Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν: Το Τριακοστό Έτος [απόσπασμα]


Για την τελευταία μέρα. 







Αύγουστος! Να οι μέρες από ατσάλι που πυρακτώθηκαν μέσα σ’ένα καμίνι. Έτρεμε ο καιρός.
Οι ακρογιαλιές πιασμένες κι η θάλασσα δεν ύψωνε πια τις στρατιές τα κύματά της παρά ανάδινε μιαν εξάντληση, βαθιά, γαλάζια.
Στη σχάρα, πάνω στην άμμο, ψημένη, καμένη: η ανθρώπινη σάρκα που τόσο εύκολα φθείρεται. Μπροστά στη θάλασσα, πάνω στην ψιλή άμμο: η σάρκα.
Τον κυρίευε αγωνία που το καλοκαίρι ξοδεύονταν έτσι. Γιατί αυτό σήμαινε πως σε λίγο έφτανε το φθινόπωρο. Ο Αύγουστος ήταν όλο πανικό, πίεση, ν’ αδράξεις, να ζήσεις γρήγορα.
Πάνω στην ψιλή άμμο αγκαλιάζονταν οι γυναίκες, πίσω απ’ τα βράχια, στις καμπίνες μέσα, στ’ αυτοκίνητα που έστεκαν κάτω απ’ τη σκιά των πεύκων· και μες στην πόλη ακόμα, το απομεσήμερο, πίσω απ’ τα κατεβασμένα στόρια, δίνονταν μισοκοιμισμένες ή έμεναν, μιαν ώρα αργότερα, με τα ψηλά τακούνια κολλημένα πάνω στη μαλακωμένη άσφαλτο στους ήσυχους, απέραντους δρόμους, αρπάζοντας, σαν να ζητούσαν από κάπου να κρατηθούν, μιαν αγκαλιά που διάβαινε μπροστά τους.
Λέξη καμιά δεν ακούστηκε τούτο το καλοκαίρι.
Κανένα όνομα.


I. Bachmann, Το Τριακοστό Έτος. Η Undine Φεύγει., μτφ. Αθανάσιος Λάμπρου, εκδ. Ύψιλον, 1996 


Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Γράμμα σε μια νέα σεναριογράφο (της Anne Theriault)




Αγαπητή επίδοξη σεναριογράφε,

Σας ευχαριστούμε για την υποβολή του σεναρίου σας, Η Κοινή Ζωή της Βραχύρρυγχης Ζαργάνας [1]  .Το βρήκαμε οδυνηρό και χιουμοριστικό, βουτηγμένο στο πάθος όσο πρέπει και αισθανόμαστε ότι είναι απολύτως ταιριαστό για το στούντιο μας. Ωστόσο, έχουμε κάποιες σημειώσεις σχετικά με την πρωταγωνίστρια την Cate και θα θέλαμε να δείτε τις ακόλουθες τροποποιήσεις στο σενάριο:

- Το όνομα να αλλάξει σε κάτι πιο «ιδιότροπο», όπως Lula, Plum, Tulip ή Pippa.

- Η Tulip πρέπει να είναι φύση "πιο περίεργη" - ίσως να διαβάζει Σαλίντζερ; Να ακούει "εναλλακτική" μουσική; (Όχι πολύ εναλλακτική.)

- Περισσότερη έμφαση στο πόσο "διαφορετική" είναι η Tulip και σε αντίθεση με τα άλλα κορίτσια - θα πρέπει να έχει μια σκηνή όπου παρόλο που είναι ντυμένη με κομψά γυναικεία ρούχα, πίνει ασταμάτητα και μοιράζεται άσεμνα ανέκδοτα με τα αγόρια. Επίσης μήπως να οδηγεί Vespa;

- Δεν είμαστε πολύ σίγουροι ότι έχουμε καταλάβει, γιατί περιγράφετε την Tulip ως άχαρη και "χοντροκόκαλη";;;;; Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να είναι άχαρη, εκτός αν θέλουμε να μιλήσουμε για το κορίτσι της διπλανής πόρτας ή το κορίτσι πριν από την μεταμόρφωση. Δεν αρέσουν στο κοινό οι παχείς χαρακτήρες, εξαιρούνται οι κωμωδίες. Καλό είναι να μην είναι μεγαλύτερη από την Τζένιφερ Λόρενς, ίσως να 'χει κάτι από την φρέσκια όψη της. Οι θεατές ταυτίζονται με τη Jennifer Lawrence.

- Τουλάχιστον μια σκηνή με την Tulip να διαβάζει στον καναπέ της ένα βιβλίο, μόνο με τα εσώρουχα. Κάτι από David Foster Wallace για να δείξει το πνευματικό της επίπεδο;

- Τουλάχιστον μια σκηνή όπου η Tulip πέφτει σε καμιά λίμνη με τα ρούχα για να δείξουμε την αντισυμβατική της πλευρά.

- Τουλάχιστον μια σκηνή σεξ - και όχι, η "αμήχανη και άβολη πίπα" που δίνει στον μπάρμαν στο μπάνιο του μπαρ, δεν μετρά ως σκηνή σεξ. Γιατί η σκηνή τελειώνει με το να καπνίζουνε παρέα, λίγο πριν σηκωθεί να πάει να βρει τους φίλους της; Γιατί να μην τον καλέσει στο σπίτι της για να του φτιάξει πρωινό;

- Δεν είμαστε σίγουροι ότι μας πείθει η Tulip ως συντάκτρια. Ίσως βοηθός συντάκτη, καλύτερα; Φαίνεται πιθανότερο για ένα κορίτσι της ηλικίας της.

- Οπωσδήποτε μία vintage "αισθητική" στην εμφάνιση της Tulip - μακριές φούστες (όχι πολύ μακριές), κοσμήματα που θα τα βρίσκατε και στο ντουλάπι της γιαγιάς σας, "φυσικό" μακιγιάζ για να τονίσει την φρεσκοκομμένη ομορφιά της. Γυαλιά με χοντρό κοκάλινο σκελετό όταν θέλει να την παίρνουν στα "σοβαρά".

- Ίσως στη σκηνή όπου η Tulip περπατάει στο πάρκο περιγράφοντας την έκτρωση της στις δύο πιο στενές της φίλες, κάποια παιδιά να παίζουν πιο κει ποδόσφαιρο και να ρίξουν τυχαία την μπάλα προς το μέρος της. Στη συνέχεια να δείξουμε ότι τρέχει καταπάνω της, να κάνει μία περίπλοκη τρίπλα με την μπάλα, να τρέξει για λίγο με τα παιδιά πριν την ρίξει στα δίχτυα. Να δείξουμε έτσι την εφήμερη φύση της ζωής αλλά και το πόσο ιδιόρρυθμη είναι σε αντίθεση με τους άλλους.

- Ίσως αντί να έχει κάνει έκτρωση να της συνέβη μία αποβολή; Ή αντί αυτού να υποφέρει από τον πρόσφατο θάνατο του κατοικίδιου της; Δεν είμαστε πολύ σίγουροι πώς θα δεχτεί το κοινό την άμβλωση, ειδικά όταν δεν συνοδεύεται από πένθος. Και με όλη μας την ειλικρίνεια, δεν μπορούμε να πούμε ότι καταλάβαμε το σημείο που λέει, "Ήταν η ευκολότερη απόφαση που έχω πάρει ποτέ". Οι γυναίκες δεν αισθάνονται ποτέ έτσι για την έκτρωση.

- Η Tulip φαίνεται να έχει μόνο φίλες; Θα θέλαμε να δούμε κι έναν άνδρα φίλο ανάμεσά τους, ίσως κάποιος που είναι ερωτευμένος μαζί της για χρόνια. Ίσως το όνομά του να είναι Jack και να είναι ο τύπος του ευαίσθητου, προσεκτικού συγγραφέα; Ειδάλλως πώς θα δείξουμε την Tulip να πίνει με τα αγόρια αν δεν υπάρχουν αγόρια;

- Δεν μπορούμε να πούμε με ευκολία ότι είναι αληθοφανές να δείξουμε την Tulip να χωρίζει με τον φίλο της για να ακολουθήσει την καριέρα της. Μην ξεχνάμε πως είναι μία απλή βοηθός συντάκτη. Από την άλλη, ίσως εκεί να συνειδητοποιήσει ότι έχει αισθήματα για τον Jack;

- Αντί για τη "βραχύρρυγχη ζαργάνα" ίσως να βάζαμε την Tulip να γοητεύεται από τις πεταλούδες. Αλλά τις παράξενες πεταλούδες.

- Δεν είμαστε σίγουροι ότι καταλάβαμε γιατί το σενάριο τελειώνει με την Tulip να ανεβαίνει σε ένα αεροπλάνο μόνη της για το Παρίσι. Δεν θα ήταν καλύτερα αν ο Jack πήγαινε μαζί της και να τον βοηθούσε εκεί με το βιβλίο του; Κανείς δεν πάει μόνος του στο Παρίσι.

Ανυπομονούμε πολύ να διαβάσουμε το επόμενο κείμενό σας! Με αυτές τις λίγες μικρές αλλαγές αισθανόμαστε πραγματικά ότι έχουμε μία επιτυχία στα χέρια μας. Αν και βέβαια μικρές ταινίες όπως αυτή δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι το ψωμί και το βούτυρο μας (ειδικά με έναν θηλυκό πρωταγωνιστή - που θα αποτρέψει τουλάχιστον το μισό του πληθυσμού από την επιθυμία να το δει), είναι παρόλα αυτά η δουλειά μας και την αγαπάμε και εκεί είναι που αισθανόμαστε πιο περήφανοι. Προσβλέπουμε πολύ στην παραγωγή της ταινίας Η Κοινή Ζωή της Ιδιόρρυθμης Πεταλούδας.

Θερμοί χαιρετισμοί,
Μεγάλη Εταιρεία Παραγωγής



[1] Είναι ενδιαφέρουσα η επιλογή του Garfish: έχοντας παραπάνω από μία μεταφραστικές σημάνσεις, το ταιριαστό «ζαργάνα», [φυσικά] παραπέμπει στο άκομψο φλερτ του δρόμου, αλλά και στο ότι η ζαργάνα είναι ένα ψάρι που του αρέσει να κινείται συνεχώς, πάντα όμως στον αφρό και κοντά στην παραλία. Όταν κινείται φαίνεται, όταν μένει όμως ακίνητη είναι σαν αόρατη. Επίσης, είναι τέλειο αρπακτικό. Αυτό το τελευταίο η συγγραφέας ενδεχομένως και να το είχε υπόψη της. Όσο για το πρώτο, είναι κυρίως αβέβαιο, ότι θα μπορούσε να γνωρίζει πώς φώναζαν κάποτε οι άνδρες μια γυναίκα στη χώρα μας. 


Μετάφραση: Ηλέκτρα Λαζάρ 





Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Ray Nelson - 8 O'clock in the Morning (1963)




Ο Ray Nelson (γεν. 1931) είναι Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, παλιόφιλος του Philip Dick (μαζί έχουν γράψει το βιβλίο Εισβολή στον Γανυμήδη [εκδ. Λυχνάρι, 2004]) – άλλωστε λίγο πολύ σε όλο το πεδίο της επιστημονικής φαντασίας, όλο και κάπου δεν ξεπηδάει ένας Dick; – γνωστός για τα έργα του την χρυσή εποχή της ε.φ. τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Γράφει μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να παραμένει γνωστός για το διήγημά του 8 O'clock in the Morning, που αποτέλεσε τη βασική ιδέα της κλασικής cult ταινίας «They Live» σε σκηνοθεσία John Carpenter

Κάποιοι θεωρούν την ιστορία αυτή ένα διακριτικό μονοπάτι προς την Αλήθεια· μία αλληγορική εισβολή που μοιάζει τόσο στον άνθρωπο, που μόνο ο αφυπνισμένος μπορεί να δει το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου συνανθρώπου.  Η σύγχρονη τεχνολογική σκλαβιά, οι cyber-δούλοι, η ψηφιακή ύπνωση, οι εργαζόμενοι στρατιώτες και κάπου ανάμεσά μας εκείνοι που ευθύνονται για όλα αυτά και που τα συντηρούν. Έστω. Κάποιοι άλλοι όμως θεωρούν ότι ο Nelson επηρεασμένος από την χρυσή εποχή και ζώντας μέσα σε μια σύγχρονη πόλη, παραπήρε πολλά LSD (άλλωστε έχει παραδεχθεί ότι ο P. Dick είχε πάρει στη ζωή του δύο φορές LSD κι αυτό γιατί του τα έδωσε εκείνος), βγήκε έξω στο κέντρο της αμερικανικής πόλης, της ασφυκτικά γεμάτης από προϊόντα, διαφημίσεις, κόσμο, μαγαζιά κι έτρεξε να κρυφτεί σπίτι του από τα πράσινα πλάσματα που τον κοιτούσαν παράξενα με τα πολλά τους τα μάτια. 

Όπως και να ‘χει, ιδού ένα από τα πιο εμπνευσμένα αμερικανικά διηγήματα του πρώτου ρεύματος ε.φ.




~ * ~




Το Πρωί στις Οκτώ 




Στο τέλος της παράστασης, ο υπνωτιστής είπε στο κοινό του: «Ξυπνήστε».
Εκεί κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Ένας από το κοινό αφυπνίστηκε ολοσχερώς. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ πριν. Το όνομά του ήταν George Nada[i] και ο George Nada ανοιγόκλεισε τα μάτια του μπροστά σε μία θάλασσα προσώπων μέσα στο θέατρο, αγνοώντας στην αρχή οτιδήποτε έξω από τα συνηθισμένα. Τότε τα παρατήρησε, τα εντόπισε εδώ και εκεί στο πλήθος, τα μη ανθρώπινα πρόσωπα, τα πρόσωπα των Κατακτητών. Ήταν εκεί όλον τον καιρό, φυσικά, αλλά μόνο ο George ήταν στ' αλήθεια αφυπνισμένος, έτσι που μόνο αυτός να τους αναγνωρίζει για αυτό που ήταν. Κατάλαβε τα πάντα σε μια στιγμή, κατάλαβε ακόμη κι ότι αν έδειχνε το παραμικρό εξωτερικό σημάδι αλλαγής, οι Κατακτητές θα τον διέταζαν να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάστασή του και να υπακούσει. Έφυγε από το θέατρο, βγαίνοντας έξω σε μια νύχτα με αποχρώσεις νέον, αποφεύγοντας προσεκτικά να δείχνει ότι είδε την πράσινη, γεμάτη φολίδες σάρκα ή τα πολλαπλά κίτρινα μάτια των ηγεμόνων της γης. Ένας από αυτούς τον ρώτησε, «Έχεις αναπτήρα, φίλε;» ο George του έδωσε αναπτήρα και στη συνέχεια έφυγε από κει.
Πότε - πότε, κατά μήκος του δρόμου, ο George έβλεπε τις αφίσες να κρέμονται με φωτογραφίες των Κατακτητών να κοιτάνε και να λένε στη θέση του μηνύματος που ήταν στο κάτω μέρος της αφίσας: «Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες παιχνίδι, οκτώ ώρες ύπνο» και «Αυξάνεσθε και Πληθύνεσθε». Μία από τις τηλεοράσεις στη βιτρίνα ενός καταστήματος έπιασε το βλέμμα του George, αλλά εκείνος κοίταξε αλλού την τελευταία στιγμή. Μόνο όταν δεν κοίταζε τον Κατακτητή στην οθόνη, μπορούσε να αντισταθεί στην εντολή «Μείνε συντονισμένος σε αυτόν τον σταθμό».
Ο George ζούσε μόνος του σε ένα μικρό δωμάτιο και μόλις έφτασε στο σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βγάλει από την πρίζα την τηλεόραση, αν και μπορούσε από όλες τις γωνιές του σπιτιού να ακούσει τις τηλεοράσεις των γειτόνων του. Τις περισσότερες φορές οι φωνές ήταν ανθρώπινες, αλλά πότε - πότε άκουγε το αλαζονικό, παράξενο κρώξιμο των πλασμάτων. «Υπακούστε στην κυβέρνηση», ακούστηκε ένα κρώξιμο. «Εμείς είμαστε η κυβέρνηση», ακούστηκε ένα άλλο«Είμαστε φίλοι σας, θα κάνατε τα πάντα για έναν φίλο σας, έτσι δεν είναι;»
«Υπακούστε!»
«Δουλέψτε!»


Ξαφνικά το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο George το σήκωσε. Ήταν ένας από τους Κατακτητές.
«Χαίρετε», έκρωξε. «Εδώ Ρόμπινσον, ο αρχηγός της Αστυνομίας, ήρθε η ώρα για τον έλεγχό σας. Είστε ένας γέρος άνθρωπος, George Nada. Αύριο το πρωί στις οκτώ, η καρδιά σας θα σταματήσει. Παρακαλώ επαναλάβατε».
«Είμαι ένας γέρος άνθρωπος», είπε κι ο George. «Αύριο το πρωί στις οκτώ, η καρδιά μου θα σταματήσει».
Ο έλεγχος έκλεισε, «Όχι, δεν θα σταματήσει», ψιθύρισε ο George. Αναρωτιόταν γιατί τον ήθελαν νεκρό. Μήπως υποψιάστηκαν ότι ήταν αφυπνισμένος; Πιθανών. Κάποιος μπορεί να τον είχε εντοπίσει, να παρατήρησε ότι δεν ανταποκρινόταν στον τρόπο με τον οποίο το έκαναν οι άλλοι. Αν ο George παρέμενε ζωντανός ένα λεπτό μετά τις οκτώ αύριο το πρωί, τότε θα ήταν σίγουροι.
«Δεν υπάρχει κανένα νόημα να κάθεσαι εδώ να περιμένεις το τέλος σου», σκέφτηκε.
Βγήκε έξω ξανά. Οι αφίσες, οι τηλεοράσεις, οι περιστασιακές εντολές από τα πλάσματα που τον προσπερνούσαν στον δρόμο δεν φαίνεται να είχαν απόλυτη εξουσία πάνω του, παρόλο που εξακολουθούσε να αισθάνεται έντονη επιθυμία να υπακούσει, να δει τα πράγματα όπως ο αφέντης του ήθελε να δει. Πέρασε ένα δρομάκι και σταμάτησε. Ένα από αυτά ήταν εκεί μόνο του, ακουμπισμένο στον τοίχο. Ο George πήγε προς το μέρος του.
«Δίνε του», μούγκρισε το πράγμα, εστιάζοντας τα θανατηφόρα μάτια του στον George.
Ο George αισθάνθηκε να το τυλίγει η ανησυχία της επίγνωσης. Για μια στιγμή το φολιδωτό κεφάλι έλιωσε κι έγινε το πρόσωπο ενός συμπαθούς και ηλικιωμένου μέθυσου. Φυσικά κι ο μεθυσμένος θα ήταν αξιαγάπητος. Ο George πήρε ένα τούβλο και το έσπασε στο κεφάλι του γερο-μέθυσου με όλη του τη δύναμη. Για μια στιγμή η εικόνα θάμπωσε, ενώ μετά από λίγο το γαλαζοπράσινο αίμα έτρεχε από το πρόσωπο και το ερπετοειδές έπεσε, με σπασμούς και σφαδάζοντας. Μετά από μια στιγμή ήταν νεκρό.
Ο George έσυρε το σώμα στο σκοτάδι και το έψαξε. Υπήρχε ένα μικροσκοπικό ραδιόφωνο στην μια του τσέπη κι ένα μαχαίρι σε περίεργο σχήμα κι ένα πιρούνι στην άλλη. Το μικροσκοπικό ραδιόφωνο έλεγε κάτι σε ακατανόητη γλώσσα. Ο George το έβαλε δίπλα στο σώμα, αλλά κράτησε τα σκεύη φαγητού.
«Δεν μπορώ να ξεφύγω», σκέφτηκε ο George. «Γιατί να τους πολεμήσω;»
Αλλά ίσως και να μπορούσε.
Τι θα γινόταν αν μπορούσε να ξυπνήσει κι άλλους; Αυτό ίσως άξιζε να το δοκιμάσει.
Περπάτησε δώδεκα τετράγωνα πιο πέρα στο διαμέρισμα της κοπέλας του, Lil, και χτύπησε την πόρτα της. Ήρθε στην πόρτα με το μπουρνούζι της.
«Θέλω να ξυπνήσεις», είπε.
«Ξύπνια είμαι», είπε. «Πέρασε μέσα».
Μπήκε στο σπίτι. Η τηλεόραση έπαιζε. Την έβγαλε από την πρίζα.
«Όχι», της είπε. «Εννοώ να ξυπνήσεις πραγματικά.» Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει, οπότε χτύπησε τα δάχτυλά του φωνάζοντάς της: «Ξύπνα! Ο αφέντης σου σε διατάζει να ξυπνήσεις!»
«Έχεις ξεφύγει τελείως, ρε George;» ρώτησε ύποπτα. «Συμπεριφέρεσαι πολύ περίεργα». Αυτός για απάντηση χαστούκισε το πρόσωπό «Κόφ' το!» φώναξε εκείνη: «Τι διάολο ακριβώς θες να κάνεις τελικά;»
«Τίποτα», είπε ο George, ηττημένος. «Σαχλαμάριζα».
«Το να με χαστουκίζεις στο πρόσωπό μου δεν είναι απλώς σαχλαμάριζα!» φώναξε.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Ο George έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.
Ήταν ένα από αυτά.
«Δεν μπορείτε να κρατήσετε το επίπεδο του θορύβου σας στο φυσιολογικό;» είπε.
Το φολιδωτό πρόσωπο ξεθώριασε για λίγο και ο George είδε να τρεμοπαίζει η εικόνα ενός παχύ μεσήλικα που φορούσε ένα πουκάμισο με ανεβασμένα τα μανίκια. Ήταν ακόμα ένας άνθρωπος όταν ο George του έκοψε το λαιμό με το μαχαίρι, αλλά ήταν ένα από τα πλάσματα αυτά όταν έπεσε στο πάτωμα. Το έσυρε στο διαμέρισμα και κλώτσησε την πόρτα για να κλείσει. «Πες μου τι βλέπεις εκεί;» ρώτησε την Lil, δείχνοντας στο πάτωμα το ερπετοειδές με τα πολλά μάτια.
«Κύριε ... κύριε Coney;», ψιθύρισε, με τα μάτια της γεμάτα τρόμο. «Τον... τον σκότωσες, σαν να μην ήταν τίποτα».
«Μη φωνάζεις», προειδοποίησε ο George, πηγαίνοντας προς αυτήν.
«Δεν θα ξαναφωνάξω. Στο ορκίζομαι δεν θα ξαναφωνάξω, μόνο για όνομα του Θεού, πέτα αυτό το μαχαίρι». Πισωπάτησε μέχρι που η πλάτη της πιέστηκε στον τοίχο. Ο George κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα.
«Θα σε δέσω», είπε ο George. «Πρώτα όμως πες μου ποια είναι η πόρτα του κυρίου Coney».
«Η πρώτη πόρτα αριστερά όπως πας για τη σκάλα», είπε. «Georgie... Georgie. Μην με βασανίσεις. Αν έχεις σκοπό να με σκοτώσεις, κάν' το μια και έξω. Σε παρακαλώ, Georgie, σε παρακαλώ». Την έδεσε με το σεντόνι και την φίμωσε, και στη συνέχεια έψαξε το σώμα του Κατακτητή. Υπήρχε ένα από εκείνα τα μικροσκοπικά ραδιόφωνα που μιλούσαν σε ξένη γλώσσα, ένα άλλο σετ μαχαιροπίρουνα και τίποτα άλλο.
Ο George πήγε στο διπλανό διαμέρισμα.
Όταν χτύπησε, ένα από τα ερπετοειδή απάντησε: «Ποιος είναι;»
«Φίλος του κυρίου Coney. Θέλω να τον δω», είπε ο George.
«Πετάχτηκε έξω για λίγο, αλλά θα γυρίσει όπου να 'ναι». Η πόρτα άνοιξε ένα δάχτυλο, και τέσσερα κίτρινα μάτια ξεπρόβαλαν. «Θέλετε να περάσετε μέσα να τον περιμένετε;»
«Εντάξει», είπε ο George, χωρίς να κοιτάζει τα μάτια.
«Εσύ μόνος εδώ;» τον ρώτησε καθώς έκλεισε την πόρτα, με την πλάτη του στον George.
«Ναι, γιατί;»
Άπλωσε τα χέρια από πίσω και του έκοψε το λαρύγγι, έπειτα έψαξε το διαμέρισμα. Βρήκε ανθρώπινα οστά και κρανία, ένα μισό-φαγωμένο χέρι. Βρήκε δεξαμενές με τεράστιους λιπαρούς γυμνοσάλιαγκες που κυλούσαν μέσα τους.
«Τα παιδιά τους», σκέφτηκε, και τους σκότωσε όλους.
Υπήρχαν και κάτι όπλα περίεργα που δεν τα είχε ξαναδεί. Έριξε με το ένα καταλάθος, αλλά ευτυχώς ήταν αθόρυβο. Φαινόταν να ρίχνει μικρά δηλητηριασμένα βέλη. Φύλαξε στα ρούχα του το όπλο και όσα περισσότερα κουτιά με βέλη μπορούσε και επέστρεψε στο διαμέρισμα της Lil. Όταν τον είδε άρχισε να τρέμει από τρόμο.
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε, ανοίγοντας το πορτοφόλι της, «θέλω μόνο να δανειστώ τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου».
Πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε στο δρόμο. Το αμάξι της ήταν ακόμα σταθμευμένο στο γνωστό σημείο που το στάθμευε πάντα. Το αναγνώρισε από το βαθούλωμα στο δεξί φτερό. Μπήκε μέσα, έβαλε μπρος και άρχισε να κάνει βόλτες χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Οδηγούσε για ώρες, σκεπτόμενος – απεγνωσμένα, ψάχνοντας για κάποια διέξοδο. Άνοιξε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για να δει αν μπορούσε να ακούσει λίγη μουσική, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά ειδήσεις και οι ειδήσεις λέγανε μόνο γι 'αυτόν, τον George Nada, τον αυτοκτονικό μανιακό. Ο εκφωνητής ήταν ένας από τους αφέντες, αλλά θα μπορούσες να πεις ότι ακουγόταν λίγο φοβισμένος. Γιατί να είναι; Τι μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει; Ο George δεν εξεπλάγη όταν είδε τον δρόμο να οδηγεί σε αδιέξοδο και έστριψε σε έναν παράδρομο προτού εγκλωβιστεί. Δεν έχει ταξιδάκια στη χώρα αυτή για εσένα, Georgie αγόρι μου, σκέφτηκε. Κάπου τώρα θα ανακάλυπταν τι είχε κάνει στο διαμέρισμα της Lil, οπότε πιθανότατα θα έψαχναν για το αυτοκίνητο της. Το στάθμευσε σε ένα δρομάκι και πήρε το μετρό. Δεν τα έβλεπε αυτά στο μετρό, για κάποιο λόγο. Ίσως ήταν πολύ υπεράνω για τέτοια πράγματα, ή ίσως και να έφταιγε που ήταν τόσο αργά το βράδυ.
Όταν τελικά κάποιο από αυτά επιβιβάστηκε, ο George βγήκε από το τρένο. Ανέβηκε στο δρόμο και μπήκε σε ένα μπαρ. Ένας από τους Κατακτητές ήταν στην τηλεόραση, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά, «Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας». Το ηλίθιο ερπετοειδές ακουγόταν φοβισμένο. Γιατί; Τι μπορεί ένας άνθρωπος να καταφέρει εναντίον όλων; Ο George παρήγγειλε μια μπύρα, όταν ξαφνικά τον διαπέρασε η ιδέα ότι ο Κατακτητής στην τηλεόραση δεν φαινόταν πλέον να έχει καμία εξουσία πάνω του. Το κοίταξε ξανά και σκέφτηκε: «Πρέπει να το πιστεύει ότι μπορεί να με καταφέρει να κάνω αυτό που θέλει. Η παραμικρή υπόνοια φόβου από την πλευρά του και η δύναμη να υπνωτίζει χάνεται». Έδειχναν την εικόνα του George στην οθόνη της τηλεόρασης όταν ο George απομακρύνθηκε για τον τηλεφωνικό θάλαμο. Κάλεσε τον έλεγχό του, τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
«Ναι, ο Ρόμπινσον;» ρώτησε.
«Ο ίδιος».
«Εδώ George Nada. Έχω καταλάβει πώς να ξυπνήσω τους ανθρώπους».
«Τι; George, μην κλείσεις. Πού είσαι;» Ο Ρόμπινσον ακουγόταν σχεδόν υστερικός.
Κατέβασε το ακουστικό, πλήρωσε και έφυγε από το μπαρ. Μάλλον θα εντόπιζαν την κλήση του. Μπήκε σε μια άλλη γραμμή του μετρό και κατέβηκε στο κέντρο της πόλης. Ξημέρωνε όταν μπήκε στο κτίριο που στέγαζε το μεγαλύτερο από τα τηλεοπτικά στούντιο της πόλης. Ρώτησε τον θυρωρό και στη συνέχεια ανέβηκε με το ασανσέρ. Ο μπάτσος μπροστά από το στούντιο τον αναγνώρισε.»Γιατί, αφού είσαι ο Nada!» φώναξε με κομμένη την ανάσα.
Ο George δεν ήθελε να τον πυροβολήσει με το όπλο δηλητήριο, αλλά έπρεπε. Έπρεπε να σκοτώσει επίσης πολλούς ακόμα, πριν μπει στο στούντιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των μηχανικών που δούλευαν εκεί. Έξω στο δρόμο ακούγονταν πολλές σειρήνες περιπολικών, φωνές ξεσηκωμένες και βήματα που έτρεχαν στις σκάλες. Το πλάσμα καθόταν μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα λέγοντας: «Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας» και δεν είδε τον George να μπαίνει. Όταν ο George του έριξε το δηλητηριασμένο βέλος, αυτό απλά σταμάτησε στη μέση της φράσης και κάθισε εκεί, νεκρό. Ο George στάθηκε δίπλα του και είπε, μιμούμενος το κρώξιμο του πλάσματος, «Ξυπνήστε. Ξυπνήστε. Δείτε μας όπως είμαστε και σκοτώστε μας!»
Ήταν η φωνή του George που άκουσε η πόλη εκείνο το πρωί, αλλά με την εικόνα του Κατακτητή και η πόλη ξύπνησε για πρώτη φορά και άρχισε ο πόλεμος. Ο George όμως δεν έζησε για να δει τη νίκη που τελικά ήρθε. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το πρωί στις οκτώ.



μετάφραση: Ηλέκτρα Λαζάρ [Απρίλης 2019]






[i] Nada στα Ισπανικά σημαίνει τίποτα.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Με αφορμή τους ιπτάμενους αρουραίους (μέρος β')




«Αχ», είπε ο ποντικός, «μέρα τη μέρα ο κόσμος γίνεται και πιο στενός. Στην αρχή ήταν τόσο μεγάλος, που με φόβιζε, έτρεχα κι έτρεχα και ήμουνα πανευτυχής που επιτέλους, μακριά πολύ μακριά δεξιά κι αριστερά μου, έβλεπα τοίχους, αλλά αυτοί οι ατέλειωτοι τοίχοι πλησιάζουν με τέτοια ταχύτητα ο ένας τον άλλο, που βρίσκομαι ήδη στο τελευταίο δωμάτιο, κι εκεί στη γωνία υπάρχει η παγίδα, όπου τρέχω να χωθώ».
«Γιατί δεν άλλαζες διαδρομή;» είπε η γάτα και τον καταβρόχθισε.




~ Φ. Κάφκα, Μικρός Μύθος
Μεγάλοι συγγραφείς γράφουν τις πιο μικρές ιστορίες του κόσμου
μτφ Αντώνης Μπίκος, εκδ. Γνώση



Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Από τη συλλογή "Εννέα Ιστορίες" [Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ]





Γραμμένες με μελάνι, στα γερμανικά, μ'έναν μικρό και απελπιστικά ειλικρινή γραφικό χαρακτήρα, ήταν οι λέξεις "Αγαπητέ Θεέ, η ζωή είναι κόλαση". Τίποτα πριν, τίποτα μετά. Οι λέξεις, μόνες τους πάνω στη σελίδα, και μες στη νοσηρή ησυχία του δωματίου, έπαιρναν τις διαστάσεις ενός αξιώματος αδιαμφισβήτητου, σχεδόν κλασικού.



~ Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, "Για την Εσμέ, με Φρικωδία και Αγάπη"
Εννέα Ιστορίες




Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Παπαδιαμάντης Α. - Ο Έρωτας στα Χιόνια



Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
     Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
     ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
     Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
     Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
     Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
     Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
     Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

     Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

     Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
     δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.


     Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

     Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
     κι ο παπάς χειρομυλίζει.

     Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
     Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
     Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.


     Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
     Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
     ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
     Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

     Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
     ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
     Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
     ― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
     Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.


     Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
     ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
     Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!


     Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
     Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
     Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
     Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
     ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
     Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
     Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
     ― Ποιος είναι;
     Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
     Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
     ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
     Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
     O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
     «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
     Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
     ― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
     Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
     Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
     «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
     Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
     Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
     Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.


(από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989) 



Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Γιώργος Ιωάννου - Ομίχλη


Θα γυρνάμε ξανά και ξανά γύρω από το μεγάλο πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. 


«Επιθυμώ να είμαι ένας συγγραφέας που στέκεται καλά στα πόδια του και δε μιλάει για πράγματα που δεν τα έχει βιώσει, δηλαδή δεν χρησιμοποιεί λέξεις που δεν τις έχει βιώσει, αυτό εννοώ πράγματα (...). Εάν [το συγκεκριμένο κάθε φορά θέμα του πεζογραφήματος] παρασύρει τον εσωτερικό μου κόσμο, αυτά τα κρυμμένα πράγματα που κι εμείς δεν τα έχουμε συνειδητοποιήσει, εάν τα παρασύρει το τάδε θέμα, τι σημασία έχει η προέλευση του; Εγώ το θέμα, το κάθε θέμα, το βλέπω σα δόλωμα (...). Το θέμα είναι το δόλωμα, που το θέτουμε για να βγούνε τα φίδια, τα ποντίκια και ό,τι τέλος πάντων είναι κρυμμένο μέσα μας» 

(συνέντευξη του στα 1982 με το Γιώργο Κορδομενίδη, 
περ. Εντευκτήριο, 2 Φεβρ. 1988 σ. 35 και 36-7).



Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες". Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο. 

Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο. 

H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα. 

Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω. 

Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει. 

Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…

Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω. Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.