"Τι αξία έχει η ζωή σε έναν κόσμο τόσο σκληρό όσο ο δικός μας;"
Αυτό ήταν ένα από τα ερωτήματα που ο Cezare Pavese -ο συγγραφέας που η Özlü σεβόταν περισσότερο- αντιμετώπισε πριν από τον πρόωρο θάνατό του, αυτοκτονώντας, το 1950.
Η Tezer Özlü, άγνωστη στην Ελλάδα , αν και δειλά μεταφρασμένη, το καλοκαίρι του 1982, δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου «Κρύες Νύχτες Παιδικής Ηλικίας» στην Τουρκία, έλαβε υποτροφία στο Βερολίνο, την οποία χρησιμοποίησε για να γράψει μια μονογραφία για τον θάνατο του Ιταλού συγγραφέα Cezare Paveze. Το βιβλίο με τον τίτλο « Στα Ίχνη μιας Αυτοκτονίας» (Auf den Spuren eines Selbstmords), εκδόθηκε στα γερμανικά, κέρδισε το Βραβείο Λογοτεχνίας Marburg. Επρόκειτο για ένα βιβλίο που περιέγραφε τις περιστάσεις που περιέβαλαν τον Ιταλό συγγραφέα, την πολιτική του απογοήτευση ως μαρξιστή στην μεταπολεμική Ιταλία και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Constance Dowling, μια Αμερικανίδα ηθοποιό. Ένα χρόνο αργότερα, το 1984, η Özlü ξαναγράφει το βιβλίο στα τουρκικά, αναδιατυπώνοντας τα τμήματά του, αλλάζοντας τον τίτλο και μετατοπίζοντας την εστίαση από τη βιογραφία του Pavese στη δική της. Αποτέλεσμα ήταν το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», ένα εντυπωσιακό μείγμα λογοτεχνικής βιογραφίας, κριτικής και αυτοβιογραφίας και θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα της. Μέσα στο βιβλίο διαβάζει κανείς τη μεγάλη αγάπη, τη λογοτεχνική, αλλά και συγγενική αγάπη που ένιωθε για τον μοναχικό Παβέζε, αλλά και για τον Ίταλο Σβέβο, που είχε να αντιμετωπίσει τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες.
Η Tezer Özlü πίστευε ότι ήταν μία τρόπον τινά μετενσάρκωση του Ιταλού ποιητή και μυθιστοριογράφου - γεννήθηκε επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Pavese, την ίδια μέρα με τα γενέθλιά του. Όταν έγραψε το «Ταξίδι στην Άκρη της Ζωής», η Özlü ήταν 42 ετών, την ίδια ηλικία που ο Pavese αυτοκτόνησε. Θα πεθάνει τέσσερα χρόνια αργότερα, 18 Φεβρουαρίου 1986, από καρκίνο του μαστού.
«Χθες, την πρώτη Κυριακή του Απρίλη που πέρασα στο Βερολίνο, πήρα την απόφαση αποδώ και πέρα να χαρακτηρίζω τους πόνους ως ευτυχία. Άλλωστε, και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου με την ίδια ένταση ένιωθα και τον πόνο. Υπήρχε μάλιστα μια προσδοκία πέρα από την οδύνη: η προσδοκία για το δικό μου σύμπαν. Η προσδοκία για το πρωινό τσάι που θα μπορούσα να πιω στο δωμάτιό μου. Το τενεκεδένιο τσάι που έδιναν στις ψυχιατρικές κλινικές ήθελα να το πιω στο δικό μου δωμάτιο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πήγε στον θάνατο μέσα σε τόση ομορφιά, τόση ζωντάνια όσο εσύ». (σελ.11)
***
“Να ζεις με τις αισθήσεις και όχι περιγράφοντας το περιβάλλον…”
«Η αρχή και η πορεία κάθε αγάπης είναι γεμάτη από το κενό και τη μοναξιά που θα φέρει το τέλος της. Όπως και η ζωή που προσπαθούμε να την ορίσουμε μέσα στο πλήθος από αοριστίες. Η λαχτάρα για την αγάπη είναι τόση όση και η επιθυμία να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι ζούμε. Εκείνοι που δεν νιώθουν την ανάγκη να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι ζουν ίσως να μη νιώθουν και την αγάπη σε όλο το βάθος της, ίσως να πορεύονται χωρίς να τη μετουσιώσουν σε πόνο. Ή μπορεί απλώς ζουν την αγάπη ως αγάπη, τη σχέση ως σχέση, τον χωρισμό ως χωρισμό, τη ζωή ως ζωή, τον θάνατο ως θάνατο. Κι όμως, η ζωή ορίζεται από τον θάνατο κι ο θάνατος ορίζεται από τη ζωή. Όσο για σένα… για σένα κάθε σμίξιμο είναι χωρισμός, κάθε χωρισμός είναι σμίξιμο και η αγάπη αρχίζει τη στιγμή της μη αγάπης, η αίσθηση τη στιγμή της μη αίσθησης. Όταν το δέρμα εφάπτεται με κάποιο άλλο δέρμα, τάχα σημαίνει ότι ξεχνώ την ύπαρξή μου; Ή μήπως την αντιλαμβάνομαι βαθύτερα; Η ύπαρξή μου. Μήπως η κάθε ύπαρξη δεν φέρει αυτόματα και τον θάνατο μαζί της;
Πόσο έντονα συνειδητοποιώ στη ζωή, για την ακρίβεια στο κέντρο της ζωής, πως όλοι οι πόθοι μένουν ανικανοποίητοι.» (σελ.13)
***
«Σε λίγο θα ξεκινήσει η ζωή της πόλης. Οι χώροι θα γεμίσουν με τους εργαζόμενους. Στα εργοστάσια που έχουν αδιάκοπο ωράριο οι εργάτες θα αλλάξουν βάρδια. Στους σταθμούς θα φτάσουν τρένα. Θα αναχωρήσουν τρένα. Αεροπλάνα στον ουρανό θα παίρνουν κατευθύνσεις προς διάφορα αεροδρόμια του κόσμου. Στα φέρι μποτ θα μπαίνουν οχήματα, θα φορτώνονται φορτία, θα επιβιβάζεται κόσμος. Όσοι έχουν ξαγρυπνήσει τη νύχτα θα σηκώνονται ήδη κουρασμένοι. Αλλά κι όσοι έχουν κάνει ύπνο μακρύ θα ξυπνούν κουρασμένοι. Θα ξυπνήσουν στο πρωινό μιας νύχτας που άλλος πέρασε ευτυχισμένα, άλλος με πίκρα, άλλος με αγάπη. Κι άλλος με θυμό. Άλλος θα αναρωτηθεί πώς να ξεκινήσει αυτή τη μέρα. Άλλος θα σκεφτεί μια ενδεχόμενη αυτοκτονία. Άλλος μια πόλη που λαχταρά να δει. Έναν άνθρωπο που λαχταρά να δει. Άλλος σήμερα θα πεθάνει μ’ έναν απρόβλεπτο θάνατο. Άλλος θα κοιτάξει τον κόσμο του ο οποίος αποτελείται μόνο από βουνά και χωράφια. Άλλος θα απευθύνει ικεσία στον θεό του. Άλλος μ’ ένα όπλο θα σκοτώσει κάποιον. Άλλος θα πετάξει χειροβομβίδα κάπου με σκοπό να θανατώσει ανθρώπους. Θα κρεμάσει πανό με βόμβα. Άλλος θα δικαστεί με ποινή εις θάνατον. Άλλος θα κάνει ένα σύντομο ταξίδι σε μακρινές χώρες για να συμμετάσχει σε συνέδριο για την ειρήνη. Οι στρατοί όλων των χωρών θα κάνουν πολεμικές ασκήσεις. Οι εφημερίδες έχουν τυπωθεί. Τα ραδιόφωνα θα αρχίσουν τα πρωινά τους προγράμματα. Στη Μεσόγειο οι ψαράδες εδώ και πολλή ώρα θα έχουν τραβήξει τα δίχτυα τους έξω. Στη Μεσόγειο οι γυναίκες εδώ και ώρα θα έχουν σκουπίσει και βρέξει τα κατώφλια τους. Τα φορτηγά και τ’ αυτοκίνητα θα είναι ήδη στις ασφάλτους. Στα ψυγεία των νεκροταφείων θα υπάρχουν πτώματα που περιμένουν να θαφτούν σήμερα. Είναι το πρωινό ενός ατέλειωτου καλοκαιριού στον ατέλειωτο κόσμο». (σελ.56-57)
***
[…] «(Η απαισιοδοξία που συνοδεύει και εμένα από τα χρόνια της συνειδητοποίησής μου. Η κάθε λογής ευτυχία περιέχεται στην απαισιοδοξία που έχω αναπτύξει. Έτσι ώστε να μπορώ να περπατώ, να μπορώ να προχωρώ, να μπορώ να μισώ, να νιώθω θυμό, να μπορώ να κοιτάζω τα δέντρα, να μπορώ να αγαπώ τον ουρανό. Η απαισιοδοξία που μας κινητοποιεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην αγάπη και το χάσιμο, ανάμεσα στην παιδική και τη γεροντική ηλικία. Η απαισιοδοξία που δεν εξαφανίζεται, δεν λείπει κι ολοένα δυναμώνει μας ξεπερνάει.)» (σελ.123)
***
«Μπροστά μου βλέπω έναν μεγάλο κήπο με φιντάνια νεαρών δέντρων. Η σκέψη μου πάει πίσω, στα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων.
Προσπαθώ να διακρίνω το είδος αυτών των δέντρων που μεγαλώνουν μέσα στο χλωρό πράσινο. Δεν τα καταφέρνω. Όμως έτσι που απλώνονται στα μάτια μου είναι ίδια όπως τα περιβόλια με τις μηλιές των παιδικών μου χρόνων. Αυτή η θέα με πάει πίσω, τότε που το μόνο που έβρισκα να φάω ήταν μήλα, αλλά και τα βράδια η μαμά μου μας μάζευε γύρω της, εμένα, τον αδελφό μου και την αδελφή μου, και έπιανε πάλι να καθαρίζει μήλα, τότε αυτό με θύμωνε αφάνταστα.
Θύμωνα επειδή η μαμά μου καθάριζε συνεχώς μήλα και ποτέ ένα αχλάδι. Με ρωτούσε ο πατέρας μου τι αγαπώ περισσότερο, αυτόν ή το αχλάδι, κι εγώ έλεγα,
- Το αχλάδι βέβαια.
Το παιδί μέσα μου σκεφτόταν ότι το αχλάδι έχει κάποια γεύση και ότι δεν ήταν δυνατό να περιμένεις μια τέτοια γεύση από τον πατέρα. Ο πατέρας μου πάνω σ’ αυτό θύμωνε, λες κι ήταν αυτός το παιδί κι εγώ ο πατέρας του. Σταματούσε τα χάδια. Τι παιδιάστικος πατέρας, σκεφτόταν το παιδί μέσα μου». (σελ.144)
(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο της Οζλού "Ταξίδι στην άκρη της ζωής", μτφ Νίκης Σταυρίδη, εκδ. Τσουκάτου, 2025)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου