Από μέρα σε μέρα φεύγεις,
Φτάνει ο καιρός
το χαμόγελό σου με βιτσίζει
απόμακρο, μια πλάτη που ξεμακραίνει
διαλύεται όπως κι οι μέρες μπιλάκια μπιλάκια
θρυμματίζονται σαν να βεβαιώνουν πως
όταν το χέρι σου κρατάω είναι κόμπος
γεμάτος ομίχλη κι ο κόμπος αυτός εύκολα σπάει
φτάνει κάποιος να ματώσει
***
Είμαστε στα τελευταία μας ταξίδια
όχι πως εγώ τα ‘θελα τελευταία
ήταν η Σαλονίκη στην αρχή
κι ένα παιχνίδι δυνατοτήτων και κινδύνων
είπαμε τότε μαζί να μπούμε στους τριγμούς
είπαμε να διασχίσουμε τον εαυτό μας, να βρεθούμε
να χτυπήσουμε την αγοραία διαίρεση
μ’ ένα σπίτι. Το δικό μας σπίτι
μέσα στη δίνη της ανθρώπινης σύγκρουσης.
Συχνά έπαιρνες πράσινο ελαφρύ καπνό
γιατί αγχωνόσουν, έστριβες έστριβες
χωρίς να καπνίζεις
τη νύχτα στην Παραλία
Φωλιάσαμε μαζί στην απαλότητα που είχε ονομαστεί:
ώσπου να βρουν τον έρωτα όλα τα τζιτζίκια
κι ώσπου να γεννηθούν όλα τα ψάρια κλόουν που ζουν
στις ανεμώνες
θα έχουμε αυτό το σπίτι
σπίτι γεμάτο πυρετό κι εσύ να γίνεσαι η λάμπα
που πάνω της συγκρούεται το σπουδαστικό
κρεβάτι
σαν
μολυσμένη
σκνίπα
(έπρεπε να μαζέψω τη φωτιά του αγχωμένου σπιτιού
στο ξύλινο δάπεδο
μαζί με τα σκισμένα βιβλία νομικής)
Μπορούσαμε να κατεβούμε Πάτρα
στη Μαιζώνος, κάτω απ’ τα κίτρινα παράθυρα
κτιρίου αντιπαροχής του εβδομήντα
όταν οι φοιτητές παίζουν τον «Πεχλιβάνη»
θα βρίσκαμε τα τακούνια της Έλενας στις λάσπες
κι εκείνη
παίζοντας με σύννεφα συνοικιακά
να θέλει να επιτρέψει
σε όλο το παχύρευστο άσημο να λάμψει
στην πλατεία Όλγας
πλάι στο εργατικό κέντρο.
Τότε θα σου έλεγα: φίλα με,
όπως το αίμα του Σπαρτακιστή
φιλούσε τον πεζόδρομο
μα πιο πολύ απ’ όλα: μη
με αφήνεις
ήμουνα πάντοτε ο πανικός του μυρμηγκιού
όταν το διώχνει χέρι
ήμουνα πάντοτε
με το ένα πόδι
έξω
έλα να κάνουμε κι εμείς το άσημο να λάμψει
Μη φύγεις
τσουρέκι μου
βουτυράκι μου
κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;
θυμίζει γονείς που περιμένουν
βλέπουν τα δυο πολύ εντάξει μου κανιά
ξέρουν πως δεν μπορώ να τρέξω
τα χαϊδεύουν, μου λεν ετοίμασαν φαΐ
πρέπει να φάω, αδυνάτησα
στρώσανε
η χαρά δεν είναι καλεσμένη στο τραπέζι
μήτε κι η ποίηση
μόνο δυο τρία λαϊκά τραγούδια
Σε συνήθισα τόσο της Διαμάντη, Άλλοθι του Καρρά
Καζαντζίδη Μαρινέλλα και Βοσκόπουλο
Για λίγες σταγόνες ευτυχίας του Αιγύπτιου
κι άλλωστε αν γίνεις κουρούμπελο ένα βράδυ
σπίτι σου θέλεις να πας
για ποιο σπίτι μιλάμε τώρα;
μεγαλώνει ένα φρούτο από μεθύσι στο στόμα
Κατερίνα Στανίση
Κατερίνα Στανίση
εμένα ποιος
θα μ’ αγαπήσει;
***
Κι αν φύγεις τι σημαίνει η φυγή;
ο Χάρι Άνγκστρομ χάθηκε κάποιο απόγευμα
έγινε Λαγός, όνομα και πράμα
το νεαρό αστέρι της καλαθοσφαίρισης πάει χαμένο
εγκλωβισμένος στο διαμέρισμα του Μπρούερ
τα ‘φερε σε λογαριασμό και τέρμα
~έφυγε~
μα είχε πολλάκις όμως προειδοποιήσει:
-είναι αφόρητο το αχούρι σου Τζάνις
και η ζωή σου
διαβάζεις φτηνά μυθιστορήματα βλέπεις παλιές
κάκιστες εκπομπές στην τηλεόραση
Τώρα θα παίξουμε το αυτό θέλει η καρδιά μου
και το δεν βλέπουμε με το ίδιο μάτι
αμέτρητες εξομολογήσεις σαν φορολογικές δηλώσεις
μιας πόλης ολάκερης σε βάθος τριών γενιών
την στιγμή αυτή θέλω να παίξουμε
το νιώθω πως δεν ακούς αυτά που λέω
και το εδώ κάποιος στα σίγουρα
θα φύγει πληγωμένος
***
Αυτός που προχωρά στη δρασκελιά
κι αυτός που μένει πίσω είναι κομμάτια
του ίδιου άνθους πατατιάς
που έφαγε ο γάιδαρος
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, εκδ. Θράκα: 2024


