Γι' αυτό λοιπόν έκανα προσευχές
Και βούρκωσα και έβρισα και κλώτσησα τις σκάλες,
Ώστε τώρα, σαν πιάτο τοποθετημένη,
Απ' τις οκτώμισι να είμαι ξαπλωμένη;
(2017) Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα, μτφ Χαρίλαος Νικολαΐδης, εκδ. Θράκα
Γι' αυτό λοιπόν έκανα προσευχές
Και βούρκωσα και έβρισα και κλώτσησα τις σκάλες,
Ώστε τώρα, σαν πιάτο τοποθετημένη,
Απ' τις οκτώμισι να είμαι ξαπλωμένη;
(2017) Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα, μτφ Χαρίλαος Νικολαΐδης, εκδ. Θράκα
[...]
Όσο κι αν αντιστραφούν οι κοκκινοσκουφίτσες, όσο και αν αναζητηθούν οι συμβολικοί συσχετισμοί γυναικότητας και λύκωσης, το κείμενο δεν παύει να παραπέμπει σε μία αποκλειστικά ανθρώπινη αρένα σημασιοδότησης. Ή όπως πολύ καλύτερα το λέει ο Christopher Manes: κάποτε μιλούσε η φύση· τώρα μιλάνε μόνο τα κείμενα.[1]
Η συνείδηση πηγάζει από τη φυσική εμπειρία, από την αισθητηριακή μας συμμετοχή στην υλική ροή της ύπαρξης. Το ίδιο ισχύει και για το πρωταρχικό σημάδι της ανθρώπινης συνείδησης: τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά αντηχεί μονίμως το ποιος, το πού, το πότε. Ο γραπτός λόγος, ωστόσο, επέδρασε καθοριστικά στην τάση να εξαλειφθεί η σχέση σύνδεσης μεταξύ εαυτού και περιβάλλοντος· η αυθαίρετη φύση του σημαίνοντος δεν έχει καμία εγγενή σχέση με το σημαινόμενο –η λέξη «πέτρα», ούτε ακούγεται, ούτε μοιάζει με πέτρα.[2]
Η Αυστραλή οικοφιλόσοφος και οικοφεμινίστρια Val Plamwood υποστηρίζει
και αυτή ότι η ρίζα της ρατσιστικής, σεξιστικής, αποικιοκρατικής και
καπιταλιστικής συμπεριφοράς εντοπίζεται στην άκρατη και δίχως όρια κυριαρχία
του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ο οικολογικός ανιμαλισμός (ecological animalism) που παρουσιάστηκε στα γραπτά της, παρουσιάζεται ως
το μόνο εργαλείο για να διαταραχθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας.[3]
Ο οικολογικός ανιμαλισμός της Plamwood
ενθαρρύνει τη διαλογική ηθική της
κοινής χρήσης και αναλαμβάνει την επαναξιολόγηση της ανθρώπινης ταυτότητας και
την ένταξη της στη ζωικό και οικολογικό πεδίο.[4]
Συμφωνώντας στο μεγαλύτερο μέρος με την άποψη της Plamwood, που διατείνεται ότι η κουλτούρα του Πρώτου Κόσμου
έχει συντηρήσει τον δυϊσμό ανθρώπου / φύσης, με τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται
τον εαυτό του μέσα στον πολιτισμό και την ίδια στιγμή εκτός φύσης, θα έλεγα ότι
άνθρωπος δεν είναι η εξημερωμένη πλευρά της φύσης, αλλά το ζαβλακωμένο
υποκείμενο – το πάντοτε στερημένο και εξαρτημένο από άλλους για την επιβίωσή
του. Το εκτός φύσης στον άνθρωπο,
σημαίνει ξεφορτώνομαι οτιδήποτε ζωικό από το άμεσο περιβάλλον μου (κρατάω όσους
σκύλους, γάτες κτό μου επιτρέπει το καταστατικό της πολυκατοικίας και τους δίνω
παιδικά χαρακτηριστικά), γίνομαι ξέχωρος από αυτό [το ζωικό], ανώτερος, καθαρός,
ψεκάζοντας, απολυμαίνοντας, σκοτώνοντας, βιομηχανοποιώντας.
Όπως γράφει και η Joy Williams στην Απανθρωπιά του Ανθρώπινου Ζώου (1997):
«Η
γεωργία έγινε τελικά αγροτική οικονομία. Κι έτσι τα πλάσματα που ήταν υπό την
“εποπτεία” μας για πολύ καιρό, που έχουν από συνήθεια κωδικοποιηθεί για τη δική
μας χρήση, που έχουν υποφέρει σε ένα κατά τ’ άλλα ειδικό, κατά τη γνώμη μας,
μέρος – τα ζώα της φάρμας –ποτέ δεν φυλακίστηκαν ή σφαγιάστηκαν τόσο σκληρά και
σε τέτοιους αριθμούς σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Η εντατική φάρμα σήμερα
είναι ένα μεγάλο, σιχαμερό τρελοκομείο, γεμάτο με υποφέροντα ζώα που είναι
κυριολεκτικά τρελά, που ψεκάζονται με παρασιτοκτόνα και παχαίνουν με ορμόνες αυξητικές,
αντιβιοτικά και φάρμακα. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες ωοτόκες όρνιθες είναι
κλεισμένες σε ένα ενιαίο κτίριο. (Το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας που προκαλεί ο
υπερπληθυσμός είναι οικονομικά αποδεκτό· τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο από ένα
μεμονωμένο κοτόπουλο)».[5]
Το νομαδικό υποκείμενο της Rosi Braidotti
πρότεινε πολλά στη φιλοσοφική βάση
της κριτικής πλουραλιστικής προσέγγισης: υπάρχει και μία δράση, μας λέει η Braidotti που
δεν είναι ανθρώπινη –υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν τζάουλ μη
ανθρώπινων δράσεων, δράσεις που δεν εξαρτώνται από καθορισμένα κριτήρια, όπως
τα ανθρωπογενή χαρακτηριστικά και οι ενέργειες. Το νομαδικό υποκείμενο δεν
είναι το σκόπιμο ον που ενεργεί από μόνο του· είναι μια μη ενιαία, πολυεπίπεδη,
δυναμική και μεταβαλλόμενη οντότητα, η οποία δεν εμπίπτει στους διαχωρισμούς.[6]
Στη διαχρονία του, ωστόσο, ο άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο
μη ανθρώπινο κόσμο ως ο γνώστης, που έχει ολόγυρα του το μη ανθρώπινο
αντικείμενο (το γνωστό) και αναπαράγει το γνωστό, που μπορεί να ονομάσει ως μη
ηθικό –κάτι το οποίο το κάνει με όποιον/ όποια/ ό,τι δεν θεωρεί ίσο του. Συνεπώς,
η νομαδική υποκειμενικότητα είναι σημαντική στο ότι διαταράσσει και
αντιπαρατίθεται στις καταστάσεις εκείνες όπου το ζώο ως ο Άλλος, θεωρείται
αναμφισβήτητο αντι-κείμενο ανθρώπινης χρήσης. Για να το καταλάβουμε καλύτερα,
θα πρέπει να επιστρέψουμε στην έννοια της φύσης από τον άνθρωπο που έχει υπογραμμίσει
ο Neil Evernden, τη φύση ως αντικείμενο.
Η ιδέα της φύσης ως αντικειμένου αντανακλά μία φύση-αποθήκη πόρων, μία φύση
γυμνών οστών χωρίς υποκειμενικότητα και μηδενικές προσωπικές μεταβλητές: απλώς πράγματα.[7]
Υποκειμενικότητα έχουν μόνο τα μεμονωμένα ζώα, που ο άνθρωπος τους δίνει όνομα
και παιδικά (ως επί το πλείστον)
χαρακτηριστικά. Η άγρια ζωή δεν εξατομικεύεται, αλλά καθίσταται νομαδικό θέμα
που μπορεί να αμφισβητήσει, σύμφωνα με την Braidotti, τις κυρίαρχες αρσενικές και πατριαρχικές δομές. Η
νομαδική υποκειμενικότητα της Braidotti
είναι ανοικτή σε μη ανθρώπινες
μειονότητες και συνδέεται με τις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις στην
καθημερινή ζωή. Με λίγα λόγια, η Braidotti
μας λέει ότι η υποκειμενικότητα δεν
είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπινων όντων και το διαφορετικό περιβάλλον
σημαίνει (ως πολιτική της τοποθεσίας) αντίσταση και ως εκ τούτου τα νομαδικά
υποκείμενα είναι πάντα ενσωματωμένα στο περιβάλλον που κατοικούν· σε μια
νομαδική προοπτική, η διαδικασία της υποκειμενικότητας ξεκινά από το σώμα και
όχι από αφηρημένες παραδοχές και αξίες.[8]
Ποια άλλη αξία έχει η φύση, εκτός από το να θεωρείται ως ένας πόρος που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά και ως ένας τόπος βιοφυσικά περιοριστικός που δίνει δυνατότητες μόνο στα άλλα μη ανθρώπινα ζώα; Ακόμη και έργα οικολογικού περιεχομένου προσπαθούν να πείσουν τον άνθρωπο να μην κάνει κακό στη φύση, με μοναδικό επιχείρημα ότι η φύση είναι το σπίτι του ανθρώπου· μας κάνει καλό να έχουμε υγιή, καθαρά ποτάμια· η καταστροφή των δασών θα είναι καταστροφή για το μέλλον του ανθρώπου κοκ. Η άρνηση του ανθρώπου να ενσωματωθεί οικολογικά εντοπίζεται όχι μόνο στην αδιάκοπη καταστροφή και πρόθεση να μειώνει τη δράση και τη ζωή των άλλων της γης, αλλά και να παρερμηνεύει τη ζωικότητά του, να απαντάει ότι δεν τη χρειάζεται. Σαν να μην ανήκει ο άνθρωπος μέσα στη φύση. Σαν να πρέπει σταθερά και ακούραστα να την αλλοιώνει για να μπορέσει να χωρέσει μέσα της. Ή όπως λέει η Estes:
Κάθε πλάσμα επιστρέφει στο σπίτι του. Κατασκευάζουμε
καταφύγιο άγριας ζωής για την ίβιδα, τον πελεκάνο, τον ερωδιό, τον λύκο, τον
γερανό, το ελάφι, την άλκη, το ποντίκι, την αρκούδα, αλλά όχι για τον εαυτό
μας. […] Διαμαρτυρόμαστε έντονα για το ότι η φυσική επικράτεια πολλών ειδών
απειλείται περιστοιχισμένη από πόλεις, ράντσα, αυτοκινητόδρομους, θορύβους και
άλλες παραφωνίες, αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι κι ο εαυτός μας είναι περικυκλωμένος
από τα ίδια ακριβώς πράγματα, επηρεαζόμαστε κι εμείς από αυτά. […]
Έχουμε
συνηθίσει να ισοφαρίζουμε την απώλεια μιας ήρεμης διαβίωσης με ολιγοήμερα
ταξιδάκια ή με διακοπές διαρκείας, που υποτίθεται ότι μας δίνουν χαρά –αλλά
συχνά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Προσπαθούμε να ανακουφιστούμε από την
κακοφωνία που καθημερινά βιώνουμε περικόπτοντας ό,τι προκαλεί ένταση στους
δελτοειδείς και τραπεζοειδείς μυς μας και τους μετατρέπει σε οδυνηρούς κόμπους.
Όλα αυτά λειτουργούν και είναι μια χαρά, αλλά οι διακοπές δεν παρέχουν
καταφύγιο στην ψυχή του καθενός μας. Το «διάλειμμα» ή η «άδεια» δεν είναι το
ίδιο με την επιστροφή στο σπίτι. Η ησυχία δεν είναι το ίδιο με την εκούσια
απομόνωση.[9]
[...]
[1] Manes, C., 1992. Nature and
Silence, Environmental Ethics 14 (4) σσ. 339-350.
[2] Abram, D., 1997. The Spell of the Sensuous: Perception and
Language in a More-than-Human World, Vintage Books [pdf] https://projects.iq.harvard.edu/files/retreat/files/abram_the_spell_of_the_sensuous_perception.pdf.
[3] Plamwood, W., 2012. Animals
and Ecology : Towards a Better Integration, in: The Eye of the crocodile, Australian National University E Press [pdf]
https://library.oapen.org/bitstream/id/d319b28d-eceb-43ed-a4e0-70d3902a7147/459882.pdf.
[4] Η Plamwood απέρριπτε στα κείμενά της τον οντολογικό βιγκανισμό (ontological veganism) ως υπόκωφα ανθρωποκεντρικό, με πολλά προσωπικά στοιχεία, καταπιεσμένες και καταπιεστικές μορφές ατομικής δράσης, που στο τέλος το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος όχι μόνο είναι ξέχωρος από τη φύση, αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την ανθρώπινη υπόσταση και τα προνόμιά της, με συνέπεια να παραμένει μέσα στο σύστημα του δυϊσμού ανθρώπου/ φύσης και ως εκ τούτου να συντηρεί την άρνηση εμπόδισης του κυρίαρχου πολιτισμού να αναγνωρίσει την οικολογική του ενσωμάτωση και να τον θέτει σε ολοένα και περισσότερο οικολογικό κίνδυνο (Plumwood, σσ. 80-87).
[5] Ό.π., σ.77.
[6] Braidotti, R., 2014. Νομαδικά υποκείμενα.
Ενσωματότητα και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, μτφ, Αγγελική Σηφάκη,
Ουρανία Τσιακάλου, εκδ. Νήσος.
[7] Evernden, N., 1988. “Nature Industrial
Society.” In: Cultural Politics in
Contemporary America, edited by S. Jhally and I. Angus, 151–164. New York:
Routledge, Chapman and Hall.
[8] Nicklas, L., Öhman, J. 2018. A
posthuman approach to human-animal relationships: advocating critical pluralism.
Environmental Education Research, 25
(8) σσ. 1200-1215.
[9] Estes, σ. 346.
| H Sylvia Plath με τον Nicholas και την Frieda |
Ένα κυματιστό, πηδηχτό, ξύλινο
ξωτικό, ο σκίουρος εμφανίστηκε
μέσα απ’ τα κωνοφόρα δέντρα του Κέιπ Κοντ, πάνω απ’ τις ρίζες,
ο πρώτος ανιχνευτής στο άγριο παιχνίδι αυτής της ηπείρου,
μικροσκοπικός αυτόχθονας Αμερικανός. Κινούμενος
με ηλεκτρικά πόδια ακριβείας
μέσω της διάταξης των κυκλωμάτων του. Αυτός ήταν ο πρώτος
πραγματικός ιθαγενής –
αφουγκραζόταν ακίνητος μπροστά στο φλας,
το παρατηρούσε ακίνητος. Μ’ έβλεπε
να κάθομαι και να διαβάζω ένα βιβλίο – κι εγώ ένας παράξενος
αιχμάλωτος,
να χάνω τα πολύτιμα χρόνια μου, με χαμηλωμένα μάτια,
πέρα δώθε, πέρα δώθε,
πάνω στη σελίδα μου. Μου ‘γνεψε με την ουρά του –
μ’ αφύπνισε, επιτακτικά, σ’ αυτήν τη φιλία
που θα μοιραζόταν μαζί μου
για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα.
Τα μάτια του
μαύρα σαν το μελάνι, πεταχτά, χαρούμενα,
μ’ έκλειναν σ’ ένα νέο όραμα, με ξύπνησαν,
και τ’ αναγνώρισα.
Παρέμενες
ξένη για μένα, σαν ένα μοντέλο στη βιτρίνα,
αμερικανικό, περιοδεύον υπερπροϊόν αεροδρομίου,
μέσα απ’ τις ιδιαίτερες στιγμές μας όλες αυτές τις εβδομάδες
ως εκείνη τη στιγμή,
που αστραπιαία, ανταποκρίθηκες στο κάτι μου,
μιμήθηκες την γκριμάτσα του σκίουρου. Σκέφτηκα
πως ένα οκτάχρονο παιδί έγινε ξαφνικά σκίουρος.
Σουφρωμένο στόμα, φουσκωμένα μάγουλα. Και ξαφνικά,
μέσα σε μια στιγμή – καθώς γελούσα
κράτησα την εικόνα σου ισοβίως
και φώναξα: «Αυτός είναι ο πρώτος πραγματικός μου σκίουρος!»
Ένα φάντασμα θολό, ένα πνεύμα του δάσους, μ’ όρκισε
να φροντίσω τ’ ορφανό του.
Χιουζ, Τ., 2004. Γράμματα Γενεθλίων, μτφ Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μελάνι
Ένα δείγμα άρθρου - όχι ακριβώς άρθρο, ούτε ακριβώς δείγμα - δημοσιεύθηκε το 2017 από το The New Yorker. Συγγραφέας του κειμένου είναι η Claudia Roth Pierpont η οποία θέλει να προσκαλέσει αναγνώστες στο σημαντικό γεγονός, ότι βγήκε μία νέα βιογραφία της Elisabeth Bishop που εξετάζει την "οδυνηρή ζωή" της μεγάλης συγγραφέως. Και για να καταλάβει ο αναγνώστης, η Pierpont παραθέτει εν τάχει ορισμένες πληροφορίες που αγγίζουν ένα μικρό ποσοστό βίου της παιδικής της ηλικίας.
Άλλο η μελέτη ενός έργου και άλλο η κλειδαροτρυπική ανάγνωση. Φοβάμαι πως ανέκαθεν υπερτερούσε ο δεύτερος τύπος - και υπερτερεί και συντηρείται με τη βοήθεια όλων αυτών των βιογράφων και των δημοσιογράφων και των εκδοτών που γυροφέρνουν έναν/μία συγγραφέα σαν τις σφήκες το φρούτο. Ιδίως αν το φρούτο είναι χαλασμένο.
Εκτός όλων αυτών, το κείμενο της Pierpont δεν προσφέρει τίποτα απολύτως στον αναγνώστη, μάλλον πιο πολλά προσφέρει στην ίδια την Pierpont (δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που γνωρίζουν τη σχετική βαρύτητα του ονόματος). Προσφέρει μόνο την τέχνη της πλήξης - εντελώς ειρωνικά, αναφερόμενη στην εξαιρετική "τέχνη της απώλειας" της Bishop.
~ * ~
Η τέχνη της απώλειας της Elisabeth Bishop
Ήταν προσεκτική στο να μην αποκαλυφθεί στην ποίηση της, αλλά μία νέα βιογραφία εξετάζει την οδυνηρή προσωπική ζωή της.
“Όταν γράφεις τον επιτάφιό μου, μην ξεχάσεις να τους πεις πως ήμουν ο πιο μόνος άνθρωπος που έχει υπάρξει” στον R. Lowell.
Η πρώτη απώλεια της Bishop ήταν ο πατέρας της, που έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν οχτώ μηνών. Η δεύτερη απώλεια ήταν πιο παρατεταμένη: η μητέρα της Bishop διαλυμένη από τον θάνατο του συζύγου της υπέστη τον έναν κλονισμό μετά τον άλλον. Κάποιες φορές φιλική, κάποιες άλλες βίαιη, μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, μέχρι που τελικά έμεινε μόνιμα, όταν η Elizabeth ήταν πέντε χρονών. Από κει και ύστερα, την άνοιξη του 1916, το κοριτσάκι ζούσε με την οικογένεια της μητέρας της σε μια μικρή πόλη στη Νέα Σκωτία, μέρος οικείο που είχε επισκεφθεί κι άλλες φορές στο παρελθόν. Όπως πολλά ξεριζωμένα παιδιά, είχε ζωηρές αναμνήσεις: οι εικόνες σε διάφορες σελίδες της οικογενειακής Βίβλου, το ποιηματάκι της γιαγιάς καθώς καθάριζε τα παπούτσια της (χρησιμοποιώντας τις λέξεις βαζελίνη και βενζίνη) και στην ηλικία των έξι όταν την πήραν – ένιωθε ότι την είχαν απαγάγει – για να ζήσει στο μεγάλο και ψυχρό σπίτι τους στο Worcester της Μασαχουσέτης. Στις τόσες απώλειες, είχε και την απώλεια ενός τόπου. Αν και γεννημένη στο Worcester και έχοντας περάσει τα πρώτα της χρόνια εκεί και παρόλο που ο πατέρας της είχε μεγαλώσει στο ίδιο σπίτι, δεν το ένιωθε σπίτι της, μάλιστα μετά βίας ένιωθε Αμερικανή: όταν στο σχολείο έπρεπε να τραγουδήσει τα καθιερωμένα τραγούδια, ο στίχος η «γη όπου πεθάνανε οι πατέρες μου» έμοιαζε σαν να απευθυνόταν αποκλειστικά σε εκείνη.
Χρόνια μετά, ένας ψυχίατρος είπε στην Bishop ότι ήταν τυχερή που επέζησε στην παιδική της ηλικία. Στην πραγματικότητα, αμέσως μετά την άφιξή της στο Worcester εμφάνισε τόσο άσθμα, όσο και έκζεμα το οποίο έγινε τόσο σοβαρό που έμενε για καιρό στο κρεβάτι. Μόνο όταν η οικογένεια φοβήθηκε ότι θα μπορούσε πραγματικά να την χάσει, έφυγε να ζήσει με την θεία της Maud – μία από τις αδερφές της μητέρας της – και τον σύζυγο της Maud, τον θείο George, σε μία παρακμάζουσα πόλη έξω από το λιμάνι της Βοστόνης. Ο θαλάσσιος αέρας πίστευαν ότι θα της έκανε καλό, και της έκανε. Πολύ πιο χρήσιμες, ήταν η φροντίδα της θείας Maud και μίας ακόμη αδερφής της μητέρας της, της θείας Grace, μία εκπαιδευμένη νοσοκόμα που την καλόπιανε με την υγεία της. Και όταν το άσθμα επέστρεψε, με συνέπεια να χάσει βδομάδες μακριά από το σχολείο, οι θείες της τής διάβαζαν τις συναρπαστικές ιστορίες του Tennyson, του Longfellow και του Brownings, τις οποίες απορρόφησε τόσο βαθιά που πίστευε ότι μπήκαν στο υποσυνείδητό της. Άρχισε να γράφει ποίηση στα οχτώ. Στα δώδεκα, συμφιλιωμένη με τον πατριωτισμό, κέρδισε το πρώτο βραβείο για ένα δοκίμιο με θέμα «Αμερικανισμός».
της Claudia Roth Pierpont
27 Φεβρουαρίου 2017
Ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν θεωρείται ως ένας μετα-μπητ λογοτέχνης, με μεγάλο αριθμό πεζογραφημάτων και αντιστρόφως ανάλογο αριθμό ποιημάτων. Εδώ, ένα ποίημα του για γνωριμία. Θα τον ξαναεκμεταλλευτούμε στο μέλλον, σίγουρα...