Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόμπελ Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

S. Beckett - Το τέλος του παιχνιδιού (απόσπασμα)

 


ΧΑΜ: Πάει τελείωσε, Κλοβ, τελειώσαμε. Δε σε χρειάζομαι πια.

(Παύση.)

ΚΛΟΒ: Ευτυχής σύμπτωσις.

(Πάει προς την πόρτα.)

ΧΑΜ: Άσε μου το κοντάρι.

(Ο Κλοβ του δίνει το κοντάρι, πάει προς την πόρτα, στέκεται, κοιτάει το ξυπνητήρι, το ξεκρεμάει, ψάχνει να βρει καμιά καλύτερη θέση, πάει προς τη σκαλίτσα, τοποθετεί πάω στη σκαλίτσα το ξυπνητήρι, ξαναγυρνάει στη θέση του πλάι στην πολυθρόνα. Παύση.)

ΚΛΟΒ: Σ’ αφήνω.

(Παύση.)

ΧΑΜ: Προτού φύγεις, πες κάτι.

ΚΛΟΒ: Δεν έχω τίποτα να πω.

ΧΑΜ: Δυο λόγια… που να μπορώ να τα γυροφέρω… στην καρδιά μου.

ΚΛΟΒ: Στην καρδιά σου!

ΧΑΜ: Ναι. (Παύση. Με ορμή.) Ναι! (Παύση.) Μαζί μ’ όλα τ’ άλλα, στο τέλος, τους ίσκιους, τους ψίθυρους, όλα τα βάσανα, για να τελειώνουμε μια για πάντα. (Παύση.) Κλοβ… (Παύση). Δε μου είπε ποτέ κουβέντα. Και στο τέλος, προτού φύγει, χωρίς εγώ να του ζητήσω τίποτα, μου μίλησε. Μου είπε…

ΚΛΟΒ, απαυδισμένος: Α…

ΧΑΜ: Κάτι… από την καρδιά σου.

ΚΛΟΒ: Την καρδιά μου!

ΧΑΜ: Δυο λόγια… από την καρδιά σου.

ΚΛΟΒ, βλέμμα απλανές, άχρωμη φωνή: Μου είπαν, Έτσι είναι ο έρωτας, ναι, ναι, πίστεψέ με, βλέπεις τι –

ΧΑΜ: Μίλα πιο καθαρά!

ΚΛΟΒ: -τι εύκολο που είναι. Μου είπαν, Έτσι είναι η φιλία, ναι, ναι, σε βεβαιώ, δε χρειάζεται να ψάξεις άλλο. Μου είπαν, Εδώ είναι, στάσου, σήκωσε το κεφάλι σου και κοίτα αυτή την ομορφιά. Αυτή την τάξη! Μου είπαν, Έλα τώρα, δεν είσαι δα κανένα ζώο, σκέψου τα αυτά και θα δεις πως όλα γίνονται ξεκάθαρα. Και απλά! Μου είπαν, Όλους αυτούς τους λαβωμένους που πεθαίνουν, με τι επιστημονική φροντίδα τους κοιτάνε. (Παύση.) Λέω στον εαυτό μου, Καμιά φορά, Κλοβ, πρέπει να καταφέρεις να δεινοπαθείς καλύτερα, αν θες να βαρεθούν να σε τιμωρούν – κάποτε. Λέω στον εαυτό μου, Καμιά φορά, Κλοβ, πρέπει να κάνεις πιο αισθητή την παρουσία σου, αν θες να σ’ αφήσουν να φύγεις – κάποτε. Μα νιώθω πολύ γέρος, και πολύ απόμακρος, για να μπορέσω ν’ αλλάξω συνήθειες. Δε θα τελειώσει λοιπόν ποτέ, δε θα φύγω ποτέ. (Παύση.) Ωσότου μια μέρα, ξαφνικά, τελειώνει, αλλάζει, δεν καταλαβαίνω, πεθαίνει ή πεθαίνω εγώ, ούτε αυτό το καταλαβαίνω. Ρωτάω τις λέξεις που απομένουν – ύπνος, ξύπνος, βράδυ, πρωί. Δεν έχουν τίποτα να πουν. (Παύση.) Ανοίγω την πόρτα του κελιού και φεύγω. Έχω τόσο καμπουριάσει που δεν βλέπω παρά τα πόδια μου, αν ανοίξω τα μάτια, κι ανάμεσα στις κνήμες μου λίγη μαυριδερή σκόνη. Λέω πως η γη έσβησε, μόλο που δε θυμάμαι να την είδα ποτέ να φέγγει. (Παύση.) Δεν χρειάζεται πια προσπάθεια. (Παύση.) Όταν θα σωριαστώ, θα κλάψω από ευτυχία.

(Παύση. Πάει προς την πόρτα.)

ΧΑΜ: Κλοβ! (Ο Κλοβ σταματάει χωρίς να γυρίσει προς τον Χαμ. Παύση.) Τίποτα. (Ο Κλοβ προχωρεί.) Κλοβ! (Ο Κλοβ σταματάει χωρίς να γυρίσει.)

ΚΛΟΒ: Είναι αυτό που λέμε: απέρχεται της σκηνής.

ΧΑΜ: Σ’ ευχαριστώ, Κλοβ… για τις υπηρεσίες σου.

ΚΛΟΒ, γυρνάει απότομα: Α, συγγνώμη, εγώ σ’ ευχαριστώ.




Μπέκετ, Σ. 2000. Το τέλος του παιχνιδιού, μτφ Κωστής Σκαλιόρας, εκδ. Ύψιλον, σελ.61-63


Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Wisława Szymborska - Ειλικρίνια

 






Να ‘μαστε λοιπόν, γυμνές ερωμένες,

όμορφες στα μάτια μας – κι αυτό φτάνει –

τα φύλλα των βλεφάρων μας τα μόνα μας σκεπάσματα,

ξαπλώνουμε καταμεσής της μαύρης νύχτας.

 

Όμως ξέρουν για μας, ξέρουν,

οι τέσσερις γωνιές, και η σόμπα δίπλα μας.

Επιδέξιες σκιές κι αυτές επίσης ξέρουν,

Το τραπέζι ξέρει, μα μένει σιωπηλό.

 

Τα φλιτζάνια μας ξέρουν μέχρι πάνω

γιατί κρυώνει το τσάι.

Κι ο γέρο-Σουίφτ μπορεί με σιγουριά να πει

ότι το βιβλίο του έχε μπει στην άκρη.

 

Ακόμη και τα πουλιά έχουν γνώση:

τα είδα να γράφουν στον ουρανό

θρασύτατα και φανερά

το ίδιο αυτό όνομα με το οποίο σε φωνάζω.

 

Τα δέντρα; Μπορείς να μου εξηγήσεις

το ακαταπόνητο ψιθύρισμά τους;

Και ο αγέρας μπορεί να ξέρει, μου λες,

το πώς, είναι μυστήριο.

 

Μια νυχτοπεταλούδα μάς ξάφνιασε μεσ’ από τις γρίλιες,

τα φτερά της χνούδια πούπουλα.

Η σιωπηλή της πορεία – κοίτα πώς φτερουγίζει

σ’ ένα επίμονο πηγαινέλα.

 

Ίσως βλέπει εκεί που τα μάτια μας αποτυγχάνουν

με ενός εντόμου την έμφυτη οξυδέρκεια.

Ποτέ δεν διαισθάνθηκα, ούτε εσύ μπορούσες να πεις

πως οι καρδιές μας φωτοβολούσαν στο σκοτάδι.



Από τη συλλογή "Άνθρωποι πάνω στη Γέφυρα", 1986

Μετάφραση: Ευαγγελία Καριοφυλλίδου



Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Β. Συμπόρσκα - Τέσσερις το πρωί





Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
Η ώρα για τους μεσόκοπους.

Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
Η ώρα που μας απαρνιέται η γή.
Η ώρα των σταγόνων από σβησμένα άστρα.
Η ώρα του "τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα".

Μια άδεια ώρα.
Άχαρη, στείρα.
Απ' όλες τις ώρες η χειρότερη.

Κανένας δεν ειναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
- ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
αν σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να ζούμε.

(μτφρ. Βασίλης Καραβίτης)


Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Albert Camus: Ο καλλιτέχνης [απόσπασμα της ομιλίας του στην Σουηδία το 1957]




Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ'όλα. Αντιθέτως μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές... Και αυτός που που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τονώσει την τέχνη και την διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο....Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ'όλα. Αντιθέτως μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές... Και αυτός που που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τονώσει την τέχνη και την διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο.... [...]



* Η υπογράμμιση δική μου. 



Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Νομπελίστες λογοτεχνίας: Καμίλο Χοσέ Θέλα

Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) υπήρξε διάσημος Ισπανός συγγραφέας, γνωστός για τις σκοτεινές ρεαλιστικές ιστορίες του που τοποθετούνται πάντα εντός και εκτός Μαδρίτης. Στα 26 του γράφει το περίφημο έργο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", ένα έργο τόσο όμοιο με τον "Ξένο" του Καμύ, ενώ θα ακολουθήσουνε γύρω στα 70 ακόμη έργα του μέχρι το θάνατο του, με πιο γνωστό το "Η Κυψέλη". Το τελευταίο περιγράφει τη ζοφερότητα στην ισπανική κοινωνία υπό το φρανκικό καθεστώς. Παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι ο Χοσέ Θέλα υπήρξε παρόλα αυτά ένας από τους υποστηρικτές του Φράνκο (ήταν πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας...)- κάπως έτσι γίνεται μυστήριος ο κόσμος των συγγραφέων. Ειδικά για ένα συγγραφέα όπως ο Χοσέ Θέλα, ο οποίος σκιαγραφεί τόσο προσεγμένα και με συνέπεια τους χαρακτήρες του, όπως ο Πασκουάλ Ντουάρτε (Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε), που παρόλο που διαπράττει το ένα έγκλημα μετά το άλλο, μεταφέρεται στις σελίδες του βιβλίου ως ένας κατατρεγμένος, αγγίζει σχεδόν τα όρια της συμπάθειας για τον αναγνώστη, πράγμα που δεν πετυχαίνει- ίσως και ηθελημένα- ο Καμύ, ή όπως τόσοι άλλοι πολλοί χαρακτήρες του, που περνούν από την εξαθλίωση και την ηθική απαξίωση των μικροκοινωνιών, αναρωτιέσαι έπειτα απ'όλα αυτά τι τον έκανε να γίνει υποστηρικτής ενός από τα πιο αδίστακτα και αιματηρά φασιστικά καθεστώτα... 
Το 1989 βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε":

     Υπάρχουν φορές που καλύτερα να πεθάνεις, να εξαφανιστείς αίφνης απ'το πρόσωπο της γης, να γίνεις αέρας, ή καπνός. Φορές που μοιάζουν ακατόρθωτες, μα που, αν ήταν δυνατόν να γίνουν, θα μας μετέτρεπαν σε αγγελούδια, θα μας προφύλαγαν απ'τις κακοτοπιές κι απ'το να συνεχίσουμε μες στο κρίμα και στην αμαρτία, θα μας ελευθέρωναν από τούτη την αρρωστημένη σάρκα, την οποία, σας διαβεβαιώ, δεν θα ξαναθυμόμασταν ποτέ πια- τόσο φριχτή είναι-, αλλά που κάποιος τώρα μας υποχρεώνει να μην την ξεχνάμε, και μας δηλητηριάζει την ψυχή. Τίποτα δε βρωμάει τόσο πολύ και τόσο άσχημα όσο η σαπίλα που αφήνει το κακό στη συνείδησή μας, όσο το σάπισμα τούτων των νεκρών, νεογέννητων ελπίδων που- εδώ και τόσον καιρό- έχει καταντήσει η ζωή μας!
     Η ιδέα του θανάτου έρχεται πάντα με το βήμα του λύκου, με τα σουρσίματα της έχιδνας, όπως όλες οι κακές σκέψεις. Δεν έρχονται ποτέ έτσι ξαφνικά οι ιδέες που μας βασανίζουν. Το αναπάντεχο στραγγαλίζει μερικές στιγμές, αφήνει όμως ξοπίσω του πολλά χρόνια ζωής. Οι σκέψεις που μας τρελαίνουν με τη μελαγχολία, τη χειρότερη μορφή τρέλας, φτάνουν πάντα σιγά σιγά, χωρίς να το πάρουμε είδηση, όπως δεν παίρνουμε είδηση την ομίχλη που πλημμυρίζει τον κάμπο, ή τη φυματίωση στα πνευμόνια μας. Προχωρεί, μοιραία, ακούραστα, αλλά αργά και με σταθερό ρυθμό, όπως ο σφυγμός. σήμερα δεν την καταλαβαίνουμε- ίσως ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο, ούτε σ'ένα μήνα. Περνά όμως ο μήνας κι αρχίζουμε να νιώθουμε πικρό το φαΐ κι οδυνηρή τη θύμηση. Μας έχει κιόλας αρπάξει. Περνούν οι μέρες κι οι νύχτες και γινόμαστε μονόχνωτοι, περίεργοι. Μέσα μας διασταυρώνονται ιδέες, σκέψεις που μας αναστατώνουν. Περνάμε ακόμα κι ολόκληρες βδομάδες δίχως να κάνουμε τίποτα. Αυτοί που μας περιστοιχίζουν συνηθίζουν πια τις ιδιοτροπίες μας και δεν εκπλήσσονται ούτε καν γι'αυτές. Μια μέρα όμως το κακό φουντώνει όπως οι θάμνοι, ξεχειλίζει. Δε χαιρετούμε πια του ανθρώπους. μας θεωρούν παράξενους, κάτι σαν ερωτευμένους. Αδυνατίζουμε, όλο κι αδυνατίζουμε, ενώ τα πυκνά μας γένια αραιώνουν όλο και περισσότερο. Αρχίζουμε να νιώθουμε το μίσος που μας θανατώνει. Δεν αντέχουμε άλλο τις ματιές του κόσμου. Η συνείδησή μας υποφέρει, αλλά δεν πειράζει, ας υποφέρει! Τα μάτια μας καίνε και γεμίζουν ένα δηλητηριώδες υγρό σαν κοιτάμε ίσια μπροστά. Ο εχθρός καταλαβαίνει την επιθυμία μας, αλλά δεν ανησυχεί. Το ένστικτο δε λαθεύει. Η δυστυχία είναι πρόσχαρη, φιλόξενη, και το πιο ανθρώπινο συναίσθημα μπορεί να εκσφενδονιστεί στην τεράστια πλατεία και να γίνει θρύψαλα. Το σκάμε σαν τ'αγριοκάτσικα, αλλά το κακό έχει ήδη εισχωρήσει μέσα μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση, τίποτα δεν μπορεί να γίνει πια. Αρχίζει η ιλιγγιώδης πτώση μας, για να μην ξανασηκωθούμε ποτέ. Ίσως να ανασηκώσουμε λίγο το κορμί μας την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ρίξουμε κατακόρυφη βουτιά με το κεφάλι στην κόλαση... 
Μεγάλο κακό. 


Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Νομπελίστες λογοτεχνίας: Περλ Μπακ


Βορειοαμερικανίδα συγγραφέας από τη Βιρτζίνια (1892-1973). Κόρη ιεραπόστολου, από πολύ μικρή πήγε στην Κίνα, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Η ενεργητικότητά της φάνηκε από τη μικρή της ηλικία. Γοητεύτηκε με τα έργα του Καρόλου Ντίκενς και όπως ομολογεί η ίδια, την επηρέασε περισσότερο απ` όλους και του χρωστά πολλά. Το 1909 επέστρεψε στις Η.Π.Α. για να συμπληρώσει τις σπουδές της και αργότερα γύρισε στην Κίνα. Το πρώτο πλήγμα δέχτηκε με το θάνατο της μητέρας της, της οποίας έγραψε τη βιογραφία ("Η εξόριστη") και μ` αυτό το έργο άρχισε τη συγγραφική της σταδιοδρομία. Πολυάσχολος άνθρωπος, ασχολούνταν συγχρόνως με τη συγγραφή και τη διδασκαλία σε δύο πανεπιστήμια. Το δράμα της για το διανοητικά καθυστερημένο παιδί της έδωσε τη συγκλονιστική ιστορία "Το παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ". Στη συνέχεια τελείωσε τα έργα "Ανατολικός και δυτικός άνεμος" και "Καλή γη".  Στα έργα της αναλύει τις εμπειρίες της από την παιδική της ηλικία και από τη σκληρή ζωή των αγροτών της Κίνας, όπου γεύτηκε την πείνα, τη δυστυχία, από τα ήθη και τα έθιμα του μακρινού αυτού τόπου ("Ένα διαιρεμένο σπίτι", "Οι πολλοί μου κόσμοι", "Μία γέφυρα για πέρασμα", "Σκορπισμένο σπίτι", "Περήφανη καρδιά", "Θάνατος στον Πύργο", "Η μάνα" κ.ά.). 
Το 1938 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, αφού είχε ήδη τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ. Αυτό όμως δεν έμελλε να προσφέρει την αθανασία στην συγγραφέα που παρουσίασε στα βιβλία της την προμαοϊκή Κίνα και υπερασπίστηκε όσο λίγοι τα παιδιά με διανοητικά προβλήματα. 


Ακολουθεί απόσπασμα από το εξαίρετο διήγημα της "Η Μάνα". Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Κίνα των αρχών του εικοστού αιώνα και επικεντρώνεται στη μορφή της μητέρας, η οποία, πρότυπο αγάπης, κατανόησης και προσφοράς, στηρίζει την παραδοσιακή πατριαρχική οικογένεια.



Έχει καμιά διαφορά η μια μέρα από την άλλη κάτω από τον ουρανό για μια μάνα; To πρωί η μάνα ξύπνησε και σηκώθηκε πριν ακόμα χαράξει η αυγή, κι ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τα πουλερικά και το γουρούνι, πήγε το νεροβούβαλο μέσα στο μαντρί, και καθάρισε όσες βρομιές είχαν κάνει τη νύχτα, τις μάζεψε και τις έκανε ένα σωρό, σε μια γωνιά του μαντριού. Ενώ οι άλλοι ήταν ακόμη ξαπλωμένοι, πήγε στην κουζίνα, άναψε τη φωτιά και έβρασε το νερό για να πιούνε ο άντρας και η γριά όταν σηκώνονταν, και λίγο από αυτό το έριξε σε μια ξύλινη λεκάνη για να δροσίσει λίγο και να μπορέσει να πλύνει τα μάτια του κοριτσιού.
         Κάθε πρωί τα μάτια του κοριτσιού ήταν σφιχτά κλεισμένα και δεν μπορούσε να δει καθόλου ώσπου να του τα πλύνει. Στην αρχή το παιδί φοβόταν, όπως και η μάνα, αλλά η γριά σφύριξε:
         «Έτσι ήμουνα κι εγώ, σαν ήμουνα μικρή, μα δεν πέθανα!».
         Τώρα το είχαν συνηθίσει και ήξεραν ότι δε σήμαινε τίποτε έξω από το ότι κάμποσα παιδιά ήταν έτσι κι ότι δεν πέθαναν από αυτό. Μόλις που είχε ρίξει νερό στη λεκάνη, όταν πρόβαλαν τα παιδιά, το αγόρι κρατώντας το κορίτσι από το χέρι. Είχαν βγει συρτά από το κρεβάτι χωρίς να κάνουν θόρυβο, χωρίς να ξυπνήσουν τον άντρα που έτρεμαν το θυμό του, γιατί παρ' όλους τους καλούς και κεφάτους τρόπους που είχε, όταν ήθελε να είναι κεφάτος και καλός, ο άντρας ήταν ικανός να θυμώσει και να τα ξυλοφορτώσει άγρια αν τον ξυπνούσαν πριν από την ώρα του. Τα δυο τους στέκονταν βουβά στην πόρτα κοιτάζοντας τη μάνα και το αγόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του και χασμουριόταν, αλλά το κοριτσάκι καθόταν υπομονετικά περιμένοντας, με τα μάτια σχεδόν κατάκλειστα. Ύστερα η μάνα σηκώθηκε βιαστικά και παίρνοντας την γκρίζα πετσέτα που ήταν κρεμασμένη σ' έναν ξύλινο γάντζο, βούτηξε τη μια της άκρη στη λεκάνη και σιγά σιγά καθάρισε τα μάτια του κοριτσιού. Το παιδί κλαψούρισε, χωρίς να βγάζει ήχο από το στόμα του, μόνο με την ανάσα του, και η μάνα αναλογίστηκε, όπως κάθε πρωί:
         «Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσω την αλοιφή για τα μάτια αυτού του παιδιού. Κάποτε πρέπει να φροντίσω και γι' αυτό. Αν δεν το ξεχάσω όταν πουληθεί το φορτίο με το άχυρο του ρυζιού, την άλλη φορά, θα του πω να πάει σ' ένα μαγαζί με φάρμακα - υπάρχει κάποιο κοντά στην πύλη στα δεξιά, κατηφορίζοντας σ' ένα μικρό δρομάκι».
       Ενώ το σκεφτόταν αυτό, ο άντρας πρόβαλε στην πόρτα φορώντας τα ρούχα του. Χασμουρήθηκε δυνατά κι ύστερα έξυσε το κεφάλι του. Εκείνη είπε φωναχτά τη σκέψη της:
         «Όταν θα πας να πουλήσεις αυτό το δεμάτι με το άχυρο του ρυζιού, να πας και σε κείνο το μαγαζί που είναι κοντά στην Πύλη του Νερού και να ζητήσεις καμιά αλοιφή ή κανένα άλλο φάρμακο για πονεμένα μάτια σαν και τούτα».
         Όμως ο άντρας ήταν ακόμα βαρύς από τον ύπνο κι απάντησε θυμωμένα:
         «Και γιατί να ξοδέψουμε από το λίγο έχει μας για πονεμένα μάτια, αφού δε θα πεθάνει ποτέ από δαύτα.* Είχα κι εγώ πονεμένα μάτια όταν ήμουνα μικρός κι ο πατέρας μου ποτέ του δεν ξόδεψε τα λεφτά του για μένα, μόλο που ήμουνα ο μοναδικός γιος που του είχε απομείνει».
         H μάνα, καταλαβαίνοντας πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να μιλήσει, δεν είπε τίποτε παραπάνω και πήγε να του βάλει το νερό του. Ήταν όμως κάπως θυμωμένη και δεν του το έδωσε στο χέρι, αλλά το άφησε στο τραπέζι για να το πάρει μόνος του, αλλά δεν είπε τίποτα και ξέχασε την υπόθεση, για την ώρα. H αλήθεια ήταν ότι πολλά παιδιά είχαν πονεμένα μάτια, και γίνονταν καλά όταν μεγάλωναν, όπως και ο άντρας, που, μόλο που τα μάτια του είχαν κάτι σημάδια γύρω από τα βλέφαρα, που φαίνονταν, αν τα κοίταζε κανένας κατά πρόσωπο, έβλεπε καλά όταν δεν ήταν πολύ μικρό εκείνο που περιεργαζόταν. Δεν ήταν όμως από κείνους τους μορφωμένους που ζούνε με τα βιβλία και πρέπει να βλέπουνε καλά, κι έτσι αυτό δεν είχε σημασία.
         Ξάφνου η γριά αναταράχτηκε και φώναξε αδύναμα, και η μάνα τής έφερε ένα κύπελλο με ζεστό νερό, της το έδωσε να το πιει πριν σηκωθεί, και η γριά το ρούφηξε με θόρυβο και ρεύτηκε όλα τα κακά αέρια που έρχονταν από το άδειο στομάχι της, βόγκηξε λίγο και παραπονέθηκε για την ηλικία της, που την έκανε να νιώθει αδύναμη τα πρωινά.
         H μάνα γύρισε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό, και τα παιδιά κάθισαν κοντά της πάνω στο χώμα περιμένοντας κουβαριασμένα γιατί το πρωί ήταν κρύο. Το αγόρι σηκώθηκε στο τέλος και πήγε κοντά στη μάνα του που τάιζε τη φωτιά, αλλά το κορίτσι έμεινε μόνο του. Ξαφνικά ο ήλιος πρόβαλε πάνω από τους ανατολικούς λόφους και το φως ξεχύθηκε σε μεγάλες φωτεινές αχτίνες, που έπεσαν πάνω στα μάτια του παιδιού κι εκείνο τα έκλεισε αμέσως. Άλλοτε θα έκλαιγε, αλλά τώρα πήρε μόνο μια βαθιά ανάσα, όπως θα έκανε ένας μεγάλος, και κάθισε φρόνιμο με τα βλέφαρα σφιχτά κλεισμένα και δεν κουνήθηκε καθόλου μέχρι που ένιωσε τη μάνα του να του βάζει μπροστά του μια γαβάθα με φαγητό.
         Ναι, είναι αλήθεια ότι όλες οι μέρες ήταν όμοιες για τη μάνα, αλλά ποτέ της δεν τις βρήκε στενόχωρες ή πληκτικές κι ήταν αρκετά ευχαριστημένη με το πέρασμά τους. Αν κανένας τη ρωτούσε, θ' άνοιγε διάπλατα εκείνα τα φωτεινά της μάτια και θα έλεγε: «Μα η γης αλλάζει από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή κι έπειτα είναι και το ωρίμασμα της σοδειάς από τη γη μας, και η πληρωμή των σπόρων στον ιδιοκτήτη για τη γη που νοικιάζουμε, κι είναι και οι γιορτές και οι σχόλες και η Πρωτοχρονιά, ναι, ακόμα και τα παιδιά αλλάζουν και μεγαλώνουν, και βρίσκω απασχόληση φτιάχνοντας κι άλλα, και για μένα δεν υπάρχει τίποτα που να μην αλλάζει και όλα αλλάζουν αρκετά για να με κάνουν να δουλεύω από την αυγή ώσπου να πέσει το σκοτάδι, τ' ορκίζομαι».
         Όταν της περίσσευε λίγος χρόνος, υπήρχαν άλλες γυναίκες στο χωριουδάκι, αυτή που ήταν να γεννήσει κι εκείνη που θρηνούσε ένα παιδί που είχε χάσει, ή μια άλλη που είχε κάποιο σχέδιο να κεντήσει ένα λουλούδι πάνω σε παπούτσι ή κανένα καινούριο τρόπο για να κοπεί ένα πανωφόρι. Ήταν και μέρες που πήγαινε στην πόλη για να πουλήσει σπόρο ή λάχανα μαζί με τον άντρα της, κι εκεί στην πόλη μπορούσες να δεις περίεργα πράγματα και να τα σκεφθείς, αν βέβαια περίσσευε χρόνος για σκέψη. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι αυτή η γυναίκα ήταν από κείνες που μπορούσαν να ζουν ικανοποιημένες με τον άντρα και τα παιδιά χωρίς να σκέφτονται τίποτε άλλο. Εκείνης της έφτανε να γνωρίζει συχνά όλο τον πόθο του άντρα, να πιάνει παιδί μ' αυτόν, να ξέρει ότι μια ζωή μεγαλώνει μέσα στο ίδιο της το κορμί, να νιώθει αυτή την καινούρια σάρκα να παίρνει μορφή και να μεγαλώνει, να γεννάει και να νιώθει τα μωρουδίστικα χείλια να πίνουν από το στήθος της. Της έφτανε να ξυπνάει με το χάραμα, να ταΐζει την οικογένειά της, να ταΐζει τα ζώα, να σπέρνει τη γης και να μαζεύει τον καρπό της, να τραβάει νερό από το πηγάδι για να πιουν, να περνάει μέρες ολάκερες στους λόφους συνάζοντας αγριόχορτα και να νιώθει τον ήλιο και τον άνεμο πάνω της. Χαιρόταν όλη τη ζωή της, τη γέννα, τη δουλειά στα χωράφια, τον ύπνο, το φαγητό και το νερό που έπινε, το σκούπισμα και το συγύρισμα του σπιτιού, τα καλά λόγια από τις γυναίκες του χωριού που την παίνευαν για την προκοπή και για το ράψιμό της. Ακόμα και ο τσακωμός με τον άντρα της ήταν καλός και δυνάμωνε το πάθος που ένιωθε ο ένας για τον άλλο. Έτσι ξυπνούσε κεφάτη κάθε πρωί.
         Αυτή τη μέρα, αφού έφαγε ο άντρας, κι αφού στέναξε, πήρε το σκαλιστήρι του και ξεκίνησε κάπως άκεφα, όπως το συνήθιζε πάντα, για το χωράφι, κι εκείνη καθάρισε τις γαβάθες, έβαλε τη γριά να καθίσει στον ήλιο, κάτω από τη ζεστασιά του, και πρόσταξε τα παιδιά να μην παίζουν κοντά στη γούρνα. Ύστερα πήρε το σκαλιστήρι της και ξεκίνησε κι εκείνη σταματώντας μια δυο φορές για να κοιτάξει πίσω της. H αδύναμη φωνή της γριάς μόλις που ακουγόταν και η μάνα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γριά ήταν να προσέχει την πόρτα και το έκανε με περηφάνια. Μόλο που ήταν γριά και μισότυφλη, μπορούσε να διακρίνει αν πλησίαζε κανένας που δεν έπρεπε και θα έμπηγε αμέσως τις φωνές. Ήταν ενοχλητική γριά και οι ενοχλητικοί γέροι είναι χειρότεροι κι από τα παιδιά, γιατί δεν μπορείς να τους χαστουκίσεις όπως τα παιδιά. Κι όμως, όταν η γυναίκα του ξαδέρφου είπε κάποτε: «Θα είναι πολύ καλό για σένα να πεθάνει αυτό το γέρικο πράμα, που είναι τόσο γερασμένο και στραβό, κι όλο πόνους και γκρίνια για το φαγητό», η μάνα είχε απαντήσει με τον ήρεμο τρόπο που έπαιρνε όταν ένιωθε κάποτε κρυφή στοργή: «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι».
         Ναι, η μάνα ποτέ της δεν μπορούσε να κάνει την καρδιά της να σκληρύνει απέναντι σε μια γριά σαν κι εκείνη. Είχε ακούσει για γυναίκες που περηφανεύονταν ότι είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα σπίτια τους ενάντια στις πεθερές τους και πως δεν μπορούσαν να ανεχτούνε τον κακό τους τρόπο. Όμως σ' αυτή τη νεαρή μάνα, η γριά φαινότανε σαν να ήτανε ένα ακόμα παιδί της, ολότελα ξεμωραμένο, που ήθελε τούτο και το άλλο, όπως τα παιδιά. Έτσι καμιά φορά τής φαινόταν κουραστικό να τρέχει εδώ κι εκεί πάνω στους λόφους την άνοιξη, ψάχνοντας να βρει ένα χόρτο που πολύ το 'χε πεθυμήσει η δύστυχη γριά, όμως, όταν έφτασε κάποιο καλοκαίρι κι έπεσε βαριά διάρροια στο χωριό, τόσο βαριά που πέθαναν δυο ολόγεροι άντρες, μερικές γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά, και η γριά ήταν του θανατά, ή τουλάχιστον έτσι τους φαινόταν, αγόρασαν το καλύτερο φέρετρο που μπόρεσαν να βρουν και το ετοίμασαν. Η γριά όμως δεν πέθανε και η νεαρή μάνα ένιωσε αληθινή χαρά όταν την είδε πως γαντζώθηκε στη ζωή και κατάφερε να ζήσει. Ναι, μόλο που η σκληρόπετση* γριά είχε λιώσει δυο νεκρικά φορέματα, η μάνα ήταν ευτυχισμένη που ζούσε ακόμα. Όλο το χωριό το είχε για αστείο το πώς κρεμόταν στη ζωή. Το κόκκινο ρούχο που είχε φτιάξει η μάνα για να τη θάψει, το φορούσε κάτω από το γαλάζιο, όπως ήταν έθιμο σ' εκείνα τα μέρη, μέχρι που να λιώσει και να πεταχτεί και η γριά ανυπομονούσε και δεν αισθανότανε καλά ώσπου η μάνα τής ετοίμασε καινούριο. Και τώρα, φορούσε αυτό το δεύτερο χαρούμενη κι αν κανένας τής φώναζε: «Ακόμα εδώ είσαι, γριούλα;», απαντούσε κεφάτα: «Ναι, εδώ είμαι και φοράω τα καλά μου νεκρικά φορέματα. Εκείνα λιώνουν, εγώ ζω. Τα λιώνω και ούτε που ξέρω πόσα θα λιώσω ακόμα».
         Και η γριά γελούσε καθώς σκεφτόταν πόσο όμορφο αστείο ήταν που ζούσε και που δεν έλεγε να πεθάνει.
         Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, η μάνα χαμογέλασε κι άκουσε τη φωνή της γριάς: «Ησύχασε, καλή μου κόρη — εγώ είμαι εδώ και φυλάω την πόρτα».
         Ναι, θα της λείψει πολύ όταν θα πεθάνει αυτή η γέρικη ψυχή. Αλλά τι σημασία έχει που θα της λείψει; Η ζωή ερχόταν κι έφευγε την ορισμένη ώρα και δεν μπορείς να ελπίζεις πως θα ξεφύγεις από την ώρα σου.
         Κι έτσι η μάνα συνέχισε ήσυχη το δρόμο της.



μτφρ. Κώστας Κυριαζής, Πάπυρος



Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Νομπελίστες Λογοτεχνίας: Μώρις Μαίτερλινκ


Αν και δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να συγκινηθεί από το νόμπελ λογοτεχνίας (όπως και κάθε νόμπελ), ωστόσο θα ξεκινήσω ένα αφιέρωμα, στο οποίο θα αναφέρονται ορισμένοι αξιόλογοι συγγραφείς που έχουν βραβευθεί (και) με νόμπελ. Η πρώτη αναφορά είναι για τον σπουδαίο Βέλγο συγγραφέα Μώρις Μαίτερλινκ.


Να που βρισκόμαστε. Δεν είναι για μας, για τη ζωή μας και για το σύμπαν το δικό μας παρά μόνο ένα συμβάν σημαντικό, ο θάνατος. Αυτός είναι το σημείο, όπου συνενώνονται και συνωμοτούνε εναντίον της ευτυχίας μας όλα όσα ξεφεύγουν την επαγρύπνηση μας. Όσο πιότερο οι σκέψεις μας αγωνίζονται ν’ απομακρυνθούν απ’ αυτόν, τόσο συνωστίζονται τριγύρω του. Όσο πιότερο τον φοβόμαστε τόσο πιο επίφοβος γίνεται, γιατί δεν τρέφεται παρά από τους φόβους μας. Όποιος ζητάει να τον λησμονήσει γεμίζει μ’ αυτόν τη μνήμη του, όποιος προσπαθεί να τον ξεφύγει δε συναντά παρά μονάχα αυτόν. Σκοτεινιάζει όλα με τον ίσκιο του. Αλλά αν τον σκεπτόμαστε αδιάκοπα, τον σκεπτόμαστε άγνωρα μας και χωρίς να μάθουμε να τον γνωρίζουμε. Εξαναγκάζουμε την προσοχή μας να του γυρίζει τις πλάτες αντί να πηγαίνουμε προς αυτόν με το πρόσωπο ψηλά. Απομακρύνοντες απ’ αυτόν τη θέληση μας εξαντλούμε όλες τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Τον παραδίδουμε στα σκοτεινά χέρια του ενστίκτου και δεν του χαρίζουμε ούτε μια ώρα της διανόησής μας. Είναι λοιπόν εκπληκτικό το ότι η ιδέα του θανάτου, που θα ‘πρεπε να ‘ναι η πιο τέλεια και η πιο φωτεινή από τις ιδέες μας, γιατί είναι η πιο επίμονη και η πιο αναπόφευκτη απ’ όλες, απομένει η πιο σακάτικη και η πιο οπισθοδρομημένη; Πώς θα μπορούσε να γνωρίσουμε τη μοναδική δύναμη που δεν την κοιτάζουμε ποτέ κατά πρόσωπο; Πώς θα επωφελείτο αυτή από τις φωτερές λάμψεις που δεν ανάβονται παρά για να τη διώξουν; Για να βυθομετρήσουμε τις αβύσσους της προσμένουμε τις στιγμές τις πιο ασθενικές, τις πιο ρημαγμένες της ζωής. Δεν την σκεπτόμαστε παρά όταν δεν έχουμε πια τη δύναμη, δε λέω να σκεπτόμαστε, αλλά να αναπνέουμε. Ένας άνθρωπος άλλου αιώνα ξαναγυρίζοντας ανάμεσα μας, δε θ’ αναγνώριζε δίχως κόπο, στα μύχια μιας σημερινής ψυχής, την εικόνα των θεών του, τα καθήκοντα του, της αγάπης του ή του κόσμου του αλλά την όψη του θανάτου του, όταν όλα έχουν αλλάξει γύρα του, κι όταν ακόμα εκείνο που τον αποτελεί και που απ’ αυτό εξαρτάται έχει σβήσει, θα την ξανάβρισκε σχεδόν άθικτη, τέτοια όπως τη σχεδιαγράφησαν οι πατέρες μας εδώ κι εκατοντάδες, πες εδώ και χιλιάδες χρόνια. 

***

Απόσπασμα του φιλοσοφικού δοκιμίου "Ο Θάνατος". Ο Μώρις Μαίτερλινκ (1862-1949) είναι ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς που ανέδειξε το Βέλγιο. Γεννήθηκε το 1862 στη Γάνδη. Το 1886 πήγε στο Παρίσι όπου γνωρίστηκε με τους Γάλλους συμβολιστές και υιοθέτησε τις αρχές τους. Μερικά από τα γνωστότερα του έργα είναι η ποιητική συλλογή ΄΄Θερμοκήπια΄΄, τα θεατρικά ΄΄Πριγκίπισσα Μαλένα΄΄ και ΄΄Το γαλάζιο πουλί΄΄ και τα δοκίμια ΄΄Η ζωή των μελισσών΄΄ και ΄΄Ο Θάνατος΄΄. Το 1911 βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας.


«Δέηση»
Κύριε, την άθλια μου γνωρίζεις μοίρα!
Κοίταξε τι σου φέρνω από δω κάτου,
Σου φέρνω από της γης τ’ άνθη τα στείρα,
Κ’ ήλιο σου φέρνω σε στιγμή θανάτου.

Την τόση κούρασή μου κοίτα επίσης,
Τη μαύρη αυγή, το σβησμένο φεγγάρι,
Έλα τη μοναξιά μου να γεμίσεις
Με τη δική σου δόξα και τη χάρη.

Κάμε ν’ ανοίξει ο δρόμος σου μπροστά μου,
Φώτισε, Κύριε, την ψυχή που σιγολυώνει,
Γιατί έχω τόση θλίψη, που η χαρά μου
Μοιάζει σαν χλόη που σκέπασε το χιόνι.


[Μτφ. Μηνάς Δημάκης]