Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Τζένη Μαστοράκη - Το σόι

Τώρα βέβαια πάλι θα πέσει το σόι

μονό και διπλό

να μαζεύω τη γλώσσα μου

ή πώς όταν κάνω 

ψηλά τα μαλλιά μου

κοιμούνται πιο ήσυχοι.

Και με στριμώχνουν στο σαλόνι.

Παντού μπαγιάτικα πέπλα

νύφες με παχουλά χέρια

μουστακαλούδες

και τα παιδιά ανήλιαγα

ή μπορεί και πεθαμένα

με  πελώριους φιόγκους

σαν αεροπλάνα.

Περνάει η νονά μου η πολίτισσα

και τρατάρει μικρά άσπρα γλυκά.

Φαίνεται το βρακί της πράσινο

πιασμένο με παραμάνα

-οι θειάδες μου λένε

πως κατουράει αλά τούρκα

καβάλα στη λεκάνη.

Γύρω τα πρόσωπα εθνικόφρονα

με περικεφαλαίες.

Άμα σου εξηγήσω

θα καταλάβεις πώς μου παίξανε

τον καραγκιόζη

που με τα τρία μαντέματα

του παίρνουν το κεφάλι.

Στο τέλος του φοράνε πάντα

ένα χάρτινο πιατάκι

όπως στα κεριά

για να μη στάζει.




Το σόι, Κέδρος 1978



Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Edna St. Vincent Millay - Ενήλικας

 

Γι' αυτό λοιπόν έκανα προσευχές

Και βούρκωσα και έβρισα και κλώτσησα τις σκάλες,

Ώστε τώρα, σαν πιάτο τοποθετημένη,

Απ' τις οκτώμισι να είμαι ξαπλωμένη; 



(2017) Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα, μτφ Χαρίλαος Νικολαΐδης, εκδ. Θράκα 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Τζέζαρε Παβέζε - Το σπίτι στο λόφο [απόσπασμα]

 

Marja Brown, House on the hill

Τώρα που η φύση είναι ξερή, ξαναγυρίζω κοντά της. Ανηφορίζω και κατηφορίζω το λόφο, και ξανασκέφτομαι το μακρύ ονειροπόλημα απ ‘όπου ξεκίνησε τούτη η αφήγηση της ζωής μου. Πού θα με πάει τούτο το ονειροπόλημα; Το σκέφτομαι συχνά τούτες τις μέρες. Τι άλλο να σκεφτώ; Εδώ το κάθε μου βήμα, σχεδόν η κάθε μου ώρα και σίγουρα η κάθε μου θύμηση, ακόμα και η πιο απροσδόκητη, με φέρνει μπροστά σ’ αυτό που κάποτε υπήρξα.

Σ’ αυτό που είμαι και που το είχα λησμονήσει. Αν οι συναντήσεις και τα γεγονότα τούτης της χρονιάς με καταδιώκουν βασανιστικά, μου συμβαίνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι: «Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν τον άνθρωπο που γλίτωσε απ’ τις βόμβες, που ξέφυγε απ’ τους Γερμανούς, που γλίτωσε απ’ τις τύψεις και απ’ τον πόνο;»

Δεν είναι πως δε νιώθω κάποιο σφίξιμο σαν συλλογιστώ όλους αυτούς που χάθηκαν, αν σκεφτώ τους εφιάλτες που τρέχουν στους δρόμους σαν τα σκυλιά – μέχρι που λέω πως δε φτάνει ακόμα, πως για να πάψουν όλα αυτά, θα πρέπει ο τρόμος και η φρίκη να μας δαγκώσουν, να δαγκώσουν εμάς που επιζήσαμε, μέχρι που να ματώσουμε – αλλά συμβαίνει το εγώ, αυτό το εγώ που με βλέπει να ερευνώ με προφύλαξη τις εικόνες και τα παραληρήματα τούτων των τελευταίων καιρών, να νιώθει πως είναι κάποιος άλλος, να νιώθει απόμακρο, λες κι όλα όσα έκανε, είπε ή ανέχτηκε, συνέβηκαν απλά μπροστά του… σαν να ‘ταν κάποια ιστορία που κύλησε ή ιστορία κάποιου άλλου. Αυτά με δυο λόγια με ξεγελάνε: Ξαναβρίσκω εδώ στο σπίτι μου μια παλιά πραγματικότητα, μια ζωή πέρα απ’ τα χρόνια μου, απ’ την Ελβίρα, απ’ την Κάτε, πέρα απ’ τον Ντίνο κι απ’ το σχολείο, απ’ όλα εκείνα που θέλησα και στα οποία σαν άνθρωπος είχα ακουμπήσει τις ελπίδες μου, κι αναρωτιέμαι αν θα ‘μαι ποτέ ικανός να ξεφύγω, να βγω μέσα απ’ όλα αυτά. Συνειδητοποιώ τώρα, πως όλη τούτη τη χρονιά, αλλά και ακόμα παλιότερα, ακόμα και τα δύσκολα χρόνια με τις τρέλες, την Άννα-Μαρία, τον Γκάλο, την Κάτε, όταν ήμασταν ακόμα νέοι κι ο πόλεμος ήταν ένα μακρινό σύννεφο, συνειδητοποιώ πως έζησα μια μονάχα μεγάλη απομόνωση, κάποιες μάταιες διακοπές, σαν το μικρό παιδί που παίζοντας κρυφτό, χώνεται μέσα σε κάποιο θάμνο και του αρέσει, και κοιτάζει τον ουρανό κάτω απ’ τα φύλλα, και ξεχνά πια να βγει από κει μέσα.

Εδώ είναι που μ’ έπιασε ο πόλεμος και με πιάνει κάθε μέρα. Αν περπατάω μέσα στα δάση, αν στην παραμικρή υποψία για μαζικές συλλήψεις βρίσκω καταφύγιο μέσα στις χαράδρες, αν καμιά φορά κουβεντιάζω με τους περαστικούς αντάρτες ([…]), δεν το κάνω γιατί δε βλέπω πως ο πόλεμος δεν είναι διόλου ένα παιχνίδι, τούτος ο πόλεμος που έφτασε ίσαμε εδώ κι έπιασε απ’ το λαιμό για να το πνίξει, ακόμα και το παρελθόν μας. Δεν ξέρω αν η Κάτε, ο Φόνσο, ο Ντίνο κι όλοι οι άλλοι, θα γυρίσουν. Κάποιες φορές το ελπίζω και φοβάμαι. Όμως τους είδα τους νεκρούς τους αγνώστους, τους νεκρούς τους δημοκράτες. Είναι αυτοί που με ξύπνησαν. Αν κάποιος άγνωστος, ένας εχθρός, γίνει πεθαίνοντας ένα τέτοιο πράγμα, αν σταματάμε και φοβόμαστε να περάσουμε από πάνω του, πάει να πει πως ακόμα και νικημένος ο εχθρός είναι κάποιος, και πως αφού θα ‘χουμε χύσει αίμα του, θα πρέπει να το εξευμενίσουμε, να φωνάξουμε σε τούτο το αίμα, να δικαιολογήσουμε αυτούς που το σκόρπισαν.

Το να κοιτάζεις κάποιους νεκρούς είναι πολύ ταπεινωτικό. Δεν είναι πλέον υπόθεση κάποιου άλλου· δεν αισθάνεσαι πως βρέθηκες εκεί κατά τύχη. Έχεις την εντύπωση πως το ίδιο το πεπρωμένο που ξάπλωσε στο χώμα αυτά τα σώματα, κρατάει καρφωμένους εμάς τους άλλους εκεί να τα κοιτάζουμε και να γεμίζουμε τα μάτια μας με την εικόνα τους. Δεν είναι φόβος, δεν είναι η συνηθισμένη δειλία. Νιώθουμε ταπεινωμένοι γιατί καταλαβαίνουμε – τους αγγίζουμε με τα μάτια – πως στη θέση του νεκρού θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε εμείς. Δε θα υπήρχε καμιά διαφορά, και αν ζούμε το χρωστάμε στο λερωμένο πτώμα. Γι’ αυτό ο κάθε πόλεμος είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο κάθε νεκρός μοιάζει μ’ αυτούς που μένουν ζωντανοί, και τους ζητάει το λόγο.

[…] Τώρα που είδα τι είναι ο πόλεμος, τι είναι ο εμφύλιος πόλεμος, ξέρω πως όλοι, αν κάποια μέρα όλα τελειώσουν, θα πρέπει να αναρωτηθούν: «Γιατί σκοτώθηκαν;» Εγώ δε θα ‘ξερα τι να απαντήσω. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Και δε νομίζω πως και οι άλλοι το ξέρουν. Ίσως μονάχα οι ίδιοι οι νεκροί να το ξέρουν και ίσως μονάχα γι’ αυτούς ο πόλεμος να ‘χει στ’ αλήθεια τελειώσει.



Παβέζε, Τ., 1992. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 347-349.



* Η υπογράμμιση δικιά μου. 




Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ - ΕΦΤΑΧΡΩΜΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

 


Άμα δειπνήσει ο ήλιος έρχεται ο στεναγμός

αναστημένος με λογχώδη αναβρύσματα.

Γενναιότερα τα δέντρα

και γι’ αυτό τα ζηλεύω.

Αλλ’ όμως ο ζόφος του λάκκου κάτω-κάτω

δεν είναι των ματιών.

Έχουμε, βέβαια, παρηγοριά τη διάθλαση.

Ωστόσο δεν τη γλεντούμε.

Χρειάζεται να ξηλώσουμε κάθε φαντασίωση.

Να πετάξουμε τα χωρίσματα.

Δράση παράξενη το καθαρό θέαμα των αντικειμένων...

Η άφωνη σαύρα

στις ηλιόλουστες πέτρες όταν αναπνέει

lacrymosa.

Ο αγέρωχος κόκορας

όταν πλήττει τα χαράματα.



Πενθήματα (1969)


Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Του Απρίλη


Roundhay Park Lake (John Atkinson Grimshaw) 


Ο γκιώνης 

μέσα στη νύχτα είναι νύχτα 

λέει


Απλά 

φτάνει μέχρις εμένα η νύχτα

είναι νύχτα μού λέει


Είναι νύχτα 

σκοτεινό μού το στέλνει το φως 

της νύχτας που θέλω να σου δείξω 



Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

TYRANT - Ηλέκτρα Λαζάρ

 


Η πτώση του ανθρώπου βγάζει τον πιο φανταστικό γδούπο στο πάτωμα της ιστορίας. Δεν είναι ο γδούπος μίας φρεσκοκομμένης σεκόγιας που ταράζει το βλέμμα ολόκληρης της φύσης• δεν είναι το ολόψυχο κρακ που βγάζει το υπεραιωνόβιο και συμπαρασύρει ό,τι έγχρονο βρίσκει στο πέσιμό του. Ο άνθρωπος πρέπει πραγματικά να μάθει για|τί πέφτει. Όχι να χαλιναγωγεί, όχι να διακανονίζει, αλλά να ανεβαίνει στο σκοινί της ζωής με μία μόνο λέξη: συγγνώμη.



Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο. 


Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

"Αλλά η ευτυχία είναι κάτι που το λένε - Χάρρυ ή Τζόννυ - όχι Τσέζαρε"

 


"Τι αξία έχει η ζωή σε έναν κόσμο τόσο σκληρό όσο ο δικός μας;" 

Αυτό ήταν ένα από τα ερωτήματα που ο Cezare Pavese -ο συγγραφέας που η Özlü σεβόταν περισσότερο- αντιμετώπισε πριν από τον πρόωρο θάνατό του, αυτοκτονώντας, το 1950.

Η Tezer Özlü, άγνωστη στην Ελλάδα , αν και δειλά μεταφρασμένη, το καλοκαίρι του 1982, δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Κρύες Νύχτες Παιδικής Ηλικίας» στην Τουρκία, έλαβε υποτροφία στο Βερολίνο, την οποία χρησιμοποίησε για να γράψει μια μονογραφία για τον θάνατο του Ιταλού συγγραφέα Cezare Paveze. Το βιβλίο με τον τίτλο « Στα Ίχνη μιας Αυτοκτονίας» (Auf den Spuren eines Selbstmords), εκδόθηκε στα γερμανικά, κέρδισε το Βραβείο Λογοτεχνίας Marburg. Επρόκειτο για ένα βιβλίο που περιέγραφε τις περιστάσεις που περιέβαλαν τον Ιταλό συγγραφέα, την πολιτική του απογοήτευση ως μαρξιστή στην μεταπολεμική Ιταλία και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Constance Dowling, μια Αμερικανίδα ηθοποιό. Ένα χρόνο αργότερα, το 1984, η Özlü ξαναγράφει το βιβλίο στα τουρκικά, αναδιατυπώνοντας τα τμήματά του, αλλάζοντας τον τίτλο και μετατοπίζοντας την εστίαση από τη βιογραφία του Pavese στη δική της. Αποτέλεσμα ήταν το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», ένα εντυπωσιακό μείγμα λογοτεχνικής βιογραφίας, κριτικής και αυτοβιογραφίας και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα της. Μέσα στο βιβλίο διαβάζει κανείς τη μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνική, αλλά και συγγενική αγάπη που ένιωθε για τον μοναχικό Παβέζε, αλλά και για τον Ίταλο Σβέβο, που είχε να αντιμετωπίσει τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες.

Η Tezer Özlü πίστευε ότι ήταν μία τρόπον τινά μετενσάρκωση του Ιταλού ποιητή και μυθιστοριογράφου - γεννήθηκε επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Pavese, την ίδια μέρα με τα γενέθλιά του. Όταν έγραψε το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», η Özlü ήταν 42 ετών, την ίδια ηλικία που ο Pavese αυτοκτόνησε. Θα πεθάνει τέσσερα χρόνια αργότερα, 18 Φεβρουαρίου 1986, από καρκίνο του μαστού.

 

~ * ~ 


«Χθες, την πρώτη Κυριακή του Απρίλη που πέρασα στο Βερολίνο, πήρα την απόφαση αποδώ και πέρα να χαρακτηρίζω τους πόνους ως ευτυχία. Άλλωστε, και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου με την ίδια ένταση ένιωθα και τον πόνο. Υπήρχε μάλιστα μια προσδοκία πέρα από την οδύνη: η προσδοκία για το δικό μου σύμπαν. Η προσδοκία για το πρωινό τσάι που θα μπορούσα να πιω στο δωμάτιό μου. Το τενεκεδένιο τσάι που έδιναν στις ψυχιατρικές κλινικές ήθελα να το πιω στο δικό μου δωμάτιο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πήγε στον θάνατο μέσα σε τόση ομορφιά, τόση ζωντάνια όσο εσύ». (σελ.11)

***

“Να ζεις με τις αισθήσεις και όχι περιγράφοντας το περιβάλλον…”

«Η αρχή και η πορεία κάθε αγάπης είναι γεμάτη από το κενό και τη μοναξιά που θα φέρει το τέλος της. Όπως και η ζωή που προσπαθούμε να την ορίσουμε μέσα στο πλήθος από αοριστίες. Η λαχτάρα για την αγάπη είναι τόση όση και η επιθυμία να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι ζούμε. Εκείνοι που δεν νιώθουν την ανάγκη να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι ζουν ίσως να μη νιώθουν και την αγάπη σε όλο το βάθος της, ίσως να πορεύονται χωρίς να τη μετουσιώσουν σε πόνο. Ή μπορεί απλώς ζουν την αγάπη ως αγάπη, τη σχέση ως σχέση, τον χωρισμό ως χωρισμό, τη ζωή ως ζωή, τον θάνατο ως θάνατο. Κι όμως, η ζωή ορίζεται από τον θάνατο κι ο θάνατος ορίζεται από τη ζωή. Όσο για σένα… για σένα κάθε σμίξιμο είναι χωρισμός, κάθε χωρισμός είναι σμίξιμο και η αγάπη αρχίζει τη στιγμή της μη αγάπης, η αίσθηση τη στιγμή της μη αίσθησης. Όταν το δέρμα εφάπτεται με κάποιο άλλο δέρμα, τάχα σημαίνει ότι ξεχνώ την ύπαρξή μου; Ή μήπως την αντιλαμβάνομαι βαθύτερα; Η ύπαρξή μου. Μήπως η κάθε ύπαρξη δεν φέρει αυτόματα και τον θάνατο μαζί της;

Πόσο έντονα συνειδητοποιώ στη ζωή, για την ακρίβεια στο κέντρο της ζωής, πως όλοι οι πόθοι μένουν ανικανοποίητοι.» (σελ.13)

***

«Σε λίγο θα ξεκινήσει η ζωή της πόλης. Οι χώροι θα γεμίσουν με τους εργαζόμενους. Στα εργοστάσια που έχουν αδιάκοπο ωράριο οι εργάτες θα αλλάξουν βάρδια. Στους σταθμούς θα φτάσουν τρένα. Θα αναχωρήσουν τρένα. Αεροπλάνα στον ουρανό θα παίρνουν κατευθύνσεις προς διάφορα αεροδρόμια του κόσμου. Στα φέρι μποτ θα μπαίνουν οχήματα, θα φορτώνονται φορτία, θα επιβιβάζεται κόσμος. Όσοι έχουν ξαγρυπνήσει τη νύχτα θα σηκώνονται ήδη κουρασμένοι. Αλλά κι όσοι έχουν κάνει ύπνο μακρύ θα ξυπνούν κουρασμένοι. Θα ξυπνήσουν στο πρωινό μιας νύχτας που άλλος πέρασε ευτυχισμένα, άλλος με πίκρα, άλλος με αγάπη. Κι άλλος με θυμό. Άλλος θα αναρωτηθεί πώς να ξεκινήσει αυτή τη μέρα. Άλλος θα σκεφτεί μια ενδεχόμενη αυτοκτονία. Άλλος μια πόλη που λαχταρά να δει. Έναν άνθρωπο που λαχταρά να δει. Άλλος σήμερα θα πεθάνει μ’ έναν απρόβλεπτο θάνατο. Άλλος θα κοιτάξει τον κόσμο του ο οποίος αποτελείται μόνο από βουνά και χωράφια. Άλλος θα απευθύνει ικεσία στον θεό του. Άλλος μ’ ένα όπλο θα σκοτώσει κάποιον. Άλλος θα πετάξει χειροβομβίδα κάπου με σκοπό να θανατώσει ανθρώπους. Θα κρεμάσει πανό με βόμβα. Άλλος θα δικαστεί με ποινή εις θάνατον. Άλλος θα κάνει ένα σύντομο ταξίδι σε μακρινές χώρες για να συμμετάσχει σε συνέδριο για την ειρήνη. Οι στρατοί όλων των χωρών θα κάνουν πολεμικές ασκήσεις. Οι εφημερίδες έχουν τυπωθεί. Τα ραδιόφωνα θα αρχίσουν τα πρωινά τους προγράμματα. Στη Μεσόγειο οι ψαράδες εδώ και πολλή ώρα θα έχουν τραβήξει τα δίχτυα τους έξω. Στη Μεσόγειο οι γυναίκες εδώ και ώρα θα έχουν σκουπίσει και βρέξει τα κατώφλια τους. Τα φορτηγά και τ’ αυτοκίνητα θα είναι ήδη στις ασφάλτους. Στα ψυγεία των νεκροταφείων θα υπάρχουν πτώματα που περιμένουν να θαφτούν σήμερα. Είναι το πρωινό ενός ατέλειωτου καλοκαιριού στον ατέλειωτο κόσμο». (σελ.56-57)

***

[…] «(Η απαισιοδοξία που συνοδεύει και εμένα από τα χρόνια της συνειδητοποίησής μου. Η κάθε λογής ευτυχία περιέχεται στην απαισιοδοξία που έχω αναπτύξει. Έτσι ώστε να μπορώ να περπατώ, να μπορώ να προχωρώ, να μπορώ να μισώ, να νιώθω θυμό, να μπορώ να κοιτάζω τα δέντρα, να μπορώ να αγαπώ τον ουρανό. Η απαισιοδοξία που μας κινητοποιεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην αγάπη και το χάσιμο, ανάμεσα στην παιδική και τη γεροντική ηλικία. Η απαισιοδοξία που δεν εξαφανίζεται, δεν λείπει κι ολοένα δυναμώνει μας ξεπερνάει.)» (σελ.123)

***

«Μπροστά μου βλέπω έναν μεγάλο κήπο με φιντάνια νεαρών δέντρων. Η σκέψη μου πάει πίσω, στα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων.

Προσπαθώ να διακρίνω το είδος αυτών των δέντρων που μεγαλώνουν μέσα στο χλωρό πράσινο. Δεν τα καταφέρνω. Όμως έτσι που απλώνονται στα μάτια μου είναι ίδια όπως τα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων. Αυτή η θέα με πάει πίσω, τότε που το μόνο που έβρισκα να φάω ήταν μήλα, αλλά και τα βράδια η μαμά μου μας μάζευε γύρω της, εμένα, τον αδελφό μου και την αδελφή μου, και έπιανε πάλι να καθαρίζει μήλα, τότε αυτό με θύμωνε αφάνταστα.

Θύμωνα επειδή η μαμά μου καθάριζε συνεχώς μήλα και ποτέ ένα αχλάδι. Με ρωτούσε ο πατέρας μου τι αγαπώ περισσότερο, αυτόν ή το αχλάδι, κι εγώ έλεγα,

-          Το αχλάδι βέβαια.

Το παιδί μέσα μου σκεφτόταν ότι το αχλάδι έχει κάποια γεύση και ότι δεν ήταν δυνατό να περιμένεις μια τέτοια γεύση από τον πατέρα. Ο πατέρας μου πάνω σ’ αυτό θύμωνε, λες κι ήταν αυτός το παιδί κι εγώ ο πατέρας του. Σταματούσε τα χάδια. Τι παιδιάστικος πατέρας, σκεφτόταν το παιδί μέσα μου». (σελ.144)




(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο της Οζλού "Ταξίδι στην άκρη της ζωής", μτφ Νίκης Σταυρίδη, εκδ. Τσουκάτου, 2025)