Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτόχειρες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτόχειρες συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Τζέζαρε Παβέζε - Το σπίτι στο λόφο [απόσπασμα]

 

Marja Brown, House on the hill

Τώρα που η φύση είναι ξερή, ξαναγυρίζω κοντά της. Ανηφορίζω και κατηφορίζω το λόφο, και ξανασκέφτομαι το μακρύ ονειροπόλημα απ ‘όπου ξεκίνησε τούτη η αφήγηση της ζωής μου. Πού θα με πάει τούτο το ονειροπόλημα; Το σκέφτομαι συχνά τούτες τις μέρες. Τι άλλο να σκεφτώ; Εδώ το κάθε μου βήμα, σχεδόν η κάθε μου ώρα και σίγουρα η κάθε μου θύμηση, ακόμα και η πιο απροσδόκητη, με φέρνει μπροστά σ’ αυτό που κάποτε υπήρξα.

Σ’ αυτό που είμαι και που το είχα λησμονήσει. Αν οι συναντήσεις και τα γεγονότα τούτης της χρονιάς με καταδιώκουν βασανιστικά, μου συμβαίνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι: «Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν τον άνθρωπο που γλίτωσε απ’ τις βόμβες, που ξέφυγε απ’ τους Γερμανούς, που γλίτωσε απ’ τις τύψεις και απ’ τον πόνο;»

Δεν είναι πως δε νιώθω κάποιο σφίξιμο σαν συλλογιστώ όλους αυτούς που χάθηκαν, αν σκεφτώ τους εφιάλτες που τρέχουν στους δρόμους σαν τα σκυλιά – μέχρι που λέω πως δε φτάνει ακόμα, πως για να πάψουν όλα αυτά, θα πρέπει ο τρόμος και η φρίκη να μας δαγκώσουν, να δαγκώσουν εμάς που επιζήσαμε, μέχρι που να ματώσουμε – αλλά συμβαίνει το εγώ, αυτό το εγώ που με βλέπει να ερευνώ με προφύλαξη τις εικόνες και τα παραληρήματα τούτων των τελευταίων καιρών, να νιώθει πως είναι κάποιος άλλος, να νιώθει απόμακρο, λες κι όλα όσα έκανε, είπε ή ανέχτηκε, συνέβηκαν απλά μπροστά του… σαν να ‘ταν κάποια ιστορία που κύλησε ή ιστορία κάποιου άλλου. Αυτά με δυο λόγια με ξεγελάνε: Ξαναβρίσκω εδώ στο σπίτι μου μια παλιά πραγματικότητα, μια ζωή πέρα απ’ τα χρόνια μου, απ’ την Ελβίρα, απ’ την Κάτε, πέρα απ’ τον Ντίνο κι απ’ το σχολείο, απ’ όλα εκείνα που θέλησα και στα οποία σαν άνθρωπος είχα ακουμπήσει τις ελπίδες μου, κι αναρωτιέμαι αν θα ‘μαι ποτέ ικανός να ξεφύγω, να βγω μέσα απ’ όλα αυτά. Συνειδητοποιώ τώρα, πως όλη τούτη τη χρονιά, αλλά και ακόμα παλιότερα, ακόμα και τα δύσκολα χρόνια με τις τρέλες, την Άννα-Μαρία, τον Γκάλο, την Κάτε, όταν ήμασταν ακόμα νέοι κι ο πόλεμος ήταν ένα μακρινό σύννεφο, συνειδητοποιώ πως έζησα μια μονάχα μεγάλη απομόνωση, κάποιες μάταιες διακοπές, σαν το μικρό παιδί που παίζοντας κρυφτό, χώνεται μέσα σε κάποιο θάμνο και του αρέσει, και κοιτάζει τον ουρανό κάτω απ’ τα φύλλα, και ξεχνά πια να βγει από κει μέσα.

Εδώ είναι που μ’ έπιασε ο πόλεμος και με πιάνει κάθε μέρα. Αν περπατάω μέσα στα δάση, αν στην παραμικρή υποψία για μαζικές συλλήψεις βρίσκω καταφύγιο μέσα στις χαράδρες, αν καμιά φορά κουβεντιάζω με τους περαστικούς αντάρτες ([…]), δεν το κάνω γιατί δε βλέπω πως ο πόλεμος δεν είναι διόλου ένα παιχνίδι, τούτος ο πόλεμος που έφτασε ίσαμε εδώ κι έπιασε απ’ το λαιμό για να το πνίξει, ακόμα και το παρελθόν μας. Δεν ξέρω αν η Κάτε, ο Φόνσο, ο Ντίνο κι όλοι οι άλλοι, θα γυρίσουν. Κάποιες φορές το ελπίζω και φοβάμαι. Όμως τους είδα τους νεκρούς τους αγνώστους, τους νεκρούς τους δημοκράτες. Είναι αυτοί που με ξύπνησαν. Αν κάποιος άγνωστος, ένας εχθρός, γίνει πεθαίνοντας ένα τέτοιο πράγμα, αν σταματάμε και φοβόμαστε να περάσουμε από πάνω του, πάει να πει πως ακόμα και νικημένος ο εχθρός είναι κάποιος, και πως αφού θα ‘χουμε χύσει αίμα του, θα πρέπει να το εξευμενίσουμε, να φωνάξουμε σε τούτο το αίμα, να δικαιολογήσουμε αυτούς που το σκόρπισαν.

Το να κοιτάζεις κάποιους νεκρούς είναι πολύ ταπεινωτικό. Δεν είναι πλέον υπόθεση κάποιου άλλου· δεν αισθάνεσαι πως βρέθηκες εκεί κατά τύχη. Έχεις την εντύπωση πως το ίδιο το πεπρωμένο που ξάπλωσε στο χώμα αυτά τα σώματα, κρατάει καρφωμένους εμάς τους άλλους εκεί να τα κοιτάζουμε και να γεμίζουμε τα μάτια μας με την εικόνα τους. Δεν είναι φόβος, δεν είναι η συνηθισμένη δειλία. Νιώθουμε ταπεινωμένοι γιατί καταλαβαίνουμε – τους αγγίζουμε με τα μάτια – πως στη θέση του νεκρού θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε εμείς. Δε θα υπήρχε καμιά διαφορά, και αν ζούμε το χρωστάμε στο λερωμένο πτώμα. Γι’ αυτό ο κάθε πόλεμος είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο κάθε νεκρός μοιάζει μ’ αυτούς που μένουν ζωντανοί, και τους ζητάει το λόγο.

[…] Τώρα που είδα τι είναι ο πόλεμος, τι είναι ο εμφύλιος πόλεμος, ξέρω πως όλοι, αν κάποια μέρα όλα τελειώσουν, θα πρέπει να αναρωτηθούν: «Γιατί σκοτώθηκαν;» Εγώ δε θα ‘ξερα τι να απαντήσω. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Και δε νομίζω πως και οι άλλοι το ξέρουν. Ίσως μονάχα οι ίδιοι οι νεκροί να το ξέρουν και ίσως μονάχα γι’ αυτούς ο πόλεμος να ‘χει στ’ αλήθεια τελειώσει.



Παβέζε, Τ., 1992. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 347-349.



* Η υπογράμμιση δικιά μου. 




Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Ντύλαν Τόμας - Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

 Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσει· η χρυσή βολή

Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.

Μια πορεία στην εποχή των φλεβών

Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσει· αίμα στους ήλιους τους

Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.

 

Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί

Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα

Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.

 

Ένα σκοτάδι στον καιρό του ματιού

Είναι το μισό του φως· η βυθομετρημένη θάλασσα

Σκάζει σε λεία γη.

Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών

Καρφώνει το μισό καρπό του· και μισό στάζει

Αργά σ’ έναν άνεμο υπνωμένο.

 

Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα

Είναι υγρασία και ξηρασία· ο ζωντανός κι ο νεκρός

Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.

 

Μια πορεία στον καιρό του κόσμου

Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσει· κάθε μητέρας παιδί

Κάθεται στη διπλή σκιά του.

Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,

Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος

Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

 


Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας 

Κι ο Θάνατος δεν θα 'χει εξουσία, εκδ. Ελεύθερος τύπος


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Π. Τσέλαν - Του κανενός το ρόδο [θραύσματα]




ΒΟΥΒΕΣ ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ. Το 
αστρολούλουδο, ατσάκιστο, πέρασε
μεταξύ πατρίδας κι αβύσου από
τη μνήμη σου. 

Ενός άλλου το ξόδεμα έπαιρνε 
μορφή στο παρόν, είχες
σχεδόν 
ζήσει. 



ΣΙΒΗΡΙΚΟ

Προσευχές τόξα - εσύ 
δεν τους μιλούσες, ήσαν,
το σκέφτεσαι, οι δικοί σου.

Ο κύκνος κοράκι κρεμόταν
μπρος στο πρώιμο άστρο: 
με σπαραγμένα βλέφαρα
στεκόταν ένα πρόσωπο - κάτω απ' την ίδια 
σκιά. 

Μικρό, στην παγωνιά 
παρατημένο
κουδουνάκι
με το 
άσπρο σου χαλίκι στο στόμα: 

Κι εμένα 
μού στέκεται η χιλιόχρονα βαμμένη
πέτρα στο λαιμό, η καρδιά πέτρα,
κι εγώ
βάζω πράσινο του χαλκού
στα χείλη. 

Μέσ' από τα ερείπια, εδώ,
μέσ' από την ψάθινη θάλασσα σήμερα
περνάει, ο δικός μας
χάλκινος δρόμος. 
Εκεί είμαι ξαπλωμένος και σου μιλώ
μ' ένα γδαρμένο
δάχτυλο. 



Envoi

Κι όμως, 
όμως αφηνιάζει και το δέντρο.
Κι αυτό 
ορθώνεται εναντίον
της πανούκλας




Celan, P., Του κανενός το ρόδο, μτφ Χρήστος Γ. Λάζος, εκδ. Άγρα, 1995. 




Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

"Χωρίς παύση, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς έλεος" (ποιήματα της Αλεχάντρα Πισαρνίκ)




Η Αλεχάντρα 36, η Αλφονσίνα 46 και οι δύο από το Μπουένος Άιρες. Θα 'λεγε κανείς ότι η Αργεντινή είναι συνένοχος με την ποίηση στον αφανισμό των ποιητριών της. Η ποίηση της Πισαρνίκ ήταν ακριβώς όπως την ήθελε η Αλεχάντρα: σιωπηρή, στην άκρη, έξω από τα ψυχιατρεία, στις λεωφόρους να σε κοιτάζει με μία αθέλητη καχυποψία. Και την ίδια στιγμή όλοι οι μεγαλο-ποιητές που δεν τόλμησε κανείς τους ν' αρπάξει την ποίηση από τα χέρια της Πισαρνίκ. Για να το πω αλλιώς: αν δεν είχε αυτό το τέλος που είχε η Πισαρνίκ, ελάχιστοι θα γνωρίζαμε τα γραπτά της. Πλέον, μέχρι και οι επιστολές στον ψυχαναλυτή της βγαίνουν στο σφυρί, το παραμικρό που μπορεί να είχε γράψει αποτελεί προϊόν περισσότερο κουτσομπολιού, παρά [ανά]γνωσης. 


~ * ~



ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ

 

Για να αναγνωρίσεις στη δίψα το έμβλημά μου

για να σημάνω το μοναδικό όνειρο

για να μην με θρέψω ποτέ ξανά στον έρωτα

 

έγινα όλη προσφορά

ένα καθαρό σφάλλειν*

από λύκαινα στο δάσος

στη νύχτα των κορμιών

 

για να πω τη λέξη αθώα

 

 

ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

 

παράξενη που υπήρξα

όταν γειτόνισσα μακρινών φώτων

θησαύριζα λέξεις πολύ καθάριες

για να φτιάξω νέες σιωπές.

 

 

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΑΠΟ ΣΤΑΧΤΗ

Στην Κριστίνα Κάμπο

Είναι οι φωνές μου τραγουδώντας

για να μην τραγουδήσουν εκείνοι,

οι φιμωμένοι στην γκρίζα αυγή,

οι ντυμένοι πουλί απελπισμένο στη βροχή.

 

Υπάρχει, στην αναμονή,

ένας ψίθυρος από πασχαλιά που σπάζεται.

Και υπάρχει, όταν έρχεται η μέρα,

ένα κομμάτιασμα του ήλιου σε μικρούς ήλιους

μαύρους.

Κι όταν είναι νύχτα, πάντα,

μια φυλή από λέξεις ακρωτηριασμένες

ψάχνει άσυλο στο λαρύγγι μου,

για να μην τραγουδήσουν εκείνοι,

οι κακότυχοι, οι αφέντες της σιωπής.

 

 

ΡΟΛΟΪ

 

Κυρία μικρότατη

διαμένουσα στην καρδιά ενός πουλιού

βγαίνει στην αυγή για να προφέρει μια συλλαβή

ΟΧΙ



ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΛΟΓΙΑ

 

Στον Αντόνιο Πόρτσια

 

ακόμη δεν είναι τώρα

τώρα είναι ποτέ

 

ακόμη δεν είναι τώρα

τώρα και πάντα

είναι ποτέ

 

 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΤΟΙΧΟΥ

 

πως είναι κρύος πράσινος και επίσης κινείται

καλεί, αγκομαχά, κράζει είναι άλλως πάγος

κλωστές πάλλονται τρέμουν

κλωστές

είναι πράσινος πεθαίνω

είναι τοίχος, σκέτος τοίχος, είναι μουγκός κοίτα

πεθαίνει

 

 

 

Πισαρνίκ, Α., 2014. Τα Έργα και οι Νύχτες, μτφ Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliotheque



* Ο στίχος είναι κακομεταφρασμένος. Με βάση το πρωτότυπο ο στίχος αποτυπώνεται ως εξής: Μία καθαρή περιπλάνηση



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Τζαζ (μέρος α'): ως μία εκ των καλών δολοφονιών





Διαβάζοντας το βιβλίο του Geoff Dyer "Κι όμως, Όμορφα...", αφού άκουσα πρώτα ένα - δύο επεισόδια του βιβλίου κάποια απογεύματα ή κάποια βράδια στο Τρίτο Πρόγραμμα και αφού ταξίδεψα για 239 σελίδες στην Νέα Υόρκη, στους δρόμους, στα κίτρινα και πράσινα φώτα, στα σκοτεινά καπέλα και τα σπασμένα γυαλιά ακριβώς εκεί που ζούνε τα σπασμένα γυαλιά, στις νότες της τρομπέτας, του σαξόφωνου, και του μπάσο, στους ρυθμούς και το πεσμένο αλκοόλ στον άνθρωπο, στάθηκα στο τέλος του βιβλίου, εκεί που ο G. Dyer αφήνει την εξαιρετική μυθιστορία του και γίνεται ένας υπομονετικός και παρατηρητικός - ένας βαθύς γνώστης των μουσικών της τζαζ, με το δοκίμιό του. Ορισμένες ενότητες τις μεταφέρω σε μέρη εδώ.  

Οι υποσημειώσεις είναι δικές μου. 




~ * ~


ΠΑΡΑΔΟΣΗ 
ΕΠΙΡΡΟΕΣ 
ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ


Στα μισά μιας μακριάς ή στα τέλη μιας σύντομης ζωής
ΓΙΟΖΕΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ



O Chet Baker φωτογραφημένος το
1986, δύο χρόνια πριν "πεθάνει"

[…] Όποιος ενδιαφέρεται για την τζαζ δεν αργεί να νιώσει απορία για τις μεγάλες απώλειες μεταξύ των μουσικών της. Ακόμη και κάποιος που δεν τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει σίγουρα ακούσει για τον Τσετ Μπέικερ, που έχει γίνει το αρχέτυπο του καταδικασμένου τζαζίστα, για την κατάρρευση του αλλοτινά καλοφτιαγμένου προσώπου του, που αποτέλεσε βολική έκφραση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ τζαζ και εθισμού στα ναρκωτικά. Φυσικά αμέτρητοι μαύροι – και μερικοί λευκοί – τζαζίστες πιο προικισμένοι από τον Τσετ έζησαν απείρως τραγικότερη ζωή [1] (αν μη τι άλλο ο Τσετ μπόρεσε να ζήσει στη σκιά του θρύλου του).




Charles Mingus / enough alcohol
 to put down an elephant...
Ουσιαστικά όλοι οι μαύροι μουσικοί υπήρξαν θύματα φυλετικών διακρίσεων και κακομεταχείρισης (ο Αρτ Μπλέικι, ο Μάιλς Ντέιβις και ο Μπαντ Πάουελ είχαν πέσει και οι τρεις θύματα άγριου ξυλοδαρμού από την αστυνομία). Αν ο Κόλμαν Χόκινς και ο Λέστερ Γιανγκ, που μεσουράνησαν τη δεκαετία του 1930, κατέληξαν αλκοολικοί, η γενιά των μουσικών που σφράγισαν την επανάσταση της μπίμποπ τη δεκαετία του 1940 και παγίωναν την ανάπτυξή της τη δεκαετία του 1950 έπεσε θύμα μιας πραγματικής επιδημίας εθισμού στην ηρωίνη. […]  Το δρόμο προς τις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων, αν και πολύ πιο δύσβατος, τον διάβηκαν επίσης αρκετοί. Ο Μονκ, ο Μίγνκους, ο Γιανγκ, ο Πάρκερ, ο Πάουελ, ο Ρόουτς – τόσες από τις κυρίαρχες μορφές του ’40 και του ’50 υπέστησαν κάποιο είδος νευρικού κλονισμού, και δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να θεωρήσει κανείς και την κλινική Μπέλβιου ένα σπίτι της σύγχρονης τζαζ εφάμιλλο με το Μπέρντλαντ.

Οι φοιτητές της λογοτεχνίας είθισται να βλέπουν στον πρόωρο θάνατο του Σέλεϊ και του Κιτς, στην ηλικία των τριάντα και των είκοσι έξι ετών αντίστοιχα, την πραγμάτωση των τραγικών όρων της ρομαντικής αγωνίας. Στον Σούμπερτ, επίσης, βλέπουμε τον χαρακτηριστικό τύπο του ρομαντικού ταλέντου, που αναλώνεται καθώς ανθίζει. Και στους τρεις, υπονοείται πως ο πρόωρος θάνατος είναι συνθήκη της δημιουργικότητας. Αισθάνθηκαν ότι ο χρόνος τέλειωνε και το ταλέντο τους έπρεπε να καρποφορήσει στη διάρκεια μερικών σύντομων χρόνων, αντί να ωριμάσει σταθερά επί τρεις δεκαετίες.

Lester Young 

Για τους τζαζίστες της εποχής της μπίμποπ, το να φτάσουν στη μέση ηλικία αρχίζει να φαντάζει σαν όνειρο μακροβιότητας. Ο Τζον Κολτρέιν πέθανε στα σαράντα. Ο Τσάρλι Πάρκερ στα τριάντα τέσσερα. Προς το τέλος της ζωής τους, και οι δύο έλεγαν ότι μουσικά δεν ήξεραν πού αλλού να πάνε. Πολλοί άλλοι πέθαναν είτε στο απόγειο των δυνατοτήτων τους ή πριν ακόμη εκφραστεί πλήρως η δυναμική του ταλέντου τους. Ο Λι Μόργκαν πέθανε στα τριάντα τρία (πυροβολήθηκε την ώρα που έπαιζει σ’ ένα κλαμπ), ο Σόνι Κρις αυτοκτόνησε στα τριάντα εννιά, ο Όσκαρ Πέτιφορντ πέθανε στα τριάντα επτά, ο Έρικ Ντόλφι στα τριάντα έξι, ο Φατς Ναβάρο στα είκοσι έξι, ο Μπούκερ Λιτλ και ο Τζίμι Μπλάντον στα είκοσι τρία[2][3]. […]

Charlie Parker 

Δεδομένου του τρόπου ζωής – αλκοόλ, ναρκωτικά, άνιση μεταχείριση, κοπιαστικά ταξίδια, εξουθενωτικά ωράρια – είναι αναμενόμενος ένας μέσος όρος ζωής μικρότερος απ’ ό,τι για κάποιον που ακολουθεί ένα πιο συντηρητικό μονοπάτι στη ζωή του. Μολαταύτα, η ζημιά που υπέστησαν οι τζαζίστες είναι τέτοια ώστε διερωτάται κανείς αν υπάρχει κάτι άλλο, κάτι στην ίδια την τέχνη, που απαιτεί ένα φριχτό τίμημα από τους δημιουργούς της. Το ότι το έργο των αφηρημένων εξπρεσιονιστών κατά κάποιον τρόπο τους ώθησε στον αυτοαφανισμό  ο Ρόθκο έκοψε τις φλέβες του πάνω στον καμβά, ο Πόλοκ έπεσε μεθυσμένος με το αυτοκίνητο πάνω σ’ ένα δέντρο  - είναι κοινός τόπος στην ιστορία της τέχνης. Στη λογοτεχνία της ίδιας περιόδου η ιδέα ότι κάποια αδυσώπητη λογική στην ποίηση της Σίλβια Πλαθ την εξώθησε στην αυτοκτονία, ή ότι η παράνοια του Ρόμπερτ Λόουελ και του Τζον Μπέριμαν αποτελούσε – για να δανειστούμε τον τίτλο της μελέτης του Τζέρεμι Ριντ πάνω στο θέμα αυτό – «το τίμημα της ποίησης», είναι και αυτή το ίδιο πειστικά οικεία. Ό,τι κι αν πιστεύουμε για τις ιδέες αυτές, ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και η «εξομολογητική» ποίηση είναι απλώς ιντερλούδια στην ευρύτερη χρονική κλίμακα της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης. Τι γίνεται τότε με την τζαζ, η οποία από τις απαρχές της μοιάζει να προκαλεί την καταστροφή όλων των μουσικών της; Ο Μπάντι Μπόλντεν, ο οποίος θεωρήθηκε ο πρώτος τζαζίστας παγκοσμίως, τρελάθηκε κατά τη διάρκεια μιας παρέλασης και πέρασε τα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του σε ψυχιατρικό άσυλο. «Ο Μπόλντεν τρελάθηκε» είπε ο Τζέλι Ρολ Μόρτον, «γιατί μαζί με τον αέρα που φυσούσε μέσ’ απ’ την τρομπέτα έβγαλε και τα μυαλά του».








Dyer, J., Κι όμως, όμορφα..., μτφ Στεφάνου Δανάη, Αθήνα: Πάπυρος, 2008, σελ. 256 - 259 






[1] Εδώ στο βιβλίο αναφέρονται τα ονόματα του Χέρμπι Νίκολς, που πέθανε στα πενήντα του χρόνια από λευχαιμία και του Τζο «Κινγκ» Όλιβερ – ο άνθρωπος που επηρέασε και δίδαξε τον Λουίς Άρμστρονγκ - που πέθανε στα πενήντα έξι τόσο φτωχός που δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την αρτηριοσκλήρωση που είχε.

[2] Μα ακόμα και οι Μπητ καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν και ως προσωπικότητες, αλλά και ως λογοτέχνες αποτυπώνοντας τους ρυθμούς της μπίμποπ στα γραπτά τους, είχαν βραχύβια ζωή: Ο Τζακ Κέρουακ ο συγγραφέας που λάτρεψε όσο κανείς άλλος την τζαζ, πέθανε (αυτοκτόνησε αργά και επίμονα) στα σαράντα επτά του από αιμορραγία στομάχου από το πολύ αλκοόλ. Ενώ ο Νιλ Κάσαντυ ο άνθρωπος – επιρροή όλη της Μπητ Γενιάς, ακούραστος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ακούραστος γενικότερα, βρέθηκε στα σαράντα ένα του τελικά νεκρός, πού αλλού; Σε σιδηροδρομικές ράγες.


[3] Να το πάω παραπέρα; Η Έμιλυ Ρέμλερ (μα υπάρχουν γυναίκες που έπαιζαν τζαζ;;;) μία κιθαρίστρια της τζαζ με την καθιερωμένη σχέση της με την ηρωίνη, πέθανε το 1990 από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία τριάντα δύο ετών.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Οι ποιητές "φεύγουν" δυστυχώς νωρίς


Ψάχνοντας στοιχεία για την ποίηση του Αμερικανού ποιητή Φραντς Ράιτ, έπεσα πάνω στο συγκεκριμένο παλιό άρθρο της Καθημερινής, που μου φάνηκε πέρα από γουστόζικο (με τη μακάβρια έννοια, ναι) και ενδιαφέρον.


***


Τι συμβαίνει με τους ποιητές; Ακόμη και στο πάνθεον των διαταραγμένων καλλιτεχνών, οι ποιητές τείνουν να επικρατήσουν ως οι «βασιλιάδες» της απόγνωσης και του κακού τέλους. H Σύλβια Πλαθ άνοιξε το γκάζι και σφήνωσε το κεφάλι της στον φούρνο όταν ήταν 30 χρονών. O Χαρτ Κρέιν έπεσε από το κατάστρωμα ενός πλοίου στα 32 του. O Τζον Κιτς υπέκυψε στη φυματίωση στα 25 του. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, σήμερα μια από τις μεγαλύτερες μελέτες του είδους της καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ποιητές έχουν την τάση να πεθαίνουν νεώτεροι σε σύγκριση με άλλους τύπους συγγραφέων. H μελέτη, επί 1.987 νεκρών συγγραφέων, έγινε από τον ψυχολόγο Τζέιμς Κάουφμαν, διευθυντή ινστιτούτου ερευνών της Καλιφόρνια. O κ. Κάουφμαν συνέκρινε τον μέσο όρο ηλικίας θανάτου επιφανών ανδρών και γυναικών του κλάδου -ερευνώντας τις ιστορίες ποιητών, διηγηματογράφων, θεατρικών συγγραφέων και συγγραφέων βιβλίων γνώσης της Αμερικής, του Καναδά, του Μεξικού, της Κίνας, της Τουρκίας και της ανατολικής Ευρώπης.

Ο μέσος όρος ζωής τους

Αποδείχθηκε ότι οι ποιητές έζησαν κατά μέσο όρο 62,2 χρόνια, ενώ οι συγγραφείς βιβλίων γνώσης έζησαν το μεγαλύτερο διάστημα, 67,9 χρόνια. Οι θεατρικοί συγγραφείς έζησαν κατά μέσο όρο 63,4 χρόνια και οι διηγηματογράφοι 66 χρόνια. «H εικόνα του συγγραφέα ως μιας καταδικασμένης και συχνά τραγικής μορφής, προορισμένης για λίγα χρόνια ζωής, μπορεί να υποστηριχθεί από την έρευνα», γράφει στη μελέτη του ο Τζέιμς Κάουφμαν. Με τίτλο «Το Κόστος της Ονειροπόλησης: Οι ποιητές πεθαίνουν νέοι», η έρευνα δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2003. O κ. Κάουφμαν συγκέντρωσε τις πληροφορίες του από βιογραφίες και λογοτεχνικές εγκυκλοπαίδειες, κάνοντας αναδρομή στο παρελθόν έως και 390 χρόνων για τους Ανατολικοευρωπαίους συγγραφείς. Σε ό,τι αφορά τους Αμερικανούς, οι περισσότεροι ανήκαν στον 19ο και το 20ό αιώνα. O ερευνητής επιθυμούσε, όπως δήλωσε ο ίδιος, να ανακαλύψει τι είναι αυτό που κάνει τους ποιητές να διαφέρουν από τους άλλους συγγραφείς. H μεγαλύτερη οικονομική πίεση; Το μεγαλύτερο άγχος; H μικρότερη κοινωνική αποδοχή; Διερωτάται επίσης εάν αυτές οι διαφορές είναι ανεξάρτητες ιδεολογίας και πολιτισμού.

Μεγαλύτερη κατάθλιψη

«Οσο περισσότερο στοχάζεσαι, τόσο μεγαλύτερη κατάθλιψη υφίστασαι. Και οι ποιητές στοχάζονται. Οι ποιητές μαραίνονται νέοι. Γράφουν μόνοι», περιέγραψε ο κ. Κάουφμαν σε πρόσφατη συνέντευξή του. Επικαλούμενος τα στοιχεία της έρευνάς του για τη δημιουργικότητα και τα ποσοστά θανάτων, ο Τζέιμς Κάουφμαν θεωρεί ότι η τάση των ποιητών προς την καταστροφή οφείλεται ίσως στη φύση του αντικειμένου τους. «Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι η διαρκής ενασχόληση με τα συναισθήματα συνδέεται με την πνευματική αστάθεια», εξηγεί. Σε σύγκριση με τη μυθοπλασία και τα βιβλία γνώσης, η ποίηση γίνεται συχνά πολύ πιο ενδοσκοπική και εκφραστική.

Ηδη, μεγάλη μερίδα ερευνητών ασχολείται με τα ποσοστά θανάτων σε διάφορα επαγγέλματα, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ της δημιουργικότητας και της πνευματικής αστάθειας. Κορυφαία προσωπικότητα στον τομέα είναι ο Αρνολντ Λούντβιχ, συνταξιούχος καθηγητής της ψυχιατρικής στο Λέξινγκτον. Στο βιβλίο του με τίτλο «Το Τίμημα του Μεγαλείου: H επίλυση της διαμάχης μεταξύ Δημιουργικότητας και Τρέλας», ο Αρνολντ Λούντβιχ εξετάζει τις περιπτώσεις τουλάχιστον 1.000 επιφανών προσωπικοτήτων από όλον τον κόσμο και από ευρεία γκάμα επαγγελμάτων, μεταξύ τους οκτώ που σχετίζονται με την τέχνη. Οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι ψυχικές διαταραχές είναι πολύ πιο συνήθεις μεταξύ των καλλιτεχνών. O ίδιος ερευνητής διαπίστωσε ότι περίπου το 20% των επιφανών ποιητών έχει αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα άλλα επαγγέλματα κυμαίνεται στο 4%.

«Οι ανακαλύψεις του Κάουφμαν έρχονται να υποστηρίξουν ορισμένες από τις ανακαλύψεις μου», διαβεβαιώνει ο δρ Λούντβιχ. Στη δική του μελέτη, επί παραδείγματι, οι ποιητές έχουν μέσο όρο ζωής 59,6 χρόνια σε σύγκριση με τα 73,5 χρονια ζωής των κοινωνιολόγων. Οι συγγραφείς βιβλίων γνώσης, συμφωνα με τον δρ Λούντβιχ, πεθαίνουν γύρω στα 70, ενώ οι μουσικοί πολύ νεώτεροι, στα 57 τους χρόνια. Σε άλλες μελέτες γίνονται συγκρίσεις των συγγραφέων γενικά, με αλλα επαγγέλματα, περιλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με την τέχνη και είναι ενδεικτικό ότι κανείς από τους ερευνητές δεν εχει καλά νέα να πει για αυτούς που γράφουν.

Αμφισβητούν το πόρισμα

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένοι που αμφισβητούν τα πορίσματα, όπως π.χ. η κυρία Μαξίν Κιούμιν, 79 ετών, βραβευμένη ποιήτρια από το Νιου Χαμσάιρ, η οποία και αντιτάσσει το επιχείρημα: «Το ποσοστό αυτοκτονίας μεταξύ των ποιητών δεν είναι τόσο υψηλό όσο αυτό των οδοντιάτρων». Οσο για τη δική της ηλικία, η ίδια δήλωσε: «E, λοιπόν όχι, δεν πάσχω από κατάθλιψη. Είμαι σχετικά μοναχική. Αρχισα να γράφω στην ηλικία των 30 και δεν νομίζω ότι μαράθηκα νωρίς».

Αλλά, «επικρατεί μια πένθιμη μαγεία, μια ερωτική μαγεία γύρω από το πρόωρο θάνατο των ποιητών», αναγνώρισε. O Φραντς Ράιτ, που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ για την ποίησή του πριν από λίγες ημέρες, έχει βρεθεί αντιμέτωπος με τη μανιοκατάθλιψη, τον αλκοολισμό και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Ετοίμασε μια δήλωση, ως απάντηση στην έρευνα του κ. Κάουφμαν: «Εχω σκεφτεί πάρα πολύ για το θέμα. Στις ΗΠΑ, όσο χειρότερα γράφεις τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες επιβίωσής σου. Αρα, είναι λογικό οι ποιητές να πεθαίνουν νωρίτερα»... «Ξέρω πολλούς ποιητές που έζησαν φυσιολογικές, παραγωγικές ζωές. Είναι κατά κάποιο τρόπο προσβλητικό. Οι ποιητές πράγματι υποφέρουν. Οι συγγραφείς πράγματι υποφέρουν. O πολιτισμός μας δεν δίνει αξία στην ποίηση και οδηγεί τους ποιητές στην τρέλα. Αλλά ο καθένας παίρνει το ρίσκο του».




Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Αν Σέξτον - Το είδος της



Λίγο πριν μας φύγει ο χρόνος, θα'θελα να αφιερώσω τις τελευταίες μέρες του 2014 στην Αμερικανίδα ποιήτρια Αν Σέξτον, που φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατό της. Η όμορφη Αμερικανίδα με το μονίμως αναμμένο τσιγάρο στα δάχτυλα της, έπειτα από τον πρώτο εγκλεισμό της σε ψυχιατρική κλινική, ξεκινάει να γράφει ποίηση για να ζήσει. Η ποίησή της έντονη- λεπίδα που δεν αφήνει περιθώρια λάθους: την Σέξτον είτε την λατρεύεις, είτε την απεχθάνεσαι. Ακόμα και η ίδια ήταν εγκλωβισμένη σε έναν ατέρμονο δίπολο: "Ζήσει ή Πέθανε" (κέρδισε το Πούλιτζερ για τη συλλογή της αυτή το 1967), ποιήτρια ή νοικοκυρά, άσπρο ή μαύρο... Ευφυΐα, σκληρότητα, αναμνήσεις και απωθημένα πάνω στο χαρτί. 
Αυτοκτόνησε σε ηλικία 46 ετών, τον Οκτώβρη του 1974. 



Βγήκα, δαιμονισμένη μάγισσα,
στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, πιο τολμηρή τη νύχτα
Πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά, σκέφτομαι το κακό,
πάω από φως σε φως.
Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, τρελό.
Μια τέτοια γυναίκα δεν είναι ακριβώς γυναίκα.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Ανέβηκα στην άμαξά σου, οδηγέ,
κούνησα τα γυμνά μου μπράτσα στα χωριά που προσπερνούσα,
έμαθα όλες τις λαμπρές, ύστατες διαδρομές,
επέζησα εκεί που οι φλόγες σου ακόμα γλύφουν τον μηρό μου,
εκεί όπου περνούν οι ρόδες σου κι ακόμα σπάνε τα πλευρά μου.
Μια τέτοια γυναίκα δεν ντρέπεται να πεθάνει.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.


Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Τόμας Ν. - Κι ο θάνατος δεν θα'χει πια εξουσία





Αυτοκαταστροφικός, παθιασμένος, ακούραστα δαιμονικά ποιητικός, ο Ουαλός Ντύλαν Τόμας, επινοεί και δημιουργεί στυλ, αντιμετωπίζει τις λέξεις σαν μερόνυχτα, πασπατεύει τα νοήματά τους, δεν φοβάται να ουρλιάξει κατά πρόσωπο. Τα ποιήματά του περιστρέφονται γύρω από βασικά ένστικτα και φοβίες: την γονιμότητα και το θάνατο. Παρ' όλη την επιτυχία που είχε στο βρετανικό και αμερικάνικο κοινό, ο Τόμας έζησε μια ζωή στη φτώχεια και το αλκοόλ. Το τελευταίο, θα τον προδώσει, όταν μετά από ένα ακραίο μεθύσι θα δώσει τέλος στη ζωή του, σε ηλικία 39 ετών. 






Τα ποιήματα τούτα, μ' όλες τις χοντροκοπιές,
τις ανοησίες και τις συγχύσεις τους, κινήθηκαν
απ' την αγάπη μου για το Θεό και τον Άνθρωπο,
κι αν δεν είναι έτσι, ας μην είμαι παρά ένας
τρισκατάρατος βλάκας.
                                                                           Ντύλαν Τόμας





Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν  τ’ άσπρα  κόκκαλα
Θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθιά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ’ αφανίσει ανεμοστρόβιλος

Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θάναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ’ ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που έν’ άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία. 

                              
(Μετάφραση: Λύντια Στεφάνου)

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Αυτόχειρες συγγραφείς - Μέρος ΙΙ




Τόμας Τσάτερντον 
Ένας ζωντανός άνθρωπος με προσδοκίες και οράματα, ζώντας όμως στην χειρότερη περίοδο του Λονδίνου. Μεγαλώνοντας σε ένα αδίστακτο, βρώμικο και ανιαρό Λονδίνο, όπου ο κάθε ευαίσθητος άνθρωπος γινόταν σκιά του εαυτού του. Γράφοντας ποίηση για να ζει και ζούσε για να γράφει ποίηση, έζησε από πολύ νωρίς τους αδίστακτους εκδοτικούς οίκους και τις φυλλάδες της εποχής, που αγόραζαν τα ποιήματα και τους κόπους του Τσάτερντον, αν όχι δωρεάν τις περισσότερες φορές, τότε για ψίχουλα. Κλείνεται στην σοφίτα του. Αδιαφορεί για τα κοινά γύρω του, σιχαίνεται να ζητιανέψει. Εκείνος ήταν ένας ποιητής, είχε τη ζωή μπροστά του, δεν ήταν διατεθιμενος να γίνει ένα με τους βρώμικους και μολυσμένους δρόμους του Λονδίνου. Η σοφίτα του είναι η φυλακή του. Λιμοκτωνεί. Ταλαιπωρείται καθημερινά με την απογοήτευση και την απόρριψη. Το δηλητήριο θα είναι η σωτηρία του. Στα 17 του θα δώσει μ'αυτό τον τρόπο τέλος στη ζωή του. 



Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941)
Μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου. Λυρική μυθιστοριογράφος και συνεπής δοκιμιογράφος απέδωσε στα γραπτά της μια ιδιάζουσα και περίπλοκη περιγραφή των ηρώων της, ένα ψυχικό γύμνωμα που έφτανε την ανάλυση των σκέψεων και των πράξεών τους στο βαθύτερο σκαλοπάτι. Ήταν αυτή που έφερε την επανάσταση στη γραφή μυθιστορήματος και αυτή που την θεωρώ την πιο δύσκολη στο συγκεκριμένο αφιέρωμα. Μεγάλωσε σε ένα ασφυκτικά συντηρητικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι δεν πήγε σχολείο της άφησε ένα βαθύ τραύμα που θα το κουβαλούσε σε όλη της τη ζωή. Έρχεται σε επαφή με τον θάνατο από πολύ νωρίς. Πρώτα η μητέρα της και έπειτα ακολουθάνε αλεπάλληλα κι άλλοι (η αδελφή της και ο πατέρας της). Κακοποιείται σεξουαλικά από τους ετεροθαλείς αδερφούς της. Σε νεαρή ηλικία της γίνεται διάγνωση: μανιοκαταθλιπτική. Οι φωνές σε συνδυασμό με τις ημικρανίες την αποσυντονίζουν. Σιγά- σιγά μπαίνει στο κύκλο διανοουμένων που έχει φτιάξει ο αδερφός της μαζί με άλλους συγγραφείς της γενιάς, παρακολουθεί με ενδιαφέρον, έρχεται σε επαφή με τα γράμματα. Το 1906 ο αδερφός της, το τελευταίο μέλος της οικογένειας πεθαίνει από τύφο. Παντρεύεται. Ξεκινάνε οι πρώτες απόπειρες αυτοκτονίας. Το δίπολο που έχει μέσα της την αμφιταλαντεύει συνεχώς. Παρόλη την ψυχική της κατάσταση η Γουλφ είναι πολύ οργανωμένη και συνεπής με τα μυθιστορήματά της: γράφει κάθε μέρα από 250 λέξεις. Παραπάνω όχι. Γράφει όρθια σε ένα διαμορφωμένο γι'αυτήν γραφείο. Το σπίτι της σε φυσικό περιβάλλον, λατρεύει τους περιπάτους στη φύση. Στα έργα της δέχεται πάντα καλές κριτικές. Δημιουργείται γύρω της ένα ευνοϊκό καλλιτεχνικό περιβάλλον. Παρόλα αυτά η κατάθλιψη έχει φωλιάσει μέσα της. Απολαμβάνει την τρέλα της, τις φωνές στο μυαλό της- βρίσκει κάποια σπουδαιότητα σ'όλα αυτά. Απεχθάνεται τη λογική, τη θεωρεί πεζή. Ταξιδεύει με αμάξι σε διάφορες χώρες. Το σπίτι της γίνεται ένα μικρό τυπογραφείο. Εκδίδει τα άπαντα του Φρόιντ, έργα του Έλιοτ κ.ά. Εκείνη αναλαμβάνει τις μεταφράσεις και την επιμέλεια των κειμένων. Ο άντρας της έχει αναλάβει το τεχνικό κομμάτι. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ζει, ίσως, μια ήσυχη ενδιαφέρουσα ζωή, δίχως να της λείπει τίποτα. Για την ίδια όμως δεν είναι τόσο απλό. Ο άνθρωπος είναι τόσο παράταιρος, τόσο απομακρυσμένος για εκείνη. Ο γάμος της είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: μια μή ολοκληρωμένη συζηγική σχέση, με τον άντρα της είχε, θα μπορούσαμε να πούμε, πιότερο επαγγελματική παρά ερωτική σχέση. Τα χρόνια που εξέδιδε τα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά της δεν δέχτηκε κακή κριτική. Παρόλα αυτά, έμελε η βιογραφία της από τον φίλο της Ρότζερ Φράι να δεχθεί πολλές κακές κριτικές. Αυτό την αποξενώνει, την αρρωσταίνει. Σε συνδυασμό με την ήδη επιβαρυμένη της υγεία, το τελευταίο γεγονός όπως επίσης και ο βομβαρδισμός του Λονδίνου όπου διέμενε από την χιτλερική αεροπορία, όρισαν την συνέχεια της. Η καταστροφή του σπιτιού της από τις βόμβες την καταστά ανίκανη να συνεχίσει να γράφει. Παράλληλα η κακή της ψυχική υγεία δεν την αφήνει να δει ευνοϊκά το μέλλον της... Νευρικά κλονισμένη και πάντοτε παράταιρη, πνίγεται στον ποταμό Ouse αφού έχει γεμίσει τις τσέπες της ρόμπας της με πέτρες. 

"... Αν κάποιος θα μπορούσε να μ' είχε σώσει, αυτός θα 'σουν εσύ. Όλα έχουνε χαθεί για μένα μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να χαλώ τη ζωή σου άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να 'ναι ευτυχέστεροι απ' όσο ήμασταν εμείς." (απόσπασμα του σημειώματος που άφησε στον άντρα της)



Έρνεστ Χέμινγουεϊ (1899-1961)
Ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Αποτελούσε μέλος της "Χαμένης Γενιάς" των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι. Έζησε τον πόλεμο με έναν οξύμωρο τρόπο: ήταν από τους λίγους που στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο θέλησε από μόνος του να καταταγεί στο στρατό, αλλά η επιθυμία του δεν έγινε δεκτή. Ένα πρόβλημα που είχε στην όραση του αριστερού του ματιού καταστά αδύνατο το γεγονός να μπει στον Αμερικάνικο στρατό. Παρόλα αυτά, παίρνει μέρος στον πόλεμο ως εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού. Τον πόλεμο τον περνά στην Ιταλία. Δεν αργεί να έρθει σε επαφή με την βαρβαρότητά του... Αποστολή του ειναι να μαζεύει τα πτώματα. Στον πόλεμο όμως γνώρισε και τον έρωτα με την νοσοκόμα Agnes von Kurowsky. Η αποτυχία της σχέσης του μαζί της τον καταρρακώνει ψυχικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα έργα του είναι διάχυτη η γεύση του πολέμου (Αποχαιρετισμός στα όπλα, Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα). Ο Ε. Χέμινγουεϊ θα είναι από τους λίγους του είδους του που έρχεται σε επαφή με τα Ελληνικά γεγονότα. Θα καλύψει τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, θα ταξιδέψει μέχρι την Σμύρνη, θα καλύψει την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη. Παντρέυεται. Χωρίζει. Ξαναέρχεται σε επαφή με τον πόλεμο- αυτή την φορά με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Αρθρογραφεί υπέρ της δημοκρατίας. Θα πάρει μέρος και σ'αυτόν τον πόλεμο. Έπειτα ακολουθεί ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος. Η ιστορία είναι η ίδια. Ο πόλεμος είναι σαν ένα είδος εθισμού γι'αυτόν. Το να ζει στην φρίκη του και στο χείλος του θανάτου κάθε μέρα, τον βοηθά να γράφει τα μυθιστορήματά του. Αγαπά να τον μισεί. Το 53 και το 54 βραβεύτηκε με βραβείο Πούλιτζερ και Νόμπελ Λογοτεχνίας αντίστοιχα. Τα πολλά προβλήματα υγείας, η κατάχρηση αλκοόλ μαζί με την κατάθλιψη που είχε, η σωματική και ψυχική κούραση που τον δίεπε, η παράνοια και τα ηλεκτροσόκ που υπέστη άφησαν έναν Χέμινγουεϊ μισό, φαγωμένο, δίχως μνήμη και πνευματικό νου, οδηγώντας τον τελικά στην αυτοκτονία. Την Άνοιξη του 1961 αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. 

ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΧΤΥΠΑΕΙ Η ΚΑΜΠΑΝΑ

[...] 
-Είθε ο Θεός να μας προστατεύσει εσένα κι'εμένα, όσον καιρό θα βρισκόμαστε μακριά ο ένας από τον άλλο. 
Ήταν πολύ θρήσκος κι'αυτό το είπε με ειλικρίνια κι'απλότητα. Όμως το μουστάκι του φαινόταν υγρό και τα μάτια του δακρυσμένα από τη συγκίνηση. 
Πολύ είχε στενοχωρεθεί μ'όλ'αυτά ο Ρόμπερτ Τζόρνταν: ο υγρός θρησκευτικός ήχος της προσευχής, το φιλί του πατέρα του που τον αποχαιρετούσε τούφερε την ψευδαίσθηση πώς είταν μεγαλύτερος από τον πατέρα του. 
Και λυπήθηκε για λογαριασμό του που με δυσκολία άντεχε στο χωρισμό." [...]



Αν Σέξτον (1928- 1974)
Μεγάλη ποιήτρια. Καλλονή. ΚΑταθλιπτικιά. Η "παρανοϊκή νοικοκυρά" μπλέκεται με το αμερικάνικο όνειρο και την κατάρα του αιώνα. Από την μία παντρέυεται και απομονώνεται στα αμερικάνικα προάστεια, προσκολλημένη με τις μικροαστικές υποχρεώσεις της και από την άλλη η κατάθλιψη την ταλαιπωρεί, επιδεινώνει τον ψυχικό και πνευματικό της κόσμο, την οδηγεί σε παραισθήσεις και σε εγκλεισμούς σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Μοναδική της διέξοδος η ποίηση. Από μικρή άλλωστε είχε δείξει την εξάρτησή της από την τέχνη. Μετά τα Ψυχιατρεία γράφει ξανά ποίηση. Η αλλόκοτη σχέση της με το Θεό διαφαίνεται στα γραπτά της. Την βασανίζει η μισανθρωπία της. Ίσως και να αγαπά κατά βάθος τον άνθρωπο υπερβολικά. Στα ποιήματά της έγραψε για θέματα που εκείνη την εποχή ήταν ταμπού: κακοποίηση και ταπεινώσεις στην παιδική ηλικία, έκτρωση, αυνανισμός, εμμηνόροια, μοιχεία, μείωση της ερωτικής επιθυμίας μέσα στο γάμο, επιθυμία για θάνατο, αυτοκτονία. Είχε ένα ταλέντο στο να ξεθάβει καταχωνιασμένα αισθήματα, βαθιά δαιμονοποιημένα- κάτι που ίσως να φταίει και για την κόντρα που είχε με την μητέρα της (και η ίδια συγγραφέας). Είναι πραγματικό ταλέντο για έναν καλλιτέχνη να μπορεί να παρουσιάζει κάτι ωμά, ψυχρά, δίχως τον φόβο της κοινωνικής επίκρισης και αποξένωσης. Δίχως συναισθηματικούς περιορισμούς. Το 67 λαμβάνει βραβείο Πούλιτζερ για την συλλογή ποιημάτων της "Live or Die". Σπάνιο για τους ευνουχισμένους ακαδημαϊκούς να δώσουν το βραβείο στην ώρα τους. Παραλίγο δηλαδή, διότι το 1974, σε ηλικία 46 ετών, η Αν Σέξτον έπειτα από πολλές κουραστικές νοσηλείες, ζητάει διαζύγιο από τον άντρα της, αποτραβιέται από την κοινωνία και αυτοκτονεί μέσα στο αυτοκίνητό της. 

Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

[...] Η Ωραία Κοιμωμένη 
υπέφερε από αϋπνίες...
Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
ή να κοιμηθεί κανονικά
χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
ο φαρμακοποιός της αυλής
και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα. 
Αν είναι να 'ρθει ο ύπνος, έλεγε, 
θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
καθώς γελώ ή χορεύω
ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου. 
Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
Τα μάτια της καμμένα απ' τα τσιγάρα,
την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος. 

Δεν πρέπει να κοιμηθώ
γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
και νομίζω ότι πεθαίνω. 
Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
σαν παιδικός βόλος. 
Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα. 
Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
ούτε που θα κουνηθώ. 
Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης. 
Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες. 
Μπορείς να την απιθώσεις σ' ένα μνήμα,
ένα απαίσιο πακέτο, 
και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”. 

Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
τα μάτια της θ' ανοίξουνε διάπλατα
και θα φωνάξει: 
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και - ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της. [...]



Σάρα Κέιν (1971- 1999)
Όταν την αποκαλούσαν καταθλιπτικιά, αρνούνταν τον χαρακτηρισμό αυτόν κατηγορηματικά. Όπως έλεγε και η ίδια, δεν θεωρούσε τα έργα της καταθλιπτικά, σοκαριστικά, ούτε τους έλειπε η ελπίδα. Χαρακτηρίστικε από διάφορους κριτικούς ως μια γλωσσού χωρίς ίχνος θεατρικότητας. Εκείνη πάλι περιφρόνησε τα Ακαδημαϊκά ανθρωπάρια, πετώντας την ακαδημαϊκή καριέρα της στο πρόσωπο τους. Δημιούργησε ένα θρασύ άμεσο θέατρο. Ξεμπρόσταζιε τα υποκείμενα που υποδύονταν και αυτά με την σειρά τους ξεμπρόστιαζαν την κοινωνία. Τα έργα της είναι ποτισμένα με τη βία, πότε λεκτική, πότε σωματική. Στα έργα της αντικατοπτρίζει την παραμορφωμένη- ούτως ή άλλως- κοινωνία, με την ωμή και σαδιστική πραγματικότητα που της αξίζει. Δεν υπάρχουν θύτες- θύματα, καλοί- κακοί. Όλα μεταλάσσονται υπό το πρίσμα της εκάστοτε ηθικής. Το έργο της "4.48 Ψύχωση" είναι από τα τελευταία της, λίγο πριν δώσει ένα τέλος στη ζωή της, το οποίο είναι ένα ψυχολογικό παραλήρημα ενός προσώπου λίγο πριν την αυτοκτονία. Στο έργο αυτό κυριαρχούν οι πολλές εσωτερικές φωνές και το χριστιανικό στοιχείο. Βρέθηκε κρεμασμένη από τα κορδόνια των παπουτσιών της, σε μπάνιο ενός νοσοκομείου στο Λονδίνο, όπου νοσηλευόταν μετά από λήψη υπερβολικής δόσης φαρμάκων σε μία προσπάθειά της να δώσει τέλος στη ζωή της.

4.48 Ψύχωση

Προφήτευσε το παρελθόν και άλλαξε τον κόσμο 
με μια ασημένια έκλειψη
το μόνο μόνιμο η καταστροφή

όλοι θα εξαφανιστούμε
πασχίζοντας να αφήσουμε ένα χνάρι πιο μόνιμο από τον 
εαυτούλη μου



Σίλβια Πλαθ (1932-1963)
Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναφερόμουν στο πρόσωπό της... Η ίδια η λέξη αυτοχειρία βρίσκει μια πολύ ένθερμη υποστηρίκτρια στη Σ. Πλαθ, το ίδιο και η ποίηση του 20ου αιώνα. Παθιασμένη με τη συγγραφή και την ποίηση, κυνηγά τα όνειρά της, ο τίτλος της καλύτερης συγγραφέα είναι η χίμαιρά της. Μέχρι τα 20 έχει δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά πλήθος διηγημάτων. Και γιατί όχι, άλλωστε; Έχει όλες τις προδιαγραφές... Μία από τις καλύτερες μαθήτριες, κερδίζει υποτροφία για το Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, συντάκτρια στα εφηβικά της χρόνια, βραβευμένη διηγηματογράφος. Παρόλα αυτά η αυτοκαταστροφή που έχει φωλιάσει μέσα της, αυτή η εμμονή- θα λέγαμε- με την αυτοκτονία, σα να ήθελε να αποδείξει κάτι, θα της χτυπήσει την πόρτα στα 20 της χρόνια. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Νοσηλεύθηκε και μετά κλείστηκε σε ψυχιατρική πτέρυγα. Θα γράψει τον "Γυάλινο Κώδωνα", ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει το περίπλοκο νήμα των σκέψεων και των εμπειριών της: την απόπειρα, το Ψυχιατρείο, τα ηλεκτροσόκ. Η γνωριμία της με τον ποιητή Τεντ Χιουζ θα της δημιουργήσει πολλά σκαπανεβάσματα στην ψυχολογία της. Εξ αρχής πιο "πετυχημένος" και αναγνωρισμένος ο Τ. Χιουζ, πιο ισορροπημένος, πιο λογικός, την εγκαταλείπει με δυο παιδιά. Εκείνη γράφει ασταμάτητα ποίηση. Εκδίδει συλλογές. Παρόλα αυτά η φτώχεια δεν την εγκαταλείπει. Αυτή και τα παιδιά της είναι η μοναδική ασχολία της. Και η ποίηση φυσικά. Η φυγή του Χιουζ και η φανερή του σχέση με Εκείνην, την Άσια, την καταρρακώνει. Γενναία και οξυδερκής έγραφε: 
"Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει. Ξαφνικά οι απλές τελετουργίες της ημέρας αρνούνται να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικο άλογο. Γίνεται αδύνατο να κοιτάξω ανθρώπους στα μάτια: μπορεί να ξεχειλίσει και πάλι η σαπίλα; Ποιος ξέρει. Οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων γίνονται ανυπόφορες.
Η εχθρότητα αυξάνεται, επίσης. Αυτό το επικίνδυνο, θανάσιμο δηλητήριο που προέρχεται από μια άρρωστη καρδιά. Αρρωστο μυαλό επίσης. Η εικόνα της ταυτότητας, την οποία παλεύουμε κάθε μέρα να αποτυπώσουμε στον ουδέτερο ή εχθρικό κόσμο, καταρρέει εκ των έσω".
Τον Φεβρουάριο του 1962 μόνη και άρρωστη αυτοκτονεί, αφού έχει φροντίσει να εκδόσει τον "Γυάλινο Κώδωνα". Η αυτοκτονία της είναι μια μυσταγωγική τελετουργία: Καθαρίζει όλο το σπίτι πρώτα, βάζει τα παιδιά τους για ύπνο, τους ετοιμάζει το πρωινό, κλείνει και απομονώνει το παιδικό δωμάτιο με την κουζίνα, τοποθετώντας μονωτικές ταινίες και πανιά στην πόρτα, για να τα προστατέψει,  κι έπειτα ήρεμα, με αργές κινήσεις θα κάτσει μπροστά από την κουζίνα, βάζοντας το κεφάλι της πάνω της, ανοίγοντας όλους τους διακόπτες του γκαζιού. Όλα ήταν τέλεια προσεγμένα, σχολαστικά σχεδιασμένα και η ίδια έτοιμη παντελώς να αυτοκτονήσει δίχως καμία πιθανότητα αποτυχίας. 
Έξι χρόνια αργότερα, η Άσια αυτοκτονεί. 
Το ειρωνικό της υπόθεσης βρίσκεται σ'αυτούς τους αυτοδημιούργητους λογοτεχνο-φανφαρόνους που μοιράζουν δίχως νόημα από δω κι από κει βραβεία καθυστερημένα... 19 χρόνια αργότερα θα της χαρίσουν το βραβείο Πούλιτζερ. Μα πλέον δεν έχει καμία σημασία. Η Σ. Πλαθ ούτε που θα μπορούσε να το φανταστεί ποτέ. 

ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ 

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι
Που μ αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα
Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,
Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.
Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο
Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια
Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου
Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα  στο ασέλωτο άλογό μου
Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.
Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.



Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (1893-1930)
Φουτουριστής ποιητής που μεγάλωσε στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο ίδιος μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού κόμματος.Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε σε κελί της φυλακής. Η φυλακή ήταν μια από τις συνηθισμένες και τυπικές του επισκέψεις, λόγω των ανατρεπτικών δράσεών του. 
Με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης υπηρέτουσε όπως γνώριζε εκείνος καλύτερα το νέο καθεστώς- με τα ποιήματά του ("Ωδή στην Επανάσταση", "Αριστερή Πορεία" κ.ά.). Η ελεγεία του των 3.000 λέξεων για το θάνατο του Λένιν δεν πέρασε απαρατήρητη. Η επανάσταση όμως δεν μονοπωλούσε το μυαλό του. Μεγάλο κομμάτι της ζωής του το αφιέρωσε στον έρωτα. Περίπλοκες σχέσεις, πολυγαμικός και απελπισμένος, ερωτεύσιμος και ερωτευμένος. Από τις ΗΠΑ και την Γαλλία μέχρι τη γενέτειρά του, τη Ρωσία είχε αφήσει το ερωτικό του στίγμα. Το έργο του επικρίθηκε από τους σύγχρονους ποιητές και από φίλους του. Στα τελευταία του χρόνια αφιερώνεται στο θέατρο. Έγραψε δύο θεατρικά έργα (Κοριός, Λουτρό), στα οποία κριτίκαρε εμφανώς το σοβιετικό σύστημα υπό τον Ιωσήφ Στάλιν, γεγονός που εξηγεί γιατί και οι δύο θεατρικές του απόπειρες στάθηκαν αδύνατον να διαδοθούν και να επιτύχουν. Πιο συγκεκριμένα η αποτυχία του έργου "Λουτρό", τον έφθιρε ψυχικά πολύ, σε συνδυασμό με τις ερωτικές του απογοητεύσεις και την ιδεολογική σύγγρουση με τον Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, που ήταν και το τελειωτικό του χτύπημα. 
Το απόγευμα του 1930 αυτοπυροβολήθηκε.
Το σημείωμα του Μαγιακόβσκι λίγο πριν το θάνατό του έγραφε:

"Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με - αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.
Λιλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλή Μπρίκ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ΄ ευχαριστώ.
Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρίκ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν
Όπως λένε
"Το επεισόδιο έληξε"
η βάρκα του Ερωτα
συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα
Εχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή
Πρός τι λοιπόν η απαρίθμηση
των αμοιβαίων πόνων
των συμφορών
και των προσβολών.
Νάστε ευτυχισμένοι".

Βέβαια, καλό θα ήταν να γράψουμε και την άλλη εκδοχή, την πιο σκοτεινή, την πιο βρώμικη που κάθε καθεστώς ολοκληρωτισμού διέπει: μετά το θάνατο του Στάλιν, για λίγο καιρό τριγύρναγε η φήμη ότι ο Β. Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε από τα τσιράκια του Στάλιν. 


"Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών."


Τσέζαρε Παβέζε (1908-1950)
Ποιητής, μυθιστοριογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Από τους σημαντικότερους του 20ού αιώνα στη χώρα του, την Ιταλία. Η Ιταλία που γέννησε το φασισμό. Κι εκείνος φανατικός αντιφασίστας, συνελήφθη για την κατοχή πολιτικών επιστολών, εστάλη στην εξορία, στη Νότιο Ιταλία, μαζί με άλλους σημαντικούς λογοτέχνες της γενιάς του, πολεμήθηκε και πολέμησε το καθεστώς με κάθε μέσο. Το άσθα που είχε από μικρός τον γλίτωσε από τον φασιστικό στρατό στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλα αυτά εισχώρησε ως το μεδούλι του ο μάταιος αυτός πόλεμος, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ιταλία. Οι χαρακτήρες στα έργα του είναι μοναχικοί άνδρες, έχοντας επιφανειακές σχέσεις με τους συνανθρώπους τους, μισάνθρωποι κατ'ανάγκη, πληγωμένοι και προδομένοι από ιδανικά και φίλους. Η ερωτική απογοήτευση που είχε από την Constance Dowling και η πολιτική απομυθοποίηση τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Πέθανε στο Τορίνο, σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό από μεγάλη δόση βαρβιτουρικών το 1950. Ξένος μέσα σε ξένους, μέσα στην πόλη που είχε γεννηθεί. 

Θα'ρθει ο θάνατος και θα'χει τα μάτια σου
(μετάφραση: Α. Τραϊανός)

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.
Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.


Στιγκ Ντάγκερμαν
"Όσο για μένα, εγώ παγιδεύω την παρηγοριά όπως ο κυνηγός παγιδεύει το θήραμά του. Τραβώ παντού, όπου πιστεύω πως θα την αντιληφθώ μέσα στο δάσος. Συχνά δεν συναντώ παρά το κενό, μα, μια στις τόσες, κάποιο θήραμα πέφτει στα πόδια μου. Και, καθώς γνωρίζω ότι η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου, βιάζομαι ν’ αδράξω το σφάγιο. Τι έχω, λοιπόν, μέσα στα χέρια μου επειδή είμαι μόνος: μια γυναίκα αγαπημένη ή έναν σύντροφο στο ταξίδι της δυστυχίας." 
Το τελευταίο έργο του Σ. Ντάγκερμαν λίγο πριν αυτοκτονήσει ο Σουηδός συγγραφέας μέσα στο αυτοκίνητό του (1954). Κάποιος θα πει ότι η αυτοκτονία ενός Σουηδού (και μάλιστα λογοτέχνη!) δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Κι όμως για τη Σουηδία το να χάσει έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της ήταν, ήταν ένα ξαφνικό- ακαριαίο πλήγμα στην λογοτεχνική κοινότητα.