ), ο Σόνι Κρις αυτοκτόνησε στα τριάντα εννιά, ο Όσκαρ Πέτιφορντ πέθανε στα τριάντα επτά, ο Έρικ Ντόλφι στα τριάντα έξι, ο Φατς Ναβάρο στα είκοσι έξι, ο Μπούκερ Λιτλ και ο Τζίμι Μπλάντον στα είκοσι τρία[2][3]. […]

Charlie Parker 

Δεδομένου του τρόπου ζωής – αλκοόλ, ναρκωτικά, άνιση μεταχείριση, κοπιαστικά ταξίδια, εξουθενωτικά ωράρια – είναι αναμενόμενος ένας μέσος όρος ζωής μικρότερος απ’ ό,τι για κάποιον που ακολουθεί ένα πιο συντηρητικό μονοπάτι στη ζωή του. Μολαταύτα, η ζημιά που υπέστησαν οι τζαζίστες είναι τέτοια ώστε διερωτάται κανείς αν υπάρχει κάτι άλλο, κάτι στην ίδια την τέχνη, που απαιτεί ένα φριχτό τίμημα από τους δημιουργούς της. Το ότι το έργο των αφηρημένων εξπρεσιονιστών κατά κάποιον τρόπο τους ώθησε στον αυτοαφανισμό  ο Ρόθκο έκοψε τις φλέβες του πάνω στον καμβά, ο Πόλοκ έπεσε μεθυσμένος με το αυτοκίνητο πάνω σ’ ένα δέντρο  - είναι κοινός τόπος στην ιστορία της τέχνης. Στη λογοτεχνία της ίδιας περιόδου η ιδέα ότι κάποια αδυσώπητη λογική στην ποίηση της Σίλβια Πλαθ την εξώθησε στην αυτοκτονία, ή ότι η παράνοια του Ρόμπερτ Λόουελ και του Τζον Μπέριμαν αποτελούσε – για να δανειστούμε τον τίτλο της μελέτης του Τζέρεμι Ριντ πάνω στο θέμα αυτό – «το τίμημα της ποίησης», είναι και αυτή το ίδιο πειστικά οικεία. Ό,τι κι αν πιστεύουμε για τις ιδέες αυτές, ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και η «εξομολογητική» ποίηση είναι απλώς ιντερλούδια στην ευρύτερη χρονική κλίμακα της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης. Τι γίνεται τότε με την τζαζ, η οποία από τις απαρχές της μοιάζει να προκαλεί την καταστροφή όλων των μουσικών της; Ο Μπάντι Μπόλντεν, ο οποίος θεωρήθηκε ο πρώτος τζαζίστας παγκοσμίως, τρελάθηκε κατά τη διάρκεια μιας παρέλασης και πέρασε τα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του σε ψυχιατρικό άσυλο. «Ο Μπόλντεν τρελάθηκε» είπε ο Τζέλι Ρολ Μόρτον, «γιατί μαζί με τον αέρα που φυσούσε μέσ’ απ’ την τρομπέτα έβγαλε και τα μυαλά του».








Dyer, J., Κι όμως, όμορφα..., μτφ Στεφάνου Δανάη, Αθήνα: Πάπυρος, 2008, σελ. 256 - 259 






[1] Εδώ στο βιβλίο αναφέρονται τα ονόματα του Χέρμπι Νίκολς, που πέθανε στα πενήντα του χρόνια από λευχαιμία και του Τζο «Κινγκ» Όλιβερ – ο άνθρωπος που επηρέασε και δίδαξε τον Λουίς Άρμστρονγκ - που πέθανε στα πενήντα έξι τόσο φτωχός που δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την αρτηριοσκλήρωση που είχε.

[2] Μα ακόμα και οι Μπητ καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν και ως προσωπικότητες, αλλά και ως λογοτέχνες αποτυπώνοντας τους ρυθμούς της μπίμποπ στα γραπτά τους, είχαν βραχύβια ζωή: Ο Τζακ Κέρουακ ο συγγραφέας που λάτρεψε όσο κανείς άλλος την τζαζ, πέθανε (αυτοκτόνησε αργά και επίμονα) στα σαράντα επτά του από αιμορραγία στομάχου από το πολύ αλκοόλ. Ενώ ο Νιλ Κάσαντυ ο άνθρωπος – επιρροή όλη της Μπητ Γενιάς, ακούραστος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ακούραστος γενικότερα, βρέθηκε στα σαράντα ένα του τελικά νεκρός, πού αλλού; Σε σιδηροδρομικές ράγες.


[3] Να το πάω παραπέρα; Η Έμιλυ Ρέμλερ (μα υπάρχουν γυναίκες που έπαιζαν τζαζ;;;) μία κιθαρίστρια της τζαζ με την καθιερωμένη σχέση της με την ηρωίνη, πέθανε το 1990 από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία τριάντα δύο ετών.

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Jack Kerouac - Οι υποχθόνιοι [2]

                
              Μια παρέα πολύχρωμη, όπως και να έχει το πράγμα κατεβαίνοντας κάποιο δρόμο με τον Άνταμ Μούραντ ντυμένο με σμόκιν από την κορυφή μέχρι τα νύχια, το είχε δανειστεί από τον Σαμ χτες βράδυ για να μπορέσει να πάει σε κάποια πρεμιέρα με εισιτήρια δωρεάν από το γραφείο του – τραβάμε για του Ντάντε και την Μάσκα πάλι – αυτή η Μάσκα, αυτή η παλιά βαρετή μάσκα συνέχεια – στου Ντάντε όπου μέσα στην φασαρία και τον θόρυβο της κοινωνικής έξαψης και στο κουβεντολόϊ κύτταξα πολλές φορές για να πιάσω το βλέμμα της Μαρντού και να παίξουμε με τα μάτια αλλά αυτή φαινόταν να μην το θέλει, αφηρημένη, μελαγχολική – δεν μου ήταν πια αφοσιωμένη – άρρωστη από την όλη κουβέντα μας, με τον Μπρόμπεργκ να ξανάρχεται και άλλες μεγάλες συζητήσεις και εκείνον τον ειδικό βλαβερό ομαδικό ενθουσιασμό που υποτίθεται ότι αισθάνεσαι όταν σαν την Μαρτνού βρίσκεσαι με ένα αστέρι της ομάδας ή θέλω να πω έστω ένα μέλος εκείνου του αστερισμού, πόσο αηδιαστικό, κουραστικό θα πρέπει να ήταν γι’ αυτήν να είναι υποχρεωμένη να εκτιμήσει το κάθε τι που λέγαμε, να θαυμάζει ακόμα και την τελευταία εξυπνάδα από τα χείλη του ενός και μοναδικού η νεώτερη εκδήλωση του ίδιου παλιού μονότονου μυστήριου της προσωπικότητας του μεγάλου Κάτζα – φαινόταν πράγματι αηδιασμένη, και κυτάζοντας στο άπειρο.
                Έτσι αργότερα όταν μέσα στο μεθύσι μου κατάφερα να φέρω τον Πάντυ Κόρντοβαν στο τραπέζι μας και μας προσκάλεσε όλους στο σπίτι του για να πιούμε κι’ άλλο (ο συνήθως απρόσιτος κοινωνικά Πάντυ Κόρντοβαν πράγμα που οφειλόταν στην γυναίκα του που πάντα ήθελε να γυρίζει σπίτι μόνη μαζί του, ο Μπάντυ Πόντ είχε πει, «Είναι πολύ ωραίος δεν μπορώ να τον κυττάξω,» ψηλός, ξανθός βαρύς με γερά σαγόνια αργοκίνητος κάου – μπόϋ της Μοντάνα, μιλώντας αργά, κινώντας αργά τους ώμους του) η Μαρντού δεν εντυπωσιάστηκε, επειδή πάντως ήθελε να απομακρυνθεί από τον Πάντυ και από όλους τους άλλους υποχθόνιους του Ντάντε, που τους είχα ξαναενοχλήσει φωνάζοντας πάλι στον Ζυλιέν, «Ελάτε εδώ, πάμε όλοι στο πάρτυ του Πάντυ να έρθει και ο Ζυλιέν,» και μόλις το άκουσε ο Ζυλιέν πετάχτηκε πάνω και έτρεξε πίσω στον Ρος Βαλλενστάϊν και στους άλλους στο δικό τους κύκλωμα, με την σκέψη, «Θε μου αυτός ο φοβερός Πέρσπηντ με έχει ξεκουφάνει και προσπαθεί να με σύρει πάλι στα ανόητα στέκια του, εύχομαι να βρεθεί κάποιος να τον βάλει στη θέση του.» […] 

– Εγώ σέρνω την Μαρντού κάτω σε ένα ταξί για να βιαστούμε να πάμε στον Σαμ και όλη αυτή η νύχτα του άγριου κόσμου που στριφογυρίζει και αυτή με την αδύναμη φωνή της που την ακούω να διαμαρτύρεται από πολύ μακριά, «Μα Λήο, καλέ μου, θέλω να πάω σπίτι και να κοιμηθώ.» - «Ωχ, να πάρει ο διάολος.» και δίνω την διεύθυνση του Σαμ στον ταξιτζή, αυτή λέει ΌΧΙ, επιμένει, δίνει το Χέβενλυ Λέην, «Πήγαινε με πρώτα εκεί και πήγαινε μετά στον Σαμ» αλλά είμαι στ’ αλήθεια σοβαρά δεσμευμένος από το γεγονός ότι αν την πάω πρώτα στο Χέβενλυ Λέην τι ταξί δεν θα τα καταφέρει ποτέ να φτάσει στο μπαρ που περιμένει ο Σαμ προτού κλείσει, έτσι μαλώνω, φωνάζουμε ανακατωμένα διαφορετικές διευθύνσεις στον ταξιτζή που περιμένει όπως γίνεται στον κινηματογράφο, αλλά ξαφνικά, με εκείνην την κόκκινη φλόγα την ίδια κόκκινη φλόγα (λόγω έλειψης μιας καλύτερης εικόνας) πετάγομαι από το ταξί και βγαίνω έξω και να ένα άλλο, πηδάω μέσα, δίνω τη διεύθυνση του Σαμ και βάζει μπρος για να με πάει – η Μαρντού αφημένη μέσα στην νύχτα, μέσα σ’ ένα ταξί, άρρωστη, και κουρασμένη, και εγώ σκοπεύοντας να πληρώσω το δεύτερο ταξί με το δολλάριο που εμπιστεύτηκε στον Άνταμ για να της πάρει ένα σάντουιτς αλλά μέσα στην αναστάτωση ξεχάστηκε και το έδωσε σε μένα για της το επιστρέψω – φτωχή Μαρντού γυρνάει μόνη στο σπίτι, πάλι, και ο μανιακός μεθύστακας έχει φύγει.
                Λοιπόν, σκέφτομαι, αυτό είναι το τέλος – τελικά μπόρεσα να κάνω αυτό το βήμα και μα τον θεό την πλήρωσα καλά γιαυτά που μου έχει κάνει – έπρεπε να γίνει και αυτό είναι – πλοπ.

Δεν είναι καλά να ξέρεις τον χειμώνα που έρχεται
και πως η ζωή θα γίνει λίγο
πιο ήσυχη – και θα είσαι σπίτι
γράφοντας και τρώγοντας καλά και θα
περνάμε ευχάριστες νύχτες αγκαλιασμένοι
ο ένας με τον άλλον – και είσαι σπίτι
τώρα, ξεκούραστος και τρώγοντας καλά γιατί
δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ – και νοιώθω
καλύτερα όταν ξέρω πως είσαι καλά.

και

Γράψε μου ότι νάναι,
Σε παρακαλώ να είσαι καλά

Η Φλίλη σου

Και με την αγάπη μου

Και   Ω

Και με     Αγάπη για Σένα
ΜΑΡΝΤΟΥ


Σε παρακαλώ


Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Jack Kerouac - Οι Υποχθόνιοι [1]

Μέσα από τους Υποχθόνιους, ο Κέρουακ μέσα από τον Λήο Πέρσπηντ- ένα νέο και αναγνωρισμένο συγγραφέα- μέσα στην περίφημη γειτονιά με την ειρωνική ονομασία, το Χέβενλυ Λέην του Σαν Φρανσίσκο, συνειδητοποιεί πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει κανείς τους υποχθόνιους ανθρώπους, δύσκολο να εκφραστεί ελεύθερα ακόμη κι ανάμεσα σε καλλιτέχνες, δύσκολο να ξυπνήσει το πρωί στο γκρίζο Σαν Φρανσίσκο ολόκληρος, δύσκολο να του επιτρέψουν η ζωή του να είναι ένας σωρός από μπύρες, διαδρομές, νύχτες και όνειρα.


Ίσως αυτό το «Δεν καταλαβαίνεις» της Μαρντού – κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου – να είναι ό,τι πιο υποχθόνιο έχει ειπωθεί ποτέ από άνθρωπο.


(Ο Άνταμ Μούραντ στους Υποχθόνιους είναι ο Α. Γκίνσμπεργκ, ο Λήο Πέρσπηντ είναι ο Τ. Κέρουακ, ο Γιούρι Γκλιγκόρικ είναι ο Γ. Κόρσο)


[...] Αχ λυπημένη Μαρντού με μικρά σκοτεινά μάτια κυτάζοντας με πόνο και περίμενε όλη νύχτα σε σκοτεινό κρεβάτι και ο σουρωμένος την κυτάει θολά και πράγματι τρέχω αμέσως κάτω για να πάρω δυο κουτιά μπύρα να συνέλθω – («Να βάλω χαλινάρι στους φοβερούς κυνηγούς κεφαλών» θα έλεγε ο Γέρο Μπαλ Μπαλούν), έτσι καθώς πλενόταν για να βγει έξω χασμουρήθηκα δυνατά και σαλτάρισα – έπεφτα για ύπνο περιμένοντάς την να γυρίσει πράγμα που έγινε αργά το απόγευμα, ξυπνώντας για να ακούσω τις φωνές των αθώων παιδιών κάτω στα στενά – η φρίκη της φρίκης, και αποφασίζοντας, «Θα γράψω αμέσως ένα γράμμα στον Λαβαλίνα», βάζοντας μέσα ένα δολλάριο και ζητώντας συγνώμη που μέθυσα τόσο πολύ και φέρθηκα με τέτοιον τρόπο ώστε να με παρεξηγήσει – η Μαρντού γυρνώντας, κανένα παράπονο, μονάχα ένα δυο λίγο αργότερα, και οι μέρες κυλώντας και περνώντας και όμως με συγχωρεί αρκετά ή είναι αρκετά ταπεινό μέσα στο ξύπνημα του άστρου μου που πράγματι σβήνει να μου γράψει, μερικές νύχτες αργότερα, αυτό το γράμμα:

Αγαπημένο μου μωρό,

Δεν είναι καλά, να ξέρεις τον χειμώνα που έρχεται-

Καθώς παραπαπονιόμασταν τόσο πολύ για τις ζέστες και τώρα οι ζέστες είχαν τελειώσει, κάτι ψυχρό κυκλοφορούσε στον αέρα, μπορούσες να το νοιώσεις στην βροχερή γκρίζα ατμόσφαιρα του Χέβενλυ Λέην και στην όψη του ουρανού και νύχτες με περισσότερη κυματιστή λάμψη στα φώτα του δρόμου. –
-Και πως η ζωή θα γίνει λίγο πιο ήσυχη – και θα είσαι σπίτι γράφοντας και
τρώγοντας καλά και θα περνάμε ευχάριστες νύχτες αγκαλιασμένοι ο ένας με τον άλλον – και είσαι σπίτι τώρα, ξεκούραστος και τρώγοντας καλά γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ. –

            Γραμμένο μετά που, μια νύχτα, στην Μάσκα μαζί της και με τον νεοφερμένο και μελλοντικό εχθρό Γιούρι στο μεταξύ κάτι σαν μικρό αδερφό είχα πει ξαφνικά «Νοιώθω απίθανα λυπημένος μου’ ρχεται να πεθάνω, τι μπορούμε να κάνουμε;» και ο Γιούρι πρότεινε «Πάρε τηλέφωνο τον Σαμ,» πράγμα που μέσα στην λύπη μου, το έκανα, και τόσο ειλικρινά, ώστε ενώ σε άλλη περίπτωση δεν θα έδινε καμιά σημασία όντας δημοσιογράφος και πετυχημένος και χωρίς καιρό για χάσιμο, μας δέχτηκε και τους τρεις μας, για να πάμε αμέσως, από την Μάσκα, στο διαμέρισμα του στο Ράσσιαν Χιλ όπου πήγαμε, εγώ μεθώντας περισσότερο παρά ποτέ, ο Σαμ όπως πάντα να μου δίνει γροθιές και να λέει «Τι κακό κι αυτό με σένα, Πέρσπηντ,» και, «Κατά βάθος είσαι ένα σάπιο πράμμα» και «Εσείς οι Κάνοκ είστε στ’ αλήθεια όλοι ίδιοι αλλά πιστεύω πως δεν θα το παραδεχτείτε μέχρι να πεθάνετε.» - Η Μαρντού παρακολουθούσε διασκεδάζοντας, πίνοντας λίγο, τελικά ο Σαμ, πέφτοντας τύφλα στο μεθύσι, αλλά όχι στ’ αλήθεια, επιθυμώντας να πιει κι’ άλλο, πάνω από ένα μικρό χαμηλό τραπέζι σκεπασμένο μια πιθαμή με σταχτοδοχεία γεμάτα μέχρι επάνω και ποτά και μικροπράγματα, μπαμ και κάτω, η γυναίκα του, με μωρό κούνιας, αναστενάζοντας- ο Γιούρι που δεν έπινε αλλά μονάχα κύταζε με κάτι μάτια σαν χάντρες, αφού μου είχε πει από την πρώτη μέσα που ήρθε, «Ξέρεις Πέρσπηντ στ’ αλήθεια μ’ αρέσεις τώρα, στ’ αλήθεια τώρα αισθάνομαι πως επικοινωνώ μαζί σου», πράγμα που θα έπρεπε να υποπτευθώ, σ’ αυτόν επειδή αποτελούσε ένα είδος κακού ενδιαφέροντος μέσα στην αθωώτητα της δραστηριότητας μου, που ήταν όλη σχετική με την Μαρντού.

            -γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ

Ήταν το μόνο γλυκό σχόλιο που η σπαρακτική Μαρντού έκανε για εκείνην την ολέθρια φοβερή νύχτα – όμοια με το παράδειγμα 2, που ακολουθεί το προηγούμενο με το Λαβαλίνα, την νύχτα, με το όμορφο σαν φαύνο αγόρι που είχε κοιμηθερί με την Νίκυ δυο χρόνια πριν μετά από ένα μεγάλο διεφθαρμένο άγριο πάρτυ που το είχα οργανώσει εγώ ο ίδιος τον καιρό που ζούσα με την Νίκυ την υπέροχη κούκλα της βρυχώμενης μυθικής νύχτας, βλέποντας το στην Μάσκα, και μαζί με τον Φρανκ Τσάρμοντυ και όλους τους άλλους, τραβώντας τον από το πουκάμισο, επιμένοντας να έρθει μαζί μας και στα άλλα μπαρ, η Μαρντού τελικά μέσα στην θολούρα και τον βρυχηθμό της νύχτας να μου φωνάζει «Ή εγώ ή αυτός που να πάρεις ο διάολος», αλλά στ’ αλήθεια δεν το έλεγε στα σοβαρά η ίδια συνήθως δεν έπινε γιατί ήταν υποχθόνια αλλά στην υπόθεση με τον Πέρσπηντ ήταν τώρα γερό ποτήρι) – έφυγε, την άκουσα να λέει «Πάει, τέρμα» αλλά ποτέ ούτε για μια στιγμή δεν το πίστεψα και δεν ήταν έτσι, αργότερα γύρισε, την είδα ξανά, τα ξαναφτιάξαμε, ήμουν για άλλη φορά το κακό παιδί και πάλι με τρόπο αλλόκοτο σαν τεκνό, αυτό με καταπίεσε και πάλι καθώς ξύπνησα στο γκρίζο Χέβενλυ Λέην πρωί – πρωί ζαλισμένος ακόμα από την μπύρα. – Αυτή είναι η ομολογία ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να πιει. – Και έτσι το γράμμα της που έλεγε:

            γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ – και νοιώθω καλύτερα όταν είσαι καλά.

Συγχωρώντας, ξεχνώντας όλην αυτήν την θλιβερή παλαβομάρα όταν το μόνο που θέλει να κάνει, «Δεν θέλω να βγαίνω έξω και να πίνω και να μεθοκοπάω με όλους τους φίλους σου και να πηγαίνω συνέχεια στου Ντάντε και να βλέπω όλους εκείνους τους Ζυλιέν και τους υπόλοιπους πάλι και πάλι, θέλω να καθόμαστε ήσυχοι στο σπίτι, να ακούμε ραδιόφωνο και να διαβάζουμε κάτι τέτοιο μωρό μου μ’ αρέσουν τα έργα, τα σινεμά στην οδό Αγοράς, στ’ αλήθεια μ’ αρέσουν.» - «Αλλά εγώ τον μισώ τον σινεμά, η ζωή έχει περισσότερο ενδιαφέρον» (άλλη μια θεωρία) – το γλυκό της γράμμα συνεχίζει:

            είμαι γεμάτη παράξενα συναισθήματα, ξαναζώντας και ξαναδίνοντας σχήμα σε πολλά παλιά πράγματα [...]





Σημείωση: η ορθογραφία έχει διατηρηθεί όπως υπάρχει στο βιβλίο Οι Υπόγειοι (1980) των εκδόσεων υπό σκέψη, μτφ: Λευκή Γιαννοπούλου




Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Τζ. Κέρουακ - Η ματαιοδοξία του Ντουλουόζ (απόσπασμα - Β' μέρος)


Ένα πράγμα ήταν σίγουρο δεν θα ’παιζα φούτμπολ μέχρι το δεύτερο έτος, το 1941. Για να σκοτώσω την ώρα μου εκείνο το χειμώνα, αθλητικογραφούσα λίγο στην εφημερίδα του πανεπιστημίου, κάλυπτα τις συνεντεύξεις των προπονητών του στίβου, έγραψα μερικές εργασίες τριμήνου για τα παιδιά του Οράτιου Μαν που δεν είχαν πάψει να ’ρχονται να με βλέπουν. Τριγύριζα με τον Μάικ Χένεσυ, όπως λέω, σ’ εκείνη τη γωνία της 115ης και της Μπρόντγουέη μπροστά από το μαγαζί με τα ζαχαρωτά και με τον Γουίλιαμ Φ. Μπάκλεϋ Τζούνιορ μερικές φορές. Κατηφόριζα τρεκλίζοντας τον ποταμό Χάντσον και καθόμουν στα παγκάκια της Ρίβερσάιντ Ντράιβ να καπνίσω κανά τσιγάρο και συλλογιζόμουν την καταχνιά στα ποτάμια· πότε πότε έπαιρνα τον υπόγειο για το Μπρούκλιν για να δω τη Γιαγιά Τι Μα, την Υβόνη και το Θείο Νικ και τα Χριστούγεννα γύρισα σπίτι χωρίς πατερίτσες, με το πόδι σχεδόν γιατρεμένο.

Συναισθηματικό μεθύσι και κρασί πορτό μπρος στο Χριστουγεννιάτικο δέ-ντρο της μητέρας με τον Τζη Ζέη που έπρεπε να τον πάω σπίτι του μες στο χιόνι της Γκέρσομ Άβενιου. Έψαξα για την Μάγκυ Κάσιντυ στην αίθουσα Χορού του Κόμοντορ, τη βρήκα, της ζήτησα να χορέψουμε, την ξαναερωτεύτηκα. Συζητήσεις σε μάκρος με το Μπαμπά στη θορυβώδη κουζίνα.
Η ζωή έχει πλάκα.

Μια ιστοριούλα για να δεις το μέγεθος: ένα βράδυ στην λέσχη της αδελφό-τητας Φι Γάμμα Δέλτα, όπου είχα θεωρηθεί «νέο μέλος» αλλά αρνιόμουν να φοράω τη μικρή μπλε κυλόττα, τους είπα τελικά να με παρατήσουν ήσυχο, επέμενα, όμως, να μου δώσουν το βαρέλι που ’ταν σχεδόν άδειο, το σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου την αυγή και σφράγισα τον πάτο… μόνος μου εντελώς σε μια νύχτα, στην εντελώς άδεια λέσχη της αδελφότητας στην114η Οδό, με εξαίρεση ίσως κανά δυο τύπους που κοιμόντουσαν επάνω, το σκοτάδι βασίλευε στο κτίριο, κάθομαι σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι της αδελφότητας και βάζω ν’ ακούσω δίσκους του Γκλεν Μίλερ στη διαπασών. Κλαίω σχεδόν. Ο Γκλεν Μίλερ κι ο Φρανκ Σινάτρα με τον Τόμυ Ντόρσεϋ. «Αυτή που Αγαπώ Ανήκει σε Άλλον» και το «Όλα Συμβαίνουν σε Μένα» ή το «Τσερόκι» του Τσάρλι Μπάρνετ. «Αυτή η αγάπη μου». Βοηθάω τον παράλυτο ή ημιπληγικό Δόκτωρα Φίλιπ Κλαιρ να διασχίσει το χώρο του πανεπιστημίου –μόλις είχαμε αρχίσει να ασχολιόμαστε με τα σταυρόλεξά του, που δημοσιεύονται στο Journal American της Νέας Υόρκης- του αρέσω γιατί είμαι Γάλλος. Ο γέρο Τζο Χάτερ μπαίνει στο δωμάτιό μου μια νύχτα με νεροποντή, με το καπέλο του σε κακά χάλια, μούσκεμα από τη βροχή, με μάτια δακρυσμένα, και λέει: «Ο Χριστός κατουράει τη γη απόψε».Στο Γουέστ Εντ ο Τζόνυ, ο Μπάρμαν κοιτάζει πάνω από τα κεφάλια μας με τα μεγάλα χέρια του στον πάγκο. Στη δανειστική βιβλιοθήκη διαβάζω το βιβλίο του Γιαν Βάλτιν Out of the Night, που διαβάζεται άνετα ακόμη και σήμερα.

Κόβω βόλτες γύρω από τη Βιβλιοθήκη Λόου ενώ μ’ απασχολούν διάφορα ερωτηματικά γύρω από τις βιβλιοθήκες, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Στο ’πα, η ζωή έχει πλάκα. Κορίτσια με γαλότσες στο χιόνι, με τα κορίτσια του Μπάρναρντ να γίνονται όλο και πιο ζουμερά σαν τα ώριμα κεράσια του Απρίλη, ποιος στο διάβολο μπορεί να διαβάσει γαλλικά βιβλία; Μια ψηλή αδερφή με πλησιάζει στο παγκάκι του Ρίβερσάιντ Παρκ. «Τσουλάει;» με ρωτάει. «Γκαζώνει», του αποκρίνομαι. Ο Τούρκος Τάτζικ, ο εντ της σχολής της επόμενης χρονιάς, κλαίει μεθυσμένος στο δωμάτιό μου και μου λέει πως μια φορά κάθισε σκυφτός σ’ ένα κεντρικό δρόμο σε μια πόλη της Πενσυλβάνια και τα ’κανε μπροστά σε όλους τους περαστικούς, κατακόκκινος από ντροπή, ρεντίκολο. Κάτι τύποι κατουράνε έξω από το Γουέστ Εντ Μπαρ, μπροστά στο πεζοδρόμιο. 

Οι «σαύρες του σαλονιού», κάτι τύποι που κάθονται νωχελικά στο σαλόνι του κοιτώνα, ξάπλα, με τα πόδια απλωμένα πάνω σε καρέκλες. Μεγάλα σημειώματα καρφιτσωμένα πάνω σε πίνακες σου λένε πού ν ’αγοράσεις πουκάμισο, να ανταλλάξεις ραδιόφωνο, πώς να πας στο Αρκάνσας, ή εν ολίγοις πώς να κόψεις το σβέρκο σου. Τα πόδια μου πάνε καλύτερα, είμαι σερβιτόρος στην τραπεζαρία του Τζον Τζέη, σερβίρω δηλαδή τον καφέ, περιφέρομαι προσπαθώντας να ισορροπήσω το δίσκο στ’ αριστερό χέρι, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον, κυρίες και κύριοι μου γνέφουν στέκομαι στ’ αριστερά τους και τους σερβίρω με τρόπο ένας τύπος μου λέει: «Το ξέρεις εκείνο το χούφταλο που μόλις τώρα του σέρβιρες καφέ; Είναι ο Τόμας Μαν». Τα πόδια μου πάνε καλύτερα, σουλατσάρω στη γέφυρα του Μπρούκλιν και θυμάμαι κείνη τη μανιασμένη χιονοθύελλα του 1936 όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών και η Μαμά μου μ’ έφερε στο Μπρούκλιν για να κάνουμε επίσκεψη στη Γιαγιά Τι Μα: είχα τις γαλότσες μου από το Λόουελ μαζί μου. «Πάω για βόλτα στη Γέφυρα του Μπρούκλιν και θα γυρίσω», είπα. «Εντάξει». Πηγαίνω στη γέφυρα μ’ έναν αέρα που λυσσομανούσε και το χιονόνερο να μου περονιάζει το κατακόκκινο πρόσωπο μου, φυσικά, ούτε ψυχή στον ορίζοντα, εκτός από έναν άνθρωπο 1 και 90 που ’ρχεται προς τη μεριά μου, με μεγάλο κορμί και μικρό κεφάλι· κατευθύνεται σκεφτικός προς το Μπρούκλιν, χωρίς να με κοιτά-ζει, με μεγάλες δρασκελιές. Ξέρεις ποιο ήταν εκείνο το χούφταλο;

[…] Έtσι πέρασα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο ως μαθητευόμενος αθλητικογράφος στην Sun του Λόουελ. Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ περήφανος. Βέβαια, κάμποσες φορές δούλεψε σαν λινοτύπης στην αίθουσα τύπου και του πήγαινα γεμάτος περηφάνια ένα από τα δακτυλογραφημένα μου άρθρα (για το μπάσκετ του Γυμνασίου του Λόουελ ας πούμε) –του το έβαζα στο καλάθι του- και ανταλλάσσαμε ένα χαμόγελο. «Μην το εγκαταλείψεις, αυτό, αγόρι μου, decouragez ons nous pas, ça va venir, ça va venir». (Σημαίνει: Ας μην χάνουμε το κουράγιο μας, θα ’ρθει, πού θα πάει, θα ’ρθει, πού θα πάει»).

Εκείνη ακριβώς την εποχή, μου ’ρθε στο μυαλό η φράση «Η Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ», που έγινε κι ο τίτλος ενός μυθιστορήματος μου που άρχιζα να γράφω στο γραφείο μου του αθλητικού ρεπόρτερ γύρω στο μεσημέρι κάθε μέρα, γιατί η δουλειά της ημέρας με απασχολούσε μόνο από τις εννιά μέχρι το μεσημέρι, έγραφα και δακτυλογραφούσα γρήγορα και μετέφερα αδιάκοπα το άρθρο μου από δω κι από κει. Το μεσημεριανό, όταν έφευγαν όλοι από την σύνταξη, και βρισκόμουν μόνος μου, έβγαζα στη ζούλα τις σελίδες του μυστικού μου μυθιστορήματος και συνέχιζα να γράφω. Το διασκέδαζα περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου το «γράψιμο», γιατί μόλις είχα ανακαλύψει τον Τζέημς Τζόυς και νόμιζα πως μπορούσα να μιμηθώ τον Οδυσσέα (ενώ στην πραγματικότητα μιμούμουν τον «Ήρωα Στίβεν» όπως ανακάλυψα αργότερα). Επρόκειτο για μια πραγματικά εφηβική αλλά ειλικρινή προσπάθεια, «με δύναμη, «πολλά υποσχόμενη», όπως τη χαρακτήρισε ο Αρτς Μακντούγκαλντ, ο μετέπειτα τοπικός πολιτιστικός μας μέντορας). 

Είχα ανακαλύψει τον Τζέημς Τζόυς, τον ελεύθερο συνειρμό, είχα ολόκληρο το μυθιστόρημα μπροστά μου. Περιέγραφα απλά τις ασήμαντες καθημερινές ασχολίες του «Μπομπ» (εγώ), του Πάτερ (ο μπαμπάς μου), κ.λπ., κ.λπ., όλων των άλλων αθλητικογράφων, όλων των κολλητών μου στο θέατρο και νυχτερινά μπαρ, όλες τις μελέτες (εκτεταμένες ομολογουμένως) που ’χα ξαναρχίσει στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Λόουελ, τα απογεύματα που περνούσα ως ασκούμενος στην ΧΕΝ, τα κορίτσια με τα οποία τα είχα, τις ταινίες που έβλεπα, τις συζητήσεις μου με τον Σάββα, τη μητέρα και την αδελφή μου, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσω όλο το Λόουελ όπως το είχε κάνει ο Τζόυς με το Δουβλίνο.

Για να πάρεις μια ιδέα, η πρώτη σελίδα άρχιζε ως εξής: «Ο Μπομπ Ντουλουόζ ξύπνησε κανονικά, έκπληκτος με τον εαυτό του, έβγαλε τα πόδια του σβέλτα έξω από τα ζεστά σεντόνια. Δύο βδομάδες τώρα, κάνω αυτή την κίνηση καθημερινά. Πώς είναι δυνατό, εγώ ένας από τους μεγαλύτερους τεμπελχανάδες του κόσμου να σηκώνομαι ένα κρύο γκρίζο πρωινό χωρίς ίχνος
«Στην κουζίνα», γρύλισε ο Πατέρας.
«Άντε κουνήσου, είναι περασμένες εννέα».
«Ο Ντουλουόζ, το τρελό καθίκι. Κάθισε στο κρεβάτι και συλλογίστηκε για λίγο. Πώς το κάνω; Τσιμπλιασμένα μάτια.
«Πρωί στην Αμερική.
«Τι ώρα περνάει ο ταχυδρόμος;» ρώτησε γρυλίζοντας ο Πατέρας.
«Γύρω στις εννιά» αποκρίθηκε ο μαλάκας ο Ντουλουόζ. Αααχ ααχ. Βρήκε τις άσπρες του κάλτσες, που δεν έχαιραν άκρας καθαριότητας, και τις φόρεσε. Τα παπούτσια θέλουν γυάλισμα. Οι παλιόκαλτσες βρέθηκαν βουτηγμένες στη σκόνη κάτω από την κομόντα· τις χρησιμοποιεί Έτριψε τα παπούτσια του όπως κάνουν οι λούστροι, με τις παλιόκαλτσες. Μετά τίναξε το παντελόνι, ντινγκ, ντίνγκ, ντινγκ. Ντινγκ, μια αλυσίδα, χρήματα και δύο κλειδιά, ένα για το σπίτι, ένα για τα αποδυτήρια των Επιχειρηματιών στη ΧΕΝ της περιοχής. Της περιοχής… αυτή η γαμημένη λέξη των εφημερίδων. Δωρεάν εγγραφή 231 δολάρια… ντους, κωπηλασία, μπάσκετ, στίβος, πισίνα , κλπ., και ραδιόφωνο. Αν είχα ασχοληθεί με την εκδοτική επιτυχία της «Χ». Αν είχα ασχοληθεί. Εκδοτική Επιτυχία. Μπομπ Ντουλουόζ, ο περιπλανώμενος ανταποκριτής, όπως τον αποκαλεί ο Σόκκο.
«Πρωί στην Αμερική».
(Και πάει λέγοντας).
Το πιάνεις;

Να πώς αρχίζουν οι συγγραφείς, αντιγράφοντας τους μεγάλους δασκάλους (χωρίς να υποφέρουν όπως αυτοί που θεωρούνται οι μεγάλοι δάσκαλοι), ώσπου να βρουν το δικό τους στιλ, και τη στιγμή που θα το βρουν παύει πια να έχει γούστο, γιατί δεν μπορείς να μιμηθείς τα βάσανα κανενός άλλου δασκάλου, μόνο τα δικά σου.
Το πιο όμορφο σε όλες εκείνες τις χειμωνιάτικες νύχτες ήταν όταν άφηνα τον πατέρα μου να ροχαλίζει στο δωμάτιό του, γλιστρούσα ανάλαφρα στην κουζίνα, άναβα το φως, έφτιαχνα μια τσαγέρα τσάι, κολλούσα τα πόδια μου στην θερμάστρα πετρελαίου, έγερνα πίσω στην κουνιστή πολυθρόνα, και διάβαζα την πλήρη έκδοση του βιβλίου του Ιώβ ως την παραμικρή λεπτομέρεια και τον Φάουστ του Γκαίτε και τον Οδυσσέα του Τζόυς, ως τα ξημερώματα. Κοιμάμαι δύο ώρες και πηγαίνω στη Sun του Λόουελ. Τελειώνω τη δουλειά της εφημερίδας το μεσημέρι, γράφω ένα κεφάλαιο από το «μυθιστόρημα». Πηγαίνω να φάω δύο χάμπουργκερ στην Κέρνυ Σκουέαρ, στο Γουάιτ Τάουερ. Πηγαίνω μέχρι τη ΧΕΝ, προπονούμαι, ρίχνω μερικές γρήγορες γροθιές στον αμμόσακο και τρέχω γρήγορα ένα τρακοσάρι στο στίβο του πάνω ορόφου. Μετά, κατευθείαν στη βιβλιοθήκη όπου διάβαζα τον Χ. Τζ. Γουέλς, κρατάω επιμελημένες σημειώσεις, ευθύς εξαρχής, από τη μεσοζωική περίοδο των ερπετών, με σκοπό να φτάσω ως τον Μέγα Αλέξανδρο πριν από την άνοιξη και να ψάξω όλες τις αναφορές του Γουέλς που με προβλημάτισαν ή μ’ ενδιέφεραν στην ενδέκατη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα, που βρισκόταν εκεί μπροστά μου στα παλιά κυκλικά ράφια. «Τη στιγμή που θα τελειώσω, θα ξέρω με κάθε λεπτομέρεια οτιδήποτε έχει συμβεί στον κόσμο». 

Έπαιρνα όρκο γι’ αυτό. Στις εννιά, η βιβλιοθήκη έκλεινε, και έφευγα εξαντλημένος απ’ αυτό το φοβερό πρόγραμμα· ο μπάρμπα Σάββας με περίμενε πάντα, θλιμμένος στην είσοδο της βιβλιοθήκης, μ’ εκείνο το μελαγχολικό χαμόγελο, έτοιμος για ένα σοκολατένιο γλυκό ή μια μπίρα, οτιδήποτε, αρκεί να μπορούσε να ανταλλάξει μαζί μου μερικές φιλοφρονήσεις.


Αυτό δεν είναι βιβλίο για τον Σάμπυ, γι’ αυτό βιάζομαι…


Τζ. Κέρουακ - Η ματαιοδοξία του Ντουλουόζ (απόσπασμα - Α' μέρος)

Εξακολουθώντας να κομπάζω, λέγοντας όμως ακόμα την αλήθεια, όλο αυτό τον καιρό έπαιρνα στο Γυμνάσιο ψηλούς βαθμούς, κυρίως επειδή μια φορά τη βδομάδα, τουλάχιστον , δεν πήγαινα στα μαθήματα, δηλαδή την έκανα κοπάνα, μόνο έτσι μπορούσα να πάω στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Λόουελ και να διαβάσω με την ησυχία μου πράγματα όπως παλιά βιβλία για το σκάκι με την ευωδία της λογιότητας, με τις παλιές βιβλιοδεσίες που με ωθούσαν να ερευνήσω κι άλλα παλιά ευωδιαστά βιβλία όπως τον Γκαίτε, τον Ουγκώ, και πάνω απ’ όλα τα αποφθέγματα του Γουίλιαμ Πεν που τα διάβαζα μόνο και μόνο για να μπορώ να λέω ότι τα διάβασα. Έτσι, όμως, μου κινήθηκε πραγματικά το ενδιαφέρον για το διάβασμα. Διάβασα προσεκτικά το Διάγραμμα της Ιστορίας του Χ.Τζ. Γουέλς, ηλίθιες αναλύσεις αυτών που ασχολούνται με την Κλασική Λογοτεχνία στο Χάρβαρντ, και απέκτησα μεγάλο δέος για τους μικρούς τυπογραφικούς χαρακτήρες πάνω σε λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο και λευκές σαν το χιόνι σελίδες σαν αυτές της Ενδέκατης Έκδο-σης της Εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα (Ency Brit XI Ed.) με τη λεπτομερή καταγραφή όλων των συμβάντων μέχρι το 1910 όπως είχαν συνοψιστεί πρόσφατα από μελετητές του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης, με πλούσια πανεπιστημιακή ορολογία, με αγάπη για τα βιβλία και τη μυρωδιά της παλιάς βιβλιοθήκης και διαβάζοντας πάντα στη ροτόντα, στο βάθος, όπου υπήρχε η προτομή του Καίσαρα κάτω από το φωτεινό ήλιο του πρωινού κι ολόκληρη η σειρά των εγκυκλοπαιδειών στα ημικυκλικά ράφια. 

Αυτό, όμως, που πραγματικά συνέβαλε στην παιδεία μου ήταν ότι, γύρω στις 11 το πρωί, σουλατσάριζα έξω από τη βιβλιοθήκη, έκοβα από τα μονοπάτια της οδού Ντάτον κοντά στην ΧΕΝ, έτσι ώστε να μη με δει κανείς από το παράθυρο και κυρίως ο δάσκαλος των Αγγλικών μου Τζο Μέηπλ, έκοβα δρόμο από τη γέφυρα του σιδηροδρόμου κοντά στο Πολυκατάστημα, από μονοπάτια που περνούσαν πάνω από γυμνές τραβέρσες, ανάμεσα από τις οποίες έβλεπες εκείνο το βαθύ κανάλι, που μέσα του έπεφταν παφλάζοντας τα χιόνια και στροβιλίζονταν πλέοντας, μετά τραβούσα για το Θέατρο Ριάλτο, στην οδό Μίντλσεξ, όπου καθόμουν και μελετούσα με κάθε λεπτομέρεια τις παλιές ταινίες της δεκαετίας του ’30. Και βέβαια, οι πιο πολλοί από μας το ’χουν κάνει αυτό, αλλά όχι πάντως όταν έχουν κάνει κοπάνα στις οκτώ και τέταρτο και έχουν μείνει στη βιβλιοθήκη μέχρι τις έντεκα διαβάζοντας με την ησυχία τους, έτσι δεν είναι;

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εκείνο τον χειμώνα ήμουν ο καλύτερος δρομέας στην ομάδα του Γυμνασίου του Λόουελ κι έβρισκα καιρό και για την πρώτη μου ερωτική ιστορία με την Μάγκυ Κάσιντυ, μια ιστορία που την κατέγραψε με λεπτομέρειες στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
Ήμουν ένα αστέρι του φούτμπολ και του στίβου, άριστος μαθητής, ανεξάρτητος, τρελός πράγματι για την ανεξαρτησία τόσο, που όταν στο Λόουελ ξέσπασαν χιονοθύελλες, περπατούσα ολομόναχος μέσα στα δάση του Ντράκοτ, βουτηγμένος ως τα γόνατα μέσα στο χιόνι, κρατώντας ένα μπαστούνι του χόκεϋ, μόνο και μόνο για να μου ανοίξει η όρεξη για το κυριακάτικο τραπέζι, για να σταθώ κάτω από τα πεύκα και να ακούσω τις τρελές κουρούνες να κάνουν «κρα κρα». Επειδή ήμουν δε και ωραίος και δυνατός, είμαι σίγουρος πως τότε πολλοί άνθρωποι με μισούσαν μέχρι αηδίας ακόμη κι εσύ, γυναικούλα μου, όταν σου ξέφυγε το περασμένο φθινόπωρο εκείνο το: «Ξέρεις, εγώ δεν ήμουν ποτέ δημοφιλής όπως ήσουν εσύ». Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήμουν καθόλου δημοφιλής, αλλά οι περισσότεροι με μισούσαν στην πραγματικότητα, στο κάτω- κάτω ίσως να το παρατραβούσα κιόλας, επειδή πάσχιζα πάντα να είμαι ο καλύτερος, ν’ αποσπώ όλα τα βραβεία, χώρια μια πρόσκληση για το χορό που έδιναν οι Αξιωματικίνες και μια φωτογραφία μου στην κοσμική στήλη. 

Αρκετά μ’ αυτά, λες και χα, χα, μ’ ενδιέφεραν, ή μ’ ενδιαφέρουν τώρα. Ήταν σκέτη ματαιοδοξία, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας μου παρατήρησης, το να κάνω τέτοια προσπάθεια έτσι για να τους μπω στο μάτι. Θα χαρείς, όμως, αν μάθεις ότι η θεία δίκη με τιμώρησε, μη στεναχωριέσαι λοιπόν.
Το επόμενο βήμα ήταν να διαλέξω Κολέγιο. Η μητέρα μου επέμενε για το Κολούμπια, επειδή προφανώς ήθελε να μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη για να δει την μεγαλούπολη. Ο πατέρας μου ήθελε να πάω στο Κολέγιο της Βοστώνης, γιατί οι εργοδότες του, οι Κάλαχαν, τυπογράφοι από το Λόουελ, του είχαν υποσχεθεί προαγωγή αν τα κατάφερνε να με πείσει να πάω εκεί και να παίξω με προπονητή τον Φράνσις Φέι. 

Είχαν επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι θα τον απέλυαν αν τολμούσα να πάω σ’ οποιοδήποτε άλλο Κολέγιο. Ο Φέι, όπως είπα, μας έκανε επίσκεψη κι έχω σήμερα στα χέρια μου την κάρτα που έγραψε στον Κάλαχαν λέγοντας: «Στείλτε τον Τζακ στο Κολέγιο της Βοστώνης πάση θυσία» (πάνω κάτω). Αλλά κι εγώ ήθελα να πάω στη Νέα Υόρκη και να δω την μεγαλούπολη, τι στα κομμάτια περίμενα να μάθω παραπάνω από το Νιούτον Χάιτς ή τη Σάουθ Μπεντ Ιντιάνα τα Σαββατό-βραδα και στο τέλος τέλος είχα δει τόσες ταινίες για τη Νέα Υόρκη που ήμουν… λοιπόν δεν χρειάζεται να τα λέω τώρα, η προκυμαία, το Σέντραλ Παρκ, η Πέμπτη Λεωφόρος, ο Ντον Αμίτσι στο πεζοδρόμιο, η Χέντυ Λαμάρ να μ’ έχει αλά μπρατσέτα στο Ριτζ. Συμφώνησα πως η μητέρα μου είχε δίκιο, όπως συνήθως, και δεν μου είπε μόνο να παρατήσω τη Μάγκυ Κάσιντυ και να πάω στο σχολείο στη Νέα Υόρκη, αλλά όρμησε στου Μακκέιντ και μου αγόρασε χοντρά σπορ μπουφάν και γραβάτες και πουκάμισα από το φτωχό της κομπόδεμα που είχε από τις οικονομίες της στο παπουτσάδικο και τις φύλαγε στο ζωνάρι της, και κανόνισε να μείνουμε με τη μητριά της στο Μπρούκλιν, σ’ ένα μεγάλο, όμορφο ψηλοτάβανο και ήσυχο δωμάτιο έτσι ώστε να μπορώ να μελετάω και να παίρνω καλούς βαθμούς και να κοιμάμαι καλά για τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Γινόντουσαν ομηρικοί καβγάδες στην κουζίνα. 

Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από τη δουλειά. Πήγαινε με καταρρακωμένο ηθικό να δουλέψει έξω από την πόλη, καβαλώντας πάντα τρένα, μέσα στην καπνιά, και επέστρεφε στο Λόουελ τα Σαββατοκύριακα. Η μοναδική του χαρά στη ζωή τώρα, κατά κάποιο τρόπο, αν σκεφτούμε τα παλιά δωμάτια των ξενοδοχείων και τις κατσαρίδες τον χειμώνα στη Νέα Αγγλία, ήταν ότι η δικιά μου προκοπή σήμαινε τη δικιά του δικαίωση.

Η απόλυσή του είναι βέβαια σκανδαλώδης, είναι κάτι που δεν έχω ξεχάσει σχετικά με τους τυπογράφους Κάλαχαν· ένα ακόμη μελανό σημείο στο οικοδόμημα της «επιτυχίας μου». Γιατί τι είναι στο κάτω- κάτω η επιτυχία; Εξοντώνεις τον ε-αυτό σου και μερικούς άλλους, που λέει ο λόγος, για να φτάσεις στην κορυφή της επαγγελματικής σου καριέρας, ώστε να γίνεις μεσήλικας ή λίγο αργότερα να μπορείς να μείνεις σπίτι σου και να καλλιεργείς τον κήπο σου μακάριος. Αλλά τότε, επειδή έχει ανακαλύψει κάποια άλλη καλύτερου τύπου ποντικοπαγίδα, ο όχλος ορμάει στον κήπο σου και σου τσαλαπατάει όλα τα λουλούδια. Ποιο είναι το όφελος λοιπόν;

[…] Αχ, εκείνο το όμορφο φθινόπωρο, καθισμένος στο γραφείο μου μ’ εκείνη την ευωδιαστή πίπα –τώρα πια σπασμένη όπως τότε το πόδι μου- άκουγα την όμορφη Φιλανδική Συμφωνία του Σιμπέλιους που ακόμη και σήμερα μου θυμίζει την λεπτή μυρωδιά του καπνού μολονότι ξέρω πολύ καλά ότι το θέμα της είναι το χιόνι, και το ωχρό φως της λάμπας μου, και μπροστά μου είναι απλωμένες οι αθάνατες λέξεις του Τομ Γουλφ που μιλάνε για τους «καιρούς» της Αμερικής, τα ανοιχτοπράσινα παλιά κτίρια πίσω από τις αποθήκες, το δρόμο που τρέχει προς τη δύση, τον ήχο των Ινδιάνων πάνω στις πλευρές της σκευοφόρου, το γούνινο ρακούν σκούφο στους λόφους του παλιού Νοθ Καλάινι, το καθρέφτισμα του ποταμού, τον Μισισιπή, τη Σέναντόα, το Ρίο Γκράντε… είναι ανώφελο να επιχειρήσω να μιμηθώ τα λόγια του, μου έμαθε μόνο να βλέπω μιαν Αμερική σαν Ποίημα κι όχι έναν τόπο μόχθου και ιδρώτα. 

Κατά κύριο λόγο αυτός ο Αμερικανός ποιητής με τα σκούρα μάτια μ’ έκανε να θέλω να νυχτοπερπατάω, να περιπλανιέμαι, και να θέλω να δω την πραγματική, αφτιασίδωτη Αμερική που ήταν εκεί χωρίς «ποτέ να έχει ακουστεί». Λένε σήμερα ότι μόνο οι έφηβοι εκτιμούν τον Τόμας Γουλφ, αλλά αυτό είναι εύκολο να το πει κανείς, όταν τον διαβάσεις, γιατί ο Γουλφ είναι από τους συγγραφείς που τα πεζά τους ποιήματα διαβάζονται μόνο μια φορά, σε βάθος και αργά· όταν τα ανακαλύψεις, προχωρείς σε άλλα πράγματα. Τα θεατρικά του όμως διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται άπειρες φορές. Πού υπάρχει σήμερα κάποιο σεμινάριο για τον Τομ Γουλφ; Τι σημαίνει αυτή η ελαχιστοποίηση του Τόμας Γουλφ αποκλειστικά στην εποχή του; Ο κύριος Σβαρτζ μπορούσε ωστόσο να περιμένει.

Αλλά είμαι καθισμένος στο γραφείο μου με το βιβλίο ανοιχτό, και μονολογώ: «Τώρα, είναι σχεδόν επτά και μισή, θα κατεβούμε τρεκλίζοντας στο παλιό Λάιονς Ντεν, θα πάρουμε φιλέτο, ζεστά σοκολατένια γλυκά, καφέ, και μετά θα κατηφορίσουμε τρεκλίζοντας στην εκατοστή δέκατη έκτη στάση του υπόγειου [για να θυμηθούμε τον καθηγητή Κέργουικ και την σειρά των αριθμών του] και θα φτάσουμε στην Τάιμς Σκουέαρ και θα δούμε μια γαλλική ταινία, θα δούμε τον Ζαν Γκαμπέν να σφίγγει τα χείλη του λέγοντας «Ça me navre» ή τα φαρδιά καπούλια του Λουί Ζουβέ ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, ή εκείνο το πικρόξυνο χαμόγελο της Μισέλ Μοργκάν στην κρεβατοκάμαρα της παραλίας ή τον Χάρτυ Μπάουερ στο ρόλο του Χέντελ, να γονατίζει και να προσεύχεται για τη δουλειά του, ή τον Ρεμύ να στριγγλίζει στο απογευματινό πικ-νικ του δημάρχου και έπειτα, μια παράσταση με δύο αμερικάνικα έργα, ίσως με τη Τζόελ Μακρέη στο Union Pacific ή την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στο ρόλο της τρυφερής, ερωτευμένης και ικετευτικής γυναίκας που γραπώνεται πάνω στον εραστή της, ή ίσως τον Σέρλοκ Χολμς να ρουφάει την πίπα του, με το μακρύ Κορνουαλέζικο προφίλ του, ενώ κοντά στο τζάκι ο Δόκτωρ Γουάτσον καπνίζει ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο ιατρικής και την κυρία Κάβεντις, ή όπως τη λένε, να ανεβαίνει με κρύο ψητό κρέας και μπίρα, έτσι ώστε να μπορέσει ο Σέρλοκ να αποκαλύψει το τελευταίο εγκληματικό σχέδιο του άθλιου Δόκτορα Μόριαρτι…».

Τα φώτα της πανεπιστημιούπολης, ζευγαράκια αγκαλιασμένα, βιαστικοί και ενθουσιώδεις φοιτητές και γύρω τους τα φύλλα του Οκτώβρη να στροβιλίζονται στον αέρα, η λάμψη της βιβλιοθήκης, όλα αυτά τα βιβλία, η ικανοποίηση και η μεγάλη πόλη του κόσμου μπρος στα σπασμένα μου πόδια…
Και φαντάσου αυτά το 1967: Έπαιρνα τις πατερίτσες μου και πήγαινα στο Χάρλεμ να δω τι γινόταν εκεί, στην 125η Οδό και στα πέριξ, μερικές φορές να βλέπω από το παράθυρο της ψησταριάς παϊδάκια χοιρινά να γυρίζουν στη σούβλα, ή να βλέπω Νέγρους να μιλάνε στις γωνιές· για μένα ήταν άνθρωποι εξωτικοί που δεν τους είχα ξαναδεί ποτέ μου. Ξέχασα να πω νωρίτερα, ότι την πρώτη μου βδομάδα στο Ο.Μ. το 1939, περπάταγα ένα ζεστό απόγευμα κι’ ένα ολόκληρο βράδυ διασχίζοντας πραγματικά το Χάρλεμ από την μια άκρη στην άλλη με τα χέρια πίσω εξετάζοντας όλον τούτο τον καινούργιο κόσμο. Γιατί κανένας δεν μου την έπεσε, ας πούμε για να μου πουλήσει ναρκωτικά, ή να με κτυπήσει, ή να με κλέψει; τι είδαν; Βλέπουν ένα φοιτητή με τουΐντ να περιεργάζεται το δρόμο. Οι άνθρωποι τρέφουν σεβασμό για τέτοιου είδους πράγματα. Θα πρέπει να ’μουν, εν πάση περιπτώσει, ένας τρομακτικά αλλόκοτος τύπος.

Πήγαινα λοιπόν στο Λάιονς Ντεν, καθόμουνα στη συνηθισμένη μου καρέκλα μπροστά στο τζάκι, οι σερβιτόροι (φοιτητές) μου έφερναν το φαγητό, έτρωγα, έβλεπα τις χορεύτριες (μ’ ενδιέφερε μια καλλονή από την Ουαλία, ονόματι Βίκυ Ίβανς), και μετά κατέβαινα στην Τάιμς Σκουέαρ για τις ταινίες μου. Δε μ’ ενόχλησε ποτέ κανείς. Δεν κουβαλούσα, βέβαια πάνω μου ποτέ περισσότερο από εξήντα σεντς, και αυτό θα πρέπει να φαινόταν στο αθώο μου πρόσωπο.


Τώρα είχα επίσης το χρόνο ν’ αρχίσω να γράφω μεγάλες «Γουλφικές» ιστορίες και ημερολόγια στο δωμάτιό μου όταν τις ξαναδιαβάζω σήμερα, μου την σπάνε, αλλά τότε νόμιζα πως τα πήγαινα πολύ καλά. Έκανα παρέα μ’ ένα συμφοιτητή μου Νέγρο που ερχόταν να με βοηθήσει λίγο στη Χημεία, εκεί που κόλλαγα. Στα Γαλλικά είχα Α. Στη Φυσική Β ή C ή κάτι τέτοιο. Περιφερόμουν κουτσαίνοντας μέσα στην πανεπιστημιούπολη υπερήφανος λες και ήμουν δάσκαλος του σκι. Με το τουΐντ σακάκι μου, με τις πατερίτσες, έγινα τόσο δημοφιλής (αλλά και λόγω της φήμης μου στο φούτμπολ τώρα) ώστε κάποιος τύπος από το Σύλλογο Βαν Εμ ξε-κίνησε πραγματικά μια εκστρατεία για να εκλεγώ αντιπρόεδρος των δευτεροετών.