Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ν. Κουτσοδόντης - Πράσινος ελαφρύς καπνός (Το Σπίτι)

 

Από μέρα σε μέρα φεύγεις,

                                Φτάνει ο καιρός

το χαμόγελό σου με βιτσίζει

απόμακρο, μια πλάτη που ξεμακραίνει

διαλύεται όπως κι οι μέρες μπιλάκια μπιλάκια

θρυμματίζονται σαν να βεβαιώνουν πως

όταν το χέρι σου κρατάω είναι κόμπος

γεμάτος ομίχλη κι ο κόμπος αυτός εύκολα σπάει

φτάνει κάποιος να ματώσει

 

***

Είμαστε στα τελευταία μας ταξίδια

 

όχι πως εγώ τα ‘θελα τελευταία

 

ήταν η Σαλονίκη στην αρχή

κι ένα παιχνίδι δυνατοτήτων και κινδύνων

είπαμε τότε μαζί να μπούμε στους τριγμούς

είπαμε να διασχίσουμε τον εαυτό μας, να βρεθούμε

να χτυπήσουμε την αγοραία διαίρεση

μ’ ένα σπίτι. Το δικό μας σπίτι

μέσα στη δίνη της ανθρώπινης σύγκρουσης.

 

Συχνά έπαιρνες πράσινο ελαφρύ καπνό

γιατί αγχωνόσουν, έστριβες έστριβες

χωρίς να καπνίζεις

τη νύχτα στην Παραλία

 

Φωλιάσαμε μαζί στην απαλότητα που είχε ονομαστεί:

ώσπου να βρουν τον έρωτα όλα τα τζιτζίκια

κι ώσπου να γεννηθούν όλα τα ψάρια κλόουν που ζουν

                στις ανεμώνες

θα έχουμε αυτό το σπίτι

 

σπίτι γεμάτο πυρετό κι εσύ να γίνεσαι η λάμπα

που πάνω της συγκρούεται το σπουδαστικό

κρεβάτι

                σαν                       

                                μολυσμένη

                                                                σκνίπα

 

(έπρεπε να μαζέψω τη φωτιά του αγχωμένου σπιτιού

στο ξύλινο δάπεδο

μαζί με τα σκισμένα βιβλία νομικής)

 

Μπορούσαμε να κατεβούμε Πάτρα

στη Μαιζώνος, κάτω απ’ τα κίτρινα παράθυρα

κτιρίου αντιπαροχής του εβδομήντα

όταν οι φοιτητές παίζουν τον «Πεχλιβάνη»

θα βρίσκαμε τα τακούνια της Έλενας στις λάσπες

κι εκείνη

παίζοντας με σύννεφα συνοικιακά

να θέλει να επιτρέψει

σε όλο το παχύρευστο άσημο να λάμψει

στην πλατεία Όλγας

πλάι στο εργατικό κέντρο.

 

Τότε θα σου έλεγα: φίλα με,

όπως το αίμα του Σπαρτακιστή

φιλούσε τον πεζόδρομο

 

μα πιο πολύ απ’ όλα: μη

με αφήνεις

 

ήμουνα πάντοτε ο πανικός του μυρμηγκιού

όταν το διώχνει χέρι

 

ήμουνα πάντοτε

                με το ένα πόδι

                                                έξω

 

έλα να κάνουμε κι εμείς το άσημο να λάμψει

 

Μη φύγεις

                τσουρέκι μου

                                βουτυράκι μου

 

κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;

 

θυμίζει γονείς που περιμένουν

 

βλέπουν τα δυο πολύ εντάξει μου κανιά

ξέρουν πως δεν μπορώ να τρέξω

τα χαϊδεύουν, μου λεν ετοίμασαν φαΐ

πρέπει να φάω, αδυνάτησα

στρώσανε

η χαρά δεν είναι καλεσμένη στο τραπέζι

μήτε κι η ποίηση

 

μόνο δυο τρία λαϊκά τραγούδια

Σε συνήθισα τόσο της Διαμάντη, Άλλοθι του Καρρά

Καζαντζίδη Μαρινέλλα και Βοσκόπουλο

 

Για λίγες σταγόνες ευτυχίας του Αιγύπτιου

 

κι άλλωστε αν γίνεις κουρούμπελο ένα βράδυ

σπίτι σου θέλεις να πας

για ποιο σπίτι μιλάμε τώρα;

 

μεγαλώνει ένα φρούτο από μεθύσι στο στόμα

 

Κατερίνα Στανίση

                Κατερίνα Στανίση

εμένα ποιος

                θα μ’ αγαπήσει;

 

***

 

Κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;

 

ο Χάρι Άνγκστρομ χάθηκε κάποιο απόγευμα

έγινε Λαγός, όνομα και πράμα

το νεαρό αστέρι της καλαθοσφαίρισης πάει χαμένο

εγκλωβισμένος στο διαμέρισμα του Μπρούερ

 

τα ‘φερε σε λογαριασμό και τέρμα

                ~έφυγε~

μα είχε πολλάκις όμως προειδοποιήσει:

-είναι αφόρητο το αχούρι σου Τζάνις

και η ζωή σου

διαβάζεις φτηνά μυθιστορήματα βλέπεις παλιές

κάκιστες εκπομπές στην τηλεόραση

 

Τώρα θα παίξουμε το αυτό θέλει η καρδιά μου

και το δεν βλέπουμε με το ίδιο μάτι

αμέτρητες εξομολογήσεις σαν φορολογικές δηλώσεις

μιας πόλης ολάκερης σε βάθος τριών γενιών

 

την στιγμή αυτή θέλω να παίξουμε

το νιώθω πως δεν ακούς αυτά που λέω

και το εδώ κάποιος στα σίγουρα

θα φύγει πληγωμένος

 

***

 

Αυτός που προχωρά στη δρασκελιά

κι αυτός που μένει πίσω είναι κομμάτια

του ίδιου άνθους πατατιάς

που έφαγε ο γάιδαρος

 


Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, εκδ. Θράκα: 2024



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Τζένη Μαστοράκη - Το σόι

Τώρα βέβαια πάλι θα πέσει το σόι

μονό και διπλό

να μαζεύω τη γλώσσα μου

ή πώς όταν κάνω 

ψηλά τα μαλλιά μου

κοιμούνται πιο ήσυχοι.

Και με στριμώχνουν στο σαλόνι.

Παντού μπαγιάτικα πέπλα

νύφες με παχουλά χέρια

μουστακαλούδες

και τα παιδιά ανήλιαγα

ή μπορεί και πεθαμένα

με  πελώριους φιόγκους

σαν αεροπλάνα.

Περνάει η νονά μου η πολίτισσα

και τρατάρει μικρά άσπρα γλυκά.

Φαίνεται το βρακί της πράσινο

πιασμένο με παραμάνα

-οι θειάδες μου λένε

πως κατουράει αλά τούρκα

καβάλα στη λεκάνη.

Γύρω τα πρόσωπα εθνικόφρονα

με περικεφαλαίες.

Άμα σου εξηγήσω

θα καταλάβεις πώς μου παίξανε

τον καραγκιόζη

που με τα τρία μαντέματα

του παίρνουν το κεφάλι.

Στο τέλος του φοράνε πάντα

ένα χάρτινο πιατάκι

όπως στα κεριά

για να μη στάζει.




Το σόι, Κέδρος 1978



Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Edna St. Vincent Millay - Ενήλικας

 

Γι' αυτό λοιπόν έκανα προσευχές

Και βούρκωσα και έβρισα και κλώτσησα τις σκάλες,

Ώστε τώρα, σαν πιάτο τοποθετημένη,

Απ' τις οκτώμισι να είμαι ξαπλωμένη; 



(2017) Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα, μτφ Χαρίλαος Νικολαΐδης, εκδ. Θράκα 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Τζέζαρε Παβέζε - Το σπίτι στο λόφο [απόσπασμα]

 

Marja Brown, House on the hill

Τώρα που η φύση είναι ξερή, ξαναγυρίζω κοντά της. Ανηφορίζω και κατηφορίζω το λόφο, και ξανασκέφτομαι το μακρύ ονειροπόλημα απ ‘όπου ξεκίνησε τούτη η αφήγηση της ζωής μου. Πού θα με πάει τούτο το ονειροπόλημα; Το σκέφτομαι συχνά τούτες τις μέρες. Τι άλλο να σκεφτώ; Εδώ το κάθε μου βήμα, σχεδόν η κάθε μου ώρα και σίγουρα η κάθε μου θύμηση, ακόμα και η πιο απροσδόκητη, με φέρνει μπροστά σ’ αυτό που κάποτε υπήρξα.

Σ’ αυτό που είμαι και που το είχα λησμονήσει. Αν οι συναντήσεις και τα γεγονότα τούτης της χρονιάς με καταδιώκουν βασανιστικά, μου συμβαίνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι: «Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν τον άνθρωπο που γλίτωσε απ’ τις βόμβες, που ξέφυγε απ’ τους Γερμανούς, που γλίτωσε απ’ τις τύψεις και απ’ τον πόνο;»

Δεν είναι πως δε νιώθω κάποιο σφίξιμο σαν συλλογιστώ όλους αυτούς που χάθηκαν, αν σκεφτώ τους εφιάλτες που τρέχουν στους δρόμους σαν τα σκυλιά – μέχρι που λέω πως δε φτάνει ακόμα, πως για να πάψουν όλα αυτά, θα πρέπει ο τρόμος και η φρίκη να μας δαγκώσουν, να δαγκώσουν εμάς που επιζήσαμε, μέχρι που να ματώσουμε – αλλά συμβαίνει το εγώ, αυτό το εγώ που με βλέπει να ερευνώ με προφύλαξη τις εικόνες και τα παραληρήματα τούτων των τελευταίων καιρών, να νιώθει πως είναι κάποιος άλλος, να νιώθει απόμακρο, λες κι όλα όσα έκανε, είπε ή ανέχτηκε, συνέβηκαν απλά μπροστά του… σαν να ‘ταν κάποια ιστορία που κύλησε ή ιστορία κάποιου άλλου. Αυτά με δυο λόγια με ξεγελάνε: Ξαναβρίσκω εδώ στο σπίτι μου μια παλιά πραγματικότητα, μια ζωή πέρα απ’ τα χρόνια μου, απ’ την Ελβίρα, απ’ την Κάτε, πέρα απ’ τον Ντίνο κι απ’ το σχολείο, απ’ όλα εκείνα που θέλησα και στα οποία σαν άνθρωπος είχα ακουμπήσει τις ελπίδες μου, κι αναρωτιέμαι αν θα ‘μαι ποτέ ικανός να ξεφύγω, να βγω μέσα απ’ όλα αυτά. Συνειδητοποιώ τώρα, πως όλη τούτη τη χρονιά, αλλά και ακόμα παλιότερα, ακόμα και τα δύσκολα χρόνια με τις τρέλες, την Άννα-Μαρία, τον Γκάλο, την Κάτε, όταν ήμασταν ακόμα νέοι κι ο πόλεμος ήταν ένα μακρινό σύννεφο, συνειδητοποιώ πως έζησα μια μονάχα μεγάλη απομόνωση, κάποιες μάταιες διακοπές, σαν το μικρό παιδί που παίζοντας κρυφτό, χώνεται μέσα σε κάποιο θάμνο και του αρέσει, και κοιτάζει τον ουρανό κάτω απ’ τα φύλλα, και ξεχνά πια να βγει από κει μέσα.

Εδώ είναι που μ’ έπιασε ο πόλεμος και με πιάνει κάθε μέρα. Αν περπατάω μέσα στα δάση, αν στην παραμικρή υποψία για μαζικές συλλήψεις βρίσκω καταφύγιο μέσα στις χαράδρες, αν καμιά φορά κουβεντιάζω με τους περαστικούς αντάρτες ([…]), δεν το κάνω γιατί δε βλέπω πως ο πόλεμος δεν είναι διόλου ένα παιχνίδι, τούτος ο πόλεμος που έφτασε ίσαμε εδώ κι έπιασε απ’ το λαιμό για να το πνίξει, ακόμα και το παρελθόν μας. Δεν ξέρω αν η Κάτε, ο Φόνσο, ο Ντίνο κι όλοι οι άλλοι, θα γυρίσουν. Κάποιες φορές το ελπίζω και φοβάμαι. Όμως τους είδα τους νεκρούς τους αγνώστους, τους νεκρούς τους δημοκράτες. Είναι αυτοί που με ξύπνησαν. Αν κάποιος άγνωστος, ένας εχθρός, γίνει πεθαίνοντας ένα τέτοιο πράγμα, αν σταματάμε και φοβόμαστε να περάσουμε από πάνω του, πάει να πει πως ακόμα και νικημένος ο εχθρός είναι κάποιος, και πως αφού θα ‘χουμε χύσει αίμα του, θα πρέπει να το εξευμενίσουμε, να φωνάξουμε σε τούτο το αίμα, να δικαιολογήσουμε αυτούς που το σκόρπισαν.

Το να κοιτάζεις κάποιους νεκρούς είναι πολύ ταπεινωτικό. Δεν είναι πλέον υπόθεση κάποιου άλλου· δεν αισθάνεσαι πως βρέθηκες εκεί κατά τύχη. Έχεις την εντύπωση πως το ίδιο το πεπρωμένο που ξάπλωσε στο χώμα αυτά τα σώματα, κρατάει καρφωμένους εμάς τους άλλους εκεί να τα κοιτάζουμε και να γεμίζουμε τα μάτια μας με την εικόνα τους. Δεν είναι φόβος, δεν είναι η συνηθισμένη δειλία. Νιώθουμε ταπεινωμένοι γιατί καταλαβαίνουμε – τους αγγίζουμε με τα μάτια – πως στη θέση του νεκρού θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε εμείς. Δε θα υπήρχε καμιά διαφορά, και αν ζούμε το χρωστάμε στο λερωμένο πτώμα. Γι’ αυτό ο κάθε πόλεμος είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο κάθε νεκρός μοιάζει μ’ αυτούς που μένουν ζωντανοί, και τους ζητάει το λόγο.

[…] Τώρα που είδα τι είναι ο πόλεμος, τι είναι ο εμφύλιος πόλεμος, ξέρω πως όλοι, αν κάποια μέρα όλα τελειώσουν, θα πρέπει να αναρωτηθούν: «Γιατί σκοτώθηκαν;» Εγώ δε θα ‘ξερα τι να απαντήσω. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Και δε νομίζω πως και οι άλλοι το ξέρουν. Ίσως μονάχα οι ίδιοι οι νεκροί να το ξέρουν και ίσως μονάχα γι’ αυτούς ο πόλεμος να ‘χει στ’ αλήθεια τελειώσει.



Παβέζε, Τ., 1992. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 347-349.



* Η υπογράμμιση δικιά μου. 




Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΕΦΤΑΧΡΩΜΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

 


Άμα δειπνήσει ο ήλιος έρχεται ο στεναγμός

αναστημένος με λογχώδη αναβρύσματα.

Γενναιότερα τα δέντρα

και γι’ αυτό τα ζηλεύω.

Αλλ’ όμως ο ζόφος του λάκκου κάτω-κάτω

δεν είναι των ματιών.

Έχουμε, βέβαια, παρηγοριά τη διάθλαση.

Ωστόσο δεν τη γλεντούμε.

Χρειάζεται να ξηλώσουμε κάθε φαντασίωση.

Να πετάξουμε τα χωρίσματα.

Δράση παράξενη το καθαρό θέαμα των αντικειμένων...

Η άφωνη σαύρα

στις ηλιόλουστες πέτρες όταν αναπνέει

lacrymosa.

Ο αγέρωχος κόκορας

όταν πλήττει τα χαράματα.



Πενθήματα (1969)


Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Του Απρίλη


Roundhay Park Lake (John Atkinson Grimshaw) 


Ο γκιώνης 

μέσα στη νύχτα είναι νύχτα 

λέει


Απλά 

φτάνει μέχρις εμένα η νύχτα

είναι νύχτα μού λέει


Είναι νύχτα 

σκοτεινό μού το στέλνει το φως 

της νύχτας που θέλω να σου δείξω 



Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

TYRANT - Ηλέκτρα Λαζάρ

 


Η πτώση του ανθρώπου βγάζει τον πιο φανταστικό γδούπο στο πάτωμα της ιστορίας. Δεν είναι ο γδούπος μίας φρεσκοκομμένης σεκόγιας που ταράζει το βλέμμα ολόκληρης της φύσης• δεν είναι το ολόψυχο κρακ που βγάζει το υπεραιωνόβιο και συμπαρασύρει ό,τι έγχρονο βρίσκει στο πέσιμό του. Ο άνθρωπος πρέπει πραγματικά να μάθει για|τί πέφτει. Όχι να χαλιναγωγεί, όχι να διακανονίζει, αλλά να ανεβαίνει στο σκοινί της ζωής με μία μόνο λέξη: συγγνώμη.



Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο.