Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Κεριά- Κ.Καβάφης

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν. 


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Τερζάκη "Ταξίδι Με Τον Έσπερο"

[...] Το μυστικό τούτο, μονάχα στον Γλαύκο το είχε εμπιστευτεί. Κάμποσον καιρό αφού πια γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν, ένα βράδι έγινε μεγάλη εκμυστήρευση, που στάθηκε σαν είδος αρραβώνας της φιλίας τους. Ο φίλος τον είχε τραβήξει μαζί του σε μια μεγάλη βόλτα έξω από την πολιτεία, στα χωράφια, κι εκεί, ευνοημένος απο τη νύχτα, μίλησε:
-Σαν απόψε, του είχε πει, εδώ και τρία χρόνια, πήγα να πεθάνω.
-Απο αρρώστια;
-Όχι. Απο φαρμάκι.
Ανατρίχιασε ο Γλαύκος Πετροχωρίτης. Μέσα στο σκοτάδι τα μάτια του είχανε τεντωθεί.
-Πήρες... φαρμάκι; Και γιατί;
Δεν απάντησε αμέσως ο φίλος. Έκανε φαίνεται την τελευταία προσπάθεια ν' αποτινάξει το ζυγό της σιωπής.
Τέλος:
-Για μια γυναίκα, είπε βραχνά.
Σώπασαν. Μέσα στη νυχτερινή γαλήνη, ακούγανε πάλι, μηχανικά.
Άκου, λέει, ο φίλος σε λίγο και στάθηκε. Δε θα με ρωτήσεις ποτέ πως την λένε Ό,τι μπορείς να μάθεις θα σου το πω εγώ. Αυτό έγινε κει κάτω, στην πατρίδα μου. Ο πατέρας της υπηρετούσε εκεί, όμως είταν απ' άλλον τόπο. Μείνανε λίγο, δυο χρόνια όλο κι όλο. Ύστερα έφυγαν. Αυτή είταν στην ηλικία μου: Δεκατεσσάρων χρονών.
-Δεκατεσσάρων χρονών! απόρησε ο Γλαύκος Πετροχωρίτης. Αυτός είτανε τώρα δεκάξη χρονών και δεν είχε υποψιαστεί ακόμα τίποτε απο τον κόσμο, αφού ούτε τον έρωτα γνώρισε ούτε τη γεύση του θανάτου.
-Κ'ι οι δικοί σου; Το ξέρανε;
-Το ξέρανε.
Αργότερα έμαθε κι' άλλα. Το φίλο του, που είταν απο πατέρα ορφανός, τον είχε πάρει η μητέρα του κι έφυγαν από την πατρίδα τους αμέσως μετά την απόπειρα. Δεν είχε αδέρφια. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, έκανε με τον πατρυιό του ένα παιδί, αγόρι, που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Όσο για το κορίτσι, δεν το ξανάδε. Της έγραψε, δεν έλαβε απάντηση.
-Καλά... και γιατί θέλησες να πεθάνεις; είχε ρωτήσει ο Γλαύκος.
Τον άκουσε να γελάει ένα δυσάρεστο γέλιο, σα να τον κορόϊδευε για την ερώτηση. Θα την έβρισκε βέβαια ολότελα παιδική.
-Ξέρεις εσύ που ρωτάς, τι είναι ο έρωτας;
-Όχι.
-Έ, λοιπόν, να το μάθεις!
Κατέβασε το κεφάλι του. Πάλι εκείνο το όμορφο, το παράδοξο μίσος ανάδευε στην ψυχή του.
-Κι' όποιος αγαπάει δηλαδή πρέπει να πεθαίνει; έκανε πεισματωμένος. Εξόν κι επειδή είσασταν πολύ μικροί, και δεν μπορούσατε να παντρευτήτε....
-Μην είσαι βλάκας.
-Τότε λοιπόν;
Το χέρι του φίλου του ήρθε να τον χουφτιάσει απο την μπλούζα, πάνω στο στήθος. Τα δάχτυλά του είτανε κρύα και σκληρά.
-Να το ξέρεις, του λέει τραχιά. Όποιος αγαπάει αληθινά, δεν έχει σωτηρία.
Δεν αποκρίθηκε, δεν καταλάβαινε. Βάλθηκαν πάλι να περπατάνε. Σε λίγο:
-Ξέρω, δεν το καταλαβαίνεις αυτό που σου είπα. Θα με περνάς για τρελλό. Ή για θεατρίνο.
-Όχι.
-Λάθος κάνεις! Είμαι τρελλός. Ήμουν. Ο έρωτας είναι βαρειά αρρώστια, κατάλαβέ το αν μπορείς. Δεν ταιριάζει στα μέτρα του ανθρώπου.
Και καθώς ο Γλαύκος δε μιλούσε πάλι.
-Σου έχει τύχει να περάσεις ποτέ σου αρρώστια πολύ μεγάλη; Ναι;... Έ λοιπόν δε σου ήρθε, πάνω στο μαρτύριο, όταν το αίμα φουντώνει, να δώσεις μιά και να γλυτώνεις;
-Όχι. Ήθελα μονάχα να γίνω καλά.
Το σκληρό χέρι τον άφησε, τον έσπρωξε πέρα.
-Ανθρωπάκι! είπε με περιφρόνηση. Είσαι από κείνους που έχουν "τη θέληση της ζωής". Και οι άλλοι, οι παρόμοιοι, που έχουν κι' αυτοί τη θέληση της ζωής, παινεύουν τους τύπους του είδους σου. Κολλάτε σαν ψείρες στη ζωή.
Ανάσανε βαθειά και, μ' αυτό, σα να ημέρεψε κάπως.
-Το κάτω-κάτω, πρόσθεσε, το ίδιο κάνει. Ο καθένας γιατρεύεται όπως μπορεί.
-Κι' όμως! Να που εσύ γιατρεύτηκες στο τέλος, δίχως να πεθάνεις.
Προχώρησαν ακόμα λίγα βήματα, αμίλητοι. Ύστερα, η φωνή του φίλου του ακούστηκε πάλι, μουντή:
-Που ξέρεις! Μπορεί και ναχω πεθάνει....

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Πηγές του "Ερωτόκριτου"


Ο πρώτος που ανακάλυψε την κύρια πηγή του "Ερωτοκρίτου" είναι ο Ηπειρώτης καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας Χριστόφορος Φιλητάς (+ 1867). Σε αδημοσίευτη εργασία του ο Φιλητάς επισημαίνει το μεσαιωνικό γαλλικό μυθιστόρημα "Paris et Vienne" (του 1432) και τις ομοιότητες ανάμεσα σ' αυτό και τον "Ερωτόκριτο".
                                                      [...] 
    Πράγματι πολλά στοιχεία της πλοκής του "Ερωτοκρίτου" κυρίως στην αρχή και στο τέλος του έργου θυμίζουν πολύ το δυτικό μυθιστόρημα. Τα αντίστοιχα μέρη είναι ο έρωτας του νέου Paris για τη Vienne, κόρη του "δελφίνου" (ηγεμόνα) της ομώνυμης πόλης (Vienne) στη νότια Γαλλία, τα νυχτερινά τραγούδια του ερωτευμένου, ο φίλος του Edoardo, η απόπειρα για τη σύλληψη του τραγουδιστή, το κονταροχτύπημα, η αρρώστια του πατέρα του Paris και η επίσκεψη της Vienne, η πρόταση γάμου στον βασιλιά. Από εκεί και πέρα οι πλοκές των δύο έργων αποκλίνουν εντελώς.
                                                     [...]
   Ο Κορνάρος χρησιμοποίησε μέρος της πλοκής του δυτικού αυτού μυθιστορήματος οργανώνοντας καλύτερα τη δομή, λιγοστεύοντας τα πρόσωπα και αποφεύγοντας τις επαναλήψεις. Έτσι πέτυχε μια συνεπέστερη σύνθεση. Ωραίο εύρημα στον Κορνάρο είναι π.χ. ότι η Αρετούσα παίρνει από το σπίτι του αγαπημένου της τα τραγούδια που έχει ήδη ακούσει και τη ζωγραφιά της και ότι εκδηλώνει το ενδιαφέρον της με τα μήλα που του στέλνει, όταν ο νέος προσποιείται τον άρρωστο ακριβώς λόγω της εξαφάνισης των χαρτιών αυτών.
                                                    [...]
  Σημαντική είναι και η επίδραση  του "Orlando Furioso" του Ariosto στον "Ερωτόκριτο". Η εχθρική εισβολή και ο πόλεμος, που εισάγει ο Κορνάρος αντί της σταυροφορίας, είναι εμπνευσμένα από τον Ariosto. Την ίδια προέλευση έχει και ο μαυροφόρος ιππότης, η μονομαχία για το χαμένο σπαθί, η προξενιά με γιο του βασιλιά του Βυζαντίου, η κρίση του αγώνα με μονομαχία δύο ηρώων έπειτα από σχετικό όρκο των αντιπάλων βασιλιάδων, η εμφάνιση του άγνωστου πολεμιστή-σωτήρα. Άν και τα στοιχεία αυτά οργανώνονται σε διαφορετική θέση και λειτουργούν διαφορετικά, είναι φανερό ότι για τον Κορνάρο ο Ariosto δεν είναι απλώς πηγή μεμονωμένων θεμάτων, παρομοιώσεων και εικόνων, αλλά και βασικού μέρους της πλοκής.
                                                   [...]


Όσα είπαμε αφορούν στα ξένα πρότυπα ή ορθότερα "πηγές" του Κορνάρου.



Βινσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος

Επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου,  Εστία, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη 

Η Μυθολογία μέσα από την νεοελληνική ποίηση (2)


Στο ρόδινο μακάριο φώς, νά με, ανεβαίνω τής αυγής, με σηκωμένα χέρια
η θεία γαλήνη μέ καλεί του πέλαου, έτσι για να βγώ προς τα γαλάζια αιθέρια

μα ώ οι άξαφνες πνοές της γής, που μέσ'στα στήθια μου χιμάν 
και ακέρια με κλονίζουν!

Ώ Δία, το πέλαγο είν' βαρύ και τα λυτά μου τα μαλλιά σάν πέτρες με βυθίζουν!

Αύρες, τρεχάτε, - ώ Κυμοθόη, ώ Γλαύκη, - ελάτε πιάστε μου
τα χέρια απ' τη μασκάλη.
Δέν πρόσμενα έτσι μονομιάς παραδομένη να βρεθώ μέσ' στού Ήλιου την αγκάλη...

Άγγελος Σικελιανός, Αναδυομένη

Μ. Αναγνωστάκης - Στον Νίκο Ε... 1949


Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιός με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).


Ρώμος Φιλύρας: Ο Έλληνας Ρεμπώ


Γεννημένος το 1888, ο Έλληνας Ρεμπώ (κατά τον Βάρναλη*), ή αλλιώς ο Ιωάννης Οικονομόπουλος- όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν ποιητής και δημοσιογράφος στην εποχή του Μεσοπολέμου. Είναι απ'αυτούς τους ποιητές, όπως και άλλοι της γενιάς του, που μεγαλώνουνε και ζούνε με την απομόνωση του πολέμου. Ο Φιλύρας έζησε στρατιώτης στους Βαλκανικούς πολέμους και ανθυπολοχαγός στην περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Και μετά τους πολέμους ακολουθεί μία εξίσου τρομακτική δίνη- αυτή της σύφιλης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποταχθεί το 1924, λόγω της σύφιλης. Έπειτα ακολουθούν οι συνεργασίες με τα λογοτεχνικά και μη περιοδικά της εποχής του, όπως και η έκδοση πολλών ποιητικών συλλογών του. Όλα αυτά, ώσπου να μπει η τρέλα της σύφιλης για τα καλά μέσα στο αίμα του. Ο Φιλύρας εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο το 1927 και έμεινε εκεί για δεκαπέντε χρόνια- έως το τέλος της ζωής του, που επισυνέβη το 1942. 

Ένα πολύ σημαντικό βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, η δίτομη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Ρ. Φιλύρα με τίτλο "Ποιήματα - Άπαντα τα ευρεθέντα" και καλό θα ήταν να αναφερθεί ότι το Σάββατο 14 Δεκέμβρη θα γίνει ομιλία στην Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου) στις 12:00 για το βιβλίο "Ποιήματα - Άπαντα τα ευρεθέντα", όπου θα μιλήσουν ακαδημαϊκοί και ποιητές. 

Ιδού ένα δείγμα της ποίησης του Ρ. Φιλύρα: 


ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑΣ

Σαν κέντημα γύρω οι βράχοι κ΄ οι λόφοι του Κορυδαλλού
στο λιμανάκι, ονειρεμένο, του γραφικού Σκαραμαγκά
κ΄ οι βάρκες στην ακρογιαλιά, που βάζουν πλώρη αργά γι΄ αλλού
τα παραγάδια και τ΄ αγκίστρια κ΄ οι πετονιές αραδαριά.

Όλος γαλήνιο αραξοβόλι ο κόλπος του Σκαραμαγκά
κι αντίκρυ η θρυλική Ελευσίνα, Κούντουρα, Μάντρα και τα Βίλλια
κόττερα μάγα, καραβάκια, τράτες, που σέρνονται αργά,
κι άλλα πλεούμενα που φεύγουν γοργά και παίρνουν φόρα μίλια.

Γλυκόχρωμα γαλάζια ως πέρα τα τρεμοσάλευτα νερά,
τα κύματα μ΄ αφρόν ολάσπρο, κάπου στο βάθος των κατάρτια
και τα βουνάκια και τα βράχια, τα δεντελλένια στη θωριά
και κάποτε και κάπου – κάπου πανάκια ολόλευκα και ξάρτια.

Κι απ΄ όλα, από τις αχτιβάδες, και τα πετράδια στ΄ ακρογιάλι
ως τα βουνάκια και τα ψάρια, που τ΄ αγκιστρώνουν πετονιές
λάμπει μια υγεία και μιαν αύρα φυσάει σα νίκη ή μαϊστράλι
πνέει απ΄ τα βάθη κ΄ ένα ρέμα, παίρνει και ρέει απ΄ τις ρονιές.

Κι απ΄ το Δαφνί, τη Σαλαμίνα, το Ναύσταθμο κι ακόμα πέρα
ο θρίαμβος των τοπίων παίρνει και βασιλεύει γραφικά
σμίγουν το χώμα, το χαλίκι κ΄ οι γλάροι στο γλαυκό του αιθέρα
και νανουρίζεται η ψυχή μας στο κύμα αιθέρια και γλυκά.

~ ~ ~


ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι.
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη,
το κορμί μας στον τάφο θ’ απογείρει.
Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη,
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι
της ζωής μας ανάρπαζε κι η νιότη
μας φούντωνε του αίματος τη πύρη.

Οι κοπέλες μονάχα θα εικονίζουν
κάθε χαρά που πέρασε και πάει
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν,
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη,
ποια πιο πολύ μας χρύσωνε τα νιάτα.




*Ο  Κώστας Βάρναλης επισκέφτηκε τον Φιλύρα στο Δρομακαΐτειο. Σε αυτήν την επίσκεψη πήρε από τον  Φιλύρα  τέσσερα ποιήματα και ένα πεζό, μεταξύ των οποίων είναι και ο “Σκαραμαγκάς”.



Αφιέρωμα στον Αλμπέρ Καμύ


Το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος και οι εκδόσεις Καστανιώτη αφιερώνουν τη βραδιά της 12ης Δεκεμβρίου στις 19:00 στο auditorium Theo Angelopoulos του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος  (Σίνα 31, Αθήνα, τηλ. 210-33.98.600) σε µια βραδιά αφιερωµένη στον Αλμπέρ Καμύ µε αφορµή τη συµπλήρωση 100 χρόνων  από τη γέννησή του. 

(Περισσότερες πληροφορίες: εδώ