Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Α. Παπαδιαμάντης - Μαρτυρίες και Ιστορίες



Την αγάπη μας για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη την έχουμε δείξει από την πρώτη στιγμή εδώ, σ'αυτό το blog και μέχρι και τη λήξη του (όποτε έρθει) θα εξακολουθούμε να αναφερόμαστε σ'αυτό τον μεγάλο πεζογράφο. Άλλωστε και ο ίδιος μας βοηθά, με τον χαρακτήρα του, το συγγραφικό του έργο, τη ζωή του, τα έργα και τις μέρες του... 
Στην συγκεκριμένη ανάρτηση θα παρουσιασθούν κάποιες σκόρπιες μαρτυρίες και αναφορές που αφορούν τον Παπαδιαμάντη. 



~ ~ ~ ~ ~ 

Ἡ παρακάτω συνομιλία τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὸν Π. Νιρβάνα ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης δούλευε μέχρι ἀργὰ τὸ βράδυ ὡς μεταφραστὴς στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολη (1892). Τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρνε ἦταν ἀρκετά, μὰ δούλευε ἀτελείωτες ὧρες συχνὰ μέχρι τὰ μεσάνυχτα μεταφράζοντας κείμενα ἀπὸ γαλλικὲς καὶ ἀγγλικὲς ἐφημερίδες, χωρὶς διακοπή, οὔτε τὶς Κυριακές. Σπάνια ὁ Γαβριηλίδης τὸν ἄφηνε νὰ φύγει νωρίτερα, μόνο ὅταν ἀργοῦσε τὸ εὐρωπαϊκὸ ταχυδρομεῖο ἢ ὑπῆρχαν πολλὲς ἑλληνικὲς εἰδήσεις.
-Γιὰ ποῦ τόσο βιαστικός; τὸν ρώτησε. -Ἄφησέ με, τοῦ ἀπάντησε ὁ Παπαδιαμάντης. Τρέχω νὰ προφτάσω τὸν ἥλιο. Ἔχω ἕνα μήνα νὰ τὸν δῶ καὶ τρέχω νὰ τὸν προφτάσω πρὶν βασιλέψει. 




Ἐντυπωσιακὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Π. Νιρβάνα, ποὺ δούλεψε μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντη στὸ «ΑΣΤΥ» τὴν περίοδο 1899-1902: Μοῦ μένει ἐντυπωμένη ἡ πρώτη φορά, ποὺ εἶχε ἔρθει ν᾿ ἀναλάβῃ ὑπηρεσία στὸ γραφεῖο. Ὁ κ. Κακλαμάνος, ἀφοῦ τοῦ μίλησε γιὰ τὴ δουλειά, ποὺ εἶχε νὰ κάνῃ, ἔφτασε μὲ κάποια ἐπιφύλαξη καὶ στὸ ζήτημα τοῦ μισθοῦ. -Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι ἑκατὸν πενήντα δραχμές… τοῦ εἶπε. Ὁ Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σὰ νὰ ἔκανε κάποιους ὑπολογισμοὺς μὲ τὸ νοῦ του. -Μήπως εἶναι λίγα τοῦ εἶπε δειλὰ ὁ κ. Κακλαμάνος, ἕτοιμος ν᾿ αὐξήσῃ τὸ ποσό, ποὺ εἶχε προτείνει. Τότε ἄκουσα ἀπ᾿ τὰ χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη τὴ μοναδικότερη ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσῃ ἄνθρωπος σὲ τέτοια στιγμή. -Πολλὲς εἶναι 150… εἶπε. Μὲ φτάνουνε 100… Καὶ ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη. 


Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης σύχναζε στὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη στὴν ὁδὸ Σαρρῆ, κοντὰ στοῦ Ψυρῆ. Ἐκεῖ ἔτρωγε, ἐκεῖ ἔπινε, ἐκεῖ συναντοῦσε τοὺς φίλους του, καὶ ὅποτε εἶχε ἔμπνευση, ἀποτραβιόταν στὸ βάθος κι ἔγραφε κάποιο διήγημα. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μπακάλικου, ὁ κυρ-Δημήτρης ὁ Καχριμάνης τὸν σεβόταν καὶ τοῦ ἔκανε πίστωση, ἐνῷ τοῦ εἶχε πάντα φυλαγμένο φαγητὸ ἐκτὸς ἀπὸ Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης νήστευε καὶ τοῦ ἔφερναν λαδερὸ φαγητὸ ἀπὸ τὸ γειτονικὸ μαγειρεῖο τοῦ μπαρμπα-Γιώργη. Συχνὰ ὁ Παπαδιαμάντης καλοῦσε καὶ τὸν ἐξάδελφό του Ἀλ. Μωραϊτίδη γιὰ νὰ φᾶνε μαζί. Τὸ μπακάλικο τοῦ Καχριμάνη τὸ προτιμοῦσε γιατὶ διέθετε πολὺ καλὸ κρασί. Καθόταν ὧρες ἀμίλητος καὶ παρατηροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔμπαινε γιὰ νὰ ψωνίσῃ. Εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια σύχναζε σ᾿ αὐτὸ τὸ μαγαζὶ καὶ ἀρκετὰ ἀπ᾿ τὰ διηγήματά του τὰ ἐμπνεύστηκε ἀπὸ ἐμπειρίες ποὺ ἔζησε ἐκεῖ.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ βιογραφικὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΑΠΑΝΤΑ» Ἐκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ



Ὁ Γιῶργος Σεφέρης θυμᾶται μία ἐπίσκεψή του στὴ Σκιάθο, τὸ 1930: «Σπίτι τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ γριὰ ἀδερφή του ἔκλαιγε καθὼς μᾶς μιλοῦσε γι᾿ αὐτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινὴ ράτσα. Τὸ σπιτάκι καθαρὸ καὶ ἀσπρισμένο, μία μεγαλωμένη φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στὸν τοῖχο στὴν κάμαρα ὅπου πέθανε. Ἀπὸ τὸ παράθυρο ὡς τὸ μικρὸ σκιαθίτικο τζάμι, ἕνα στρῶμα κατάχαμα σκεπασμένο μ᾿ ἕνα κιλίμι. Ἐκεῖ πάνω ξεψύχησε (2 Ἰανουαρίου), ἀφοῦ ζήτησε νὰ τὸν σηκώσουν καὶ νὰ τὸν καθίσουν κοντὰ στὴ φωτιά. Τὸ μόνο βιβλίο του ποὺ εἶδα πάνω στὸ μικρὸ τραπέζι, μία φτηνὴ ἀγγλικὴ ἔκδοση (Omnibus) τοῦ Σαίξπηρ.»


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΜΕΡΕΣ Α´» Ἐκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ




Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστὸς τύπος. Μιὰ φορὰ ὅμως πῆρε τὸ θάρρος καὶ ἀπήγγειλε στὸν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τὸν πειράξει:
-Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε! Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
-Ἐγὼ δὲν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τὰ μάτια. Ὁ ἥρωάς μου ἔχει!




Στὶς ἐφημερίδες δούλευε κυρίως ὡς μεταφραστής. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ εἶχε ἕνα καταχθόνιο μυστικό: Ἔκανε ἀκατανόητα στὴ μετάφραση τὰ βλάσφημα κηρύγματα τῶν σοφῶν!
«Καταχθόνιο μυστικὸ ἑνὸς χριστιανοῦ καὶ ἁμαρτία ἑνὸς ἁγίου», σημείωσε ὁ Παῦλος Νιρβάνας.




Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου - Η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος



Γράφει ο Γ. Παπακώστας, καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου είναι η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος. Πρώτη, αφού η παλαιότερη στα χρόνια Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832) ουσιαστικά περιορίστηκε μόνο στην αυτοβιογραφία της. H Παπαδοπούλου πέθανε στο νοσοκομείο του Βαλουκλή στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου καταγόταν, στις 8 Μαρτίου 1906, σε ηλικία τριάντα εννέα ετών από καρκίνο του στομάχου. Στα εν λόγω «Φιλανθρωπικά Καταστήματα» η Παπαδοπούλου κατέληξε ύστερα από μεγάλη προσωπική περιπέτεια και περιδίνιση, αφού οι συνθήκες την είχαν αναγκάσει να κινηθεί μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως, Σηλυβρίας (Θράκης), Βουκουρεστίου και Θεσσαλονίκης.
H Παπαδοπούλου υπήρξε εκπαιδευτικός. Σπούδασε στο ονομαστό Παρθεναγωγείο «Παλλάς» της Πόλης απ’ όπου και αποφοίτησε, παίρνοντας το πτυχίο της δασκάλας. Αρχικά δίδαξε στα εκεί εκπαιδευτήρια και για ένα χρονικό διάστημα υπήρξε οικοδιδασκάλισσα των παιδιών του γνωστού γιατρού Φώτη Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκπροσώπους του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην Πόλη. H ταύτιση του ονόματός της με τον Φωτιάδη, η κοινωνική της δράση και κυρίως η δημοσίευση διηγημάτων της σε μια γλώσσα αποκλίνουσα από την καθαρεύουσα, στάθηκαν οι λόγοι που η Παπαδοπούλου προκάλεσε την αντίδραση των δημοσιογραφικών, εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών κύκλων της Πόλης.

* Δημοσιεύσεις και αντιδράσεις

H έκδοση, το 1887, του «Ημερολογίου των Κυριών», μέσω του οποίου προβάλλονταν κυρίως γυναικεία θέματα, η ίδρυση του «Προοδευτικού Συλλόγου Κυριών», το 1893, η έκδοση, μαζί με τον ποιητή Ιω. Γρυπάρη, του αξιόλογου φιλολογικού-λογοτεχνικού περιοδικού «Φιλολογική Ηχώ», το 1896, το οποίο, όπως έγραψε ο N. A. Βέης (Βées), άνοιξε «ανεπιφυλάκτως τας σελίδας της εις τον δημοτικισμόν και έγινε ο σύνδεσμος των νέων λογοτεχνικών κατευθύνσεων μεταξύ Αθηνών και Βασιλευούσης», κι επίσης η συχνή αρθρογραφία της και ιδίως η δημοσίευση διηγημάτων της στον ημερήσιο τύπο, ήσαν αρκετά για να προκαλέσουν ανάλογες αντιδράσεις.
H Παπαδοπούλου, για να πάψει να είναι στο επίκεντρο των σχολίων άρχισε να επινοεί άλλες μεθόδους. Τα δημοσιεύματά της, για ένα διάστημα, δεν τα υπέγραφε πλέον με το όνομά της, αλλά χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα, κι όχι ένα, αλλά εφτά! Και είναι: Σατανίσκη, Σάνκο Πάνσας, Βυζαντίς, Βοσπορίς, Ανατολίτισσα, Θρακοπούλα και ενίοτε το βαφτιστικό της όνομα, Αλεξάνδρα.
Για την πραγματοποίηση όσων θεωρητικά, για το γυναικείο ζήτημα, είχε συλλάβει, εκτός από την έκδοση του «Ημερολογίου των Κυριών», το οποίο, ας σημειωθεί, προηγείται χρονικά από το ομόλογο ημερολόγιο της αθηναίας Καλλιρρόης Παρέν, νεαρή δασκάλα αυτή, και μάλιστα άγαμη, δε δίστασε, μέσα σε μια τόσο αντιφατική κοινωνία, να προχωρήσει και στην ίδρυση συλλόγου. Πρόκειται για τον «Προοδευτικό Σύλλογο των Κυριών», για τον οποίο δέχτηκε σφοδρές επικρίσεις, ιδιαίτερα από τους κύκλους της εφ. «Νεολόγος» του Σταύρου Βουτυρά. Ο «Νεολόγος» βρήκε τη σύσταση του συλλόγου αυτού «αρκούντως προοδευτικήν και νεωτεριστικήν», για τούτο και, αρθρογραφώντας εναντίον της, κατέληξε: «Ταύτα λαβέ π’ όψιν ψευδώνυμος δεσποινίς και μη θέλης παντού και πάντοτε να εγείρης κεφαλήν, ιδρύουσα Προοδευτικούς Συλλόγους. Αφες κατά μέρος Προοδευτικούς Συλλόγους και διαμαρτυρίας και παραδόξους αρχάς και ιδέας περί χειραφετήσεως της γυναικός. Καταγίνου εις την οικιακήν οικονομίαν και εκεί επίστησον την προσοχήν σου, διότι η γυνή εγεννήθη διά τον οίκον, ενώ ο ανήρ διά την επιστήμην και την κοινωνίαν». Μέσα σ’ αυτό το κλίμα κινήθηκε και η Πατριαρχική Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή, αρμόδια για τα εκπαιδευτικά θέματα του ελληνισμού της Πόλης, και το 1899 η Παπαδοπούλου αποκλείστηκε απ’ όλα τα σχολεία. Κι ήταν αυτό που την ανάγκασε να πάρει το δρόμο της εξορίας για το Βουκουρέστι, όπου προσλήφθηκε ως οικοδιδασκάλισσα από πλούσιους ομογενείς, όπως ο τραπεζίτης Π. Σπανδωνίδης.
Στο Βουκουρέστι η Παπαδοπούλου δραστηριοποιήθηκε με διάφορους τρόπους στους κύκλους της ομογένειας. Πέρα από τη δωρεάν διδασκαλία στο «Παρθεναγωγείο» της Ελληνικής Αστικής Σχολής «Ο Ευαγγελισμός», δεν έπαυε να δημοσιεύει άρθρα, και ιδίως διηγήματα, στην εκεί εκδιδομένη εφ. «Πατρίς» του Σπ. Σίμου. Με την κήρυξη του Μακεδονικού Αγώνα τη βρίσκουμε να έχει επαφές με τον μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και με τους κύκλους του Παύλου Μελά. Είναι ο λόγος που εγκαταλείπει το Βουκουρέστι και έρχεται στη Θεσσαλονίκη, όπου αναλαμβάνει τη διεύθυνση του «Πρακτικού Παρθεναγωγείου», του Στέφανου Νούκα, το οποίο λειτουργούσε παράλληλα προς το «Μαράσλειον Ελληνογαλλικόν Λύκειον», ενώ ταυτόχρονα μετέχει ενεργώς στην εκπαίδευση των βουλγαροφώνων Ελλήνων της περιοχής Μελενίκου. Είχε πιστέψει πως τα εθνικά θέματα δεν λύνονται σε στρογγυλές τράπεζες, εφόσον στον κόσμο κυριαρχεί το συμφέρον και το «διεθνές δίκαιο το καταπατούν οι ισχυροί της Γης» (είναι τα λόγια της) και χρειάζεται δράση.
H ασθένεια ωστόσο ανέκοψε κάθε περαιτέρω δραστηριότητά της και ύστερα από τη μεταφορά της στην Κωνσταντινούπολη, μέσα σε ένα μήνα, απεβίωσε «από καρκίνον της πλευρικής μοίρας του στομάχου μετά συμφύσεως προς τα κοιλιακά τοιχώματα και διηθήσεις των μεσεντερίων αδένων», όπως σημειώνεται στο οικείο βιβλίο του νοσοκομείου. Αλλά η Παπαδοπούλου μάς είναι κυρίως γνωστή ως πεζογράφος. Είναι η πρώτη γυναίκα που καλλιέργησε συστηματικά το νεοελληνικό διήγημα, προκαλώντας την προσοχή των κριτικών και των αθηναϊκών κύκλων γενικότερα. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, «υπήρξε η προσφιλής συνεργάτις παντός σχεδόν ελληνικού εντύπου». Διηγήματά της δημοσιεύονται στα κυριότερα περιοδικά και ημερολόγια της Αθήνας, όπως «Εστία», «Παναθήναια», «Πινακοθήκη», «Εθνική Αγωγή», «Εθνικόν Ημερολόγιον» (Σκόκου), «Νέα Ελλάς» κ.ά.
Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης και το γεγονός ότι ανάμεσα στους τριάντα τέσσερις συγγραφείς, οι οποίοι ανθολογούνται στην ιστορικά πρώτη ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος, που κυκλοφόρησε το 1896 στην Αθήνα με τον τίτλο «Ελληνικά Διηγήματα», η μοναδική γυναίκα της ανθολογίας είναι η Παπαδοπούλου.

* Ψυχογραφική διείσδυση

H Παπαδοπούλου, όσο ζούσε, εξέδωσε στην πατρίδα της την Πόλη τα βιβλία: «Δεσμίς διηγημάτων» (1889), «Διηγήματα. Μέρος A´» (1891), όπου οι νουβέλες «Μετά δεκαετίαν» και «Περιπέτειαι μιας διδασκαλίσσης», και τέλος τη νουβέλα «Ημερολόγιον της δεσποινίδος Λεσβίου» (1894). Εχει επίσης στο ενεργητικό της εκατόν σαράντα περίπου διηγήματα, τα οποία ήσαν διάσπαρτα σε διάφορα περιοδικά, ημερολόγια, εφημερίδες κι αλλού και μόλις μπόρεσα να τα συγκεντρώσω σε σώμα.
Αν το έργο της κριθεί με σύγχρονα κριτήρια, η αξία του οπωσδήποτε περιορίζεται· αν όμως κριθεί με βάση την εποχή της και κάτω από τις συνθήκες της δημιουργίας του, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη παρουσία για τον αφηγηματικό μας λόγο και τα πράγματα απέδειξαν ότι με την πάροδο του χρόνου αυξάνει όλο και πιο πολύ το ενδιαφέρον για το έργο της. Και τούτο, γιατί διαθέτει στοιχεία ικανά να του εξασφαλίσουν επιβίωση και διάρκεια στην πορεία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Ξενόπουλος μάλιστα, μιλώντας για το έργο της, σημείωνε ότι το ύφος της, ένα «ύφος παιγνιώδες, κυμαινόμενον, ποικίλον, σπινθηροβόλον, αεικίνητον, ταραχώδες» αποτελεί το ξεχωριστό της γνώρισμα.
Σε σύγκριση μάλιστα με τους συγγραφείς του κυρίως ελλαδικού χώρου και ειδικότερα μ’ αυτούς που εντάσσονται στη λεγόμενη «γενιά του ογδόντα», η Παπαδοπούλου διαφέρει αισθητά όσον αφορά τη θεματολογία της. Ζούσε σε μια αστική κοινωνία με πλούσια πολιτιστική παράδοση (την εποχή αυτή η Κωνσταντινούπολη αριθμεί έναν ελληνισμό διακοσίων πενήντα περίπου χιλιάδων κατοίκων και παρουσιάζει αξιόλογη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη), για τούτο και τα θέματα που την απασχόλησαν έχουν κυρίως αστικό χαρακτήρα. Τα περισσότερα διηγήματά της έχουν ως θέμα την Πολίτισσα της μεσαίας και ανώτερης τάξης σε όλες τις μορφές της κοινωνικής ζωής κι αυτά συνιστούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, απ’ όπου προκύπτουν αστικοί χαρακτήρες («Υιός και κόρη»).
Το κυριότερο ωστόσο γνώρισμα του αφηγηματικού λόγου της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου αποτελεί η ψυχογραφική διείσδυση στα πρόσωπα που περιγράφει. Και δεν αρκείται στις αντιδράσεις τους, αλλά προσπαθεί και να τις ερμηνεύσει, διερευνώντας και τα αίτια της συμπεριφοράς τους. Τη στροφή αυτή σηματοδοτεί η νουβέλα «Ημερολόγιον της δεσποινίδος Λεσβίου», ενώ κάποτε προχωρεί και στην ψυχολογία της ομάδας, όπου παρουσιάζεται η κλειστή κοινωνία των προλήψεων και της στενοκεφαλιάς ως αποτέλεσμα της μονότονης και αχρωμάτιστης ζωής. Αλλοτε επίσης προβάλλεται η αστάθεια της λαϊκής ψυχής στην ομαδική της εκδήλωση («Ο ξένος»). Παρουσιάζονται έτσι αντιφάσεις που ανάγονται σε βαθύτερα ψυχολογικά πλέγματα και ουσιαστικά μένουν ανεξήγητες. Το μετέωρον και αναπάντητον αυτό προκύπτει κυρίως από τα μικρά σε έκταση διηγήματα, τα οποία πολλές φορές είναι σκίτσα της στιγμής.

* Αλληλογραφία με τον Ξενόπουλο

H ψυχογραφική διείσδυση είναι εμφανέστερη στα τελευταία της διηγήματα, τα λεγόμενα «Βυζαντινά» («Θεοδώρα» «Στο Μοναστήρι»), όπου προσπαθεί να παρουσιάσει τη νοοτροπία των γυναικών της βυζαντινής αυλής με τις μηχανορραφίες, τις αντιζηλίες και τα τεχνάσματα που επινοούσαν κάθε φορά στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν τις αντίζηλές τους, χωρίς μάλιστα να διστάζουν για το σκοπό αυτό να καταφεύγουν και στην επίκληση της θείας βοήθειας. Ανάλογο περιεχόμενο είχε και το απολεσθέν από τη χειρόγραφη ακόμη μορφή του μυθιστόρημα «Αννα Κομνηνή».
Τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα τη φέρνουν πιο κοντά στον θρακιώτη συγγραφέα Γ. Βιζυηνό, το έργο του οποίου, μέσω του N. Βασιλειάδη, παρακολουθεί από κοντά, χωρίς όμως τα αποτελέσματα εκείνου, ενώ η κοινωνική της ματιά, το ερωτικό στοιχείο και η ειρωνική διάθεση την τοποθετούν πλησιέστερα στον Γρ. Ξενόπουλο, με τον οποίο διατηρούσε και αλληλογραφία. Ο Ξενόπουλος μάλιστα είχε προλογίσει και την πρώτη συλλογή της, το «Δεσμίς διηγημάτων».
H πρόσφατη κυκλοφορία από τις εκδόσεις Πατάκη δύο πεζών της Παπαδοπούλου, στη μορφή νουβέλας, ήτοι των «Περιπέτειαι μιας διδασκαλίσσης» και «Στο Μοναστήρι», έφερε και πάλι στη δημοσιότητα την κωνσταντινουπολίτισσα πεζογράφο, προκαλώντας εκ νέου το ενδιαφέρον. 


(Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ)


Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Αφιέρωμα: Πίσω από τα ψευδώνυμα




Ορμώμενη από την σημερινή μέρα, την Ημέρα της Γυναίκας, θα αναφερθώ σ'αυτό το αφιέρωμα. 
Για όσους δεν γνωρίζουν για ποιό λόγο μέσα στο διεθνές ημερολόγιο υπάρχει και η 8 του Μάρτη ως επίσημη μέρα της γυναίκας, η ιστορία έχει ως εξής (δεν θα αναλωθώ περαιτέρω με πληροφορίες γι'αυτό το θέμα- είναι μια μικρή εισαγωγή): 20ος αιώνας, οι γυναίκες για πρώτη φορά το 1857- υφάντρες στο επάγγελμα- κατέβηκαν στους δρόμους να απαιτήσουν μείωση του ωραρίου τους προς ένα πιο λογικό και ανθρώπινο ωράριο, σαν εκείνο των αντρών, με ισότιμους μισθούς και συνθήκες συμπεριφοράς. Αυτό το κίνημα ήταν και η απαρχή ενός γενικευμένου και μαζικοποιημένου από τον γυναικείο πληθυσμό κινήματος, μιας επανάστασης καλύτερα (γιατί ναι, μπορούν και οι γυναίκες να κάνουν επανάσταση...!) που οδήγησε στο φεμινιστικό κίνημα που όλοι γνωρίζουμε και όλοι αγαπάτε να μισείτε. Υπαίτια αυτής της εορτής ήταν η Ρωσίδα φεμινίστρια Αλεξάντρα Κολοντάι, η οποία, αφού έληξε η Οκτωβριανή Επανάσταση, έπεισε τον Λένιν να καθιερώσει την 8η του Μάρτη σαν επίσημη μέρα για την ανάμνηση εκείνης της σφαγής από τον αγώνα των υφάντρων και γενικότερα της διεκδίκησης πολιτικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Με το πέρασμα των χρόνων η φθορά και η προπαγάνδα δημιούργησαν τα εξής: από επίσημη Αργία η μέρα αυτή έγινε απλή Γιορτή, μια εμπορική γιορτή προς συμπάθεια του "ωραίου" φύλου και τίποτε παραπάνω. Από κει που πριν δεκαετίες η μέρα αυτή γιορτάζονταν με διαδηλώσεις και αναμνηστικές εκδηλώσεις, με συνέχιση του αγώνα, τώρα στα 2 εισιτήρια το 1 δωρεάν από τις 6-11 μ.μ. 

Τι σχέση έχει λοιπόν το αφιέρωμα τούτο με την 8η του Μάρτη; Πριν ένα αιώνα και παραπάνω η γυναικεία παρουσία στα γράμματα και στις τέχνες ήταν από μικρή έως μηδαμινή. Αυτό οφείλεται σε τρεις παράγοντες που ταυτόχρονα προσπαθούν να εξηγήσουν την γενικευμένη εκείνη τάση των χρόνων. Πρώτον, οι γυναίκες είχαν περιοριστεί από τις ανδροκρατούμενες κοινωνίες, έχοντας συγκεκριμένους ρόλους που όπως πιστευόταν τότε τους άρμοζαν. Ακόμα και η εκπαίδευση που επιδίωκαν ορισμένες, γινόταν αυστηρά μέσα στο σπίτι. Τα πανεπιστήμια περιείχαν άντρες φοιτητές που διδάσκονταν από άντρες καθηγητές. Ο χώρος της λογοτεχνίας δεν απείχε από κείνο το πρότυπο. Οι άντρες κρατούσαν την επιτυχία και οι γυναίκες ονειρεύονταν κάποια Σαπφώ. 
Ο δεύτερος παράγοντας, όμως, ήταν η μεγάλη προσπάθεια ορισμένων γυναικών που καλώς ή κακώς πήραν μια θέση στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι μέσα από αντρικό ψευδώνυμο. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να διαβαστούν τα έργα τους εκείνη την εποχή. 
Και ο τρίτος παράγοντας αφορά την αποσιώπηση και κατάπνιξη των έργων πολλών γυναικών λογοτεχνών, ως παράνομα, νευρωτικά, ανώμαλα, δυσάρεστα και σκανδαλιστικά. 
Σήμερα συμβαίνει κάτι ανάλογο, πιο υποχθόνιο, πιο επικίνδυνο: χωρίζουν κάποιοι "ακαδημαϊκοί" την λογοτεχνία σε αντρική και γυναικεία. Αλλά γι'αυτό θα μιλήσουμε σε άλλο θέμα... 


«Ποιήματα των Κάρρερ, Έλλις και Άκτον Μπελλ»

Οι αδερφές Μπροντέ δεν κατάφεραν να αποφύγουν αυτή την κατάσταση. Με δικά τους έξοδα εξέδωσαν διάφορες συλλογές. Αυτά ήταν και τα ψευδώνυμα τους, κατά σειρά ηλικίας, που όμως και έμειναν απαρατήρητα στον εκδοτικό κόσμο. Αργότερα ο Τζωρτζ Λούις θα πει στον Τ. Έλιοτ για την Σαρλότ Μπροντέ: "Μια μικρόσωμη, άχρωμη, ασθενική επαρχιώτισσα γεροντοκόρη", για να πάρει την απάντηση από τον τελευταίο, "Ναι, αλλά τι φωτιά, τι πάθος καίει μέσα της!". 
Και οι τρεις αδερφές έμειναν στην παγκόσμια λογοτεχνία με τα έργα: 
Η Σαρλότ Μπροντέ με την "Τζέιν Έιρ" (με το ψευδώνυμο Currer Bell), "Σίρλεϊ", "Βιλλέτ", τον "Καθηγητή". Η Έμιλι Μπροντέ με τα σπουδαία "Ανεμοδαρμένα Ύψη" του 1847, και η Ανν Μπροντέ με την «Αγνή Γκρέι» και «Ο ενοικιαστής του Γουάιλντφελ Χωλ». Παρόλα αυτά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ισχυρίζονταν ότι στην πραγματικότητα τα έργα των Σάρλοτ και Έμιλι τα έγραψε ο αδερφός τους Μπράνγουελ Μπροντέ. 


Η κυρία Μurray Constantine

Πίσω από αυτό το αντρικό ψευδώνυμο κρύβεται η Κάθριν Μπορντέκιν. Συγγραφέας με πολιτική γραφή και φεμινιστική συνείδηση, επί δεκαετίες στην αφάνεια. Ξένο στοιχείο για την εποχή της, η Μπορντέκιν ήταν ένα προπομπός του φεμινισμού που καταρρακώθηκε μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους. Προσεγγίζει την ιδεολογία των φύλων από "μια οπτική γωνία και με ένα λεξιλόγιο που σε ορισμένους ακαδημαϊκούς πήρε χρόνια να ξαναμάθουνε. Τα έργα της είναι εμφανώς πολιτικοποιημένα και με έντονη αντιφασιστική στάση. Όπως και άλλοι πασιφιστές της εποχής της, η Μπορντέκιν εγκατέλειψε τον πασιφισμό κατανοώντας την απειλή του Χίτλερ. Προέβλεψε την εξόντωση των Εβραίων τουλάχιστον έξι χρόνια πριν το ιστορικό γεγονός. Αν και η φεμινιστική κριτική διαποτίζει όλα τα έργα της, οι ουτοπίες και δυστοπίες της είναι τα έργα που περιέχουν δριμεία αμφισβήτηση των πατριαρχικών μοντέλων συμπεριφοράς και της πολιτικής ταυτότητας των φύλων. Μεταξύ 1920 και 1956 η Μπορντέκιν έγραψε πάνω από είκοσι μυθιστορήματα, αρκετά θεατρικά έργα, διηγήματα και ποιήματα. Τα βιβλία της γράφτηκαν υπό την εξαπλούμενη σκιά του φασισμού. Πηγές της τα αγαπημένα της ιστορικά και θρησκευτικά αναγνώσματα, οι μύθοι, οι θρύλοι και τα παραμύθια.


Τζορτζ Έλιοτ...

Αναφερθήκαμε και πιο πριν σ'αυτό το όνομα με την αξιομνημόνευτη απάντηση προς τον Τ. Λούις που αφορούσε την συγγραφέα Σ. Μπροντέ. Στην ουσία, η κατανόηση αυτή και όχι η απαξίωση της από τον Τ. Έλιοτ, πηγάζει από το γεγονός ότι ο Τ. Έλιοτ στην πραγματικότητα ήταν η Μαίρη Ανν Έβανς... Ο λόγος που η Μ. Α. Έβανς έμεινε στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας σαν άνδρας και τιμήθηκε από τους άνδρες ήταν η θλιβερή επιθυμία της να πάρουν τα έργα της στα σοβαρά. Η Έλιοτ ψυχογραφεί με ευαισθησία και οξυδέρκεια τους ήρωες της και ιδιαίτερα τις γυναίκες ηρωίδες, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα και την αγγλική επαρχιακή κοινωνία της Βικτοριανής περιόδου. Η κεντρική ηρωίδα προσπαθεί να ξεφύγει από τις συμβάσεις της κοινωνίας και να ακολουθήσει την ατομική της βούληση. Έργα όπως "Ο ανασηκωμένος πέπλος", "Ο μύλος στον Φλος", "Η ερωτική ιστορία του κ. Τζίλφιλ" κ.ά. είναι μόνο μερικά από τα σπουδαία και παγκοσμίως αναγνωρισμένα έργα της, που με κάνουν να διερωτώμαι κάποιες φορές: αν είχε αποκαλύψει το πραγματικό- γυναικείο- της όνομα, άραγε αυτά τα έργα θα διαβάζονταν σήμερα;
Περισσότερα για την συγγραφέα αυτή μπορείτε να δείτε στο ντοκιμαντέρ της Βουλής.





"Τώρα όμως όλα αυτά πάνε. Χάθηκε αυτή η υπέροχη ανωνυμία"

Τα λόγια αυτά ανήκουν στην Alice Sheldon που από το 1967 άρχισε να γράφει με το αντρικό ψευδώνυμο James Tiptree Jr. Την πραγματική της ταυτότητα την κράτησε κρυφή από τους πάντες, εκτός από τον άνδρα της. Άνοιξε μια ταχυδρομική θυρίδα και έναν τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα «Tiptree» και κρύφτηκε πίσω από το όνομα αυτό για δέκα χρόνια, ενώ τα ενδιαφέροντα διηγήματά της της εξασφάλιζαν αναγνώριση και βραβεία. Αν ένας λάτρης της επιστημονικής φαντασίας δεν είχε διεξάγει μια κυριολεκτικά αστυνομική έρευνα γύρω από το άτομό της, θα εξακολουθούσε να μας είναι άγνωστη.  Το 1942 κατατάχθηκε στον Αμερικανικό Στρατό και ήταν «η πρώτη γυναίκα που παρακολούθησε μαθήματα στην Αεροπορική Σχολή Αντικατασκοπίας του Χάρισμπεργκ, παρέα με τριάντα πέντε άνδρες που δεν είχαν τίποτε καλύτερο να κάνουν από το να με κοιτάζουν». Έγινε αξιωματικός της φωτογραφικής αντικατασκοπίας και άρχισε να δουλεύει «κυριολεκτικά στα υπόγεια του Πενταγώνου» ερμηνεύοντας αεροφωτογραφίες από την Άπω Ανατολή με σκοπό την επιλογή στόχων βομβαρδισμού. Αν και γενικά πετυχημένη από μικρή στα γράμματα και ευκατάστατη διαλέγει ανδρικό όνομα. Γιατί όμως;  «Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ο εκδότης θα μου επέστρεφε τα χειρόγραφα, κι ότι αν χρησιμοποιούσα ψευδώνυμο θα μπορούσα να ξαναδοκιμάσω άλλη μια φορά με διαφορετικό όνομα, για να μη θυμάται ότι με απέρριψε», απαντάει. Ο James Tiptree» γρήγορα άρχισε να τραβά την προσοχή σαν νέος συγγραφέας με εξαιρετική δυναμικότητα και δεξιοτεχνία. Στα 1977 0 Τζέφρυ Ντ. Σμιθ, ένας θαυμαστής των διηγημάτων του Tiptree - και στενός φίλος τώρα- είδε σε μια εφημερίδα του Σικάγου μια νεκρολογία της μητέρας της Alice Sheldon. Οι λεπτομέρειες ήταν πολύ κοντά στα γνωστά συμβάντα της ζωής της μητέρας του «Tiptree» για να μπορεί να είναι σύμπτωση, κι έτσι η Alice Sheldon ξεσκεπάστηκε.


Έως σήμερα

Μία από τις σπουδαιότερες αποκαλύψεις του Ρωσικού λογοτεχνικού θεσμού «Ντεμπούτο» ήταν η Αλίσα Γκανίεβα, νικήτρια του 2009. Αυτή, ήταν ήδη γνωστή στον κόσμο της λογοτεχνίας ως κριτικός, αλλά ύστερα από τη νίκη της αποκαλύφθηκε ότι η ίδια ήταν η συγγραφέας που υπέγραψε με ανδρικό ψευδώνυμο το διήγημα «Σαλάμ σε σένα, Νταλγκάτ!». Σε αυτό περιέγραφε μια ημέρα από τη ζωή ενός νεαρού από τη Μαχατσκαλά (πρωτεύουσα της Δημοκρατίας του Νταγκεστάν, στο Βόρειο Καύκασο). Το διήγημα είχε αποσπάσει ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια από τους κριτικούς λογοτεχνίας. Συγκεκριμένα, το λογοτεχνικό περιοδικό κύρους «Oktyabr» έγραψε ότι «μια τόσο δίκαιη και ολοκληρωμένη εικόνα του σύγχρονου Καύκασου δεν υπήρξε έως τώρα στη σύγχρονη ρωσική λογοτεχνία».   


Στην Έλλαδα...

Άλκης Θρύλος ή αλλιώς Ελένη Ουράνη. Γεννήθηκε το 1896 και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου1971. Ήταν κριτικός της λογοτεχνίας και του θεάτρου και συγγραφέας. Εμφανίστηκε το 1915 στον Νουμά, με μονόπρακτα δράματα και ποιήματα και τα πρώτα κριτικά κείμενα. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες, ανάμεσα σε αυτά την Νέα Εστία (όπου είχε την στήλη της θεατρικής κριτικής), τον Νουμά και την Ακρόπολη, στα οποία δημοσίευε κριτικές μελέτες για Έλληνες λογοτέχνες και θεατρικές παραστάσεις. Έγραψε επίσης πολλά κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων με έντονα λυρικά χαρακτηριστικά. Ήταν υποστηρίκτρια του δημοτικισμού και του φεμινισμού. Έγραψε άρθρα για φεμινιστικά ζητήματα και διετέλεσε μέλος του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και τις αρχές της δεκαετίας του 1920. 



Και άλλες συγγραφείς όπως η  Jane Austen και η Mary Shelley, που υπέγραφαν στις επιστολές τους καθ'οδόν των εκδοτικών οίκων, "The Author", όπως επίσης τόσες και τόσες γυναίκες που έμειναν στην αφάνεια πίσω από κάποιο αντρικό ψευδώνυμο, ή μεγαλούργησαν χωρίς ποτέ να αποδειχθεί ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα γυναίκες (Όμηρος κτλ...). 


Ωδή στον αναρχικό ποιητή Μικέλη Άλβιχο






«Ο ποιητής είνε ο δυστυχέστερος κ’ εν ταυτώ ο ευτυχέστερος. Διά της φαντασίας του αισθάνεται το καλόν και το κακόν πριν έλθη. Ο ποιητής είνε εκείνο που παράγει διότι ενεργεί υπό το κράτος των αισθήσεων. Οι άλλοι των ανθρώπων την έννοιαν μένουν ψυχροί»



Μ. ΑΒΛΙΧΟΣ




Γεννήθηκε στο Ληξούρι στα 1844. Οι γονείς του, Γεώργιος και Ειρήνη το γένος Κουρούκλη, τούδωσαν πολύ καλή ανατροφή. Κατά τη παιδική του ηλικία εφοίτησε στο Πετρίτσειο Γυμνάσιο Ληξουρίου (Λύκειο όπως τώλεγαν τότε) χωρίς να πάρη δίπλωμα. Σ’ αυτήν την ηλικία άρεσε στον Άβλιχο πολύ ν’ ασχολήται στα εκκλησιαστικά. Ήταν φιλακόλουθος και εσύχναζε στις εκκλησίες. Ήταν ο αχώριστος φίλος των ιερέων της εποχής.




Στη Βέρνη της Ελβετίας, που πήγε να παρακολουθήση ευρύτερες σπουδές, ο Ρώσσος αναρχικός Μπακούνιν, που ήταν τότε εξόριστος, τον έκανε μαθητή του. Οι αναρχικές ιδέες του Ρώσσου αναρχικού επέδρασαν πολύ στον χαρακτήρα του νεαρού τότε ποιητή. Την εικόνα του Μπακούνιν είχε μέχρι του θανάτου του επάνω απ’ το γραφείο του.


Ο Άβλιχος, με την υλική συνδρομή του πατέρα του, γύρισε πολλά μέρη της Ευρώπης, τη Βέρνη, Ζυρίχη, Παρίσι, Τουρίνο, Φλωρεντία, Μιλάνο κ.ά. Ήταν γλωσσομαθής, γιατί ήξευρε να μιλάη 4 γλώσσες, την Ιταλική, Γαλλική, Γερμανική και την Ισπανική, που την έμαθε αργότερα από το Ληξουριώτη φίλο του Αγαμέμνονα Λοβέρδο, έμπορο στη Βαρκελώνα. Μελετούσε σ’ όλη του τη ζωή τον Ηλία Μηνιάτη και τον Δάντη. Απ’ όλους τους τόπους που επισκέφθη ο Άβλιχος θαύμαζε την Ιταλία και απ’ όλους τους ανθρώπους που γνώρισε, τον Γεωργαντάρα, Ιακωβάτο, τον Αλμπάνα Μηνιάτη κ’ έναν καθολικό ιεροκύρηκα Scotti, που τον άκουσε πολλές φορές να κηρύττη το λόγο του Θεού από τον άμβωνα της εκκλησίας. Η διαμονή του στην Ευρώπη δεν συνετέλεσε εις τίποτε άλλο παρά να περιπέση στη δυσμένεια του πατέρα του, που απ’ αυτόν περίμενε ν’ ανορθώση τα οικονομικά τους. ο ποιητής είχε καταστρέψει όλη σχεδόν τη περιουσία των κατά τη διαμονή του στην Ευρώπη, όπου έμαθε «να κάνη τραγουδάκια» κατά τη φράσι του πατέρα του.


Ο Άβλιχος έπειτα εστάλη από τον πατέρα του στην Αθήνα για να εγγραφή στο Πανεπιστήμιο. Αλλ’ εκεί όταν πήγε χωρίς κανένα απολυτήριο ουδεμίας σχολής, δεν μπορούσε να εγγραφή, αλλ’ ούτε και ήθελε καθώς έγραφεν απ’ εκεί στον πατέρα του· γι’ αυτό τον έστειλε πάλι στην Ευρώπη.


Όταν γύρισε από την Εσπερία ο αναρχικός ποιητής, έμενε στην οικία του πατέρα του, στ’ Αργοστόλι, αλλά βρισκότανε καθημερινώς σε διάσταση με αυτόν και με τον αδελφό του Γεώργιο Άβλιχο που ήταν ζωγράφος. Γι’ αυτό ο ανήσυχος Άβλιχος έπειτ’ από λίγα χρόνια εμόνασε στο σπίτι των που ήταν στο Ληξούρι, όπου έμενε 13 χρόνια, με μόνο αχώριστο σύντροφο μεσ’ στην ερημιά του, τον Μικέλη Φερεντίνο «το Μικέλη του Μικελάκη» (ο μακαρίτης ο Ταγκόπουλος έδωσε την ονομασία αυτή στο Μικέλη Φερεντίνο για την απεριόριστο φιλία που είχε ο τελευταίος με τον ποιητή).


Ο Άβλιχος που έβλεπε τη μεγάλη κοινωνική εξαχρείωσι και την πραγματική αναρχία γύρω του, έγινε αναρχικός. Έβλεπε με το μάτι του ποιητή και φιλοσόφου τα ηθικά ελαττώματα της τότε κοινωνίας κι’ έγινε καυστικός σατυρικός ποιητής. Είχε όμως μεγάλη και ευγενική καρδιά, δεν αγάπαγε το ψέμμα, την αδικία και την υποκρισία. Αν και βρισκότανε σε μεγάλη οικονομική στενοχώρια ποτέ δε μεταχειρίστηκε την αδικία για να βελτιώση τη θέσι του. Η αδράνεια των εντέρων που έπασχε ο ποιητής επί πολλά χρόνια, και ο καρκίνος του λάρυγκος, που παρουσιάστηκε αργότερα έφεραν τον Άβλιχο στον τάφο. «Τα ψυχρά τείχη» του Νοσοκομείου Αργοστολίου, όπως το αποκαλούσε ο ίδιος, δέχτηκαν τη τελευταία πνοή του στις 30 Νοεμβρίου 1917. Οι θαυμασταί του τον έφεραν στο Ληξούρι σκεπασμένο με δάφνας και τον έθαψαν εις το νεκροταφείο της πόλεως.


Το ποιητικό έργο το Άβλιχου



Τα ποιήματα του Άβλιχου είνε ακόμα ανέκδοτα. Βρίσκονται σκορπισμένα ’δω και κεί. Γι’ αυτά ο αείμνηστος Γαβριηλίδης, διευθυντής της «Ακροπόλεως» έλεγε: «εάν μίαν ημέρα ιδούν το φως τα ποιήματα του Άβλιχου, ένας πλανήτης πρώτου μεγέθους θ’ αναλάμψη στον Ιονικόν ορίζοντα».


Ο ίδιος ο Γαβριηλίδης τον είχε ονομάσει «Αρχίλοχον» και «λαξευτήν του στίχου».


Ο μακαρίτης ο Ψυχάρης, όταν κάποτε κατέβηκε στην Ελλάδα, απεσταλμένος από τη Γαλλική Κυβέρνησι το 1912 για γλωσσολογικές μελέτες, πέρασε και από το Ληξούρι. Ήλθε στο σπίτι του Άβλιχου, συνοδευόμενος από το «Μικέλη του Μικελάκη» και από το λαογράφο Σπ. Παγώνη δημοδιδάσκαλο. Έτυχε τότε να λείπη ο Άβλιχος στην Αθήνα, για να θεραπευθή από την αδράνεια των εντέρων που έπασχε. Ο Ψυχάρης τότε έγραψε επάνω στην πόρτα της οικίας του ποιητή διά μελάνης: «Με θαυμασμό και αγάπη Γ. Ψυχάρης» (και όχι όπως εγράφη «τω Μικελάκη χαίρειν!» γιατί ποτέ δεν μπορούσε να μεταχειρισθή τέτοια φράσι ο Ψυχάρης). Εις ένα γράμμα του Ψυχάρη προς τον Άβλιχο, που βρέθηκε μεσ’ τα «παληόχαρτά του» ήταν γραμμένη η φράσις: «Αγαπητέ μου ποιητή, είσαι ποιητής και έχεις το δικαίωμα να είσαι ποιητής».




ΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΑΣ 


Ω σεις, που θέσιν έχετε υψηλή,

που κρίνετε του κόσμου τ' αδικήματα,

που νεύετε κι ανοίγει η φυλακή
ελεύθεροι να κάνετε ατοπήματα,

που τη ζωή το χέρι σας κρατεί
κάθε πολίτη την τιμή, τα χτήματα,
ακούσετε της Μούσας τη φωνή
που δε φοβάται φυλακή, προστίματα:

Το ζύγι της η Θέμις δε σας δίνει,
σαν άχυρο το δίκιο να ζυγίζετε
για να 'χετε καιρό για το σεργιάνι.

Κι αν δε διψάτε για δικαιοσύνη
την πλάστιγγα κάνετε τηγάνι,
που μέσα εκεί τον κόσμο να τηγανίζετε.






ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 


Η χθεσινή μαζί σου τσακωμάρα

μ’ έκαμε τη ζωή να βαρεθώ

και μού’ ρθε και στο νου να σκοτωθώ,
χωρίς ν’ ακούσω στην καρδιά τρομάρα.
Κι είπα· στον τάφο δεν είναι λαχτάρα!

και μέσα στην πολλή μου σαστισμάρα

επήρα το ξουράφι να σφαώ
και τό’ χα να το χώσω στο λαιμό,

για να τελειώσει κάθε φαωμάρα

μα δεν ηξαίρω πώς και τι και ποιό
κι’ αντίς να κάμω τέτια αντραγαθία
εβάρτηκα με μιάς να ξουριστώ…
Κι εκόπασε και τούτη η τρικυμία
κι’ αντίς να μ’ αγροικήσεις σκοτωμένονε
θάρτω να με φιλήσεις ξουρισμένονε !




Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΜΑΣ 1912* 

Φωτοπεριχυμένη η εκκλησιά, 

μέσα με φόβο του θεού γυρεύουνε. 

Νίκας κατά βαρβάρων να μας δώσει. 
Κι απ’ όξου κάτι βρώμικα σκυλιά 
Σκουρδουμπελοκοπώντας σκαρδακεύουνε 
χωρίς Πατρίδα και Θεό και Γνώση! 
-Πέστε μου τώρα άνθρωποι λογικοί,
μέσα ή απ' όξου είναι η λογική; 
-Και ενώ από μέσα αντηχάει το Αμήν 
των σκύλων είναι το Ειρήνη Υμίν
Κι από την αναρχία έχετε τρόμο, 
Μη μοιάσουμε τα ζώα χωρίς το νόμο;


*Το βράδυ της κήρυξης του πολέμου το 1912 διαβάστηκε στη Μητρόπολη του Ληξουριού η ευχή της Ιεράς Συνόδου κατά των εχθρών της Ελλάδος. Ο Άβλιχος, που ο πόλεμος του προξενούσε υπέρτατη πίκρα, έγραψε το ποίημα αυτό.



Ο ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ 

Σαν το Χριστό κ' ή φύσις αναστημένη 

στοργή και ζέση ολόγυρα σκορπάει 

είναι του πάγου η πλάκα κυλισμένη 
κι' από χαρά πάσα πνοή σκιρτάει. 

Κι αγάλλεται όλη η πλάση ερωτευμένη 
και την ανάσταση της τραγουδάει! 
Κ’ ευωδιάζει η πασχαλιά ανθισμένη 
κι ολούθε αγάπης φίλημα αντηχάει 

Μόνον Ιούδα, εσύ, τ' αργύριά σου 
μετράς- και δεν ευρίσκεις τη χαρά 
μήτε σ' αυτά, και γι' άλλα διψασμένος 

Ρίψ' τα λοιπόν και πήγαινε...κρεμάσου... 
θα σε δεχτεί κουνώντας την ουρά 
ο Μαμωνάς στον Άδη ενθουσιασμένος!




CONDENSED ACTUALITY - ΚΡΑΥΓΗ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ 

Αφού κατά βαρβάρων Γερμανών
δεν θέλησε η Ελλάς να πολεμήσει
δίκαιον βρίσκω τον αποκλεισμόν
και δίκαιον από πείνα να ψοφήσει.

Μα το φτωχό το ζώο να πεθαίνει
της πείνας για δική μας μοχθηρία!
Σκεφτείτε το, Λαοί πολιτισμένοι…
Σ’ αυτό, φοβούμαι, γίνεται αδικία.

Σεις έχετε εταιρείες για τα ζώα…
Ερεύξομαι προς ταύτας μετά θάρρους:
Ερρέτω ο πταίστης! σώσατε τ’ αθώα
τ’ άλογα, τα μουλάρια, τους γαϊδάρους…

Δίκαιον όμως ο οίκτος ν’ απλωθεί
κι εις τους εκ του ποιμνίου του Μεσσία,
κι αθώους κι αυτούς δικαίως να τους δεχθεί
στην Κιβωτό της μέσα η σωτηρία.



Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ

Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο 

που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά 

το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο 
που η δυστηχία των άλλων τού γεννά.

Το φθονερό του μάτι το σβησμένο 
που δείχνει βουλιμιά για συμφορά 
μας εξηγούν γιατ' είναι διψασμένο 
τ’ αχείλι του και πόλεμο ζητά.

Διψάει να ιδεί στα μαύρα φορεμένους 
πατέρες και μαννάδες που μισεί, 
να τους ιδεί στα δάκρυα τους πνιγμένους:


Θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή. 

Για τούτο υπέρ Πατρίδος σκούζει, κράζει 
Όρνιο, που για κουφάρια αναστενάζει!





Δημήτρης Σπύρου - Εκτός Θέματος



Το παρακάτω διήγημα είναι παρμένο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Πολιτιστική":



Η πρώτη έκθεση, της κάθε σχολικής χρονιάς, είχε για θέμα τις εντυπώσεις μας από το καλοκαίρι. 
   Ξέραμε πως εκείνο που γοήτευε τα κορίτσια, ήταν τα ταξίδια σε όμορφα μακρινά μέρη. 
   Θεωρούσαμε πως μας δινόταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία, να προξενήσουμε το ενδιαφέρον στο κορίτσι που- εν αγνοία του- αγαπούσαμε. 
   Ίσως να εντυπωσιαζόταν τόσο που να μας έλεγε: "Εσύ μάλιστα. Πέρασες πολύ όμορφα!". Και εμείς να τολμούσαμε: "Σε είχα συνέχεια στο μυαλό μου". 
   Προετοιμάζαμε το διάλογο που θ'ακολουθούσε, μ'όλες τις πιθανές παραλλαγές του. 
   Την περσινή χρονιά, είχα περιγράψει ένα ανύπαρκτο ταξίδι μου, σ'ένα νησάκι που επέλεξα τυχαία απ'το χάρτη. Σκηνές νησιώτικης ζωής είχα ήδη ξεσηκώσει την προηγούμενη, από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Τι να'κανα; Ποτέ δεν είχα πάει σε νησί ή για την ακρίβεια, ουδέποτε είχα ταξιδεύσει εκτός των ορίων της επαρχίας Ολυμπίας. 
   Η φιλόλογος όμως ήταν ξύπνια. - Πιθανό να'χε διαβάσει και το αστυνομικό... - 
   "Η περιγραφή σου, μου είπε, δεν ταιριάζει καθόλου με τη Φολέγανδρο. Περισσότερο μου θυμίζει Μπαχάμες...".
   Το τι ακολούθησε δε λέγεται. Ασταμάτητο γέλιο στην τάξη, μέχρι δακρύων. Ν'άνοιγε η γη να με καταπιεί. Ρεζιλεύτηκα. Το χειρότερο, όμως, ήταν η ρετσινιά που μου κολλήσανε και μ'ακολούθησε όλη τη σχολική χρονιά: "Ο κύριος απ'τις Μπαχάμες". 
   φέτος, να πάλι, μπροστά στην ίδια δοκιμασία. Το άσχημο είναι που αγαπώ πολύ την Αννούλα και ξέρω πως την έχει βάλει στο μάτι κι ο Θανάσης. 
   Ο πατέρας του δουλεύει στο δασαρχείο κι αυτό μετράει πολύ στα κορίτσια. Άσε που ο μπαγάσας το καλοκαίρι πήρε σβάρνα όλα τα νησιά του Ιονίου κι αυτό του'δωσε τόσους πόντους, που μάλλον είμαι χαμένος από χέρι. 
   Θυμήθηκα την καζούρα την περσινή κι αποφάσισα ν'αφήσω κατά μέρος τα παραμύθια. Μα τι διάβολο να γράψω; 
   "Πήγα στη ζωοπανήγυρη, στο Κουμουθέκρα και πουλήσαμε τις γουρνοπούλες" ή ότι "το Δεκαπενταύγουστο αποδώσαμε το τάμα στην Παναγιά την Μπιτζιμπαρδιώτισσα;". 
   Η ώρα περνάει. Θαρσείν χρει... Αρχίζω, κι όπου το βγάλει η άκρη. 
   <<Το καλοκαίρι μέναμε στα χωράφια. Πού να πηγαινοέρχεσαι στο χωριό πρωί- βράδυ μια ώρα δρόμο. Σκεπαζόμαστε με κάτι τρύπια σταφιδόπανα. Μέσα απ'τις τρύπες έβρισκε διόδους το φεγγάρι. 
   Μυστήρια πράγματα! Σαν μαθητής αισθάνομαι που πάει στο Κρυφό Σχολειό. Τότε μαθαίναμε την Άλφα Βήτα. Εγώ μαθαίνω να ονειροπολώ. 
   Όταν κοιμάσαι σε σταφιδόπανα και μέσα απ'τις τρύπες κοιτάζεις το φεγγάρι, νιώθεις πως η μέρα, που με την ψεύτικη λάμψη της σου απαγορεύει να ονειρεύεσαι, είναι πια εντελώς ανίσχυρη. Η νύχτα είναι η φιλενάδα των φτωχών, γιατί αφήνει το μυαλό τους να πυρπολείται μέσα στα όνειρα... 
   Εγώ που ποτέ τη μέρα δε βγήκα απ'τα σύνορα της Ολυμπίας, τις νύχτες πάω σε κάτι πολιτείες, που ανθρώπου πόδι, δεν πάτησε!
   Νύχτες ολόκληρες σουλατσάριζα στην πολιτεία του Πλάτωνος. Δεν έμοιαζε μ'αυτή που γράφει το βιβλίο. Υπήρχε όμως μέσα της το όνειρό του. 
   Ένα φεγγάρι να σε σκοτώνει με την ομορφιά του. Μα κείνο που δύσκολα μπορούσες ν'αντέξεις, ήτανε τα κορίτσια που σεργιάνιζαν πάνω στη γέφυρα. Όμορφα, σαν το ψέμα. κι ένας αέρας να σηκώνει τα φουστάνια τους στον ουρανό. Γελούσαν και πάλευαν με τα χέρια τους να τα συμμαζέψουν. 
   Η Άννα μπήκε μόνη της στις ροδακινιές. Πήγα κοντά της και είδα τα στήθη της, έτοιμα να δραπετεύσουν απ'το πουκάμισο. 
   Πώς έγινε και τόσο απλά της είπα: "Σ'αγαπώ Άννα", κάτι που χρόνια ολόκληρα δεν το'χα τολμήσει. 
   Πώς έγινε και δεν τρελάθηκα, σαν ξύπνησα και είδα γύρω μου τόση ασχήμια, αφού ξέρω πως την ομορφιά αυτής της πολιτείας την είδα σε όνειρο, γιατί την έχω φτιάξει στο μυαλό μου και ξέρω πως μπορεί να υπάρξει. Ίσως χρειαστεί να περάσουν χρόνια. 
   Ίσως να χρειάζεται μόνο η τόλμη, να επιτρέψεις στο όνειρο να ταξιδέψει σ'αυτές τις πολιτείες που πότε- πότε ορθόνωνται μέσα στο μυαλό σου. 
   Όμως ακόμη και σήμερα έχω την τόλμη να πω το ίδιο απλά, εκείνο το "Σ'αγαπώ Άννα".>>
   Μετά την ανάγνωση της έκθεσης, μέσα στην τάξη απλώθηκε σιωπή. 
   Η φιλόλογος πέταξε το καρφί της. 
   "Είσαι εκτός θέματος! Πέρυσι μας πήγες στις Μπαχάμες! Φέτος βάλθηκες να γίνεις αστροναύτης. Όλο για το φεγγάρι μας μιλούσες...".
   Πολλοί άρχισαν να γελούν.
   Οι περισσότεροι όμως, αυτή την φορά σιώπησαν. 
   Τους έψαχνα με τα μάτια μου. Σα να ρωτούσαν: "Και πώς φτιάχνεται μια τέτοια πολιτεία;"
   Στο τέλος συνάντησα το βλέμμα της Άννας: "Και γω σ'αγαπάω μωρέ", μου ψιθύρισε...  
  


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄψαλτος




Βαθεῖαν θυελλώδη νύκτα, πρὸς ὄρθρον βαθύν, ὁ ὄµβρος ἐκόπασεν αἴφνης, καὶ
δαιµονιώδης τυφῶν, κραταιὸς ἄνεµος ἐφύσησε, κ᾿ ἔπαυσεν ὁ κατακλυσµὸς τοῦ
νεροῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ὥρας εἶχε κάµη νὰ πλεύσῃ ὅλον τὸ χωρίον εἰς τὴν κοιλάδα τὴν
παράλιον. Ὁ µέγας χείµαρρος εἰς τὸ µέσον τῆς ὡραίας λεκάνης, ἐξεχείλισε, παρέσυρε
δυὸ γέφυρας, ἐπληµµύρησεν εἰς ὅλα τὰ χαµόγεια καὶ τὰ σπιτάκια τῶν πτωχῶν, κ᾿
ἔκαµε νὰ κολυµβοῦν γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ κτήνη εἰς τὸν καταρράκτην τὸν βαθύν. 
Τὸ νερὸν ὑψώθη ἕως τὰ πατώµατα τῶν πτωχικῶν οἰκιῶν, οἱ περισσότεροι τῶν
κατοίκων ἐπρόφθασαν νὰ φύγουν εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ µετέωρα. Ὅ,τι ἠδύνατο νὰ
διακρίνῃ τὶς εἰς τὸ στίλβον ἐκεῖνο σκότος, ἦτο µόνον ἓν χάος πλωτόν. ∆ὲν ἐφαίνετο
πλέον ἄστρον οὔτε πούλια, οὔτε πετεινὸς ἐλάλει, οὔτε ὡρολόγι ἐσήµαινεν. 
Ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡ νύκτα ἐκείνη τοῦ φθίνοντος Νοεµβρίου δὲν ἔµελλε ποτὲ νὰ
τελειώσῃ. Αἴφνης, περὶ τὰ µεσάνυχτα, ἠκούσθη µεγάλη, ἐξωτικὴ κραυγή: – Πί πί πί ! 
πί πί ! πί ! πί ! 

Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦτο ἀνεξήγητος. Καµµία πτωχὴ γραῖα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ φωνάξῃ, 
τέτοιαν ὥραν, τὶς πάπιες της, αἵτινες, ἄλλως, θὰ εἶχον εὑρεῖ τὴν χαράν των, καί, 
καθὼς ἐβεβαίωνεν εἷς χωρικός, ὅστις ἔλεγεν ὅτι ἠξεύρει ἀπ᾿ αὐτά, βεβαίως
«ἐκοιµῶντο πλέουσαι εἰς τὸ νερόν». Ἡ φωνή, ἐκτάκτως ὀξεῖα, ἦτο ἴση µε τὸν ἦχον
δέκα συρίγγων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε ἀνθρωπίνη. Κατὰ τὴν λογικωτέραν φανείσαν
τότε ἐξήγησιν, αὐτὸς ὁ ἄρχων τοῦ σκότους εἶχε τολµήσει νὰ προβάλῃ τὸ ἄσχηµον
ρύγχος του ἀπὸ καµµίαν θυρίδα τοῦ ζοφεροῦ ἀγνώστου, µέσα εἰς τὸ ὑγρὸν ἐκεῖνο
ἔρεβος, καὶ µὴ δυνάµενος νὰ κρύψῃ τὴν µαύρην χαιρεκακίαν του, διότι ἔβλεπε τοὺς
ἀνθρώπους νὰ πλέουν, ὡς νὰ εἶχον µεταµορφωθεῖ εἰς τὸ γένος τῶν νήσσων, ἔρρηξε
τὴν κραυγὴν ἐκείνην τοῦ πικροῦ σαρκασµοῦ πρὸς τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα. 

Τέλος, µετὰ µακρᾶς ὥρας, µέγας ἄνεµος τυφῶν µανιωδῶς ἐφύσησεν. Ἐσίγησεν ὁ
µονότονος ροῖβδος τῆς βροχῆς, ὁ βαθὺς ρόχθος τῶν κυµάτων ἀντήχει τώρα ἀπὸ τὸν
λιµένα, καὶ ὁ φρενιαστικὸς συριγµὸς τῶν τροχαλιῶν, καὶ ἡ βάναυσος κλαγγὴ τῶν
ἁλύσεων, τὰς ὁποίας ἐξέσυρε κ᾿ ἔπαιζεν ἡ τρικυµία. Σιµὰ εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀγκώδη
σκάφη, ἀσφαλῶς ἀραγµένα, νὰ µικρὸν κόττερο, νέο σκαρί, ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ εἰς
τὸν γνόφον τὸν βαθύν, ἀνάµεσα εἰς τὸ ∆ασκαλειό, τὸ βραχῶδες χθαµαλὸν νησίδιον, 
καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Μῶλον, δίπλα εἰς τὰ ρηχά, τὰ ἁπλούµενα ἐκεῖθεν τῶν ἐκβολῶν
τοῦ χειµάρρου. Στιγµὴν τινά, ὅταν ὁ ἄνεµος εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον τῆς λύσσης
του, κρότος ὀξὺς ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κόττερον, ὅστις ἐξεχώριζε καὶ ἀπὸ τὸν ρόχθον τῶν
κυµάτων, καὶ ἀπὸ τοὺς συριγµοὺς τῶν τροχαλιῶν. Ἦτον ὡς κραυγὴ ἀγωνίᾳς. 
∆υὸ ἢ τρεῖς θαλασσινοὶ κατοικοῦντες εἰς τὸ παραθαλάσσιον, σιµὰ εἰς τὴν
προκυµαίαν, εἶχον ἀνοίξει τὰ παράθυρά των, κ᾿ ἐκύτταζαν ἀνήσυχοι τὰ χειµαζόµενα
πλοῖα. Οὔτε ἐνόησαν τί ἐσήµαινεν ἡ κραυγὴ ἢ ὁ κρότος αὐτός. Ὁ εἷς τότε ἐφώναξε
πρὸς τὸν γείτονά του: 
- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Στέργιο, νὰ φωνάξῃ αὐτὸν τὸν Μῆτρο, τὸν νειόγαµπρο; ∆ὲν
τὸ βλέπω καλὰ τὸ κόττερο. 

- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Νικόλα; ἀπήντησεν ἀπαθὴς ὁ Στέργιος.
- Ἀλοία στὸν καϋµένον τὸν Φραγκούλα! εἶπεν ὁ πρῶτος ὁµιλήσας.
Οἱ δυὸ ναυτικοὶ ἦσαν µὲ τὰ νυκτικά των. Ἄλλως ἤξευραν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ µικροῦ
σκάφους εἶχε συνήθειαν νὰ κοιµᾶται κατ᾿ οἶκον, ἡ δὲ οἰκία του δὲν εἶχε τὸ
πλεονέκτηµα νὰ εἶνε παραθαλασσία. Τὸ κόττερο ἦτον «νέο σκαρί», καὶ ὁ καπετάνιος
του ἦτον «νειόγαµπρος». Μόνον ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ πλοίου ὁ σύντροφός του, γέρων
ναυτικός, ὁ Κώστας Φραγκούλας, ὅστις εἶχεν ἔργον νὰ φυλάγῃ τὸ πλοῖον.
Μόλις ἐξέφερεν ὁ ὀνοµασθεὶς Καπετὰν Νικόλας τὸν ἐλαφρὸν ἐκεῖνον ταλανισµόν,
καὶ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ ἀλοὶ ἐκεῖνο, φοβερὸς τριγµὸς καὶ κρότος µετὰ ὀξέος
συριγµοῦ ἀντήχησε. Ἦτον ὡς καγχασµὸς θαλασσίου δαίµονος εἰς τὸ σκότος. Μέσα
εἰς τὴν πάλην τῶν στοιχείων, καὶ εἰς τὸν ποικίλον ὀρυµαγδόν, ἄπειρον ὄµµα καὶ µὴ
ἐξησκηµένον ὠτίον, τίποτε δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ διακρίνει. Μόνον οἱ δυὸ πλοίαρχοι,
ἀπὸ τὰ παράθυρά των, πάραυτα ἐνόησαν καὶ ἀφήκαν διπλὴν κραυγήν.
- Πάει τὸ κόττερο! εἶπε µετ᾿ ἀληθοῦς πόνου ὁ Νικόλας. Κρῖµα ῾στο! κρῖµα ῾ς!
- Τύφλα! εἶπεν ἀνάλγητος, αὐστηρὸς τιµητὴς ὁ Στέργιος.

Τὸ πρωί, ὅλοι ἔµαθαν ὅτι ἡ τρικυµία ἐξέσυρε τὰς ἀγκύρας τοῦ µικροῦ κοττέρου, καὶ
τὸ πλοῖον ἔγινεν ἄφαντον, µαζὶ µὲ τὸν Κῶτσον τὸν Φραγκούλαν, τὸν µόνον ἐπ᾿ αὐτοῦ
ναυβάτην. Εὑρέθησαν τινὲς διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ κράξουν τὸν πλοίαρχόν του, τοῦ
ὁποίου ἡ οἰκία εὑρίσκετο ἕνα δροµίσκον παραµέσα ἀπὸ τὴν προκυµαίαν ἀλλ᾿ ἦτο
ἀργὰ πλέον. Ἀπόπειρα εἶχε γείνη, µὲ µίαν µεγάλην σκαµπαβίαν, µὲ ἓξ κωπία, νὰ
πλεύσωσι πρὸς τὸ νότιον µέρος, εἰς τὸ στόµιον τοῦ λιµένος, µὲ τὸν λυσσῶντα ἄνεµον
τὸν πνέοντα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠµπόρεσαν νὰ «µπουκάρουν», ἤτοι νὰ
κατευθυνθῶσι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸ πλοῖον εἶχε γίνῃ ἄφαντον.
Τὴν ἐπαύριον, εἶχε γίνῃ εὐδία. ∆ὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ µικρὰ φουσκοθαλασσιὰ κ᾿
ἐλαφρὰ πνοή, ὁµοία µε τὸν πείσµονα γρυσµὸν τοῦ µετὰ κόπου κατασιγασθέντος
σκύλου. Ὅλοι ἐσυλλυποῦντο τὸν νεαρὸν καπετὰν Μῆτρον, καὶ ὅλοι ἔκαµνον, ὅπως
συνειθίζουν οἱ ναυτικοί, ἢ κατὰ πρόσωπον, ἢ ὄπισθεν τῶν νώτων, τὰς ἀµειλίκτους ἐκ
τῶν ὑστέρων ἐπικρίσεις των. Βέβαια, ὁ Μῆτρος ἦτο νέος κυβερνήτης. Ἕως τότε εἶχε
ταξιδεύσει ἐπὶ χρόνους ὡς ναύτης εἰς µεγάλα πέλαγα, µὲ τὴν σκοῦναν τοῦ πατρός
του. Ἑπόµενον ἦτο νὰ εἶνε «ἀτζαµής», καὶ νὰ µὴν εἰξεύρη καλὰ οὔτε ἀπὸ
ἀκτοπλοΐαν, οὔτε πῶς νὰ «σιγουράρῃ» τὸ πλοῖον του εἰς τὸν λιµένα, ἀφοῦ µάλιστα
ἐκοιµᾶτο κατ᾿ οἶκον. Νιόγαµβρος, νέο σκαρί. Ἀλοία! στὸν Φραγκούλα.

Ναί, ὁ Φραγκούλας, ἦτον γέρος, καὶ ἠµπορεῖ νὰ ἦτον σχεδὸν ἀνίκανος. Παράξενος,
στραβός, µισοπάλαβος. Ἀλλοίθωρος, ἡ γυναῖκα του. Ἐπὶ τινὰ χρόνον ἔµενεν εἰς ἕνα
κατώγι, διὰ ψυχικόν. Ἐπήγαινε µὲ τὶς βάρκες, εἰς ψάρευµα ἢ µικροὺς ναύλους, ἀλλὰ
συνήθως ἐξενυχτοῦσε στὸ κατώγι. Τέλος, ὅταν ἔφτιασε τὸ κόττερο ὁ Μῆτρος, ὅστις
ἦτο δεύτερος ἀνεψιός του, τὸν προσέλαβεν ὡς τακτικὸν συµπλωτήρα, ἅµα καὶ
νηοφύλακα. Πρὸς τί νὰ ὑποχρεώνεσαι, τοῦ εἶπε, «µπάρµπα», νὰ κοιµᾶσαι στὸ ξένο

κατώγι; ἀφοῦ, «καλλίτερα γιὰ σένα» σ᾿ ἔδιωξεν ἡ γυναῖκα σου; ἔλα νὰ κοιµᾶσαι µέσ᾿
τὸ κόττερο, κάτω στὴν πλώρη, ποὺ κάνει µεγάλη ζέστη, ζέφκι, καὶ καλοπερασιά.

Ὁ καϋµένος, ὁ Κῶτσος, ὀλίγας ἡµέρας πρίν, εἶχε συµβῇ, εἰς τὴν κηδείαν ἑνὸς
παλαιοῦ γείτονός του, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναόν, ἐνῷ ἐψάλλετο ἡ νεκρώσιµος
ἀκολουθία. ∆ὲν ἦτο τακτικὰ φιλακόλουθος. Μερικοὶ τὸν ἐπείραζαν, καὶ τὸν ἔλεγαν
«φαρµασῶνον». Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἦτο ἐξ ἰδιοσυγκρασίας σκωπτικός, ἰδιότροπος ἐν τῇ
ἀσυνειδήτῳ φιλοσοφίᾳ του. ∆ιῆλθεν ἄνωθεν τοῦ χοροῦ, πρὸ τῶν βαθµίδων τοῦ
βήµατος κ᾿ ἐπλησίασεν εἰς ἕνα νέον δηµοδιδάσκαλον, ὅστις ἐσυνεῖθιζε νὰ ψάλλῃ, καὶ
κατὰ τὴν κηδείαν αὐτὴν ἵστατο ἀριστερά, βοηθῶν τοὺς ἱερεῖς, εἰς τὸν στίχον: «Κύριε
ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου», τὸν ὁποῖον ἐπανελάµβανεν ἐκ περιτροπῆς ὁ
ψάλτης. Ὁ Φραγκούλας ἀλλοκότως ἐγέλασε, καὶ εἶπε µὲ φωνὴν σχεδὸν ἀκουστήν:
- Ἀνάθεµα στὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου; Τί λὲς δάσκαλε;
Ὁ ψάλτης τοῦ ἔνευσε µόνον νὰ σιωπήσῃ. Καὶ µὲ κυκλοτερὲς βλέµµα πρὸς τοὺς
ἄλλους, τοὺς ἐσύστησε νὰ µὴ δώσουν προσοχήν, διὰ νὰ µὴ γίνῃ χασµωδία.
Ὁ Φραγκούλας µετ᾿ ὀλίγον καὶ πάλιν ἐπανέλαβε:
- Τί τοὺς ψαίλνετε; ... Τί τοὺς κάνετε νάνι-νάνι; ... Ὅλοι στ᾿ ἀνάθεµα θὰ πᾶµε!...
Ὁ διδάσκαλος καὶ πάλιν τοῦ ἔνευσεν αὐστηρῶς. Καὶ ὁ Κῶτσος ἀπεµακρύνθη.

Καὶ µετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας ἐπέπρωτο, ὁ γέρων οὗτος ναυτικός, ὅστις, τὴν πρωΐαν
ἐκείνην, –τὶς οἶδε;- µὲ τὴν πένθιµον ἐκείνην εὐθυµίαν του, ἄλλην πρόθεσιν ἴσως δὲν
εἶχεν, εἰµὴ νὰ ὑποδείξῃ τὸ µάταιον, καὶ τὸ συνθηµατικόν, καὶ τὸ ἀγοραῖον πάσης
ἀνθρωπίνης συνηθείας, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς νεκρωσίµου ποµπῆς· ὁ γέρων οὗτος, ὅστις
δὲν ἦτο εἰµαρµένον ν᾿ ἀξιωθῇ οὔτε τῆς ἐσχάτης παραµυθίας, οὔτε τῆς κηδεύσεως,
ἔµελλε νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν φοβεράν, τὴν δαιµονιώδη ποµπήν, ὅλων τῶν στοιχείων τ᾿
οὐρανοῦ, τῶν ἀνέµων, τῶν κυµάτων τὴν φρικώδη συνοδίαν ὀρχουµένην µανιωδῶς
περὶ τὴν γηραιὰν κεφαλήν του, γύρω εἰς τὴν λευκὴν ἀκτένιστον κόµην του· κ᾿
ἔµελλεν ἐν τριγµῷ ἁλύσεων καὶ τροχαλιῶν καὶ ἀρµένων, νὰ καταποντισθῇ εἰς τὸ
κῦµα, «ἄψαλτος, ἀσαβάνωτος, ἀµοιρολόγητος».


Αφιέρωμα (Γ' Μέρος): Λέξεις απ'τα βαπόρια








Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος, το αναφέρουμε στον Χέρμαν Μέλβιλ. 

Ξεκίνησε για τα γράμματα, αλλά γρήγορα η χρεωκοπία του επιχειρηματία πατέρα του, τον ανάγκασε να ασκήσει διάφορα επαγγέλματα και να εγκαταλείψει το σχολείο. Έφηβος ακόμα μπάρκαρε σε ένα εμπορικό καράβι και δούλεψε ως καμαρότος. Ο συγγραφέας του Μόμπι Ντικ ήταν σχολείο- καράβια- σχολείο και έπειτα πάλι καράβια... η εξερεύνηση ήταν στο μεδούλι του, η περιπέτεια επίσης. Δεν ήταν κάτι διαφορετικό από αυτά που μπορείς να διαβάσεις στα βιβλία του. Η πηγή έμπνευσής του ήταν οι εμπειρίες του. Στις σελίδες του: η μαύρη ανοιχτή θάλασσα, τα φαλαινοθηρικά, ο διάχυτος κίνδυνος του αγνώστου. Είναι από τους συγγραφείς που γνώρισαν αμέσως επιτυχία, έπειτα από τις πρώτες τους λογοτεχνικές απόπειρες. Τα θέματα στα βιβλία του λίγο- πολύ κοινά: η θάλασσα, το άγνωστο, ιθαγενείς κτλ. Πέρα από τον "Μόμπι Ντικ", "Μαρτλεμπυ, ο γραφιάς", διάφορα διηγήματα, αλλά και ποιήματα (έγραψε ένα ποίημα για τους Αγίους Τόπους που είχε επισκεφθεί, 16.000 στίχων...), έγραψε και τον Χαφιέ- ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το τελευταίο του εκδομένο εν ζωή. Πλήρως αυτοβιογραφικό και κατά πολλούς πλήρως ανήθικο ταυτόχρονα. Το βιβλίο "Μόμπι Ντικ" είναι μια σύγχρονη καλογραμμένη τραγωδία, που προβάλλει με δεξιοτεχνία την αιώνια μάχη του ανθρώπου με τη Φύση, μέσα από τα πρόσωπα του σαλεμένου κυβερνήτη του πλοίου Αχαάβ και της μεγάλης επικίνδυνης φάλαινας, Μόμπι Ντικ. Το συγγεκριμένο βιβλίο, έμελλε να θαφτεί κάτω από τα εξίσου μεγάλα αριστουργήματα, το "Άλικο γράμμα" και την "Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά", που είχαν εκδοθεί παράλληλα με τον βιβλίο του Μέλβιλ. Μόνο έπειτα από μερικά χρόνια ανακαλύφθηκε από τους Μοντερνιστές και αναγνωρίστηκε για την σπουδαιότητά του. Ο Μέλβιλ ενώ ήταν ένας από τους λίγους Αμερικανούς λογοτέχνες που πρόλαβε την αναγνώριση και κάποια μικρή απήχηση, ωστόσο στο τέλος της ζωής του πέθανε ξεχασμένος και φτωχός στη Νέα Υόρκη. Τα βιβλία του και οι περιπέτειές του είχαν ξεχαστεί και στο σπίτι του βρέθηκαν αρκετά ανολοκλήρωτα έργα. κατόπιν, στα 1920 έπειτα από την έκδοση της βιογραφίας του, το ενδιαφέρον για τον θαλασσομάχο αναζοπυρώθηκε. Πλέον θεωρείται ένας από τους σπουδαίοτερους Αμερικανούς συγγραφείς. Ο ίδιος είχε γράψει: «Ο Θεός να με φυλάει να μην ολοκληρώσω ποτέ τίποτα. Ολόκληρο αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά ένα προσχέδιο ­ τι λέω, το προσχέδιο ενός προσχεδίου». 


Αποσπάσματα από το έργο "Μόμπι Ντικ":

"Οι μεγάλες κλεισιάδες του κόσμου των θαυμάτων άνοιξαν και, μες στις τρελές φαντασιώσεις που με παράσυραν στο σκοπό μου, δυο-δυο έπλεαν στα κατάβαθα της ψυχής μου, ατέλειωτες πομπές της φάλαινας και,καταμεσής ολωνών τους,ένα επιβλητικό κουκουλωμένο φάντασμα, σα λόφος από χιόνι στον αέρα."



"Δες τη νησιώτικη πόλη σου, την πόλη των Μανχατιανών, που 'ναι ζωσμένη ολόγυρα με αποβάθρες, όπως τα νησάκια των Ινδιάνων με ύφαλους κοραλένιους -το εμπόριο την κυκλώνει με τον αφρό της κυματωγής του. Δεξιά κι αριστερά, οι δρόμοι σε βγάζουν στο νερό...
Κάνε το γύρο της πόλης ένα ονειρικό κυριακάτικο απόγεμα. Πήγαινε από το Κόρλιρ-Χουκ στο Σέντις-Σλιπ κι από κει, περνώντας τη Χουάιτχολ, βόρεια. Τι βλέπεις; Στυλωμένοι σα σιωπηλοί φρουροί ολόγυρα στην πόλη, στέκουν χιλιάδες άνθρωποι θνητοί, δοσμένοι σε ωκεάνειους ρεμβασμούς. Άλλοι ακουμπώντας στους πασσάλους, άλλοι καθισμένοι στα κεφαλόσκαλα, άλλοι κοιτάζοντας τα παραπέτα των πλοίων από την Κίνα, άλλοι ανεβασμένοι ψηλά στα ξάρτια, σα να προσπαθούν να έχουν μιαν ακόμα καλύτερη θέα της θάλασσας. Αυτοί όμως είναι όλοι στεριανοί, τις καθημερινές είναι κλεισμένοι σε σουβάδες, δέσμιοι σε τεζάκια, καθηλωμένοι σε πάγκους, καρφωμένοι σε γραφεία. Τι συμβαίνει λοιπόν; Χάθηκαν τα πράσινα λιβάδια; Τι γυρεύουν εδώ;"



"Άκου άλλη μια φορά τότε -- πάλι χρειάζεται να εμβαθύνεις λίγο. Όλα τα ορατά αντικείμενα, άνθρωπέ μου, δε μοιάζουν παρά σα χάρτινες μάσκες. Σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας όμως --στη ζωντανή πραγματικότητα, στο αναμφισβήτητο γεγονός--, κάτι εκεί-μέσα που δε γνωρίζουμε, προικισμένο ωστόσο με στοχασμό, προβάλλει τα χαρακτηριστικά του χυτά πίσω από την άλογη μάσκα, σα σε καλούπι. Αν ο άνθρωπος θελήσει να ακολουθήσει το δρόμο του, μέσα από αυτή τη μάσκα θα περάσει. Πώς μπορεί ο φυλακισμένος να 'βγει έξω, αν δεν τρυπήσει τον τοίχο; Για μένα, η άσπρη φάλαινα είναι αυτός ο τοίχος, μετακινημένος δίπλα μου. Μερικές φορές νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα παραπέρα. Κι αυτό όμως φτάνει. Αυτή η φάλαινα είναι που με δοκιμάζει' αυτή με γεμίζει' βλέπω μέσα της μια φρικαλέα, υπερβολική δύναμη, γεμάτη από μιαν ακατανόητη κακία [...]".



"Πολλά είπαμε' παρόλα αυτά, για το μεγαλύτερο, το σκοτεινότερο, το βαθύτερο μέρος του Αχαάβ, δεν καταφέραμε να πούμε το παραμικρό. Από την άλλη μεριά πάλι, είναι μάταιο να εκλαϊκεύουμε πράγματα βαθιά, όταν μάλιστα όλη η αλήθεια είναι βαθιά. Ας περιπλανηθούμε λοιπόν σε μαιάνδρους που βρίσκονται βαθιά, κάτω ακριβώς από την καρδιά αυτού του Οτέλ ντε-Κλινί με τους γοτθικούς οβελίσκους όπου βρισκόμαστε και τριγυρνάμε τώρα -- όσο εντυπωσιακό, όσο αξιοθαύμαστο κι αν είναι, πρέπει εσείς, οι πιο ευγενικές και λυπημένες ψυχές, να το αφήσετε πια' πρέπει να ξεκινήσετε για κείνες τις αχανείς ρωμαϊκές αίθουσες, τις Θέρμες' σ' αυτές τις αίθουσες, που βρίσκονται πολύ βαθιά, κάτω ακριβώς από τους αλλόκοτους πύργους που βλέπουμε στον εξωτερικό κόσμο του ανθρώπου, εδρεύει, με τη μεγαλοπρέπεια εκείνη που δίνουν τα γένια, η επιβλητική του ρίζα, ολόκληρη η φοβερή ουσία του' εδρεύει ένα αρχαίο ον, θαμμένο κάτω από αρχαιότητες, που έχει για θρόνο του κορμούς από αγάλματα σπασμένα!"




~ ~ ~ ~