Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Στ. Ζουμπουλάκης - Το πρόσωπο και το απρόσωπο



*Οι υπογραμμίσεις δικές μου


Τους τελευταίους εννέα μήνες της ζωής της η Σιμόν Βέιλ (1909-1943) θα τους ζήσει στο Λονδίνο (φτάνει εκεί στις 14 Δεκεμβρίου 1942 και πεθαίνει στις 24 Αυγούστου 1943), όπου θα εργαστεί στη Διεύθυνση Εσωτερικών της Ελεύθερης Γαλλίας (θα παραιτηθεί ωστόσο στις 26 Ιουλίου). Ο στρατηγός Ντε Γκωλ σχεδιάζει μια νέα διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου για τη μεταπολεμική εποχή, και εκείνη εργάζεται πυρετωδώς, όπως πάντα. Αυτή η εντατική πνευματική εργασία θα οδηγήσει στο «Ρίζωμα» (L’ Enracinement), δηλαδή στο «Προοίμιο σε μια διακήρυξη των υποχρεώσεων προς τον άνθρωπο» (Prélude à une déclaration des devoirs envers l’ être humain). Αντί για δικαιώματα, υποχρεώσεις. Η μαχητική Βέιλ απευθύνει στη Γαλλία (αλλά και σε όλη την Ευρώπη) της Γαλλικής Επανάστασης ένα βιβλίο κατά της ιδεολογίας των δικαιωμάτων! Τούτο το κορυφαίο μάλλον έργο της ο θάνατος θα το αφήσει ανολοκλήρωτο. Την ίδια ακριβώς περίοδο και στο ίδιο πνευματικό κλίμα γράφει και ένα μικρό κείμενο που έχει τιτλοφορηθεί «Το πρόσωπο και το ιερό», το οποίο, μολονότι συμπεριλήφθηκε στα «Écrits de Londres» (Gallimard, 1957), δεν κέρδισε την προσοχή που του άξιζε. Καλά και άγια λοιπόν αποφάσισε η Φλοράνς ντε Λισί (Florence de Lussy), η γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στη μελέτη και κυρίως στην έκδοση του έργου της Βέιλ, να το εκδώσει χωριστά σε ένα βιβλιαράκι («La Personne et le sacré», RN/Ars longa, vita brevis, 2016).


Στο συγκλονιστικό αυτό κείμενο, η Βέιλ στρέφεται κατά της ιδέας του προσώπου όπως την εννοούσε και τη διέχεε ο γαλλικός περσοναλισμός. Θεωρεί ότι το πρόσωπο είναι μια θολή αφαίρεση και, άρα, δεν μπορεί ποτέ να είναι ιερό. Ιερός είναι μόνον ο άνθρωπος, ολόκληρος ο άνθρωπος, με τα χέρια του, τα μάτια του, τις σκέψεις του, τα πάντα. Αυτό που κυρίως συνιστά την ιερότητα του ανθρώπου είναι η ακατανίκητη προσδοκία του να μην τον πληγώνουν, να μην του κάνουν κακό, αλλά να του κάνουν, αντίθετα, καλό. Η προσδοκία του καλού είναι, δηλαδή, η πηγή της ιερότητας κάθε ανθρώπου. Υπάρχουν όμως πάντα εκείνοι που χτυπάνε, που προξενούν κακό στον άλλο. Αυτό το κακό γεννάει μέσα στην ψυχή το «γιατί;», το «ινατί;» του Χριστού, μια μυστική κραυγή κατά της κάθε είδους αδικίας, φυσικής, κοινωνικής, μεταφυσικής. Οι τσακισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν συνήθως να την αρθρώσουν αυτή την κραυγή, μένει βουβή μέσα τους, ένας αλάλητος στεναγμός. Αυτή η αλάνθαστη κραυγή που έρχεται από τους αιώνες δεν είναι προσωπική. Πηγάζει από τον πόνο που προκαλεί η αδικία και «αποτελεί πάντοτε, στον έσχατο των ανθρώπων όσο και στον Χριστό, μια απρόσωπη διαμαρτυρία» (σ. 21). Η βουβή κραυγή των αδικημένων, ο αλάλητος στεναγμός των πενήτων, η απρόσωπη διαμαρτυρία των δυστυχισμένων, αυτό ακριβώς είναι το ιερό. «Ο,τι είναι απρόσωπο στον άνθρωπο είναι ιερό, και μόνο αυτό» (σ. 21). Τούτη η βουβή κραυγή αντηχεί σε όλο το έργο της Βέιλ και του δίνει τη βαθύτερη ενότητά του. Οσα έπραξε στη σύντομη ζωή της, είτε ως επαναστάτρια είτε ως (αβάπτιστη) χριστιανή, αποτελούν απόκριση στην κραυγή αυτή.


Η δυστυχία, πιστεύει η Βέιλ, δεν ταυτίζεται με την οδύνη. «Δυστυχία είναι ένας μηχανισμός που τσακίζει την ψυχή· ο άνθρωπος πιάνεται μέσα εκεί, όπως ο εργάτης που τον αρπάζουν απότομα τα δόντια μιας μηχανής. Δεν απομένει παρά ένα κατασπαραγμένο και αιματοβαμμένο πράγμα» (σ. 46). Η δυστυχία είναι άναρθρη. Οι δυστυχισμένοι δεν έχουν τις λέξεις για να την πουν. Ικετεύουν σιωπηλά άλλους να τους δώσουν τις λέξεις και αραιά και πού εισακούονται (Ιλιάδα, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ιώβ, η διήγηση του Πάθους στα Ευαγγέλια, ο Σαίξπηρ του Ληρ, ο Ρακίνας της Φαίδρας, και λίγα ακόμη). Χρειάζεται άλλοι να πουν τη δυστυχία των δυστυχισμένων, των συνανθρώπων μας με την κομμένη γλώσσα, των σκλάβων, των κατατρεγμένων, των τρελών, ανοϊκών, άρρωστων, των κοριτσιών των πορνείων και άλλων ων ουκ έστιν αριθμός και να εκφράσουν την προσδοκία του καλού που ζει βαθιά μέσα τους και που εκείνοι δεν μπορούν να την εκφράσουν. Κυρίως όμως μπορούν να πουν αυτή τη δυστυχία οι ατάλαντοι, αυτοί που δεν τους προίκισε η φύση, οι φτωχοί, προσθέτει η Βέιλ, κάνοντας μια τολμηρή διάκριση ανάμεσα στο ταλέντο (έκφραση προνομίων) και το πνεύμα (génie). «Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους χαζούς, τους ανθρώπους χωρίς ταλέντο, τους ανθρώπους με μέτριο ταλέντο ή ελάχιστα πάνω από το μέτριο, οι οποίοι έχουν πνεύμα (génie). […] Το πραγματικό πνεύμα (génie) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπερφυσική αρετή της ταπείνωσης στο πεδίο της σκέψης» (σ. 42).


Η αλήθεια και η δυστυχία συνδέονται αξεχώριστα γιατί και οι δύο «είναι βουβές ικέτιδες, καταδικασμένες αιωνίως να μένουν χωρίς φωνή ενώπιόν μας» (σ. 43). Η ανθρώπινη σκέψη δεν μπορεί να αναγνωρίσει την πραγματικότητα της δυστυχίας, δεν μπορεί να τη σκεφτεί, γιατί είναι τρομακτική. Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να προσέξει και να αναγνωρίσει τη δυστυχία, πρέπει να έχει ο ίδιος δοκιμάσει την εμπειρία του μηδενός, να έχει φτάσει στα όρια του εκμηδενισμού, να έχει νιώσει την ψυχή του να πεθαίνει. H προσοχή στη δυστυχία και, αξεχώριστα, στην αλήθεια είναι ενέργεια και καρπός της υπερφυσικής χάριτος. Αυτό το ιδιαίτερο είδος προσοχής δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της αγάπης. Ο,τι δημιουργεί ο άνθρωπος που διαπνέεται από το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας «περιβάλλεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς» (σ. 49). Ολη η ζωή και το έργο της Σιμόν Βέιλ καταυγάζονται από το υπερφυσικό φως της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της ομορφιάς.


Πηγή



Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

Ηλέκτρα Λαζάρ: Ο λύκος δεν θέλει τίποτα άλλο από το να υπάρχει κι εμείς δεν του το επιτρέπουμε (συνέντευξη στο rosa.gr)




 Πηγή κειμένου




- Γιατί ο άνθρωπος επέλεξε να φορτώσει με τόσα κακά, επιθετικά και απειλητικά χαρακτηριστικά ένα ζώο που έχει επιλέξει να ζει μακριά από το είδος μας;

Πράγματι, ενώ ο λύκος ζει στο περιθώριο του ανθρώπινου οικοτόπου και στην έρημο πέρα από αυτόν, οι άνθρωποι διαχρονικά και συστηματικά ανακατεύονται με το είδος που λέγεται λύκος, γιατί οι λύκοι, όπως και οι άνθρωποι, είναι κοινωνικά ζώα. Είναι έξυπνοι, εφευρετικοί, χρησιμοποιούν αυτό που ο άνθρωπος αποκαλεί «γνώση» για να λύνουν τα προβλήματά τους και χρησιμοποιούν το παρελθόν για να προβλέψουν το μέλλον. Το ότι ανά πάσα στιγμή οι λύκοι μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους κοινωνία, είναι αυτό ενδεχομένως που εμπνέει τον άνθρωπο με όλα τα λάθος μηνύματα της δυσαρέσκειας και του φόβου. Είναι αυτό το πολύ ωραίο που άκουσα να σχολιάζει μία γυναίκα από το ακροατήριο σε μία ομιλία με θέμα τον λύκο, «ο λύκος είναι το μόνο είδος που βάζει στοπ στον άνθρωπο».

Ήταν όμως πάντοτε έτσι; Αν γυρίσουμε πάρα πολύ πίσω, θα δούμε ότι οι κυνηγοί της Παλαιολιθικής Εποχής μιμούνταν αρπακτικά, όπως ο λύκος, για να ενσωματώσουν τις ικανότητες του αρπακτικού που θαύμαζαν – ιδιαίτερα την αντοχή του και την ικανότητά του να κρύβεται, θα δούμε επίσης αρχαίες κυνηγετικές ομάδες οι οποίες πίστευαν ότι μετέφεραν τις ψυχές τους στα σώματα λύκων. Αν κοιτάξουμε στον δικό μας αρχαιοελληνικό πολιτισμό η λέξη λύκος συνδέεται στενά με τη λέξη «λευκός» (εκ του λύκη που σημαίνει φως· λύχνος, λυκαυγή, λυκόφως), ο Απόλλωνας ήταν φωτεινός (λύκ[ε]ιος), ο λύκος ήταν κάποτε το ιερό ζώο του Δία, η Εκάτη προσφωνείται με τα ονόματα Σκύλλα και Λύκαινα, που ήταν τα ιερά ζώα της Αρτέμιδος και του Απόλλωνα, η Λυκόσουρα ήταν η πρώτη πόλη που την είδε ο ήλιος… Αμέτρητη παρουσία, επίσης, και στην τοπωνυμία (Λύκαιον, Λυκοποριά, Λύκτος, Λυκώρεια, Λυκία, Louvre, Canteloup, Louveciennes κ.ά.), αλλά και στα ονόματα των ανθρώπων (Λυκούργος, Λυκομήδης, Lopez, Leleu, Wolfgang, Wolfric κ.ά.).

 

 


- Τι επηρεάζει την κατά καιρούς έξαρση της ανθρώπινης επιθετικότητας προς τον λύκο;

Νομίζω το γεγονός ότι η ιδιότητα του ζώου, ως επί το πλείστον, έχει συλληφθεί υποτιμητικά από τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος συντρίβει (όχι μόνο μέσω της θανάτωσης, αλλά και μέσω της ενοχοποίησης, της μόνιμης διάγνωσης με σπισιστικούς όρους, της μόνιμης διαστρέβλωσης) καθετί που θεωρεί υποδεέστερο και αδύναμο – σε ορισμένα είδη, δε, όπως τα δέντρα, δεν τους επιτρέπει καν την υπόσταση του ζωντανού οργανισμού. Ας αναλογιστούμε τώρα το ότι στην περίπτωση του λύκου δεν έχουμε απλώς ένα ζώο, αλλά για το πιο πολιτισμικά καταγεγραμμένο ζώο. Μιλάμε, δηλαδή, για μία ύπαρξη που μόνο ζωική δεν της επιτρέπουμε να είναι. Γίνεται απευθείας και αβίαστα ο κυρίαρχος θύτης, για να μετατραπεί σε εξιλαστήριο θύμα και το να είσαι εξιλαστήριο θύμα σημαίνει ότι ταυτίζεται ως ανθρώπινη κατασκευή με τις έννοιες του κινδύνου. Για παράδειγμα, για την κατάσταση των αγροτικών κοινοτήτων όπως τις βλέπουμε σήμερα και κυρίως όπως τις ζούνε οι ίδιοι οι ντόπιοι, ο τελευταίος που φταίει είναι ο λύκος. Αλλά τμήματα του αγροτικού πληθυσμού αντιλαμβάνονται την ισχύουσα και μελλοντική διαχείριση του λύκου – τον σεβασμό, δηλαδή, και την προστασία του, ως μία δυσοίωνη έκφραση κοινωνικής αλλαγής που απειλεί τον αγροτικό πολιτισμό και τα μέσα διαβίωσής του.

Αν το καλοσκεφτούμε, στην πιο έντονη και επίμονη μορφή της, η υποτίμηση του ανθρώπου απέναντι στο μη ανθρώπινο, έχει σχέση με τον έλεγχο. Η απουσία ελέγχου εκφράζεται με τον φόβο και τη βία. Από παλιά, ό,τι σύμπτωμα είχε η κοινωνία που δεν μπορούσε να απαντήσει με την κοινή λογική το συνέδεε αυτομάτως με το υπερφυσικό και το σκοτεινό. Όταν ο κοινωνικός έλεγχος αποτύγχανε και το κυρίαρχο παράδειγμα ξεθώριαζε και δεν αφομοιωνόταν, τότε το πνευματικό-θρησκευτικό κεφάλαιο της κοινωνίας στρεφόταν στα πρόσωπα που είχε βάλει στο μάτι για να τα παρουσιάσει εχθρικά προς τον πολιτισμό. Όμως, πρώτη- πρώτη μπήκε η ίδια η φύση στο μάτι του πολιτισμού. Η άγρια φύση ως κάτι το ανέγγιχτο και το άγνωστο ταλαντεύεται μέχρι και στις μέρες μας από τη μία να εξιδανικεύεται («ρομαντικοποιείται»), από την άλλη να καταστρέφεται – όπως και να ‘χει, όμως, να παραμορφώνεται. Η πατριαρχική ιδέα για τις μυστηριώδεις, κατώτερες, επικίνδυνες γυναίκες έχει τις ρίζες της στο σκοτεινό δάσος, που δεν μπορείς να δεις, δεν μπορείς να κουνηθείς, με δυο λέξεις, δεν μπορείς να ελέγξεις. Το κυνήγι των μαγισσών πήγε χέρι – χέρι με το κυνήγι των λύκων (τον 16ο αιώνα στα αγγλικά δάση το κυνήγι των λύκων κρατούσε 32 μέρες, φανταστείτε επί έναν μήνα ομάδες ανδρών να κυνηγάνε λύκους!), αργότερα, ό,τι κουράστηκε να κάνει ο χριστιανισμός, ανέλαβε να το κάνει ο καπιταλισμός. Από μία εποχή κι έπειτα, ο λύκος εμφανίζεται ως ένα κατάλοιπο του παρελθόντος που αρνείται να αφομοιωθεί· γίνεται η άβολη παρουσία από μία άλλη εποχή, ένα ανίδεο αρπακτικό που δεν ξέρει τι του ανήκει – αρκετά πονηρό και ανθεκτικό που μπορεί ελεύθερα να περιπλανιέται και να καταστρέφει.  

 

 

 

- Πόσο επικίνδυνη για τον λύκο είναι η σε ευρωπαϊκό επίπεδο πλέον έξαρση της ανθρώπινης εχθρότητας;

Τεράστια. Και ας έχουμε στο νου μας, ότι η ανθρώπινη εχθρότητα εντοπίζεται όχι μόνο στο να κυνηγιέται και να σκοτώνεται ο λύκος, όχι μόνο στο να παρακάμπτονται και να αγνοούνται οι νόμοι και τα καθεστώτα προστασίας του λύκου από τις ίδιες τις αρχές νομιμοποιώντας το κυνήγι εντός της ζώνης προστασίας τους, αλλά και στο να καταστρέφεται ο οικότοπός του.

Σκέφτομαι τώρα, με αφορμή αυτή την ερώτηση, πόσο σαθρό είναι το πλαίσιο συζήτησης όχι μόνο σε ευρωπαϊκό [τεχνοκρατικό] επίπεδο, αλλά και σε ένα ευρύ σύνολο ανθρώπινων ποιοτήτων. Είναι διάτρητο απ’ όλες τις πλευρές – κι όταν έχεις ένα τόσο προβληματικό πλαίσιο, συντηρείς αντιστρόφως ανάλογα ένα ριζωμένο πρόβλημα το οποίο μονάχα επιφανειακά «αντιμετωπίζεται». Πρόβλημα, φυσικά, δεν εννοώ την παρουσία του λύκου, αλλά την καπιταλιστική θανατοπολιτική· το μοντέλο που για να ζει και να βασιλεύει πρέπει να δημιουργεί και να συντηρεί μονίμως αυτό-αντιφατικά σύνολα και σχέσεις: τη διατήρηση της ζωής με τίμημα τη σφαγή· την ανάπτυξη του πράσινου καπιταλισμού με τίμημα τον αφανισμό του φυσικού περιβάλλοντος κ.ά. Και παρόλα αυτά, ο λύκος δεν είναι ασφαλής, όχι μόνο στο φυσικό του περιβάλλον, αλλά ούτε σε ζώνες προστασίας, όπου μόνο εκεί μέσα ζει, αναπτύσσεται και πληθαίνει.

 

 

 

- Πόσο λανθασμένη είναι η εκπαίδευση που ο άνθρωπος από πολύ μικρή ηλικία συνηθίζει να λαμβάνει για τον λύκο;

Καλά εγώ θεωρώ λανθασμένο και το να γράφονται βιβλία και παραμύθια (που απευθύνονται στην παιδική σκέψη και φαντασία) με αυτιστικούς λύκους, λύκους που πάνε στο σχολείο, που τρώνε γλυκά, γενικά τον λύκο που δεν κουβαλάει μεν αρνητικά σύμβολα, αλλά που παρόλα αυτά παρουσιάζεται ανθρωπόμορφος, γιατί και πάλι ο λύκος δεν επιτρέπεται να είναι το ζώο λύκος. Λανθασμένη εκπαίδευση είναι η κάθε εκπαίδευση που γίνεται με ανθρωποκεντρικό πρίσμα. Είναι μεγάλη πρόκληση για τον συγγραφέα να απομακρυνθεί από τις μεταφορές και τα σύμβολα που παραμορφώνουν. Από την άλλη, με ενδιαφέρον διαβάζω παραμύθια και παιδικές ιστορίες οι οποίες ασπάζονται με μεγάλη ευαισθησία και συνείδηση τον κόσμο των ζώων. Δηλαδή από εκεί που κάποτε τα παραμύθια έβαζαν τον λύκο να φοράει ρούχα και να περπατάει στα δυο είτε για να σκοτώσει, είτε για να κοροϊδέψει ή να σκοτωθεί/ κυνηγηθεί [γιατί έτσι του αξίζει], τώρα βλέπω να αναπνέουν κάποιες μικρές ιστορίες που ο άνθρωπος παρατηρεί με σεβασμό τον λύκο και τον κάνει παράδειγμά του. Βέβαια κι εκεί φοράει ρούχα και περπατάει στα δυο -μάλιστα έχει κι όνομα, όπως στην περίπτωση του Ζήκου, του λύκου όπως τον είδε ο Μιχάλης Καζαζής (Ζήκος ο λύκος. Σε καιρό καραμπίνας, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2022) –που όμως θα ‘λεγα ότι μας φέρνει κάπως πιο κοντά στο περιβάλλον του λύκου με τη μικρότερη παραμόρφωση, ή στην περίπτωση της μικρής ντροπαλής Σόφι της Jo Loring-Fisher (Γενναία σαν λύκος, εκδ. Δεσύλλας, 2022), που παραδειγματίζεται από την κοινωνία των λύκων για να πλησιάσει με καθαρότητα και θάρρος προς αυτό το οξύμωρα αντικοινωνικό περιβάλλον που έχει καταντήσει η κοινωνία.

Έτσι λοιπόν, η λανθασμένη εκπαίδευση δεν είναι μόνο μέσα από τα κείμενα που συντηρούν τη στερεοτυπική εικόνα του κακού του λύκου (αλά αρνίτσι-μπίτσι), αλλά και του μη ζωικού λύκου (βλ. λύκος-Ζαχαρίας). Λανθασμένη εκπαίδευση είναι και η στάση αγάπης των φιλόζωων προς την άγρια φύση. «Αγαπάω τον λύκο», λένε ορισμένοι. Δεν μπορείς να αγαπήσεις την άγρια φύση, την άγρια φύση πρέπει να τη σεβαστείς, να της επιτρέψει ο άνθρωπος την απομόνωση.

 

 

 

- Παραμύθια, παρομοιώσεις, λαϊκή κουλτούρα, πολιτικά και πολιτιστικά δείγματα ενοχοποίησης του λύκου. Πόση αδικία εμπεριέχεται στην ανθρώπινη αντίληψη για το ζώο αυτό;

Αδικία θα ήταν, αν μπορούσε η άλλη πλευρά –ο λύκος, δηλαδή–  να ισορροπήσει κάπως όλη αυτή την «υποχρέωση» του ανθρώπου να τον παραμορφώνει· αν μπορούσε, με άλλα λόγια, να μιλήσει τη γλώσσα των ανθρώπων. Να πει στον ποιητή ότι δεν είναι το σκοτεινό Εγώ του, στον ιστορικό ότι δεν έχει καμία σχέση με τους Ναζί, στο χωριό ότι δεν είναι το φονικό, στον παραμυθά ότι δεν του αρέσουν τα παντελονάκια κι ούτε να κάθεται οκλαδόν, στην Εκκλησία ότι το άγριο δεν είναι δαιμονικό, στον τεχνοκράτη ότι δεν είναι αντικείμενο… Αν δεν συνέβαινε τίποτα παρόλα αυτά, αν μιλούσε και δεν τον άκουγαν, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αδικία. Εδώ έχουμε μία απλωμένη [άφατη] ζωοκτονία –είτε συνέβη, είτε ακόμη δεν έχει συμβεί, ξέρουμε όμως ότι θα συμβεί. Εδώ έχουμε το απαράδεκτο που γίνεται νόμος και κανόνας. Την απεμπόληση του φυσικού –νοηματικά, οντολογικά, πραγματικά. Το ότι δεν ξέρουμε να συνυπάρχουμε με τη φύση, ούτε μέσα στα κείμενά μας. Δεν επιτρέπουμε στον λύκο να είναι ζώο. Ο λύκος δεν θέλει τίποτα άλλο από το να υπάρχει. Κι εμείς δεν του επιτρέπουμε να υπάρχει.

 



-          Τί προσπαθήσατε να αλλάξετε στην αντιμετώπιση του λύκου με το βιβλίο σας;

Επί της ουσίας, το βιβλίο αφορά πρωτίστως τον συγγραφέα και δευτερευόντως τον λύκο (από την άποψη ότι δεν είναι ένα βιβλίο βιολογίας ή ένα βιβλίο φυσικής ιστορίας). Στη μία πλευρά του τίτλου έχει τη λέξη «λύκος» στην άλλη πλευρά έχει τη λέξη «εγώ»· στο ενδιάμεσο έχει την ιστορία, τη διαιώνιση των στερεοτύπων, τις αναπαραστάσεις του μη ανθρώπινου, μέχρι τις μέρες μας. Γιατί η εγγράμματη κουλτούρα εκτός από το ότι οργανώνει τη σκέψη, μορφώνει τις πεποιθήσεις, μεταφέρει και επηρεάζει τις πράξεις και τις σκέψεις των άλλων, μπορεί να καταστρέψει, να σκοτώσει, επίσης. Θα ‘θελα ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο να αναρωτηθεί για το πόσο άκαρπος και παραμορφωτικός είναι ο βιότοπος της λογοτεχνίας. Γιατί για να αλλάξει η αντιμετώπιση του ανθρώπου απέναντι στον λύκο (και τη φύση γενικότερα), πρέπει να αλλάξουν πρώτα οι δομές που δημιουργούν το νόημα που δίνουμε και πρόκειται να δώσουμε στα γεγονότα της Ζωής.   



Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ: Με τον δισέγγονο του Ραμώ




ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ ΡΑΜΩ


Πρώτη δημοσίευση: Culture Book



 

Δεν έχω λέξεις για την πραγματικότητά μου

~ Max Frisch

 

 

Κάτσε, κάτσε να σου πω τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η βρωμιά, η ανεντιμότητα, είναι οι άστεγοι μέσα κι έξω από τη βροχή, κάδοι ορθάνοιχτοι με το τσιμπούσι της ημέρας. Είναι γάτες διαλυμένες στο δρόμο; Θα πω ότι είναι και γάτες διαλυμένες στον δρόμο. Κοινωνική πραγματικότητα είναι οι γυναίκες που στριμώχνονται να περάσει το μεσημβρινό λεωφορείο και αυτές οι δίχως παρελθόν παρόν και μέλλον που κατά τύχη συναντώνται με ένα απλωμένο χέρι, ένα ρούχο πλυμένο στο καθαριστήριο της γειτονιάς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να πεθαίνει η μάνα σου και να μην έχεις ούτε ένα μυαλό για να του το μοιραστείς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην μπορείς να πάρεις τα πόδια σου, να βγαίνεις για να βγαίνεις, να γαμάς για να γαμάς, να χαμογελάς κι ας μην καταλαβαίνεις. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα διαλυμένα δέντρα, που τα κόβουν και τα κόβουν και τα κόβουν μέχρι που γίνονται το σταχτοδοχείο της πόλης, η ακροδεξιά και –πρόσεξε– κοινωνική πραγματικότητα είναι η αριστερά που χαίρεται για το ότι είναι λιγότερο δεξιά, οι υγειονομικοί σε αναστολή δεκαέξι μήνες και το αδιάφορο σφύριγμα πανταχόθεν, το φεϊσμπουκικό κατηγορώ για τη δημόσια υγεία –λάθος, αυτό είναι κοινωνική ηλιθιότητα– κοινωνική πραγματικότητα είναι να βάζεις τέρμα τη μουσική να μην τ’ ακούσεις να ουρλιάζουν, να αναπνέεις σκουπιδαριό, να λες ευχαριστώ / συγγνώμη / ευχαριστώ. Θες κοινωνική πραγματικότητα; Κάτσε, κάτσε να σου πω σοβαρά τώρα τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Είναι τι δεν θεωρείται επικίνδυνο άτομο και τι θεωρείται. Οι ποιητές δεν θεωρούνται επικίνδυνα άτομα, ποιητές είναι αυτοί που μπορούν να αγνοηθούν. Δώσ’ τους δουλειά καλή, άφησέ τους να δουλέψουν κι αν δεν θέλουν να δουλέψουν τότε ας πεθάνουνε στην πείνα. Κοινωνική πραγματικότητα, φυσικά δεν είναι αυτό, γιατί κανείς δεν νοιάζεται αν θα πεθάνουν οι ποιητές. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η σιωπή; Όχι αυτό είναι το έκζεμα. Κάτσε, κάτσε να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα και τις προσωπικές στιγμές, τις γεμάτες, βαρυφορτωμένες στιγμές της θαλπωρής του ποιητή, τις ήσυχες, τις μαγικές και το μοτίβο –το μοτίβο μην ξεχάσεις– του ποιητή· γιατί ο ποιητής, όπως θα ‘λεγε και ο αναρχικός Herbert Read δεν πρέπει να σπρώχνεται στην οχλαγωγία, στο βίαιο, στην ακατάσχετη πρακτική δραστηριότητα· για να παραχθεί η ποίηση –ποίηση καλή, από κείνη τη δημοσιεύσιμη–  θα πρέπει το μοτίβο να μην χαθεί και μακριά, προσωπικά, μαγικά να ασκήσει τις ικανότητές του –από απόσταση και σε απομόνωση– όπως θα ‘λεγε και ο Read. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο τόπος δίχως την ψυχή του, δίχως τη φύση του και τον ουρανό του, γεμάτος εκκενώστε, φύγετε, ξεχάστε, ξαναξεκινήστε, ψ[œ]φίστε· είναι η πόλη με τις ανήλιαγες ταινίες της και τις παραστάσεις που κανέναν δεν αγγίζουν αλλά καταχειροκροτούνται, κοινωνική πραγματικότητα είναι εγώ είμαι καλύτερος από σένα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η εξώτατη φύση, είναι οι αφηγηματικές κατασκευές, ο δέκτης να μπορεί να ανακαλύψει τις πρακτικές διακρίσεις που δημιουργούν αποχρώσεις του νοήματος –κάτσε, κάτσε έχω κι άλλο καλό, περίμενε να ανοίξω το βιβλίο– κοινωνική πραγματικότητα είναι ο ανταγωνισμός, είναι το τσάι γιόγκι, το στρεβλό, το κατακερματισμένο και η ζωή αλά niemöller· να λες το μια φορά ερχόμαστε στη ζωή· ο κόσμος που όσο μεγαλώνεις γίνεται κόσμος σου κι όχι κόσμος σου, αλλά κόσμος να τον πατήσεις κάτω να του βγάλεις τα μυαλά να του χιμήξεις να τον υπερθερμάνεις να τον αφηγηθείς και να τον κάνεις στόρι. Αν θες πραγματικά να ξέρεις τι είναι κοινωνική πραγματικότητα, είναι τα επικοινωνιακά μέσα, η διαρκής αποσύνθεση, οι παρενέργειες, να προαναγγέλλεις ότι στερείσαι, ότι θα στερηθείς, ότι και πάλι θα χάσεις με κάθε εισπνοή. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να συναινέσεις ότι δεν διατρέχεις κίνδυνο, ότι έχεις δημοκρατία, ότι κανείς δεν σε φιμώνει και δεν ακούγεσαι τρελός, δεν υπάρχει διάβολος στον σβέρκο – δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως σίγουρα όχι ανάμεσά μας. Κάτσε ρε παιδί μου λίγο να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην σέβεσαι τη μνήμη, να συμφωνείς, να δέχεσαι, να στέκεσαι στην ουρά με το QR code στο χέρι, να θεωρείς κακό ό,τι θεωρούν κακό, να μην αποκτάς, να μην διορείς, να είσαι πλάσμα αγωνίας, να μην τολμήσεις να ονειρευτείς, να στέκεσαι λίγο παραπέρα με μισή καρδιά. Κοινωνική πραγματικότητα είναι το τριγμένο έδαφος, είναι το να ζεις για κάποιον άλλον, να μην σε ενδιαφέρεις, να είσαι ένας επαναστατημένος κι όχι ένας επαναστάτης, ο Παύλος που ξέχασε ότι ήταν ο Σαούλ. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα απωθημένα που πάλι εσένα βρήκαν στόχο, το καλάθι της ανελευθερίας, να γράφεις για τους πρόσφυγες μακριά από τους πρόσφυγες. Κοινωνική πραγματικότητα είναι που οι πρόσφυγες έξω από τα camps γίνονται μετανάστες://applications.migration.gov.gr. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η δυστυχία που γίνεται κατάθλιψη με εντολή του ψυχιάτρου, τα xanax που σε οδηγούν στην εφημερία του Γεννηματά, το γλίστρημα από το μπαλκόνι καθώς πήγαινε να ισιώσει την τέντα, η κόπωση ενός ολόκληρου λαού και η παιδεία της δυσφορίας. Καλά, καλά, αν είναι να φύγεις σταματάω και μιλάω σοβαρά: τα μεγάλα τραύματα της κοινωνικής πραγματικότητας (βλ. οικονομική κρίση, υγιειονομική κρίση, κλιματική κρίση κοκ) είναι άκρως διεγερτικά για τις κοινωνίες και δη για τους συγγραφείς της εποχής, γιατί κεντρίζουν και γονιμοποιούν τα κείμενα. Κάθε ποιητής είναι και συμμετέχων στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Κάθε ποιητής είναι και χρήστης (όχι χρήστης από τους άλλους τους χρήστες, που μυρίζουν και δεν θέλει κανείς να τους ακουμπά)· όπου να ‘ναι θα θυμηθώ και για την αντίξοη πραγματικότητα της Diamond· για το débandade του περασμένου αιώνα· για τον August Landmesser. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο Landmesser ή το Αμβούργο; Οι 32.000 άμαχοι Τούρκοι και Εβραίοι στην Τριπολιτσά ή το σκιώδες δέντρο στο Μανιάκι; Η Etty Hillesum ή η Ηλέκτρα Λαζάρ; Το μαχαιρωμένο φουσκωτό στο Αιγαίο ή η αρπαγή της μηχανής του στον αιγιαλό; Κοινωνική πραγματικότητα είναι το εξουθενωτικό όραμα της αριστεράς ή η Δευτέρα παρουσία; Η φεμινιστική πορεία ή τα ροζ νέον φώτα που στέκονται στον αριθμό 132 στην Κεραμεικού; Θα σου πω ότι κοινωνική πραγματικότητα είναι το σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων· ότι οι διανοούμενοι υπήρξαν ανέκαθεν οι στυλοβάτες του συστήματος· το απέραντο παγωμένο νεκροταφείο της εποχής όπου καθοσιώνεται αναντίρρητα το αλάνθαστο της όποιας πλειοψηφίας· ο ατσάλινος ιστός του πίστευε και μη ερεύνα, που κατοικεί στον πρώτο όροφο, στον δεύτερο όροφο και στον τρίτο και στον τέταρτο και στον παρακάτω δρόμο και στο κοινοβούλιο και στους διαδρόμους των νοσοκομείων και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ό,τι δεν κολλάει στην κυρίαρχη εικόνα της εξουσίας και πρέπει να σβηστεί, να αφανιστεί, να γίνει μετά θάνατον, να αφομοιωθεί, να το κοπανήσουν στο κεφάλι, να του κοπανήσουνε τα χέρια, τα γράμματα, τις σκέψεις, ούτως ώστε να κάνει θέμα του το θέαμα της φρίκης. Κι αν δεν του κάνουνε αυτό, απλώς να του χαμογελάσουν. Κι αυτό να αρχίσει να αφομοιώνει στην αφήγησή του την αφήγηση του υπηρέτη που πιστά-πιστά, σιγά-σιγά, θαλερά-θαλερά καταγράφει τα έργα και τις ημέρες ενός δικτάτορα αφέντη. Και περήφανος πια και ολοκληρωμένος να καταλήγει να είναι μια μικρογραφία της πραγματικότητας και συνυπεύθυνός της.

Μας αφορά η κοινωνική πραγματικότητα;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μας αφορά;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μην μας αφορά;



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

[γυναικείες] ταινίες στου Φιλοπάππου

Το Pugnant Film Series θα προβάλει σε μια σπάνια προβολή το Flaming Horse (chapters I & IV) της Μαρίνας Φραγκιουδάκη, αλλά και σχεδόν 20 χρόνια μετά τη δημιουργία του, το "Τι κολυμπάει και γελάει;" της Εμμανουέλας Φραγκιαδάκη. Ενώ τέλος το The Lie of the Land των Jacqueline Heeley & Philippe Faujas, μια ταινία που θα προβληθεί πρώτη φορά στην Ελλάδα, κλείνοντας το πρώτο μέρος των προβολών (53').


Στη συνέχεια θα δούμε την Φαουέγια της Μύρνας Τσάπα. Το πορτραίτο μιας γυναίκας, της Φαουέγια, που ζει τόσο κοντά και τόσο μακρυά μας.


Τέλος, στη μνήμη του Piero Heliczer, στη μνήμη του κινηματογραφιστή, ποιητή, ηθοποιού και εκδότη Piero, που έφυγε πριν περίπου 30 χρόνια στα 56 του χρόνια, θα δούμε τις μικρού μήκους ταινίες Dirt και Autumn Feast. Ο Piero Heliczer, εκτός από μπίτνκικ ήταν και το απόλυτο παράδειγμα του underground καλλιτέχνη, ονόματα όπως αυτά των Jack Smith, Andy Warhol, Agnus MacLise και Gregory Corso αποτέλεσαν μερικούς απ' τους εν ζωή και εν πνεύμα αδερφούς του.


Η προβολή θα γίνει παρουσία σκηνοθετ[ρι]ών.


17/7 ~ 21.00 Φιλοπάππου (μεριά Κουκακίου στο σημείο διαμορφωμένο πάρκο Φιλοπάππου)

Είσοδος από οδό Μουσών


Πηγή

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Μέρος Γ΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση (Γεώργιος Βερίτης)


Ένας ποιητής που χάθηκε από τα γράμματα μέσα στον χρόνο  είναι ο Γεώργιος Βερίτης. Οι φιλόλογοι μαζί με την εκκλησία τον κατέταξαν στην δυσκολοχώνευτη κατηγορία του "χριστιανού ποιητή" κι έτσι σιγά - σιγά εξαφανίστηκαν τα ποιήματά του, κυρίως γιατί αναφέρθηκαν και διαβάστηκαν πολύ (όπως και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) κατά την περίοδο της Χούντας. Το σβήσιμο της δικτατορίας, έσβησε και ποιητές, όπως τον Βερίτη. Εντελώς ειρωνικά, ωστόσο, και σαν να το 'ξερε, υιοθέτησε το ονοματεπώνυμο αυτό (βαφτισμένος ως Αλέξανδρος Γκιάλας) που σημαίνει "σπορέας αληθινός". Απομένει από εμάς να βρίσκουμε αυτούς τους καλά κρυμμένους σπόρους και να τους φέρνουμε στην επιφάνεια, μέρες σαν κι αυτές. Ο Γεώργιος Βερίτης έγραψε για τις μέρες του Πάσχα με την παράδοση ακουμπισμένη στον έναν ώμο και την μελαγχολία στον άλλον. 




ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ   


Μεγάλη Πέμπτη, κι' έσκυψα γλυκά να σε φιλήσω,

σ' ένα φιλί, θερμό φιλί, τον πόνο μου να κλείσω.

Κι' εκεί π' ακούμπησ' απαλά στη θεία πληγή τα χείλη,

αλάλητα Σε ικέτεψα, στον κόσμο όσο θα ζήσω,

μπρος στο Σταυρό Σου να καή η ζωή μου σαν καντήλι. 




ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ 


Με την αυγή ξεκίνησαν και πάνε οι Μυροφόρες,

κι' είναι λουσμένες στ' ορθρινό το φως και χρώμα οι χώρες. 

Κι' εσύ ψυχή μου ξάγρυπνη, το μονοπάτι παίρνεις,

κι' αντίς για νάρδο κι' άρωμα τα δάκρυά σου φέρνεις,

π' ανάβλυσαν θερμά - θερμά στης αγωνίας τις ώρες. 




ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ 


Γαλάζιο φως και χρυσαφί τον κάμπο έχει γεμίσει,

και στέλνει ρόδινο ασπασμό η Ανατολή στη Δύση.

Μα εσείς, Μαρίες ευλαβικές, Μαρίες πολύ θλιμμένες, 

άλλο δεν έχετε στου νου το βλέμμα εμπρός κρατήσει, 

παρά δικές Του θύμησες γλυκές κι' αγαπημένες. 


Πάρτε με, κόρες της Σιών, στον ορθρινό σας δρόμο,

όλη τη νύχτα εσβήστηκα στη λύπη και στον πόνο. 

Τον Λατρευτό μου ας ξαναδώ κι' ας είναι και στον τάφο

- κάποιαν ελπίδα ανάστασης μέσα μου πάντα θάχω.

Πάρτε με , Μυροφόρες μου, στον ορθρινό σας δρόμο! 




ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ 


Κι' ενώ τα δάκρυα της πικρά κυλάνε έξω απ' το μνήμα,

δίπλα προβαίνει ο κηπουρός και σταματάει το βήμα.

Σήκω, Μαρία, και σπόγγισε τα βουρκωμένα μάτια!

Ακόμη αν δεν ανέβηκε στα ονειρευτά παλάτια,

ροχθίζει γύρω του η χαρά σαν πελαγίσιο κύμα. 




ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ, ΩΧΡΟΣ...


Σταυρωμένος, ωχρός, γυμνός, ματωμενος.

Μόνος. 

Ολόγυρά σου άπλωσε τα 

βαριά φτερά του ο πόνος. 

Γιατί 'ναι πορφυρά τα ιμάτιά σου

και το ένδυμά σου ως από πατητού ληνού; 




ΤΑ ΠΛΗΘΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ... 


Τα πλήθη που δεν μπόρεσαν να ιδούν το μυστικό Σου,

- το μυστικό που τόκρυβες σ' ανθρώπινη μορφή - 

για να σου κάνουν πιο πικρόν, Ιησού το θάνατό Σου,

όταν θα κράξης το "Διψώ" στου λόφου την κορφή

θα σε ποτίσουε χολή και ξίδι θα σου δώσουν. 


...Τα πλήθη! ω, ναι δεν μπόρεσαν να ιδούν το μυστικό Σου.

Μα ένας ληστής που ξεψυχά με πόνους στο πλευρό Σου,

μόνος αυτός της δίψας Σου το μυστικό θα νιώση,

και την ψυχή του σα δροσοσταλίδα θα Σου δώση.

                           ____

Τα πάντα μέσα μου γιορτάζουν 

κι' όλα Χριστός ανέστη κράζουν. 

                           ____




Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ 


Η πλάση κλαίει. Μοιρολογάν οι αύρες μεσ' στα δάση.

Στ' αγγελοπάλατα οδυρμός και γόος έχει ξεσπάσει.

Τ' αηδόνια πάψαν στα κλαδιά και σκύψανε ν' ακούσουν.

Δάκρυα τα ρόδα στάξανε, τον θείο νεκρό να λούσουν.

Φούσκωσ' η οδύνη τη φτωχή καρδιά και πάει να σπάση!




ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ 


Μεγάλο Σάββατο έφτασε, κι' ανάστα δε θα ψάλω!

Ό,τι πανώριο μέσα μου και θείο κι' ό,τι μεγάλο, 

το μάρανεν ο δισταγμός, και πια άλλο δεν κρατώ

παρ' ένα κίτρινο κερί, από παληά σβηστό...

Μεγάλο Σάββατο έφτασε κι' ανάστα δε θα ψάλω!




ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ 


Καμπάνες αναστάσιμες χτυπούν αλαργινά,

και μέσ' στο ροφοδέγγισμα της χρυσαυγής τ' Απρίλη

κάποιο αχολόγημα γλυκό κι ανάλαφρο περνά.

Πηδά η ψυχή μου σαν πουλί στα τρέμοντά μου χείλη,

κι' ένα ψαλμό πασχαλινό χαρούμενη αρχινά. 



(Βερίτη, Γ., 2010. Άπαντα. εκδ. Η Δαμασκός) 




Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Μέρος Β΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση (Τάκης Παπατσώνης)



Γεννημένος το 1895 (δύο χρόνια πριν τον Καρυωτάκη), ο Τάκης Παπατσώνης θα εμϕανιστεί στα νεοελληνικά γράμματα από πολύ νεαρή ηλικία. Σε ηλικία 33 χρονών, φεύγει για το Άγιο Όρος όπου θα μείνει εκεί κάποιους μήνες. Η ποίηση του Παπατσώνη εμποτισμένη από την χριστιανική συνείδηση και τον μοντερνισμό τρέχει διακριτικά πάνω στις ράγες του σήμερα. Μονίμως ξαφνιασμένος επιθυμεί να μας μεταδόσει όλο το εικονοστάσιο των σκέψεων και συναισθημάτων του. Παρακάτω μία επιλογή από τα αναρίθμητα ποιήματά του που περιγράφουν το πασχαλινό συναίσθημα. 




ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

(Σχεδίασμα)

 

Λουλουδιασμένη Κούκλα, μαρόττα των τρελών.

Χρώματα χτυπητά, σε συννεφώδη μέρα.

Γυναίκες αξιοδάκρυτα ωραίες, κουρελούδες,

ξεδιάντροπες, μ’ ένα γαρύφαλο στο αυτί,

μουρμουρίζουν το τραγούδι τους, μασώντας τις κοτσίδες.

Κίτρινα, κόκκινα, πράσινα χρώματα,

μορφές χαλκές, πύρινα μάτια. Ένα μωρό

στα λεμονιά βαλμένο, κρατάει κούκλα λουλουδάτη

με το στεφανάκι της, καθώς τρελός επίσημα

κρατάει την μαρόττα του. Η μέρα συννεφώδης,

η συνοδεία είναι όλο και πρόλογος εντάφιος.

Οχτώ μέρες είναι πριν από το Ευλογημένο

Σάββατον· είναι τούτο σήμερα το δήθεν ήσυχο,

τούτο που κρύβει όλη την εντάφια κίνηση.

Οχτώ μέρες μετά, τ’ άλλα λουλούδια, οι βιολέττες,

οριστικά επίσημες και θλιβερές,

σταυροί καθιερωμένοι, θλίψη ενθρονισμένη

εντός ναών· σήμερα ακόμα περιοδεύει

το Είδωλο της Θλίψεως με ομάδα Εθνικών!

Οι ειδωλολάτρισσες γυναίκες, κρατώντας κουκλί

από πανιά κουρέλια με το στεφανάκι,

προλέγουν – αιώνιες μάντισσες αυτές οι γύφτισσες,

την Εβδομάδα της Θρησκείας! Στα δρομάκια,

στις αυλές, στις συνοικίες, σκόρπιο χύθηκε

χρώμα δυνατό. Ακατάρτιστη θλίψη.

Ακατάρτιστη, συγκεχυμένη προφητεία

πραγμάτων μεγάλων, που δεν είναι τρόπος νους να ιδεί

παρά έτσι, στις παρόδους, από γυναίκες της Γυφτιάς.

Οι Λιτανείες της Πέμπτης πούρχεται, της Μείζονος,

με το Νιπτήρα, τα Έλαια και τη διαλείπουσα Λειτουργία της,

προφητευμένες, έτσι, στις παρόδους από σπέρματα Γυφτιάς.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

 

Τρεις Καλογέροι εβαίνανε τη χαραυγή στη στράτα

για ν’ ανασάνουν του πρωιού τ’ αεράκια τα μοσχάτα·

και στο μισόφωτο, γλυκά γλυκά, σαν Υμνωδία

αγγέλων, σκόρπισε θαμπή μιαν άγια μυρωδία,

που κάθισε απαλά, ως λυγμός, στα κούφια μεσοκάρδια

των Καλογέρων, που διψάαν για τέτοια όμορφα χάδια·

λιγώνουνται οι ταλαίπωροι, κι αγιάζουν, και φιλούσιν

τους ώμους τους, νομίζοντας πως, τάχα, ιερουργούσιν

πασχαλινές Αγάπες, και, δίχως ορμή ανασαίνουν

το στάλαγμα της μυρωδίας, και το μεταλαβαίνουν.

Κι ευθύς ο γεροντότερος σιγηλά καβαλάει

κάποιο γαϊδούρι, που έβοσκε στον Κάμπο εκεί πλάι,

και η ακολουθία των άλλων δυο, ίδιο αγιαστό κοπάδι,

διαβαίνουν με τον Σεβαστόν Ηγούμενον ομάδι,

όσο που φτάνουν σοβαρά, επισκοπικά, στο Φρούριο,

στο Μοναστήρι, πούν’ μακριά από κάθε τι καινούργιο,

και με σφυράκια ολάργυρα βροντάν τη στέρεα πόρτα

(που ανοίγουν τα δυο φύλλα της, και στέκουνται ολόρθα,

γιγαντωμένα), και στρατοί Μαυροφόρων Οσίων

τιμώσι τον Ηγούμενον, με κλάδους των Βαΐων.

Και ύστερα, καθώς είν’ λευκοί από την πολλή νηστεία,

σφαλάν την Πύλη, κι αρχινάν την ιεροτελεστία.

Τι δεν οραματίζεται τινάς σε κεια τα βάθη,

που μέλλουνται να θρηνηθούν πιστά τα τίμια Πάθη.

Θυμιατά, Αξαφτέρυγα, Λάβαρα, σ’ έναν γύρον

Διακόνους, φέρνοντας το Φως των Δικηροτρικήρων,

και Στέμματα χρυσάργυρα, και πένθιμα Ωμοφόρια,

(βελούδα, με κεντήματα λευκών ανθών), – και χώρια

τις μελωδίες από τις Άρπες, και από τα Βιολίνα,

και από το Θείον Όργανον, ή από τ’ απλά Κλαρίνα,

ή απ’ τις φωνές των δυο Χορών, που κλαίνε αληθινά

ψέλνοντας το θριαμβευτικό και πένθιμο Ωσαννά!

………………… Μετά, στα Εσπερινά,

αφού τελειώσει η τελετή των πράσινων Βαΐων,

τα ορναμέντα κρύβουσι, και ψέλνουν το Νυμφίον.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

ΒΑΪΑ

 

Στο τεφρό Σπήλαιο, πόχουμε για Ερημητήρι,

πήραν μιαν άλλη χροιάν οι Ακολουθίες.

Να, οι Προσευχές, που από γλυκό Λιβανιστήρι

παρ’ από στόματα, μας περιρρέουν, πιο θείες.

 

Και τα δοξαστικά χλωρά κλαριά Φοινίκων,

τιμητικά της ζωντανής θεϊκιάς Ουσίας,

μορφήν ελάβαν μυστική στον τεφρόν οίκον

λαβάρων τίμιων, βελουδένιας Ικεσίας.

 

Να η Λιτανεία, που προχωρεί, με ποια αρμονία,

δισταχτική, μην την εβρεί τίποτα ξένος,

κακός αχός, και ταραχτεί η αγνή Θυσία,

και ταραχτεί, σε απόσκιαν άκρια, ο Εσταυρωμένος.

 

Να η Λιτανεία, θυμητικής τέτοιας μανίας.

Μα όπου η αλόη, και όπου η χολή, τώρα ύμνος, αίνος.

Και όπου κορόιδον, ύμνος, αίνος. Της Θυσίας

το Θύμα και το Σέβασμα ο Εσταυρωμένος.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 


 

ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

 

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,

που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Αναβαθμοί προς Παρνασσόν], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 


 

ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟΝ

 

Aestatem et Ver, tu plasmasti. Σε σύγχυση έρχονται

πάλιν οι Ώρες. Και ενώ απέχει ακόμη τόσους μήνες

της φλογερής αμπέλου η συγκομιδή· ενώ το στάγμα

είναι μακριά, το ευώδες, του οίνου, σήμερα, πριν το γέρμα,

συναντούμε στο στρατί του Αμπελώνα εξαίφνης

το ερύθημα του ιματίου σου. Πώς, καθημαγμένος,

έρχεσαι, άνθρωπε, με βυσσινιές κηλίδες απʼ το Πατητήρι;

Πού βρήκε πάλιν τον καρπόν, αρχή του απρίλη,

και πάτησε ο μονογενής μου; Και όμως το χρώμα

πυρώνει του χιτώνα σου αιμάσσον· και όμως οι απόπνοιες,

στη διάβασή του που κυλούν, απόπνοιες Σταφυλής·

και ως έρχεται καταντικρύ του δύοντα ήλιου, με τα πορφυρά,

αλκή επιδείχνει εκεινού που αχνίζει ακόμη

από χυμούς Βοτρύων και που επιστρέφει

στο σπίτι, πρι διαβάσει, για κατάπαψή του.

 

Ομνύω, πως πληγές δεν είναι, ουδʼ αίμα σου, ό,τι σε βάφει.

Και μολονότι ορθώς ερρήθη, πως από πληγών σου

εμείς ιάθημεν, συνδυάζει εντούτοις η ευσταθής

πρόοδο σου και η δόξα της γραμμής του ήλιου, που ακολουθείς,

εικόνες που έπονται του Τρυγητού, Τρυγητού αφθόνου,

όταν το γέννημα πατιέται και ο χυμός του,

κάτι περσότερο παρά ευώδης, κυλά, ζωηρός

και κόκκινος, και μεταγγίζεται στις διψαλέες

από την κάψαν άγριου θέρους στέρνες,

να γίνει της τρυφής το δώρημα, το πλήρωμα του Ποτηρίου.

Και ας συγκεράννυνται, ιδέα του αίματος, κατά το ρήμα σου,

με ιδέα του οίνου· εμείς χρεωστούμε το θεσπέσιο γεγονός

σε εσπερινή συνάντησή σου, τότες που επίστρεφες από Αμπελώνα

παράκαιρα, ως εκ θαύματος, καρποφορήσαντα, παράκαιρα

συγκομισθέντα, παράκαιρα δουλεμένο.

Αλλʼ αν εσύ έχεις το κράτος και συμμιγνύει

τις Εποχές που μόνος σου όρισες, εμείς, ως χτίσματα,

και την παράκαιρη τούτη σύμμιξην, ομού με τʼ άλλα,

in coena domini, με την κατάνυξη που πρέπει, τελετουργούμε,

αλλά και πάλι, όταν οι Ώρες το καλαίνουνε

όταν με τον Κανόνα πια, και όξω του θαύματος,

καρπός Αμπέλου έρθει τη γης να επισκεφθεί,

θα σου μνησθούμε, μέσα στο καύμα, –θα σου στηθεί

διʼ ημών γιορτή μεγίστη, που τα ουράνια Γεννήματα,

Σίτος και Οίνος, θα δοξασθούν όξω του πάθους, όξω αιμάτων:

μέσα στο τρίξιμο του Τζίτζικα και στο άναμμα του Πεύκου,

πάλι θα ρεύσει ο Οίνος, που, τώρα, αόριστα

μάς στέλνεται η ανευωδιά του με τις Βιολέτες.

 

Όμως τι κάθουμαι και ανιστορώ, σε ώρα του πάθους,

αλλότρια λόγια. Ό,τι και αν λέγω, εικόνες,

αναμίξ, προφητείες με τʼ αναγνώσματα, κλαυθμηρισμοί,

δεν είναι αρμόδια. Δεν το βαστώ και θα το κράξω, όποιον χιτώνα,

όσο ποικίλο, και αν φορείς και ο Μέγας Ήλιος

όποια και αν αίγλη σού προσδίδει, σε όποια Κελλάρια

πάμπλουτα και αν έχεις βουτηχθεί, όμως αιμάσσεις.

Πολυκαλά την ξεύρω την κατάπαψη και το είδος της.

Τι σε περίμενε, σαν γύρισες από τον Τρύγο.

Έλα, στην ερημιά που σε συνάντησα· δώσε Κηλίδα

του ιματίου σου στα χείλη με περιπάθεια να την στραγγίξω.

Του πόνου δώσε κοινωνία στο διαβάτην, όχι της τρυφής.

Θρόμβους, που απλώσανε σε αυτό το ιμάτιο και το κηλιδώσαν,

δώσε τους και κατεύνασέ με· μη τους λυπάσαι.

Και μετασκεύασε, στου Αμπελώνα τα μονοπάτια

που σε συνάντησα, το κούφιο εκείνο, σε ρώση, και το άδειο,

που η στέρησή σου γεννούν εντός μου, της αρρωστίας.

Κηλίδα του χιτώνα σου άφες με να γευθώ,

κηλίδες άθλιες ιδικές μου να σβεσθούν.

Ου φίλημα σοι δώσω, καθάπερ Εκείνος.

Το μόνο που έμαθα, είναι των αρρήτων

καταδότης πλέον να μην είμαι· το δε μυστήριο,

που μου έφθασε ως τις ακοές, δεν διαλαλώ,

κρατώ του εαυτού μου· και την Κηλίδα, που ζητώ,

την θέλω του εαυτού μου. Να πιω και να βοήσω

που έπαθες, που κεντήθης, που λαβώθης,

που, κατάκριτος, έφθασες μέχρι τα κατώτατα της συντριβής,

εκεί αψηλά στημένος, Αμπέλι θεόρατο, περιπλεγμένο

με Κούτσουρο, στην πιο μεγάλη ανύψωση, τότες που ιερουργεί,

όχι Ιερέας, όχι Επίσκοπος, όχι ο της Ρώμης Πρώτος,

αλλά ο Γεχωβά, σφαγιαστής του σπλάχνου του υπέρ αναξίων.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

 

IN PARASCEVE

 

H τελευταία καμπάνα σήμερον ηχεί, σμήνος πουλιά

που προσπετάν. Ψυχή του Μέλους η περίκλειστη

στην φύση του Μετάλλου, εγκαταλείπει

σήμερα για πολύ τον όρθιο Περιστερεώνα της.

Τραβά προς αψηλά. Αφού έδωσε το περισσό της·

αφού έμαξε τα πόδια του Ενοικούντος,

από το μύρο ακόμη υγρά – πούθε ειλημμένο!

τραβά να μεταδώσει τώρα τα βουβά

μηνύματα, έξω του Πύργου της του συνήθους.

Άλλοτε κόμη σκόρπισε γυνή για νʼ απομάξει

τα πόδια ανθρώπου αξίου. Την κόμη εκείνη

που ο άνεμος φουντώνει και που, ανεμιζόμενη,

δείχνει το υπέροχο του όντος και το περισσό.

Αυτή η περίσσεια, αυτή η υπερβολή,

το άχρηστο τούτο πλούτος, σούρθη και δόθη

σε πόδια δεόμενα. Indigent pedes

dominci superfluam hanc caritatem.

Αλλά τα πόδια φύγαν. Και το μάκτρο τώρα

πετά ναν τάβρει. Εντύθη Μέλος πράξη της συμπάθειας,

η πράξη πόκλεινε το σφόγγισμα. Και καθώς είναι

το Μέλος φτερωτό, συμπόνια συνεπήρε

και τραβά νʼ ακολουθήσει τον φυγόντα στην ερημιά του.

Τούτο είναι το ιστορικό, που απομείναμεν

εμείς με το βουβό μας τριήμερο, με ψόφους

κροτάλων, γήινα πράγματα, δίχως απήχηση,

στεγνά, δίχως φτερά, να προσδοκούμε

σάλπισμα μέγα, της Εξαναστάσεως, ξανά,

το ηχηρότατο, με απόδοσην εντός των διαστημάτων

και με κατοίκησην εκ νέου του ερημωμένου

Περιστερεώνα από το περισσόν και το υπερβάλλον,

του οποίου εντούτοις τόσο δεόμεθα.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

 

Μάτην φυλάσσεις τον τάφον, κουστωδία.

Ου γαρ καθέξει τύμβος αυτοζωίαν.

(Από το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας)

 

 

Το Μόσκο τον τιμιώτατο, το σπάνιο Ροδόσταμα

σού κόμισα στον τάφο σου, κατά το πούχα τάμα.

 

Ξεβούλωσα τη Λήκυθο, και ρέει το πηχτό Μύρο.

–Μα, έλα που η Πέτρα η λαξευτή, σφαλνάει το Θεό μου γύρω.

 

Μα και την πλέρια την Υδρία των άφθονων Κλαυμάτων

την ξεσκεπάζω, και οι λυγμοί παίρνουν μορφή αρωμάτων.

 

Όλες οι θλίψεις οι γλυκειές, γενήκαν πικριές Κρήνες

και ίδιες Πηγές φαρμακερές, τεφρές, οι ωραίες οδύνες.

 

Δε θα κατέρθει Όρνιο και Αιτός, για να σε συναπάρει

από τη Σταυρική Ομορφιά. Κακό σε κλείει σουδάρι.

 

Τα γένη των Πετούμενων δεν έχουν τι να κάνουν,

παρεχτός, πλάι στην Πέτρα σου, λυπηρά νʼ ανασάνουν.

 

–Μα όχι. Τον τάφον έραναν αι Μυροφόροι μύρα,

και πλάι μʼ αυτές κιʼ εγώ μαζί περμένω το Σωτήρα.

 

Γιατί όφθηκα όραμα να σειέται η ασπράδα του Μνημάτου

και του θανάτου να χαλνάν τʼ αρχοντικά τα κάτου.

 

Και ο Αμνός, το Σφάγιο, να γενεί με μιας Λαμπρής Λεοντάρι,

που, του απλωμένου πριν Νεκρού, να μη δειχτεί σημάδι.

 

Τη στιλβωμένη τη Ρομφαία κρατάει ο Αναστημένος,

και πανοπλίαν αγγελική, χαρμόσυνα ενδυμένος –

 

τον αντικρύζω ονειρευτά, με ορθά της Πίστης μάτια,

να μου σαλπίζει τη Δροσιά στα καημένα μου μάτια.

 

Και μετεωρίζομαι έξαλλος, μπροστά σε Νόμους ξένους,

κατανυσσόμενος με Ειρμούς, Μεγαλυνάρια και Αίνους.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 


 

 

ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει

και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

 

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,

των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

 

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε

με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

 

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,

ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη Μετάνοια.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 


 ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ

 

Ω μακαρία νυχτιά μέσα στο χρόνο,

ξεμονάχιασμα ψυχών στη φυλακή

την πρώτη του Όρθρου και πλουτισμός

των κρεμάμενων άστρων, λες και θέλουν,

πριν σβήσει σε αχνές εωθινές, να δείξουν

πόσες δυνάμεις ξαγρυπνάν για μας.

 

Συμμαζωχτόν, εκεί δα, στη ρίζα της ελιάς,

ένα δέος το σαλίγκαρο πριν την ώρα ξυπνά

και τεντώνει τα κέρατα με αδημονία

να εξακριβώσει, τι παραλλάζει απόψε.

 

Τέτοια γαλήνη, τέτοια απανεμιά.

 

Μονάχα αν καταπόθηκε με μιας

για πάντα η καταβόθρα του θανάτου

θα εξηγιόταν η μαγεύτρα αυτή νυχτιά.

 

Φαντάσου κι’ αν κανένας μέγας Θεός,

κρατώντας σύνεργα της παντοδυναμίας Του,

βάλθηκε, κινημένος από συμπόνια,

τα έγκατα της μαυρίλας να τρυπήσει,

να καταργήσει αυτόν τον Τρωγλοδύτη

που μας θερίζει ωμά χιλιάδες χρόνους.

 

Στα θάμνα έπεσε ο Βέγας!

 

Να, η Πυγολαμπίδα,

και το σκοτάδι το πλουτίζει ένα σμαράγδι.

Πώς κύλησε στο μαύρο χάος, πυρήνας

μιας δημιουργίας η σιωπηλή αναγάλλια

με τα πλουμίδια της, μικρούλα λυχνία.

 

Ένα νεράκι κελαρύζει λίγο πέρα

κι’ έρχεται, σαν να επλέχτη ο κέλαδός του

στο νύχτιο αυτό τοπίον της παρηγόριας·

 

αλλά και μιαν ανευωδιά, σαν πρώιμου ρόδου,

άτονα μύρα, έτσι δειλά, αναδίνει,

κι’ ένας παλμός σταχτής φτεροκοπά

το νυχτοπούλι, συντροφιά κι’ αυτό κρατώντας.

 

Όσο για τ’ άλλα, όλα σωπαίνουν· το αεράκι

δεν ήρθε· ανασασμός άλλος, κανείς,

εξόν τα λίγα αυτά ιερά στοιχεία

δεν ξαλαφρώνει κανένα βαρύ στήθος.

 

Όλα είναι ακόμη φοβισμένη ευδαιμονία.

 

Όλα είναι ακόμη θάμπος κι’ έκσταση.

 

Όλα είναι καλωσύνη και ξεκούραση.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Κατευθυνθήτω], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

 

ΤΟ ΝΕΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ

 

Στρώνεται πάλι της χαράς το τραπέζι,

στρώνεται με λινά· η πνευματικότητα,

το κάνει όλο ν' αστράφτει, να λαμποκοπά.

Νύφη είναι, η λαμπροφορεμένη, όλο λουλούδια;

Σπιθίζουνε τα κρύσταλλα, σαν να τρυπά

το φως, που μελιχρά κεριά του στέλνουν.

 

Η είσοδο της γυναίκας, η είσοδό μου

τελείται με σιωπή μοναστηρίσια.

Κι' αν η κόρη χαρούμενη μπαίνει,

αν της ροδίζει το πρόσωπο το γέλιο,

είναι έτσι αγνή, που δεν χαλνά τον ύμνο.

 

Παίρνοντας το ψωμί στα δάχτυλά μου

να κόψω, να μοιράσω σ' έναν έναν,

ακούω την κόρη, πρώτη, ν' ανακράζει,

σαν το πουλί, δίχως συγκρατημό:

"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω..."

 

Κι' οι τρεις μαζί με μια φωνή ενωμένη

"ζωήν χαρισάμενος" προφέρομεν, ενώ τα ποτήρια

γεμίζω με το κόκκινο κρασί προς όλους.

 

Ας είναι η δόξα του Θεού μεγάλη,

που ξαναφούντωσε για μας τούτη τη ζέστα

στην καρδιά του σπιτιού μας πάλι εφέτος

σε μια νύχτα του τόσο εαρινή.

 

Σα γεύομαι το δείπνο τούτο εντούτοις

και σαν αντλώ κρασί της ευφροσύνης

τα περασμένα βλέπω να σιμώνουν.

Αχ, το τραπέζι μας δεν είναι συνθεμένο

καθώς το ξέραμε· μια θέση μένει

τώρα αδειανή και λίγο λίγο πέφτει

μια σκιά και γνώριμη κι' υπόμονη

και πικραμένη και χαϊδευτικιά κι' αγαπημένη

και κάθεται στη θέση που είχε πάντα.

 

Αναστημένη να την πω, δεν είναι αλήθεια.

Ζωντανή στην ψυχή μας παρουσία

βέβαια και είναι· αλλά πως δεν νοθεύει

τη χαρά τώρα η πνοή της που έχει γίνει

για όλους μας σκιά θαμπή, δεν είναι αλήθεια.

 

Κι' είναι μητέρας τούτη η σκιά η θαμπή.

Απλώθη ένα παράπονο κι' επιμένει.

 

Όσο το Πάσχα αν είναι έτσι τερπνό·

όσο αν φυσάει τέτοιο γλυκόπνοο πνεύμα·

όσο αν λουλούδια η γης ξαναφορτώθη·

όσο πουλιά κι' απόψε αν ξαγρυπνούνε·

όσο αν βουίζει αγάπη το τραπέζι μας·

όσο αν η αγάπη του Χριστού μας ζώνει·

όσο αν Ετούτος νίκησε κι' εγέρθη,

 

- μητέρας είναι τούτη η μαύρη σκιά,

 

- μητέρα λείπει εφέτος απ' το δείπνο,

που αλλού γιορτάζει, όχι με μας, απόψε.

 

 (Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Κατευθυνθήτω], εκδ. Ίκαρος, 1988)