Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοβιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοβιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

"Αλλά η ευτυχία είναι κάτι που το λένε - Χάρρυ ή Τζόννυ - όχι Τσέζαρε"

 


"Τι αξία έχει η ζωή σε έναν κόσμο τόσο σκληρό όσο ο δικός μας;" 

Αυτό ήταν ένα από τα ερωτήματα που ο Cezare Pavese -ο συγγραφέας που η Özlü σεβόταν περισσότερο- αντιμετώπισε πριν από τον πρόωρο θάνατό του, αυτοκτονώντας, το 1950.

Η Tezer Özlü, άγνωστη στην Ελλάδα , αν και δειλά μεταφρασμένη, το καλοκαίρι του 1982, δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Κρύες Νύχτες Παιδικής Ηλικίας» στην Τουρκία, έλαβε υποτροφία στο Βερολίνο, την οποία χρησιμοποίησε για να γράψει μια μονογραφία για τον θάνατο του Ιταλού συγγραφέα Cezare Paveze. Το βιβλίο με τον τίτλο « Στα Ίχνη μιας Αυτοκτονίας» (Auf den Spuren eines Selbstmords), εκδόθηκε στα γερμανικά, κέρδισε το Βραβείο Λογοτεχνίας Marburg. Επρόκειτο για ένα βιβλίο που περιέγραφε τις περιστάσεις που περιέβαλαν τον Ιταλό συγγραφέα, την πολιτική του απογοήτευση ως μαρξιστή στην μεταπολεμική Ιταλία και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Constance Dowling, μια Αμερικανίδα ηθοποιό. Ένα χρόνο αργότερα, το 1984, η Özlü ξαναγράφει το βιβλίο στα τουρκικά, αναδιατυπώνοντας τα τμήματά του, αλλάζοντας τον τίτλο και μετατοπίζοντας την εστίαση από τη βιογραφία του Pavese στη δική της. Αποτέλεσμα ήταν το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», ένα εντυπωσιακό μείγμα λογοτεχνικής βιογραφίας, κριτικής και αυτοβιογραφίας και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα της. Μέσα στο βιβλίο διαβάζει κανείς τη μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνική, αλλά και συγγενική αγάπη που ένιωθε για τον μοναχικό Παβέζε, αλλά και για τον Ίταλο Σβέβο, που είχε να αντιμετωπίσει τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες.

Η Tezer Özlü πίστευε ότι ήταν μία τρόπον τινά μετενσάρκωση του Ιταλού ποιητή και μυθιστοριογράφου - γεννήθηκε επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Pavese, την ίδια μέρα με τα γενέθλιά του. Όταν έγραψε το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», η Özlü ήταν 42 ετών, την ίδια ηλικία που ο Pavese αυτοκτόνησε. Θα πεθάνει τέσσερα χρόνια αργότερα, 18 Φεβρουαρίου 1986, από καρκίνο του μαστού.

 

~ * ~ 


«Χθες, την πρώτη Κυριακή του Απρίλη που πέρασα στο Βερολίνο, πήρα την απόφαση αποδώ και πέρα να χαρακτηρίζω τους πόνους ως ευτυχία. Άλλωστε, και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου με την ίδια ένταση ένιωθα και τον πόνο. Υπήρχε μάλιστα μια προσδοκία πέρα από την οδύνη: η προσδοκία για το δικό μου σύμπαν. Η προσδοκία για το πρωινό τσάι που θα μπορούσα να πιω στο δωμάτιό μου. Το τενεκεδένιο τσάι που έδιναν στις ψυχιατρικές κλινικές ήθελα να το πιω στο δικό μου δωμάτιο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πήγε στον θάνατο μέσα σε τόση ομορφιά, τόση ζωντάνια όσο εσύ». (σελ.11)

***

“Να ζεις με τις αισθήσεις και όχι περιγράφοντας το περιβάλλον…”

«Η αρχή και η πορεία κάθε αγάπης είναι γεμάτη από το κενό και τη μοναξιά που θα φέρει το τέλος της. Όπως και η ζωή που προσπαθούμε να την ορίσουμε μέσα στο πλήθος από αοριστίες. Η λαχτάρα για την αγάπη είναι τόση όση και η επιθυμία να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι ζούμε. Εκείνοι που δεν νιώθουν την ανάγκη να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι ζουν ίσως να μη νιώθουν και την αγάπη σε όλο το βάθος της, ίσως να πορεύονται χωρίς να τη μετουσιώσουν σε πόνο. Ή μπορεί απλώς ζουν την αγάπη ως αγάπη, τη σχέση ως σχέση, τον χωρισμό ως χωρισμό, τη ζωή ως ζωή, τον θάνατο ως θάνατο. Κι όμως, η ζωή ορίζεται από τον θάνατο κι ο θάνατος ορίζεται από τη ζωή. Όσο για σένα… για σένα κάθε σμίξιμο είναι χωρισμός, κάθε χωρισμός είναι σμίξιμο και η αγάπη αρχίζει τη στιγμή της μη αγάπης, η αίσθηση τη στιγμή της μη αίσθησης. Όταν το δέρμα εφάπτεται με κάποιο άλλο δέρμα, τάχα σημαίνει ότι ξεχνώ την ύπαρξή μου; Ή μήπως την αντιλαμβάνομαι βαθύτερα; Η ύπαρξή μου. Μήπως η κάθε ύπαρξη δεν φέρει αυτόματα και τον θάνατο μαζί της;

Πόσο έντονα συνειδητοποιώ στη ζωή, για την ακρίβεια στο κέντρο της ζωής, πως όλοι οι πόθοι μένουν ανικανοποίητοι.» (σελ.13)

***

«Σε λίγο θα ξεκινήσει η ζωή της πόλης. Οι χώροι θα γεμίσουν με τους εργαζόμενους. Στα εργοστάσια που έχουν αδιάκοπο ωράριο οι εργάτες θα αλλάξουν βάρδια. Στους σταθμούς θα φτάσουν τρένα. Θα αναχωρήσουν τρένα. Αεροπλάνα στον ουρανό θα παίρνουν κατευθύνσεις προς διάφορα αεροδρόμια του κόσμου. Στα φέρι μποτ θα μπαίνουν οχήματα, θα φορτώνονται φορτία, θα επιβιβάζεται κόσμος. Όσοι έχουν ξαγρυπνήσει τη νύχτα θα σηκώνονται ήδη κουρασμένοι. Αλλά κι όσοι έχουν κάνει ύπνο μακρύ θα ξυπνούν κουρασμένοι. Θα ξυπνήσουν στο πρωινό μιας νύχτας που άλλος πέρασε ευτυχισμένα, άλλος με πίκρα, άλλος με αγάπη. Κι άλλος με θυμό. Άλλος θα αναρωτηθεί πώς να ξεκινήσει αυτή τη μέρα. Άλλος θα σκεφτεί μια ενδεχόμενη αυτοκτονία. Άλλος μια πόλη που λαχταρά να δει. Έναν άνθρωπο που λαχταρά να δει. Άλλος σήμερα θα πεθάνει μ’ έναν απρόβλεπτο θάνατο. Άλλος θα κοιτάξει τον κόσμο του ο οποίος αποτελείται μόνο από βουνά και χωράφια. Άλλος θα απευθύνει ικεσία στον θεό του. Άλλος μ’ ένα όπλο θα σκοτώσει κάποιον. Άλλος θα πετάξει χειροβομβίδα κάπου με σκοπό να θανατώσει ανθρώπους. Θα κρεμάσει πανό με βόμβα. Άλλος θα δικαστεί με ποινή εις θάνατον. Άλλος θα κάνει ένα σύντομο ταξίδι σε μακρινές χώρες για να συμμετάσχει σε συνέδριο για την ειρήνη. Οι στρατοί όλων των χωρών θα κάνουν πολεμικές ασκήσεις. Οι εφημερίδες έχουν τυπωθεί. Τα ραδιόφωνα θα αρχίσουν τα πρωινά τους προγράμματα. Στη Μεσόγειο οι ψαράδες εδώ και πολλή ώρα θα έχουν τραβήξει τα δίχτυα τους έξω. Στη Μεσόγειο οι γυναίκες εδώ και ώρα θα έχουν σκουπίσει και βρέξει τα κατώφλια τους. Τα φορτηγά και τ’ αυτοκίνητα θα είναι ήδη στις ασφάλτους. Στα ψυγεία των νεκροταφείων θα υπάρχουν πτώματα που περιμένουν να θαφτούν σήμερα. Είναι το πρωινό ενός ατέλειωτου καλοκαιριού στον ατέλειωτο κόσμο». (σελ.56-57)

***

[…] «(Η απαισιοδοξία που συνοδεύει και εμένα από τα χρόνια της συνειδητοποίησής μου. Η κάθε λογής ευτυχία περιέχεται στην απαισιοδοξία που έχω αναπτύξει. Έτσι ώστε να μπορώ να περπατώ, να μπορώ να προχωρώ, να μπορώ να μισώ, να νιώθω θυμό, να μπορώ να κοιτάζω τα δέντρα, να μπορώ να αγαπώ τον ουρανό. Η απαισιοδοξία που μας κινητοποιεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην αγάπη και το χάσιμο, ανάμεσα στην παιδική και τη γεροντική ηλικία. Η απαισιοδοξία που δεν εξαφανίζεται, δεν λείπει κι ολοένα δυναμώνει μας ξεπερνάει.)» (σελ.123)

***

«Μπροστά μου βλέπω έναν μεγάλο κήπο με φιντάνια νεαρών δέντρων. Η σκέψη μου πάει πίσω, στα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων.

Προσπαθώ να διακρίνω το είδος αυτών των δέντρων που μεγαλώνουν μέσα στο χλωρό πράσινο. Δεν τα καταφέρνω. Όμως έτσι που απλώνονται στα μάτια μου είναι ίδια όπως τα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων. Αυτή η θέα με πάει πίσω, τότε που το μόνο που έβρισκα να φάω ήταν μήλα, αλλά και τα βράδια η μαμά μου μας μάζευε γύρω της, εμένα, τον αδελφό μου και την αδελφή μου, και έπιανε πάλι να καθαρίζει μήλα, τότε αυτό με θύμωνε αφάνταστα.

Θύμωνα επειδή η μαμά μου καθάριζε συνεχώς μήλα και ποτέ ένα αχλάδι. Με ρωτούσε ο πατέρας μου τι αγαπώ περισσότερο, αυτόν ή το αχλάδι, κι εγώ έλεγα,

-          Το αχλάδι βέβαια.

Το παιδί μέσα μου σκεφτόταν ότι το αχλάδι έχει κάποια γεύση και ότι δεν ήταν δυνατό να περιμένεις μια τέτοια γεύση από τον πατέρα. Ο πατέρας μου πάνω σ’ αυτό θύμωνε, λες κι ήταν αυτός το παιδί κι εγώ ο πατέρας του. Σταματούσε τα χάδια. Τι παιδιάστικος πατέρας, σκεφτόταν το παιδί μέσα μου». (σελ.144)




(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο της Οζλού "Ταξίδι στην άκρη της ζωής", μτφ Νίκης Σταυρίδη, εκδ. Τσουκάτου, 2025)

 

 


Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Μαχμούντ Νταρουίς - Κατάσταση Πολιορκίας [απόσπασμα]


Ελιά,  Αγκάθα Κωνσταντινίδου



Τον Ιανουάριο του 2002, απομονωμένος στη Ραμάλα, ο εθνικός ποιητής των Παλαιστινίων Μαχμούντ Νταρουίς σημειώνει μέρα με τη μέρα, σε σύντομα ποιήματα, τις εντυπώσεις του από έναν πόλεμο όλο και πιο άγριο, γράφοντας την "Κατάσταση Πολιορκίας" ένα εκτενές ποίημα που αποτελείται από εκατό περίπου θραύσματα, ως αντίδραση στην επίθεση του ισραηλινού στρατού κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη. 

Παρακάτω μερικά θραύσματα:  




Όταν τα αεροπλάνα χάνονται, πετούν

τα περιστέρια,

άσπρα άσπρα. Πλένουν του ουρανού τα μάγουλα

με ελεύθερα φτερά και ανακτούν τη λαμπρότητα,

την κυριότητα των αιθέρων και του παιχνιδιού.

Ψηλότερα και πιο ψηλά ακόμη, πετούν

τα περιστέρια, άσπρα άσπρα.

«Αχ να ‘τανε ο ουρανός αληθινός»

[μου λέει κάποιος που περνά ανάμεσα από δυο

οβίδες].

 

 ~ * ~ 


Τα κυπαρίσσια πίσω απ’ τους στρατιώτες,

μιναρέδες,

κρατούν τον ουρανό για να μην πέσει.

Πίσω απ’ το σιδερένιο φράχτη, στρατιώτες

κατουράνε

-κάτω από τον πυργίσκο ενός άρματος-

Κι η φθινοπωρινή ημέρα ολοκληρώνει τη χρυσή

της βόλτα

μέσα σ’ ένα δρόμο φαρδύ, όπως η εκκλησία

μετά την κυριακάτικη προσευχή…

 

 ~ * ~


Μόνοι, είμαστε μόνοι ως το μεδούλι

εκτός μονάχα από τις επισκέψεις ενός ουράνιου

τόξου.

 

 ~ * ~


Οι απώλειές μας:

Δύο με οχτώ μάρτυρες τη μέρα

Δέκα τραυματίες

Είκοσι σπίτια

Πενήντα ελιόδεντρα

Κι ας μην ξεχνάμε τη δομική ανισορροπία

Που θα χτυπήσει το ποίημα, το θεατρικό έργο

Και τον μισοτελειωμένο πίνακα.

 

~ * ~

 

Η μάνα είπε:

Δεν τον είδα να περπατά μέσα στο αίμα του,

δεν είδα την πορφύρα στα πόδια του.

Με την πλάτη στον τοίχο

κι ένα φλιτζάνι ζεστό χαμομήλι στο χέρι,

σκεφτόταν το μέλλον του…

 

 ~ * ~


Ο χώρος άρωμα

Καθώς μια γη θυμάμαι

Εισπνέω το αίμα αυτού του αρώματος

Και την απόδημη ψυχή μου νοσταλγώ.




Μ. Νταρουίς, Κατάσταση πολιορκίας, μτφ Αγγελικής Σιγούρο, εκδ. Μαΐστρος



Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

Μαρία Θαμπράνο - Ο τάφος της Αντιγόνης [απόσπασμα]

 


Στο σπίτι μας μεγαλώνουμε σαν τα φυτά, σαν τα δέντρα. Η παιδική μας ηλικία είναι ακόμα εκεί, δεν έχει φύγει, μα έχει ξεχαστεί. Στο σπίτι μας, στον κήπο μας, δεν είναι ανάγκη να τα έχουμε όλα συνεχώς γύρω μας, με την ψυχή συνεχώς στο στόμα, όλη μας τη ζωή σε αγωνία. Όχι. Στο σπίτι μας ξεχνούμε, ξεχνιόμαστε. Η πατρίδα, το σπίτι μας, είναι πάνω απ’ όλα ο τόπος όπου μπορούμε να ξεχνιόμαστε. Γιατί αυτό που έχεις αποθέσει σε μια γωνιά δεν χάνεται. Κι αρκεί μια μέρα να λάμψει το φως με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να αναδυθεί κάτι που έμοιαζε για πάντα χαμένο, σαν να βγήκε απ’ τη θάλασσα, καθαρό και γεμάτο ζωή. Κι αν αυτό το κάτι είναι μια θλίψη, βρίσκεις ανακούφιση αφήνοντάς τη σε μιαν άκρη για να την αναζητήσεις όταν θα έχεις το κουράγιο.

Γιατί οι σιωπές του σπιτιού κι η βουή, αυτός ο βόμβος των μελισσών που πάνω κι έρχονται, σε εξαγνίζει και σε συντροφεύει. Μαζί κι αυτός ο ατέλειωτος και διαρκώς ανανεούμενος, σαν τη Θάλασσα, χρόνος.

Έτσι είναι η Πατρίδα, Θάλασσα που υποδέχεται το ποτάμι του πλήθους. Αυτό το πλήθος που μέσα του ούτε ξεχωρίζει ούτε χάνεται κάποιος, ο Λαός, όπου ζωντανοί και νεκροί βαδίζουν στον ίδιο ρυθμό.

Και βγαίνοντας από αυτή τη θάλασσα, από αυτό το ποτάμι, ανάμεσα σε ουρανό και γη και τίποτε άλλο, πρέπει να μαζέψεις τα κομμάτια σου, να σηκώσεις το βάρος του εαυτού σου. Πρέπει να ενώσεις όλη την περασμένη ζωή σου, που γίνεται το παρόν σου, να σηκώσεις το βάρος του εαυτού σου. Πρέπει να ενώσεις όλη την περασμένη ζωή σου, που γίνεται το παρόν σου, και να την κρατήσεις σε εγρήγορση για να μη σέρνεται. Δεν πρέπει να σέρνεις ούτε το παρελθόν ούτε το παρόν σου. Την κάθε μέρα που περνά, πρέπει να τη σηκώνεις ψηλά και να την ενώνεις με όλες τις άλλες, να την κουβαλάς. Πρέπει να ανηφορίζεις συνεχώς. Αυτό είναι η εξορία, μια πλαγιά, ακόμα κι αν είναι στην έρημο. Μια πλαγιά πάντα ανηφορική και πάντα στενή, όσο πλατιά κι αν είναι η θέα που ξανοίγεται στο βλέμμα σου. Και πρέπει βέβαια να κοιτάς προς όλες τις μεριές, να έχεις τον νου σου παντού, σαν φρουρός στις εσχατιές της γης. Πρέπει όμως να κρατά κανείς την καρδιά του ψηλά, να τη σηκώνει για να μη βουλιάξει, να μη χαθεί. Και για να μη χαθεί κι ο ίδιος, σπάζοντας σε κομμάτια.


σελ. 90-91, εκδ. LOGGIA 



Δευτέρα 12 Μαΐου 2025

Γράμμα του Τζακ Κέρουακ προς τον Άλεν Γκίνσμπεργκ (1952)

 


Γραμμένο σε ένα μοναδικό scroll, μέσα σε τρεις βδομάδες (με μπόλικη επιμέλεια μετά), το ‘Στο Δρόμο’ του Τζακ Κέρουακ, μπορεί να γράφτηκε το 1951, αλλά έκανε έξι χρόνια για να βρει τον δρόμο του προς την έκδοση. Στο μεσοδιάστημα –αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του– ο Κέρουακ στέλνει προς τον Γκίνσμπεργκ ένα γράμμα απελπισίας, οργής και αρσενικής ματαίωσης. Ίσως να μην έχει τόση σημασία τι λέει, αλλά σε ποιον τα λέει και κυρίως το ότι έχει έναν άνθρωπο τόσο κοντά του που του δίνει το «ελεύθερο» να εκφράσει με τέτοιον άμεσο, μεθυσμένο τρόπο την οργή του. Αρκετά συχνά, ο Κέρουακ υπό την επήρεια του αλκοόλ επιτίθονταν σε όσους ένιωθε ότι τον έχουν προδώσει ή του έχουν φερθεί άσχημα. Η σχέση του Κέρουακ με τον Γκίνσμπεργκ αρχίζει σοβαρά να φθίνει κυρίως τη δεκαετία του ’60, που η Αμερική μπαίνει σε μία κρίσιμη πολιτικά καμπή· ο Γκίνσμπεργκ έλεγε για τον Κέρουακ ότι «ο Τζακ Κέρουακ πρόσφερε την καρδιά του στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέρριψαν την καρδιά του», ερμηνεύοντας έτσι κυρίως πολιτικά την κόντρα τους, ενώ για τον Κέρουακ ήταν προσωπικό. Πίστευε ότι ο Γκίνσμπεργκ αντιπροσωπεύει ό,τι δ ε ν ήταν το μπιτ κίνημα («Δεν είναι και τόσο ενδιαφέρων για μένα. Δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλάει»), μέχρι που άρχισε να απορρίπτει και το μπιτ κίνημα και οτιδήποτε δεν ήταν, δεν έμοιαζε, δεν σκεφτόταν, δεν πόναγε σαν τον Τζακ Κέρουακ. Βέβαια, χρόνια μετά ο ίδιος ο Κέρουακ θα πει στον Λόρενς Φερλινγκέτι: «Κάποια μέρα το βιβλίο ‘Οι Επιστολές του Άλεν Γκίνσμπεργκ προς τον Τζακ Κέρουακ’ θα κάνει την Αμερική να κλάψει».

Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να εντοπίσω στον πυρήνα της σχέσης του Κέρουακ με τον Γκίνσμπεργκ, αυτό δεν είναι ούτε η ζήλεια, ούτε η παραμέληση, ούτε η Νέα Υόρκη, ούτε η επιτυχία, ούτε η ομοφυλοφιλία, ούτε το ποδόσφαιρο. Είναι η δυσφορία στο μονοδιάστατο· αναπάντητο από και προς.

 

~ * ~ 


Στον Άλεν Γκίνσμπερκ

3 Οκτωβρίου 1952

Νέα Υόρκη

 

Θέλω να ενημερώσω εσένα και τους υπόλοιπους την γνώμη μου για σένα. Μπορείς να μου πεις, παραδείγματος χάρη, γιατί, μ’ όλη αυτή τη συζήτηση για το στυλ των βιβλίων τσέπης και τη νέα τάση να γράφουν για τα ναρκωτικά και το σεξ, το βιβλίο μου On The Road που έγραψα το 951 δεν δημοσιεύτηκε ποτέ; Γιατί εξέδωσαν το βιβλίο του Χολμς που είναι απαίσιο και δεν εκδίδουν το δικό μου επειδή δεν είναι τόσο καλό όσο μερικά από αυτά που έχω γράψει; Αυτή είναι η μοίρα ενός ηλίθιου που δεν μπορεί να χειριστεί τις υποθέσεις του ή είναι η γενική βρωμιά της Νέας Υόρκης; Και εσύ, που σε θεωρούσα φίλο μου, μου λες κοιτώντας με τα μάτια ότι το On The Road που έγραψα στον Νιλ είναι «ατελές», λες και ό,τι έχεις γράψει εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν τέλειο… και δεν λες κουβέντα γι’ αυτό…

Νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω πόσο ζηλεύεις εσύ και ο Χολμς και ο Σόλομον θα δίνατε το δεξί σας χέρι για να μπορέσετε να γράψετε κάτι σαν το On The Road… Και δεν έχω άλλη εναλλακτική λύση από το να γράφω ανόητες επιστολές σαν αυτή, ενώ αν ήσασταν άνδρες θα μπορούσα τουλάχιστον να έχω την ικανοποίηση να σας πλακώσω στο ξύλο όλους… πολλά γυαλιά μυωπίας πρέπει να βγουν.

Είστε όλοι ίδιοι, φτηνοί και τιποτένιοι, πάντα ήσασταν και δεν ξέρω γιατί σας άκουγα και έκανα παρέα μαζί σας – σπατάλησα 15 χρόνια από τη ζωή μου μέσα στη βρωμιά της Νέας Υόρκης, από τους Εβραίους εκατομμυριούχους του Χόρας Μαν που με ικέτευαν για το ποδόσφαιρο και τώρα διστάζουν να με συστήσουν στις γυναίκες τους, μέχρι τους όμοιους σου… ποιητές, ναι, καλά… απόμακρες μικροσκοπικές παραλλαγές του ίδιου ύφους… βαριά διακοσμημένες αποδεκτές (μικρά γράμματα στο μέσον της καλοτακτοποιημένης σελίδας του βιβλίου ποίησης) σελίδες… Όχι μόνο με στενοχώρησες με τη δήλωσή σου ότι δεν υπάρχει τίποτα στο On The Road που να μην το ήξερες ήδη (το οποίο είναι ψέμα επειδή με μια ματιά μπορώ να καταλάβω ότι ποτέ δεν ήξερες και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια για κάτι τόσο απλό όσο η δουλειά του Νιλ και το τι κάνει) – και ο Σόλομον, παριστάνοντας τον ενδιαφερόμενο άγιο, ισχυρίζεται ότι δεν καταλαβαίνει τα συμβόλαια, ενώ σε 10 χρόνια θα είμαι τυχερός αν έχω το δικαίωμα να κοιτάζω μέσα από το παράθυρό του την παραμονή των Χριστουγέννων… θα είναι τόσο πλούσιος και χοντρός και τόσο απορροφημένος από τον τρόμο των άλλων ανθρώπων μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού μετά από μια γεμάτη ικανοποιητική ρουφηξιά… Όλοι τους παράσιτα σαν εσένα, ακριβώς όπως είπε ο Έντι. Και τώρα ακόμη και ο Τζον Χολμς, που όπως όλοι ξέρουν ζει σε απόλυτη παραίσθηση σχετικά με τα πάντα, γράφει για πράγματα που δεν γνωρίζει, και μάλιστα με εχθρικότητα (εκδηλώνεται στα τριχωτά κοκκαλιάρικα πόδια του Στόφσκι και την «ιδιότροπη» αρετή του Πάστερνακ, ζηλεύοντας όταν η ίδια του η γυναίκα φλερτάρει, εγώ δεν προκάλεσα την προσοχή της Μαριάν… πραγματικά είναι ιδιοτροπία, φαντάζομαι ότι οποιοσδήποτε περπατάει κανονικά θα κοιτούσε παράξενα κάποιον θηλυπρεπή όπως εκείνος ) – και η μυρωδιά της δουλειάς του είναι η μυρωδιά του θανάτου… Όλοι γνωρίζουν ότι δεν έχει ταλέντο… και έτσι τι δικαίωμα έχει αυτός, που δεν γνωρίζει τίποτα, να κρίνει το βιβλίο μου. – Δεν έχει το δικαίωμα ούτε να μείνει σιωπηλός γι’ αυτό – το βιβλίο είναι για πέταμα και το δικό σου είναι απλά μέτριο και το γνωρίζετε όλοι, και το βιβλίο μου είναι υπέροχο και δεν θα εκδοθεί ποτέ. Προσέξτε να μην με συναντήσετε ποτέ στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Προσέξτε επίσης να μην αναφερθείτε στο πού βρίσκομαι. Θα έρθω στην Νέα Υόρκη και θα μάθω ποιος μίλησε. Είστε όλοι ένα μάτσο από ασήμαντους λογοτεχνικούς εγωιστές… και δεν μπορείτε να φύγετε από την Νέα Υόρκη, είστε τόσο άχρηστοι… Ακόμη και ο Κόρσο με τα άρματα του Τάνχουζερ να πατούν όλους τους άλλους έχει ήδη αρχίσει να συνέρχεται… Πες του να φύγει…. πες του να βρει μόνος του τον δικό του τάφο… Η καρδιά μου αιμορραγεί κάθε φορά που κοιτάζω το On The Road… το βλέπω τώρα, γιατί είναι υπέροχο και γιατί το μισείτε και τι είναι ο κόσμος … ειδικότερα τι είσαι εσύ, Άλεν Γκίνσμπεργκ… ένας άπιστος, γεμάτος μίσος, τα χαχανητά σου δεν με ξεγελούν, βλέπω το γρύλλισμα σου κάτω από αυτά… Προχώρησε και κάνε ό,τι θέλεις, θέλω να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου… Σίγουρα δεν θα βρω ποτέ γαλήνη αν δεν ξεπλύνω τα χέρια μου από την βρωμιά της Νέας Υόρκης και όλα όσα αντιπροσωπεύετε εσύ και η πόλη… Και όλοι το γνωρίζουν.

…Και ο Τσέις το γνώριζε πριν από πολύ καιρό… και αυτό επειδή ήταν γέρος από την αρχή… Και τώρα είμαι εγώ γέρος… Καταλαβαίνω ότι δεν σας αρέσω πια, βρωμοαδερφές… Πηγαίνετε να πάρετε πίπες στους διάφορους Κόρσο…

Ελπίζω να σου χώσει ένα μαχαίρι… Συνεχίστε να μισείτε ο ένας τον άλλο και να περιφρονείτε και να ζηλεύετε και…

Ολόκληρη η ιστορία μου στην Νέα Υόρκη είναι ένα μακρύ σχεδόν χιουμοριστικό χρονικό ενός πραγματικά ανόητου που παραπλανήθηκε από χοντρά γουρούνια… Καταλαβαίνω το αστείο… και γελάω ακριβώς όσο και εσείς… Αλλά από εδώ και πέρα δεν αστειεύομαι… Εξαιτίας ανθρώπων σαν εσένα και τον Ζιρό… ακόμη και με τον G. μ’ εμπόδισες να βγάλω λεφτά επειδή σε μισούσε… και ήρθε μαζί με  τον Νιλ εκείνο το βράδυ και ο Νιλ ήθελε να κλέψει ένα βιβλίο από το γραφείο, φυσικά, τι θα έλεγες και εσύ αν πήγαινα στο δικό σου NORC και έκλεβα πράγματα και μετά τα γελοιοποιούσα… και ο Λουσιέν με το σκατένιο μικρό εγωισμό του πρώτα να προσπαθεί να με κάνει να κλάψω για τη Σάρα και μετά να μου λέει ότι θα ήταν εξαιρετικά εύκολο να την ξεχάσω…

Πρέπει να ξέρει τώρα πια αν δεν έχει χαζέψει εντελώς από το ποτό ότι το ίδιο ισχύει για όλους… πόσο εύκολα μπορούν να εξαφανιστούν… και να ξεχαστούν εντελώς… και να σχηματίσουν ένα μαύρο σημάδι διαφθοράς μέσα στη βρωμιά… λοιπόν εντάξει. Και όλοι σας, ακόμη και η Σάρα, δεν με νοιάζει πια ποιος θα διαβάσει αυτήν την παρανοϊκή επιστολή… όλοι σας μ’ εγκαταλείψατε… με εξαίρεση τον Τόνυ Μανότσιο και μερικούς άλλους αγγέλους… και έτσι σας λέω, μην μου ξαναμιλήσετε ποτέ και μη προσπαθήσετε να μου γράψετε ή να έρθετε σε επαφή μαζί μου… εξάλλου πιθανόν να μην με ξαναδείτε ποτέ… και είναι καλό… έχει έρθει ο καιρός για όλους εσάς τους επιπόλαιους ανόητους να συνειδητοποιήσετε ότι το θέμα της ποίησης είναι… ο θάνατος… έτσι πεθάνετε… και πεθάνετε σαν άνδρες… και βουλώστε το… και πάνω απ’ όλα… αφήστε με ήσυχο… και μην με ξανασκοτίσετε ξανά.

Τζακ Κέρουακ

 

(Τζακ Κέρουακ. Πέντε επιστολές, επιμ. Νίκης Παλαιολόγου, Ανατολικός, τεύχος Απρίλιος - Ιούνιος 1997, σσ. 52-54.)



Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα

 


Κι όσο συνέχιζαν να έρχονται οι νέοι κάτοικοι, γκρεμίζονταν στη γειτονιά τα παλιά όμορφα τρίπατα του μεσοπολέμου με τους λιτούς διάκοσμους και τις όμορφες αναλογίες στις όψεις και στη θέση τους ανεγείρονταν επταώροφες, απρόσωπες πολυκατοικίες με καταστήματα στο ισόγειο και ρετιρέ από τον τέταρτο και πάνω. Επιδημία. Η γειτονιά υψωνόταν προς τα πάνω. Φούσκωνε και μεταλλασσόταν. Στα χαμηλότερα τα σπίτια, τα ισόγεια, κρύφτηκε ο ήλιος. Ξαφνικά, οι μεγάλες, ψηλές ακακίες της Μιχαήλ Βόδα, που το καλοκαίρι σκίαζαν και δρόσιζαν τον δρόμο, σαν να κόντυναν. Παντού άκουγες μπετονιέρες, αναβατόρια, λαϊκά τραγούδια και βρισιές, σκεπάρνια να καρφώνουν, κρότον κτιστών. Οι δρόμοι γέμισαν στοίβες τούβλα, άμμο, καρούτες με ασβέστη, μαδέρια, σίδερα οικοδομής.

Ήταν αυτό που στο μυαλό πολλών λεγόταν ανάπτυξη. Τους φανταζόμουνα κουστουμαρισμένους, γραβατωμένους, όπως οι πολιτικοί που έβλεπα στα επίκαιρα του σινεμά πριν από το έργο ή όπως ο, με γουλί το κεφάλι κύριος, να θεμελιώνουν μ’ ένα μυστρί και να κόβουν μ’ ένα ψαλίδι την κορδέλα του μέλλοντος της χώρας μου. Να ανοίγουν σχέδια με γραμμές που απάνω τους έγραφαν με υπέροχα σταθερά τεχνικά γράμματα, κάτοψις β’ εσοχής, κοιτών, λουτρό, οφφίς, χολ, σαλοτραπεζαρία, κυρία όψις επί της οδού, όψις επί του ακαλύπτου χώρου…

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στη χώρα μου η ανάπτυξη ήταν πάντα συνυφασμένη με το πολύ, με την ποσότητα. Με το πόσους ορόφους χτίζεις, πόσα μέτρα καλύπτεις. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που νομοθέτησαν, σχεδίασαν τη γειτονιά μου και τη ζωή μου, ήταν πάντα τόσο βουλιμικοί, τόσο ακόρεστοι. Δεν σκέφτηκαν ποτέ τίποτα άλλο παρά μόνο την κονόμα. Υπουργοί, σύμβουλοι, μηχανικοί, εργολάβοι, οικοπεδούχοι, μια κοινωνία ολόκληρη συνωμοτούσε για να καταστρέψει τις δικές μου μνήμες…. Τις δικές μου μυρωδιές… Γκρέμιζε το όμορφο με μια μανία, που αναρωτιόσουνα γιατί τόσο μίσος βρε παιδιά για την γειτονιά μου; Τι σας έκανε; Ποια απωθημένα, ποια κόμπλεξ βγάζετε απάνω της; Δεν μπορεί να ήταν μόνο η κερδοσκοπία. Τέτοια μανία έκρυβε σαφώς κάτι υπαρξιακό, κάτι ιστορικό, κάτι βαθύτερο… Κι έχτιζε με την ίδια μανία το μέτριο, το εφιαλτικά λίγο. Το ότι κάποτε κατάλαβα, δεν σημαίνει τίποτα για την οικονομία της ιστορίας. Το κακό, που δεν ήταν στιγμιαίο (και που ακόμα συνεχίζεται), συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας και κανένας δεν είπε κουβέντα. Κι αν κάποιος είπε –γιατί κάποιοι είπανε-, ποτέ δεν ακούστηκε, πάντα ήταν ο γραφικός, ο «άσ’ τον μωρέ να λέει». Και εβασίλευσεν η αστική πολυκατοικία. Αυτό που οι απλοί άνθρωποι είπαμε κλουβί. Ένα κλουβί που μέσα του μπήκαμε με την θέλησή μας, ανυποψίαστοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε τα πόδια μας, κουτούλησαν στον απέναντι τοίχο, δε χωράγανε. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε ένα όνειρο, έκανε γκέλλα στο ντουβάρι και γύρισε πίσω εφιάλτης. Σ’ ένα ντουβάρι μονότουβλο εξάρι, επιχρισμένο τσιγαρόχαρτο, «ν’ ακούν οι άλλοι όταν έχεις οργασμό», έφτανε μια γροθιά για να το ρίξεις κάτω, αλλά τότε φάνταζε στέρεο σαν μπατικό, σαν κάτι σταθερό, ντούζικο να θεμελιώσεις για πάντα απάνω σου τη ζωή σου. Κι έτσι έγινε. Σαθρό θεμέλιο….



Κώστας Ποντικόπουλος, Τα μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα, β' έκδοση, εκδ. Εύμαρος, σελ. 58-61.

 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Ο Søren Kierkegaard για τον Søren Kierkegaard






Η συγγραφική μου δραστηριότητα, τό εσωτερικό πάθος τής οποίας θα συγκινούσε και τίς πέτρες και που σε ορισμένα θέματα είναι άφθαστη, θεωρείται μια φτηνή απασχόληση, σαν τό ψάρεμα. Όσοι τήν αντιλαμβάνονται μέ ζηλεύουν σιωπηρά· οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από τούς κριτικούς δεν έχω τήν παραμικρή υποστήριξη. Μέ αντιγράφουν, μέ διαβάλλουν σε ανόητες διαλέξεις και συγκεντρώσεις, δίχως καν να αναφέρουν τό όνομά μου. Τούς αρέσει να μέ θεωρούν παράλογο· θέλουν να δουν αν μπορούν να μέ τρελάνουν περισσότερο. Κρύβω τήν πραγματική μου εικόνα και τά σπάνια χαρίσματα που μού έχουν δοθεί. Ο άνθρωπος τού δρόμου μέ φθονεί. Χαίρεται να διαπομπεύει τίς αρετές μου. Και όλα εξαρτώνται από τή διάθεση ενός τέτοιου ανθρώπου. Μέ παρηγορεί που είμαι εσωστρεφής, γιατί έτσι δεν βλέπω, δεν ακούω τί γίνεται γύρω μου.


Søren Kierkegaard, Το Ημερολόγιο ενός Διαφθορέα, μτφ Δημήτρης Μπέσκος, εκδ. Γαλαξίας, 1964



Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Μαργαρίτα Καραπάνου - Η Κασσάνδρα και ο Λύκος [απόσπασμα]


Louise Bourgeois, Spider

 


22. ΟΙ ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΕΣ 


Κάθε Κυριακή, η Γιαγιά πήγαινε στις Αγαθοεργίες της. Μ' έπαιρνε κι εμένα μαζί της γιατί μου άρεσε η βόλτα. Αγόραζε και ζαχαρωτά για τα παιδάκια του σχολείου και η τσάντα της ήτανε πρησμένη από τα λεφτά που είχε πάρει από την τράπεζα πριν λίγες μέρες. Τα παιδάκια που περιποιότανε η Γιαγιά ήτανε φτωχά και δεν είχανε Μαμά. Ούτε καν Μπαμπά.

Στο δρόμο κάτι εργάτες χτίζαν τοίχους.

«Δεν αλλάζεις δρόμο βρε Πέτρο;» έλεγε η Γιαγιά. «Τους εργάτες θα βλέπουμε; Είπαμε να πάρουμε λίγο αέρα».

Κυρίες με άσχημα ρούχα περνούσαν το δρόμο μπροστά μας σέρνοντας φιλέδες με φαγητά.

«Τα ζώα μου αργά…» μουρμούριζε η Γιαγιά και γύριζε το κεφάλι της αλλού.

Περνούσαμε κι από ένα δρόμο όπου μικρά παιδάκια χώνανε το χέρι στη μύτη και βγάζανε κάτι μύξες, κοιτώντας το αμάξι που τους προσπερνούσε.

«Τι είναι αυτά τα πράγματα; Επιτρέπεται οι δρόμοι να είναι έτσι βρώμικοι; Τι κακομοιριά βρε Πέτρο μου! Σου κόβει το κέφι», έλεγε η Γιαγιά βγάζοντας ένα άσπρο τσιγάρο από το χρυσό κουτί. Ένας ασημένιος καπνός γέμιζε το αμάξι και μου τύλιγε το λαρύγγι.

Όταν φτάναμε μπροστά στο σχολείο, κάτι χοντρά, παστρικά παιδάκια τρέχανε να μας ανοίξουν την πόρτα. Η Γιαγιά έφτιαχνε το γουναρικό της και κοίταζε τα νύχια της που ήταν κοκκινοβαμμένα.

«Αχ τα κακόμοιρα», μου έλεγε εμπιστευτικά. «Δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα…» και δάκρυζε.

Έβγαινα κι εγώ από το αμάξι και στεναχωριόμουνα να βλέπω τόσο χοντρά παιδάκια, χωρίς Μαμά. Ούτε καν Μπαμπά.



Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Κούλα Ξηραδάκη: Μέρος Β'


"Anna, My Grandmother, The Lonely Woman" (Alexia Fiasco)

 


Ο δημιουργικός θυμός


Πενήντα χρόνια τώρα, η Κούλα Ξηραδάκη δούλευε ασταμάτητα για να φέρει στο φως τις «λησμονημένες» γυναίκες της Ιστορίας. Πλούσιο και ποικίλο το έργο της, υπήρξε προϊόν μιας επίπονης προσπάθειας που για πολύ καιρό στριμωχνόταν στο χρόνο που ξέκλεβε από τις καθημερινές της υποχρεώσεις. Ολα αυτά τα χρόνια, η Κούλα Ξηραδάκη δεν έπαψε να θέτει το ίδιο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η «επίσημη» ιστοριογραφία να αγνοεί, να μη βλέπει, ή να βλέπει και να αποσιωπά, ότι οι γυναίκες έχουν κι αυτές δικαίωμα στην Ιστορία, ότι η Ιστορία δεν γράφεται, δεν μπορεί να γράφεται, μόνο από τους άνδρες; Και πώς είναι δυνατόν να απουσιάζουν οι γυναίκες από την ιστορική αφήγηση, ακόμη και στις περιπτώσεις που η παρουσία και η δράση τους στάθηκαν πραγματικά καταλυτικές; Πώς, για παράδειγμα, είναι δυνατόν κάποιος που έζησε την Αντίσταση να γράφει ένα πολυσέλιδο βιβλίο με δεκάδες ή και εκατοντάδες ονόματα αγωνιστών και να «ξεχνά» να αναφέρει έστω και ένα γυναικείο όνομα;


Στη γνήσια αυτή απορία της και στο θυμό που της προκαλούσε η συστηματική συσκότιση της γυναικείας δράσης οφείλουμε την ενασχόλησή της με την ιστορία των γυναικών που, δίχως να εξαντλεί τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα, υπήρξε κατά τη γνώμη μας η σημαντικότερη πλευρά του συγγραφικού της έργου. Ποιοι δρόμοι όμως οδήγησαν μια γυναίκα της γενιάς της, με έντονα τα βιώματα της αριστερής αντιστασιακής δράσης την εποχή της Κατοχής, να ασχοληθεί με τις γυναίκες και τις ταπεινές τους ιστορίες; 


«Μεγάλωσα σε λαϊκή συνοικία», αφηγήθηκε κάποτε η ίδια. «Εκεί, στη φτωχογειτονιά, θυμάμαι συχνά γυναίκες να κλαίνε. Αλλη έκλαιγε γιατί την παράτησε ο άντρας της. Αλλη έκλαιγε γιατί την απατούσε ο άντρας της. Αλλη έκλαιγε γιατί την κακομεταχειριζόταν ο άντρας της, κι άλλη γιατί ο άντρας της ζούσε σε βάρος της. 


Μεγαλώνοντας παρατηρούσα ότι σε κάθε οικογένεια ο άντρας είχε πάντα το πάνω χέρι. Αρχισα να διαβάζω και να διαπιστώνω πως η γυναίκα βρισκόταν πάντα σε δεύτερη μοίρα. Και σαν να μην έφτανε η δυστυχία της και η κακή της μοίρα, είχε και τη χλεύη, το σκώμμα, τη γελοιοποίηση από τους λογής λογής κοντυλοφόρους, επιθεωρησιογράφους, κωμωδιογράφους, τραγουδοποιούς που έβλεπαν πάντοτε εύκολο θέμα, γαργαλιστικό, τι άλλο, τις γυναίκες. Με πνεύμα σκωπτικό αναφέρονταν στη γυναίκα τη φλύαρη, την εριστική, την ανόητη, την άπιστη, μια γυναίκα δύο άντρες, οι γυναίκες τα παλιομισοφόρια, και άλλα, και άλλα, που τελειωμό δεν έχουν. 


Στη γειτονιά μας είχαμε την κυρία Νίτσα Χαρδαβέλλα, την οδοντογιατρό. Κάποια μέρα άκουσα τον πατέρα μου να λέει: "Οι γυναίκες είναι εκατό σκαλοπάτια πιο κάτω από τον άντρα". Πετάγομαι απρόσκλητη και του λέω: "Και η κυρία Νίτσα εκατό σκαλοπάτια παρακάτω είναι από σας;" Το τι έγινε, δεν λέγεται. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Μου λέει: "Φύγε μη σε σκοτώσω και πάω φυλακή"».


Το κλάμα των γυναικών, το διάβασμα, η αντίδραση στην πατρική εξουσία και στην ανδρική γελοιογράφηση των αρνητικών εκείνων στερεοτυπικών χαρακτηριστικών που παραδοσιακά αποδίδονται στις γυναίκες οδήγησαν την Κούλα Ξηραδάκη να αφιερωθεί στην ιστορία των ομοφύλων της. Το ρόλο της έπαιξε και η τυχαία συνάντησή της με ένα ξεχασμένο φεμινιστικό έντυπο που πολλοί συγκαιρινοί και ομοϊδεάτες της θα θεωρούσαν γραφικό, αν όχι απαρχαιωμένο και, γιατί όχι, αντιδραστικό. 


Ας της δώσουμε και πάλι το λόγο: «Μ' άρεσε πάντα το διάβασμα. Κάποτε έπεσαν στα χέρια μου καμιά ογδονταριά τεύχη της "Εφημερίδος των Κυριών". Κι εκεί είδα, διάβασα, για ποιήτριες, ζωγράφους, μαθηματικούς, φιλοσόφους, γυναίκες σπουδαίες που έζησαν σε διάφορες εποχές. Γύρω στα 1952-53 γνώρισα τον Τάσο Βουρνά, τον δάσκαλό μου που μου έμαθε πολλά. Αυτός μου άνοιξε δρόμο. Μια μέρα του είπα πως μαζεύω υλικό για τις γυναίκες της Αρχαίας Ελλάδας, του Βυζαντίου, κ.λπ. 'Οχι αυτά', μου λέει. 'Γιατί πας πίσω; Υπάρχουν γυναίκες της Νεότερης Ελλάδας αξιόλογες, που όμως είναι άγνωστες'. Κατά σύμπτωση, εκείνες τις ημέρες κυκλοφορούσε ένα τεύχος της 'Επιθεώρησης Τέχνης' με ένα άρθρο για την Ευανθία Καΐρη. 'Να θέμα', μου λέει. 'Πάρτο κι ανάπτυξέ το'».


Την εποχή αυτή δεν ήξερε ακόμη πώς να αναζητήσει το υλικό της. Η μύησή της στην έρευνα υπήρξε μια διαδικασία μοναχική και επώδυνη. Απέκτησε με δόσεις την Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, άρχισε να εξοικειώνεται με τη δουλειά στις βιβλιοθήκες, ξεκίνησε να μαζεύει παλιά βιβλία και περιοδικά. Ετσι έγραψε το πρώτο της βιβλίο με θέμα μια γυναίκα («Ευανθία Καΐρη. Η πρώτη Ελληνίδα που κατέκτησε τη γνώση», 1956). Το εξέδωσε με δικά της έξοδα, όπως και το δεύτερο, βασισμένο κι αυτό σε μια ιδέα του Τάσου Βουρνά («Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Η γυναίκα που κλόνισε το θρόνο του Οθωνα», 1959). Ακολούθησε μια ακόμη «μυθιστορηματική βιογραφία» («Μαριγώ Ζαραφοπούλα. Μια λησμονημένη ηρωίδα του '21», 1962).


«Μετά ήρθανε μόνα τους τα θέματα», θα μας εξηγούσε πολύ αργότερα. Δεν χρειαζόταν πια τη βοήθεια του φίλου της του Βουρνά. Διαβάζοντας, είχε πια βεβαιωθεί ότι ήταν σωστή η αρχική της αίσθηση για τη συστηματική παράλειψη των γυναικών από την ιστορική αφήγηση. «Το συνάντησα σε όσους έγραψαν για το '21, το 1897, τους Βαλκανικούς. Δεν έλεγαν τίποτα για τις γυναίκες. Ενα περίεργο πράγμα...». 


Στα βιβλία που θα δουλέψει μετά τις τρεις αυτές πρώτες βιογραφίες, η Κούλα Ξηραδάκη θα εγκαταλείψει τις «ξεχωριστές» γυναικείες μορφές και θα καταπιαστεί με την ιστορία γυναικείων ομάδων ή συλλογικοτήτων: «Φιλελληνίδες» (1964), «Γυναίκες στη Φιλική Εταιρεία -Φαναριώτισσες» (1971), «Από τα αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρθεναγωγεία και δασκάλες του υπόδουλου Ελληνισμού» (τόμος Α' 1972, τόμος Β' 1973), «Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα» (1988), «Οι γυναίκες στον ατυχή πόλεμο του 1897» (1994), «Γυναίκες του '21» (1995). Βρισκόμαστε μπροστά σε μια θεματική μετατόπιση που όχι μόνο δεν πρόδιδε, αλλά αντιθέτως ενίσχυε και διεύρυνε το αρχικό ερευνητικό της σχέδιο. Ούτως ή άλλως, ανασύροντας από τη λήθη μια γυναίκα-εξαίρεση, η Κούλα Ξηραδάκη επιδίωκε να μιλήσει για τις γυναίκες και το συλλογικό τους δικαίωμα στην ιστορική μνήμη. 


Τη μετάβαση αυτή από τον ενικό στον πληθυντικό, από τη γυναίκα στις γυναίκες, συνόδευσε και μια απόπειρα ένταξης της αποσιωπημένης γυναικείας ιστορίας στη «γενική», άφυλη δήθεν, ιστορική αφήγηση. Χαρακτηριστική είναι από την άποψη αυτή η δουλειά της για τους εκτελεσμένους της Κατοχής («Κατοχικά» τ. Α' και Β', 1975 και 1979): οι κατάλογοι των ονομάτων δεν κάνουν διάκριση φύλου. Είναι, ωστόσο, προφανής η προσπάθεια εντοπισμού όσο το δυνατόν περισσότερων γυναικών, ενώ το ίδιο το «μικτό» βιβλίο αφιερώνεται «στις Ελληνίδες που σφράγισαν με τη ζωή τους τον αγώνα του λαού μας». 


Στην περίπτωση αυτή, το ενδιαφέρον της για τις γυναίκες τέμνεται με μια παλιά ιδέα της που έχει να μας πει πολλά για τη μεταγενέστερη εξέλιξή της: «Τον Ιούνιο του 1941 έγινε στην Αθήνα η πρώτη εκτέλεση», σημείωνε τον καιρό της Μεταπολίτευσης. «Μόλις είδα την ανακοίνωση στον Τύπο, φύλαξα το απόκομμα της εφημερίδας για να μην ξεχάσω το όνομα του εκτελεσθέντος, λες κι ο πρώτος αυτός εκτελεσθείς θα ήτανε κι ο τελευταίος. Καθώς περνούσαν οι μέρες της σκλαβιάς κι η καταπίεση γινόταν μέρα με τη μέρα σκληρότερη κι η αντίσταση του λαού φούντωνε κι άρχισαν οι ομαδικές εκτελέσεις, εγώ μάζευα έντυπα κατοχικά, παράνομα φύλλα, μπροσούρες, τρικ, προκηρύξεις, κρατούσα σημειώσεις με ονόματα εκτελεσθέντων και διάφορα άλλα που τα θεωρούσα πολύτιμα στοιχεία. [...] Μα ήρθε η ώρα που έπρεπε όλα αυτά τα χαρτιά που είχα μαζέψει να τα εξαφανίσω, να τα κάψω για να μην καώ... Οταν τα 'καιγα, ένιωθα σαν να καίγονται οι σάρκες μου. Με την απελευθέρωση δεν είχα τίποτα στα χέρια μου. Είχα τάξει όμως στον εαυτό μου ένα σκοπό: να συγκεντρώσω κατοχικό υλικό και προ παντός ονόματα εκτελεσθέντων. Αρχισα από την αρχή. Αλλά οι χρόνοι που ακολούθησαν δεν με βοήθησαν». 


Αγνοημένη από την «επίσημη» ιστοριογραφία που έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ανίκανη να αφουγκραστεί όσες φωνές δεν εμπίπτουν στον ανελαστικό της κώδικα, η Κούλα Ξηραδάκη πέθανε φέτος το Πάσχα σε ηλικία 86 ετών αφήνοντας πίσω της ένα σημαντικό όσο και πρωτότυπο έργο, μέρος του οποίου παραμένει ανέκδοτο. Με την εξαίρεση της «Αυγής», ο θάνατός της δεν θεωρήθηκε είδηση άξια να μνημονευτεί από τα μέσα ενημέρωσης. Για να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά πως είχε δίκιο όταν έλεγε πως ο δρόμος της «δεν ήταν σπαρμένος με ρόδα». Με τη διαφορά ότι οι γυναίκες που ασχολούνται με την ιστορία των γυναικών ξέρουν πλέον πολύ καλά τι της οφείλουν.


Σημείωση: Τα εντός εισαγωγικών παραθέματα προέρχονται από ομιλία της Κούλας Ξηραδάκη στο σεμινάριο «Ιστορία και φύλο» (Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, υπεύθυνη καθ. Εφη Αβδελά, 3 Ιουνίου 1999), από κείμενά της και από συζητήσεις που είχαμε κατά καιρούς μαζί της.


Πηγή



Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Υπ'αριθμ. 6 σημείωση στις "Σημειώσεις" για το ποίημα "Το Κλειδί" του Κ. Ταχτσή


Crossing the Divide, 2014, M. Blender



Το ποίημα αυτό, μαζί με το "Ολύμπια, Καθαρή Δευτέρα" και δύο άλλα, που δε βρίσκω πια στ' αρχεία μου, τα δημοσίευσα κατά το Καβαφικό πρότυπο σε φέιγ-βολάντ. Το Πάσχα του 1953 το πέρασα στο Άγιον Όρος. Εκεί γνώρισα τρεις νέους. Στον έναν απ' αυτούς, που ήταν αεροπόρος, χάρισα τα τέσσερα αυτά φέιγ-βολάντ, κυρίως επειδή έν' απ' τα ποιήματα είχε για θέμα, αν θυμάμαι καλά, έναν αεροπόρο που σκοτώνεται. Στην επιστροφή μας, μόλις φτάσαμε στην Ουρανούπολη και πηδήσαμε απ' το καΐκι στη στεριά κάναμε ουρά μπροστά στο άθλιο αποχωρητήριο ενός καφενείου. Πρώτος μπήκε ο αεροπόρος. Ύστερα εγώ. Κι είδα χάμω τα φέιγ-βολάντ με τα ποιήματά μου, που είχε χρησιμοποιήσει για να σκουπιστεί.


~ Αγγελάκης, Α. 1989. Κώστας Ταχτσής: Η Κοινωνική 
και Ποιητική του Περίπτωση, εκδ. Καστανιώτης, σ. 53 -54



Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Jorge Luis Borges - Autobiographical Essay [p.240-242]





Υπέμεινα αυτή τη δουλειά για περίπου εννιά χρόνια. Ήταν εννιά χρόνια αδιάκοπης δυστυχίας. Οι άντρες συνάδελφοί μου δεν ενδιαφέρονταν παρά μόνο για ιπποδρομίες, το ποδόσφαιρο και τις άσεμνες ιστορίες. Κάποτε, μια γυναίκα, αναγνώστρια, έπεσε θύμα βιασμού ενώ πήγαινε στην τουαλέτα. Οι περισσότεροι θεώρησαν το γεγονός αναμενόμενο, αφού οι ανδρικές τουαλέτες ήταν δίπλα στις γυναικείες. Μια μέρα ήρθαν να με δουν δύο φίλες μου, αρκετά αριστοκρατικές και καλοπροαίρετες – κυρίες της καλής κοινωνίας. Μια-δυο μέρες αργότερα μου τηλεφώνησαν και μου είπαν: «Μπορεί να το βρίσκεις διασκεδαστικό να δουλεύεις σε ένα τέτοιο μέρος, αλλά υποσχέσου μας ότι, πριν βγει ο μήνας, θα έχεις βρει μια δουλειά με μισθό τουλάχιστον εννιακόσια πέσος». Τους έδωσα τον λόγο μου ότι θα το έκανα. Η ειρωνεία ήταν ότι εκείνη την εποχή ήμουν ένας πολύ γνωστός συγγραφέας, παντού αλλού εκτός από αυτή τη βιβλιοθήκη. Θυμάμαι ότι ένας συνάδελφος μου πρόσεξε σε μια εγκυκλοπαίδεια το όνομα κάποιου Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πράγμα που τον έκανε να αναρωτιέται για τη σύμπτωση των ονομάτων και της ημερομηνίας γέννησης. Εκείνα τα χρόνια, αλλά ακόμη και σήμερα, έκαναν δώρο στους δημοτικούς υπαλλήλους ματέ σε συσκευασία τους ενός λίτρου, για να έχουν να πίνουν στο σπίτι. Μερικές φορές, τα βράδια, καθώς περπατούσα τα δέκα τετράγωνα μέχρι τις γραμμές του τραμ, τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα. Αυτά τα μικροδωράκια από τους προϊσταμένους μου υπογράμμιζαν πάντα τη δουλική και μίζερη ύπαρξή μου.

Γούνταλ, Τ., 2003. Jorge Luis Borges. Ο Άνθρωπος στον Καθρέφτη του Βιβλίου, [εκδ.] Νεφέλη, Αθήνα


Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Ο Μ. Χατζιδάκις αυτοβιογραφείται




«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό

Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του ’25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.

Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.

Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

Ταξίδεψα πολύ. Κι’ αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.

Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.

To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.

Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι’ επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.

Κι’ έτσι απ’ το ’75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε η υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.
Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι’ όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.

Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» – πού λένε – κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι’ αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Μελβούρνη 20 Μαΐου 1980»


Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ν. Βρεττάκος - Αυτοβιογραφία (απόσπασμα)




Μεταφέρω ἀπὸ τόπο σὲ τόπο τὴ λύπη μου, αὐτὸ τὸ καλύβι μὲ τὰ ἐλάχιστα πράγματα:
τὰ χαρτιά, τὶς μνῆμες, τὶς πέννες μου.
Τὸ πιὸ μεγάλο μου ἀπ' ὅλα τὰ πράγματα, μὲς στὸν ἄδειο μου χῶρο, εἶναι τὰ χέρια μου.



Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ο Ν. Βρεττάκος αυτοβιογραφείται



Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)



Τ' όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι/
Τ' όνομά σου: νερό στην πηγή
Τ' όνομά σου παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.



5.6.1962
Τι είναι αυτός ο μακρύς μονόλογος, που νοιώθω μέσα μου σήμερα το πρωί και που φαντάζομαι πως θάπιανε πολλά φύλλα χαρτιού αν τον έγραφα; Αλήθεια, είναι στιγμές που νοιώθω μια περίεργη αγάπη για το άσπρο αυτό ριγωμένο χαρτί, που το χέρι μου ακουμπά πάνω του και η ψυχή μου υπαγορεύει. Σα να αποθέτω πάνω του ένα μέρος από τον εαυτό μου και προσέχω και αγαπώ το μέρος που τον αποθέτω, όπως αγαπάει κανείς ένα κομμάτι γης που το φυτεύει με δέντρα ή με λουλούδια. Αγαπώ αυτό το χαρτί σαν ένα κομμάτι γης και περισσότερο από ένα κομμάτι γης, γιατί γίνεται ένα με την ψυχή μου.

Γι' αυτό κι' αγοράζω πολύ χαρτί μην τυχόν και μου λείψει σε καμμιά στιγμή κι' αρχίσει το χέρι μου και τρέμει και δεν ξέρω τι να τον κάνω τον εαυτό μου, όπως σήμερα που νοιώθω μέσα μου πολύ νερό, πολλές κουβέντες και το χαρτί μοιάζει με τη σκαμμένη πέτρα, μοιάζει με το λίκνο, μοιάζει με τη λήκυθο, μοιάζει με τη σπηλιά που καταφεύγει ένα άγριο ζώο για να γεννήσει, μοιάζει με το σπάργανο. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα αλλά δεν την είχα σκεφτεί κι' ακόμη δεν είχα σκεφτεί πως αυτό το χαρτί στάθηκε η μεγάλη συντροφιά της ζωής μου. Αντικρυζόμουνα μαζί του, ιδίως το πρωί, αντικρυζόμουνα τη νύxτα, κάθε μέρα αντικρυζόμουνα και κανείς άλλος, ομολογώ, δεν με είδε να xαμογελώ ή να κλαίω κατά τη διάρκεια της συντροφιάς ή της συνεργασίας μας.

Ανατρέχω στο παρελθόν, ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Ήμουνα δώδεκα χρονών, καλοκαίρι, κατοικούσα σε μια μοναξιά. «Τι να σου φέρω γιε μου από το χωριό», μού 'λεγε η μητέρα μου. «Χαρτί». «Πάλι χαρτί;» Κι' έσκυβα πάνω του, όπως σκύβει κανείς πάνω σ' ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο αέρας κουνούσε τη φλόγα του λυχναριού, σκιές σάλευαν στο χαρτί και το αγαπούσα χωρίς να το 'χω σκεφτεί κι' έπρεπε να το αγαπώ και να το 'χω σκεφτεί, αφού σ' αυτό μόνον εμπιστευόμουν τα μυστικά μου, σ' αυτό, όχι στη μητέρα μου, όχι στ' αδέρφια μου, όχι σε κανέναν άλλο, όχι στους φίλους μου, που δεν ήταν τότε παρά λουλουδάκια, περαστικά σύννεφα, θάμνοι, μικροί σκαραβαίοι και πασχαλίτσες.

6-7-1962
Όλες αυτές τις μέρες το χέρι μου, δεν έμεινε μακρυά από το χαρτί. Κάθε τόσο ακουμπούσε πάνω του, το θώπευε αναποφάσιστο. Κάτι έβρισκε να διορθώσει, να αλλάξει μια λέξη, να προσθέσει μια λέξη. Ωστόσο δεν άρχιζε κάτι άλλο. Κινιόταν όπως το εκκρεμές. Δεν σταμάτησε, δεν αποσύρθηκε, δεν του έλειψε η φωτιά. Καμμιά φορά η σιωπή, το xαμόγελο, υποτάσσουν το xέρι, το πείθουν να συμμετάσχει κι' αυτό στις σιωπηλές ζυμώσεις της προπαρασκευής. Μιας προπαρασκευής που και τότε, κατά τη διάρκειά της, δεν σταματάει τίποτα. Το καμίνι εξακολουθεί να καίει, το αίμα διοχετεύεται κανονικά, το αίμα εξακολουθεί να καίγεται κανονικά.

Η μικρή φλόγα, όπως συμβαίνει κάποτε με μερικές καμινάδες, σαλεύει στο χρόνο.

8-10-1962
Χτες βράδυ άκουγα χτύπους μέσα μου. Χτύπους ζωντανού πλάσματος. Είχα την εντύπωση πως κάτι ήταν κοντά σε μια πόρτα, έτοιμο να βγει και την εντύπωση πως εγώ ο ίδιος ήμουν μπροστά σε μια πόρτα που θα άνοιγε. Η λέξη φως επανέρxονταν στο μυαλό μου, ή καλλίτερα το φως επανέρxονταν μέσα μου σαν αίσθηση που αναγκαστικά έπειτα γίνονταν λέξη.

Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου, που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις.

Κάθισα αρκετή ώρα στο πάρκο, μόνος, χωρίς να νοιώθω την ψύχρα, προσηλωμένος σ' αυτό που γίνονταν μέσα μου. Οι φυλλωσιές των δέντρων κρέμονταν πάνω μου, η νύχτα ήταν προχωρημένη. Σηκώθηκα όρθιος. Ένοιωθα ελαφρύς κι' ένοιωθα την ψυχή μου νάχει ανυψωθεί μέσα μου. Οι κινήσεις της μου θύμιζαν τις κινήσεις του ευλύγιστου γερακιοϋ πάνω από τον Ταΰγετο.

Μια νύχτα ακόμη, μια μέρα ακόμη, θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Μου φαίνεται πως οι νύχτες μου και οι μέρες μου δεν κόβονται από το χρόνο μου.


***

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ αυτοβιογραφείται

Είναι σημαντικό και ταυτόχρονα σπουδαίο να διαβάζεις αυτοβιογραφίες από λογοτέχνες, να γίνεσαι μύστης της ιδιοσυγκρασίας τους, του χιούμορ και των προβληματισμών τους, χωρίς κανένας φανφαρόνος απ'αυτούς που μόνο ξέρουν να διαφημίζουν, να παραλλάσσουν το πρόσωπο, τον λογοτέχνη, τον άνθρωπο, το τέρας... 


Γεννήθηκα στις 9 Ιανουαρίου 1908 σ' ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

Πέρασα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Είχα τη μετάληψη μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.

Αν και η μητέρα μου με πήγαινε στη λειτουργία πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησία παρά μόνο για γάμους και κηδείες' χαμογελούσε όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

Μέχρι τα 12-13 μου όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία. Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη' είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι... γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

Και τελικά σ' ένα σημαντικό θέμα πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου' όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε μ' έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία' μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα. Περνούσα τις διακοπές μου στη Λιμουζέν, σ' ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξεμένα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν' μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» — π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς — και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω. Μια ωραία ημέρα άρχισα να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ... Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μωπασάν, Μπουρζέ, Κλώντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

Δεν είχα καθόλου την εντύπωση ότι έκανα κάτι κακό, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει — με τον τρόπο μου — τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη — γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη — ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει. Ωστόσο ένα βράδυ στη Λιμουζέν έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ' αστέρια, άκουγα το κελάρισμα μιας κρήνης• το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική• ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ' ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ' εκείνον!

Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δεν με κυρίευσε φόβος• είχα το παράδειγμα του πατέρα μου που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα σε κανένα- ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρε μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου• στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε• αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.



Simone de Beauvoir (1908-1986)


 τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενo
της Σιμόν ντε Μπωβουάρ "Πώς έγινα συγγραφέας"
είναι από την λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβρης '87
(αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία)Μετάφραση: Κώστας Πολέτης

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Ν. Άσιμος - Αναζητώντας Κροκανθρώπους (ΙΙΙ)




[...]

Ιστορίες με γιατρούς Ξανά


Με πρωταγωνιστή στον Έτσι που δεν ξέρουμε αν παραμένει Έτσι ή είναι ο ίδιος ο Έτσι ή ενεργεί σαν Έτσι. Αλλά θα τον ονοματίσουμε "Έτσι", κι ας διαπιστώσει ο καθ'ένας που θα τα διαβάσει αν ο Έτσι είναι ο Έτσι με τη δύναμη του Έτσι, ή είναι άλλος σαν τον Έτσι με τη δύναμη του Έτσι ή χωρίς αυτή. Ή ο ίδιος. Έτσι αποδυναμωμένος. Ο Έτσι ήτανε να πάει στο στρατό. Δεν μπορούσε πια να τ'αποφύγει. Του ανέφεραν πως είναι ανυπόταχτος γιατί διέκοψε σπουδάς. Η αναβολή του έπαψε να ισχύει. 
Η αναβολή που κανονικά είχε, τελείωσε κι αυτή και τέλος πάντων τώρα που τον ψάχναν με μανία να τον βρουν τον Έτσι και τον κυνήγαγαν τον Έτσι και θα το έσερναν τον Έτσι με τη βία. Και δεν τόθελε ο Έτσι έτσι να γένει. Και βαρέθηκε ν'αλλάζει διευθύνσεις. Και έτσι ο Έτσι πήγε μοναχός του να παρουσιαστεί κάπου στην Πελοπόννησο. Ο Έτσι δεν είχε πάνω του χαρτιά. Παρά που του τόλεγαν οι γνωστοί. Να έχει τα χαρτιά σπουδών, αναβολών, στρατολογίας και γιατρών, για νάχει να δικαιολογηθεί γιατί κινδύνευε να μείνει φανταράκι πέντε χρόνια  Ο Έτσι δεν άκουσε κανένα. Και έκανε πολύ καλά. Διότι τι να πεις για δικαιολογηθείς για 5, 6, 7, 8 χρόνια πούχε να πατήσει στη σχολή του. 
Εκτός κι αν έγλυφε λιγάκι τους αντιστασιακούς και του δίνανε χαρτιά για τις διώξεις πούχε υποστεί. Κι όπως θα έχετε ακούσει οι αντιστασιακοί υπηρετούν στο στρατό μονάχα για 6 μήνες. Αλλά ο Έτσι δε γουστάριζε ούτε μια ώρα να μείνει στο στρατό. Ούτε ένοιωσε ποτέ του αντιστασιακούς και όσο για τους περισσότερους αντιστασιακούς τους είχε σιχαθεί απ'τη γλοιώδικη τους στάση όταν βγήκαν απ'τη φυλακή. Έτσι ο Έτσι άκουσε τον Έτσι και δεν έψαξε καθόλου. 
Ούτε χαρτί από τρελλογιατρό, ούτε ταυτότητα δεν είχε καν. (Του την είχανε κρατήσει τότε που τον χώσαν μέσα, και δεν του τη δίναν πίσω για να τον μαζεύουνε συνέχεια για εξακρίβωση και να τον κάνουνε να σπάσει). Μόνο κάτι χάπια κατάφερε να βρει από κάποια φιλική πηγή κάπου πέντε μπουκάλια και ήταν χάπια ισχυρά των 50, 100 και ίσως και 150 mg. Αλλά ξέχασα, πήρε μαζί του κάποιο εκλογικό βιβλιάριο που του τόχαν βγάλει επί χούντας και είχε τότε φοβηθεί και τόβγαλε, γιατί ήταν αδύναμος. Αλλά εξόν απόνα. Όχι πούχε ρίξει τότε, ευτυχώς, δεν τόχε χρησιμοποιήσει ξανά ποτές του. Παρά που τα γράμματα ι οι σφραγίδες είχαν σχεδόν σβήσει, φαινόταν τ'όνομά του και θα τον έβρισκαν ποιός ήταν, χωρίς να κάθεται να τους μιλά. 
Ξεκίνησε. Φορούσε ένα βρώμικο μπαλωμένο παντελόνι, ένα τρύπιο μπουφάν και στο κεφάλι ένα πλεχτό καπελάκι (όχι σκουφί) γιατί είχε και γείσο μπροστά, πολύχρωμο που του τόχε πλέξει κάποιος στη φυλακή. 
Βρήκε κάπου μια τσάντα ταξιδιωτική που του κρέμονταν από τον δεξί του ώμο, τη γέμισε με διάφορα μπιχλιμπίδια, τις άπλυτες του κάλτσες, φανέλες και βρακιά, μες τις κάλτσες είχε έναν κατάλληλο σουγιά για να σφάξει το γιατρό ν χρειαζόταν. Και κει που η τσάντα πήγαινε να γεμίσει έχωσε στην άκρη της ένα ξύλινο ποδάρι από ένα σκαμνί που ήτανε χοντρό στη μέσα και έμοιαζε με αυτά τα ξύλινα μπουκάλια του μπόουλινγκ που τα ρίχνει κάτω εκείνη η μπάλα. Το ποδάρι αυτό δεν άφηνε να κλείσει ολότελα το φερμουάρ και κάπου το ένα τρίτο του εξείχε και τόσφιγγε με το χέρι του όπως περπάταγε και ήταν να στηρίζεται σ'αυτό. Κρέμασε με σπάγκο απ'το ποδάρι ένα καμμένο και φυσικά καταξεσκισμένο ψάθινο καπέλλο που τόχε μαζέψει πεταμένο απ'το δρόμο κείνες τις μέρες, καθώς κι ένα χαρτόνι σαν ακορντεόν που τόβγαλε απόνα μπουκάλι ούζο που κουβάλαγε μαζί. Το ξύλινο ποδάρι ήταν κόκκινο, το καπελάκι πράσινο, κόκκινο και μπλε, το μπουφάν του γκρίζο και λαδωμένο, το πανταλόνι ίδιο, η φανέλα του άσπρη, το πουκάμισο με κομμένα τα κουμπιά ριγέ, το καμμένο καπέλο μαύρο,η  τσάντα του ήτανε καφέ, το χαρτονάκι άσπρο και κάτι φανελένιες μπιτζάμες που κουβάλαγε μαζί του κόκκινες και μαύρος ο γιακάς τους. 
Και αυτά ήταν η δύναμη του. 
Κι έτσι ξεκίνησε ο Έτσι, την πρώτη φορά που πήγαινε φαντάρος. Δεν είχε μεταμφιεστεί. Για όσους τον ήξεραν δεν θα καταλαβαίναν  τη διαφορά, εκτός ίσως από τα μάτια του που θάχανε σκληρύνει αποφασιστικά, γιατί ο Έτσι έτσι κυκλοφορούσε. Μόνο που τώρα διάλεξε να κουβαλά μαζί του και μερικά πραγματάκια βοηθητικά που βρεθήκανε εκείνη την ώρα μπροστά του και δεν ήξερε ακόμα τι να τα κάνει, αλλά του δίναν δύναμη και σιγουριά, ιδίως το ποδάρι στο οποίο στηριζόταν με το δεξί του χέρι καθώς περπάταγε παραπατώντας, γιατί κείνο το απόγευμα είχε πιει κάμποσο ούζο απ'τη μπουκάλα. 
Και μπήκε στο λεωφορείο κι έφτασε το βράδυ αργά στον προορισμό του. 
Ρώτησε κάτι νυχτόβιους κατά που πέφτει το στρατόπεδο, αυτοί του είπαν έξω από την πόλη και ξεκίνησε κατά κει. Κι έκανε κρύο πολύ κρύο κείνο το βράδυ. Ώσπου τον κυνήγησε ένα μπατσάδικο τους ξέφυγε κι είχε ζεσταθεί. Αλλά το μπατσάδικο συνέχισε να φέρνει βόλτες, γιατί εκεί είναι επαρχία και η εμφάνιση του Έτσι δεν ταίριαζε με επαρχία και τέτοια ώρα νύχτα που ο λαός κοιμάται. 
Ο λαός βέβαια είναι λαός και κοιμάται όλες τις ώρες μα έλα όμως που οι κρατικές αποφάσεις λένε πως κοιμάται τη νύχτα. Τέλος πάντων. Ο Έτσι σε μια οικοδομή, οι άλλοι βαρεθήκανε να ψάχνουν. Ο Έτσι σκέφτηκε να τους αφήσει να τον πιάσουν. Θάχε πλάκα να τον πήγαιναν αυτοί στο στρατόπεδο, κι έκανε και κρύο, και πώς θάβγαζε τη νύχτα,... αλλά δεν είχε πάνω του χαρτιά... και τους άφησε και φύγαν. 
Ήπιε λίγο ούζο, έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε κάνα δυο φανέλλες, έβαλε και κείνες τις κόκκινες μπιτζάμες με το μαύρο γιακαδάκι και ξανά από πάνω το παντελόνι και το γκρίζο το μπουφάν. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει βρίσκει μπρος του κάτι δέντρα που τάχανε κλαδέψει. Τα κομμένα τα κλαδιά τους κατά γης. Βρίσκει τότε μια μαγκούρα πιο ψηλή από αυτόν να τελειώνει σε διχάλα. Την καθάρισε από τα φύλλα και συνέχισε μ'αυτήν. 


Σκηνή (Α): Πύλη στρατοπέδου. Τα πάντα είναι κοιμισμένα. Ακόμα και τα τριζόνια. 
Η πύλη είναι κλειστή. Και οι δυο φρουροί μ'αυτόματα αγρυπνούν νυσταγμένα. 
Ξαφνικά βγαίνει μέσα από τα σκοτάδια κι επιτίθεται το τέρας. Είναι ο Έτσι με τη μαγγούρα. Πέφτει πάνω στα κάγκελα της πύλης εκεί στο άπλετο φως από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες μ'όλη του τη φόρα και τα κοπανά ουρλιάζοντας. Ψιλοβρέχει...
Οι φρουροί τα χρειάζονται. 
-"Αλτ! Τις ει. Αλτ τις ει". Και του βγάζουνε τ'αυτόματα μέσα από το κιγκλίδωμα και του τα χώνουν στην κοιλιά. 
-Τι τις ει, τι τισί, τι θες εσύ, ε τις συ. Τισύ σε λένε; Και βουτά τ'αυτόματο απ'την κάνη και το στρέφει και του χώνει του φρουρού τη δική του τη μαγκούρα στην κοιλιά.
Ανοίξτε να μπω. Ήρθα για να μπω και θα μπω. Ανοίξτε τισίδες.

Τελικά δεν έχουμε νεκρούς. Απλώς μια μικροαναστάτωση στην κεντρική πύλη. Τρέξαν κι άλλοι. κάποιος σκέφτηκε μήπως το τέρας ήταν να καταταγεί. Αλλά η κατάταξη ήταν το πρωί και τούπαν να ξανάρθει το πρωί. 
Ο Έτσι τους έλεγε πως αυτός δεν κατατάσσεται και πως του είπε η γαγιά του να πάει εκεί, και για να το λέει αυτή ξέρει, κι έδωσε το λόγο του στη γιαγιά του και θα τον τηρήσει. Και δεν ξεκόλαγε από κει. 
Ώσπου ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια του θηρίου που ήταν παρκαρισμένο εκεί μπροστά και πέταξαν φωτιές και το θηρίο μούγκρισε εντελώς στο ξαφνικά και χύμηξε να φύγει. Έτσι ο Έτσι παράτησε την πύλη και τους τισίδες τους φρουρούς και όρμηξε να συγκρατήσει το θηρίο κραδαίνοντας στ'αριστερό του χέρι τη μαγγούρα. Μα το θηρίο πρέπει νάτανε και κείνο δυνατό και εξαφανίστηκε μουγκρίζοντας. Έτσι ο Έτσι με τη φόρα πούχε έχασε την ισορροπία του (ούτε το ξύλινο  ποδάρι δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει, τόση ήταν η μανία του ναρπάξει το θηρίο) κι έπεσε κει μες το χωράφι. 
Σημ. Συγγρ. Το θηρίο ήταν μαύρο και κοιμόταν φαίνεται όταν ο ΄Ετσι κρυβόταν από πίσω του πριν κάνει την επέλαση στην πύλη. Απ'ότι λέγαν οι στρατιώτες την επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν ένα φορτηγό κι ο οδηγός του κοιμόταν μέσα. 
Και απ'τη φασαρία θα ξύπνησε και έβαλε μπροστά τις μηχανές και έφυγε. 
Αλλά κανένας δε μπορεί να πείσει περί αυτού τον Έτσι. Ο Έτσι είδε το θηρίο και πάλεψε μαζί του εκείνο το βράδυ, αλλά δεν ήθελε να το νικήσει, μόνο να το κρατήσει και να το κάνει φίλο. Αλλά εκείνο ήταν δυνατό και τα κατάφερε να του ξεφύγει. 


Σκηνή (Β): Ξημέρωμα. Βρέχει ακόμα.
Ο Έτσι κοιμάται στο χωράφι στηριγμένος στη μαγγούρα του και στο καρέκλι. 
Περνούν στρατιώτες και οχήματα στρατιωτικά και του ρίχνουνε βουβοί διάφορες ματιές. Σε λίγο έρχονται κι άλλοι πολλοί με πολιτικά όλοι αυτοί, και πάνε ως την πύλη που τώρα είναι ανοιχτή. Εκεί τους σταματάνε οι φρουροί και τους γυρνάνε πίσω λέγοντας τους να ξανάρθουνε το μεσημέρι, το μεσημέρι. 
Ο Έτσι κάθεται σαν τους γκουρού και κρατιέται απ'το ξύλινο ποδάρι, βλέπει όλο αυτό το συνοθύλεμα ανθρώπινων προβάτων. Τους κοιτά και τον κοιτάνε όλοι. 
Κάποιος σπάει τη σιωπή. "Ε, για κοιτάτε αυτόν εκεί. Βρε τον κανάγια. Πουλάει τρέλλα". Το καπελάκι στάζει, το μπουφάν του στάζει, κρύο, ψιλοβρέχει. ο Έτσι έχει ποτίσει ολόκληρος, νοιώθει σαν να αιωρείται. Δε δίνει σημασία ια. Δεν ακούει ούτε βλέπει. 

Σκηνή (Γ): Βρίσκουμε τον Έτσι μέσα σ'ένα χωριουδάκι. Περπατά σαν άλλος Μωυσής. Τον παίρνουν από πίσω κάτι πιτσιρίκια, αλλά χωρίς να κάνουν φασαρία, ούτε του πετάνε πέτρες. Που και που τον χαιρετάνε με το γκα τους οι Γαϊδάροι. 
Ησυχία βγαίνουν οι μανάδες και μαζεύουν τα πιτσιρίκια. Απ'όπιο σοκάκι κι αν περνά ακούς να μανταλώνουνε τις πόρτες. 
Βρίσκουμε τον Έτσι στα χωράφια. Το Έτσι κάτω από τα δέντρα. Τον Έτσι πάνω σ'ένα δέντρο, τον Έτσι σ'ένα ποταμάκι. Ν'ανεβαίνει και να κατεβαίνει. Να γίνεται ένα με τις ψιχάλες. Και ν'αγκαλιάζει όπως αυτές τα πάντα γύρω. Να μπαίνει και να βγαίνει. Δε νοιώθει κρύο, ούτε ζέστη. Μονάχα την ευφορία. Μια απέραντη ευφορία, όπου τα πάντα ήτανε γι αυτόν κι αυτός γι αυτά.  Εκατομμύρια τα πάντα χώρια, κι ένα του εκατομμυριοστού αυτός. Ο ουρανός, τα δέντρα, τα χωράφια, το νερό, ο ήχος του νερού, οι ήχοι, χιλιάδες ήχοι, χωριστοί, κι όλοι μαζί, η μαγγούρα, το ξύλινο ποδάρι, το καπελάκι, η ισορροπία, η κίνηση, η ακινησία. "Μα δεν υπάρχει ισορροπία". "Μπορείς παντού και πουθενά". Πάντα και ποτέ". Η ισορροπία!!! Η ανισόροπος ισοροπία. Η ισοροπία του ανισόροπου. Ώσπου άρχισε να σκέφτεται και θυμάται ξαφνικά το λόγο. Τι γύρευε αυτός εκεί. 

Σκηνή (Δ): Στρατόπεδο. Πύλη. Τη φράζει εκείνο το παλούκι με τροχαλία που το σηκώνουνε όταν περνάει αυτοκίνητο. Νεοσύλεκτοι, νεοσύλεκτοι, κόσμος, πολύς κόσμος. 
Ουρά!!! Ουρά!!! Ουρά!!! Περνάνε όλοι ένας ένας απ'το διπλανό πορτάκι. 
Ο Έτσι πλησιάζει με τη μαγγούρα. Φτάνει. Τον κυττάνε. Τους χαζεύει. Φεύγει. 
Πίσω πάλι στο σημείο που βρέθηκε τη νύχτα. 
Φρουρός: "Ε εσύ που πας έλα εδώ. Μα δεν ακούς! Θα κλείσουμε την πόρτα! Η ώρα πέρασε! Δε θα δεχτούμε άλλους!"
Ο Έτσι πάλι μπρος στην πύλη. Τους χαζεύει τον χαζεύουν. Η ουρά τελείωσε. 
Ψιλοβρέχει! Ξαναγυρνά πίσω στο σημείο. Στήνει τη μαγγούρα σ'ένα δέντρο.. Και! Αργό γύρισμα! Ο Έτσι βλέπει τον εαυτό του σε ταινία. Νοιώθει να κινείται μέσα σε ταινία σε αργό γύρισμα. Δε το νοιώθει, το κάνει κιόλας. Στηριγμένος στο ποδάρι. Δεν πηγαίνει στο πορτάκι. Ορμάει εκεί στο δέντρο και διασπά το κέντρο της αμύνης του στρατοπέδου. Βρίσκει το εμπόδιο και το υπερπηδά.  Όλα τούτα σε αργό γύρισμα. Αναστάτωση. Οι στρατιώτες, με διασπασμένο κέντρο, αρχίζουν να γυρίζουνε σα σβούρες, φωνές και πανικός. Όλοι σε γύρισμα γοργό. Μονάχα αυτός σ'αργό. Μα δεν μπορούν να τον αγγίξουν, δε μπορούνε να τον φτάσουν. 
Ώσπου σταματά ο ίδιος. 
"Ε! Τι θέλει αυτός εδώ". "Πώς τον αφήσατε και μπήκε". "Βρε! αυτός είναι ο..., αυτός ήρθε το βράδυ". Τα πνεύματα ηρεμούν σιγά- σιγά. 
Αξιωματικός: "Μη φοβάσαι παιδί μου. Πες μας τι θέλεις! Εδώ δεν τρώμε, πώς σε λένε; Μήπως κατατάσεσαι;"
Αυτός κουνά απλώς το κεφάλι του αριστερά, δεξιά.
"Ψάξτε τον, μήπως έχει απάνω του κάνα χαρτί". Αφτός τους αφήνει να τον ψάξουν.
Είχε βάλει στην εσωτερική του τσέπη το βιβλιάριο. Του το βρήκανε αμέσως. 
"Έλα παιδί μου, πάμε να σε βάλουμε να κάτσεις με τους άλλους. Και θα ψάξουμε εμείς για τα χαρτιά σου. Μη στεναχωριέσαι, όλα θα παν καλά."
Βρέχει... φτάνουνε τον Έτσι μπροστά σε μια τζαμαρία. Γύρω γύρω τζαμαρία και πίσω από τη τζαμαρία μια τεράστια αίθουσα όπου είχαν μαζεμένα όλα τα  ανθρώπινα πρόβατα. Ο Έτσι δε θέλει να μπερδευτεί μαζί τους. Κάνει έτσι και ξεφεύγει.