Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Στ. Ζουμπουλάκης - Το πρόσωπο και το απρόσωπο



*Οι υπογραμμίσεις δικές μου


Τους τελευταίους εννέα μήνες της ζωής της η Σιμόν Βέιλ (1909-1943) θα τους ζήσει στο Λονδίνο (φτάνει εκεί στις 14 Δεκεμβρίου 1942 και πεθαίνει στις 24 Αυγούστου 1943), όπου θα εργαστεί στη Διεύθυνση Εσωτερικών της Ελεύθερης Γαλλίας (θα παραιτηθεί ωστόσο στις 26 Ιουλίου). Ο στρατηγός Ντε Γκωλ σχεδιάζει μια νέα διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου για τη μεταπολεμική εποχή, και εκείνη εργάζεται πυρετωδώς, όπως πάντα. Αυτή η εντατική πνευματική εργασία θα οδηγήσει στο «Ρίζωμα» (L’ Enracinement), δηλαδή στο «Προοίμιο σε μια διακήρυξη των υποχρεώσεων προς τον άνθρωπο» (Prélude à une déclaration des devoirs envers l’ être humain). Αντί για δικαιώματα, υποχρεώσεις. Η μαχητική Βέιλ απευθύνει στη Γαλλία (αλλά και σε όλη την Ευρώπη) της Γαλλικής Επανάστασης ένα βιβλίο κατά της ιδεολογίας των δικαιωμάτων! Τούτο το κορυφαίο μάλλον έργο της ο θάνατος θα το αφήσει ανολοκλήρωτο. Την ίδια ακριβώς περίοδο και στο ίδιο πνευματικό κλίμα γράφει και ένα μικρό κείμενο που έχει τιτλοφορηθεί «Το πρόσωπο και το ιερό», το οποίο, μολονότι συμπεριλήφθηκε στα «Écrits de Londres» (Gallimard, 1957), δεν κέρδισε την προσοχή που του άξιζε. Καλά και άγια λοιπόν αποφάσισε η Φλοράνς ντε Λισί (Florence de Lussy), η γυναίκα που αφιέρωσε όλη τη ζωή της στη μελέτη και κυρίως στην έκδοση του έργου της Βέιλ, να το εκδώσει χωριστά σε ένα βιβλιαράκι («La Personne et le sacré», RN/Ars longa, vita brevis, 2016).


Στο συγκλονιστικό αυτό κείμενο, η Βέιλ στρέφεται κατά της ιδέας του προσώπου όπως την εννοούσε και τη διέχεε ο γαλλικός περσοναλισμός. Θεωρεί ότι το πρόσωπο είναι μια θολή αφαίρεση και, άρα, δεν μπορεί ποτέ να είναι ιερό. Ιερός είναι μόνον ο άνθρωπος, ολόκληρος ο άνθρωπος, με τα χέρια του, τα μάτια του, τις σκέψεις του, τα πάντα. Αυτό που κυρίως συνιστά την ιερότητα του ανθρώπου είναι η ακατανίκητη προσδοκία του να μην τον πληγώνουν, να μην του κάνουν κακό, αλλά να του κάνουν, αντίθετα, καλό. Η προσδοκία του καλού είναι, δηλαδή, η πηγή της ιερότητας κάθε ανθρώπου. Υπάρχουν όμως πάντα εκείνοι που χτυπάνε, που προξενούν κακό στον άλλο. Αυτό το κακό γεννάει μέσα στην ψυχή το «γιατί;», το «ινατί;» του Χριστού, μια μυστική κραυγή κατά της κάθε είδους αδικίας, φυσικής, κοινωνικής, μεταφυσικής. Οι τσακισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν συνήθως να την αρθρώσουν αυτή την κραυγή, μένει βουβή μέσα τους, ένας αλάλητος στεναγμός. Αυτή η αλάνθαστη κραυγή που έρχεται από τους αιώνες δεν είναι προσωπική. Πηγάζει από τον πόνο που προκαλεί η αδικία και «αποτελεί πάντοτε, στον έσχατο των ανθρώπων όσο και στον Χριστό, μια απρόσωπη διαμαρτυρία» (σ. 21). Η βουβή κραυγή των αδικημένων, ο αλάλητος στεναγμός των πενήτων, η απρόσωπη διαμαρτυρία των δυστυχισμένων, αυτό ακριβώς είναι το ιερό. «Ο,τι είναι απρόσωπο στον άνθρωπο είναι ιερό, και μόνο αυτό» (σ. 21). Τούτη η βουβή κραυγή αντηχεί σε όλο το έργο της Βέιλ και του δίνει τη βαθύτερη ενότητά του. Οσα έπραξε στη σύντομη ζωή της, είτε ως επαναστάτρια είτε ως (αβάπτιστη) χριστιανή, αποτελούν απόκριση στην κραυγή αυτή.


Η δυστυχία, πιστεύει η Βέιλ, δεν ταυτίζεται με την οδύνη. «Δυστυχία είναι ένας μηχανισμός που τσακίζει την ψυχή· ο άνθρωπος πιάνεται μέσα εκεί, όπως ο εργάτης που τον αρπάζουν απότομα τα δόντια μιας μηχανής. Δεν απομένει παρά ένα κατασπαραγμένο και αιματοβαμμένο πράγμα» (σ. 46). Η δυστυχία είναι άναρθρη. Οι δυστυχισμένοι δεν έχουν τις λέξεις για να την πουν. Ικετεύουν σιωπηλά άλλους να τους δώσουν τις λέξεις και αραιά και πού εισακούονται (Ιλιάδα, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ιώβ, η διήγηση του Πάθους στα Ευαγγέλια, ο Σαίξπηρ του Ληρ, ο Ρακίνας της Φαίδρας, και λίγα ακόμη). Χρειάζεται άλλοι να πουν τη δυστυχία των δυστυχισμένων, των συνανθρώπων μας με την κομμένη γλώσσα, των σκλάβων, των κατατρεγμένων, των τρελών, ανοϊκών, άρρωστων, των κοριτσιών των πορνείων και άλλων ων ουκ έστιν αριθμός και να εκφράσουν την προσδοκία του καλού που ζει βαθιά μέσα τους και που εκείνοι δεν μπορούν να την εκφράσουν. Κυρίως όμως μπορούν να πουν αυτή τη δυστυχία οι ατάλαντοι, αυτοί που δεν τους προίκισε η φύση, οι φτωχοί, προσθέτει η Βέιλ, κάνοντας μια τολμηρή διάκριση ανάμεσα στο ταλέντο (έκφραση προνομίων) και το πνεύμα (génie). «Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους χαζούς, τους ανθρώπους χωρίς ταλέντο, τους ανθρώπους με μέτριο ταλέντο ή ελάχιστα πάνω από το μέτριο, οι οποίοι έχουν πνεύμα (génie). […] Το πραγματικό πνεύμα (génie) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπερφυσική αρετή της ταπείνωσης στο πεδίο της σκέψης» (σ. 42).


Η αλήθεια και η δυστυχία συνδέονται αξεχώριστα γιατί και οι δύο «είναι βουβές ικέτιδες, καταδικασμένες αιωνίως να μένουν χωρίς φωνή ενώπιόν μας» (σ. 43). Η ανθρώπινη σκέψη δεν μπορεί να αναγνωρίσει την πραγματικότητα της δυστυχίας, δεν μπορεί να τη σκεφτεί, γιατί είναι τρομακτική. Για να μπορέσει ένας άνθρωπος να προσέξει και να αναγνωρίσει τη δυστυχία, πρέπει να έχει ο ίδιος δοκιμάσει την εμπειρία του μηδενός, να έχει φτάσει στα όρια του εκμηδενισμού, να έχει νιώσει την ψυχή του να πεθαίνει. H προσοχή στη δυστυχία και, αξεχώριστα, στην αλήθεια είναι ενέργεια και καρπός της υπερφυσικής χάριτος. Αυτό το ιδιαίτερο είδος προσοχής δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της αγάπης. Ο,τι δημιουργεί ο άνθρωπος που διαπνέεται από το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας «περιβάλλεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς» (σ. 49). Ολη η ζωή και το έργο της Σιμόν Βέιλ καταυγάζονται από το υπερφυσικό φως της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της ομορφιάς.


Πηγή



Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Silvia Federici : ομιλία στο Peoples’ Platform Europe


Για ένα διεθνές φεμινιστικό κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική πατριαρχία και τον συνεχή πόλεμο για την κοινωνική αναπαραγωγή

S. Federici


Ζούμε σε μια εξαιρετική στιγμή, μια στιγμή κατά την οποία όλες οι δυνάμεις, η βία και η επιβολή του καπιταλισμού μετατοπίζονται με τρόπους που, σε μεγάλο βαθμό, έχουν διαμορφώσει την ιστορία. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε με τη γενοκτονία, με την αποικιοκρατία, με τη δουλεία και με το κυνήγι μαγισσών.  Και υπήρξε ένα βίαιο πατριαρχικό σύστημα σε όλη του την ιστορία. Έχει οδηγήσει σε δύο παγκόσμιους πολέμους που σκότωσαν εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά, τουλάχιστον από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρξε ένα είδος συμβιβασμού, που οδήγησε σε κάποια διαπραγμάτευση και κάποια αναγνώριση των δικαιωμάτων των λαών, στη διαδικασία της αποαποικιοποίησης. Όλα αυτά σήμερα διαγράφονται. Εισερχόμαστε σε μια νέα φάση της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Νομίζω ότι είναι πραγματικά σημαντικό να σκεφτούμε τι σημαίνει αυτό.


Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θέλω να μιλήσω για το είδος του αγώνα, για το είδος του κινήματος που χρειαζόμαστε. Πρώτα απ’ όλα, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι, όπως έχω γράψει και δηλώσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, αυτό που βλέπουμε σήμερα στην Παλαιστίνη, στο Σουδάν, στο Κονγκό, είναι στην ουσία μια ακραία εκδήλωση μιας διαδικασίας που αναπτύσσεται και προετοιμάζεται από το τέλος της δεκαετίας του 1970. Από τότε ξεκίνησε η μεγάλη αντεπανάσταση—μια αντεπανάσταση ενάντια στα κινήματα της δεκαετίας του ’60, ενάντια στην αποαποικιοποίηση, ενάντια στο φεμινιστικό κίνημα, στο αντιπολεμικό κίνημα.


Έχουμε, λοιπόν, μια διαδικασία που από τη δεκαετία του ’70 κορυφώνεται με την κρίση του χρέους, με τη δομική προσαρμογή, με την επιβολή οικονομικών όρων σε πολλές χώρες, που στην πραγματικότητα διέλυσαν τον κοινωνικό ιστό των χωρών, καταδικάζοντας τεράστιους πληθυσμούς στη μετανάστευση και αναγκάζοντας μαζικές απελάσεις ανθρώπων από τη γη τους. Και φυσικά, όλο αυτό εντείνει τις κοινωνικές συγκρούσεις.


Είναι, λοιπόν, σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ακραία βία, η γενοκτονική βία, οι δηλώσεις περί εξόντωσης που βλέπουμε να εξελίσσονται και συνεχίζονται μέχρι σήμερα—ιδιαίτερα στην Παλαιστίνη, αλλά όχι μόνο εκεί—δεν είναι αποσυνδεδεμένες, δεν είναι μια ακραία, μεμονωμένη περίπτωση. Αντίθετα, αποτελούν μέρος ενός συνολικού σχεδίου του καπιταλισμού, που πλέον, για διάφορους λόγους, δεν έχει πια χώρο ούτε καν για κάποια μορφή κοινωνικής δημοκρατίας. Και έτσι, απελευθερώνει τη βία του με έναν ανοιχτό και απροκάλυπτο τρόπο. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα αυτής της νέας φάσης του καπιταλισμού, που επιστρέφει στην πιο αποικιοκρατική του περίοδο.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, το ερώτημα του κινήματος είναι κρίσιμο. Πρέπει να καταλάβουμε ότι, ναι, οι διαδηλώσεις και η δημιουργία διεθνών δικτύων είναι θεμελιώδεις, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αρχίσουμε να επανεξετάζουμε τους ίδιους τους μηχανισμούς που, σε καθημερινή βάση, τροφοδοτούν αυτό το σύστημα και επιτρέπουν στο καπιταλιστικό σύστημα να αναπαραχθεί. Πρέπει να μάθουμε να απενεργοποιούμε τον καπιταλισμό όχι μόνο μέσα από τη μαζική αντιπαράθεση στους δρόμους και σε μαζικές διαδηλώσεις, αλλά και αλλάζοντας την ίδια την οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής. Γιατί είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής—που βασίζεται στη σύγκρουση, στις ιεραρχίες, στις διαιρέσεις, στην υποτίμηση ολόκληρων πληθυσμών—που μας έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση.


Σε αυτό το σημείο, πιστεύω ότι το φεμινιστικό κίνημα έχει έναν πολύ σημαντικό ρόλο να παίξει. Όχι οποιοδήποτε φεμινιστικό κίνημα, γιατί υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές του φεμινισμού—υπάρχει και ένας νεοφιλελεύθερος, κρατικά χορηγούμενος φεμινισμός που αντιβαίνει σε όσα λέω. Αλλά το λαϊκό φεμινιστικό κίνημα, το οποίο βασίζεται στη μαζική πάλη, έχει αναγνωρίσει τη σημασία της αναπαραγωγής ως πεδίου αγώνα, που αγγίζει κάθε πτυχή της ζωής.


Αυτό το κίνημα μπορεί να δημιουργήσει έναν κοινό τόπο για διαφορετικά κινήματα και να αναδείξει τη συνέχεια μεταξύ οικονομικής κρίσης, φτώχειας, απαλλοτρίωσης και της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη. Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να χτίσει δίκτυα αντίστασης, όπως εκείνα που είδαμε τη δεκαετία του 1990 με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα. Και φυσικά, αυτό περιλαμβάνει και το εργατικό κίνημα, το οποίο, δυστυχώς, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει αποδεχτεί κρατικές πολιτικές και συχνά συνεργάστηκε με ιμπεριαλιστικές πολιτικές και την αποικιοκρατία.


Χρειαζόμαστε νέα εργατικά κινήματα, κινήματα που δεν θα διαπραγματεύονται μόνο μισθούς και συντάξεις, αλλά που θα διεκδικούν το δικαίωμα να αποφασίζουν στο τι παράγεται. Κινήματα που θα λένε «Δεν θα παράγουμε βόμβες, δεν θα παράγουμε τοξικά υλικά που καταστρέφουν ζωές». Γιατί η ίδια η οικονομία, όπως έχει ειπωθεί πολλές φορές, είναι πόλεμος.


Πρέπει να αναπτύξουμε νέες μορφές αλληλεγγύης, νέες μορφές κοινοτήτων και παραγωγής που είναι πιο αυτόνομες και αποσυνδέονται από το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσουμε να αντιστρέψουμε την επίθεση που βιώνουμε σήμερα—μια ανοιχτή διαδικασία εξόντωσης λαών και λεηλασίας των φυσικών πόρων.


Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι πίσω από τη μαζική εκδίωξη του παλαιστινιακού λαού βρίσκεται η ανακάλυψη τεράστιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου ανοιχτά της Γάζας από το 2002. Δεν πρόκειται μόνο για την αποικιοκρατική φαντασίωση μετατροπής της Γάζας σε τουριστικό θέρετρο για τους πλούσιους, αλλά και για την κατάληψη αυτών των πόρων.


Γι’ αυτό χρειαζόμαστε κινήματα που δρουν σε πολλαπλά επίπεδα—στην κοινότητα, στην παραγωγή, στη διεθνή αλληλεγγύη.



Πηγή


Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Μαχμούντ Νταρουίς - Κατάσταση Πολιορκίας [απόσπασμα]


Ελιά,  Αγκάθα Κωνσταντινίδου



Τον Ιανουάριο του 2002, απομονωμένος στη Ραμάλα, ο εθνικός ποιητής των Παλαιστινίων Μαχμούντ Νταρουίς σημειώνει μέρα με τη μέρα, σε σύντομα ποιήματα, τις εντυπώσεις του από έναν πόλεμο όλο και πιο άγριο, γράφοντας την "Κατάσταση Πολιορκίας" ένα εκτενές ποίημα που αποτελείται από εκατό περίπου θραύσματα, ως αντίδραση στην επίθεση του ισραηλινού στρατού κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη. 

Παρακάτω μερικά θραύσματα:  




Όταν τα αεροπλάνα χάνονται, πετούν

τα περιστέρια,

άσπρα άσπρα. Πλένουν του ουρανού τα μάγουλα

με ελεύθερα φτερά και ανακτούν τη λαμπρότητα,

την κυριότητα των αιθέρων και του παιχνιδιού.

Ψηλότερα και πιο ψηλά ακόμη, πετούν

τα περιστέρια, άσπρα άσπρα.

«Αχ να ‘τανε ο ουρανός αληθινός»

[μου λέει κάποιος που περνά ανάμεσα από δυο

οβίδες].

 

 ~ * ~ 


Τα κυπαρίσσια πίσω απ’ τους στρατιώτες,

μιναρέδες,

κρατούν τον ουρανό για να μην πέσει.

Πίσω απ’ το σιδερένιο φράχτη, στρατιώτες

κατουράνε

-κάτω από τον πυργίσκο ενός άρματος-

Κι η φθινοπωρινή ημέρα ολοκληρώνει τη χρυσή

της βόλτα

μέσα σ’ ένα δρόμο φαρδύ, όπως η εκκλησία

μετά την κυριακάτικη προσευχή…

 

 ~ * ~


Μόνοι, είμαστε μόνοι ως το μεδούλι

εκτός μονάχα από τις επισκέψεις ενός ουράνιου

τόξου.

 

 ~ * ~


Οι απώλειές μας:

Δύο με οχτώ μάρτυρες τη μέρα

Δέκα τραυματίες

Είκοσι σπίτια

Πενήντα ελιόδεντρα

Κι ας μην ξεχνάμε τη δομική ανισορροπία

Που θα χτυπήσει το ποίημα, το θεατρικό έργο

Και τον μισοτελειωμένο πίνακα.

 

~ * ~

 

Η μάνα είπε:

Δεν τον είδα να περπατά μέσα στο αίμα του,

δεν είδα την πορφύρα στα πόδια του.

Με την πλάτη στον τοίχο

κι ένα φλιτζάνι ζεστό χαμομήλι στο χέρι,

σκεφτόταν το μέλλον του…

 

 ~ * ~


Ο χώρος άρωμα

Καθώς μια γη θυμάμαι

Εισπνέω το αίμα αυτού του αρώματος

Και την απόδημη ψυχή μου νοσταλγώ.




Μ. Νταρουίς, Κατάσταση πολιορκίας, μτφ Αγγελικής Σιγούρο, εκδ. Μαΐστρος



Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα

 


Κι όσο συνέχιζαν να έρχονται οι νέοι κάτοικοι, γκρεμίζονταν στη γειτονιά τα παλιά όμορφα τρίπατα του μεσοπολέμου με τους λιτούς διάκοσμους και τις όμορφες αναλογίες στις όψεις και στη θέση τους ανεγείρονταν επταώροφες, απρόσωπες πολυκατοικίες με καταστήματα στο ισόγειο και ρετιρέ από τον τέταρτο και πάνω. Επιδημία. Η γειτονιά υψωνόταν προς τα πάνω. Φούσκωνε και μεταλλασσόταν. Στα χαμηλότερα τα σπίτια, τα ισόγεια, κρύφτηκε ο ήλιος. Ξαφνικά, οι μεγάλες, ψηλές ακακίες της Μιχαήλ Βόδα, που το καλοκαίρι σκίαζαν και δρόσιζαν τον δρόμο, σαν να κόντυναν. Παντού άκουγες μπετονιέρες, αναβατόρια, λαϊκά τραγούδια και βρισιές, σκεπάρνια να καρφώνουν, κρότον κτιστών. Οι δρόμοι γέμισαν στοίβες τούβλα, άμμο, καρούτες με ασβέστη, μαδέρια, σίδερα οικοδομής.

Ήταν αυτό που στο μυαλό πολλών λεγόταν ανάπτυξη. Τους φανταζόμουνα κουστουμαρισμένους, γραβατωμένους, όπως οι πολιτικοί που έβλεπα στα επίκαιρα του σινεμά πριν από το έργο ή όπως ο, με γουλί το κεφάλι κύριος, να θεμελιώνουν μ’ ένα μυστρί και να κόβουν μ’ ένα ψαλίδι την κορδέλα του μέλλοντος της χώρας μου. Να ανοίγουν σχέδια με γραμμές που απάνω τους έγραφαν με υπέροχα σταθερά τεχνικά γράμματα, κάτοψις β’ εσοχής, κοιτών, λουτρό, οφφίς, χολ, σαλοτραπεζαρία, κυρία όψις επί της οδού, όψις επί του ακαλύπτου χώρου…

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στη χώρα μου η ανάπτυξη ήταν πάντα συνυφασμένη με το πολύ, με την ποσότητα. Με το πόσους ορόφους χτίζεις, πόσα μέτρα καλύπτεις. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που νομοθέτησαν, σχεδίασαν τη γειτονιά μου και τη ζωή μου, ήταν πάντα τόσο βουλιμικοί, τόσο ακόρεστοι. Δεν σκέφτηκαν ποτέ τίποτα άλλο παρά μόνο την κονόμα. Υπουργοί, σύμβουλοι, μηχανικοί, εργολάβοι, οικοπεδούχοι, μια κοινωνία ολόκληρη συνωμοτούσε για να καταστρέψει τις δικές μου μνήμες…. Τις δικές μου μυρωδιές… Γκρέμιζε το όμορφο με μια μανία, που αναρωτιόσουνα γιατί τόσο μίσος βρε παιδιά για την γειτονιά μου; Τι σας έκανε; Ποια απωθημένα, ποια κόμπλεξ βγάζετε απάνω της; Δεν μπορεί να ήταν μόνο η κερδοσκοπία. Τέτοια μανία έκρυβε σαφώς κάτι υπαρξιακό, κάτι ιστορικό, κάτι βαθύτερο… Κι έχτιζε με την ίδια μανία το μέτριο, το εφιαλτικά λίγο. Το ότι κάποτε κατάλαβα, δεν σημαίνει τίποτα για την οικονομία της ιστορίας. Το κακό, που δεν ήταν στιγμιαίο (και που ακόμα συνεχίζεται), συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας και κανένας δεν είπε κουβέντα. Κι αν κάποιος είπε –γιατί κάποιοι είπανε-, ποτέ δεν ακούστηκε, πάντα ήταν ο γραφικός, ο «άσ’ τον μωρέ να λέει». Και εβασίλευσεν η αστική πολυκατοικία. Αυτό που οι απλοί άνθρωποι είπαμε κλουβί. Ένα κλουβί που μέσα του μπήκαμε με την θέλησή μας, ανυποψίαστοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε τα πόδια μας, κουτούλησαν στον απέναντι τοίχο, δε χωράγανε. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε ένα όνειρο, έκανε γκέλλα στο ντουβάρι και γύρισε πίσω εφιάλτης. Σ’ ένα ντουβάρι μονότουβλο εξάρι, επιχρισμένο τσιγαρόχαρτο, «ν’ ακούν οι άλλοι όταν έχεις οργασμό», έφτανε μια γροθιά για να το ρίξεις κάτω, αλλά τότε φάνταζε στέρεο σαν μπατικό, σαν κάτι σταθερό, ντούζικο να θεμελιώσεις για πάντα απάνω σου τη ζωή σου. Κι έτσι έγινε. Σαθρό θεμέλιο….



Κώστας Ποντικόπουλος, Τα μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα, β' έκδοση, εκδ. Εύμαρος, σελ. 58-61.

 

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ: Με τον δισέγγονο του Ραμώ




ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ ΡΑΜΩ


Πρώτη δημοσίευση: Culture Book



 

Δεν έχω λέξεις για την πραγματικότητά μου

~ Max Frisch

 

 

Κάτσε, κάτσε να σου πω τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η βρωμιά, η ανεντιμότητα, είναι οι άστεγοι μέσα κι έξω από τη βροχή, κάδοι ορθάνοιχτοι με το τσιμπούσι της ημέρας. Είναι γάτες διαλυμένες στο δρόμο; Θα πω ότι είναι και γάτες διαλυμένες στον δρόμο. Κοινωνική πραγματικότητα είναι οι γυναίκες που στριμώχνονται να περάσει το μεσημβρινό λεωφορείο και αυτές οι δίχως παρελθόν παρόν και μέλλον που κατά τύχη συναντώνται με ένα απλωμένο χέρι, ένα ρούχο πλυμένο στο καθαριστήριο της γειτονιάς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να πεθαίνει η μάνα σου και να μην έχεις ούτε ένα μυαλό για να του το μοιραστείς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην μπορείς να πάρεις τα πόδια σου, να βγαίνεις για να βγαίνεις, να γαμάς για να γαμάς, να χαμογελάς κι ας μην καταλαβαίνεις. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα διαλυμένα δέντρα, που τα κόβουν και τα κόβουν και τα κόβουν μέχρι που γίνονται το σταχτοδοχείο της πόλης, η ακροδεξιά και –πρόσεξε– κοινωνική πραγματικότητα είναι η αριστερά που χαίρεται για το ότι είναι λιγότερο δεξιά, οι υγειονομικοί σε αναστολή δεκαέξι μήνες και το αδιάφορο σφύριγμα πανταχόθεν, το φεϊσμπουκικό κατηγορώ για τη δημόσια υγεία –λάθος, αυτό είναι κοινωνική ηλιθιότητα– κοινωνική πραγματικότητα είναι να βάζεις τέρμα τη μουσική να μην τ’ ακούσεις να ουρλιάζουν, να αναπνέεις σκουπιδαριό, να λες ευχαριστώ / συγγνώμη / ευχαριστώ. Θες κοινωνική πραγματικότητα; Κάτσε, κάτσε να σου πω σοβαρά τώρα τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Είναι τι δεν θεωρείται επικίνδυνο άτομο και τι θεωρείται. Οι ποιητές δεν θεωρούνται επικίνδυνα άτομα, ποιητές είναι αυτοί που μπορούν να αγνοηθούν. Δώσ’ τους δουλειά καλή, άφησέ τους να δουλέψουν κι αν δεν θέλουν να δουλέψουν τότε ας πεθάνουνε στην πείνα. Κοινωνική πραγματικότητα, φυσικά δεν είναι αυτό, γιατί κανείς δεν νοιάζεται αν θα πεθάνουν οι ποιητές. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η σιωπή; Όχι αυτό είναι το έκζεμα. Κάτσε, κάτσε να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα και τις προσωπικές στιγμές, τις γεμάτες, βαρυφορτωμένες στιγμές της θαλπωρής του ποιητή, τις ήσυχες, τις μαγικές και το μοτίβο –το μοτίβο μην ξεχάσεις– του ποιητή· γιατί ο ποιητής, όπως θα ‘λεγε και ο αναρχικός Herbert Read δεν πρέπει να σπρώχνεται στην οχλαγωγία, στο βίαιο, στην ακατάσχετη πρακτική δραστηριότητα· για να παραχθεί η ποίηση –ποίηση καλή, από κείνη τη δημοσιεύσιμη–  θα πρέπει το μοτίβο να μην χαθεί και μακριά, προσωπικά, μαγικά να ασκήσει τις ικανότητές του –από απόσταση και σε απομόνωση– όπως θα ‘λεγε και ο Read. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο τόπος δίχως την ψυχή του, δίχως τη φύση του και τον ουρανό του, γεμάτος εκκενώστε, φύγετε, ξεχάστε, ξαναξεκινήστε, ψ[œ]φίστε· είναι η πόλη με τις ανήλιαγες ταινίες της και τις παραστάσεις που κανέναν δεν αγγίζουν αλλά καταχειροκροτούνται, κοινωνική πραγματικότητα είναι εγώ είμαι καλύτερος από σένα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η εξώτατη φύση, είναι οι αφηγηματικές κατασκευές, ο δέκτης να μπορεί να ανακαλύψει τις πρακτικές διακρίσεις που δημιουργούν αποχρώσεις του νοήματος –κάτσε, κάτσε έχω κι άλλο καλό, περίμενε να ανοίξω το βιβλίο– κοινωνική πραγματικότητα είναι ο ανταγωνισμός, είναι το τσάι γιόγκι, το στρεβλό, το κατακερματισμένο και η ζωή αλά niemöller· να λες το μια φορά ερχόμαστε στη ζωή· ο κόσμος που όσο μεγαλώνεις γίνεται κόσμος σου κι όχι κόσμος σου, αλλά κόσμος να τον πατήσεις κάτω να του βγάλεις τα μυαλά να του χιμήξεις να τον υπερθερμάνεις να τον αφηγηθείς και να τον κάνεις στόρι. Αν θες πραγματικά να ξέρεις τι είναι κοινωνική πραγματικότητα, είναι τα επικοινωνιακά μέσα, η διαρκής αποσύνθεση, οι παρενέργειες, να προαναγγέλλεις ότι στερείσαι, ότι θα στερηθείς, ότι και πάλι θα χάσεις με κάθε εισπνοή. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να συναινέσεις ότι δεν διατρέχεις κίνδυνο, ότι έχεις δημοκρατία, ότι κανείς δεν σε φιμώνει και δεν ακούγεσαι τρελός, δεν υπάρχει διάβολος στον σβέρκο – δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως σίγουρα όχι ανάμεσά μας. Κάτσε ρε παιδί μου λίγο να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην σέβεσαι τη μνήμη, να συμφωνείς, να δέχεσαι, να στέκεσαι στην ουρά με το QR code στο χέρι, να θεωρείς κακό ό,τι θεωρούν κακό, να μην αποκτάς, να μην διορείς, να είσαι πλάσμα αγωνίας, να μην τολμήσεις να ονειρευτείς, να στέκεσαι λίγο παραπέρα με μισή καρδιά. Κοινωνική πραγματικότητα είναι το τριγμένο έδαφος, είναι το να ζεις για κάποιον άλλον, να μην σε ενδιαφέρεις, να είσαι ένας επαναστατημένος κι όχι ένας επαναστάτης, ο Παύλος που ξέχασε ότι ήταν ο Σαούλ. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα απωθημένα που πάλι εσένα βρήκαν στόχο, το καλάθι της ανελευθερίας, να γράφεις για τους πρόσφυγες μακριά από τους πρόσφυγες. Κοινωνική πραγματικότητα είναι που οι πρόσφυγες έξω από τα camps γίνονται μετανάστες://applications.migration.gov.gr. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η δυστυχία που γίνεται κατάθλιψη με εντολή του ψυχιάτρου, τα xanax που σε οδηγούν στην εφημερία του Γεννηματά, το γλίστρημα από το μπαλκόνι καθώς πήγαινε να ισιώσει την τέντα, η κόπωση ενός ολόκληρου λαού και η παιδεία της δυσφορίας. Καλά, καλά, αν είναι να φύγεις σταματάω και μιλάω σοβαρά: τα μεγάλα τραύματα της κοινωνικής πραγματικότητας (βλ. οικονομική κρίση, υγιειονομική κρίση, κλιματική κρίση κοκ) είναι άκρως διεγερτικά για τις κοινωνίες και δη για τους συγγραφείς της εποχής, γιατί κεντρίζουν και γονιμοποιούν τα κείμενα. Κάθε ποιητής είναι και συμμετέχων στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Κάθε ποιητής είναι και χρήστης (όχι χρήστης από τους άλλους τους χρήστες, που μυρίζουν και δεν θέλει κανείς να τους ακουμπά)· όπου να ‘ναι θα θυμηθώ και για την αντίξοη πραγματικότητα της Diamond· για το débandade του περασμένου αιώνα· για τον August Landmesser. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο Landmesser ή το Αμβούργο; Οι 32.000 άμαχοι Τούρκοι και Εβραίοι στην Τριπολιτσά ή το σκιώδες δέντρο στο Μανιάκι; Η Etty Hillesum ή η Ηλέκτρα Λαζάρ; Το μαχαιρωμένο φουσκωτό στο Αιγαίο ή η αρπαγή της μηχανής του στον αιγιαλό; Κοινωνική πραγματικότητα είναι το εξουθενωτικό όραμα της αριστεράς ή η Δευτέρα παρουσία; Η φεμινιστική πορεία ή τα ροζ νέον φώτα που στέκονται στον αριθμό 132 στην Κεραμεικού; Θα σου πω ότι κοινωνική πραγματικότητα είναι το σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων· ότι οι διανοούμενοι υπήρξαν ανέκαθεν οι στυλοβάτες του συστήματος· το απέραντο παγωμένο νεκροταφείο της εποχής όπου καθοσιώνεται αναντίρρητα το αλάνθαστο της όποιας πλειοψηφίας· ο ατσάλινος ιστός του πίστευε και μη ερεύνα, που κατοικεί στον πρώτο όροφο, στον δεύτερο όροφο και στον τρίτο και στον τέταρτο και στον παρακάτω δρόμο και στο κοινοβούλιο και στους διαδρόμους των νοσοκομείων και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ό,τι δεν κολλάει στην κυρίαρχη εικόνα της εξουσίας και πρέπει να σβηστεί, να αφανιστεί, να γίνει μετά θάνατον, να αφομοιωθεί, να το κοπανήσουν στο κεφάλι, να του κοπανήσουνε τα χέρια, τα γράμματα, τις σκέψεις, ούτως ώστε να κάνει θέμα του το θέαμα της φρίκης. Κι αν δεν του κάνουνε αυτό, απλώς να του χαμογελάσουν. Κι αυτό να αρχίσει να αφομοιώνει στην αφήγησή του την αφήγηση του υπηρέτη που πιστά-πιστά, σιγά-σιγά, θαλερά-θαλερά καταγράφει τα έργα και τις ημέρες ενός δικτάτορα αφέντη. Και περήφανος πια και ολοκληρωμένος να καταλήγει να είναι μια μικρογραφία της πραγματικότητας και συνυπεύθυνός της.

Μας αφορά η κοινωνική πραγματικότητα;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μας αφορά;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μην μας αφορά;



Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021





Οι μάζες ποτέ δεν λαχταρούσαν την αλήθεια. Αποφεύγουν τις αποδείξεις που δεν τους αρέσουν, προτιμώντας να αποθεώνουν το λάθος, εάν το λάθος είναι γοητευτικό. Όποιος μπορεί να τους παρέχει ψευδαισθήσεις είναι εύκολα ο αφέντης τους - όποιος πάει να τους χαλάσει τις ψευδαισθήσεις είναι πάντα το θύμα τους.


LEBON GUSTAVE

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Μίκης Θεοδωράκης 1925 - 2021


 


Όλοι οι στίχοι κάποια στιγμή θα φτιάξουν τη σημαία αυτού του τόπου. 




Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο

μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ

είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο

σήμερα εσύ αύριο εγώ


Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα

μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ

πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ


Που πάει να πει

σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή

βαστάω γερά, κρατάω καλά


Μες στις καρδιές μας αρχιναέι το πανηγύρι

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ


Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι

και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι

και το κελί μας κόκκινο ουρανό


Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα

μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ

πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ‘μαστε παρέα

τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ


Που πάει να πει

σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή

βαστάω γερά, κρατάω καλά


Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι

και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι

και το κελί μας κόκκινο ουρανό



 


Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Δεν θα μπορούσε αλλού να βρεθεί, παρά μόνο στην Οδό Ελπίδος

Ο πεζόδρομος με τις νεραντζιές, η οδός Ελπίδος στην Βικτώρια οδηγεί πάντοτε στο χθες: 26 Ιουλίου 1944 - Καλοκαίρι κι ένα σώμα παραμορφωμένο έφυγε από το παράθυρο του Κρυστάλ. Κάποιος να πει στην ομάδα Παρθενίου της Ασφάλειας, ότι δεν έφυγε αλλά έμεινε για πάντοτε εκεί. 

Η Ηλέκτρα Αποστόλου - κατοικεί στην οδό Ελπίδος (δεν θα μυρίσουμε το οινόπνευμα και τις καμένες τρίχες), περνάει ανάμεσα από τα αμάξια στην 3ης Σεπτεμβρίου & Ιθάκης (δεν θα αφαιρέσουμε το καρφί από το σβέρκο), στην οδό Ασωμάτων & Πειραιώς ξαποσταίνει χέρι - χέρι με την μικρή της κόρη (δεν θα μιλήσουμε για το γυμνό κρανίο που κουρεύτηκε ατέχνως και ανωμάλως με μαχαίρι), ταΐζει ανθρώπους και ζώα λίγο πιο δίπλα από τα Προσφυγικά (δεν πονάνε πια οι κακώσεις και τα εγκαύματα) και στην Ανάφη χόρτασε θάλασσα, έρωτα και ελευθερία (δεν θα πετάξουμε τα βούνευρα, το σύρμα και την αλυσίδα). 

Κι ας μην υπάρχει δρόμος, πλατεία και γλυπτό που να σε θυμίζει. Μετονομάζω εγώ την οδό Ελπίδος, την οδό Ανάφης ... σε οδό Ηλέκτρας Αποστόλου




*Αμέσως μετά την εύρεση του πτώματος της έγιναν εκτελέσεις ατόμων που συνεργάζονταν με τις Κατοχικές δυνάμεις και στα πτώματα τους αφηνόταν σημείωμα με το όνομα της και έναν αριθμό που αυξανόταν Ηλέκτρα 1,2,3,…

** Στην πραγματικότητα υπάρχει ένα άγαλμα της Ηλέκτρας Αποστόλου στο Ν. Ηράκλειο. 

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Margaret Cavendish : η "Τρελο-Ματζ" των γραμμάτων




«Οι Γυναίκες ζούνε σαν Νυχτερίδες 

ή Κουκουβάγιες, 

εργάζονται σαν Κτήνη 

και πεθαίνουν σαν Σκουλήκια»

M. Cavendish



Η Margaret Cavendish Δούκισσα του Νιουκάσλ (17ος αι.), ήταν αγγλίδα αριστοκράτισσα, φιλόσοφος, ποιήτρια, επιστήμονας, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρική συγγραφέας. Την φωνάζανε Τρελο-Ματζ (Mad Madge) εξαιτίας της επίµονης ενασχόλησής της µε τη λογοτεχνία και το γράψιµο, ενώ άσκησε κριτική σε επιφανείς διανοητές της εποχής της, τον Τόµας Χοµπς και τον Ρενέ Ντεκάρτ. Υψωσε µία από τις πρώτες φωνές υπέρ των δικαιωµάτων των ζώων. ∆εν έκρυψε ποτέ την επιθυµία της να γίνει διάσηµη µέσα από το έργο της. Και όλα αυτά σε µια εποχή όπου όσες, ελάχιστες, γυναίκες τολµούσαν να δηµοσιεύσουν λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά κείµενα δεν τα υπέγραφαν ποτέ µε το όνοµά τους. Ισως γι’ αυτό ο σύγχρονός της Samuel Pepys αποκαλούσε την Κάβεντις «τρελή, ξιπασµένη και γελοία».*

Η συγγραφή της απευθύνθηκε σε διάφορα θέματα, όπως το φύλο, η εξουσία, οι τρόποι, η επιστημονική μέθοδος κι η φιλοσοφία. Ο ουτοπικός της ρομαντισμός, Ο φλεγόμενος κόσμος («The Blazing World»), είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα επιστημονικής φαντασίας. 



Για καιρό η Cavendish είχε διατελέσει γενναιόδωρη προστάτιδα του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ κι ενώ είχε τα προσόντα να είναι υποψήφιο μέλος της Βασιλικής Εταιρίας του Λονδίνου, δεν έγινε ποτέ. Ακόμα κι όταν η Δούκισσα ζήτησε απλώς να της επιτραπεί μία επίσκεψη στη διάρκεια ενός κύκλου εργασιών της Εταιρίας, το αίτημά της ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Τελικά της επετράπη να παρακολουθήσει μία συνεδρία του 1667. Ο Samuel Pepys εννοείται δεν άφησε την επίσκεψη της Cavendish ασχολίαστη: 

"υπήρξε έντονη ανταλλαγή απόψεων, υπέρ και κατά - όπως φαίνεται δε, οι περισσότεροι είναι κατά και πιστεύουμε ότι πολλά τραγούδια θα ακουστούν στην πόλη για το γεγονός". 

Η επίσκεψη της Cavendish στην Εταιρία δημιούργησε ένα προηγούμενο - αλλά αρνητικό. Καμία γυναίκα δεν εξελέγη πλήρες μέλος της Βασιλικής Εταιρίας ως το 1945. Επί 300 σχεδόν χρόνια, η μόνη γυναικεία παρουσία στη Βασιλική Εταιρία ήταν ένας σκελετός για τα μαθήματα ανατομίας. 

Ωστόσο, η Cavendish, πέντε χρόνια πριν την περίφημη επίσκεψη της στην Εταιρία, είχε συγγράψει ένα θεατρικό έργο με τίτλο The Female Academy, θέλοντας να παρουσιάσει τη σύγκρουση ανάμεσα σε μία αποκλειστικά γυναικεία και αντρική Ακαδημία. Καθώς η πλοκή του έργου εξελίσσεται, οι άντρες της πόλης εξοργίζονται με την απομόνωση των γυναικών στην Ακαδημία. Δημιουργούν λοιπόν μία αντρική ακαδημία δίπλα ακριβώς από την γυναικεία και παρακολουθούν τα μαθήματά τους από μία τρύπα στον τοίχο. Καθώς ακούνε περαιτέρω συζητήσεις πάνω στην αλήθεια, την φιλία, το θέατρο, τη ματαιοδοξία, την ανηθικότητα, την μοχθηρία, οι άντρες δυσαρεστούνται όλο και περισσότερο, όχι μόνο γιατί θεωρούν τις γυναίκες αχάριστες που δεν αρκούνται στο δώρο της Φύσης (να γονιμοποιούν), αλλά γιατί δεν αναφέρουν τους άντρες [τους] ούτε στις συζητήσεις, ούτε στα επιχειρήματά τους, ούτε γενικά - σαν να μην υπήρχαν. Το έργο της Cavendish τελειώνει με τους άνδρες να προκαλούν έναν εκκωφαντικό θόρυβο με ορειχάλκινες τρομπέτες για να διαλύσουν / βγάλουν το σμήνος των ακαδημαϊκών μελισσών από την ακαδημία (που ήταν και ένας ξεκάθαρος υπαινιγμός στο εργο του John Knox "The First Blast of the Trumphet Against the Monstrous Regiment of Women"**. 

Τι απέγινε τελικά η Margaret Cavendish; Ίσως να θεωρήσουμε τέλος της τα λόγια της Virginia Woolf: «έβλεπε το πλήθος να στριµώχνεται γύρω από την άµαξά της όποτε έβγαινε από το σπίτι της, καθώς η τρελή ∆ούκισσα έγινε µπαµπούλας για να φοβίζουν οι µαµάδες τις έξυπνες θυγατέρες τους»*.



* Αρκουμανέα Λουίζα, 2012. Και πεθαίνουν σαν σκουλήκια, Το Βήμα, https://www.tovima.gr/2012/01/15/culture/kai-pethainoyn-san-skoylikia/ 

** Schiebinger L., 2006. Ο Νους δεν έχει Φύλο; Οι Γυναίκες στις Απαρχές της Νεωτερικής Επιστήμης, εκδ. Κάτοπτρο 





Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Κούλα Ξηραδάκη: Μέρος Β'


"Anna, My Grandmother, The Lonely Woman" (Alexia Fiasco)

 


Ο δημιουργικός θυμός


Πενήντα χρόνια τώρα, η Κούλα Ξηραδάκη δούλευε ασταμάτητα για να φέρει στο φως τις «λησμονημένες» γυναίκες της Ιστορίας. Πλούσιο και ποικίλο το έργο της, υπήρξε προϊόν μιας επίπονης προσπάθειας που για πολύ καιρό στριμωχνόταν στο χρόνο που ξέκλεβε από τις καθημερινές της υποχρεώσεις. Ολα αυτά τα χρόνια, η Κούλα Ξηραδάκη δεν έπαψε να θέτει το ίδιο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η «επίσημη» ιστοριογραφία να αγνοεί, να μη βλέπει, ή να βλέπει και να αποσιωπά, ότι οι γυναίκες έχουν κι αυτές δικαίωμα στην Ιστορία, ότι η Ιστορία δεν γράφεται, δεν μπορεί να γράφεται, μόνο από τους άνδρες; Και πώς είναι δυνατόν να απουσιάζουν οι γυναίκες από την ιστορική αφήγηση, ακόμη και στις περιπτώσεις που η παρουσία και η δράση τους στάθηκαν πραγματικά καταλυτικές; Πώς, για παράδειγμα, είναι δυνατόν κάποιος που έζησε την Αντίσταση να γράφει ένα πολυσέλιδο βιβλίο με δεκάδες ή και εκατοντάδες ονόματα αγωνιστών και να «ξεχνά» να αναφέρει έστω και ένα γυναικείο όνομα;


Στη γνήσια αυτή απορία της και στο θυμό που της προκαλούσε η συστηματική συσκότιση της γυναικείας δράσης οφείλουμε την ενασχόλησή της με την ιστορία των γυναικών που, δίχως να εξαντλεί τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα, υπήρξε κατά τη γνώμη μας η σημαντικότερη πλευρά του συγγραφικού της έργου. Ποιοι δρόμοι όμως οδήγησαν μια γυναίκα της γενιάς της, με έντονα τα βιώματα της αριστερής αντιστασιακής δράσης την εποχή της Κατοχής, να ασχοληθεί με τις γυναίκες και τις ταπεινές τους ιστορίες; 


«Μεγάλωσα σε λαϊκή συνοικία», αφηγήθηκε κάποτε η ίδια. «Εκεί, στη φτωχογειτονιά, θυμάμαι συχνά γυναίκες να κλαίνε. Αλλη έκλαιγε γιατί την παράτησε ο άντρας της. Αλλη έκλαιγε γιατί την απατούσε ο άντρας της. Αλλη έκλαιγε γιατί την κακομεταχειριζόταν ο άντρας της, κι άλλη γιατί ο άντρας της ζούσε σε βάρος της. 


Μεγαλώνοντας παρατηρούσα ότι σε κάθε οικογένεια ο άντρας είχε πάντα το πάνω χέρι. Αρχισα να διαβάζω και να διαπιστώνω πως η γυναίκα βρισκόταν πάντα σε δεύτερη μοίρα. Και σαν να μην έφτανε η δυστυχία της και η κακή της μοίρα, είχε και τη χλεύη, το σκώμμα, τη γελοιοποίηση από τους λογής λογής κοντυλοφόρους, επιθεωρησιογράφους, κωμωδιογράφους, τραγουδοποιούς που έβλεπαν πάντοτε εύκολο θέμα, γαργαλιστικό, τι άλλο, τις γυναίκες. Με πνεύμα σκωπτικό αναφέρονταν στη γυναίκα τη φλύαρη, την εριστική, την ανόητη, την άπιστη, μια γυναίκα δύο άντρες, οι γυναίκες τα παλιομισοφόρια, και άλλα, και άλλα, που τελειωμό δεν έχουν. 


Στη γειτονιά μας είχαμε την κυρία Νίτσα Χαρδαβέλλα, την οδοντογιατρό. Κάποια μέρα άκουσα τον πατέρα μου να λέει: "Οι γυναίκες είναι εκατό σκαλοπάτια πιο κάτω από τον άντρα". Πετάγομαι απρόσκλητη και του λέω: "Και η κυρία Νίτσα εκατό σκαλοπάτια παρακάτω είναι από σας;" Το τι έγινε, δεν λέγεται. Αυτή ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Μου λέει: "Φύγε μη σε σκοτώσω και πάω φυλακή"».


Το κλάμα των γυναικών, το διάβασμα, η αντίδραση στην πατρική εξουσία και στην ανδρική γελοιογράφηση των αρνητικών εκείνων στερεοτυπικών χαρακτηριστικών που παραδοσιακά αποδίδονται στις γυναίκες οδήγησαν την Κούλα Ξηραδάκη να αφιερωθεί στην ιστορία των ομοφύλων της. Το ρόλο της έπαιξε και η τυχαία συνάντησή της με ένα ξεχασμένο φεμινιστικό έντυπο που πολλοί συγκαιρινοί και ομοϊδεάτες της θα θεωρούσαν γραφικό, αν όχι απαρχαιωμένο και, γιατί όχι, αντιδραστικό. 


Ας της δώσουμε και πάλι το λόγο: «Μ' άρεσε πάντα το διάβασμα. Κάποτε έπεσαν στα χέρια μου καμιά ογδονταριά τεύχη της "Εφημερίδος των Κυριών". Κι εκεί είδα, διάβασα, για ποιήτριες, ζωγράφους, μαθηματικούς, φιλοσόφους, γυναίκες σπουδαίες που έζησαν σε διάφορες εποχές. Γύρω στα 1952-53 γνώρισα τον Τάσο Βουρνά, τον δάσκαλό μου που μου έμαθε πολλά. Αυτός μου άνοιξε δρόμο. Μια μέρα του είπα πως μαζεύω υλικό για τις γυναίκες της Αρχαίας Ελλάδας, του Βυζαντίου, κ.λπ. 'Οχι αυτά', μου λέει. 'Γιατί πας πίσω; Υπάρχουν γυναίκες της Νεότερης Ελλάδας αξιόλογες, που όμως είναι άγνωστες'. Κατά σύμπτωση, εκείνες τις ημέρες κυκλοφορούσε ένα τεύχος της 'Επιθεώρησης Τέχνης' με ένα άρθρο για την Ευανθία Καΐρη. 'Να θέμα', μου λέει. 'Πάρτο κι ανάπτυξέ το'».


Την εποχή αυτή δεν ήξερε ακόμη πώς να αναζητήσει το υλικό της. Η μύησή της στην έρευνα υπήρξε μια διαδικασία μοναχική και επώδυνη. Απέκτησε με δόσεις την Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, άρχισε να εξοικειώνεται με τη δουλειά στις βιβλιοθήκες, ξεκίνησε να μαζεύει παλιά βιβλία και περιοδικά. Ετσι έγραψε το πρώτο της βιβλίο με θέμα μια γυναίκα («Ευανθία Καΐρη. Η πρώτη Ελληνίδα που κατέκτησε τη γνώση», 1956). Το εξέδωσε με δικά της έξοδα, όπως και το δεύτερο, βασισμένο κι αυτό σε μια ιδέα του Τάσου Βουρνά («Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Η γυναίκα που κλόνισε το θρόνο του Οθωνα», 1959). Ακολούθησε μια ακόμη «μυθιστορηματική βιογραφία» («Μαριγώ Ζαραφοπούλα. Μια λησμονημένη ηρωίδα του '21», 1962).


«Μετά ήρθανε μόνα τους τα θέματα», θα μας εξηγούσε πολύ αργότερα. Δεν χρειαζόταν πια τη βοήθεια του φίλου της του Βουρνά. Διαβάζοντας, είχε πια βεβαιωθεί ότι ήταν σωστή η αρχική της αίσθηση για τη συστηματική παράλειψη των γυναικών από την ιστορική αφήγηση. «Το συνάντησα σε όσους έγραψαν για το '21, το 1897, τους Βαλκανικούς. Δεν έλεγαν τίποτα για τις γυναίκες. Ενα περίεργο πράγμα...». 


Στα βιβλία που θα δουλέψει μετά τις τρεις αυτές πρώτες βιογραφίες, η Κούλα Ξηραδάκη θα εγκαταλείψει τις «ξεχωριστές» γυναικείες μορφές και θα καταπιαστεί με την ιστορία γυναικείων ομάδων ή συλλογικοτήτων: «Φιλελληνίδες» (1964), «Γυναίκες στη Φιλική Εταιρεία -Φαναριώτισσες» (1971), «Από τα αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρθεναγωγεία και δασκάλες του υπόδουλου Ελληνισμού» (τόμος Α' 1972, τόμος Β' 1973), «Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα» (1988), «Οι γυναίκες στον ατυχή πόλεμο του 1897» (1994), «Γυναίκες του '21» (1995). Βρισκόμαστε μπροστά σε μια θεματική μετατόπιση που όχι μόνο δεν πρόδιδε, αλλά αντιθέτως ενίσχυε και διεύρυνε το αρχικό ερευνητικό της σχέδιο. Ούτως ή άλλως, ανασύροντας από τη λήθη μια γυναίκα-εξαίρεση, η Κούλα Ξηραδάκη επιδίωκε να μιλήσει για τις γυναίκες και το συλλογικό τους δικαίωμα στην ιστορική μνήμη. 


Τη μετάβαση αυτή από τον ενικό στον πληθυντικό, από τη γυναίκα στις γυναίκες, συνόδευσε και μια απόπειρα ένταξης της αποσιωπημένης γυναικείας ιστορίας στη «γενική», άφυλη δήθεν, ιστορική αφήγηση. Χαρακτηριστική είναι από την άποψη αυτή η δουλειά της για τους εκτελεσμένους της Κατοχής («Κατοχικά» τ. Α' και Β', 1975 και 1979): οι κατάλογοι των ονομάτων δεν κάνουν διάκριση φύλου. Είναι, ωστόσο, προφανής η προσπάθεια εντοπισμού όσο το δυνατόν περισσότερων γυναικών, ενώ το ίδιο το «μικτό» βιβλίο αφιερώνεται «στις Ελληνίδες που σφράγισαν με τη ζωή τους τον αγώνα του λαού μας». 


Στην περίπτωση αυτή, το ενδιαφέρον της για τις γυναίκες τέμνεται με μια παλιά ιδέα της που έχει να μας πει πολλά για τη μεταγενέστερη εξέλιξή της: «Τον Ιούνιο του 1941 έγινε στην Αθήνα η πρώτη εκτέλεση», σημείωνε τον καιρό της Μεταπολίτευσης. «Μόλις είδα την ανακοίνωση στον Τύπο, φύλαξα το απόκομμα της εφημερίδας για να μην ξεχάσω το όνομα του εκτελεσθέντος, λες κι ο πρώτος αυτός εκτελεσθείς θα ήτανε κι ο τελευταίος. Καθώς περνούσαν οι μέρες της σκλαβιάς κι η καταπίεση γινόταν μέρα με τη μέρα σκληρότερη κι η αντίσταση του λαού φούντωνε κι άρχισαν οι ομαδικές εκτελέσεις, εγώ μάζευα έντυπα κατοχικά, παράνομα φύλλα, μπροσούρες, τρικ, προκηρύξεις, κρατούσα σημειώσεις με ονόματα εκτελεσθέντων και διάφορα άλλα που τα θεωρούσα πολύτιμα στοιχεία. [...] Μα ήρθε η ώρα που έπρεπε όλα αυτά τα χαρτιά που είχα μαζέψει να τα εξαφανίσω, να τα κάψω για να μην καώ... Οταν τα 'καιγα, ένιωθα σαν να καίγονται οι σάρκες μου. Με την απελευθέρωση δεν είχα τίποτα στα χέρια μου. Είχα τάξει όμως στον εαυτό μου ένα σκοπό: να συγκεντρώσω κατοχικό υλικό και προ παντός ονόματα εκτελεσθέντων. Αρχισα από την αρχή. Αλλά οι χρόνοι που ακολούθησαν δεν με βοήθησαν». 


Αγνοημένη από την «επίσημη» ιστοριογραφία που έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ανίκανη να αφουγκραστεί όσες φωνές δεν εμπίπτουν στον ανελαστικό της κώδικα, η Κούλα Ξηραδάκη πέθανε φέτος το Πάσχα σε ηλικία 86 ετών αφήνοντας πίσω της ένα σημαντικό όσο και πρωτότυπο έργο, μέρος του οποίου παραμένει ανέκδοτο. Με την εξαίρεση της «Αυγής», ο θάνατός της δεν θεωρήθηκε είδηση άξια να μνημονευτεί από τα μέσα ενημέρωσης. Για να αποδειχθεί για μια ακόμη φορά πως είχε δίκιο όταν έλεγε πως ο δρόμος της «δεν ήταν σπαρμένος με ρόδα». Με τη διαφορά ότι οι γυναίκες που ασχολούνται με την ιστορία των γυναικών ξέρουν πλέον πολύ καλά τι της οφείλουν.


Σημείωση: Τα εντός εισαγωγικών παραθέματα προέρχονται από ομιλία της Κούλας Ξηραδάκη στο σεμινάριο «Ιστορία και φύλο» (Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, υπεύθυνη καθ. Εφη Αβδελά, 3 Ιουνίου 1999), από κείμενά της και από συζητήσεις που είχαμε κατά καιρούς μαζί της.


Πηγή



Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Κούλα Ξηραδάκη: Μέρος Α'

 



Η μοναχική πορεία 


"Σας πληροφορούμε ότι η 'Επιτροπή Συνταξιοδότησης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών' του Νόμου 2435/96 δεν ενέκρινε την από 18/9/98 αίτησή σας για συνταξιοδότηση, αναφέροντας στο σχετικό Πρακτικό της ότι 'με το έργο και την εν γένει δραστηριότητά σας, δεν έχετε προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των Γραμμάτων'. Συνημμένα, σας επιστρέφουμε στοιχεία που υποβάλατε". Με το σύντομο αυτό σημείωμα, η αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού (Διεύθυνση Γραμμάτων, Τμήμα Ενισχύσεως Γραμμάτων) πληροφορούσε στις 30 Νοεμβρίου 1999 τη συγγραφέα Κούλα Ξηραδάκη ότι απορρίφθηκε η αίτηση με την οποία είχε ζητήσει να της χορηγηθεί σύνταξη. Κυρίως, όμως, της εξηγούσε με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τους λόγους αυτής της απόρριψης: με το έργο της και την εν γένει δραστηριότητά της δεν έχει προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των γραμμάτων. 


Δεν πρόκειται απλώς για την εξαιρετικά άκομψη διατύπωση. Το ζήτημα που ανοίγει, προφανώς άθελά του, το διεκπεραιωτικό αυτό σημείωμα είναι πολύ σοβαρότερο και σχετίζεται με τις αντιλήψεις των υπευθύνων του αρμόδιου υπουργείου για το είδος της συγγραφικής δραστηριότητας που δικαιούται τα εύσημα της "διακεκριμένης υπηρεσίας". Είναι αλήθεια πως ο νόμος προβλέπει ότι εκείνοι στους οποίους χορηγείται η σύνταξη οφείλουν "να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους, να έχουν την ελληνική υπηκοότητα ή να είναι Έλληνες το γένος και να έχουν προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των Γραμμάτων". Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι όποιος απορρίπτεται δεν έχει "διακεκριμένο" έργο, όπως και δεν μεταμορφώνεται αυτομάτως σε νεότερο ή αλλοεθνή.


[...] Στην περίπτωση της Κούλας Ξηραδάκη -και ασφαλώς δεν θα είναι μοναδική-, η Επιτροπή Συνταξιοδότησης Συγγραφέων και Καλλιτεχνών δηλώνει ρητά στην ενδιαφερόμενη ότι την απορρίπτει επειδή δεν εκτιμά το έργο της. Υπερβάλλων ζήλος, ασύγγνωστη αδιαφορία ή, μήπως, κατάχρηση εξουσίας; 


Ας μην υποστηριχθεί ότι η διατύπωση του νόμου υπαγόρευσε στα μέλη της επιτροπής την "υπηρεσιακή" αναπαραγωγή της. Η φράση "δεν έχετε προσφέρει διακεκριμένες υπηρεσίες στην ανάπτυξη των Γραμμάτων" είναι εξαιρετικά εύγλωττη και δεν σηκώνει περισσότερες από μία αναγνώσεις. Δεν μπορούμε, βέβαια, να γνωρίζουμε τον ορισμό της "διακεκριμένης υπηρεσίας" στον οποίο οφείλει να έχει καταλήξει εξαρχής η συγκεκριμένη επιτροπή προκειμένου να κάνει καλά τη δουλειά της. Και δεν μας διαφωτίζει ιδιαίτερα ο κατάλογος των ονομάτων που ενέκρινε φέτος στην κατηγορία "Γράμματα" (Π. Παρασκευαϊδης, Κ. Δημητρίου, Β. Σακκάτος, Β. Γιογκάρας, Γ. Χαλατσάς, Γ. Αναστασόπουλος και Φ. Ζαμπαθά-Παγουλάτου*). Η απορία μας παραμένει: ποια τα κριτήρια που οδήγησαν τα μέλη της επιτροπής να υπογράψουν ένα κείμενο που απορρίπτει όχι μία αίτηση, αλλά μια ολόκληρη ζωή; Και, εν πάση περιπτώσει, αφού οι κύριοι Σ. Πλασκοβίτης, Ν. Κεσσανλής, Ν. Βαγενάς, Κ. Γεωργουσόπουλος, Ν. Κούνδουρος, Γ. Κουρουπός και Λ. Παπαδόπουλος αποφάνθηκαν συλλογικά ότι το έργο της Κούλας Ξηραδάκη δεν λέει και πολλά πράγματα, ας έμπαιναν τουλάχιστον στον κόπο να της (μας) εξηγήσουν τους λόγους της κρίσης τους. 


Ευτυχώς, όμως, που οι άνθρωποι και το έργο της ζωής τους δεν κρίνονται μόνο στις επιτροπές. Αντιθέτως, το κύρος των επιτροπών υπονομεύεται κάποτε από έργα που καταφέρνουν να δείξουν ανθεκτικότητα στο χρόνο και να κερδίσουν την εκτίμηση που τους αρνήθηκαν πεισματικά οι αρμόδιοι. Πιστεύουμε πως στην κατηγορία αυτή ανήκει και η δουλειά της Κούλας Ξηραδάκη, κυρίως το μέρος της εκείνο που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε μια πρώιμη -όσο και πρωτοπόρα- εμφάνιση της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα. Εξηγούμαστε: όταν, στα τέλη της δεκαετίας του '70, η ιστορία των γυναικών άρχισε να κάνει τα πρώτα δειλά βήματά της, οι μελέτες της Κούλας Ξηραδάκη στάθηκαν ένα πολύτιμο στήριγμά της. Ήταν μια απτή απόδειξη ότι είχαν ήδη υπάρξει προσπάθειες, έστω και μη "επαγγελματικές", να συσχετιστούν οι γυναίκες με την ιστορία, ή για να δανειστούμε τα λόγια της Τζόαν Κέλι, να αποδοθεί η ιστορία στις γυναίκες και οι γυναίκες στην ιστορία. Κι αν οι απόπειρες αυτές δεν συναντήθηκαν ποτέ με την ιστορική επιστήμη, το φταίξιμο δεν ήταν δικό τους. Είναι γνωστή η αδυναμία της επίσημης ιστοριογραφίας να αφουγκραστεί φωνές που δεν εμπίπτουν στον ανελαστικό της κώδικα.


Η Κούλα Ξηραδάκη δεν υπήρξε η πρώτη που ασχολήθηκε με την ιστορία των γυναικών στην Ελλάδα. Ένα αδιόρατο νήμα τη συνδέει με την Καλλιρρόη Παρρέν, τη Σωτηρία Αλιμπέρτη ή τη νεαρή Ρόζα Ιμβριώτη που, οδηγημένες από κίνητρα παρόμοια με τα δικά της, επιχείρησαν στην εποχή τους να προσδώσουν στις γυναίκες την υπόσταση του ιστορικού υποκειμένου. Με μια καίρια διαφορά: εκείνες ασχολήθηκαν με εκδοχές της ιστορίας των γυναικών στο πλαίσιο ενός σχετικά ανθηρού κινήματος. Σχεδιάζοντας μίαν εναλλακτική αφήγηση που θα αναδείκνυε το γυναικείο φύλο σε υποκείμενο της ιστορίας, οι προμήτορες αυτές της ιστορίας των γυναικών θεωρούσαν ότι, ως ιστορική πλέον κατηγορία, οι γυναίκες θα μπορούσαν με μεγαλύτερη ευχέρεια να συγκροτήσουν μια συλλογική ταυτότητα που με τη σειρά της θα τις διευκόλυνε να διεκδικήσουν πειστικότερα τα αιτήματά τους. Στο σημείο αυτό δεν πρωτοτυπούσαν ιδιαίτερα: στις απαρχές τους, τα κινήματα ανατρέχουν συστηματικά στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας. 


Όταν, όμως, η Κούλα Ξηραδάκη δημοσίευε στα 1956 την ιστορική της μονογραφία για την Ευανθία Καϊρη, το εγχείρημά της δεν μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Δεν είχε τις "πλάτες", την άμεση ή έμμεση δηλαδή αναφορά σε κάποια συλλογικότητα που, όπως και να το κάνουμε, διέθεταν εκείνες που προηγήθηκαν. Γράφοντας για τις γυναίκες και την ιστορία τους στις δεκαετίες του '50 και του '60, η Κούλα Ξηραδάκη ήταν μονάχη. Και η απόφασή της να γράψει για την ιστορία των γυναικών αυτή, μια μη επαγγελματίας ιστορικός, στάθηκε αποτέλεσμα μιας προσωπικής διαδρομής και όχι απόρροια ενός συλλογικού βιώματος ή μιας ατμόσφαιρας που μοιράστηκε με άλλες γυναίκες. Την εποχή εκείνη, οι γυναικείες κινήσεις δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με αυτά τα ζητήματα. Αλλά και η αριστερά, από την οποία προερχόταν η Κούλα Ξηραδάκη, πρέπει να μην ένιωθε πολύ άνετα με την εμμονή της να αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως ενιαία ιστορική κατηγορία και να προτείνει ως παραδειγματικές ιστορικές μορφές γυναίκες που δεν ανήκαν στο δικό της μαρτυρολόγιο.


Κοιτάζοντας σήμερα τον κατάλογο των σχετικών έργων της Κούλας Ξηραδάκη, διαπιστώνουμε πως η αναζήτησή της δεν χάνεται στο χρόνο, αλλά περιορίζεται κατά κύριο λόγο στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού. Μια πιο προσεκτική παρατήρηση μας αποκαλύπτει πως, στο ξεκίνημά της, η ενασχόλησή της με την ιστορία των γυναικών αφορούσε κυρίως τη ζωή και το έργο μιας συγκεκριμένης -και λίγο πολύ αγνοημένης- γυναικείας προσωπικότητας: της Ευανθίας Καϊρη, της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, της Μαριγώς Ζαραφοπούλας. Την περίοδο αυτή (δεκαετία του '50 και αρχές της δεκαετίας του '60), η Κούλα Ξηραδάκη αντλεί από τις παραδειγματικές αυτές μορφές -την πρώτη Ελληνίδα που κατέκτησε τη μόρφωση, τη γυναίκα που κλόνισε το θρόνο του Οθωνα και μια λησμονημένη ηρωίδα του '21, σύμφωνα με τους υποτίτλους των τριών βιβλίων- τη δυνατότητα να μιλήσει για τις γυναίκες μέσα από τη ζωή μιας γυναίκας-εξαίρεσης, όπως αποκάλεσε αργότερα η ιστορία των γυναικών εκείνες που κατά κάποιον τρόπο ξεγέλασαν τη γυναικεία τους μοίρα. Ανασύροντας από τη λήθη μια γυναικεία μορφή, μιλούσε στην πραγματικότητα για τις γυναίκες και το συλλογικό τους δικαίωμα στην ιστορική μνήμη. 


Το συγγραφικό αυτό σχέδιο γίνεται ακόμη πιο ρητό στην επόμενη περίοδο, κατά την οποία η Κούλα Ξηραδάκη εγκαταλείπει τις μεμονωμένες γυναικείες μορφές και καταπιάνεται με την ιστορία ομάδων ή συλλογικοτήτων. Από το 1965 με την πρώτη έκδοση των Φιλελληνίδων έως σήμερα, ο πληθυντικός αντικαθιστά τον ενικό στο εξώφυλλο των βιβλίων της: Γυναίκες στη Φιλική Εταιρεία - Φαναριώτισσες, Παρθεναγωγεία και δασκάλες του υπόδουλου Ελληνισμού, Το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα, Πρωτοπόρες Ελληνίδες 1830-1936, Γυναίκες του '21, Οι γυναίκες στον ατυχή πόλεμο του 1987. Να σημειώσουμε εδώ τη σημασία της έρευνάς της στα αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από την οποία προέκυψε τόσο η δουλειά για τις παλιές δασκάλες όσο και Τα Κατοχικά, κατάλογοι εκτελεσθέντων την περίοδο της Κατοχής. Στα έργα αυτά, η αρχειακή έρευνα συμπληρώνεται με προφορικές μαρτυρίες, φωτογραφίες και γραπτά ντοκουμέντα. 


Από τον ενικό στον πληθυντικό, η μετάβαση σημαδεύεται και από μια σαφή αλλαγή στο είδος της γραφής: τις πρώτες της δουλειές, η Ξηραδάκη τις ονομάζει μυθιστορηματικές βιογραφίες, τις μεταγενέστερες ιστορικές μελέτες. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που παραμένει αναλλοίωτο, κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε σκληρό πυρήνα της δουλειάς της: ότι στο επίκεντρο τοποθετούσε -και συνεχίζει να τοποθετεί- τις γυναίκες, διαμαρτυρόμενη για την αποσιώπηση της ιστορίας τους. "Οι ιστοριογράφοι και οι απομνημονευματογράφοι του '21", γράφει κάπου χαρακτηριστικά, "διαπνεόμενοι από μια αναχρονιστική, ανδροκρατική αντίληψη, ανέφεραν τη γυναίκα παρεμπιπτόντως, όπου δεν την αγνόησαν παντελώς. Το ίδιο συνέβη και με τους ιστοριογράφους των μετά το '21 απελευθερωτικών αγώνων. Διαπνεόμενοι από την ίδια ανδροκρατική αντίληψη και αυτοί, όχι μόνο δεν εξετίμησαν την προσφορά της, αλλά πολλές φορές στην κυριολεξία την έθαψαν. Γιατί πώς αλλιώς να το πω, όταν π.χ. ο παπάς ενός χωριού, καταγράφοντας τις απώλειες μιας μάχης, απαριθμεί έναν προς έναν όλους τους αγωνιστές, και καλά έκανε, και για τις γυναίκες σημειώνει: 'εκ των επαναστατίδων εφονεύθησαν 5 και ετραυματίσθησαν 15'; Πώς αλλιώς να το πω;".



(Ελευθεροτυπία, 29/1/2000)






* Από τους συγγραφείς και φιλολόγους που αναφέρει η επιτροπή, μόνο ο Σακκάτος Βαγγέλης έχει πλούσια βιβλιογραφία, ο Χαλάτσας Γιώργης είναι γνωστός κυρίως για την επιμέλεια ποιημάτων του Τ. Βαρβιτσιώτη και η Φαίδρα Ζαμπαθά - Παγουλάτου αναφέρεται γενικώς και αορίστως ως ποιήτρια, πεζογράφος  αλλά κυρίως ως συνεργάτρια του Ριζοσπάστη. Οι υπόλοιποι αυστηρώς άγνωστοι. 


Παρακάτω η εργογραφία της Κούλας Ξηραδάκη, που απορρίφθηκε από την επιτροπή:



Ευανθία Καΐρη 1799-1866. Η Πρώτη Ελληνίδα Που Κατέκτησε Τη Μόρφωση. 1956, Ιδιωτική Έκδοση, σελ.79


Παρθεναγωγεία και δασκάλες του υποδουλού ελληνισμού (δίτομο). Απο τα αρχεια του ελεγκτικου συνεδριου. 1972, Ιδιωτική Έκδοση, σελ.350


Κατοχικά Τομ. Α. 1941 - 1944. 1975, Ιδιωτική Έκδοση, σελ.257


Η Αθήνα Πριν Εκατό Χρόνια. Ένας Φιλολογικός Περίπατος Ευθυμογραφήματα-Άρθρα-Πορτραίτα, 1982, εκδ. Κέδρος, σελ.178


Γυναίκες Του 21. Προσφορές Ηρωισμοί Και Θυσίες. 1995, εκδ.Δωδώνη, σελ.423


Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου 1809 - 1898. Η Γυναίκα Που Κλόνισε Τον Θρόνο Του Οθωνα. 1998, εκδ.Φιλιππότη, σελ 246


Η Ελλάδα των γυναικών. Διαδρομές στο χώρο και το χρόνο. (συλλογικό) 1992, Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ.350


Οι Γυναίκες Στον Ατυχή Πόλεμο Του 1897. 1994, εκδ.Φιλιππότη, σελ. 132


Σελίδες από τον αντιφασιστικό αγώνα στη Μέση Ανατολή 1941-1944. Μαρτυρίες και ντοκουμέντα. 1996, εκδ.Φιλίστωρ, σελ.112


Οι ξακουστοί πραματευτάδες. 1997, εκδ.Φιλιππότη, σελ.198


Φαναριώτισσες. Η συμβολή τους στα γράμματα, στις καλές τέχνες και στην κοινωνική πρόνοια. 1999, εκδ.Φιλιππότη, σελ.165


Γυναίκα Για Πάντα Λεύκωμα. Λεύκωμα. 2001, εκδ.Φιλιππότη, σελ.120


Κατοχικά. Κατάλογοι εκτελεσθέντων, ομαδικά σφαγιασθέντων αμάχων, πεσόντων της Αντίστασης: Φωτογραφίες, ντοκουμέντα, ενθύμια από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα 1941-1944: Τόμοι Α΄, Β΄, Γ΄, 2012, (επαν)εκδ.Κουκκίδα, σελ.473


Το Φεμινιστικό Κίνημα Στην Ελλάδα. Πρωτοπόρες Ελληνίδες 1830 - 1936. 1988, εκδ.Γλάρος, σελ. 169  Επανέκδοση: 2020, εκδ.Κουκκίδα, σελ.204






Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Μάσα Καλέκο - Κρίσιμες Ερωτήσεις



Υπάρχει ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Ξαναδιαβάζεις πότε πότε τα γράμματά μου;

Το μικρό χωριάτικο σπίτι με την κυρτή

ξύλινη στέγη είναι πάντοτε γραφικό όπως τότε;

Χτυπάει ακόμη το κουδούνι του σπιτιού τόσο τσιριχτά

και σταματάει μετά πάντοτε τρομαγμένο;...

Γαυγίζει πάντοτε ο Ντάκελ Γιούλιους τόσο βραχνά;

Τ’ απογεύματα είναι όπως τότε τόσο σιωπηλά;

Εξακολουθείς να μην έχεις τηλέφωνο;

Έχεις πάντοτε στο μπαλκόνι εκείνη την αιώρα;

Ακούς ακόμη δίσκους με Σούμπερτ

στο παλιό γραμμόφωνο;

Υπάρχουν πάντοτε κύβοι ζάχαρης για το τσάϊ;

Η Ιωάννα λέει πάντοτε

«Απαγορεύεται να πατάτε

στο γρασίδι του κήπου»;

Η θαλάσσια αύρα φυσά το πρωί πάντοτε τόσο δροσερή;

Χαμογελά την νύχτα η Σελήνη τόσο αμήχανη;

Ψάχνεις ποτέ να με βρεις στον δρόμο;

... Είναι ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Είναι ακόμη η φωτογραφία μου...; Μα αφού εγώ η ίδια την έσκισα!

Και μην πιστέψεις ότι μου λείπει η δικιά σου.

Απλά είναι φορές που θέλει κάποιος να μάθει ένα σωρό πράγματα,

όταν είναι μόνος, ολομόναχος...


(μετάφραση: Γιάννης Φαρμακίδης)



Η Mascha Kaléko (το βαφτιστικό της όνομα ήταν Golda Malka Aufen, 1907 - 1975) γεννήθηκε στην Πολωνία, αλλά μεγάλωσε στην Γερμανία. Άρχισε να γράφει ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, πρώτη παρουσία το 1929 - το 1933 οι Ναζί λογοκρίνουν τα ποιήματά της. Λίγο πριν την έναρξη του Β' ΠΠ, μεταναστεύει στην Νέα Υόρκη, επιστρέφει το 1956 (αλλού γράφει το 1960) στο Βερολίνο για να παραλάβει το βραβείο Fontane, το οποίο τελικά αρνείται επειδή θα της το έδινε ένας πρώην αξιωματούχος των Ναζί. Βιοποριζόταν ως γραμματέας και αυτή η θέαση πίσω από το γραφείο της μετριότητας και των περιορισμένων δυνατοτήτων της έδωσε το κύριο υλικό στην ποίηση της. Άλλοι διαβάζουν ανθρώπους καρικατούρες πρόωρα γερασμένοι σε μία παρακμιακή Δημοκρατία της Βαϊμάρης κι άλλοι διαβάζουν την ίδια τους τη ζωή - μία ζωή που περνάει, αδιαφορώντας πρακτικά για την υψηλή τέχνη. Χάρη σε φετινό doodle της Google και κυρίως χάρη στο μαγνητικό ασπρόμαυρο βλέμμα της πιο γνωστής της φωτογραφίας, πολλοί μαθαίνουν την ύπαρξη της. Ένα πανέξυπνο doodle γεμάτο φυτά, που ήταν και η κεντρική ποιητική εικόνα του ποιήματος  «Λίγη δόξα» («Das Bißchen Ruhm») - η φήμη, λέει η ποιήτρια, όπως και τα φυτά χρειάζονται καθημερινή φροντίδα. Μην ψάξετε βιβλίο της μεταφρασμένο στα ελληνικά. Δεν θα βρείτε, όπως και πολλών ακόμη γερμανόφωνων ποιητριών.