Σίλβια Πλαθ (1932-1963)
Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναφερόμουν στο πρόσωπό της... Η ίδια η λέξη αυτοχειρία βρίσκει μια πολύ ένθερμη υποστηρίκτρια στη Σ. Πλαθ, το ίδιο και η ποίηση του 20ου αιώνα. Παθιασμένη με τη συγγραφή και την ποίηση, κυνηγά τα όνειρά της, ο τίτλος της καλύτερης συγγραφέα είναι η χίμαιρά της. Μέχρι τα 20 έχει δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά πλήθος διηγημάτων. Και γιατί όχι, άλλωστε; Έχει όλες τις προδιαγραφές... Μία από τις καλύτερες μαθήτριες, κερδίζει υποτροφία για το Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, συντάκτρια στα εφηβικά της χρόνια, βραβευμένη διηγηματογράφος. Παρόλα αυτά η αυτοκαταστροφή που έχει φωλιάσει μέσα της, αυτή η εμμονή- θα λέγαμε- με την αυτοκτονία, σα να ήθελε να αποδείξει κάτι, θα της χτυπήσει την πόρτα στα 20 της χρόνια. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Νοσηλεύθηκε και μετά κλείστηκε σε ψυχιατρική πτέρυγα. Θα γράψει τον "Γυάλινο Κώδωνα", ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει το περίπλοκο νήμα των σκέψεων και των εμπειριών της: την απόπειρα, το Ψυχιατρείο, τα ηλεκτροσόκ. Η γνωριμία της με τον ποιητή Τεντ Χιουζ θα της δημιουργήσει πολλά σκαπανεβάσματα στην ψυχολογία της. Εξ αρχής πιο "πετυχημένος" και αναγνωρισμένος ο Τ. Χιουζ, πιο ισορροπημένος, πιο λογικός, την εγκαταλείπει με δυο παιδιά. Εκείνη γράφει ασταμάτητα ποίηση. Εκδίδει συλλογές. Παρόλα αυτά η φτώχεια δεν την εγκαταλείπει. Αυτή και τα παιδιά της είναι η μοναδική ασχολία της. Και η ποίηση φυσικά. Η φυγή του Χιουζ και η φανερή του σχέση με Εκείνην, την Άσια, την καταρρακώνει. Γενναία και οξυδερκής έγραφε:
"Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει. Ξαφνικά οι απλές τελετουργίες της ημέρας αρνούνται να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικο άλογο. Γίνεται αδύνατο να κοιτάξω ανθρώπους στα μάτια: μπορεί να ξεχειλίσει και πάλι η σαπίλα; Ποιος ξέρει. Οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων γίνονται ανυπόφορες.
Η εχθρότητα αυξάνεται, επίσης. Αυτό το επικίνδυνο, θανάσιμο δηλητήριο που προέρχεται από μια άρρωστη καρδιά. Αρρωστο μυαλό επίσης. Η εικόνα της ταυτότητας, την οποία παλεύουμε κάθε μέρα να αποτυπώσουμε στον ουδέτερο ή εχθρικό κόσμο, καταρρέει εκ των έσω".
Τον Φεβρουάριο του 1962 μόνη και άρρωστη αυτοκτονεί, αφού έχει φροντίσει να εκδόσει τον "Γυάλινο Κώδωνα". Η αυτοκτονία της είναι μια μυσταγωγική τελετουργία: Καθαρίζει όλο το σπίτι πρώτα, βάζει τα παιδιά τους για ύπνο, τους ετοιμάζει το πρωινό, κλείνει και απομονώνει το παιδικό δωμάτιο με την κουζίνα, τοποθετώντας μονωτικές ταινίες και πανιά στην πόρτα, για να τα προστατέψει, κι έπειτα ήρεμα, με αργές κινήσεις θα κάτσει μπροστά από την κουζίνα, βάζοντας το κεφάλι της πάνω της, ανοίγοντας όλους τους διακόπτες του γκαζιού. Όλα ήταν τέλεια προσεγμένα, σχολαστικά σχεδιασμένα και η ίδια έτοιμη παντελώς να αυτοκτονήσει δίχως καμία πιθανότητα αποτυχίας.
Έξι χρόνια αργότερα, η Άσια αυτοκτονεί.
Το ειρωνικό της υπόθεσης βρίσκεται σ'αυτούς τους αυτοδημιούργητους λογοτεχνο-φανφαρόνους που μοιράζουν δίχως νόημα από δω κι από κει βραβεία καθυστερημένα... 19 χρόνια αργότερα θα της χαρίσουν το βραβείο Πούλιτζερ. Μα πλέον δεν έχει καμία σημασία. Η Σ. Πλαθ ούτε που θα μπορούσε να το φανταστεί ποτέ.
ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ
Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι
Που μ αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα
Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,
Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.
Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο
Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια
Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου
Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα στο ασέλωτο άλογό μου
Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.
Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.
Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (1893-1930)
Φουτουριστής ποιητής που μεγάλωσε στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο ίδιος μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού κόμματος.Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε σε κελί της φυλακής. Η φυλακή ήταν μια από τις συνηθισμένες και τυπικές του επισκέψεις, λόγω των ανατρεπτικών δράσεών του.
Με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης υπηρέτουσε όπως γνώριζε εκείνος καλύτερα το νέο καθεστώς- με τα ποιήματά του ("Ωδή στην Επανάσταση", "Αριστερή Πορεία" κ.ά.). Η ελεγεία του των 3.000 λέξεων για το θάνατο του Λένιν δεν πέρασε απαρατήρητη. Η επανάσταση όμως δεν μονοπωλούσε το μυαλό του. Μεγάλο κομμάτι της ζωής του το αφιέρωσε στον έρωτα. Περίπλοκες σχέσεις, πολυγαμικός και απελπισμένος, ερωτεύσιμος και ερωτευμένος. Από τις ΗΠΑ και την Γαλλία μέχρι τη γενέτειρά του, τη Ρωσία είχε αφήσει το ερωτικό του στίγμα. Το έργο του επικρίθηκε από τους σύγχρονους ποιητές και από φίλους του. Στα τελευταία του χρόνια αφιερώνεται στο θέατρο. Έγραψε δύο θεατρικά έργα (Κοριός, Λουτρό), στα οποία κριτίκαρε εμφανώς το σοβιετικό σύστημα υπό τον Ιωσήφ Στάλιν, γεγονός που εξηγεί γιατί και οι δύο θεατρικές του απόπειρες στάθηκαν αδύνατον να διαδοθούν και να επιτύχουν. Πιο συγκεκριμένα η αποτυχία του έργου "Λουτρό", τον έφθιρε ψυχικά πολύ, σε συνδυασμό με τις ερωτικές του απογοητεύσεις και την ιδεολογική σύγγρουση με τον Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, που ήταν και το τελειωτικό του χτύπημα.
Το απόγευμα του 1930 αυτοπυροβολήθηκε.
Το σημείωμα του Μαγιακόβσκι λίγο πριν το θάνατό του έγραφε:
"Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με - αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.
Λιλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλή Μπρίκ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ΄ ευχαριστώ.
Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρίκ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν
Όπως λένε
"Το επεισόδιο έληξε"
η βάρκα του Ερωτα
συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα
Εχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή
Πρός τι λοιπόν η απαρίθμηση
των αμοιβαίων πόνων
των συμφορών
και των προσβολών.
Νάστε ευτυχισμένοι".
Βέβαια, καλό θα ήταν να γράψουμε και την άλλη εκδοχή, την πιο σκοτεινή, την πιο βρώμικη που κάθε καθεστώς ολοκληρωτισμού διέπει: μετά το θάνατο του Στάλιν, για λίγο καιρό τριγύρναγε η φήμη ότι ο Β. Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε από τα τσιράκια του Στάλιν.
"Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών."
Τσέζαρε Παβέζε (1908-1950)
Ποιητής, μυθιστοριογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Από τους σημαντικότερους του 20ού αιώνα στη χώρα του, την Ιταλία. Η Ιταλία που γέννησε το φασισμό. Κι εκείνος φανατικός αντιφασίστας, συνελήφθη για την κατοχή πολιτικών επιστολών, εστάλη στην εξορία, στη Νότιο Ιταλία, μαζί με άλλους σημαντικούς λογοτέχνες της γενιάς του, πολεμήθηκε και πολέμησε το καθεστώς με κάθε μέσο. Το άσθα που είχε από μικρός τον γλίτωσε από τον φασιστικό στρατό στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλα αυτά εισχώρησε ως το μεδούλι του ο μάταιος αυτός πόλεμος, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ιταλία. Οι χαρακτήρες στα έργα του είναι μοναχικοί άνδρες, έχοντας επιφανειακές σχέσεις με τους συνανθρώπους τους, μισάνθρωποι κατ'ανάγκη, πληγωμένοι και προδομένοι από ιδανικά και φίλους. Η ερωτική απογοήτευση που είχε από την Constance Dowling και η πολιτική απομυθοποίηση τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Πέθανε στο Τορίνο, σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό από μεγάλη δόση βαρβιτουρικών το 1950. Ξένος μέσα σε ξένους, μέσα στην πόλη που είχε γεννηθεί.
Θα'ρθει ο θάνατος και θα'χει τα μάτια σου
(μετάφραση: Α. Τραϊανός)
Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.
Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.
Στιγκ Ντάγκερμαν
"Όσο για μένα, εγώ παγιδεύω την παρηγοριά όπως ο κυνηγός παγιδεύει το θήραμά του. Τραβώ παντού, όπου πιστεύω πως θα την αντιληφθώ μέσα στο δάσος. Συχνά δεν συναντώ παρά το κενό, μα, μια στις τόσες, κάποιο θήραμα πέφτει στα πόδια μου. Και, καθώς γνωρίζω ότι η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου, βιάζομαι ν’ αδράξω το σφάγιο. Τι έχω, λοιπόν, μέσα στα χέρια μου επειδή είμαι μόνος: μια γυναίκα αγαπημένη ή έναν σύντροφο στο ταξίδι της δυστυχίας."
Το τελευταίο έργο του Σ. Ντάγκερμαν λίγο πριν αυτοκτονήσει ο Σουηδός συγγραφέας μέσα στο αυτοκίνητό του (1954). Κάποιος θα πει ότι η αυτοκτονία ενός Σουηδού (και μάλιστα λογοτέχνη!) δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Κι όμως για τη Σουηδία το να χάσει έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της ήταν, ήταν ένα ξαφνικό- ακαριαίο πλήγμα στην λογοτεχνική κοινότητα.