Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Τ. Κέρουακ - Στο δρόμο (απόσπασμα)




(Χάρτης σχεδιασμένος και σχολιασμένος από τον Jack Kerouac, για το ταξίδι που έμελλε να τον εμπνεύσει να γράψει το βιβλίο "Στο δρόμο")



Μία νύχτα είχαμε μια κουβέντα στη γωνιά της 47ης οδού και της Μάντισον Άβενιου, στις τρεις το πρωί: «Α Σαλ, στην ευχή, δεν ήθελα να φύγεις, πραγματικά, θα’ναι η πρώτη φορά που θα’μια στη Νέα Υόρκη χωρίς τον φιλαράκο μου¨. Και είπε: «Στη Νέα Υόρκη, είμαι σαν εξόριστος, το Φρίσκο είναι η πατρίδα μου. Όλο τον καιρό που έμεινα εδώ δεν είχα άλλο κορίτσι απ’την Ινέζ, μόνο στη Νέα Υόρκη μπορεί να μου συμβεί αυτό. Κατάρα! Αλλά η σκέψη και μίνο να διασχίσω και πάλι αυτή τη φριχτή ήπειρο… Σαλ, δεν έχουμε μιλήσει σε βάθος εδώ και καιρό». Στη Νέα Υόρκη τρέχαμε συνέχεια φρενιτωδώς, σε πάρτυ όλο μεθύσια, με πλήθος φίλους. Φαινόταν πως δεν ήταν του γούστου του Ντην. Του πήγαινε περισσότερο να καμπουριάζει την πλάτη του κάτω από’να σύννεφο παγωμένης ψιχάλας μέσα στην άδεια νύχτα της Μάντισον Άβενιου. «Η Ινέζ μ’αγαπάει∙ μου είπε και μου εγγυήθηκε πως μπορώ να κάνω ό,τι θέλω και θα υπάρχουν όσο γίνεται τα λιγότερα προβλήματα. Βλέπεις, φίλε μου, γερνάμε και τα προβλήματα στοιβάζονται. Μια μέρα, εσύ κι εγώ, θα τριγυρνάμε μέσα σ’ένα στενό, μαζί, στη δύση του ήλιου και θα ψάχνουμε στα σκουπίδια».
            «Θες να πεις πως θα καταλήξουμε σαν τους γεροαλήτες;»
            «Γιατί όχι, φίλε μου; Φυσικά και θα καταλήξουμε εκεί αν το θέλουμε, κι όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να τελειώνεις έτσι. Περνάς όλη σου τη ζωή χωρίς ν’ασχολείσαι με το τι θέλουν οι άλλοι, μαζί και οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, και κανείς δεν σκοτίζεται για σένα και προχωράς μονάχος και ανοίγεις το δικό σου δρόμο». Συμφωνούσα. Έφτανε στις ταοϊστικές του αποφάσεις από τον πιο απλό και τον πιο άμεσο δρόμο. «Ποιος είναι ο δρόμος σου, φίλε μου; Είναι ο δρόμος του άγιου, ο δρόμους του τρελού, ο δρόμος του ουράνιου τόξου, ο δρόμος του ηλίθιου, ο οποιοσδήποτε δρόμος. Ο δρόμος του οπουδήποτε για τον οποιονδήποτε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Πού, ποιος, πώς;». Κουνήσαμε το κεφάλι στη βροχή. «Σκκκατά, και πρέπει να φυλάξεις το τομάρι σου. Δεν είναι άντρας αυτός που δεν τρέχει, άκουσε τι λέει ο γιατρός. Θέλω να σου πω Σαλ, ξεκάθαρα, δεν έχει σημασία πού μένω, η βαλίτσα μου εξέχει πάντα κάτω απ’το κρεβάτι, είμαι έτοιμος να φύγω ή να πάρω πόδι. Αποφάσισα να τ’αφήσω όλα να κυλήσουν μέσα απ’τα χέρια μου. Με είδες, εσύ, ν’αγωνίζομαι και να χτυπάω τον κώλο μου κάτω για να πετύχω και ξέρεις, εσύ, πως είναι χωρίς σημασία και πως έχουμε την αίσθηση του χρόνου, τον τρόπο να κόβουμε ταχύτητα και να περπατάμε και να ψάχνουμε και ν’αρκούμαστε στις απλές απολαύσεις, και τι είναι οι άλλες απολαύσεις; Εμείς, ξέρουμε». Αναστέναξε μέσα στη βροχή. Έπεφτε απ’τη μία άκρη στην άλλη στην κοιλάδα του ποταμού Χάντσον εκείνη τη νύχτα. Οι μεγάλες διεθνείς αποβάθρες κατά μήκος του πελώριου σαν θάλασσα ποταμού είχαν πλημμυρίσει, οι αποβάθρες των παλιών ποταμόπλοιων στο Πόουκηπσι είχαν πλημμυρίσει, το βουνό Βάντερουέηκερ είχε πλημμυρίσει.

            «Έτσι», είπε ο Ντην, «περιφέρομαι μέσα στη ζωή, την αφήνω να με πηγαίνει». 



Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Λ. Τζούλι - Σήμερα

Ο Λουάν Τζούλι είναι ποιητής αλβανικής καταγωγής, που κουβαλάει το ευαίσθητο άρωμα της πατρίδας του σε κάθε στίχο. Έχει εκδώσει στην Ελλάδα τις ποιητικές συλλογές "Μυρίζω μήλο" (Καστανιώτης), "Η βιογραφία των ματιών" (Ελ. Γράμματα), "Πού να ζητήσω συγγνώμη" (Ελ. Γράμματα), "Το κυπαρίσσι που τά 'βαλε με τον ουρανό" (Ελ. Γράμματα), ενώ φέτος κυκλοφόρησε και η συλλογή του "Άγιος Προδότης".


Το μάτι μου,
έμοιαζε με κόκκινο τοίχο
ραγισμένο από την υγρασία.
Στο λεωφορείο της γραμμής,
ένα ηλικιωμένος μού πρόσφερε τη θέση να καθίσω
και για στιγμές ολόκληρες
οι επιβάτες με κοιτούσαν με λυπημένο βλέμμα.
Το μάτι μου σήμερα
ήταν ένα σπασμένο τζάμι
που το φως, 
τα χρώματα 
κι ο αέρας
χρειάζονταν μιαν άλλη άδεια παραμονής
για να κάνουν μια στάθμευση.
Σήμερα,
με λιγότερο ένστικτο
χαιρετούσα τους γείτονές μου.
Ενιωσα βαθιά
πως και το άλλο μάτι μου,
δάκρυζε μετανοημένο.

ποίημα-Γιάννη Ρίτσου

Πριν μετρήσω στα δάκτυλα
ως το 10 νύχτωσε
Μείναμε χωρίς όνειρα
χωρίς ψωμί. Στ ? άδειo
ξωκλήσι του βουνού
τα χελιδόνια μόνα λειτουργούνε
Ελλάδα σε λένε.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014



«Καθώς κοιτάς το μηδέν στα μάτια δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;»
«Ναι».

(Ερώτημα που τέθηκε στον σπουδαίο και  αείμνηστο Δημήτρη Λιαντίνη...)


Χ. Νορς: 2 ποιήματα του ακριβούς ποιητή




Ο Χάρολντ Νορς γεννήθηκε το 1916 στη Νέα Υόρκη. 
Τελείωσε το πανεπιστήμιο Κούπερ Γιούνιον στο Μανχάταν. Στη δεκαετία του '40  συνδέθηκε φιλικά με τους Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς και Ντύλαν Τόμας, Τενεσή  Ουίλιαμς και Τζέιμς Μπάλντουιν, Τζον Κέιτζ και Αναΐς Νιν, πρόσωπα πολύ  διαφορετικά μεταξύ τους. Αργότερα, περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια στην Ευρώπη, Β.  Αφρική και Μέση Ανατολή. Από το 1968, μένει στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και εκδίδει  ένα από τα πιο σημαντικά περιοδικά της δεκαετίας του '70, το Bastard Angel. Βιβλία του:  The undersea Mountain (1953), The Dancing Beasts (1962), Karma Circuit (1967), Hotel Nirvana  (1974), Ι See America Daίly (1974), Beat Hotel (1975), Carnivorous Saint (1977), η 
αυτοβιογραφία του, Adventures of a Bastard Angel, καθώς και πλήθος άλλες ποιητικές  συλλογές και διηγήματα. 


Τροχιά του Κάρμα 
Ωχρέ νέε του βορρά με σκούρα ισπανικά μάτια
και εβραϊκό μυαλό που διέσχισες το μονοπάτι σου μέσα από
ποίηση Ι - Τσινγκ
μιλώντας για υπερσυνειδησιακές τηλεπαθητικές συμπτωματικές
αλλαγές
του αιώνιου τώρα

κάνοντας ωτοστόπ στις παράξενες ζενικές
περιμέτρους της φώτισης
Μάλμε - Ύδρα
Ελσίνκι - Ίμπιζα

προσφέροντας τις συνθηματικές καρμικές μαντικές παρανοϊκές
σχέσεις των εξαγράμμων

η Φιλανδία είναι λευκή κι εσύ είχες ανάγκη να βρεθείς στο μπλέ
του νότιου καλοκαιρινού χρυσού για να βρεις τρόπο
βα διασχίσεις τη γέφυρα
... ... ...


Αμερικάνοι
Σας βλέπω τώρα, 
παγερούς μες στο φόβο σας 
μια μεγάλη συμμορία με μάσκες 
ο φανατισμός αστράφτει στα μάτια σας 
μες απ' τις τρύπες στις άσπρες κουκούλες. 
Κάποια φορά στην Αλαμπάμα, σας έζησα από κοντά 
τότε φόραγα ένα ατσάλινο προστατευτικό κράνος 
και δούλευα στην κατασκευή των φορτηγών λίμπερτυ 
Ξαφνικά μια φασαρία 
μας έκανε όλους να βγούμε έξω 
απ' το ατσάλινο σκαρί 
μπροστά στο άνοιγμα
τούφες τα μαλλιά, μαύρο δέρμα, αίματα 
στους σιδερολοστούς 
Σπρώχνομαι μες στον ξυλοδαρμό και στο πλήθος 
και ουρλιάζω 
"σταματήστε!" 
τα λευκά μούτρα μου 
σβήνουν και 
χάνονται 
μες στο άγριο 
μίσος σας. 



Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Λόγια από ταινίες (συνέχεια)






Το ήξερα. Στην πραγματικότητα το ήξερα 
ότι ήταν πολύ όμορφο για να είναι αληθινό. 
Ότι δεν θα μπορούσε να διαρκέσει. 
Ότι η ζωή δεν είναι έτσι, η ζωή δεν είναι γενναιόδωρη. 
Δεν πρέπει να αγαπάς κάποιον, δεν πρέπει 
να δένεσαι με κάποιον, η ζωή σε φθονεί γι'αυτό.
 Στα παίρνει όλα και γελάει στα μούτρα σου. 
Σε προδίδει. 


(The Broken Circle Breakdown, https://www.youtube.com/watch?v=JrBgSZIQAz0)




Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Τ. Στάινμπεκ - Τα σταφύλια της οργής (απόσπασμα)


(καρέ από την ταινία του Τζον Φορντ "Τα σταφύλια της οργής")


Την άνοιξη του 1939 ο John Steinbeck (1902- 1968) δημοσίευσε τα "Σταφύλια της οργής" και ο Carey McWilliams τα "Εργοστάσια στους αγρούς". Και τα δύο βιβλία περιέγραφαν την ιστορία αλλά και τα προβλήματα της μαζικής "προσωρινής" μετανάστευσης ξένων εργατών για συγκομιδή στις πλούσιες περιοχές της Καλιφόρνιας. Ο Στάινμπεκ ο οποίος έζησε εξίσου στις μαύρες σελίδες της αμερικανικής οικονομίας, περιγράφει το άγουρο αμερικανικό όνειρο των αγροτών, οι οποίοι βλέποντας τη γη τους να'χει καλυφθεί από άμμο (το φαινόμενο Dust bowl που γέμισε τις αμερικανικές και καναδικές εκτάσεις με άμμο) και τους καπιταλιστές να ξεκληρίζουν μία- μία τις περιοχές, ξεκινούν με τα σαραβαλιασμένα τους φορτηγά προς τη αμερικανική Δύση.


Κι η Αμερική, μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους όμοιούς μου και για τους όμοιούς σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.


***

Στην πολιτεία της Οκλαχόμα, στην περιοχή με το κόκκινο χώμα και σ’ένα μέρος της περιοχής με το γκρίζο χώμα, οι τελευταίες βροχές πέσανε σιγανές και μετρημένες, κι έτσι δεν έσκασαε το χώμα για να ποτιστεί η γης. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα υγρά χωράφια. Οι τελευταίες βροχές κάνανε να ψηλώσει γρήγορα το καλαμπόκι, θρέψανε τα αγριόχορτα και το γρασίδι πλάι στις δημοσιές, κι όλος ο τόπος σκεπάστηκε με πρασινάδα∙ τόσο η περιοχή με το σκούρο κοκκινόχωμα, όσο και η άλλη με το γκρίζο χώμα. Τις τελευταίες μέρες του Μάη ο ουρανός άρχισε να ξεθωριάζει και σκόρπισαν τα φλοκάτα σύννεφα που σωριάζονταν ψηλά τόσο καιρό, τώρα την άνοιξη.

Μία μάντρα και μια παράγκα που μόλις χωρεί ένα γραφείο, μια καρέκλα, ένα γραφείο κι ένα γαλάζιο κατάστιχο. Ένα μάτσο παλιά συμβόλαια κουρελιασμένα που τα συγκρατεί ένας συνδετήρας, και μια στοίβα καθαρά και αμεταχείριστα συμβόλαια. Το στυλό – έχε το γεμάτο, έχε το σε καλή κατάσταση. Χάθηκε μια δουλειά εξαιτίας που το στυλό ήταν χαλασμένο.
            Εκείνοι εκεί οι μπάσταρδοι δεν είναι ν’αγοράσουν. Τριγυρνούν σ’όλες τις μάντρες. Οφθαλμοπορνεία. Χάνουν τον καιρό τους να κοιτάνε. Δεν έρχονται για ν’αγοράσουν∙ σε χασομεράνε μονάχα. Δε δίνουν δεκάρα που χάνεις τον καιρό σου άδικα. Οι δυο εκεί κάτω- όχι, αυτοί με τα παιδιά. Πάσαρέ τους κανένα αυτοκίνητο. Αρχίνα του από διακόσια δολάρια και κατέβαινε. Σταμάτα στα εκατόν είκοσι πέντε, θα τα πληρώσουν. Τύλιξέ τους. Πάσαρέ τους ένα κελεπούρι. Κόλλα τους το! Αρκετά μας χασομέρησαν.
            Μαγαζάτορες με ανασκουμπωμένα μανίκια. Υπάλληλοι καθαροντυμένοι, μοιραίοι, τα πονηρά τους ματάκια παραφυλάνε πότε θα λυγίσει ο πελάτης.

[…] Περιδιάβασε στα μέρη που θυμόταν- στην κοκκινωπή ακροποταμιά που φώλιαζαν τα χελιδόνια, κάτω από την ιτιά που ίσκιαζε το χοιροστάσιο. Δυο γουρούνες του γρύλισαν και αναδεύτηκαν πίσω απ’το φράχτη, μαύρα γουρούνια που λιάζονταν μακάρια. Έτσι τέλειωσε το προσκύνημά του και πήγε να καθίσει στο κατώφλι της πόρτας που είχε αρχίσει να ισκιάζεται. Πίσω του η μητέρα του ήταν απασχολημένη στην κουζίνα της να πλένει τα ρούχα των παιδιών μέσα σ’ένα μαστέλο∙ και τα ρωμαλέα και φακιδωμένα μπράτσα της έσταζαν σαπουνάδες από τους αγκώνες. Σταμάτησε να τρίβει σαν τον είδε που κάθισε. Τον κοίταζε πολλή ώρα, κι ύστερα το πίσω μέρος του κεφαλιού του, σαν γύρισε και αγνάντευε την έκταση μες στο ζεστό ηλιόφωτο. Έπειτα ξανάπιασε το τρίψιμο. Είπε:
            «Τομ, ελπίζω να’ναι εντάξει τα πράγματα στην Καλιφόρνια».
            Γύρισε και την κοίταξε. «Τι σε κάνει να φαντάζεσαι πως δεν είναι;» ρώτησε.


            Οι Τζόουντ και οι Γουίλσον εξακολουθούσαν τη φυγή τους μεσ’από το Πάνχαντλ, την κυματιστή και γκρίζα έκταση που κόβεται από χαντάκια και είναι ανασκαλεμένη από τις παλιές πλημμύρες. Είχαν αφήσει πίσω τους την Οκλαχόμα και διασχίζανε το Τέξας. Οι χελώνες σέρνονταν μέσα στη σκόνη κι ο ήλιος χτύπαγε αλύπητα τη γη, και το βραδινό η κάψα έφευγε από τον ουρανό και η γης ανάδινε από τα σπλάχνα της μια καυτερή πνοή.
            Δυο μέρες τώρα κρατά η φυγή, αλλά την Τρίτη μέρα η έκταση έγινε γι’αυτούς υπερβολικά μεγάλη, και καταστάλαξαν σε μια καινούργια τεχνοτροπία της ζωής∙ η δημοσιά έγινε το σπίτι τους και η κίνηση το εκφραστικό τους μέσο. Καταστάλαξαν σιγά σιγά στην καινούργια ζωή. Πρώτα η Ρουθ και ο Γουίνφηλντ, έπειτα ο Αλ, έπειτα ο Κόνυ και η Ρόζα, και τελευταία, οι πιο ηλικιωμένοι. Η χώρα ξετυλιγόταν ίδια μεγάλα στατικά πρηξίματα της γης. Γουάιλντοράντο, Βίγκα, Μπόιζ, Γκλένριο. Εδώ τελειώνει το Τέξας. Νέο Μεξικό και τα βουνά. Στο απόμακρο, τα βουνά υψώνονταν κυματιστά πάνω στον ουρανό. Κι οι ρόδες έτριζαν παντού τριγύρω, οι μηχανές πάθαιναν υπερθέρμανση και ο ατμός πιτσιλούσε γύρω στις τάπες των ψυγείων. Σύρθηκαν ως το ποτάμι Πέκος και το πέρασαν κοντά στα Σάντα Ρόζα. Και τράβηξαν είκοσι μίλια παραπέρα.

            Στο Κάνσας και στο Αρκάνσας, στην Οκλαχόμα, στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό, έμπαιναν τα τρακτόρια κι έδιωχναν τους νοικάρηδες.
            Τριακόσιες χιλιάδες ήταν κιόλας στην Καλιφόρνια, κι έρχονταν ακόμα κι άλλοι. Οι δρόμοι της Καλιφόρνιας ήταν γεμάτοι έξαλλους ανθρώπους που έτρεχαν σαν τα μερμήγκια γυρεύοντας δουλειά, να σύρουν, να σπρώξουν, να σηκώσουν, ό,τι δουλειά και να’ναι. Για κάθε δουλειά που ήταν για έναν άνθρωπο, απλώνονταν πέντε ζευγάρια χέρια∙ και για κάθε μπουκιά ψωμί άνοιγαν πέντε στόματα.
            Και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, από την άλλη, που σε μια εξέγερση θα έχαναν τη γη τους, που έχουν μάτια να διαβάσουν ιστορία και να μάθουν το μεγάλο γεγονός: πως όταν η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια, τότε χάνεται απ’αυτά τα χέρια. Και το άλλο γεγονός που πάει συντροφικά: πως όταν μια πλειονότητα του λαού πεινά και κρυώνει, θα πάρει με τη βία ό,τι έχει ανάγκη. Και το μικρογεγονός που φωνάζει μέσα σε ολάκερη την ιστορία: πως η καταπίεση έχει για μοναδικό αποτέλεσμα να δυναμώνει και να ενώνει το λαό που καταπιέζεται. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγνόησαν αυτές τις τρεις κραυγές της ιστορίας. Η γης πήγε σε λιγοστά χέρια, οι άκληροι πλήθυναν, και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην καταπίεση του λαού. Ξοδεύοντας χρήματα σε όπλα, σε ασφυξιογόνα, για να προστατευτούν οι μεγάλες περιουσίες, παντού στάλθηκαν σπιούνοι για ν’αρπάξουν κάθε μουρμούρισμα επαναστατικό, κι έτσι να μπορέσει να ξεριζωθεί η εξέγερση.

            «Τομ, θα σε κυνηγήσουν» είπε η μητέρα. «Θα σε εξολοθρεύσουν, όπως κάνανε μ’εκείνο το παιδί, τον Φλόυντ».
            «Όπως κι αν είναι, θα με κυνηγήσουν. Κυνηγάνε όλους τους δικούς μας».
            «Τομ, δεν έχεις στο νου σου να σκοτώσεις κανέναν;»
            «Όχι. Συλλογιόμουν, μια και είμαι εκτός νόμου όπως το λένε, πως θα μπορούσα να… Δεν τα ξεκαθάρισα μες στο μυαλό μου. Μητέρα, μη με στενοχωρείς. Μη με στενοχωρείς».
            Κάθονταν σιωπηλοί μέσα στη θεοσκότεινη σπηλιά που φτιάναν οι βατομουριές. Η μητέρα είπε: «Πώς θα μάθω νέα σου; Μπορεί να σε σκοτώσουν και να μην το μάθω. Μπορεί να σε χτυπήσουν. Πώς θα ξέρω τι γίνεσαι;»
            Ο Τομ γέλασε βιασμένα. «Ε, όπως έλεγε κι ο Κέισι, μπορεί ο άνθρωπος να μην έχει δική του ψυχή, μα μόνο ένα κομματάκι από μια μεγάλη ψυχή… κι έτσι, τότε…»
            «Τομ, τότε, τι;»

            «Τότε δε θα’χει σημασία. Τότε θα βρίσκομαι αόρατος παντού, θα βρίσκομαι παντού… όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φάνε, θα’μια κι εγώ εκεί. Όπου κανένας πολισμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα’μια κι εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα’λεγε ο Κέισι, ε, θα’μαι κι εγώ μες στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων, και… θα’μαι και μες στο γέλιο των παιδιών, σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό είναι έτοιμο. Και όταν πια οι δικοί μας θα τρώνε απ’όσα οι ίδιοι ανάστησαν, και όταν πια θα ζουν μες στα σπίτια που έχτισαν οι ίδιοι – ε, θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί». 


***

«Πρέπει να πάω στις κοιλάδες στα ενδότερα της χώρας. 5000 οικογένειες λιμοκτονούν εκεί. Η κυβέρνηση προσπαθεί να τους θρέψει και να τους περιθάλψει, ενώ οι Φασίστες των τραπεζών και των μεγάλων ιδιοκτησιών το σαμποτάρουν αυτό συνεχώς, και απαιτούν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό… Πρέπει να φτάσω εκεί και να δω αν μπορώ να κάνω κάτι για να χτυπήσω κατακέφαλα αυτού τους δολοφόνους. Ξέρεις τι φοβούνται; Σκέφτονται ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορέσουν να ζήσουν σε καταυλισμούς με αξιοπρεπείς συνθήκες υγιεινής θα οργανωθούν, πράγμα που τρομοκρατεί τους μεγαλοϊδιοκτήτες. Αλλά χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορεί να θεριστεί η σοδειά σε κανένα μέρος αυτής της χώρας… Είναι συνταρακτικό πόσα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα στις κοιλάδες μας. Θα κάνω ό,τι μπορώ».

John Steinbeck – Από επιστολή του προς την Elizabeth Otis.