Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Maria Teresa Horta ποια λέξη θα σας περιέγραφε καλύτερα;




Απόσπασμα συνέντευξης της Πορτογαλίδας συγγραφέως Maria Teresa Horta στο καλλιτεχνικό περιοδικό Guernica. 

[...]


- Ποια λέξη θα σας περιέγραφε καλύτερα;

M.T.: Ανυποταξία. 

- Γιατί αυτή η λέξη;

Μ.Τ.: Αφενός γιατί γεννήθηκα ανυπότακτη και αφετέρου επειδή στάθηκα από παλιά σύμβολο αλλαγής στην Πορτογαλία, ιδίως στο γυναικείο ζήτημα. Μέχρι τις 25 Απριλίου του 1974, οι γυναίκες δεν είχαν φωνή στην Πορτογαλία. Καμία. Οι γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα, ούτε καν το δικαίωμα να έχουν λόγο για το πώς να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Ανέκαθεν επαναστατούσα γι’ αυτό τόσο μέσα από την ποίηση μου, όσο και μέσα από την καθημερινότητά μου. Και ήταν αρκετά δύσκολο. Χρειάζεται πολύς χρόνος για να αλλάξεις τη στάση των ανθρώπων. Μπορεί οι νόμοι να άλλαξαν μετά τις 25 του Απρίλη, αλλά η στάση των Πορτογάλων παρέμεινε η ίδια. Σ’ αυτό έβαζε και το χεράκι της η Καθολική Εκκλησία. Η Καθολική Εκκλησία έχει τέτοιες αρχές που θεωρεί τις γυναίκες δευτερεύουσες. Βέβαια, όταν οι γυναίκες ανακάλυψαν ότι έχουν φωνή δική τους, κανείς δεν μπόρεσε να τις κάνει να σωπάσουν και αυτό μας έχει σώσει σε αυτή τη χώρα. Όπως και να ‘χει, είναι ακόμα πολύ δύσκολο. Η ποίησή μου παραμένει αρκετά απείθαρχη, με την έννοια ότι γράφω για το σώμα.

[...]




Η Maria Teresa Horta (γενν. 20 Μαΐου 1937) είναι συγγραφέας, ποιήτρια, ακτιβίστρια θεωρητικός από την Λισσαβόνα της Πορτογαλίας. Μετά τη δικτατορία του Σαλαζάρ και στον καιρό της Δεύτερης Δημοκρατίας, η Horta μαζί με τις συγγραφείς Maria Isabel Barreno και Maria Velho da Costa συμφώνησαν να συναντιούνται κάθε βδομάδα για να συζητάνε και να ανταλλάσσουν σημειώσεις, ποιήματα, ιστορίες και επιστολές, δημιουργώντας την ομάδα που έγινε γνωστή "Οι τρεις Μαρίες". Κοινός παρανομαστής των συναντήσεων τους, αρχικά, ήταν "Τα Γράμματα μιας Πορτογαλίδας Καλόγριας" - πέντε επιστολές εξαιρετικής ποιητικής, γραμμένες τον 17ο αι. από μία νεαρή καλόγρια, την Mariana Alcoforado που είχε μία παράνομη σχέση με έναν Γάλλο αξιωματικό. Από τις συναντήσεις τους εκδόθηκε το βιβλίο "Τα Νέα Πορτογαλικά Γράμματα" που απαγορεύεται στην Πορτογαλία και οι τρεις Μαρίες συλλαμβάνονται για κατάχρηση ελευθερίας του Τύπου, για προσβολή της δημόσιας αιδούς και φτιάχνουν νομοθεσία που να εξασφαλίζει την δίωξη τους. Στις 25 Απριλίου του 1974, όταν το φασιστικό καθεστώς ανατρέπεται μετά από πενήντα χρόνια, το Δικαστήριο ζητά δημόσια συγγνώμη από τις τρεις Μαρίες και αναγνωρίζει τα Νέα Πορτογαλικά Γράμματα ως ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μιλάει για την απελευθέρωση των γυναικών, την ερωτική τέχνη και την επανάσταση.
Η Maria Teresa Horta έχει γράψει 21 βιβλία ποίησης (1960 - 2013), κανένα από τα οποία δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά. 



Ολόκληρη η συνέντευξη: https://www.guernicamag.com/the-third-maria/

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Τον είδα τον μπόγια τον ληστή και τον φονιά;





Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του ‘χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος 
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος 

Μελοποίηση: Δεκέμβριος 1974






Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΦΑΡΟΥΚ ΑΣΒΑΤ - ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Ο Φαρούκ Ασβάτ γεννήθηκε στη Νότιο Αφρική το 1953, που σημαίνει ότι στη νεότητα του βίωσε τις ταραχώδεις αλλαγές στην ήπειρο της Αφρικής, που σημαίνει ότι την περίοδο του 1970 του απαγορεύθηκε η έκδοση διαβατηρίου και κάθε καλλιτεχνικής δραστηριότητας, που σημαίνει ότι από τα τέλη της δεκαετίας το '70, μέχρι και το 1995 δέχθηκε πάμπολλες απειλές για τη ζωή του από την Ασφάλεια της Αστυνομίας και από το καθεστώς του Απαρτχάιντ γενικώς, που σημαίνει ότι τον Φαρούκ Ασβάτ δεν τον αφήσανε ήσυχο, που σημαίνει ότι γι'αυτό το λόγο έγραφε. Ή λόγω αυτού. 




Έν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
θα σε βρουν δεν θα σε βρουν
κι αν δεν σε βρουν τότε πάει καλά
αν όμως πες σε βρουν
εν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
θα σ’ αφήσουν δεν θα σ’ αφήσουν
κι αν σ’ αφήσουν πάει καλά
αν όμως δεν σ’ αφήσουν
έν’ απ’ τα δύο θα  συμβεί
θα γλυτώσεις την κράτηση δεν θα τη γλυτώσεις
κι αν τη γλυτώσεις πάει καλά
αν όμως δεν γλυτώσεις την κράτηση
εν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
θα βρούνε κάτι δεν θα βρούνε
κι αν δεν σου βρούνε κάτι πάει καλά
αν όμως βρούνε κάτι
εν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
θα σε κηρύξουν ένοχο δεν θα σε κηρύξουν
κι αν δεν σε κηρύξουν ένοχο πάει καλά
αν όμως σε κηρύξουν
έν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
αναστολή ή φυλακή
κι αν πρόκειται γι’ αναστολή πάει καλά
αν όμως μπεις στη φυλακή
έν’ απ’ τα δύο θα συμβεί
αποφυλάκιση αφού εκτίσεις την ποινή

ή απ’ το δέκατο πάτωμα πτώση στην αυλή 


[πρώτη δημοσίευση: Η Λέξη]


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Τ. Στάινμπεκ - Τα σταφύλια της οργής (απόσπασμα)


(καρέ από την ταινία του Τζον Φορντ "Τα σταφύλια της οργής")


Την άνοιξη του 1939 ο John Steinbeck (1902- 1968) δημοσίευσε τα "Σταφύλια της οργής" και ο Carey McWilliams τα "Εργοστάσια στους αγρούς". Και τα δύο βιβλία περιέγραφαν την ιστορία αλλά και τα προβλήματα της μαζικής "προσωρινής" μετανάστευσης ξένων εργατών για συγκομιδή στις πλούσιες περιοχές της Καλιφόρνιας. Ο Στάινμπεκ ο οποίος έζησε εξίσου στις μαύρες σελίδες της αμερικανικής οικονομίας, περιγράφει το άγουρο αμερικανικό όνειρο των αγροτών, οι οποίοι βλέποντας τη γη τους να'χει καλυφθεί από άμμο (το φαινόμενο Dust bowl που γέμισε τις αμερικανικές και καναδικές εκτάσεις με άμμο) και τους καπιταλιστές να ξεκληρίζουν μία- μία τις περιοχές, ξεκινούν με τα σαραβαλιασμένα τους φορτηγά προς τη αμερικανική Δύση.


Κι η Αμερική, μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους όμοιούς μου και για τους όμοιούς σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.


***

Στην πολιτεία της Οκλαχόμα, στην περιοχή με το κόκκινο χώμα και σ’ένα μέρος της περιοχής με το γκρίζο χώμα, οι τελευταίες βροχές πέσανε σιγανές και μετρημένες, κι έτσι δεν έσκασαε το χώμα για να ποτιστεί η γης. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα υγρά χωράφια. Οι τελευταίες βροχές κάνανε να ψηλώσει γρήγορα το καλαμπόκι, θρέψανε τα αγριόχορτα και το γρασίδι πλάι στις δημοσιές, κι όλος ο τόπος σκεπάστηκε με πρασινάδα∙ τόσο η περιοχή με το σκούρο κοκκινόχωμα, όσο και η άλλη με το γκρίζο χώμα. Τις τελευταίες μέρες του Μάη ο ουρανός άρχισε να ξεθωριάζει και σκόρπισαν τα φλοκάτα σύννεφα που σωριάζονταν ψηλά τόσο καιρό, τώρα την άνοιξη.

Μία μάντρα και μια παράγκα που μόλις χωρεί ένα γραφείο, μια καρέκλα, ένα γραφείο κι ένα γαλάζιο κατάστιχο. Ένα μάτσο παλιά συμβόλαια κουρελιασμένα που τα συγκρατεί ένας συνδετήρας, και μια στοίβα καθαρά και αμεταχείριστα συμβόλαια. Το στυλό – έχε το γεμάτο, έχε το σε καλή κατάσταση. Χάθηκε μια δουλειά εξαιτίας που το στυλό ήταν χαλασμένο.
            Εκείνοι εκεί οι μπάσταρδοι δεν είναι ν’αγοράσουν. Τριγυρνούν σ’όλες τις μάντρες. Οφθαλμοπορνεία. Χάνουν τον καιρό τους να κοιτάνε. Δεν έρχονται για ν’αγοράσουν∙ σε χασομεράνε μονάχα. Δε δίνουν δεκάρα που χάνεις τον καιρό σου άδικα. Οι δυο εκεί κάτω- όχι, αυτοί με τα παιδιά. Πάσαρέ τους κανένα αυτοκίνητο. Αρχίνα του από διακόσια δολάρια και κατέβαινε. Σταμάτα στα εκατόν είκοσι πέντε, θα τα πληρώσουν. Τύλιξέ τους. Πάσαρέ τους ένα κελεπούρι. Κόλλα τους το! Αρκετά μας χασομέρησαν.
            Μαγαζάτορες με ανασκουμπωμένα μανίκια. Υπάλληλοι καθαροντυμένοι, μοιραίοι, τα πονηρά τους ματάκια παραφυλάνε πότε θα λυγίσει ο πελάτης.

[…] Περιδιάβασε στα μέρη που θυμόταν- στην κοκκινωπή ακροποταμιά που φώλιαζαν τα χελιδόνια, κάτω από την ιτιά που ίσκιαζε το χοιροστάσιο. Δυο γουρούνες του γρύλισαν και αναδεύτηκαν πίσω απ’το φράχτη, μαύρα γουρούνια που λιάζονταν μακάρια. Έτσι τέλειωσε το προσκύνημά του και πήγε να καθίσει στο κατώφλι της πόρτας που είχε αρχίσει να ισκιάζεται. Πίσω του η μητέρα του ήταν απασχολημένη στην κουζίνα της να πλένει τα ρούχα των παιδιών μέσα σ’ένα μαστέλο∙ και τα ρωμαλέα και φακιδωμένα μπράτσα της έσταζαν σαπουνάδες από τους αγκώνες. Σταμάτησε να τρίβει σαν τον είδε που κάθισε. Τον κοίταζε πολλή ώρα, κι ύστερα το πίσω μέρος του κεφαλιού του, σαν γύρισε και αγνάντευε την έκταση μες στο ζεστό ηλιόφωτο. Έπειτα ξανάπιασε το τρίψιμο. Είπε:
            «Τομ, ελπίζω να’ναι εντάξει τα πράγματα στην Καλιφόρνια».
            Γύρισε και την κοίταξε. «Τι σε κάνει να φαντάζεσαι πως δεν είναι;» ρώτησε.


            Οι Τζόουντ και οι Γουίλσον εξακολουθούσαν τη φυγή τους μεσ’από το Πάνχαντλ, την κυματιστή και γκρίζα έκταση που κόβεται από χαντάκια και είναι ανασκαλεμένη από τις παλιές πλημμύρες. Είχαν αφήσει πίσω τους την Οκλαχόμα και διασχίζανε το Τέξας. Οι χελώνες σέρνονταν μέσα στη σκόνη κι ο ήλιος χτύπαγε αλύπητα τη γη, και το βραδινό η κάψα έφευγε από τον ουρανό και η γης ανάδινε από τα σπλάχνα της μια καυτερή πνοή.
            Δυο μέρες τώρα κρατά η φυγή, αλλά την Τρίτη μέρα η έκταση έγινε γι’αυτούς υπερβολικά μεγάλη, και καταστάλαξαν σε μια καινούργια τεχνοτροπία της ζωής∙ η δημοσιά έγινε το σπίτι τους και η κίνηση το εκφραστικό τους μέσο. Καταστάλαξαν σιγά σιγά στην καινούργια ζωή. Πρώτα η Ρουθ και ο Γουίνφηλντ, έπειτα ο Αλ, έπειτα ο Κόνυ και η Ρόζα, και τελευταία, οι πιο ηλικιωμένοι. Η χώρα ξετυλιγόταν ίδια μεγάλα στατικά πρηξίματα της γης. Γουάιλντοράντο, Βίγκα, Μπόιζ, Γκλένριο. Εδώ τελειώνει το Τέξας. Νέο Μεξικό και τα βουνά. Στο απόμακρο, τα βουνά υψώνονταν κυματιστά πάνω στον ουρανό. Κι οι ρόδες έτριζαν παντού τριγύρω, οι μηχανές πάθαιναν υπερθέρμανση και ο ατμός πιτσιλούσε γύρω στις τάπες των ψυγείων. Σύρθηκαν ως το ποτάμι Πέκος και το πέρασαν κοντά στα Σάντα Ρόζα. Και τράβηξαν είκοσι μίλια παραπέρα.

            Στο Κάνσας και στο Αρκάνσας, στην Οκλαχόμα, στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό, έμπαιναν τα τρακτόρια κι έδιωχναν τους νοικάρηδες.
            Τριακόσιες χιλιάδες ήταν κιόλας στην Καλιφόρνια, κι έρχονταν ακόμα κι άλλοι. Οι δρόμοι της Καλιφόρνιας ήταν γεμάτοι έξαλλους ανθρώπους που έτρεχαν σαν τα μερμήγκια γυρεύοντας δουλειά, να σύρουν, να σπρώξουν, να σηκώσουν, ό,τι δουλειά και να’ναι. Για κάθε δουλειά που ήταν για έναν άνθρωπο, απλώνονταν πέντε ζευγάρια χέρια∙ και για κάθε μπουκιά ψωμί άνοιγαν πέντε στόματα.
            Και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, από την άλλη, που σε μια εξέγερση θα έχαναν τη γη τους, που έχουν μάτια να διαβάσουν ιστορία και να μάθουν το μεγάλο γεγονός: πως όταν η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια, τότε χάνεται απ’αυτά τα χέρια. Και το άλλο γεγονός που πάει συντροφικά: πως όταν μια πλειονότητα του λαού πεινά και κρυώνει, θα πάρει με τη βία ό,τι έχει ανάγκη. Και το μικρογεγονός που φωνάζει μέσα σε ολάκερη την ιστορία: πως η καταπίεση έχει για μοναδικό αποτέλεσμα να δυναμώνει και να ενώνει το λαό που καταπιέζεται. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγνόησαν αυτές τις τρεις κραυγές της ιστορίας. Η γης πήγε σε λιγοστά χέρια, οι άκληροι πλήθυναν, και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην καταπίεση του λαού. Ξοδεύοντας χρήματα σε όπλα, σε ασφυξιογόνα, για να προστατευτούν οι μεγάλες περιουσίες, παντού στάλθηκαν σπιούνοι για ν’αρπάξουν κάθε μουρμούρισμα επαναστατικό, κι έτσι να μπορέσει να ξεριζωθεί η εξέγερση.

            «Τομ, θα σε κυνηγήσουν» είπε η μητέρα. «Θα σε εξολοθρεύσουν, όπως κάνανε μ’εκείνο το παιδί, τον Φλόυντ».
            «Όπως κι αν είναι, θα με κυνηγήσουν. Κυνηγάνε όλους τους δικούς μας».
            «Τομ, δεν έχεις στο νου σου να σκοτώσεις κανέναν;»
            «Όχι. Συλλογιόμουν, μια και είμαι εκτός νόμου όπως το λένε, πως θα μπορούσα να… Δεν τα ξεκαθάρισα μες στο μυαλό μου. Μητέρα, μη με στενοχωρείς. Μη με στενοχωρείς».
            Κάθονταν σιωπηλοί μέσα στη θεοσκότεινη σπηλιά που φτιάναν οι βατομουριές. Η μητέρα είπε: «Πώς θα μάθω νέα σου; Μπορεί να σε σκοτώσουν και να μην το μάθω. Μπορεί να σε χτυπήσουν. Πώς θα ξέρω τι γίνεσαι;»
            Ο Τομ γέλασε βιασμένα. «Ε, όπως έλεγε κι ο Κέισι, μπορεί ο άνθρωπος να μην έχει δική του ψυχή, μα μόνο ένα κομματάκι από μια μεγάλη ψυχή… κι έτσι, τότε…»
            «Τομ, τότε, τι;»

            «Τότε δε θα’χει σημασία. Τότε θα βρίσκομαι αόρατος παντού, θα βρίσκομαι παντού… όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φάνε, θα’μια κι εγώ εκεί. Όπου κανένας πολισμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα’μια κι εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα’λεγε ο Κέισι, ε, θα’μαι κι εγώ μες στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων, και… θα’μαι και μες στο γέλιο των παιδιών, σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό είναι έτοιμο. Και όταν πια οι δικοί μας θα τρώνε απ’όσα οι ίδιοι ανάστησαν, και όταν πια θα ζουν μες στα σπίτια που έχτισαν οι ίδιοι – ε, θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί». 


***

«Πρέπει να πάω στις κοιλάδες στα ενδότερα της χώρας. 5000 οικογένειες λιμοκτονούν εκεί. Η κυβέρνηση προσπαθεί να τους θρέψει και να τους περιθάλψει, ενώ οι Φασίστες των τραπεζών και των μεγάλων ιδιοκτησιών το σαμποτάρουν αυτό συνεχώς, και απαιτούν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό… Πρέπει να φτάσω εκεί και να δω αν μπορώ να κάνω κάτι για να χτυπήσω κατακέφαλα αυτού τους δολοφόνους. Ξέρεις τι φοβούνται; Σκέφτονται ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορέσουν να ζήσουν σε καταυλισμούς με αξιοπρεπείς συνθήκες υγιεινής θα οργανωθούν, πράγμα που τρομοκρατεί τους μεγαλοϊδιοκτήτες. Αλλά χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορεί να θεριστεί η σοδειά σε κανένα μέρος αυτής της χώρας… Είναι συνταρακτικό πόσα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα στις κοιλάδες μας. Θα κάνω ό,τι μπορώ».

John Steinbeck – Από επιστολή του προς την Elizabeth Otis.  


Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ημερολόγιο: "Πολιτική λογοτεχνία"



Το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εφηρμοσμένης Επικοινωνίας και το Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών διοργανώνουν για ένατη χρονιά τη σειρά διαλέξεων «Ζητήματα Επικοινωνίας».

Η δεύτερη εκδήλωσή έχει θέμα: «Πολιτική και Λογοτεχνία»

Η πολιτική στο σύγχρονο κόσμο πρέπει να διέπεται από δυο τουλάχιστον αναγκαιότητες: την αναγκαιότητα της λογικά συνεπούς δράσης η οποία όμως δεν θα παρακάμπτει την πολιτική ηθική και την αναγκαιότητα της ιστορικής κατανόησης των αιτιωδών νόμων που διέπουν το γίγνεσθαι.
Και τις δυο αυτές αναγκαιότητες υπηρετεί η κρυμμένη στα βιβλία σοφία. Μπορεί όμως η ανάγνωση βιβλίων και η συναφής γνώση να διαφοροποιήσουν ή να αλλάξουν ριζικά τις αντιλήψεις και τις ιδέες των πολιτικών (;).
Οι λέξεις, οι σκέψεις, οι έννοιες σχηματίζουν νοήματα που βοηθούν τους πολιτικούς να διαμορφώσουν πιο σαφή και συνεκτική κοσμοαντίληψη (;) ή τους παρέχουν το απαραίτητο ηθικό, γίνονται δηλαδή εργαλείο δουλειάς, για να «περάσουν» ευκολότερα τις προ-ειλημμένες αποφάσεις τους στην κοινή γνώμη (;).
Το λογοτεχνικό έργο, το φιλοσοφικό δοκίμιο, το ιστορικό μυθιστόρημα συνιστούν άραγε μέρος της γενεαλογίας της σύγχρονης πολιτικής σκέψης και μήτρα της πολιτικής πράξης (;).
Ο πολιτικός πρέπει να ακονίζει την ιστορική/φιλοσοφική/κοινωνιολογική σκέψη σαν να ’ταν πολιτική πράξη ή πρέπει να ακονίζει την πολιτική πράξη σαν να ’ταν ιστορική/φιλοσοφική/κοινωνιολογική σκέψη (;).
Αυτοί που ξέρουν (επιστήμονες, διανοούμενοι) και αυτοί που κυβερνούν (πολιτικοί) σε ποιο σημείο συναντώνται άραγε αν όχι στο βιβλίο (;).
Ο συγγραφέας δεν είναι ακούσιος καθρέφτης της κοινωνίας αφού διακατέχεται και αυτός από εμμονές αλλά οφείλει – ιδίως στη μυθοπλασία ιστορικών γεγονότων – να τηρεί τους κανόνες της επιστημονικής αξιοπιστίας.
Το πέρασμα από την Πολιτική Ιστορία στη Λογοτεχνία, και δη στη μυθιστορία, μπορεί να είναι ιδεολογικά φορτισμένο αλλά δεν είναι θεμιτό μέσα από διηγήματα να περνάνε οι συγγραφείς μαύρη προπαγάνδα (κατά προσώπων ή ομάδων ή αντιλήψεων).

Ομιλητές:
Φωτεινή Τσαλίκογλου
καθηγήτρια ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου «Πονάω κι εγώ μαζί σας»
Η ρητορεία της συμπόνιας στην Πολιτική και η Λογοτεχνία.


Γιώργος Νικολόπουλος 
αναπληρωτής καθηγητής εγκληματολογίας, στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Λογοτεχνία και κοινωνικός έλεγχος της παρέκκλισης:
Για μια ριζική κριτική του κανόνα.


Θωμάς Ψύρρας 
βουλευτής ΔΗΜΑΡ
Η χρήση του λογοτεχνικού έργου: από το “πολιτικό” στην πολιτική.


Αλέξης Ζήρας 
κριτικός λογοτεχνίας
Προβλήματα της λογοτεχνικής αναπαράστασης σε περιόδους κρίσης.

Η εκδήλωση θα γίνει την Τρίτη 1 Απριλίου 2014, στο Κεντρικό Κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πανεπιστημίου 30), στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης», ώρα 6:00 μ.μ.


Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Σ. Ασημακοπούλου - Μπόμπυ Σαντς



Η Σοφία Ασημακοπούλου αγωνίστηκε στην Εθνική Αντίσταση και στο πλάι του Παναγούλη, του Μουστακλή και άλλων πάλεψε για την πτώση της χούντας. Για τη δράση της εναντίον της δικτατορίας φυλακίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ για αρκετό χρονικό διάστημα, υποβλήθηκε σε ψυχολογικά βασανιστήρια και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών και στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων. Στο παρακάτω ποίημα ασχολείται (και ίσως να'ναι κι από τους ελάχιστους- αν όχι η μοναδική) με τη δράση του Ιρλανδού πολιτικού κρατουμένου και απεργού πείνας Μπόμπυ Σαντς. 



Γεννήθηκες για να γελάς
για να μιλάς γεννήθηκες.
Η σιωπή σου μιλούσε 
Μπόμπυ Σαντς.
Γεννήθηκες να πολεμάς
τον πόνο
και να νικάς τον πόνο. 
Ποιος μπορεί να μετρήσει 
την αντοχή σου, Μπόμπυ Σαντς!
Ο στόχος σου,
στόχος ιερός για κάθε άνθρωπο 
κι ο αγώνας σου 
αγώνας που της σκλαβιάς 
τη μαύρη πλάκα σπάει. 

Γεννήθηκες για ν'αγαπάς 
και να χτυπάς. Την αδικία να χτυπάς
Μπόμπυ Σαντς. 
Σε μιαν αυλή γεννήθηκες 
κι ήταν αυγή 
και σε ανήλιαγο πέθανες κελί
με αγκαλιά την περηφάνια
Μπόμπυ Σαντς. 






Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

"Η γριά" του Δανιήλ Χαρμς στο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών


Μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι «ανοησίες»: μόνο ό,τι δεν έχει καμιά πρακτική σημασία. Μ’ ενδιαφέρει η ζωή μόνο στις παράλογες εκφάνσεις της. ~ Daniil Kharms ~


Στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από τις 18 έως τις 21 Ιουλίου: ο μάγος του θεάτρου της εικόνας, Μπομπ Ουίλσον, με τον θρύλο του χορού Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, και τον Ουίλλεμ Νταφόε, διάσημο ηθοποιό με θητεία στο περίφημο Wooster Group, ζωντανεύουν το σουρεαλιστικό, ποιητικό και ειρωνικό σύμπαν ενός σπουδαίου λογοτέχνη της ρωσικής πρωτοπορίας.
Ο Δανιήλ Χαρμς, αβανγκάρντ Ρώσος λογοτέχνης του '30, εξισορρόπησε το κανιβαλικό στοιχείο με την καθαρότητα, αλλά οι σταλινικές εκκαθαρίσεις έδωσαν τέρμα στη ζωή και το έργο του. Με το έργο του "Η Γριά", η εκτενέστερη πολιτική νουβέλα, πυροδοτεί μια σκοτεινή πολιτική αλληγορία και μας βάζει αναπόφευκτα εις το μέσον αυτών των καιρών. 

Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Σχεδιασμός φωτισμού
Robert Wilson
 
Ερμηνεύουν
Mikhail Baryshnikov
Willem Dafoe
 
Μουσική επιμέλεια
Hal Willner

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Ραμπαβίλας Α. - Ο Γέρος από τη Γλόγοβα



Τον πρόλαβαν εκεί στο ρέμα μιάμιση ώρα όξω απ΄ το χωριό. Δεν τον έβγαλαν τα κότσια να σκαλώσει πιο ψηλά, μέσα στο λόγκο, όπου σκόρπισαν κι οι άλλοι χωριανοί. Γέρος άνθρωπος, τι να σου κάνει. Κι αυτό που βάδισε πολύ του ήταν. Μέσα στην αναμπουμπούλα εκείνο τ΄ ανοιξιάτικο πρωινό που τα καραούλια κι οι σύνδεσμοι σήμαναν τον κίνδυνο κοντινό, άλλες φροντίδες κι άλλες έγνοιες έδερναν τον καθένα κι όλους: Τα παλικάρια πήραν με τα ζα να διώξουν τα πολεμεφόδια κι άλλα τρέξαν σύνδεσμοι και άδραξαν ακόμη και τα όπλα για βοήθεια του στρατού. Οι άλλοι, κοίταζε να κρύψει ο καθένας ό,τι - ό,τι, κι ο καθένας με τον πόνο του. Τα κορίτσια τις προίκες, ο νοικοκύρης της φαμίλιας το ψωμί και η νοικοκυρά τα σιγύρια της. Κι άμα το τελευταίο καραούλι σφύριξε και βάρεσε η καμπάνα ό,τι πρόλαβε ο καθένας πρόλαβε. Όλοι πια χυθήκαν όξω απ΄ το χωριό εκείθε που έδειξαν οι υπεύθυνοι: Άντρες με φορτωμένα ζα, γυναίκες με μωρά, παιδόπουλα φοβισμένα, όλοι φεύγαν.
            Έρχονταν ο φασισμός! …
            Μα ο μπάρμπα–Βασίλης ξέμεινε στα χαμηλά. Ποιος να προσέξει πια τους γέρους τέτοια ώρα…

***

            Έφαγε όλη του τη ζωή απάνω κει στα πετροβούνια της Γορτυνίας, ιδροκοπώντας να γονιμέψει μια σποριά ξερότοπο για να τα βγάλει πέρα με τη φαμελιά του. Ο Μήτσος του, ο μόνος γιος που τούμεινε, δεκαοχταχρονίτικο παλικάρι κι αν είχε βγάλει το σχολειό με άριστα και τον παινεύαν οι δασκάλοι, όμως έμενε ακόμα κει κι έβοσκε τα 5-10 γίδια του σπιτιού. Τι να του κάμει; Έδωκε πήρε πια με τον πολιτικό που είχε κι έλεγε πως ψήφιζαν το σόι τους πάππου προς πάππου. Έλπισε να του βόλευε κάπου το παιδί για να μπορέσει να σπουδάξει. Μα δε βαριέσαι… Πρέπει να κόβει το μαχαίρι σου πολύ για να σου κάμουνε δουλειά εφτούνοι οι μπαγαπόντηδες. Εφτούνου του έρμου άμα τέλειωσαν τα ψέματα του κλείσαν και την πόρτα.
            — Α, να όψεσαι καταραμένο χρέος κι οι αρρώστιες που με φάγατε! … — έλεγε ο μπαρμπα-Βασίλης. — Κι απέ δεν προσκύναγα εγώ ποδιές.
            Και πως  να βάλει άλλο χρέος ο έρμος, που για τούτο το πρώτο θέλαν να του πάρουν κιόλας το χωράφι οι θεομπαίχτες… βαρύ πράμα το χρέος και δε βγαίνει εύκολα…
            Πήρε πια τα μάτια του το δόλιο το παιδί και τράβηξε για την Πρωτεύουσα. Κι από τότε ούτε το ξανάειδανε. Τους έγραψε στην αρχή τα βάσανά του, μα ύστερα το πήρε ο πόλεμος… Κι από τότε ζουν στο φτωχικό με το μαράζι. Ούτε τον ξανάειδαν.

***

            … Τους είδε τώρα που ζυγώναν κι είπε, πάει… Τόσα ήταν τα ψωμιά μου. Μαρμάρωσε κει δα ώσπου τους ένιωσε από πάνω του.
            — Σήκω απάνω, γέρο Κ…, και τέσσερα χέρια τον έστησαν ορθό. — Δε μας θες εμάς, ε; Στάσου και θα ιδείς... κι ετοιμάστηκαν...
            Μα δεν τόκαμαν. Είχαν ξεθυμάνει από το γιόμα στο χωριό. Και πάνω στην ώρα τους ερχόταν τούτος δω παραγγελιά. Ο αέρας δε μύριζε καλά. Η νύχτα είναι τρόμος μέσα σε τούτα τα βουνά κι έπρεπε να βγουν νωρίς στο δρόμο… Εκεί στη δημοσιά που πρόσμεναν οι μηχανές τους…
            Τον έβαλαν λοιπόν μπροστά κι η φάλαγγα εκίνησε ξανά. Πού και πού ξαμολάνε και καμιά ριπή στους θάμνους της πλαγιάς. Τίποτα δε φαίνεται μα η σιωπή είναι πάντα φοβερότερη…
            Από τα πρώτα κιόλας βήματα κάτι κλώτσησε μέσα του. Και μισή ώρα τώρα που περπατούσε όλο και φουντώνει και φουντώνει. Και του πνίγει το λαιμό. Δεν ξέρει πως μα τούτη την ώρα βρήκε να γυρίσει στο μυαλό του όλη του η ζωή… Και προ πάντων τούτα ταναθεματισμένα τρία χρόνια…
            … Είχε ρθει και στα βουνά η μαυρίλα της σκλαβιάς. Οι κοκορόφτεροι του Ιμπέρο ρήμαζαν τα δόλια τα χωριά. Και μάζευαν τον κόσμο για τις φυλακές… μα ήρθε και κείνη η άνοιξη του 43. Και λες ύστερα από ένα μυστικό δείπνο άστραψε η φλόγα, σήμανε η ανάσταση στο Μοριά. Βρόντηξε το καριοφίλι απ΄ τα Καλάβρυτα ως τη Μάνη. Κι έφυγε πανιασμένη η τυραννία και η προδοσία για τις πολιτείες. Κι ήρθαν εκείνα τα ξεφτέρια… γιόμισαν τα βουνά στρατό… Κι άλλαξε ο τόπος κι ο ντουνιάς. Άλλες σειρές, άλλα πράματα. Που να τα χωρέσει ο νους όσα δεν έμαθε μι΄ αλάκερη ζωή… Θυμάται μόνο κείνη τη νυχτιά: Δίπλα στο παραγώνι έστριβε το τσιγάρο του αυτός, κι αντίκρα ο ξένος στέγνωνε… Ήταν ο ξένος της βραδιάς… που δεν ήταν ξένος…
            Από νωρίς τα είχαν πει στον καφενέ με το χωριό κι ένα σωρό ντιβέλια γύριζαν στο νου… Δε μπορούσε να χωνέψει τέλος πάντων: Γιατί δεν έριχνε ντουφέκια πια ο Εγγλέζος… που θα τον λιώναμε στο πι και φι τον Γερμανό… Γιατί έρχονται ρωμιοί και καίνε τα χωριά… Και τούτοι πάλι δω απάνω τι σου λένε. Αντίχριστους τους έλεγαν και δεν πειράξαν ούτε κονοστάσι. Και ρχόνται οι άλλοι και μας καιν τις εκκλησιές… Ληστές τους λέγανε και τούτοι μόνο σβύσαν την κλεψιά. Κι η αγάπη, κι η ομόνοια και το δίκιο πούναι τώρα στο χωριό… Κι η θυσία ολονών για τον αγώνα… Που άλλοτε που σκοτωνόμαστε για μια παλάμη τόπο…
            Κι ήθελε λοιπόν να μάθει γιατί τάχα; Τόσον καιρό οι άλλοι δε μπορούσανε να βάλουν τούτη τη σειρά. Τόσοι γραμματικοί, σοφοί, τρανά κεφάλια. Δεν ήξεραν να βάλουν τούτη τη σειρά; Κι αφήνανε τους κλέφτες να ρημάζουν τα χωριά. Κι είχαν τους χωριανούς να χάνονται στα δικαστήρια. Και μόνο φόρους θέλανε. Κι αντί για φως έστελναν τους χωροφυλάκους… Γιατί, γιατί τάχα; Κι ήθελε να μάθει μονομιάς, Και ρώταγε τον ξένο σα μικρό παιδί, αυτός… Αυτός που είχε πάνω του σοφία 80 χρονών μοναχά… Κι ο ξένος γελαστός τον άκουγε και γλυκομίλητος του τάκανε ύστερα λιανά… Κι είπε γιατί σκλαβωθήκαμε. Και γιατί βγήκαν τούτοι στα βουνά. Και γιατί ακολούθησε ο λαός… Κι άφηκε τις μιζέριες τις παλιές… Και φαγωμάρες… και κλεψιές… Γιατί κυβέρναγε πια ο ίδιος! Αυτός που πολέμαε για τη λευτεριά. Που ξαναβρήκε πάλι το λαμπρό εαυτό του ύστερ΄  από εκατόν τόσα χρόνια που τον παίδευε η Σκουριά… Η Σκουριά που τώρα έστελνε τη φωτιά της απ΄ την Πολιτεία στριμωγμένη.
            Τέλειωσε κλείνοντας το μάτι:
            — Κι άμα λες εφτούνα, μπάρμπα, θα γελάει ο Θοδωρής…
            — Ο Θοδωρής… ποιος, ο γέρος;
            — Ναι ο πατριώτης σου. Μπορεί να μας ακούει… Αυτός την ήξερε τη Σκουριά καλά…
            — Και θα γίνουνε, παιδί μου, εφτούνα;
            — Γιατί όχι; Δυο φορές πληρώνουμε αίμα. Δεν ταξίζει;
            — Και δεν θάχει ο κόσμος χρέητα;
            — Δεν θάχει χρεοφειλέτες να τον γδέρνουν. Κι άμα ορίζει ο καθένας το δικό του γεια χαρά στους δουλεφτάδες… Λέφτερη δουλειά που δεν την κλέβουν θρέφει δέκα σήμερα. Όλοι θα γινούμε αφέντες.
            Αφέντης κι ο μπάρμπα-Βασίλης; Αμ εγώ κι η γριά μου το φάγαμε το ψωμί μας… είπε αναστενάζοντας. Λέγαμε για κείνο το καψερό μην έρθει…
…………………………………………………………………………………………………...............
            Μια τσαρουχοκλωτσιά τον έφερε στη γη.
            — Ε, διαβολόγερε! Κοιμήθηκες; Πούθε θα πάμε, δεξιά ή ζερβά; Νυχτώσαμε.
            Γύρισε πίσω δαγκωμένος. Άλλος άνθρωπος. Η Σκουριά… να τι έστελνε η Σκουριά…
            Κάτω απ΄ τα πυκνά φρύδια, πάνω στην παράξενη γυαλάδα των ματιών αντιφεγγίστηκε με μιας ο λάμπαδος που υψώνονταν ακόμη απ΄ το χωριό. Κι ύστερα η κάπνα πέρασε σα σύννεφο από μπρος κι έφερε τη σκοτεινιά.
            — Δεξιά ή ζερβά; … ζερβά θα είναι. Κάτι είχε νοιώσει εκείθε από νωρίς. Εκείθε από τη ρεματιά.
            Εμπρός λοιπόν! … Ζερβά θα πάμε αφεντικά. Ζερβά καπεταναίοι μου. Εδώθε είναι ο δρόμος του Θεού. Σας πάω στο πι και φι και σίγουρα, να δείτε…
            Μπήκε μπρος ανάλαφρος. Και είχε ισιώσει το καμπούρικο κορμί. Είχε ψηλώσει ο γέροντας λες κι ήταν τα βουνά της δυναστεμένης γης. Έτρεχε σαν παληκαρόπουλο μπροστά. Κι ακλούθαε το μπουλούκι μες στη ρεματιά.
            Ο ήλιος έγερνε να μη δει τη συμφορά…
            Ξάφνου ακούστηκε μια ριπή… Ε, κι άναψεν ο τόπος. Και στοίχειωσαν οι πέτρες μονομιάς. Και ξέρναγαν ως και τα δεντρά φωτιά…
            Πάει το μπουλούκι…
            — Αχαχάαα και γιόρταζεν ο γέρος…
            Και χόρευε τρελός μες στη φωτιά.
            — Βρωμοφάρα… σας έδειξα το δρόμο μια φορά… Σας έφερα στη σιγουριά… Αμ κάτι αξίζει κι ένας γέρος σαν ανοίξει τα στραβά…
            Άλλη μια ριπή και πάει κι ο γέρος θερισμένος κάτω… Απ΄ τους οχτρούς; Απ΄ τους δικούς; Ποιος ξέρει…
            Μα το χαμόγελο δεν έσβησε απ΄ τα χείλη. Αγκάλιασε την ιδρωποτισμένη γη του. Τον αγκάλιασε κι αυτή. Και καρτερεί. Πόσο θα καρτερεί;




Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Οι καταραμένοι "Μπιτ" (Μέρος Α')







Άλλεν Γκίνσμπεργκ (1926- 1997)- το όνομα του δίπλα στους πιο ζοφερούς χαρακτηρισμούς. Η φωτογραφία του μια προσωπογραφία της τρέλας. Το αμερικανικό σύστημα τον έχει φτύσει, ήταν ένας παράταιρος... ήταν ένας από τη "Γενιά των Μπιτ"... 
Το όνομα της γενιάς αυτής, άλλωστε, φανερώνει και το ρόλο της, τον λόγο υπάρξεως της: ένα γερό χτύπημα σε κατεστημένα και κομφορμιστές, στον συντηρητισμό και στην ανουσιότητα, στο βάφτισμα κάθε τι σαπισμένου σε "θεσμό". Πλήρης απαξίωση, σάτιρα, κυνηγητό, θάνατος. 
Ό,τι άσχημο έχει δώσει στον Γκίνσμπεργκ η ζωή θα το φέρει στην επιφάνεια με τα ποιήματά του- πράγματα που του'χει πετάξει κατάμουτρα η κοινωνία, αυτοβιογραφικά στοιχεία και ένα απέραντο αλισβερίσι σκέψεων, φόβων και καθημερινότητας θα τα βρει κανείς στους στίχους του. Για τα ίδια πράγματα που παρουσιάζει, ζώντας τα, θα τον κυνηγήσουν οι αρχές. Το 1956 θα εκδοθεί το βιβλίο "Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα" και θα κατασχεθεί κατευθείαν από τις τελωνειακές αρχές των ΗΠΑ. Έπειτα ακολουθούν δίκες για το περιεχόμενο του βιβλίου. 
Στην Ελλάδα η μετάφραση ποιημάτων των ποιητών της Μπιτ γενιάς στην εποχή- ειδικά- της χούντας, θεωρήθηκε από μόνη της πράξη αντιστασιακή. 

Από μόνη της η ποίηση είναι πύλη ουρανοκατέβατη, αδιέξοδη, ιδιάζουσα και ολιγαρκής. Η ποίηση όμως που συνοδεύεται από ουρλιαχτά και φωνές είναι σκιά και πρέπει πάντα να σε ακολουθεί... 





Ο Α. Γκίνσμπεργκ απαγγέλλει το ποίημά του "Αμερική"




ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ


Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες!
Βγάλτε τίς πόρτες απ' τούς μεντεσέδες!



Γιά τον Κάρλ Σόλομον *

Ι

Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ' την
    τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,
νά σέρνονται μέσ' απ' τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή 
γυρεύοντας μιά φλογισμένη δόση,
χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επουράνιο 
δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,
φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμένοι
 ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων
 διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορφές
 τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,
πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ' τόν εναέριο
    σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας 
φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,
πού πέρασαν απ' τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι 
αχτινοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραματικά 
λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδαρίνους τού πολέμου,
πού αποβλήθηκαν απ' τίς ακαδημίες γιατ' ήσαν λέει τρελοί κι
    εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,
πού τρέμανε σ' αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας
    τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ' αυτί
    στόν Τρόμο μεσ' απ' τόν τοίχο,
πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας
    φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,
πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Παράνταϊς Άλλεϋ, 
θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους
    κάθε νυχτα
μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ' εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες
    καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,
ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό
    μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερσον, 
καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,
Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πράσινων
 δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, 
αύτοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες
    σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,
    ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώμενα χειμωνιάτικα 
δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαραληρήματα 
κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,
πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ' τό
    Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών
    τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας
    σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμένοι 
από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,
πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ
    καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη
    μπίρα στήν  ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό
    τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,
πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ' τό πάρκο στό
    σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού
    Μπρούκλιν,
ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ'
    τίς βεράντες απ' τίς εξόδους πυρκαγιάς απ' τά παράθυρα απ'
    τό Εμπάιερ Στέητ απ' τήν σελήνη,
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
    γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε
    καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,
ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη
    ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,
    κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,
πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέρασμά 
τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ
    Χώλ,
υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής
    Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώσεως
 στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,
πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων
    κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν
    κανένα μέ παράπονο,
πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κροτάλιζαν 
τραβώντας μεσ' απ' τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρμες στήν παππούδικη νύχτα,
πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού
    τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο
    ενστικτωδώς κάτω απ' τά πόδια τους στό Κάνσας,
πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνοντας 
γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν 
φανταστικοί ινδιάνοι άγγελοι,
πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη
    άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,
πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα
    όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου
    μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,
πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψάχνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν
    αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί
    τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν
    γιά τήν Αφρική,
πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας
    πίσω τους τίποτ' άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς
    καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό
    τζάκι Σικάγο,
πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή  ερευνώντας τό  F.B.I  μέ
    γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ
    καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,
πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυρόμενοι
 γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-
    πιταλισμού,
πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον
    Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι
    σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,
    τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό
    φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,
πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί
    τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών
πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοητευμένοι
 σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν
    είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια 
παιδεραστία καί μέθη,
πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθηκαν 
έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννητικά όργανα,
πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους 
μοτοσυκλετιστές κι αλάλαζαν από χαρά,
πού κάνανε τσιμπουκι μ' αυτά τ' ανθρώπινα σεραφείμ, τούς
    ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,
πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό
    γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζοντας 
μ' απλοχεριά τό σπέρμα τους σ' όποιον κι άν ήθελε,
πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί 
τέλειωσαν μ' ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ' ένα χαμάμ
    όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει
    μ' ένα ξίφος,
πού χάσανε τ' αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής
    μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δολάριου 
τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω
    απ' τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει
    τίποτ' άλλο απ' τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλιδίζει 
τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού
    τεχνίτη,
πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ' ένα μπουκάλι
    μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέσαν 
κάτω απ' τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί
    έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα
    τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό 
τελευταίο παίξιμο τής συνείδησης,
πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας
    στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι
    όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας
    οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,
πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμμένα  αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως
    αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ -
    χαρά στ' αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-
    σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
    κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες
    γκαρσόνες στ' ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων
    τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ουρητηρίων
 βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,
πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, 
μετακινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ'ένα απροσδόκητο Μανχάτταν, σύρθηκαν έξω απ' τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ'τό
    άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής
    Τρίτης Λεωφόρου  καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό 
γραφείο ανεργίας,
πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα
    αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρτα 
τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ' ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο
    καί αχνούς,
πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς 
πολυκατοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν
    γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κεφάλια τους 
στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,
πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν 
κάβουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ, 
πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους
    γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,
πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ'
    τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς
    σοφίτες τους,
πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ
    φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από 
καφάσια θεολογίας,
πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλητες
 επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές 
ασυναρτησιών,
πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές
    μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο
    τών φυτών,
πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας
    γιά ένα αυγό,
πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ' τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν
    ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ' τό Χρόνο, καί ξυπνητήρια 
πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ' όλη τήν
    επόμενη δεκαετία,
πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,
    τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν μαγαζιά
    μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,
πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια
    στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ' εκρήξεις μολυβένιου
    στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμάτων 
τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράιδων 
τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων
    διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα
    ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,
πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι
    συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασματική 
ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς 
κέρασαν μιά μπίρα,
πού τραγουδούσαν απ' τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμένοι, 
έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασσάικ, 
ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρεψαν 
ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό
    μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ
    τού '30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή
    ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ' αυτιά τους καί συριγ-
    μούς κολοσσιαίων σειρήνων,
πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξιδευόντας
 ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί
    τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,
πού διασχίσανε τή χώρα απ' τό 'να άκρο στ' άλλο σ' εβδομηνταδύο
 ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες
    ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν 
Αιωνιότητα,
πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού
    ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-
    γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό
    Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν' ανακαλύψουν τό Χρόνο,
    καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,
πού πέσανε στά γόνατα σ' απελπισμένες εκκλησιές καί προσευχήθηκαν
 ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση
    καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά
    στιγμή,
πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθανους
 εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής
    πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά
    μπλούζ στό Αλκατράζ,
πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συνήθεια, 
ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν
    Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκομοτίβα
 ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή
    γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,
πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό 
ραδιόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέλα 
καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,
πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού
    στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν
    στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα
    κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας
    άμεσο λοβοτομία,
 καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της 
ινσουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας
    ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί 
αμνησίας,
πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ
    πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά
    λίγο στην κατατονία,
καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ
    μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν
    ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελοπόλεων
 τών Ανατολικών Πολιτειών,
στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού
    Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,
    χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής
    αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν
    πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,
μέ τή μάνα τελικά....... καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο
    πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα
    πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού 
    βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-
    πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-
    μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο 
τριαντάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, 
φανταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο
    κομματάκι παραισθήσεως -
Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα
    είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού
    χρόνου -
καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμονισμένοι
 από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρήσης 
τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί
    τού παλμικού επιπέδου,
πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώρο 
καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγίδευαν
 τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές 
εικόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό
    ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν 
    αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus
 γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού 
ανθρώπινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί
    νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως
    ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής
    σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,
ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι
    όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά
    ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς
πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής
    τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν
    το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ
    μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανατρίχιασε
 τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο
μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί 
    πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά 
    χίλια χρόνια.



II

Ποιά σφίγγα τσιμέντου καί αλουμίνιου έσπασε τά κρανία τους 
    καί καταβρόχθισε τά μυαλά καί τή φαντασία τους;
Μολώχ ! Μοναξιά ! Βρομιά ! ’Ασχήμια ! Σκουπιδοτενεκέδες 
    κι απρόσιτα δολάρια ! Παιδιά πού τσιρίζουν κάτω άπ’ τίς 
    σκάλες ! ’Αγόρια πού κλαΐνε μ’ αναφιλητά στούς στρατούς ! 
    Γέροι πού κλαψουρίζουν στα πάρκα !
Μολώχ ! Μολώχ ! Εφιάλτης τού Μολώχ ! Μολώχ ό χωρίς 
    αγάπη καμιά ! Μολώχ τού μυαλού ! Μολώχ ό στυγνός κρι-
    τής τών άνθρώπων !
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή ! Μολώχ τό νεκροκέφαλο άψυχο 
    κάτεργο καί  Κογκρέσο τών θλίψεων ! Μολώχ τών κτιρίων 
    τής κρίσεως ! Μολώχ ό θεόρατος λίθος τού πολέμου ! Μολώχ 
οί αποσβολωμένες κυβερνήσεις !
Μολώχ μέ τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής ! Μολώχ πού στίς φλέβες 
    σου τρέχει ρευστό ! Μολώχ μέ τά δάχτυλα δέκα στρατιών. 
    Μολώχ μέ άνθρωποφάγο στήθος δυναμό ! Μολώχ μέ τ’ αύτι 
    πού καπνίζει σαν τάφος !
Μολώχ μέ τά μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ τών 
    ουρανοξυστών στή σειρά καθισμένων στούς απέραντους δρόμους
 σάν ’Ιεχωβάδες ! Μολώχ έργοστασίων πού κρώζουν 
    στό πούσι κι ονειρεύονται ! Μολώχ καμινάδων κι άντένων 
    πού στέφουν τις πόλεις !
Μολώχ μέ αγάπη απέραντη πετρελαίου καί πέτρας ! Μολώχ 
    μέ ψυχη τραπεζών κι ηλεκτρικής ένεργείας ! Μολώχ πού ή 
    φτώχεια σου είναι τό φάσμα τής μεγαλοφυίας ! Μολώχ πού 
    ή μοίρα σου είναι ένα σύννεφο αφύλου υδρογόνου ! Μολώχ 
    πού τ’ όνομά σου είναι Νούς !
Μολώχ πού μέσα σου νιώθω μονάχος ! Μολώχ πού μέσα σου 
    ονειρεύομαι αγγέλους ! Τρελός στόν Μολώχ ! Πούστης στόν 
    Μολώχ ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στόν Μολώχ !
Μολώχ πού μπήκες στήν ψυχή μου νωρίς ! Μολώχ πού μέσα 
    σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση ! Μολώχ πού μέ τρόμαξες
 πάνω στή φυσική μου έκσταση ! Μολώχ πού σ’ εγκαταλείπω !
 Ξυπνώ στον Μολώχ ! Φώς κατεβαίνει άπο τον 
    ουρανό !
Μολώχ ! Μολώχ ! Ρομπότ διαμερίσματα ! αόρατα προάστια ! 
    σκελετώδη θησαυροφυλάκια ! τυφλές πρωτεύουσες ! δαιμο-
    νικές βιομηχανίες ! φασματικά έθνη ! αήττητα τρελοκομεία ! 
    γρανιτώδες ψωλές ! τερατώδεις μπόμπες !
Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας τόν Μολώχ στόν Ούρανό ! 
    Πεζοδρόμια, δέντρα, ραδιόφωνα, τόνοι ! την πόλη σηκώνοντας
 στόν Ούρανο πού υπάρχει παντού τριγύρω μας !
Οράματα ! οιωνοί ! παραισθήσεις ! θαύματα ! εκστάσεις ! τά 
    πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι !
Ονειρα ! λατρείες ! φωτοχυσίες ! θρησκείες ! ολόκληρη η μαού-
    να φορτωμένη εύαίσθητο σκατό !
Ρήξεις ! πάνω άπ’ τό ποτάμι ! υστερίες καί σταυρώσεις ! κάτω 
    μέ τό ρέμα ! Εύφορίες ! Θεοφάνειες ! ’Απελπισίες ! Δέκα 
    χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες ! Μυαλά ! Αγάπες 
    νέες ! Παλαβή γενιά ! κάτω στά βράχια του Χρόνου!
Αληθινό άγιο γέλιο στό ποτάμι ! Τά είδαν όλα ! τ’ άγρια μάτια !
 τ’ άγια άλυχτήματα ! Είπαν αντίο ! Πήδηξαν άπ’ τή 
    στέγη ! στή μοναξιά! κουνώντας τα χέρια ! κρατώντας λουλούδια !
 Κάτω στό ποτάμι! κάτω στό δρόμο!



III

Κάρλ Σόλομον ! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ 
    όπου πιο τρελός είσαι από μένα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πρέπει νά νιώθεις πολύ παράξενα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου μιμείσαι τή σκιά της μάνας μου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σκότωσες τίς δώδεκα γραμματείς σου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου γελάς μέ τοΰτο τ’ άόρατο χιούμορ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στήν ίδια φοβερή 
γραφομηχανή
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ή κατάστασή σου είναι σοβαρή καί τή λέν στό 
ραδιόφωνο
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου οι κρανιακές λειτουργίες δ΄ρν δέχονται πιά τά σκουλήκια
 τών αισθήσεων 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πίνεις τό τσάι απ’τά στήθια των γεροντοκόρων τής 
    Γιούτικα 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου λογοπαικτείς πάνω στά σώματα τών νοσοκόμων σου 
    τίς στρίγκλες τού Μπρόνξ 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ούρλιάζεις μές στό ζουρλομανδύα πώς χάνεις τό παιχνίδι
 στό πραγματικό πίνγκ πόνγκ τής αβύσσου 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πώς ή ψυχή είναι αθώα 
    καί άθάνατη ποτέ δέν πρέπει νά πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα 
    στρατοκρατούμενο τρελάδικο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου πενήντα άκόμη σόκ κι ή ψυχή σου δέν θά ξαναγυρίσει 
    στό σώμα της απ’τό προσκύνημά της σ’ένα σταυρό στό 
    κενό
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου κατηγορείς τούς γιατρούς σου για φρενοβλάβεια καί 
    καταστρώνεις τήν εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάντια 
στόν φασιστικό εθνικό γολγοθά 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου θά σχίσεις στά δυό τόν ουρανό τής Λόνγκ Άιλαντ καί
    θ’αναστήσεις τόν ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησού απ’τόν 
    υπερανθρώπινο τάφο 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ 
    όπου υπάρχουν είκοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι 
    μαζί τραγουδώντας τίς τελευταίες στροφές τής Διεθνούς 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου σφιχταγκαλιάζουμε καί φιλούμε κάτω απ’ τά σεντόνια 
    τίς Ηνωμένες Πολιτείες τίς Ηνωμένες Πολιτείες πού βήχουν
 όλη νύχτα καί δέν θά μάς αφήσουνε να κοιμηθούμε 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    όπου ξυπνάμε από τό κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τά αεροπλάνα 
τών ψυχών μας πού σουρίζουν πάνω άπ’ τή στέγη ήρθαν 
    νά ρίξουν τίς αγγελικές τους μπόμπες τό νοσοκομείο 
καταυγάζεται στό φώς φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται Ώ
    κοκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω  Ώ αστερόεσσα καταπλη-
    ξία τού ελέους ό αιώνιος πόλεμος είναι εδώ  Ώ νίκη ξέχασε 
    τά εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι 
Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ
    στά ονειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι 
    πέρα για πέρα στήν εθνική οδό πού ζώνει τήν ’Αμερική μέ 
    δάκρυα ώς τήν πόρτα τού σπιτιού μου στή Δυτική νύχτα

                                                           Σάν Φρανσίσκο, 1955-56
                                                           (Μετάφραση: Άρης Μπερλής)




*   Ο Κάρλ Σόλομον, στον οποίο απευθύνεται το Ουρλιαχτό, ήταν ενορατικός ντανταϊστής από το Μπρόνξ και πεζοποιητής. Γνωρίστηκαν όταν ο φοιτητής Γκίνσμπεργκ εισήχθη στο Ψυχιατρικό Ίδρυμα Κολούμπια. Εκεί νοσηλευόταν ο Σόλομον, ο οποίος υποβαλλόταν σε σκληρές θεραπείες. Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, ο Καρλ είχε μόλις ολοκληρώσει μια θεραπεία ηλεκτροσόκ και μουρμούριζε «είμαι ο Κιρίλοφ», αναφερόμενος στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι. «Κι εγώ ο Μίσκιν» του είπε ο Γκίνσμπεργκ, αναφερόμενος στον πρίγκηπα από τον Ηλίθιο. Η γνωριμία αυτή τον τάραξε. Ουσιαστικά του έδωσε την πρώτη σπίθα της έμπνευσης για να γράψει έξι χρόνια αργότερα το Ουρλιαχτό. Αρκετές από τις φράσεις του ποιήματος είναι λόγια που παραληρηματικά κραύγαζε ο Σόλομον μετά τις θεραπείες του.