Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Raul Gomez Jattin - Οι Ποιητές, αγάπη μου





Οι ποιητές, αγάπη μου, είναι

Άνθρωποι φρικτοί, ορισμένοι

Τέρατα μοναξιάς, απόφευγε τους

Πάντα, ξεκινώντας από εμένα.

Οι ποιητές, αγάπη μου, είναι

Για να τους διαβάζεις. Αλλά μη δίνεις σημασία

Σε ό, τι κάνουν στη ζωή τους



Raul Gomez Jattin, Ο ποιητής της μοναξιάς, μτφ Γιάννης Σουλιώτης, 2016, εκδ. Οδός Πανός 




Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

Μαρία Θαμπράνο - Ο τάφος της Αντιγόνης [απόσπασμα]

 


Στο σπίτι μας μεγαλώνουμε σαν τα φυτά, σαν τα δέντρα. Η παιδική μας ηλικία είναι ακόμα εκεί, δεν έχει φύγει, μα έχει ξεχαστεί. Στο σπίτι μας, στον κήπο μας, δεν είναι ανάγκη να τα έχουμε όλα συνεχώς γύρω μας, με την ψυχή συνεχώς στο στόμα, όλη μας τη ζωή σε αγωνία. Όχι. Στο σπίτι μας ξεχνούμε, ξεχνιόμαστε. Η πατρίδα, το σπίτι μας, είναι πάνω απ’ όλα ο τόπος όπου μπορούμε να ξεχνιόμαστε. Γιατί αυτό που έχεις αποθέσει σε μια γωνιά δεν χάνεται. Κι αρκεί μια μέρα να λάμψει το φως με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να αναδυθεί κάτι που έμοιαζε για πάντα χαμένο, σαν να βγήκε απ’ τη θάλασσα, καθαρό και γεμάτο ζωή. Κι αν αυτό το κάτι είναι μια θλίψη, βρίσκεις ανακούφιση αφήνοντάς τη σε μιαν άκρη για να την αναζητήσεις όταν θα έχεις το κουράγιο.

Γιατί οι σιωπές του σπιτιού κι η βουή, αυτός ο βόμβος των μελισσών που πάνω κι έρχονται, σε εξαγνίζει και σε συντροφεύει. Μαζί κι αυτός ο ατέλειωτος και διαρκώς ανανεούμενος, σαν τη Θάλασσα, χρόνος.

Έτσι είναι η Πατρίδα, Θάλασσα που υποδέχεται το ποτάμι του πλήθους. Αυτό το πλήθος που μέσα του ούτε ξεχωρίζει ούτε χάνεται κάποιος, ο Λαός, όπου ζωντανοί και νεκροί βαδίζουν στον ίδιο ρυθμό.

Και βγαίνοντας από αυτή τη θάλασσα, από αυτό το ποτάμι, ανάμεσα σε ουρανό και γη και τίποτε άλλο, πρέπει να μαζέψεις τα κομμάτια σου, να σηκώσεις το βάρος του εαυτού σου. Πρέπει να ενώσεις όλη την περασμένη ζωή σου, που γίνεται το παρόν σου, να σηκώσεις το βάρος του εαυτού σου. Πρέπει να ενώσεις όλη την περασμένη ζωή σου, που γίνεται το παρόν σου, και να την κρατήσεις σε εγρήγορση για να μη σέρνεται. Δεν πρέπει να σέρνεις ούτε το παρελθόν ούτε το παρόν σου. Την κάθε μέρα που περνά, πρέπει να τη σηκώνεις ψηλά και να την ενώνεις με όλες τις άλλες, να την κουβαλάς. Πρέπει να ανηφορίζεις συνεχώς. Αυτό είναι η εξορία, μια πλαγιά, ακόμα κι αν είναι στην έρημο. Μια πλαγιά πάντα ανηφορική και πάντα στενή, όσο πλατιά κι αν είναι η θέα που ξανοίγεται στο βλέμμα σου. Και πρέπει βέβαια να κοιτάς προς όλες τις μεριές, να έχεις τον νου σου παντού, σαν φρουρός στις εσχατιές της γης. Πρέπει όμως να κρατά κανείς την καρδιά του ψηλά, να τη σηκώνει για να μη βουλιάξει, να μη χαθεί. Και για να μη χαθεί κι ο ίδιος, σπάζοντας σε κομμάτια.


σελ. 90-91, εκδ. LOGGIA 



Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

"Χωρίς παύση, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς έλεος" (ποιήματα της Αλεχάντρα Πισαρνίκ)




Η Αλεχάντρα 36, η Αλφονσίνα 46 και οι δύο από το Μπουένος Άιρες. Θα 'λεγε κανείς ότι η Αργεντινή είναι συνένοχος με την ποίηση στον αφανισμό των ποιητριών της. Η ποίηση της Πισαρνίκ ήταν ακριβώς όπως την ήθελε η Αλεχάντρα: σιωπηρή, στην άκρη, έξω από τα ψυχιατρεία, στις λεωφόρους να σε κοιτάζει με μία αθέλητη καχυποψία. Και την ίδια στιγμή όλοι οι μεγαλο-ποιητές που δεν τόλμησε κανείς τους ν' αρπάξει την ποίηση από τα χέρια της Πισαρνίκ. Για να το πω αλλιώς: αν δεν είχε αυτό το τέλος που είχε η Πισαρνίκ, ελάχιστοι θα γνωρίζαμε τα γραπτά της. Πλέον, μέχρι και οι επιστολές στον ψυχαναλυτή της βγαίνουν στο σφυρί, το παραμικρό που μπορεί να είχε γράψει αποτελεί προϊόν περισσότερο κουτσομπολιού, παρά [ανά]γνωσης. 


~ * ~



ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ

 

Για να αναγνωρίσεις στη δίψα το έμβλημά μου

για να σημάνω το μοναδικό όνειρο

για να μην με θρέψω ποτέ ξανά στον έρωτα

 

έγινα όλη προσφορά

ένα καθαρό σφάλλειν*

από λύκαινα στο δάσος

στη νύχτα των κορμιών

 

για να πω τη λέξη αθώα

 

 

ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

 

παράξενη που υπήρξα

όταν γειτόνισσα μακρινών φώτων

θησαύριζα λέξεις πολύ καθάριες

για να φτιάξω νέες σιωπές.

 

 

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΑΠΟ ΣΤΑΧΤΗ

Στην Κριστίνα Κάμπο

Είναι οι φωνές μου τραγουδώντας

για να μην τραγουδήσουν εκείνοι,

οι φιμωμένοι στην γκρίζα αυγή,

οι ντυμένοι πουλί απελπισμένο στη βροχή.

 

Υπάρχει, στην αναμονή,

ένας ψίθυρος από πασχαλιά που σπάζεται.

Και υπάρχει, όταν έρχεται η μέρα,

ένα κομμάτιασμα του ήλιου σε μικρούς ήλιους

μαύρους.

Κι όταν είναι νύχτα, πάντα,

μια φυλή από λέξεις ακρωτηριασμένες

ψάχνει άσυλο στο λαρύγγι μου,

για να μην τραγουδήσουν εκείνοι,

οι κακότυχοι, οι αφέντες της σιωπής.

 

 

ΡΟΛΟΪ

 

Κυρία μικρότατη

διαμένουσα στην καρδιά ενός πουλιού

βγαίνει στην αυγή για να προφέρει μια συλλαβή

ΟΧΙ



ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΛΟΓΙΑ

 

Στον Αντόνιο Πόρτσια

 

ακόμη δεν είναι τώρα

τώρα είναι ποτέ

 

ακόμη δεν είναι τώρα

τώρα και πάντα

είναι ποτέ

 

 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΤΟΙΧΟΥ

 

πως είναι κρύος πράσινος και επίσης κινείται

καλεί, αγκομαχά, κράζει είναι άλλως πάγος

κλωστές πάλλονται τρέμουν

κλωστές

είναι πράσινος πεθαίνω

είναι τοίχος, σκέτος τοίχος, είναι μουγκός κοίτα

πεθαίνει

 

 

 

Πισαρνίκ, Α., 2014. Τα Έργα και οι Νύχτες, μτφ Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliotheque



* Ο στίχος είναι κακομεταφρασμένος. Με βάση το πρωτότυπο ο στίχος αποτυπώνεται ως εξής: Μία καθαρή περιπλάνηση



Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Τζαζ (μέρος β'): Στο ψωμί είναι η μέρα [Charlie Parker]




Ακολουθώντας το νήμα από το βιβλίο «Κι όμως.. όμορφα» του J. Dyer και τη διαπίστωση του πόσο θανατηφόρα τέχνη είναι η jazz, απομονώνουμε την περίπτωση του Charlie Parker που πέθανε εξαιρετικά νέος, στα 35 του χρόνια. Αυτή τη φορά θα αφήσουμε τον Χούλιο Κορτάσαρ να μας αφηγηθεί  τον C. Parker όπως τον είδε στο βιβλίο του «Ο Κυνηγός».
Πώς ο Αργεντινός Χούλιο Κορτάσαρ αναμιγνύεται με την jazz; Πώς από τα αργεντίνικα τάνγκο στους ξέφρενους αυτοσχεδιασμούς; Πιστεύω πως ο Χούλιο Κορτάσαρ στην jazz βρήκε τα δομικά εργαλεία του ως συγγραφέας. Ο ίδιος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς το μουσικό αυτό πεδίο– ο ίδιος έπαιζε τρομπόνι – και για εκείνον η τζαζ περιγράφεται στο Κουτσό ως το ψωμί και το αλάτι, το ασύνορο σύνορο, ο κατάσκοπος του νερού και του αέρα.
«Ο κυνηγός» αποτελεί θα λέγαμε έναν φόρο τιμής του Χούλιο Κορτάσαρ στον σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ, που μέσα στη νουβέλα του τον εντοπίζουμε ως Τζόνυ Κάρτερ. Δεν θα το σκεφτόμουν ως υπερβολή, αν έλεγα ότι ο Κορτάσαρ με τον Κυνηγό γράφει ένα πιο beat λογοτέχνημα από τους ίδιους τους Beat που λάτρεψαν κι αυτοί την jazz.


~ * ~


Όταν δεν είσαι πολύ σίγουρος για τίποτα, το καλύτερο είναι να δημιουργείς υποχρεώσεις σαν σωσίβια. Δυο  - τρεις μέρες μετά σκέφτηκα πως είχα υποχρέωση να εξακριβώσω αν η μαρκησία προμήθευε μαριχουάνα στον Τζόνυ Κάρτερ, και πήγα στο ατελιέ του Μονπαρνάς. Η μαρκησία είναι στ’ αλήθεια μια μαρκησία, έχει λεφτά με τη σέσουλα από το μαρκήσιο, αν και είναι λίγος καιρός που έχουν χωρίσει με αφορμή τη μαριχουάνα και άλλα παρόμοια. […] Δεν είναι τούτη εδώ η στιγμή κατάλληλη να κάνω κριτική της jazz, και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο μου για τον Τζόνυ και το νέο στυλ του μεταπολέμου, ωστόσο μπορώ να πω πως το σαράντα οκτώ – ας πούμε ως το πενήντα – υπήρξε κάτι σαν έκρηξη στη μουσική, αλλά μια έκρηξη κρύα, σιωπηλή, μια έκρηξη που όλα τα πράγματα παρέμειναν στη θέση τους και δεν υπήρξαν ούτε κραυγές ούτε χαλασμοί, αλλά η κρούστα της συνήθειας ράισε σε χιλιάδες κομμάτια και ακόμη και οι υπερασπιστές της (στις ορχήστρες και στο κοινό) θεώρησαν θέμα αυτοσεβασμού και δεν άκουγαν όπως παλιά. Γιατί μετά το πέρασμα του Τζόνυ στο άλτο σαξόφωνο δεν μπορείς να εξακολουθείς ν’ ακούς τους προηγούμενους μουσικούς και να πιστεύεις πως είναι το non plus ultra· πρέπει να συμμορφωθούμε υιοθετώντας εκείνο το είδος μεταμφιεσμένης υποταγής που λέγεται ιστορικό αίσθημα και να πούμε πως καθένας από εκείνους τους μουσικούς υπήρξε εκπληκτικός και εξακολουθεί να είναι για τον καιρό του. Ο Τζόνυ πέρασε από την jazz σαν ένα χέρι που κάνει τη σελίδα να γυρίσει, και τελείωσε.


Αναρωτιέμαι με ποιο τρόπο να έχει προμηθευτεί ο Τζόνυ τη μαριχουάνα αφού είχε μαλώσει με τη μαρκησία· η εμπιστοσύνη μου στην Ντεντέ γκρεμίζεται βίαια, αν πραγματικά της είχα εμπιστοσύνη. Στο βάθος είναι όλοι ίδιοι.
Ζηλεύω λίγο την ομοιότητα που τους ενώνει, που τους κάνει έτσι θανάσιμα συνενόχους· μέσα από τον πουριτανικό μου κόσμο – δε χρειάζεται να το διατυμπανίσω, όποιος με γνωρίζει, ξέρει τη φρίκη μου για την ηθική αταξία – τους βλέπω σαν άρρωστους αγγέλους, εκνευριστικούς με την ανευθυνότητά τους, που πληρώνουν όμως τις φροντίδες με πράγματα όπως οι δίσκοι του Τζόνυ τη γενναιοδωρία της μαρκησίας. Και δε λέω, δυσκολεύομαι να το ομολογήσω: τους ζηλεύω, ζηλεύω τον Τζόνυ, εκείνο τον Τζόνυ της άλλης πλευράς, αν και κανείς δεν ξέρει ακριβώς εκείνη την άλλη πλευρά. Ζηλεύω τα πάντα εκτός από την οδύνη τους, πράγμα που όλοι αντιλαμβάνονται, αλλά ακόμη και μέσα στην οδύνη τους πρέπει να υπάρχουν ψήγματα από κάτι που με απωθεί. Ζηλεύω τον Τζόνυ και την ίδια στιγμή με πιάνει λύσσα που αυτοκαταστρέφεται με την κακή χρησιμοποίηση των προσόντων του, με την ανόητη συσσώρευση του παραλογισμού που απαιτεί η πιεστική ζωή του. Σκέφτομαι πως αν ο Τζόνυ μπορούσε να προσανατολίσει αυτή τη ζωή, δίχως να θυσιάσει τίποτα, ούτε καν τα ναρκωτικά, κι αν πιλοτάριζε καλύτερα αυτό το αεροπλάνο που εδώ και πέντε χρόνια πετάει στα τυφλά, ίσως να κατέληγε στο χειρότερο, στην απόλυτη τρέλα, στο θάνατο, αλλά όχι δίχως να έχει φτάσει σε βάθος αυτό που ψάχνει μέσα στους θλιβερούς μονολόγους του a posteriori, στις εξιστορήσεις των μαγευτικών του εμπειριών, που απομένουν όμως στα μισά του δρόμου. Κι όλα αυτά τα υποστηρίζω μέσα από την προσωπική μου δειλία, κι ίσως στο βάθος να ήθελα να τελείωνε ο Τζόνυ μια και καλή, σαν ένα αστέρι που θρυμματίζεται σε χίλια κομμάτια και βγάζει ηλίθιους τους αστρονόμους για μία εβδομάδα, κι ύστερα πάνε για ύπνο κι αύριο ξημερώνει άλλη μέρα.

- Να τι δε θα καταλάβουν ποτέ, μου είπε. Είναι σαν πίθηκοι με φτερά, σαν τα κορίτσια του ωδείου του Κάνσας Σίτι που νόμιζαν πως έπαιζαν Σοπέν, ούτε λίγο ούτε πολύ. Μπρούνο, στο Καμαρίλλο με είχαν βάλει σ’ ένα δωμάτιο με άλλους τρεις, και το πρωί έμπαινε ένας εσωτερικός πλυμενούλης και ροδαλούλης με πολύ γούστο. Έμοιαζε γιος του Κλινέξ και του Ταμπάξ, πίστεψε με. Ένα είδος ασύλληπτου ηλίθιου, που καθόταν δίπλα μου και μου έδινε κουράγιο, σε μένα που ήθελα να πεθάνω […] Και φυσικά δεν μπορούσαν να δουν τις τρύπες, και ήταν πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους, υπερβολικά σίγουροι για τις συνταγές τους, τις σύριγγές τους, την καταραμένη τους ψυχανάλυση, τις εντολές τους μην καπνίζεις, μην πίνεις… […] Αλλά είναι όπως στο Παλμ Μπητς, πάνω στο ένα κύμα σού έρχεται ένα δεύτερο κι ύστερα κι άλλο… Πριν καλά καλά το καταλάβεις έρχεται κιόλας το άλλο, έρχονται οι λέξεις…. όχι, δεν είναι οι λέξεις, είναι αυτό που βρίσκεται στις λέξεις, εκείνο το είδος της κόλλας, εκείνη η βλέννα. Και η βλέννα έρχεται και σε σκεπάζει, και πείθει πως αυτός στον καθρέφτη είσαι συ. Φυσικά, αλλά πώς να μην το καταλάβεις. Όμως είμαι γω, με τα μαλλιά μου, τούτη την ουλή. Και ο κόσμος συνειδητοποιεί πως το μόνο που προσλαμβάνει είναι η βλέννα και γι’ αυτό τους φαίνεται τόσο εύκολο να κοιτάζονται στον καθρέφτη. Ή να κόβουν ένα κομμάτι ψωμί με το μαχαίρι. Εσύ έχεις κόψει ψωμί μ’ ένα μαχαίρι;



- Συνήθως μου συμβαίνει, του είπα διασκεδάζοντας.

- Κι ένιωσες τόσο ήσυχος. Εγώ δεν μπορώ, Μπρούνο. […]

Σήκωσε το χέρι στον αέρα, αγγίζοντάς τον παντού, σαν να τον σκιαγραφούσε με την κίνησή του. Χαμογελά. Έχω την αίσθηση πως είναι μόνος, απόλυτα μόνος. Νιώθω σαν τρύπα στο πλάι του. Αν του ερχόταν του Τζόνυ να περάσει το χέρι του μέσαθέ μου, θα με έκοβε σαν βούτυρο, σαν αχνό. […]

- Έχεις το ψωμί εκεί, πάνω στο τραπεζομάντιλο, λέει ο Τζόνυ κοιτάζοντας στον αέρα. Είναι ένα πράγμα στέρεο, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, μ’ ένα χρώμα υπέροχο, ένα άρωμα. Κάτι που δεν είναι εγώ, κάτι διαφορετικό, έξω από μένα. Αλλά αν τ’ αγγίξω, αν απλώσω τα δάχτυλα και τ’ αδράξω, τότε υπάρχει κάτι που αλλάζει, δε νομίζεις; Το ψωμί είναι πέρα από μένα, όμως το αγγίζω με τα δάχτυλα, το νιώθω, νιώθω πως αυτό είναι ο κόσμος, αλλά αν εγώ μπορώ να το αγγίξω και να το νιώσω, τότε δεν μπορούμε να πούμε πραγματικά πως  είναι άλλο πράγμα, ή πιστεύεις πως μπορούμε να το πούμε;

- Καλέ μου, είναι χιλιάδες χρόνια που ένα σωρό μουσάτοι σπάνε το κεφάλι τους για να λύσουν το πρόβλημα.

- Στο ψωμί είναι η ημέρα, ψιθυρίζει ο Τζόνυ, κρύβοντας το πρόσωπό του στα χέρια. Κι εγώ τολμάω και τ’ αγγίζω, και το κόβω στα δυο, και το βάζω στο στόμα. Δεν τρέχει τίποτα, το ξέρω: αυτό είναι το τρομερό. Συνειδητοποιείς πως είναι τρομερό να μη συμβαίνει τίποτα; Κόβεις το ψωμί, του μπήγεις το μαχαίρι, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν. Εγώ δεν καταλαβαίνω, Μπρούνο.

Το κακό είναι πως αν συνεχίσω έτσι θα καταλήξω να γράψω περισσότερα για μένα τον ίδιο παρά για τον Τζόνυ. Αρχίζω να μοιάζω με ιεροκήρυκα κι αυτό καθόλου δε μου αρέσει. Γυρίζοντας σπίτι σκέφτηκα με τον απαραίτητο κυνισμό για να ξαναβρώ την εμπιστοσύνη μου, πως στο βιβλίο μου για τον Τζόνυ αναφέρομαι μόνο ακροθιγώς και διακριτικά στην παθολογική πλευρά της προσωπικότητάς του. Δε θεώρησα απαραίτητο να εξηγήσω στον κόσμο ότι ο Τζόνυ πιστεύει πως περπατά μέσα από κάμπους γεμάτους τεφροδόχες ή ότι οι ζωγραφιές κινούνται όταν αυτός τις κοιτά· φαντάσματα της μαριχουάνας στο κάτω κάτω που σταματούν με τη θεραπεία της αποτοξίνωσης. Αλλά θα έλεγε κανείς πως ο Τζόνυ μου αφήνει ενέχυρο αυτά τα φαντάσματα, μου τα βάζει σαν τόσα άλλα μαντίλια στην τσέπη, ώσπου να έρθει η ώρα να τα ξαναπάρει.





Τον ακολουθώ στο δρόμο, και στα λίγα μέτρα, σ’ ένα δρομάκι μια άσπρη γάτα έρχεται προς το μέρος μας ικετευτική και ο Τζόνυ μένει πολλή ώρα χαϊδεύοντάς την. Εντάξει, φτάνει πια· στην πλατεία Saint-Michel θα βρω ένα ταξί να τον πάω στο ξενοδοχείο κι ύστερα θα πάω σπίτι μου. Στο κάτω κάτω δεν ήταν και τόσο τρομερό· για μια στιγμή φοβήθηκα ότι ο Τζόνυ είχε ετοιμάσει ένα είδος αντιθεωρίας στο βιβλίο, και τη δοκίμαζε σε μένα πριν τη βγάλει στη φόρα. Καημένε Τζόυ, που χαϊδεύεις ένα άσπρο γατί. Στο βάθος το μόνο που είπε είναι πως κανείς δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Κάθε βιογραφία θεωρεί αυτονόητο κάτι τέτοιο και προχωρεί, τι στο διάβολο. Πάμε Τζόνυ, πάμε σπίτι κι είναι αργά.




Κορτάσαρ Χ., 1988, Ο Κυνηγός, μτφ Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. Απόπειρα



Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Jorge Luis Borges - Autobiographical Essay [p.240-242]





Υπέμεινα αυτή τη δουλειά για περίπου εννιά χρόνια. Ήταν εννιά χρόνια αδιάκοπης δυστυχίας. Οι άντρες συνάδελφοί μου δεν ενδιαφέρονταν παρά μόνο για ιπποδρομίες, το ποδόσφαιρο και τις άσεμνες ιστορίες. Κάποτε, μια γυναίκα, αναγνώστρια, έπεσε θύμα βιασμού ενώ πήγαινε στην τουαλέτα. Οι περισσότεροι θεώρησαν το γεγονός αναμενόμενο, αφού οι ανδρικές τουαλέτες ήταν δίπλα στις γυναικείες. Μια μέρα ήρθαν να με δουν δύο φίλες μου, αρκετά αριστοκρατικές και καλοπροαίρετες – κυρίες της καλής κοινωνίας. Μια-δυο μέρες αργότερα μου τηλεφώνησαν και μου είπαν: «Μπορεί να το βρίσκεις διασκεδαστικό να δουλεύεις σε ένα τέτοιο μέρος, αλλά υποσχέσου μας ότι, πριν βγει ο μήνας, θα έχεις βρει μια δουλειά με μισθό τουλάχιστον εννιακόσια πέσος». Τους έδωσα τον λόγο μου ότι θα το έκανα. Η ειρωνεία ήταν ότι εκείνη την εποχή ήμουν ένας πολύ γνωστός συγγραφέας, παντού αλλού εκτός από αυτή τη βιβλιοθήκη. Θυμάμαι ότι ένας συνάδελφος μου πρόσεξε σε μια εγκυκλοπαίδεια το όνομα κάποιου Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πράγμα που τον έκανε να αναρωτιέται για τη σύμπτωση των ονομάτων και της ημερομηνίας γέννησης. Εκείνα τα χρόνια, αλλά ακόμη και σήμερα, έκαναν δώρο στους δημοτικούς υπαλλήλους ματέ σε συσκευασία τους ενός λίτρου, για να έχουν να πίνουν στο σπίτι. Μερικές φορές, τα βράδια, καθώς περπατούσα τα δέκα τετράγωνα μέχρι τις γραμμές του τραμ, τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα. Αυτά τα μικροδωράκια από τους προϊσταμένους μου υπογράμμιζαν πάντα τη δουλική και μίζερη ύπαρξή μου.

Γούνταλ, Τ., 2003. Jorge Luis Borges. Ο Άνθρωπος στον Καθρέφτη του Βιβλίου, [εκδ.] Νεφέλη, Αθήνα


Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Ιδέα Βιλαρίνιο: Και ο έρωτας θα έχει το όνομά της...



Συνήθως, την ποίηση, όταν την σκεφτόμαστε από την ερωτική- ρομαντική της πλευρά βάζουμε ένα θηλυκό πρόσημο μπροστά της. Σα να είναι δουλειά της συγγραφέως να γράφει (και πολλές φορές να αναλώνεται) για τα ερωτικά πάθη της- στίχοι παραγεμισμένοι με απελπισία, απώλεια, ελπίδα, έρωτα, τρυφερότητα, αιωνιότητα... Ομολογώ ότι η ιδέα αυτή όσο και η απόπειρα μου φαίνεται αρκετά τετριμμένη. Η γυναίκα μπορεί να γράψει και για άλλα πράγματα και για άλλα της πάθη. Από την άλλη όμως, όταν σκοντάφτω πάνω στο όνομα της Ουρουγουανής ποιήτριας Ιδέα Βιλαρίνιο, ξεχνάω όλα τα πρέπει τα συγγραφικά, κλείνομαι στο ίδιο καυτό δωμάτιο μαζί της, αναπολώ κι εγώ κάποιον περασμένο έρωτα. 
Η μοναδικότητα και η αισθαντικότητα των στίχων της, συνάμα με την γεμάτη ζωή της κάνουν την ποίηση της Βιλαρίνιο ερωτική με όλη τη σημασία της λέξεως. Πολλοί αναγνωρίζουν τον υπαίτιο πίσω από αυτά τα εξαίσια ποιήματα: τον επίσης Ουρουγουανό συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι. Εμένα πάλι επιτρέψτε μου να πιστεύω πως αν δεν ήταν ο Ονέτι, σίγουρα θα ήταν κάποιος άλλος. Διότι το πάθος της Βιλαρίνιο δεν ξεκινούσε από μία συνάντηση, από ένα πρόσωπο- ξεκινούσε από την ίδια της την καρδιά, ήταν ριζωμένο μέσα της, όπως είναι ριζωμένο μέσα σε τόσους λίγους ανθρώπους σ'αυτό τον κόσμο. 
Πέθανε στις 28 Απριλίου το 2009, σε ηλικία 89 ετών. 



Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν…

Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.

Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…

Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει -και πώς ξέρει!- τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.



Στην αγκαλιά σου…

Μέσα στην αγκαλιά σου
μέσα στην αγκαλιά μου
μέσα στα απαλά σεντόνια
μέσα στη νύχτα
τρυφεροί
ξεχασμένοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά.



Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι,
πού.



Όχι πια

Δε θα γίνει πια
όχι πια
δε θα ζήσουμε μαζί
δε θα μεγαλώσω το παιδί σου
δε θα ράβω τα ρούχα σου
δε θα ξαγρυπνώ στο προσκεφάλι σου τις νύχτες
δε θα σε φιλάω φεύγοντας
ποτέ δε θα μάθεις ποια υπήρξα
γιατί άλλοι με αγαπήσαν.

Δε θα κατορθώσω να μάθω
ποτέ γιατί ούτε πώς
ούτε αν ήταν στ’ αλήθεια
αυτό που είπες πως ήταν
ούτε ποιος υπήρξες
ούτε τι ήμουνα για σένα
ούτε πώς θα ήταν
μαζί να ζούμε
να αγαπιόμαστε
να μας περιμένουμε
να είμαστε παρόντες.

Δεν είμαι πια
παρά εγώ για πάντα
κι εσύ
δε θα ‘σαι πια για μένα
παρά εσύ.
Δεν υπάρχεις πια
σε μια μέρα μελλοντική
δε θα ξέρω πού ζεις
με ποιαν
ούτε αν θυμάσαι.
Ποτέ δε θα μ’ αγκαλιάσεις
όπως εκείνη τη νύχτα
ποτέ.

Δεν πρόκειται ξανά να σ’ αγγίξω.

Δε θα σε δω να πεθαίνεις.



Επιστολή ΙΙ

Μακριά βρίσκεσαι στο νότο
εκεί που οι δείκτες δεν δείχνουν τέσσερις.
Γερμένος στην πολυθρόνα σου
στηριγμένος στο τραπεζάκι
του δωματίου σου
ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι
δικό σου ή κάποιας
που ευχαρίστως θα εξάλειφα
−εσένα σκέφτομαι κι όχι εκείνες που πλάι σου ψάχνουν
αυτό το ίδιο που εγώ αγαπώ.
Εσένα σκέφτομαι ήδη πέρασε μια ώρα
μα ίσως και μισή
δεν ξέρω.
Σαν πέσει το φως
θα ξέρω ότι πήγε πια εννιά
τα  σκεπάσματα θα τραβήξω
θα ντυθώ το μαύρο μου φόρεμα
και το χτένι στα μαλλιά μου θα περάσω.
Ώρα για δείπνο
μα βέβαια, τι άλλο;



(Κι ένα διαφορετικό ποίημα της Βιλαρίνιο, ενάντια στην καταπίεση)

1. Παραλία Χιρόν (Playa Girón)

Πάντοτε κάποια αρβύλα θα υπάρχει πάνω στο όνειρο
το εφήμερο του ανθρώπου
μια αρβύλα δύναμης και παραλογισμού
έτοιμη να χτυπήσει
πρόθυμη στο αίμα να ποτίσει.
Κάθε φορά που οι άνθρωποι ορθώνονται
κάθε φορά που διεκδικούν όσα τους ανήκουν
ή απλώς αποζητούν να παραμείνουν άνθρωποι
κάθε φορά που η ώρα της αλήθειας η ώρα
της δικαιοσύνης σημαίνουν
η αρβύλα σπάει χτυπά λερώνει συνθλίβει
διαλύει την ελπίδα και το όραμα
της απλής ανθρώπινης και για όλους ευτυχίας
γιατί άλλα σχέδια έχει όμοια με Θεός
όπως κηρύσσουν και οι ιερείς για το θεό τους
πως άλλες βουλές υψηλές κι ανεξιχνίαστες έχει
σχέδια άλλα όπου χωρά μια Χιροσίμα
μια Ισπανία μια Αλγερία μια Ουγγαρία και ούτω καθεξής
όπου χωρά η αδικία η καταπίεση
η εγκατάλειψη η πείνα το κρύο ο φόβος
η εκμετάλλευση ο θάνατος
όλος ο τρόμος όλος ο πόνος του ανθρώπου.
Η αρβύλα αλλάζει πόδια όπως αλλάζουν χέρια
το χρήμα η ισχύς και η εξουσία
όμως πάντοτε θα υπάρχει κάποια
κάποτε περισσότερες από μια
για να τσαλαπατά τα όνειρα των ανθρώπων.



(Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)


Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Νομπελίστες λογοτεχνίας: Καμίλο Χοσέ Θέλα

Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) υπήρξε διάσημος Ισπανός συγγραφέας, γνωστός για τις σκοτεινές ρεαλιστικές ιστορίες του που τοποθετούνται πάντα εντός και εκτός Μαδρίτης. Στα 26 του γράφει το περίφημο έργο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", ένα έργο τόσο όμοιο με τον "Ξένο" του Καμύ, ενώ θα ακολουθήσουνε γύρω στα 70 ακόμη έργα του μέχρι το θάνατο του, με πιο γνωστό το "Η Κυψέλη". Το τελευταίο περιγράφει τη ζοφερότητα στην ισπανική κοινωνία υπό το φρανκικό καθεστώς. Παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι ο Χοσέ Θέλα υπήρξε παρόλα αυτά ένας από τους υποστηρικτές του Φράνκο (ήταν πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας...)- κάπως έτσι γίνεται μυστήριος ο κόσμος των συγγραφέων. Ειδικά για ένα συγγραφέα όπως ο Χοσέ Θέλα, ο οποίος σκιαγραφεί τόσο προσεγμένα και με συνέπεια τους χαρακτήρες του, όπως ο Πασκουάλ Ντουάρτε (Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε), που παρόλο που διαπράττει το ένα έγκλημα μετά το άλλο, μεταφέρεται στις σελίδες του βιβλίου ως ένας κατατρεγμένος, αγγίζει σχεδόν τα όρια της συμπάθειας για τον αναγνώστη, πράγμα που δεν πετυχαίνει- ίσως και ηθελημένα- ο Καμύ, ή όπως τόσοι άλλοι πολλοί χαρακτήρες του, που περνούν από την εξαθλίωση και την ηθική απαξίωση των μικροκοινωνιών, αναρωτιέσαι έπειτα απ'όλα αυτά τι τον έκανε να γίνει υποστηρικτής ενός από τα πιο αδίστακτα και αιματηρά φασιστικά καθεστώτα... 
Το 1989 βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε":

     Υπάρχουν φορές που καλύτερα να πεθάνεις, να εξαφανιστείς αίφνης απ'το πρόσωπο της γης, να γίνεις αέρας, ή καπνός. Φορές που μοιάζουν ακατόρθωτες, μα που, αν ήταν δυνατόν να γίνουν, θα μας μετέτρεπαν σε αγγελούδια, θα μας προφύλαγαν απ'τις κακοτοπιές κι απ'το να συνεχίσουμε μες στο κρίμα και στην αμαρτία, θα μας ελευθέρωναν από τούτη την αρρωστημένη σάρκα, την οποία, σας διαβεβαιώ, δεν θα ξαναθυμόμασταν ποτέ πια- τόσο φριχτή είναι-, αλλά που κάποιος τώρα μας υποχρεώνει να μην την ξεχνάμε, και μας δηλητηριάζει την ψυχή. Τίποτα δε βρωμάει τόσο πολύ και τόσο άσχημα όσο η σαπίλα που αφήνει το κακό στη συνείδησή μας, όσο το σάπισμα τούτων των νεκρών, νεογέννητων ελπίδων που- εδώ και τόσον καιρό- έχει καταντήσει η ζωή μας!
     Η ιδέα του θανάτου έρχεται πάντα με το βήμα του λύκου, με τα σουρσίματα της έχιδνας, όπως όλες οι κακές σκέψεις. Δεν έρχονται ποτέ έτσι ξαφνικά οι ιδέες που μας βασανίζουν. Το αναπάντεχο στραγγαλίζει μερικές στιγμές, αφήνει όμως ξοπίσω του πολλά χρόνια ζωής. Οι σκέψεις που μας τρελαίνουν με τη μελαγχολία, τη χειρότερη μορφή τρέλας, φτάνουν πάντα σιγά σιγά, χωρίς να το πάρουμε είδηση, όπως δεν παίρνουμε είδηση την ομίχλη που πλημμυρίζει τον κάμπο, ή τη φυματίωση στα πνευμόνια μας. Προχωρεί, μοιραία, ακούραστα, αλλά αργά και με σταθερό ρυθμό, όπως ο σφυγμός. σήμερα δεν την καταλαβαίνουμε- ίσως ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο, ούτε σ'ένα μήνα. Περνά όμως ο μήνας κι αρχίζουμε να νιώθουμε πικρό το φαΐ κι οδυνηρή τη θύμηση. Μας έχει κιόλας αρπάξει. Περνούν οι μέρες κι οι νύχτες και γινόμαστε μονόχνωτοι, περίεργοι. Μέσα μας διασταυρώνονται ιδέες, σκέψεις που μας αναστατώνουν. Περνάμε ακόμα κι ολόκληρες βδομάδες δίχως να κάνουμε τίποτα. Αυτοί που μας περιστοιχίζουν συνηθίζουν πια τις ιδιοτροπίες μας και δεν εκπλήσσονται ούτε καν γι'αυτές. Μια μέρα όμως το κακό φουντώνει όπως οι θάμνοι, ξεχειλίζει. Δε χαιρετούμε πια του ανθρώπους. μας θεωρούν παράξενους, κάτι σαν ερωτευμένους. Αδυνατίζουμε, όλο κι αδυνατίζουμε, ενώ τα πυκνά μας γένια αραιώνουν όλο και περισσότερο. Αρχίζουμε να νιώθουμε το μίσος που μας θανατώνει. Δεν αντέχουμε άλλο τις ματιές του κόσμου. Η συνείδησή μας υποφέρει, αλλά δεν πειράζει, ας υποφέρει! Τα μάτια μας καίνε και γεμίζουν ένα δηλητηριώδες υγρό σαν κοιτάμε ίσια μπροστά. Ο εχθρός καταλαβαίνει την επιθυμία μας, αλλά δεν ανησυχεί. Το ένστικτο δε λαθεύει. Η δυστυχία είναι πρόσχαρη, φιλόξενη, και το πιο ανθρώπινο συναίσθημα μπορεί να εκσφενδονιστεί στην τεράστια πλατεία και να γίνει θρύψαλα. Το σκάμε σαν τ'αγριοκάτσικα, αλλά το κακό έχει ήδη εισχωρήσει μέσα μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση, τίποτα δεν μπορεί να γίνει πια. Αρχίζει η ιλιγγιώδης πτώση μας, για να μην ξανασηκωθούμε ποτέ. Ίσως να ανασηκώσουμε λίγο το κορμί μας την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ρίξουμε κατακόρυφη βουτιά με το κεφάλι στην κόλαση... 
Μεγάλο κακό. 


Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Χ. Ρ. Χιμένεθ - Στο τελευταίο βαγόνι


Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδι
που θα 'μαι μια μέρα, καθώς το φτερό
που θα 'μαι μια μέρα. 

Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου,
δική μου κι ενός πουλιού. 

Τραγούδα, τραγούδα, φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα που δεν το είπες
δεν είπες τίποτα!

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Γκόμες Χάτιν Ρ. - Έκκληση




Ο Ραούλ Γκόμες Χάτιν γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Σερετέ, ένα μικρό χωριό στη βόρεια Κολομβία. Ήταν γιος εύπορου δικηγόρου, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην παιδεία του γιου του, μυώντας τον από νωρίς σε κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Η μητέρα του καταγόταν από τη Βηρυτό της Συρίας και διαδραμάτισε ξεχωριστό ρόλο στη ζωή του ποιητή, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στην ποίησή του. 






Οι κάτοικοι του τόπου μου
άνθρωπος λεν πως είμαι 
ανυπόληπτος κι επικίνδυνος
Και δεν έχουν κι άδικο
Ανυπόληπτος κι Επικίνδυνος
Έτσι με κατάντησαν η ποίηση κι ο έρωτας
Αξιότιμοι κύριοι συμπολίτες
Μείνετε ήσυχοι
καθώς μόνο εμένα
συνηθίζω να βλάπτω.


[Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη]


Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Κ. Γιάνες - Το γεωγραφικό πλάτος των ονείρων


Είµαι αυτή που επιµένει να φοράει στο λαιµό της
ένα κολιέ µε πυγολαµπίδες
για να φωτίζει η νύχτα, στο δωµάτιό µου,
µε µικρές, διακριτικές και γαλάζιες φλόγες [...]
Μια ακόµα ανάµεσα στο πλήθος
ψάχνοντας τη γωνιά κάτω απ’ το κυπαρίσσι
ή την αρµονική συγχορδία των κυµάτων [...]
Η παράλογη που ανοίγει τον κόσµο
γυµνόστηθη και ξυπόλυτη,
στην πίστα του τσίρκου [...]
Αυτή είµαι.
Μια µικρή φλόγα κάτω απ’ το µανίκι
του τυφλού γείτονα.

Η χιλιανή ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες, (Carmen Yañez, 1952, Σαντιάγο) συνελήφθη το 1975 από τους στρατιωτικούς του δικτάτορα Πινοτσέτ, φυλακίστηκε και βασανίστηκε στον περιώνυμο τόπο μαρτυρίου της Βίλα Γκριμάλντι, για να βρεθεί ημιθανής σε μια χωματερή του Σαντιάγο. Σύντροφος από τα μετεφηβικά χρόνια του διάσημου αντιστασιακού συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα και μητέρα του πρώτου του παιδιού, ζει στην παρανομία μέχρι το 1981 και σώζεται χάρη στην παρέμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που τη φυγαδεύει μαζί με το γιο τους στη Σουηδία. Από το 1997 ζει στη Χιχόν της βόρειας Ισπανίας με τον Λ. Σεπούλβεδα.

(Η ποιητική συλλογή "Το γεωγραφικό πλάτος των ονείρων" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera.)

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Λουίς Θερνούδα - Εκατονταετηρίδα



Υπήρξα.
Φλεγόμενη στήλη, ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Χρυσή θάλασσα, τεράστια μάτια.
Έψαξα ό,τι συλλογιζόμουν
σκέφτηκα, σαν το ξημέρωμα σε όνειρο οκνό,
ό,τι ο πόθος ζωγραφίζει στις μέρες της εφηβείας.
Τραγούδησα, ανέβηκα,
υπήρξα φως μια μέρα
συρόμενος στη φλόγα.
Σαν δυνατό φύσημα ανέμου
που διαλύει τη σκιά,
έπεσα στο σκοτάδι,
στον αχόρταγο κόσμο.
Ήμουν.


Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ένας Επαναστάτης μέσα στην Επανάσταση: Ρόκε Ντάλτον


Μιας και μιλήσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση για τον Αρένας, καιρός είναι να μιλήσουμε και για τον Ντάλτον. Δεν γνωρίζω αν η παραδοξότητα της ζωής αγγίζει μόνο τον αριστερό χώρο, σίγουρα όμως δύο κοινά υπάρχουν στους δύο αυτούς λογοτέχνες: η ίδια η επανάσταση, που υποστήριζαν, τους πρόδωσε. 
Η ζωή του σαλβαδοριανού ποιητή Ντάλτον (1935 - 1975) μοιράζεται στη Χιλή, στο Ελ Σαλβαδόρ, στην ΕΣΣΔ - Κούβα και πάλι Ελ Σαλβαδόρ. Εισχωρεί στους κόλπους του Κ.Κ. και έκτοτε θεωρείται μεγάλο πρόσωπο της αριστερής διανόησης στη χώρα του. Αργότερα, το 1973, έγινε μέλος του ERP και πήρε μέρος στα πολιτικά δρώμενα που ταλάνιζαν τη χώρα του. Ωστόσο το 1975 δολοφονήθηκε από μέλη - συντρόφους του τού ERP, με την υποψία της συνεργασίας του με την CIA. 
Αυτή είναι η άδοξη πορεία του Ρόκε Ντάλτον - ενός ποιητή με βαθιά πολιτική και σοσιαλιστική συνείδηση, που υποστήριζε έναν αγώνα μονάχα αν δεν ζημίωνε τον λαό, ενός ποιητή που έδωσε τόσα πολλά στον αριστερό χώρο και το μόνο που έλαβε ήταν καχυποψία ( ή και ραδιουργία) που τον οδήγησε στο θάνατο. Ένα ακόμη παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι είχε καταδικαστεί ήδη μια φορά σε θάνατο, το 1960 και γλίτωσε μόνο λόγω συγκυριών και τύχης - κάτι που δεν τον βοήθησε την δεύτερη φορά... 
Όσον αφορά την ποίησή του, στρατευμένοι, πολιτικοί στίχοι που αποδίδουν την απόγνωση της εποχής, την φθήνια του παραμορφωμένου σοσιαλισμού της χώρας του, που έφτασε μέσω αυτής στην επανάσταση. 

Ιδού ένα δείγμα της ποίησης του Ρόκε Ντάλτον, σε μετάφραση Γ. Μίχου: 


ΏΡΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ
Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.
Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.
Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.
Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.
Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


27 ΧΡΟΝΩΝ
Είναι πράγμα σοβαρό
να είσαι είκοσι εφτά
στην πραγματικότητα είναι ένα
από τα πιο σοβαρά πράγματα
γύρω πεθαίνουν οι φίλοι
της πνιγμένης παιδικής ηλικίας
κι αρχίζει κανείς ν΄ αμφιβάλλει
για την αθανασία


ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙ
Αγαπητοί φιλόσοφοι,
αγαπητοί προοδευτικοί κοινωνιολόγοι,
αγαπητοί κοινωνικοί ψυχολόγοι:
μη γαμιέστε τόσο με την αποξένωση
εδώ όπου το πιο γαμημένο
είναι το ξένο έθνος.


ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ 
Ο ποιητής πρόσωπο με πρόσωπο με τη σελήνη
καπνίζει την συναρπαστική του μαργαρίτα
πίνει τη δόση του από λέξεις ξένες
πετάει με τα πινέλα του της δροσιάς
ξύνει το βιολάκι του παιδεραστή
Μέχρι που σπάει τη μούρη του
στον τραχύ τοίχο κάποιου στρατοπέδου.


ΠΕΡΙ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΩΝ
Είναι ωραίο να ‘σαι κομουνιστής,
αν και προκαλεί πολλούς πονοκεφάλους.
Κι είναι γιατί ο πονοκέφαλος των κομουνιστών
θεωρείται ιστορικός, που σημαίνει
πως δεν παύει με τα παυσίπονα τα χάπια
αλλά μόνο με την πραγματοποίηση του Παραδείσου στη γη.
Έτσι έχει το πράγμα.
Κάτω από τον καπιταλισμό πονάει κεφάλι
κόβουν κεφάλι.
Στην πάλη για την Επανάσταση το κεφάλι είναι βόμβα βραδυφλεγής.
Στην σοσιαλιστική οικοδόμηση:
κάνουμε πλάνο τον πονοκέφαλο
το οποίον δεν τον κάνει σπάνιο, αλλά το αντίθετο.
Ο κομουνισμός θα είναι, ανάμεσα σε άλλα,
μια ασπιρίνη στο μέγεθος του ήλιου.


ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου
γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.
Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,
θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.
Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.
Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.
Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.
Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει
από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.


Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Νερούδα Π. - Είκοσι Ποιήματα Αγάπης


(10) 



Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.
Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.
Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.
Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.
Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?
Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.