Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Α. Ρεμπώ - Μεθυσμένο Καράβι



Ιδού το εξαιρετικό αυτό ποίημα που ο Ρεμπώ έγραψε σε ηλικία17 ετών:


Μες στον τρελό τον παφλασμό των παλιρροιών, τον άλλο
Χειμώνα, πιο απειθάρχητο κι απ' τα παιδιά, είχα τρέξει!
Κι όσα χερσόνησα άφησα στο δρόμο μου ποτέ τους
Δεν είχαν νιώσει σαματά πιο θριαμβικό από κείνο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τους πελαγίσιους μου όρθρους.
Από φελό αλαφρότερον ορχήθηκα στο κύμα,
Αιώνιο, όπως λεν, παγιδευτή θυμάτων, δέκα νύχτες,
Χωρίς των φάρων τα χαζά να νοσταλγήσω μάτια.

Πιο αβρό παρ' όσο στα παιδιά του άγουρου μήλου η σάρκα,
Το κύμα πράσινο, έλουσε το ελάτινο σκαρί μου
Κι έπλυνε κάθε μου κηλίδα από κρασιά γαλάζια
Κι από εμετούς, σκορπίζοντας άγκυρες και τιμόνι.

Και μες στο ποίημα το πλατύ, από τότε, είμαι λουσμένο
Του πόντου, αφέψημα γλυκό από τους χυμούς των άστρων,
Πίνοντας πράσινο γλαυκό, όπου, ωχρό κι έκθαμβο σκάφος,
Ένας πνιγμένος, κάποτε, κυλάει συλλογισμένος.

Όπου, την όψη αλλάζοντας των γαλανών χρωμάτων,
Τρέλα, ρυθμοί απαλοί κι αργοί κάτω απ' το φως της μέρας,
Πιο δυνατά και από το αλκοόλ και πιο πλατιά απ' τις λύρες
Του έρωτα υπόκωφα οι πικρές πυκνάδες αναβράζουν.

Ξέρω ουρανούς που σ' αστραπές σκίζονται, και σιφούνια,
Ρέματα κι αντιμάμαλα· ξέρω το βράδυ ακόμη, 
Την οιστρωμένη χαραυγή, λαό από περιστέρια,
Και κάποτε είδα ό, τι ο άνθρωπος φαντάστηκε πως είδε.

(Μετάφραση: Καίσαρας Εμμανουήλ)

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Παιδικές σκέψεις του Α. Ρεμπώ


"Γιατί -μονολογούσα- να μάθω ελληνικά και λατινικά; Ούτε που ξέρω. Τελικά σε κανέναν δεν χρειάζονται! Τί με νοιάζει εμένα αν θα είμαι ή όχι αποδεκτός; Κι όμως, λένε ότι μονάχα όταν είσαι αποδεκτός από τους άλλους, θα έχεις κάποια θέση. Εγώ, δεν θέλω καμιά θέση, θα είμαι εισοδηματίας. Ακόμα κι αν ήθελα μια απ’  αυτές, γιατί να μάθω λατινικά; Κανείς δε μιλάει αυτή τη γλώσσα. Που και που βλέπω καμιά λατινική φράση στις εφημερίδες, αλλά σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, ποτέ μου δεν θα γίνω δημοσιογράφος.
Γιατί να μάθω ιστορία και γεωγραφία; Φυσικά πρέπει να ξέρουμε ότι το Παρίσι βρίσκεται στη Γαλλία, αλλά κανείς δε ρωτάει σε ποιο γεωγραφικό πλάτος. Η ιστορία, όπου μαθαίνουμε τη ζωή του Σιναλντόν, του Ναμποπολασάρ, του Δαρείου, του Κύρου, του Αλέξανδρου κι όλων των επιφανών συνεργών τους με τα διαβολικά ονόματα, είναι σκέτο μαρτύριο. Τί με νοιάζει εμένα η δόξα του Αλέξανδρου; Τί με νοιάζει… Ποιος ξέρει αν υπήρξαν ή όχι οι λατίνοι; Τα λατινικά τους ίσως και να είναι μια επινοημένη γλώσσα, ακόμα κι αν κάποτε υπήρξαν, ας μ’ αφήσουν να ζήσω σαν εισοδηματίας κι ας κρατήσουν τη γλώσσα τους για τους εαυτούς τους. Τί κακό τους έκανα, για να με υποβάλλουν σε τέτοια βασανιστήρια;
Ας περάσουμε τώρα στα ελληνικά. Αυτή η απαίσια γλώσσα δεν μιλιέται από κανέναν στον κόσμο… εγώ θα είμαι εισοδηματίας, δεν κάνει και τόσο καλό να τρίβονται τα παντελόνια πάνω στα θρανία!"

Σκέψεις του Ρεμπώ στο μαθητικό του τετράδιο, όταν ήταν επτά χρονών. Λίγο αργότερα, στα “Ποιήματα των εφτά χρόνων” έγραφε ότι η ψυχή του ήταν τότε “παραδομένη στις απέχθειες”.
Μτφρ. Ρίτα Κολαϊτη, Τέχνη και Λόγος, 1988

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Μυστικό - Αρθούρος Ρεμπώ

Πάνω στην κλίση της κατωφέρειας οι άγγελοι γυρίζουν τα μάλλινα φορέματά τους μέσα στις βοσκές από ατσάλι και σμαράγδι.
         Λιβάδια από φλόγες αναπηδούν μέχρι την κορυφή του λόφου. Αριστερά το κοπρόχωμα της διαχωριστικής γραμμής ποδοπατείται από όλους τους ανθρωποκτόνους και απο όλες τις μάχες, και όλοι οι καταστρεπτικοί θόρυβοι αυξομειώνουν την καμπύλη τους. Πίσω από την διαχωριστική γραμμή της δεξιάς πλευράς η γραμμή της ανατολής, της προόδου.
        Και ενόσω η λουρίδα στα ψηλά του πίνακα σχηματίζεται από τη στρεφόμενη και πηδηχτή χλαλοή των κοχυλιών των θαλασσών και των ανθρωπίνων νυχτών,
        Η ανθισμένη γλυκά των άστρων και του ουρανού και του υπολοίπου κατεβαίνει αντίκρυ στην πλαγιά, σαν πανέρι-κολλητά στο πρόσωπό μας, και κάνει το βάραθρό ανθιστό και γαλάζιο εκεί κάτω.

Από το βιβλίο Εκλάμψεις

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Αρθούρος Ρεμπώ - Μια εποχή στην Κόλαση

Παιδί ακόμα, θαύμαζα τον σκαιό κατάδικο που πάντα έκλειναν πίσω από τις πόρτες της φυλακής. Έψαχνα τα πανδοχεία και τις νοικιασμένες κάμαρες τις αγιασμένες με την παρουσία του. Ατένιζα με το δικό του ιδανικό το μπλε του ουρανού και τον ανθισμένο μόχθο της εξοχής. Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις. Ήταν από έναν άγιο πιο αγέρωχος, από έναν ποντοπόρο πιο νουνεχής- αυτός! Μάρτυρας του λογισμού και του θριάμβου του. Πάνω σε δημοσιές, κάτω απ' τη νύχτα του χειμώνα δίχως σκεπή, δίχως κουρέλι, δίχως ψωμί, ένας φθόγγος έσφιγγε την παγωμένη καρδιά μου.

"Τόλμη ή δειλία: Τόλμη για σε. Δεν ξέρεις πού και γιατί τρέχεις. Έμπα παντού, αποκρίσου σ' όλα. Αν γίνεται να σκοτώσουν ένα πτώμα, τότε να φοβάσαι μήπως σε σκοτώσουν". Το πρωί η ματιά μου ήταν τόσο απλανής και το πρόσωπο μου έμοιαζε τόσο άδειο, που κι αυτούς που καταπρόσωπο συναπάντησα, ίσως μήτε να  μ’ αντιλήφθηκαν. Ξάφνου, στις πόλεις, η λάσπη μου φάνηκε σα μίγμα κοκκινόμαυρο, όπως η αντανάκλαση της λάμπας στον καθρέφτη,  που μετακινείται στο διπλανό δωμάτιο, όπως ο θησαυρός στο δάσος! Καλή Τύχη ούρλιαξα, κι είδα μια θάλασσα από φλόγες και καπνός γέμισε τον ουρανό· και στ’ αριστερά, και στα δεξιά, κάθε αγαθό να εκρήγνυται όπως μυριάδες κεραυνοί. Αλλά από τα όργια και τη συντροφιά των γυναικών όλα μου ήταν απαγορευμένα. Ούτε ακόμα ένας φίλος. Είδα τον εαυτό μου μπροστά σε έναν όχλο, να στέκει αντιμέτωπος με έναν πυροσβεστικό ουλαμό, κλαίγοντας με θλίψη που δεν μπορούσαν να με καταλάβουν, και ζήτησα συγχώρεση! – όπως η Ζαν Ντ’ Αρκ !

 « Κληρικοί, Καθηγητές και Ιατροί, σφάλετε καθώς με παραδίδετε στα χέρια του νόμου. Ποτέ δεν ήμουν δικός σας· Ποτέ δεν ήμουν Χριστιανός· Ανήκω στη ράτσα που τραγούδησε στο ικρίωμα. Δεν καταλαβαίνω τους νόμους σας· Δεν έχω καμία ηθική, είμαι ένα κτήνος: Έχετε παραπλανηθεί…» 
Ναι, σφαλίζω τα μάτια μου στο φως σας. Είμαι ένα κτήνος, ένας αράπης. Αλλά μπορώ να σωθώ. Σεις είστε ψευταράπαδες, μανιακοί, άγριοι, δυστυχείς, όλοι σας. Έμπορε, είσαι ένας σκυλάραπας· Δικαστή, είσαι ένας σκυλάραπας· Στρατηγέ, είσαι σκυλάραπας, Αυτοκράτορα, παλιά μου φαγούρα, είσαι σκυλάραπας· Μεθύσατε μ’ αφορολόγητο πιοτό, παραγωγής του Σατανά – αυτοί οι άνθρωποι εμπνέονται από τον πυρετό και τον καρκίνο. Ανάπηροι και γέροι είναι τόσο αξιοσέβαστοι που ζητούν να τους βράσουν – το καλύτερο πράγμα είναι να εγκαταλείψεις αυτή την ήπειρο, όπου η τρελή περιπλάνηση παρέχει καταφύγιο σε αυτούς τους τρισάθλιους. Εισέρχομαι στο αληθινό βασίλειο των παιδιών του Ham.

Κατανοώ τη φύση;  Κατανοώ τον εαυτό μου; Όχι άλλα λόγια. Θάβω τους πεθαμένους στην κοιλιά μου… Κραυγές, τύμπανα, χορός, χορός, χορός, χορός! Δεν βλέπω την ώρα που οι λευκοί θα αποβιβαστούν, θα περιέλθω στην ανυπαρξία. 
Δίψα και πείνα, κραυγές, χορός, χορός, χορός, χορός! 
Οι λευκοί αποβιβάζονται! Κανόνια! Τώρα πρέπει να βαφτιστούμε, να ντυθούμε και να αρχίσουμε τη δουλειά.

Η καρδιά μου διαποτίστηκε από επιείκεια. Α! Κι αυτό δεν το είχα προβλέψει.
Δεν έχω σε λάθος υποπέσει. Αλαφρές θα’ ναι οι μέρες μου, και άφεση θα μου δοθεί. Δεν θα υποφέρω τα βάσανα μιας ψυχής μισοπεθαμένης έναντι του Αγαθού, εκεί όπου φως ασκητικό επιστρέφει ως νεκρικών κεριών το φως. Η μοίρα ενός υιού πρωτότοκου, ένα πρόωρο φέρετρο σκεπασμένο αστραφτερά δάκρυα. Χωρίς αμφιβολία η ασωτία είναι ανόητη, η διαστροφή επίσης· κάποιος πρέπει να πετάξει τη σαπίλα μακριά. Μα το ρολόι θα πρέπει να σημάνει στις ώρες του απόλυτου πόνου. Άραγε μπορώ σα να ‘μουν παιδί να παίξω στον Παράδεισο, ξεχνώντας όλη αυτή τη δυστυχία; 

Γρήγορα! Υπάρχουν άλλες ζωές; Ο ύπνος για τους πλουσίους είναι αδύνατος. Τα πλούτη ήταν πάντοτε κοινό αγαθό.  Η Θεϊκή  Αγάπη παρέχει μόνο τα κλειδιά της γνώσης. Βλέπω ότι η φύση είναι μόνο μια επίδειξη ευγένειας. Αποχαιρετιστήριες χίμαιρες, ιδανικά και λάθη. 
Το μετρημένο άσμα των αγγέλων αναδύεται από το ναυαγοσωστικό πλοιάριο: Είναι η θεία αγάπη. Δύο αγάπες! Δύναμαι να πεθάνω από αγάπη γήινη, να πεθάνω από αφοσίωση. Άφησα πίσω μου ψυχές των οποίων η θλίψη θέριεψε στη αναχώρηση μου. Με επιλέγετε μεταξύ των ναυαγών, αυτοί που παραμένουν άραγε δεν είναι φίλοι μου;
Σώστε τους!

Ο σκοπός αναγεννήθηκε μέσα μου. Ο κόσμος είναι καλός. Θα ευλογήσω τη ζωή. Θα αγαπήσω τους αδελφούς μου. Δεν υπάρχουν πλέον οι υποσχέσεις της παιδικής ηλικίας. Μήτε η ελπίδα της διαφυγής των γηρατειών και του θανάτου. Ο Θεός είναι η δύναμή μου, και Τον δοξάζω. 
Η πλήξη δεν είναι πλέον η αγάπη μου. Η οργή, διαστροφή, τρέλα, των οποίων κάθε παρόρμηση και καταστροφή γνωρίζω – το φορτίο μου ολόκληρο κατέβασα. Με καθαρό το πνεύμα σας εκτιμήστε το μέγεθος της αθωότητας μου. Είμαι ανίκανος να ζητήσω της ήττας μου παρηγοριά. Δεν με φαντάζομαι να ξεκινώ για γάμο, και ο Ιησούς Χριστός να είναι πεθερός μου.

Δεν είμαι δεσμώτης του σκοπού μου. Έχω πει: Θεός. Θέλω ελευθερία στη σωτηρία: πώς θα την επιτύχω; Οι ελαφρές απολαύσεις μ’ αφήσανε. Καμία περαιτέρω ανάγκη για τη θεία αγάπη ή για την αφοσίωση στο καθήκον. Δεν μετανοώ για την εποχή των συγκινήσεων και των αισθημάτων. Κάθε τι έχει το σκοπό του, περιφρόνηση και ευσπλαχνία: Κρατώ τη θέση μου στην κορυφή της αγγελικής ιεραρχίας της καλής αίσθησης. 

Όσο για την καθιερωμένη ευτυχία, οικογενειακή είτε... όχι, δεν αντέχω. Έχω οργιάσει πάρα πολύ, πάρα πολύ εξασθενίσει. Με το μόχθο καρπίζει η ζωή, πλατειασμός της κακιάς ώρας! Εμένα η ζωή μου δεν είναι πεδικλωμένη, πετάει και πλέει μακριά, αντίπερα από κάθε πράξη, αυτή την αγαπητή βολή του κόσμου. Τι γεροντοκόρη είμαι να μου λείπει το θάρρος να αγαπήσω το θάνατο. Αν ο Θεός με οδηγούσε στην άπειρη γαλήνη, στην παντοτινήν αιθρία, στην προσευχή -σαν τους Αγίους μιας εποχής αλλοτινής- Άγιοι, αυτοί είναι παντοδύναμοι! Αποδημητές και καλλιτέχνες έτσι καθώς είναι, κανείς δεν τους χρειάζεται.

Φάρσα δίχως τέλος! Με κάνει να κλαίω η αθωότητα μου. Φάρσα είναι η ζωή κι όλοι παίζουμε το ρόλο του πρωταγωνιστή.


(απόσπασμα από το "Αίμα Κακό" του βιβλίου "Μια εποχή στην Κόλαση" του Arthur Rimbaud)

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ (1854-1891)

«Αν το πνεύμα είχε αφυπνιστεί για πάντα απ’ αυτή τη στιγμή, θα βρισκόμασταν σε λίγο μέσα στην αλήθεια, που ίσως μας περιβάλλει με τους αγγέλους της να κλαίνε!… Αν είχε αφυπνιστεί ως αυτή τη στιγμή, δε θα είχα υποχωρήσει στα δηλητηριώδη ένστικτα, σε μια εποχή που δε συγκρατεί η μνήμη!… Αν ήταν πάντα άγρυπνο, θα ταξίδευα γεμάτος φρόνηση!…»


Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ ΕΙΠΕ

«Δεν είχα κάποτε μια νιότη αξιαγάπητη, ηρωική, μυθική, που άξιζε να γραφτεί σε φύλλα χρυσού -τι σπάνια τύχη! Για ποιο έγκλημα, για ποιο λάθος άξιζα τη σημερινή μου αδυναμία; Σεις που λέτε πως τα ζώα βγάζουν αναφιλητά, πως οι άρρωστοι απελπίζονται, πως οι νεκροί έχουν εφιάλτες, προσπαθήστε να διηγηθείτε την πτώση μου και τον ύπνο μου…»

«Ζούμε και πεθαίνουμε εντελώς διαφορετικά απ’ ότι θα θέλαμε, χωρίς ελπίδα οποιασδήποτε ανταμοιβής… Ευτυχώς που αυτή η ζωή είναι η μόνη, και που μόνο αυτό είναι σίγουρο».

«Αν το πνεύμα είχε αφυπνιστεί για πάντα απ’ αυτή τη στιγμή, θα βρισκόμασταν σε λίγο μέσα στην αλήθεια, που ίσως μας περιβάλλει με τους αγγέλους της να κλαίνε!… Αν είχε αφυπνιστεί ως αυτή τη στιγμή, δε θα είχα υποχωρήσει στα δηλητηριώδη ένστικτα, σε μια εποχή που δε συγκρατεί η μνήμη!… Αν ήταν πάντα άγρυπνο, θα ταξίδευα γεμάτος φρόνηση!…»

«Καθώς κάθε λέξη είναι ιδέα η εποχή μιας παγκόσμιας γλώσσας θα έρθει!…  Αυτή η γλώσσα θα είναι απ’ την ψυχή για την ψυχή, θα συνοψίζει τα πάντα, αρώματα, ήχους, χρώματα, απ’ τη σκέψη να κρέμεται η σκέψη και να τραβά μπροστά».

«Συγγραφέας, δημιουργός, ποιητής, αυτός ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ!»
 «Η χλομή λογική μας κρύβει το άπειρο».
 «Φυλακή μετά από όσα τράβηξα; Προτιμότερος ο θάνατος!»

Τα ποιήματά του χαρακτηρίστηκαν ως λογοτεχνικές ωρολογιακές βόμβες. Για τον Αλμπέρ Καμύ ήταν «ο ποιητής της εξέγερσης και μάλιστα ο σημαντικότερος από όλους». Γάλλοι ομότεχνοί του τον αποκάλεσαν «Μεσσία». Δεν δέχτηκε καμιά επιρροή και επηρέασε τους πάντες. Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ «όλη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής - εκτός από εκείνη που έχει γράψει ο Ρεμπώ».

«Ένα αγγελικό μυαλό που είχε αναμφίβολα δεχτεί τη θεία φώτιση». (Πωλ Κλωντέλ)
«Ο εφευρέτης των ρυθμών της σύγχρονης πεζογραφίας και η βάση στην οποία στηρίχτηκαν όλες οι θεωρίες του είδους» ( Ίντιθ Σίτγουελ)
«Ένα από τα υψηλότερα "πνεύματα" μέσα στο σώμα ενός άγριου και τρομερού παιδιού».(Ζακ Ριβιέρ)
«Ένας αληθινός θεός της εφηβείας». (Αντρέ Μπρετόν)
«Ο πρώτος ποιητής ενός αγέννητου πολιτισμού». (Ρενέ Σαρ)
«Ένας επηρμένος διανοητικά έκφυλος με την επιπρόσθετη επιπλοκή, σε περιόδους λογοτεχνικής παραγωγής, του τοξικού παραληρήματος». (Δρ Ζάκμεν-Παρλιέ )
«Ιδιοσυστατικός ψυχοπαθής». (Δρ Ζ. Α. Λακάμπρ)
«Ο πρώτος άνδρας που έκανε ποτέ μια σημαντική δήλωση για την απελευθέρωση των γυναικών, λέγοντας ότι όταν οι γυναίκες απελευθερωθούν από τη μακροχρόνια δουλεία τους στους άνδρες, θα είναι πραγματικός χείμαρρος. Νέοι ρυθμοί, νέα ποίηση, νέοι τρόμοι, νέες ομορφιές».

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Συνέχεια από το "Μια Εποχή Στην Κόλαση"


ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε! 
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι  ευγενείς φιλοδοξίες,  και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες! 
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου.  Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων. 
Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια,  το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! -  Φρικτή ηλιθιότητα. 
Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η  σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.
Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα. 
Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά. 
Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.
Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.
Ακούστε! 
Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς  ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς;  Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.
Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας  – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής. 
-Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.
Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.
Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι! 
Μου πρέπει  μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων! 
Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.
Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Αρθούρος Ρεμπώ - Μια εποχή στην Κόλαση

ΚΑΠΟΤΕ, ΕΑΝ ΕΝΘΥΜΟΥΜΑΙ ΚΑΛΩΣ
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε. 
Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου  -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα. 
Όρθωσα το ανάστημα μου ενάντια στη δικαιοσύνη. 
Τράπηκα σε φυγή. Ω Μάγισσες, Ω Δυστυχία, Ω Μίσος , είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.
Κατάφερα να εξαφανίσω μέσα μου, όλη την ανθρώπινη ελπίδα. Με δρασκέλισμα αθόρυβο, κτήνους βαρύθυμου, έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.
Κάλεσα τους δήμιους για να αφανιστώ, μασώντας τις κάνες των όπλων τους. Επικαλέστηκα τους λοιμούς για να με πνίξουν σ’ άμμο και αίμα. Η Δυστυχία ήταν ο Θεός μου.. Στη λάσπη ξάπλωσα στεγνώνοντας τη σάρκα μου με μιαρό αέρα. Υποδύθηκα τον ανόητο ως του σημείου παραφροσύνης.
Και η άνοιξη μου έφερε το τρομώδες γέλιο ενός ηλίθιου. 
Εντούτοις, όταν ήμουν έτοιμος να κοάξω! Σκέφτηκα στα παλαιά συμπόσια να ψάξω το κλειδί, μήπως και βρω ξανά την όρεξη μου.
Η Φιλανθρωπία είναι το κλειδί. Τούτη η έμπνευση καταδεικνύει ότι ονειρεύτηκα.
« Θα παραμείνεις Ύαινα, και όλα τα άλλα…» κραυγάζει ο δαίμονας που κάποτε με έστεψε με τέτοιας λογής όμορφες παπαρούνες. Ψάξε το Θάνατο με όλες τις κεφαλαιώδεις επιθυμίες σου, και τον εγωισμό σου ολάκερο, και μ΄ όλες σου τις αμαρτίες». 
 Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά: Αλλά, Αγαπημένε Σατανά, σας ικετεύω, μη δείχνεται τόσο ενοχλημένος·  και καθώς αναμένεται μερικά καθυστερημένα σημάδια δειλίας, δεδομένου ότι εκτιμάται σε έναν συγγραφέα την έλλειψη περιγραφικής ή διδακτικής ενόρμησης, σας επισυνάπτω τούτες τις ειδεχθείς σελίδες  από το ημερολόγιο μιας καταραμένης ψυχής.