Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό τρέιλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό τρέιλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν: Μίλενα Από την Πράγα [απόσπασμα]



"Μοιάζω σαν την άρρωστη μαϊμουδίτσα του λατερνατζή που είχε το πόστο του κοντά στο σπίτι μας. Κάθε φορά που περνούσα αποκεί, το ζωάκι μου έδινε το κρύο χεράκι του, και κάθε φορά το ταλαίπωρο είχε και πιο άθλια όψη, κοιτάζοντας σε με βλέμμα ακόμη πιο βασανισμένο και πονεμένο κάτω από το σαχλό καπελάκι που του είχαν φορέσει... Σήμερα από τον καθρέφτη με κοίταξαν τα ίδια μάτια...[...] Ο άνθρωπος ζει τόσο λίγο και είναι τόσο πολύ καιρό νεκρός..."



~Μπούμπερ-Νόιμαν, Μ. 2015, Μίλενα Από την Πράγα, εκδ. Κίχλη




Η Μίλενα Γεσένκα -κακώς κατά τη γνώμη μου- έμεινε γνωστή ως το κορίτσι του Κάφκα, επειδή έγινε ευρέως γνωστή από την αλληλογραφία της με τον Φραντς Κάφκα. Τα περισσότερα αποτελέσματα σε πιθανή αναζήτηση την θέλουν ως το δεξί πλευρό του Κάφκα, ακριβώς όπως η Εύα. Μέσα από το βιβλίο της Μ. Μπούμπερ-Νόιμαν που αποτελεί προσπάθεια βιογράφησης της Μίλενα Γεσένκα, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου ανθρώπου, μίας ξεχωριστής προσωπικότητας, μίας γυναίκας που κάθε άλλο παρά ανάγκη έχει από αρσενικά δεκανίκια. Ανυπόταχτη, ισχυρή και τραγική.  

Η Μίλενα Γεσένκα κλείστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ έναν χρόνο μετά την εισβολή των Ναζιστών στην Πράγα, λόγω -κυρίως- της αντιστασιακής της δράσης. Η μοίρα φέρνει κοντά την Μ. Μπούμπερ-Νόιμαν με την Μ. Γεσένκα στο ίδιο στρατόπεδο. Η Μίλενα θα πεθάνει στις 17 Μαΐου 1944 σχεδόν έναν χρόνο πριν από την απελευθέρωση. 



Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Τ. Στάινμπεκ - Τα σταφύλια της οργής (απόσπασμα)


(καρέ από την ταινία του Τζον Φορντ "Τα σταφύλια της οργής")


Την άνοιξη του 1939 ο John Steinbeck (1902- 1968) δημοσίευσε τα "Σταφύλια της οργής" και ο Carey McWilliams τα "Εργοστάσια στους αγρούς". Και τα δύο βιβλία περιέγραφαν την ιστορία αλλά και τα προβλήματα της μαζικής "προσωρινής" μετανάστευσης ξένων εργατών για συγκομιδή στις πλούσιες περιοχές της Καλιφόρνιας. Ο Στάινμπεκ ο οποίος έζησε εξίσου στις μαύρες σελίδες της αμερικανικής οικονομίας, περιγράφει το άγουρο αμερικανικό όνειρο των αγροτών, οι οποίοι βλέποντας τη γη τους να'χει καλυφθεί από άμμο (το φαινόμενο Dust bowl που γέμισε τις αμερικανικές και καναδικές εκτάσεις με άμμο) και τους καπιταλιστές να ξεκληρίζουν μία- μία τις περιοχές, ξεκινούν με τα σαραβαλιασμένα τους φορτηγά προς τη αμερικανική Δύση.


Κι η Αμερική, μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους όμοιούς μου και για τους όμοιούς σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.


***

Στην πολιτεία της Οκλαχόμα, στην περιοχή με το κόκκινο χώμα και σ’ένα μέρος της περιοχής με το γκρίζο χώμα, οι τελευταίες βροχές πέσανε σιγανές και μετρημένες, κι έτσι δεν έσκασαε το χώμα για να ποτιστεί η γης. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα υγρά χωράφια. Οι τελευταίες βροχές κάνανε να ψηλώσει γρήγορα το καλαμπόκι, θρέψανε τα αγριόχορτα και το γρασίδι πλάι στις δημοσιές, κι όλος ο τόπος σκεπάστηκε με πρασινάδα∙ τόσο η περιοχή με το σκούρο κοκκινόχωμα, όσο και η άλλη με το γκρίζο χώμα. Τις τελευταίες μέρες του Μάη ο ουρανός άρχισε να ξεθωριάζει και σκόρπισαν τα φλοκάτα σύννεφα που σωριάζονταν ψηλά τόσο καιρό, τώρα την άνοιξη.

Μία μάντρα και μια παράγκα που μόλις χωρεί ένα γραφείο, μια καρέκλα, ένα γραφείο κι ένα γαλάζιο κατάστιχο. Ένα μάτσο παλιά συμβόλαια κουρελιασμένα που τα συγκρατεί ένας συνδετήρας, και μια στοίβα καθαρά και αμεταχείριστα συμβόλαια. Το στυλό – έχε το γεμάτο, έχε το σε καλή κατάσταση. Χάθηκε μια δουλειά εξαιτίας που το στυλό ήταν χαλασμένο.
            Εκείνοι εκεί οι μπάσταρδοι δεν είναι ν’αγοράσουν. Τριγυρνούν σ’όλες τις μάντρες. Οφθαλμοπορνεία. Χάνουν τον καιρό τους να κοιτάνε. Δεν έρχονται για ν’αγοράσουν∙ σε χασομεράνε μονάχα. Δε δίνουν δεκάρα που χάνεις τον καιρό σου άδικα. Οι δυο εκεί κάτω- όχι, αυτοί με τα παιδιά. Πάσαρέ τους κανένα αυτοκίνητο. Αρχίνα του από διακόσια δολάρια και κατέβαινε. Σταμάτα στα εκατόν είκοσι πέντε, θα τα πληρώσουν. Τύλιξέ τους. Πάσαρέ τους ένα κελεπούρι. Κόλλα τους το! Αρκετά μας χασομέρησαν.
            Μαγαζάτορες με ανασκουμπωμένα μανίκια. Υπάλληλοι καθαροντυμένοι, μοιραίοι, τα πονηρά τους ματάκια παραφυλάνε πότε θα λυγίσει ο πελάτης.

[…] Περιδιάβασε στα μέρη που θυμόταν- στην κοκκινωπή ακροποταμιά που φώλιαζαν τα χελιδόνια, κάτω από την ιτιά που ίσκιαζε το χοιροστάσιο. Δυο γουρούνες του γρύλισαν και αναδεύτηκαν πίσω απ’το φράχτη, μαύρα γουρούνια που λιάζονταν μακάρια. Έτσι τέλειωσε το προσκύνημά του και πήγε να καθίσει στο κατώφλι της πόρτας που είχε αρχίσει να ισκιάζεται. Πίσω του η μητέρα του ήταν απασχολημένη στην κουζίνα της να πλένει τα ρούχα των παιδιών μέσα σ’ένα μαστέλο∙ και τα ρωμαλέα και φακιδωμένα μπράτσα της έσταζαν σαπουνάδες από τους αγκώνες. Σταμάτησε να τρίβει σαν τον είδε που κάθισε. Τον κοίταζε πολλή ώρα, κι ύστερα το πίσω μέρος του κεφαλιού του, σαν γύρισε και αγνάντευε την έκταση μες στο ζεστό ηλιόφωτο. Έπειτα ξανάπιασε το τρίψιμο. Είπε:
            «Τομ, ελπίζω να’ναι εντάξει τα πράγματα στην Καλιφόρνια».
            Γύρισε και την κοίταξε. «Τι σε κάνει να φαντάζεσαι πως δεν είναι;» ρώτησε.


            Οι Τζόουντ και οι Γουίλσον εξακολουθούσαν τη φυγή τους μεσ’από το Πάνχαντλ, την κυματιστή και γκρίζα έκταση που κόβεται από χαντάκια και είναι ανασκαλεμένη από τις παλιές πλημμύρες. Είχαν αφήσει πίσω τους την Οκλαχόμα και διασχίζανε το Τέξας. Οι χελώνες σέρνονταν μέσα στη σκόνη κι ο ήλιος χτύπαγε αλύπητα τη γη, και το βραδινό η κάψα έφευγε από τον ουρανό και η γης ανάδινε από τα σπλάχνα της μια καυτερή πνοή.
            Δυο μέρες τώρα κρατά η φυγή, αλλά την Τρίτη μέρα η έκταση έγινε γι’αυτούς υπερβολικά μεγάλη, και καταστάλαξαν σε μια καινούργια τεχνοτροπία της ζωής∙ η δημοσιά έγινε το σπίτι τους και η κίνηση το εκφραστικό τους μέσο. Καταστάλαξαν σιγά σιγά στην καινούργια ζωή. Πρώτα η Ρουθ και ο Γουίνφηλντ, έπειτα ο Αλ, έπειτα ο Κόνυ και η Ρόζα, και τελευταία, οι πιο ηλικιωμένοι. Η χώρα ξετυλιγόταν ίδια μεγάλα στατικά πρηξίματα της γης. Γουάιλντοράντο, Βίγκα, Μπόιζ, Γκλένριο. Εδώ τελειώνει το Τέξας. Νέο Μεξικό και τα βουνά. Στο απόμακρο, τα βουνά υψώνονταν κυματιστά πάνω στον ουρανό. Κι οι ρόδες έτριζαν παντού τριγύρω, οι μηχανές πάθαιναν υπερθέρμανση και ο ατμός πιτσιλούσε γύρω στις τάπες των ψυγείων. Σύρθηκαν ως το ποτάμι Πέκος και το πέρασαν κοντά στα Σάντα Ρόζα. Και τράβηξαν είκοσι μίλια παραπέρα.

            Στο Κάνσας και στο Αρκάνσας, στην Οκλαχόμα, στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό, έμπαιναν τα τρακτόρια κι έδιωχναν τους νοικάρηδες.
            Τριακόσιες χιλιάδες ήταν κιόλας στην Καλιφόρνια, κι έρχονταν ακόμα κι άλλοι. Οι δρόμοι της Καλιφόρνιας ήταν γεμάτοι έξαλλους ανθρώπους που έτρεχαν σαν τα μερμήγκια γυρεύοντας δουλειά, να σύρουν, να σπρώξουν, να σηκώσουν, ό,τι δουλειά και να’ναι. Για κάθε δουλειά που ήταν για έναν άνθρωπο, απλώνονταν πέντε ζευγάρια χέρια∙ και για κάθε μπουκιά ψωμί άνοιγαν πέντε στόματα.
            Και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, από την άλλη, που σε μια εξέγερση θα έχαναν τη γη τους, που έχουν μάτια να διαβάσουν ιστορία και να μάθουν το μεγάλο γεγονός: πως όταν η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια, τότε χάνεται απ’αυτά τα χέρια. Και το άλλο γεγονός που πάει συντροφικά: πως όταν μια πλειονότητα του λαού πεινά και κρυώνει, θα πάρει με τη βία ό,τι έχει ανάγκη. Και το μικρογεγονός που φωνάζει μέσα σε ολάκερη την ιστορία: πως η καταπίεση έχει για μοναδικό αποτέλεσμα να δυναμώνει και να ενώνει το λαό που καταπιέζεται. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγνόησαν αυτές τις τρεις κραυγές της ιστορίας. Η γης πήγε σε λιγοστά χέρια, οι άκληροι πλήθυναν, και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην καταπίεση του λαού. Ξοδεύοντας χρήματα σε όπλα, σε ασφυξιογόνα, για να προστατευτούν οι μεγάλες περιουσίες, παντού στάλθηκαν σπιούνοι για ν’αρπάξουν κάθε μουρμούρισμα επαναστατικό, κι έτσι να μπορέσει να ξεριζωθεί η εξέγερση.

            «Τομ, θα σε κυνηγήσουν» είπε η μητέρα. «Θα σε εξολοθρεύσουν, όπως κάνανε μ’εκείνο το παιδί, τον Φλόυντ».
            «Όπως κι αν είναι, θα με κυνηγήσουν. Κυνηγάνε όλους τους δικούς μας».
            «Τομ, δεν έχεις στο νου σου να σκοτώσεις κανέναν;»
            «Όχι. Συλλογιόμουν, μια και είμαι εκτός νόμου όπως το λένε, πως θα μπορούσα να… Δεν τα ξεκαθάρισα μες στο μυαλό μου. Μητέρα, μη με στενοχωρείς. Μη με στενοχωρείς».
            Κάθονταν σιωπηλοί μέσα στη θεοσκότεινη σπηλιά που φτιάναν οι βατομουριές. Η μητέρα είπε: «Πώς θα μάθω νέα σου; Μπορεί να σε σκοτώσουν και να μην το μάθω. Μπορεί να σε χτυπήσουν. Πώς θα ξέρω τι γίνεσαι;»
            Ο Τομ γέλασε βιασμένα. «Ε, όπως έλεγε κι ο Κέισι, μπορεί ο άνθρωπος να μην έχει δική του ψυχή, μα μόνο ένα κομματάκι από μια μεγάλη ψυχή… κι έτσι, τότε…»
            «Τομ, τότε, τι;»

            «Τότε δε θα’χει σημασία. Τότε θα βρίσκομαι αόρατος παντού, θα βρίσκομαι παντού… όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φάνε, θα’μια κι εγώ εκεί. Όπου κανένας πολισμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα’μια κι εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα’λεγε ο Κέισι, ε, θα’μαι κι εγώ μες στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων, και… θα’μαι και μες στο γέλιο των παιδιών, σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό είναι έτοιμο. Και όταν πια οι δικοί μας θα τρώνε απ’όσα οι ίδιοι ανάστησαν, και όταν πια θα ζουν μες στα σπίτια που έχτισαν οι ίδιοι – ε, θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί». 


***

«Πρέπει να πάω στις κοιλάδες στα ενδότερα της χώρας. 5000 οικογένειες λιμοκτονούν εκεί. Η κυβέρνηση προσπαθεί να τους θρέψει και να τους περιθάλψει, ενώ οι Φασίστες των τραπεζών και των μεγάλων ιδιοκτησιών το σαμποτάρουν αυτό συνεχώς, και απαιτούν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό… Πρέπει να φτάσω εκεί και να δω αν μπορώ να κάνω κάτι για να χτυπήσω κατακέφαλα αυτού τους δολοφόνους. Ξέρεις τι φοβούνται; Σκέφτονται ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορέσουν να ζήσουν σε καταυλισμούς με αξιοπρεπείς συνθήκες υγιεινής θα οργανωθούν, πράγμα που τρομοκρατεί τους μεγαλοϊδιοκτήτες. Αλλά χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορεί να θεριστεί η σοδειά σε κανένα μέρος αυτής της χώρας… Είναι συνταρακτικό πόσα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα στις κοιλάδες μας. Θα κάνω ό,τι μπορώ».

John Steinbeck – Από επιστολή του προς την Elizabeth Otis.  


Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

M. Καραγάτσης - Γιούγκερμαν (αποσπάσματα) - Μέρος Β'



4. [Το ξύπνημα των συναισθημάτων]

Ο Γιούγκερμαν ανακαλύπτει εντελώς συμπτωματικά ότι ο στενός του συνεργάτης στην Τράπεζα, ο Μιχάλης Καραμάνος, είναι διάσημος συγγραφέας. Ξαφνιασμένος από την ανακάλυψη αυτή καλεί τον Καραμάνο στο σπίτι του για βαθύτερη γνωριμία. Σε λίγο θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους το αίσθημα της φιλίας.

— Αν δε βαριέσαι, έλα να φάμε μαζί, στο σπίτι μου. Zω μόνος, δεν έχω υπηρέτρια. Θα ψωνίσουμε φρούτα, τυρί και τα χρειώδη για μια καλή σαλάτα. Αυγά έχω, θα φτιάσω μια ομελέτα από κείνες που έκανα στον πόλεμο, στις ίσμπες των μουζίκων. Μου μένει κι ένα μπουκάλι χαλκιδέικης ρετσίνας. Κρεβάτι για να ξαπλωθείς υπάρχει. Κοιμάσαι το μεσημέρι;
Ο Καραμάνος χαμογέλασε με πικρό σαρκασμό.
— Ω, κοιμάμαι!... Αν κοιμόμουν το μεσημέρι, πώς θα κατόρθωνα να κοιμηθώ το ταχτικό μου τρίωρο της νύχτας;
— Λοιπόν, σύμφωνοι;
Έμειναν σύμφωνοι. Γίνηκαν γρήγορα τα ψώνια, κι ένα ταξί τούς πέταξε στην Καστέλα. Ο Καραμάνος ξαπλώθηκε στην πολυθρόνα, πλάι στο ανοιχτό παράθυρο, και κοιτούσε τη θάλασσα, κουρασμένος κι άκεφος, όπως πάντα. Στο αναμεταξύ ο Βάσιας ντύθηκε μιαν άσπρη ποδιά κι ετοίμαζε το φαγητό με τέτοια σβελτέτσα και κεφάτο μπρίο που ο θλιβερός Μιχάλης καταδέχτηκε να χαμογελάσει.
— Όρεξη που την έχεις, Βάσια, μουρμούρισε...
— Και γιατί να μην έχω; αποκρίθηκε ο Γιούγκερμαν τοποθετώντας συμμετρικά τα σερβίτσια στο μικρό τραπέζι. Νέος είμαι, βλάκας δεν είμαι, το ψωμί μου το βγάζω, τις γυναίκες τις κανονίζω. Τι μου λείπει;
Ο Καραμάνος χαμογελούσε βαριεστημένα.
— Εσύ Μιχάλη, δεν έχεις ποτέ κέφια;
— Πώς! Όταν τύχει, καμιά φορά, κι έχω χορτάσει ύπνο... Μα αυτό γίνεται τόσο σπάνια.
Ο Γιούγκερμαν τον κοίταξε με απορία:
— Δεν καταλαβαίνω. Εγώ, άμα πέσω στο κρεβάτι, κοιμάμαι αμέσως.
— Είσαι ευτυχισμένος, εσύ...
Το είπε αυτό ο Καραμάνος με ζήλεια, με μοχθηρία ανθρώπου που στερείται το μεγαλύτερο αγαθό της ζωής: τον ύπνο...
Έφαγαν γερά· δεν άφησαν τίποτα στα πιάτα. Κανόνισαν την μπουκάλα της χαλκιδέικης. Ο Βάσιας σηκώθηκε για καφέ, δηλώνοντας πως ο «μέτριος ψιλό καϊμάκης» του είναι άφθαστος· πως προκαλεί όλους τους ταμπήδες της Ανατολής σε διαγωνισμό, αν τους βαστάει! Και, σαν γίνηκε ο περίφημος αυτός καφές, τον ήπιαν παρέα με τσιγάρο μυρωδάτο. Είχε φτάσει η ώρα των εκμυστηρεύσεων.
Ο Γιούγκερμαν πήρε απ' την εταζέρα τις «Θέσεις και Αντιθέσεις, φυλλομέτρησε τις σελίδες σιωπηλός, συλλογισμένος, και σταμάτησε σ' ένα σημείο.
— «Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος. Η Μοίρα των Θεών είναι η Λήθη». Το πρώτο, το καταλαβαίνω. Μα τι θέλεις να πεις με το δεύτερο;
— Είναι τόσο απλό αυτό που θέλω να πω. Μα φαίνεται πως δε συλλογίστηκες ποτέ σου, Βάσια. Δεν άφησες ποτέ το μυαλό σου να καλπάσει μακριά...
Ο Γιούγκερμαν αναστέναξε:
— Αυτή είναι η αλήθεια. Σαν ήμουν νέος, κι οι δάσκαλοι θέλαν να μου μάθουν όλ' αυτά, εγώ τους κορόιδευα. Από τα μαθήματα αποστήθιζα τόσο, όσο να μη μ' απορρίψουν. Αργότερα έκοψα κάθε σχέση με τα βιβλία. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Κι αν διάβασα τη φυλλάδα σου, είναι γιατί την έγραψες εσύ. Μα μου γέννησε αμέσως τέτοιες απορίες, μου μισάνοιξε την αυλαία από τόσα μυστικά, που από προχτές το βράδυ είμαι άλλος άνθρωπος. Δεν ξέρω, βρε Μιχάλη, τι ξύπνησε μέσα μου! Θα ήθελα να τα ήξερα όλα, μονομιάς.
— Ποια «όλα»;
Στην ειρωνική ερώτηση του Καραμάνου, ο Βάσιας δε βιάστηκε ν' απαντήσει.
— Πώς να σ' το εξηγήσω... Να, όταν λες «η Μοίρα των Θεών είναι η Λήθη», μέσα σ' εφτά λόγια κλείνεις κάτι μεγάλο. Θα ήθελα, με μιας, να νιώσω τα εφτά λόγια σου. Και καταλαβαίνω πως ούτε με χίλιες λέξεις δεν μπορείς να μου τα εξηγήσεις.
— Κι όμως πέφτεις έξω. Αυτό, το δυσνόητο για σένα, δεν είναι τίποτα. Μια απλή ιστορική αλήθεια, που της έδωσα μια κούφια, φιλοσοφική τάχα μορφή. Με δυο λόγια θα καταλάβεις. Πού είναι σήμερα οι θεοί των πατεράδων σου, Βάνδαλε Σκανδιναβέ; Πού είναι ο Βόταν; Πού είναι οι Βαλκυρίες του;
— Αυτά είναι παραμύθια των παλιών...
— Ακριβώς. Οι θεοί ξεχνιούνται μέσα σ' ένα παραμύθι. Μα εκείνο που θα ήθελα να μου πεις —αφού λες πως το κατάλαβες— είναι το άλλο· γιατί εγώ, που το 'γραψα, δεν το 'χω νιώσει καλά: «Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...». Τι πάει να πει αυτό, Βασίλη Γιούγκερμαν;
— Πώς όλοι θα πεθάνουμε...
— Μη δίνεις επιπόλαιες απαντήσεις. Σκέψου καλά...
Τα μάτια του Βάσια παίζαν ανήσυχα. Και, τέλος, καρφώθηκαν μ' επιμονή στα μάτια του Καραμάνου.
— Μου φαίνεται πως νιώθω... Μα είναι τρομερό αυτό...
— Είναι θαυμάσιο!
— Μιχάλη, αλήθεια; Το πιστεύεις αυτό;
Ο Καραμάνος κοίταξε τη γαλάζια θάλασσα, με κούραση υπέρτατη.
— Σε τι θέλεις να πιστεύω; Στη ζωή; Στις ηδονές της; Βρήκες εσύ ηδονές στη ζωή σου;
— Βρήκα· και πολλές μάλιστα.
— Δε θα ξανάβρεις. Ως τα σήμερα ήσουν ανόητος. Μα άρχισες να συλλογιέσαι. Δε θα ξανάβρεις ηδονές...
Σώπασαν για λίγο. Μες στο κεφάλι του Γιούγκερμαν γινόταν μια τρομαχτική εργασία.
— Αυτά που λες δεν είναι καθαρά. Μα σα να νιώθω τι θέλεις να πεις. Ή, καλύτερα, το διαισθάνομαι. Είναι κάτι σαν απροσδιόριστη αλήθεια, που πάντα βρισκόταν μέσα μου· μα κοιμόταν.
— Θα ξυπνήσει. Ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις. Πέντε χρόνια τώρα σε παρακολουθώ, μέρα με τη μέρα. Πέντε ολόκληρα χρόνια, καθισμένος πλάι σου σιωπηλός σε μελετώ και περιμένω.
— Τι περιμένεις;
— Εκείνο που περίμενε ο Εγγλέζος: τη στιγμή που το λιοντάρι θα 'τρωγε το θηριοδαμαστή. Πού θα πας; Θα σε φάει κι σένα το λιοντάρι, αν δεν κόψεις τη μανία να βάζεις το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του. Και τότε θα πεις: είχε δίκιο ο Μιχάλης Καραμάνος. Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...
Ο Γιούγκερμαν ήταν ωχρός. Μέσα του ξύπνησε μια παλιά εικόνα: κάποτε, στο Κίεβ, πάνω στην Επανάσταση, μια τσιγγάνα τού είπε τη μοίρα του. Ήταν μεθυσμένος, σ' ένα βρώμικο τρακτίρι, γεμάτο καπνούς και μισοσκότεινο. Έξω, οι στρατιώτες του ντουφέκιζαν δυο ντουζίνες μπολσεβίκους αιχμαλώτους. Το χρησμό της γύφτισσας τον έκοβαν πυροβολισμοί, ουρλιάγματα πόνου, λόξυγγες αγωνίας και χάχανα των μπόγηδων «Συ, του είπε η γύφτισσα, θα γίνεις κάτι σα βασιλιάς σε κάτι πολύτιμο. Μα κάλλιο να μη γινόσουν. Θα σου πιει το αίμα αυτό το πράμα, το βασιλεμένο...».
Έτσι και τώρα, τα λόγια του Καραμάνου του φάνηκαν το ίδιο προφητικά. Περισσότερο μάλιστα. Γιατί δεν ήταν βγαλμέν' απ' τον απόκοσμο των δαιμόνιων, μα από χείλη ανθρώπου με νοημοσύνη που ξεμάκραινε ως τα βάθη της ζωής...
— Άμα ήρθες απ' τη Ρωσία, είπε ο Καραμάνος, είχες φέρει κάτι λεφτάκια. Τα 'χεις ακόμα;
— Όχι μόνο τα 'χω, μα τα τριπλασίασα με διάφορα κόλπα στο Χρηματιστήριο.
— Θυμάσαι τα παλιά σου τα σχέδια; Όταν πρωτοήρθες;
Ο Γιούγκερμαν τινάχτηκε ολόκληρος.
— Ποια σχέδια; Δε σου μίλησα ποτέ για τίποτα!
— Δεν ήταν λόγος να μου μιλήσεις· ούτε τα ξέρω τα σχέδιά σου. Μα δεν μπορεί παρά να είχες. Ν' ανοίξεις ένα χαρτοπαίγνιο, λόγου χάρη. Ή να σκαρώσεις μια μεγαλόσχημη και μπαταξίδικη εταιρεία. Κάτι τέτοιο, ε;
Ο Βάσιας έσκυψε το κεφάλι κι ομολόγησε πως ο καημός του ήταν ν' ανοίξει πανσιόνα. Πράμα που έκανε τον Καραμάνο να σκάσει στα γέλια...

Στο σημείο αυτό ο Γιούγκερμαν αισθάνεται την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά του και να αποκαλύψει τον κρυφό εαυτό του στον άνθρωπο «που ήξερε ν' αναταράζει το μέσα κόσμο του πλαϊνού του».

Τέλειωσε τη διήγησή του σηκώνοντας τους ώμους μ' αδιαφορία. Ο Καραμάνος χαμογελούσε κοιτώντας την κάφτρα του τσιγάρου του:
— Με τη διαφορά, Βάσια, πως σήμερα κάνεις τη βρωμοδουλειά σου με την πεποίθηση πως κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει επίσημα, εξόν από σένα. Ενώ, τότε, οι ύποπτες επιχειρήσεις σου προκαλούσαν την αγανάχτηση όλου του κόσμου. Μόνο συ τις έβρισκες σωστές...
Αναστέναξε με λεπτή ειρωνεία:
— Ζούμε μέσα στην κοινωνική πρόληψη, Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν (όπως θα 'λεγε ο Ντοστογιέφσκι). Και πρέπει να τη σεβόμαστε, μια και δεν έχουμε το κουράγιο να πάρουμε το δρόμο της μοίρας μας. Και γω, ο Μιχάλης Καραμάνος, που σιχαίνομαι τα πάντα, ως κι αυτή τη ζωή, σε βοηθάω στη βρωμερή κατασκοπεία σου για εφτά χιλιάρικα το μήνα. Τέτοιο χαμένο κορμί είμαι· τέτοιος μικρός παλιανθρωπάκος· τέτοιος αισχρός υποκριτής. Και δε βρέθηκ' ένας άνθρωπος, απ' όλους αυτούς που ακούν και διαβάζουν τις μπούρδες μου, να 'ρθει στο σπιούνικο γραφείο μου και να με φτύσει κατάμουτρα...
Είχε σηκωθεί πολύ ταραγμένος. Το πρόσωπό του κουνιόταν ολόκληρο από υποδόρεια νευρική εργασία.
— Πώς να μασήσεις την κάνη του πιστολιού, όταν έχεις μια μητέρα που σε υπεραγαπάει; Πώς να της δώσεις, της έρμης της γριούλας, την εικόνα του ματωμένου κουφαριού σου, όταν έχει μόνο σένα στον κόσμο για χαρά, για ελπίδα, για προϋπόθεση της μαύρης ζωής της; Όταν ξέρεις πως η σφαίρα που θα σου τσακίσει το καύκαλο, θα σφηνωθεί και στην καρδιά της μάνας σου;
Πλησίασε στο παράθυρο, να δροσίσει το φλογισμένο μέτωπό του.
— Και στο τέλος, πρόσθεσε με μουντή φωνή, πρέπει να τη ζήσεις, τη δόλια τη γριούλα. Και πώς να τη ζήσεις; Με τα κέρδη των βιβλίων σου;
Γέλασε ανόρεχτα, κουρασμένα, δίχως να γυρίσει το κεφάλι. Κοιτούσε τον ουρανό, που έπαιρνε βαθυγάλαζους τόνους όσο ο ήλιος προχωρούσε στο βασίλεμα. Ο Γιούγκερμαν καθόταν στην καρέκλα του, με το μυαλό σε μακρινούς στοχασμούς. Και είπε σιγά και βαριά, αρθρώνοντας τα λόγια:
— Εμένα, ο πατέρας μου ήταν ένας ασελγής μέθυσος· η μάνα μου, μια ασυνείδητη ερωτομανής. Δεν μπορώ να καταλάβω τα αισθήματά σου. Ίσως να 'χεις δίκιο...
— Απ' ό,τι μου είπες, φαίνεται πως δε γνώρισες ποτέ τη γλύκα του σπιτιού· το ευτυχισμένο αίσθημα του αιμάτινου δεσμού. Αμφιβάλλω, Βάσια, αν αγαπήθηκες ποτέ κι αν αγάπησες.
Ο Γιούγκερμαν αντέδρασε σ' αυτή την υπόνοια:
— Όχι δα! Ίσως μες στην οικογένειά μου να μη βρήκα κανένα τρυφερό αίσθημα. Μα απ' έξω...
— Είχες φίλους γκαρδιακούς;
Σήκωσε τους ώμους του μ' αδιαφορία:
— Ω, φίλους... Μόνο γνωριμίες... Μα είχα γυναίκες. Πολλές γυναίκες...
— Πάρα πολλές για να προφτάσεις ν' αγαπήσεις έστω και μια. Ή και να προφτάσει να σ' αγαπήσει...
— Εσύ, Μιχάλη, πρέπει να 'χεις αγαπήσει. Τι είναι αυτή η αγάπη;
Είδε το πρόσωπο του Καραμάνου να παίρνει έκφραση σκληρή· το αριστερό του βλέφαρο να μισοσκεπάζει μια ματιά ατσαλένια· οι άκρες των χειλιών να τραβιούνται σ' αδιόρατο σπασμό.
- Η αγάπη; Θέλεις να μάθεις τι είναι η αγάπη; Μη βιάζεσαι! Μια κι έφυγες απ' τα χασίσια και τα χαμαιτυπεία σου, για να γίνεις καθώς πρέπει κύριος, θα το μάθεις κι αυτό...


5. [Τα μαρτύρια της αγάπης]

Στο μεταξύ προχωρούσε η πνευματική διαπαιδαγώγηση του Γιούγκερμαν από τον Καραμάνο. Κοντά στο διανοούμενο αυτόν ο ήρωας θα αισθανθεί μια βαθιά μεταβολή: ξυπνούν μέσα του πνευματικές ανησυχίες, δοκιμάζει εμπειρίες αισθητικές και καλλιεργεί ορισμένες λανθάνουσες ιδιότητες της προσωπικότητάς του. Ο συναισθηματικά ανάπηρος ως τότε Γιούγκερμαν θα αισθανθεί για πρώτη φορά το αίσθημα της φιλίας και την ανάγκη των απλών ανθρώπινων σχέσεων. Δεν τον ικανοποιούν πια οι παλιές διασκεδάσεις και επιδιώκει τη ζεστή ανθρώπινη παρουσία, τη χαρά της επικοινωνίας κοντά σε βασανισμένους από τη στέρηση Μικρασιάτες, όπως οι γεροντοκόρες σπιτονοικοκυρές του, που διαθέτουν ωστόσο ανεξάντλητα αποθέματα συναισθηματικού πλούτου. Από μια τέτοια οικογένεια προέρχεται και το κορίτσι που θα αγαπήσει στη ζωή του, η Βούλα Παπαδέλη. Η ηρωίδα αυτή με το μικροσκοπικό κορμί και τα ωραία μεγάλα μάτια ύστερα από κάποιο κοριτσίστικο ολίσθημα υποχρεώθηκε από τους γονείς της να αρραβωνιαστεί το φίλο της Γιώργο Μάζη, που σπούδαζε ψυχίατρος στην Αυστρία. Έλειπε οχτώ χρόνια από την Ελλάδα και δεν της είχε γράψει ούτε ένα γράμμα ως τη στιγμή που επιστρέφει και ζητάει να παντρευτεί τη μνηστή του. Η Βούλα δεν τον αγαπάει πια, αλλά οι γονείς της, χρεωκοπημένοι και φτωχοί βλέπουν το γάμο αυτό με τον πλούσιο γαμπρό σαν σανίδα σωτηρίας. Πιέζουν τη Βούλα να δεχτεί. Έχει δώσει η ίδια προθεσμία λίγους μήνες για ν' απαντήσει. Στο διάστημα αυτό συναντά το Γιούγκερμαν. Στο απόσπασμα που ακολουθεί παρακολουθούμε τη μαρτυρική ζωή της Βούλας Παπαδέλη στο οικογενειακό της περιβάλλον.

— Είχε όμως, μέσα σ' αυτό το μαρτύριο, και τις ελάχιστες ώρες της χαράς της. Ελάχιστες, βέβαια· μα τόσο εντατικές, που γέμιζαν απόλυτα τη ζωή της και την έκαναν να παραβλέπει τ' άλλα της βάσανα. Ή, καλύτερα, δεν νοιαζόταν για όλ' αυτά· περνούσαν πάνω της σαν κονταριές σε άτρωτο κορμί. Συγκεντρώθηκε στον εαυτό της κι υπόφερε τα πάντα με θαυμαστό στωικισμό, περιμένοντας τη στιγμή —τρεις φορές τη βδομάδα— που θα 'σμιγε με το Βάσια, στο καφενεδάκι του Τουρκολίμανου. Τότε, όλα σβήναν. Δινόταν στην ερωτική της ευτυχία με χαρούμενη καρδιά κι ανάλαφρο πνεύμα. Χανόταν στο μαγνητικό ρευστό του αγαπημένου άντρα, που την τύλιγε με βαλσαμικά κύματα. Η γαλήνη της ήταν απόλυτη· τόσο απόλυτη, που γέμιζε όλες τις ώρες της, κι αυτές ακόμα τις μαύρες ώρες του πνιχτικού σπιτιού.
Δεν του είπε ποτέ τίποτα γι' αυτά. Όχι από υπολογισμό ή υστεροβουλία· δε σκέφτηκε πως θα 'πρεπε να κρατήσει κρυφή οποιαδήποτε πτυχή της ζωής της. Μα πρώτα πρώτα, ποτέ η κουβέντα τους δεν ήρθε στην περασμένη ερωτική ζωή τους· κι ύστερα, όλ' αυτά τα 'βρισκε μικρά κι ανάξια μπροστά στη μεγάλη περιπέτεια της καρδιάς της. Όταν ερχόταν η στιγμή, θα του μιλούσε· δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Γιατί, όπως είπαμε, στο βάθος είχε αποφασίσει να πάρει το γιατρό. Μα δεν το 'λεγε στους δικούς της να ησυχάσουν, και να πάψουν κι αυτηνής τα μαρτύρια. Προτιμούσε να κυλούσε το εξάμηνο μέσα στη θλίψη και τις καταπιέσεις, παρά να γίνονταν αμέσως οι επίσημοι αρραβώνες, που θα της στερούσαν τη μεγάλη ευτυχία της: την επαφή με το Βάσια.
Όσο οι μέρες κυλούσαν κι έβλεπε να κοντεύει ο χρόνος του μισητού γάμου —κι η στιγμή του οδυνηρού χωρισμού— σφιγγόταν η καρδιά της. Μια μονάχα ελπίδα είχε: πως ο Βάσιας θα καταλάβαινε την αναπότρεπτη ανάγκη αυτού του γάμου και δεν θα την έβγαζε απ' την καρδιά του [...]
Μια άλλη δυσάρεστη πλευρά ήσαν οι καθημερινές σχεδόν επισκέψεις του Γιώργου. Η Βούλα έλπισε πως μετά τη συμφωνία της εξάμηνης προθεσμίας —και την καθαρά αντιπαθητική στάση της— ο γιατρός θα είχε την εξυπνάδα ν' αραίωνε τις εμφανίσεις του. Αυτός όμως, κινημένος από πληγωμένο εγωισμό, το 'βαλε πείσμα να την ξανακαταχτήσει. Έξω απ' την πραγματικότητα, όπως πάντα, νόμισε πως οι συχνές επισκέψεις του στο Παπαδελέικο και το παρουσίασμα της στραπατσαρισμένης αξιοπρέπειάς του, θα είχαν καταθλιπτικό αποτέλεσμα στην απόφαση της αρραβωνιαστικιάς του. Η Βούλα σήκωνε τους ώμους κάθε φορά που τον έβλεπε ν' ανεβαίνει τη σκάλα ωραίος, κομψός, σπουδαίος κι ανόητος, με ύφος προσβλημένου τιμητή [...]
Η απογοήτεψη κι ο θυμός του ξέσπασαν στην Παπαδέλαινα, με πικρά παράπονα κι ιερεμιάδες ατέλειωτες. Κι εκείνη για να ξεσπάσει, χύθηκε με καινούρια κρίση μανίας πάνω σ' «αυτή την ασυνείδητη» και την ξερόψησε με σιγανή και σίγουρη φωτιά.
Το μεγάλο πανηγύρι έγιν' ένα Σάββατο. Το βραδάκι, στις εφτά, η Βούλα είχε το συνηθισμένο ραντεβού της με το Βάσια. Όταν, κατά τις εξήμιση, κατέφθασε ο κύριος οιονεί αρραβωνιαστικός. Δε γινόταν για πρώτη φορά αυτό. Τότε η Βούλα έκλεινε το μισό παραθυρόφυλλο της κάμαράς της, σε τρόπο που να το ιδεί ο Βάσιας απ' το Περίπτερο. Κι αυτό είχε την εξής συμβατική σημασία: «Σήμερα δεν μπορώ να έρθω. Αύριο την ίδια ώρα».
Οπωσδήποτε, η Βούλα περίμενε την επίσκεψη του γιατρού για την Κυριακή. Από το πρωί βρισκόταν σε πυρετική προσμονή του βραδινού περίπατου. Τόσο πολύ πεθυμούσε να ιδεί το φίλο της εκείνο το βράδυ, που τίποτα δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει. Στο σαλόνι, όπου πήγε με το Γιώργο, ήρθε κι η Νίτσα. Ευτυχώς· γιατί δε θα μπορούσε να κρατήσει μια συνομιλία, με την αγωνία που τη σύνεχε. Είπε μόνο δυο-τρεις λέξεις· διαρκώς στριφογύριζε στην καρέκλα της, φανερά νευριασμένη κι ανυπόμονη. Όταν το ρολόι χτύπησε εφτά, χωρίς να δικαιολογηθεί, βγήκε απ' την κάμαρα, σα να πήγαινε για δυο λεπτά κάπου. Και ξαναγύρισε στις εννιά.
Χτυπώντας την πόρτα του σπιτιού της, ήξερε τι την περίμενε· μα ήταν έτοιμη να δεχθεί τα πάντα με απόλυτη ψυχραιμία. Μήπως δυο ολόκληρες ώρες δε γνώρισε την πιο τέλεια ευτυχισμένη γαλήνη κοντά στον αγαπημένο άντρα; Τι αξία είχαν όλα τ' άλλα;
Φαίνεται πως η φασαρία που ακολούθησε το ξεπόρτισμά της ήταν γενναία. Ο Γιώργος γίνηκε κατακίτρινος κι έφυγε απειλώντας γη και ουρανό. Η Παπαδέλαινα μάταια προσπάθησε να τον γαληνέψει γεμίζοντάς τον εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις. Σαν έμεινε μόνη έπεσε σε νευρική κρίση, που είχε αντίχτυπο στις δυο μικρές της κόρες. Πάνω στη συναυλία των γοερών κλαμάτων κατέφθασε ο Χρίστος στο τσακίρ-κέφι· τα είχε κοπανήσει στο Πασαλιμάνι, με την παρέα του. Όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα άρχισε να βλαστημάει Χριστούς και Παναγίες, απειλώντας πως θα κόψει τα ποδάρια της παλιοβρώμας της αδερφής του και του «τοιούτου» αγαπητικού της. Από αντανάκλαση ο Κωστάκης ούρλιαζε, χωρίς να ξέρει γιατί. Η υπηρέτρια κλείστηκε στην κουζίνα, με τρομαγμένα σταυροκοπήματα· κι οι γειτόνοι βγήκαν στα παράθυρα.
Απάνω στην ώρα έφτασε η Βούλα. Μόλις την αντίκρισε, ο Χρίστος εξαγριώθηκε. Τη στρίμωξε σε μια γωνιά, και με μούτρο αναμμένο άρχισε να τη βρίζει καπηλικά. Από το στόμα του βγήκε ένας περαιώτικος οχετός βρωμερός, ασφυχτικός και τόσο αναπάντεχος, που η Βούλα σάστισε. Μα γρήγορα ξανάβρε την ψυχραιμία της, τη θωρακισμένη με τη γενικότερη αδιαφορία για ό,τι δεν αφορούσε την αγάπη της. Σήκωσε τους ώμους και ψιθύρισε ήρεμα, δίχως κακία, ίσως με κάποια θλίψη:
— Είσαι πιωμένος, Χρίστο, και δε σε συνερίζομαι...
Ο αδερφός φούντωσε από τη λύσσα του.
— Α! Ώστε έχεις μούτρα και με βρίζεις, παλιοβρώμα! Είμαι μεθυσμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται! Δε φτάνει που κατάντησες έτσι, μα βγάζεις και γλώσσα στον αδερφό σου! Θα σου δείξω εγώ!
Είχε τέτοια συναίσθηση πως ήταν άτρωτη από κάθε κακό, έξω από την αγάπη της, που ξανασήκωσε τους ώμους.
— Τι θα μου δείξεις; μουρμούρισε σαν να μιλούσε στον εαυτό της.
Μα ο Χρίστος το πήρε αλλιώς. Χάνοντας ολότελα τον έλεγχο του εαυτού του, της τράβηξε δυο γερά χαστούκια.
— Να, σκύλα ξαναμμένη! Να σε μάθω να μου βγάζεις γλώσσα!
Αυτό δεν το περίμενε. Το τράνταγμα ήταν τόσο δυνατό, που έμεινε σαστισμένη, ζαλισμένη, με μια βοή στ' αυτιά. Γρήγορα όμως συνήρθε. Ορθώθηκε, όσο της επέτρεπε το μικρό κορμί της· μα ο θυμός της ήταν τέτοιος, που φάνηκε πελώρια. Το πρόσωπό της γίνηκε φλουρί· τα καστανά μάτια της πετούσαν μαύρες φωτιές.
— Άκου να σου πω, είπε με φωνή δυνατή και ξεκάθαρη. Αν νομίζεις πως θα πουλήσω την τύχη και το κορμί μου, μικρέ παλιάνθρωπε, για να γίνουν τα κέφια σου, είσαι γελασμένος. Σ' το λέω εσένα, και να το ακούσουν όλοι! Πόρνη δεν είμαι, ούτε θα γίνω ποτέ, και μάλιστα για σας, πεινασμένοι λύκοι! Αν πάρω το Γιώργο —που δε θα τον πάρω ποτέ— να το ξέρετε: το καθήκον μου, σαν τίμια σύζυγος, με προστάζει ένα πράμα: να υπερασπιστώ την περιουσία του άντρα μου από τα νύχια σας! Όχι! Δε θα τον αφήσω να σας δώσει ούτε μια πεντάρα! Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!
Προχώρησε κατά πάνω του απειλητική, με σαγόνια και γροθιές σφιγμένες.
— Όσο για σένα, μικρέ εκβιαστή, που τόλμησες να σηκώσεις άδικο χέρι πάνω στη μεγάλη αδερφή σου, σε σιχαίνομαι! Είσαι πολύ χαμηλός ανθρωπάκος! Φύγε από μπροστά μου!
Το πρόσωπο, η φωνή, τα λόγια της ήσαν τόσο τρομαχτικά, που ο νεαρός μεθυσμένος τα 'χασε. Χωρίς να μιλήσει, με κεφάλι κατεβασμένο οπισθοχώρησε, πήρε το καπέλο του, ροβόλησε τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο χτυπώντας την πόρτα με μανία. Κατάλαβε πως νικήθηκε χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, αφού είχε το δίκιο με το μέρος του...


6. [Ο ύπνος και ο θάνατος]

Ο Γιούγκερμαν μαθαίνει από τη Βούλα τις πιέσεις που ασκεί σ' αυτή η οικογένειά της και την απόφασή της να παντρευτεί το Γιώργο Μάζη. Είναι όμως έτοιμος ο ίδιος στην επόμενη συνάντησή τους να τη ζητήσει σε γάμο. Ωστόσο τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Η Βούλα ύστερα από ένα βίαιο οικογενειακό καβγά, με κουρελιασμένα νεύρα, παθαίνει σοβαρή αιμόπτυση. Οι γιατροί διαπιστώνουν καλπάζουσα φυματίωση. Σε ένα μήνα πεθαίνει. Το κενό για το Γιούγκερμαν είναι ανεπανόρθωτο.
Στο μεταξύ τα χρόνια περνούν και ο ήρωας συνεχίζει με επιτυχία τη σταδιοδρομία του. Χάρη στις ικανότητές του εκλέγεται Γενικός Διευθυντής στην Τράπεζα. Τίποτα όμως δεν μπορεί να τον ικανοποιήσει πια.
Στο παρακάτω απόσπασμα παρακολουθούμε το Γιούγκερμαν, ύστερα από ένα προσκύνημα που έκανε στους τόπους του Πειραιά που αγάπησε στα νιάτα του, να επισκέπτεται το φρενοκομείο, όπου βρισκόταν άρρωστος ο Μιχάλης Καραμάνος.

Κύλησαν γοργά πάνω στην άσφαλτο, ως το βουναλάκι του Δαφνιού· και σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα του Δρομοκαΐτειου. Ο Βάσιας κατέβηκε και χτύπησε το κουδούνι.
— Ποιος είναι; ρώτησε μια δύσπιστη φωνή μέσ' στο σκοτάδι.
— Εγώ, ο κύριος Γιούγκερμαν.
— Παρακαλώ! Περάστε!
«Οι μόνες πόρτες που ανοίγουν μπροστά μου τη νύχτα, είναι οι πόρτες των νεκροταφείων και των φρενοκομείων», συλλογίστηκε. Προχώρησε προς έν' από τα περίπτερα, μόνος του, χωρίς συνοδεία. Ήξερε τα κατατόπια, και τον ήξεραν εκεί μέσα. Ένας μακρύς διάδρομος, γεμάτος πόρτες. Και μια πόρτα —στο βάθος, η τελευταία— με τον αριθμό 207. Κοντοστάθηκε και χτύπησε μαλακά.
— Εμπρός! είπε από μέσα μια σκληρή φωνή.
Γύρισε το πόμολο και μπήκε. Ένα ευρύχωρο δωμάτιο· πολύ καθαρό, αρκετά πολυτελές, επιπλωμένο μ' έπιπλα φερμένα απ' έξω· ένα γραφείο, μια βιβλιοθήκη, πολυθρόνες, ένα τραπέζι· στο βάθος το κρεβάτι πλατύ, μαλακό, άνετο· κρεβάτι φτιαγμένο για μακριούς, βαθιούς ύπνους. Πάνω στα λευκά σεντόνια ένας σάρκινος όγκος ήταν ξαπλωμένος. Ένας άντρας παχύτατος, σαν πρησμένος, με προγούλια και πρόσωπο πνιγμένο στο ξίγκι. Τα καστανά μάτια του είχαν μιαν απλανή θολάδα, σα χαμένα σε κόσμους ανοησίας. Τα μακριά σταχτιά μαλλιά έπεφταν ανάκατα στους ώμους του.
— Συ είσαι, Βάσια; είπε. Καλησπέρα.
— Καλησπέρα, Μιχάλη.
— Έλα, κάθισε κοντά μου.
Πριν προφθάσει να καθίσει δίπλα του, ο Καραμάνος του άρπαξε το χέρι.
— Ξέρεις; του είπε με μωρουδίσια χαρά. Κοιμάμαι! Κοιμάμαι όσο θέλω!
— Αυτό είναι ευχάριστο. Πάει να πει πως πηγαίνεις πολύ καλύτερα.
Ο τρελός γέλασε μ' αφέλεια:
— Μα είμαι πολύ καλά! Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που νιώθω τον εαυτό μου τόσο καλά!
Πήρε ύφος μακάριας άνοιας:
— Κοιμάμαι. Τι άλλο θέλω; Κοιμάμαι! Να ήξερες πόσο κοιμάμαι!
Ο Βάσιας τον κοιτούσε με κρυφή ταραχή. Κάθε φορά που ερχόταν τον έβρισκε και πιο αποκτηνωμένο, πιο βυθισμένο στο μεγάλο σκοτάδι. Κι ελπίδα καμιά. Το δυνατό αυτό μυαλό, η μεγάλη ψυχή έσβησαν για πάντα. Δεν απόμεινε παρά αυτός ο ανόητος, σάρκινος όγκος. Ο Μιχάλης Καραμάνος. Ένα όνομα που δεν έμελλε να πεθάνει ποτέ.
— Ξέρεις, του είπε, όλος ο κόσμος μιλάει για σένα· για το έργο σου, για τα βιβλία σου. Όλοι περιμένουν με αγωνία να ξαναρχίσεις να γράφεις...
Τα μωρουδίσια μάτια του τρελού άνοιξαν ξαφνιασμένα:
— Να ξαναγράψω; Τι ανοησία! Γιατί; Είμαι τόσο καλά! Τόσο ήσυχος! Κοιμάμαι τόσο ωραία!
Κάτι σαν ανάμνηση λογικού φώτισε για μια στιγμή τα μάτια του.
— Τα βιβλία μου... Είναι όμορφα βιβλία... Μα μου στοίχισαν πολύν ύπνο. Δεν ξέρεις εσύ τι πάει να πει ύπνος!
Αναστέναξε με αγαλλίαση:
— Πάνε πια αυτά! Ούτε τα θυμάμαι. Τώρα κοιμάμαι, κοιμάμαι, κοιμάμαι!
Ο Βάσιας απόμενε με ψυχή σφιγμένη. Ένα κύμα απελπισίας ανάδευε μέσα του, ένα ξέσπαγμα ανίσχυρης οργής για την αδυσώπητη Μοίρα. Ένιωσε κάτι να τρέμει στο λαρύγγι του, κάτι να υγραίνει τα μάτια του· μα κρατήθηκε· δεν έπρεπε να τον ιδεί ο άρρωστος να κλαίει. Κάλλιο να φύγει απ' αυτόν το ζωντανό τάφο, τον τρισχειρότερο από τον άλλο, τον τάφο της πεθαμένης. Α! ο θάνατος είναι ανθρωπινότερος από το ζωντανό σβήσιμο, το τραγικό καταπόντισμα στην ανοησία.
— Στάσου, του είπε ο Μιχάλης. Πού πας; Θα σου τραγουδήσω ένα τραγουδάκι που έκανα εγώ· κι ύστερα φεύγεις.
Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να τραγουδάει με τη σκληρή του φωνή. Κι ωσάν, αυτή τη στιγμή, να ξύπνησε στο υποσυνείδητο του τρελού κάποια θύμηση, η φωνή του πήρε τόνο δραματικού πόνου:
Βαρέθηκα κι εγώ
ολούθε να πετώ.
Ναι, ήρθε η στιγμή
για να ξεκουραστώ...

Ο σκοπός ήταν απλός, μακρόσυρτος, γεμάτος κόπωση και μελαγχολία. Ο τρελός χαμογέλασε πικρά και συνέχισε το τραγούδι του:
—Καιρός με τη ζωή
να πάψω να μεθώ.
Να, έφτασε η στιγμή
κι εγώ να κοιμηθώ...

— Μιχάλη, είπε ο Βάσιας με ραγισμένη φωνή. Καλέ μου φίλε...
Ο άλλος χαμογελούσε με μάτια κλειστά:
—Κάτι από ψηλά,
κάτι μου λέει εδώ,
πως είναι, είναι πια
καιρός να ξεχαστώ...

Ο Γιούγκερμαν, πεσμένος σε μια καρέκλα, έκλαιγε με λυγμούς. Μα ο Μιχάλης Καραμάνος δεν άκουσε τίποτα. Κοιμόταν τρισευτυχισμένος κι ανόητος.

* * *

Καθώς η Πάκαρ πήρε τον κατήφορο της Ιεράς Οδού, όλ' η Αθήνα της νύχτας απλώθηκε μπρος στα μάτια του Βασίλη Γιούγκερμαν: πλατιά, μακριά, απέραντη, σαν τεράστιο νεφέλωμα εκατομμυρίων άστρων πεσμένο στην αττική γη.
Η Αθήνα...
Θυμήθηκ' ένα απόγεμα, εδώ και χρόνια τώρα, όταν την αντίκρισε, μέσα στο φως του δειλινού, από το κατάστρωμα ενός βαποριού· όταν την πεθύμησε η ψυχή του· όταν, μαγεμένος από τη μοναδική και πολυσύνθετη ομορφιά της είπε μέσα του με την έφεση των δυνατών: «Αξίζει να καταχτήσει κανείς μια τέτοια πόλη.»
Και να! Τ' όνειρο γίνηκε πραγματικότητα. Η Αθήνα βρισκόταν στα πόδια του, δική του, υποταγμένη, πρόθυμη να δεχτεί τον καταχτητή της, το νεόχριστο οικονομικό βασιλέα της: το Βασίλη Γιούγκερμαν, Διοικητή της Τραπέζης Εμπορικών Παροχών.
Σήκωσε τους ώμους με απόλυτη κούραση· έκλεισε τα μάτια· έπνιξε τα σαλέματα της γερασμένης ψυχής του, νιώθοντας την τραγική ματαιότητα όλων αυτών. Κι η παλιά αγαπημένη φράση του Μιχάλη Καραμάνου, ξαναήρθε στη μνήμη του:
«Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο Θάνατος».


Μ. Καραγάτσης - Γιούγκερμαν (αποσπάσματα) - Μέρος Α'



Ο Γιούγκερμαν (1938) είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση (1908-1960). Προηγήθηκαν ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933) και η Χίμαιρα (1936). 
Ο Βασίλης Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν είναι πρόσφυγας. Η καταγωγή του, τα βαριά σημάδια μιας νοσηρής κληρονομικότητας και το ύποπτο παρελθόν του σε συνδυασμό με τις συνθήκες στις οποίες θα ζήσει, προσδιορίζουν την εξέλιξή του σύμφωνα με τη μέθοδο του νατουραλισμού. Είναι νόθος γιος μιας Φιλανδής αστής με εκφυλιστικές καταβολές και ενός Γάλλου τυχοδιώκτη και αλκοολικού. Πρώην ίλαρχος του ρωσικού στρατού ο Γιούγκερμαν έρχεται στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '20 μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης (1917). Βαρύνεται με κραιπάλες, εμπορία ναρκωτικών, πλιατσικολογήματα και ένα έγκλημα. Από την ύποπτη δραστήριοτητά του έχει εξασφαλίσει κάποια οικονομική βάση.
Εγκαθίσταται πρώτα στον Πειραιά με την απόφαση να αποκτήσει με τα πιο αθέμιτα μέσα τις οικονομικές συνθήκες που θα του επιτρέψουν να συνεχίσει την έκλυτη ζωή του, αλλά συγχρόνως να αποκτήσει και κάποια κοινωνική επιρροή. Έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση, ανεξάντλητη ζωτικότητα και πολλές ικανότητες. Είναι φύση τυχοδιωκτική και αδίστακτη.


1. [Προσπάθειες για ύποπτες επιχειρήσεις]

Πρώτη του σκέψη, μόλις εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, ήταν τα φαρμακευτικά προϊόντα. Ανακάλυψε τις προσωπικότητες του διεθνούς αυτού εμπορίου και τις πλησίασε με τρόπο. Ήταν τρεις, τότε που κράταγαν τα πόστα: ο Λεουσάκος ο Καλαματιανός, ο Τζιέρογλου ο Κόνιαλης, κι ο Εσκενάζης ο Εβραίος. Οι άλλοι έρχονταν παρακάτω· φυτοζωούσαν με κίνδυνο και χίλια καρδιοχτύπια. Τους κυνηγούσαν οι τρεις «μεγάλοι» και τους τράκαρε η Αστυνομία. Οι μεγάλοι όμως δούλευαν με άνεση και σιγουράντζα· είχαν σχέσεις, επιρροές, πολιτικές προστασίες και, το κυριότερο, μπόλικο χρήμα για να διαφθείρουν συνειδήσεις. Ο Γιούγκερμαν κατάλαβε πως μόνο μ' αυτούς μπορούσε να δουλέψει. Ν' αρχίσει μόνος του, ή εταιρεία με μικρούς, το πράμα ήταν επικίνδυνο. Ήθελε δουλειές ήσυχες και σίγουρες.
Ο Λεουσάκος —που παρίστανε τον εισαγωγέα ακατεργάστων δερμάτων— τον δέχτηκε ψυχρά. Έχοντας οργανωμένη την επιχείρησή του σε βάσεις πολύ στέρεες, δεν έβλεπε το λόγο να συνεργασθεί μ' οποιονδήποτε. Ήθελε όργανα εκτελεστικά κι όχι συνεταίρους. Καμώθηκε λοιπόν πως δεν καταλάβαινε τις αβάντες του συνομιλητή του και τον ξεπροβόδισε ευγενικά και θετικά.
Ο Τζιέρογλου έκανε κι αυτός τον κοριό· μόνο που έδειξε κάπως μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ρώτησε το Γιούγκερμαν με τι ζούσε. Ο φίλος μας ξεγελάστηκε και του μίλησε για τα δέκα ελβετικά χιλιάρικα. Ο λαθρέμπορος γίνηκε αμέσως μέλι γάλα, και του υποσχέθηκε τόκο 25% αν έβαζε αυτά τα χρήματα στην επιχείρησή του. Φυσικά, ο Βάσιας δεν ήταν τόσο βλάκας. Κατάλαβε ότι δεν γινόταν δουλειά, πως τα πόστα ήταν πιασμένα· κι έκρινε άσκοπο να πλησιάσει τον τρίτο «μεγάλο» — το φοβερό Εσκενάζη.
Απελπισμένος από τα φαρμακευτικά προϊόντα, άρχισε ν' ανιχνεύει τα τυχηρά παίγνια. Ήταν γερό τραπουλόχαρτο. Στη Ρωσία, μετά την Επανάσταση, όταν έχασε τ' απονιφάδια της περιουσίας του, δεν ήταν απ' το μισθό που δεν του 'δινε ο Βράγγελ που κατάφερνε να ζει. Πλιατσικολογούσε, βέβαια· μα το βασικό βιοποριστικό του επάγγελμα ήταν η τράπουλα. Κατάκλεψε πολλούς και διάφορους γερούς τζογαδόρους, δίχως να τον πιάσουν ποτέ. Γιατί να μην κάνει το ίδιο και στην Ελλάδα; Δοκίμασε λοιπόν κι αυτή την επαγγελματική προοπτική, με αποτέλεσμα όχι μονάχα ν' απογοητευθεί, αλλά να μαυρίσει το μάτι του από τρόμο. Των αδυνάτων αδύνατο να τα βγάλει πέρα με τους Ρωμιούς! Μόνον χαρτοκλέφτες υψίστης ολκής μπορούσαν να κλέψουν αυτό το λαό των άσσων του τζόγου! Όχι, τα κότσια του δεν ήσαν τόσο γερά...


2. [Η επαγγελματική αποκατάσταση]

Σε λίγο ο Γιούγκερμαν, θα προσληφθεί στην Τράπεζα Εμπορικών Παροχών, όπου χάρη στις ικανότητές του θα οργανώσει ένα δίκτυο οικονομικής κατασκοπείας των ελληνικών επιχειρήσεων, με συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση των τραπεζικών κερδών. Στο απόσπασμα παρακολουθούμε τη συζήτηση με το Διευθυντή του Παραρτήματος της Τράπεζας του Πειραιά και την πρόσληψη του Γιούγκερμαν.

— Καλημέρα, κύριε κόμη, είπε ο Διευθυντής, γαλλικά. Καθίστε, παρακαλώ. Σε τι μπορώ να σας είμαι χρήσιμος;
Ο Γιούγκερμαν δεν παράλειψε ν' ανακαλέσει απ' την αποστρατεία τον τίτλο του κόμιτος· κι έκανε πολύ καλά. Ένας κόμης, εσαούλ των Κοζάκων, τέως πλούσιος, θύμα της Ρωσικής Επανάστασης, συμπλήρωνε πολύ ταιριαστά το διευθυντικό γραφείο μιας μεγάλης Τράπεζας. Καλοκάθισε λοιπόν στην πέτσινη πολυθρόνα, σταύρωσε τα πόδια, άναψε το πούρο που του πρόσφερε ο κ. Διευθυντής κι άνοιξε συζήτηση σε γαλλικά αψεγάδιαστα:
— Είδα ότι ζητάτε ένα γλωσσομαθή υπάλληλο. Ίσως έχω τα σχετικά προσόντα. Σ' εμάς, τη φιλανδική αριστοκρατία, η μόρφωση των παιδιών στις ξένες γλώσσες είναι κανόνας sine qua non. Οι γονείς μου —ο κόμης κι η κόμισσα Φον Γιούγκερμαν του Ρότεμπουργκ— μου 'δωσαν ανατροφή κοσμοπολίτικη, ανάλογη με την κοινωνική και την οικονομική μας θέση. Στο στρατό πήγα από οικογενειακή παράδοση. Όπως ξέρετε, ο ρωσικός στρατός είχε διάρθρωση αριστοκρατική...
Ο κ. Διευθυντής κουνούσε καταφατικά και συμπονετικά το ανόητο κεφάλι του. Ναι, ήταν πρόθυμος να βοηθήσει ένα μέλος της τάξης του, θύμα της πιο αποτρόπαιης κοινωνικής ανατροπής. Και, λέγοντας αυτά, χτυπούσε με έμφαση θεατρική το στήθος του. Ο Γιούγκερμαν, βλέποντας τη συγκινητικά καλή διάθεση του συνομιλητή του, αποφάσισε να παίξει το μεγάλο παιγνίδι:
— Καταλαβαίνετε, κύριε, πως οσοδήποτε κι αν έχω ξεπέσει, δεν έχασα τη συνείδηση της κοινωνικής μου θέσης και της προσωπικής μου αξίας. Εξάλλου δε με πιέζει άμεση οικονομική ανάγκη. Κατόρθωσα να σώσω ένα καλούτσικο χρηματικό ποσό, που μου επιτρέπει να ζήσω, μερικά χρόνια, χωρίς φροντίδες. Έχω λοιπόν όλο τον καιρό μπροστά μου, να δημιουργήσω μια επαγγελματική κατάσταση που μου αρμόζει. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτή η θέση...
Ο κ. Διευθυντής χαμογελάει αγγελικά.
— Δίχως άλλο, κύριε κόμη, πολύ κατώτερη απ' την αξία σας· μα θα προσπαθήσω να τη φέρω στα μέτρα σας. Μην ξεχνάτε πως ο Ναπολέων άρχισε από ανθυπολοχαγός...
Ο Γιούγκερμαν χαμογέλασε πολύ πνευματωδώς:
— Λέτε να έχω την ίδια εξέλιξη με το Ναπολέοντα; Να γίνω... Διοικητής της Τραπέζης Εμπορικών Παροχών;
— Όλα είναι δυνατά, φίλτατε, στην Ελλάδα...
— Τότε, δεν αποκλείεται να σας διαδεχθώ στη Διοίκηση, όταν αποσυρθήτε λόγω ορίου ηλικίας...
Ο κ. Διευθυντής γέλασε, κατενθουσιασμένος απ' την ικανότητα κολακείας του Γιούγκερμαν, κι ύστερα είπε:
— Ας μιλήσουμε θετικά. Η θέση που σας προσφέρω —ναι, ναι! σας προσφέρω!— είναι στο Τμήμα Αλληλογραφίας Εξωτερικού. Η Τράπεζα εργάζεται πολύ με την Εμπορική Αντιπροσωπεία της Ε.Σ.Σ.Δ., κι έχουμε ανάγκη από 'να ρωσομαθή υπάλληλο. Ο μισθός είναι 350 δραχμές το μήνα· για σας 400.

Ο Γιούγκερμαν παραδέχτηκε ενδόμυχα πως το ποσό ήταν πολύ καλό. Έκανε όμως ένα ούλτιμο κόλπο:
— Ομολογώ πως ο μισθός είναι ικανοποιητικός, αν και για τις γλώσσες που ξέρω — φιλανδικά, ρωσικά, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, τουρκικά, ουγγρικά...
— Ξέρετε τόσες γλώσσες; θαύμασε ο κ. Διευθυντής.
— Είναι όμως κι άλλο ένα ζήτημα που με κάνει δισταχτικό. Με θέλετε για αλληλογράφο με την Εμπορική Αντιπροσωπεία των Μπολσεβίκων...
— Όχι μόνον για αλληλογραφία. Θα έχετε προσωπική επαφή με τους Ρώσους. Θα κανονίζετε πολλές δουλειές...
—Τους σιχαίνομαι, κύριε Διευθυντά. Με καταλαβαίνετε, δεν είν' έτσι;
Ο κ. Διευθυντής τον χτύπησε φιλικά στον ώμο:
— Ελάτε, κύριε κόμη. Οι δουλειές είναι δουλειές και δεν επιδέχονται συναισθηματισμούς. Εξάλλου δεν είσαστε Ρώσος, μα Φιλανδός. Χάρη στους Μπολσεβίκους, η πατρίδα σας ξαναβρήκε την ανεξαρτησία της...
— Εγώ τη θέση και την περιουσία μου την είχα στη Ρωσία...
— Δε βαριέστε! Θα ξαναφτιάστε τη ζωή σας στην Ελλάδα. Λοιπόν, 450 δρχ. το μήνα. Σύμφωνοι;
Ήταν καιρός να μείνουν σύμφωνοι. Ο Γιούγκερμαν ευχαρίστησε τον κ. Διευθυντή, με ύφος πολύ συγκρατημένο· και πέρασε απ' το Ταμείο, να πάρει προκαταβολή.


3. [Οι συντροφιές και τα γλέντια του Γιούγκερμαν]

Ο Γιούγκερμαν, άψογος στο χώρο της εργασίας του, εξακολουθεί, τον πρώτο τουλάχιστον καιρό, να είναι αχαλίνωτος στην ιδιωτική του ζωή. Μέθυσος και γυναικάς, αναζητούσε τους συντρόφους του για τα γλέντια στον Πειραιώτικο υπόκοσμο. Στο παρακάτω απόσπασμα βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο διασκέδαζε ο ήρωας με τη συντροφιά του καθώς και μια εικόνα από τη ζωή των νεόπλουτων κατοίκων της Αθήνας την πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου.

Σ' αυτά τα γλέντια είχε σύντροφο κάποιο Γιάννη Μόγια, έναν τύπο του λιμανιού, κάτι ανάμεσα σημειωτή εμπορευμάτων και πράχτορα φορτηγίδων. Μεγάλη λέρα, απ' το λιγδωμένο καπέλο και τα βρωμερά πόδια του ως τα βάθη του παρασυνειδήτου του. Είχ' ένα μούτρο κρύο, κτηνώδες, στερημένο απ' την έκφραση των ματιών (φορούσε μέρα νύχτα μαύρα γυαλιά, γιατί έπασχε από τραχώματα). Η κουβέντα του ήταν γοργή, ξερή, ειπωμένη με φωνή βραχνιασμένου τενόρου. Δεν χαμογελούσε ποτέ· μα κι ούτε έδειχνε ποτέ θυμό η μορφή του, η τυποποιημένη σε μάσκα απάθειας. Κυκλοφορούσε πάντοτε με μια μεγάλη μοτοσικλέτα, που την έτρεχε δαιμονισμένα [...] Ήταν σκληρός κι απάνθρωπος με τις κοινές γυναίκες. Ήξερε να τις τυραννά με τη διεστραμμένη επιβολή του, με τις καταχθόνιες απειλές του και, αν το 'φερνε η ανάγκη, με το πιστόλι του. Σήκωνε το χέρι για το τίποτα, για το έτσι· και το κατέβαζε μ' ορμή στα φτιασιδωμένα μούτρα, δέρνοντας για γούστο, για ένα ναι ή ένα όχι. Έπαιρνε ξωπίσω του, υπασπιστή και γελωτοποιό, το Νάσο τον καμπούρη, έν' αποτρόπαιο έκτρωμα με κεφάλι καραγκιόζη και χέρια χιμπατζή, κρεμασμένα ως τη γη. Ο καμπούρης συμπλήρωνε το Μόγια σε κυνισμό και λαγνεία [...]
Αυτοί οι δυο ήσαν η ταχτική παρέα του Γιούγκερμαν. Τους γνώρισε κάποιο βράδυ, στο Ιντερνασιονάλ· έσμιξαν αμέσως τα χνώτα τους και γίνηκαν αχώριστοι. Εκείνο τον καιρό (κατά το 1921) τα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά όπου μπορούσες να διασκεδάσεις ήσαν λιγοστά. Ο πόλεμος της Μικρασίας συνεχιζόταν αβέβαιος, κρατώντας τον κόσμο σ' εκνευρισμό. Στο αναμεταξύ οι νεόπλουτοι, μπουχτισμένοι από ευκολοκερδισμένο παρά και λιμασμένοι από μακροχρόνια νηστεία, το 'χαν ρίξει έξω. Γινόταν ένα γλέντι αλλιώτικο, ούτε πρωτόγονο ούτε συμβατικό, μα κάτι το άτοπο, το χυδαίο. Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα και δίχως συναίσθηση τι πάει να πει χρήμα. Σπαταλούσαν ποσά αφάνταστα σ' ένα γλέντι κακόγουστο κι άνοστο, μη λογαριάζοντας τίποτα, μην ξέροντας πώς να διαθέσουν τα εκατομμύριά τους. Βασική προϋπόθεση του γλεντιού ήταν ν' αποχτήσουν αμερικάνικο αυτοκίνητο και να τριγυρνάν στους ανύπαρχτους τότε δρόμους της Αττικής, αράζοντας σε ξωτικά λιμάνια —Ραφήνα και Σκαραμαγκά— που ο μη εκατομμυριούχος μονάχα στ' όνειρό του μπορούσε να τα ιδεί. Ήσαν εκεί κάτι βρωμοταβέρνες, που παρίσταναν τα κέντρα πολυτελείας, που πουλούσαν τα τηγανητά μπαρμπούνια και τον μποτιλιαρισμένο σταφιδίτη σε τιμές αστρονομικές.
Είχαν και κάτι βρωμερές «αίθουσες δι' οικογενείας» με μοναδική επίπλωση ένα ντιβάνι ξεχαρβαλωμένο από τ' αμέτρητα αγκαλιάσματα της πελατείας.


Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ηλίας Βενέζης - Το Νούμερο 31328

(Απόσπασμα, σελ. 49-50)



    Τελείωσε. ΤΟ Αϊβαλί άδειασε πια. Το απόγευμα φέυγει το τελευταίο βαπόρι. Όσοι είναι να φύγουν θα φύγουν. Αλλιώς δεν έχει άλλο. 
    Απ'το Θάνο μαθαίνω πως κλαίνε όλοι στο σπίτι. Η μητέρα μου δε θέλει να φύγει. Ο γερο-πατέρας μου την παρακαλεί και της λέει πως έχουμε κορίτσια. Πρέπει. 
    Έρχεται και σ'εμένα και με ρωτά απ'το παράθυρο τι να κάμει. Είναι πολύ συντριμμένος. 
    - Πατέρα, γρήγορα! του φωνάζω. 
    Θυμάμαι τη φαμίλια με το κορίτσι που πήραν χτες τη νύχτα. 
    - Να φύγετε γρήγορα πατέρα!
    Κατά τις τρεις το απόγευμα την καταφέρνουν, τέλος, και την μητέρα μου πως "πρέπει". 
    Έρχουνται στη φυλακή και παρακαλούν τον αξιωματικό, μια τελευταία ικεσία: να τους αφήσει να μπουν στο υπόγειο να μ'αποχαιρετίσουν. Με πολλές δυσκολίες τους δίνει την άδεια. 
    Είναι όλοι, ο γερο-πατέρας, η μητέρα μου, ο Θάνος, η Ανθίππη, η Σοφία, η Αγάπη, η Λένα, όλοι. Μ'αγκαλιάζουν πρώτα και με φιλούν τα παιδιά. Ένα- ένα, μόλις κάμουν το καθήκον τους, φεύγουν όξω. Οι σύντροφοί μου μας έχουν τριγυρίσει. Παρακολουθούν σιωπηλά. Με πιάνει απ'τους ώμους ο πατέρας μου. Δεν τον είχα δει να κλάψει ποτές. Με κρατά μια μακριά στιγμή έτσι, απ'τους ώμους, ύστερα σκύβει και με φιλά στο μέτωπο. Ένα νευρικό έχει πιάσει τα ματόκλαδά του. Ύστερα, έχει ξοδέψει πια όλες τις δυνάμεις, κατεβάζει τα χέρια του. 
     Όμως η μητέρα μου, που έρχεται τελευταία, δε θέλει να ξεκολλήσει από πάνω μου. Είμαστε εκεί μια μάζα, έχω χώσει το κεφάλι μου μες στο μαραμένο κόρφο της, να κρατήσω για τελευταία φορά αυτή τη ζέστη πάνω στο μάγουλό μου. Με σφίγγει, δε θέλει να μ'αφήσει. Τα δάκρυά της μποδίζουν τα λόγια να βγουν καθαρά. Μόλις καταλαβαίνω πως λέει πως δε θα το βαστάξει και θα πεθάνει γρήγορα. Το ξαναλέει, σα να είναι κάτι που μου το υπόσχεται. Σηκώνει το πρόσωπό της, πιάνει το δικό μου με τα χέρια της και με κοιτάζει σα μια εικόνα που δεν πρόκειται να τη δει ποτές πια, σκύβει πάλι, μου μαζεύει το σακάκι, ασυναίσθητα, να με κουμπώσει μην κρυώσω, σαν που ήμουν παιδάκι. 
     Ο πατέρας μου την τραβά. 
     - Δε θα προφτάξουμε το βαπόρι... Δε θα προφτάξουμε... μουρμουρίζει συγκινημένος. 
    Κ' εγώ τη σπρώχνω, μην τυχόν και δεν προφτάξουν. 
    - Μανούλα, να φύγετε!... Θα σε θυμάμαι... 
    Βγαίνουν όξω. Ώσπου να στρίψουν τη γωνιά τη βλέπω να τη σέρνουν τα παιδιά μας, κ' εκείνη γυρίζει και κοιτάζει πίσω μήπως με ξεχωρίσει. 
    - Μητέρα σου είναι; λέει ο σκοπός, που ποαρακολουθούσε όλη τη σκηνή. 
    Δε μιλώ. 
   - Ναι, λέει ένας δικός μας. Μητέρα του είναι. 
   Ο σκοπός κουνά το κεφάλι σκεφτικός. 



~ ~ ~ ~ 



Είναι από τους λογοτέχνες που βιώνουν ψυχή και σώματι την Μικρασιατική καταστροφή. Στις σελίδες του, στα ακροδάχτυλα που γεμίζουν τα χαρτιά, αποτυπώνεται η αγωνία του μετέπειτα, ο ξεριζωμός, η συμβίωση, ο επαναπατρισμός, η οικογένεια, ο άνθρωπος, ο πόλεμος.

Γεννημένος στα χώματα της πάλαι ποτέ Ιωνίας, ο Βενέζης δοκίμασε (και δοκιμάστηκε από) τη συνολική περιπέτεια που γνώρισε ο ελληνισμός των παραλίων, και όχι μόνον, της Μικρασίας. Το σύνολο των βιωμάτων του από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια αποτέλεσε τον πυρήνα και το σταθερό μοτίβο της δημιουργικής του γραφής. 

Πάνω στον κορμό του βιβλίου τού Βενέζη, στηρίχτηκε και η ταινία του Νίκου Κούνδουρου «1922». Η προβολή της ταινίας είναι μέχρι και σήμερα, ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα, ενώ δεν έχει προβληθεί ποτέ στην Θράκη. Η ταινία απαγορεύτηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, μετά από διαμαρτυρία του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, με το αιτιολογικό ότι δυναμιτίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Νίκος Κούνδουρος κατάφερε να εξασφαλίσει ένα αντίγραφο της ταινίας και το πρόβαλλε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου σάρωσε τα βραβεία (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, Α” ανδρικού ρόλου [Βασίλης Λάγγος] και Α” γυναικείου ρόλου [Ελεωνόρα Σταθοπούλου]). Το 1982, με παρέμβαση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, απαγορεύθηκε η προβολή της ταινίας και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης.




Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Η Γυναίκα είναι Ίση με τον Άντρα (σ'ένα στρατόπεδο της Σιβηρίας) - Γιούλια Βοσνεσένσκαγια


Η Γιούλια Βοσνεσένσκαγια περιγράφει την εμπειρία της από δύο χρόνια φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία.
Η μαρτυρία της Βοσνεσένσκαγια μας αποκαλύπτει για τη ρώσικη κοινωνία πολύ περισσότερα από αναρίθμητες μελέτες. Μας λύνει και το περίφημο πρόβλημα της ανεργίας. «Στην Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν άνεργοι». Βέβαια, γιατί υπάρχουν εκατομμύρια «αλήτες» που έχουν πεταχτεί από ένα απάνθρωπο σύστημα στο περιθώριο, διασχίζουν τη Ρωσία σε αναζήτηση μιας στοιχειώδους στέγης και
τροφής και περιοδικά κλείνονται στα στρατόπεδα εργασίας από την αστυνομία.
Όλος αυτός ο υπόγειος κόσμος του ρώσικου περιθωρίου αποκαλύπτεται στα μάτια μας, όπως βέβαια και στα μάτια της ίδιας της Βοσνεσένσκαγια, που ανακαλύπτει, όπως κάθε ένας που έχει περάσει από τη φυλακή το περίφημο «σχολειό της φυλακής», τη βαρύτερη, την κρυμένη όψη της κοινωνίας.
Συνολικά λοιπόν μέσα απ' αυτή τη γυναικεία μαρτυρία μια εφιαλτική εικόνα μιας πτυχής του «γκουλάγκ», ένα ενσταντανέ της ρώσικης κοινωνίας παρμένο από μια εξαιρετική γωνία, από τη «γωνία» του στρατοπέδου, πάντα την περισσότερο αυθεντική!

(προλογικό σημείωμα των εκδόσεων "Κομμούνα")

Πέρασα δυό χρόνια στην παροικία αναμόρφωσης Νο 11, με καταναγκαστικά έργα, κοντά στη λίμνη Μπαϊκάλ της περιοχής του Ιρκούτσκ.
Είναι ένα μικρό στρατόπεδο, χωρισμένο σε δυό πτέρυγες: την πτέρυγα των γυναικών που έχει 800 άτομα. Πριν την αμνηστία έφταναν τα 2000 άτομα
που βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής. Είναι η μεγίστη δυνατή ποσότητα. Η πτέρυγα έχει υπολογιστεί για 1000 κρατούμενες. Η ανδρική πτέρυγα: γύρω στους 1000 για 300 θέσεις. Ο αριθμός των κρατουμένων κυμαίνεται από 600 έως 1000 άτομα.

Ξύπνημα στις 5.30 το καλοκαίρι και στις 6 το χειμώνα. Ότι καιρό κι αν κάνει, όποια κι αν είναι η θερμοκρασία, γυμναστική στο ύπαιθρο. Έπειτα η καντίνα, υπολογισμένη για 300 άτομα η οποία δέχεται όλους όσους βρίσκονται στη πτέρυγα, δηλαδή μέχρι 2000 άτομα. Την γνωρίσαμε και μάλιστα με υπέροχες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα οι δυο τουαλέττες για δυο χιλιάδες γυναίκες τις οποίες έχεις στη διάθεση σου για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Κάτω από το άγρυπνο μάτι των φρουρών, οι γυναίκες οδηγούνται στο πόστο δουλειάς τους. Οι επιτηρήτριες που έχουν επιλεχτεί μεταξύ των κρατούμενων περιφρουρούν αυτές που δουλεύουν στο χώρο του στρατοπέδου.
Είναι αυτές που ονομάζονται υπεύθυνες ημέρας ή οι ταξιαρχίτισσες.
Σε σπρώχνουν σε βρίζουν. Με λόγια. Μερικές φορές χυδαία. Τις πιο πολλές φορές χυδαία. Ή μπορεί νάναι ένα σκαμπίλι. Η δουλειά πρέπει να αρχίσει μια συγκεκριμένη ώρα. Στο εργαστήριο της ραπτικής οι γυναίκες δουλεύουν
δώδεκα ώρες καθημερινά. Σε άθλιες συνθήκες, η παγωνιά, ο άσχημος φωτισμός, οι υπερβολικά ψηλές νόρμες παραγωγής, πολύ πιο εξαντλητικές από ότι ισχύουν στις κανονικές επιχειρήσεις ραπτικής —πέντε ως δέκα φορές ψηλότερες. Και οι
αμοιβές όμοιες μ' εκείνες των πιο χαμηλών κατηγοριών. Όσες δεν φέρνουν σε πέρας την καθορισμένη νόρμα, στερούνται ολοκληρωτικά οποιαδήποτε αμοιβή, και από πάνω τις περιμένει η τιμωρία. Για μια μέρα, ένα σκαμπίλι κι επίπληξη.
Για δυο ή τρεις μέρες κάτω από την καθορισμένη νόρμα, υπάρχει η πειθαρχική απομόνωση, το κελί: ένα σακκί πέτρες. Για δέκα ή δεκαπέντε μέρες. Αυτές
που πέφτουν σ' αυτό το παράπτωμα φυλακίζονται στο ΒΟUR. (Στρατόπεδο εκτάκτων περιπτώσεων) για ένα χρονικό διάστημα μέχρι και 6 μήνες. Συνέπεια: σοβαρές αρρώστιες, κάποτε κι ο θάνατος. Τέτοια είναι η κατάσταση στο τμήμα ραπτικής.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει ο εξοπλισμός των γυναικών όσο διαρκούν οι δουλειές του καλοκαιριού. Γύρω στον Μάη, οι αρχές διατάζουν την αλλαγή της χειμωνιάτικης στολής μ' αυτήν του καλοκαιριού: ένα φουστάνι από λεπτό βαμβακερό και κοντά μανίκια, από πάνω ένα βαμβακερό ζακετάκι.
Μόνο αυτά μπορεί να φοράει μια γυναίκα μέχρι το Σεπτέμβρη, μόνο αυτά έχει δικαίωμα να βάζει κι' όταν φεύγει από την πτέρυγα. Από μέσα, έχει δικαίωμα να βάζει το μάλλινο σακκάκι σε περίπτωση άσχημου καιρού.
Το κλίμα του Ιρκούτσκ είναι καθαρά ηπειρωτικό, άνεμοι κρύοι και αναπάντεχοι φυσάνε πάνω στη Μπαϊκάλ, και ακόμα και τον Μάη ή τον Ιούνη μπορεί να πέσει χιόνι, ή παγωμένες βροχές με χαλάζι. Να γιατί μια γυναίκα που βγαίνει με φουστάνι —είναι ευχαριστημένη αν πήρε μαζί της ακόμα και τη ζακετούλα της— δεν μπορεί πολύ απλά να προμηθευτεί κανένα άλλο ρούχο. Έτσι δεν διαθέτει παρά αυτό το μοναδικό ινδιάνικο φουστάνι που το φοράει απ' το ξημέρωμα μέχρι να πέσει ο ήλιος.
Βέβαια δεν έχει προβλεφτεί τίποτα σε περίπτωση βροχής, ούτε στέγαστρο ούτε μεταφορικό μέσο. Η δουλειά συνεχίζεται. Το μόνο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γυναίκες στις εποχές καταιγίδων ή ακόμα στην περίπτωση που το ράδιο
αναγγέλει μια θύελλα, είναι να καλυφτούν σε κανένα ξέφωτο. Αν ο φρουρός είναι από καλή πάστα, αν το επιτρέψει. Ειδεμή, θα πρέπει να κάτσουν στην μέση του χωραφιού, κολλημένη η μια δίπλα στην άλλη, κι έπειτα, μουσκεμένες ως το κόκκαλο, να ξαναρχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει το βράδυ και να φτάσουν στην πτέρυγα.
Στο βαθμό που τα συνάχια, τα κρυολογήματα κλπ, κρατάνε όλο το χρόνο στο στρατόπεδο, δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι αρρώστιες το καλοκαίρι είναι πιο συχνές. Όχι, γιατί το χειμώνα, όταν για παράδειγμα, λείπει το κάρβουνο στη πτέρυγα για βδομάδες ολόκληρες με θερμοκρασία -50°, οι αρρώστιες είναι ίδιες. Αυτό όμως που χαρακτηρί­ ζει το καλοκαίρι είναι ότι ολόκληρη η πτέρυγα αρρωσταίνει με μιας. Μετά από κάθε μπόρα, όλη η πτέρυγα βήχει, φτύνει, ιδρώνει... Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα σύμφωνο με το συμφέρον της διεύθυνσης, οι άρρωστοι δουλεύουν άσχημα. Αλλά κανείς δεν απαλλάσεται: μια θερμοκρασία 37° ή 38° θεωρείται κανονική.

Επιτρέπουν ένα δέμα κάθε 6 μήνες: ένα πακέτο συστημένο μέχρι ένα κιλό.
Φυσικά, η εκλογή για το αν θα είναι ρούχα ζεστά, ένα κιλό λαρδί ή καραμέλες, ανήκει στην κρατούμενη. Ότι αποφάσισε θα λάβει. Αν εξαιρεθούν οι μπότες, δεν μένει παρά το καλσόν ή το σάλι. Να γιατί το πρόβλημα των ρούχων είναι δρα­
ματικό. Όσο βέβαια για το δικαίωμα στο δέμα, μπορεί να καταργείται με την πιο γελοία πρόφαση. Για παράδειγμα: όταν είναι κακογραμένος ο υποχρεωτικός αριθμός μητρώου; ωραία!—το δέμα απαγορεύεται!
Αυτά για το συστημένο δέμα. 
Υπάρχει όμως κι ένα άλλο δέμα, μέχρι 5 κιλά, που δικαιούνται οι κρατούμενες κάθε τέσσερεις μήνες, αφού έχουν ήδη εκτίσει το μισό της ποινής τους. Για παράδειγμα είχα μια ποινή δύο χρόνων, μπορούσα να λάβω το δέμα μου, μετά ένα χρόνο. Το διάστημα αναμονής ήταν σύντομο. Οι κρατούμενες που έχουν καταδικαστεί σε δέκα χρόνια, μπορούν να το λάβουν στην αρχή του 5ου χρόνου.
Υπάρχει τώρα η λίστα των αντικειμένων που επιτρέπονται κι εκείνων που απαγορεύονται. Για παράδειγμα, αν η κρατούμενη έχει δικαίωμα να της σταλούνε εσώρουχα, αυτά θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι βαμβακερά, κι αλλοίμονο να μην έχουν το παραμικρό κέντημα, την παραμικρή δαντελλίτσα: κατάσχεται αμέσως, τίποτα και σε καμμιά περίπτωση δεν επιστρέφεται.
Στη λίστα των απαγορευμένων προϊόντων περιλαμβάνονται όλα τα προϊόντα που θεωρούνται σαν ελλειματικά στη χώρα, ή ακόμα στη περιοχή έπειτα από αυθαίρετη απόφαση της διεύθυνσης του στρατοπέδου. Για παράδειγμα, τα καπνιστά λουκάνικα απαγορεύονται σ' όλη τη Ρωσία, όπως και το βούτυρο, το μέλι. Αντίθετα, τα λίπη (μαργαρίνη ή λαρδί) επιτρέπονται. Αν δεν υπάρχει έλλειψη λαρδιού για τους ελεύθερους εργαζόμενους του στρατοπέδου, η κρατούμενη μπορεί να το παραλάβει.
Αν όμως υπάρχει τέτοια έλλειψη, το λαρδί μπορεί να κατασχεθεί για πάρτη τους. Στην πραγματικότητα, αφαιρείται από τα δέματα οτιδήποτε θεωρηθεί πιθανό να δελεάσει αυτούς τους ελεύθερους επαγγελματίες και έτσι ο κρατούμενος δεν γνωρίζει ποτέ τι πράγμα δεν έχει παραλάβει: δεν του δίνεται ποτέ η παραμικρή περιγραφή ή κάποιος κατάλογος και τα δέματα δεν ανοίγονται μπροστά του. Έτσι τους δίνουν τελικά ένα μόνο μέρος από τα ρούχα και τα τρόφιμα που έλαβαν: «τα υπόλοιπα δεν επετράπησάν», «Απαγορεύτηκε», «αυτό δεν
επετράπη», «Μη επιτραπέν», —μια φράση που ακούγεται τόσο συχνά: επιτρέπεται... δεν επιτρέπεται... 

Υπάρχουν στην πτέρυγα γυναίκες με πανεπιστημιακή μόρφωση, μερικές που δούλευαν σαν βιβλιοθηκάριες έξω, η διορισμένη όμως εδώ βιβλιοθηκάριος, είναι μια σαγηνευτική πωλήτρια, ολωσδιόλου ακαλλιέργητη, που δεν ξέρει μήτε τα
βιβλία που βρίσκονται μέσα στη βιβλιοθήκη, έχει όμως άριστες σχέσεις με τους ανώτερους της. Τα ίδια ισχύουν και για τη διευθύντρια του κλαμπ: μια πωλήτρια που είχε καταδικαστεί με βαριά ποινή για παράβαση καθηκόντων. Αυτή η γοητευτική πωλήτρια δεν είχε ιδέα για τα πολιτιστικά. Υπήρχε στην πτέρυγα ένας ειδικά αρμόδιος άνθρωπος, ένας διευθυντής της φιλαρμονικής, μερικοί επαγγελματίες καλλιτέχνες, που θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας μια τέτοια δουλειά και να δημιουργήσουν τμήματα για τους κρατούμενους, μόνο που το κλαμπ δεν προορίζονταν για τους κρατούμενους, μα για την εκλεπτυσμένη ομάδα των αξιωματικών που μαζεύονταν εκεί τα βράδυα.
Αυτά τα μικρά γλεντάκια προωθόντουσαν από τη διευθύντρια του κλαμπ, που ήταν η ερωμένη του πολιτικού υπεύθυνου, μια σχέση «νομιμοποιημένη» ή καλύτερα, μακροχρόνια και πιστή. Όμως δεν πρέπει νομίζω να καταδικάζουμε αυτές τις γυναίκες. Σίγουρα, η φιλενάδα του «πολιτικού υπεύθυνου» μεταχειριζόταν με τον πιο άσχημο τρόπο τις άλλες κρατούμενες. Αποφυλακίστηκε προτού εκτίσει ολόκληρη την ποινή της. Η παραμονή της ωστόσο στο στρατόπεδο —8 αντί 12 χρόνια— της στοίχισε την καταστροφή της οικογένειας της και της υγείας της. Αν κάποιος βρεθεί να της πετάξει μια πέτρα, αυτός δεν θα είμαι εγώ. Γιατί βγαίνοντας, ήταν μια γυναίκα τσακισμένη από την αρρώστεια.

Υπάρχει μια ακόμη κατηγορία κρατούμενων, η πιο καταπιεσμένη και που αποτελεί την πλειοψηφία. Πρόκειται για τους «μπιτς», τους αντικοινωνικούς. Όταν είναι ελεύθεροι αποτελούν ένα υπέρογκο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας, ποσοστό όμως που κανείς κοινωνιολόγος ή στατιστική δεν παίρνει υπόψη του. Πρόκειται για τους ανέργους, τους αλήτες μας. Φακελλώνονται από την πολιτοφυλακή (υπηρεσίες τοπικής αστυνομίας) σαν ΒΟMJ (άτομα στερούμενα μόνιμης κατοικίας). Στην ΕΣΣΔ, η λέξη άνεργος δεν συνηθίζεται. Οι στατιστικές μας αναγγέλουν όλες τις χρονιές ότι καμμιά περίπτωση ανεργίας δεν σημειώθηκε την
προηγούμενη χρονιά σε καμμιά από τις δημοκρατίες. Όμως στην πραγματικότητα, η ανεργία υπάρχει. Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων που δεν μπορούν απλούστατα να βρουν δουλειά.
Γιατί, πολύ απλά, δεν τους «προσλαμβάνουν». Στην καλύτερη περίπτωση τους προτείνουν το κολχόζ. Αλλά τις πιο πολλές φορές τους δείχνουν την πόρτα. Στη βιομηχανία δεν τους θέλουν γιατί συχνά είναι μουντζουρωμένοι: ας πούμε, παραμονή σε στρατόπεδο. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις δουλειά βγαίνοντας από ένα στρατόπεδο.

Κανείς όμως δεν έχει μετρήσει ή απογράψει τον αριθμό αυτών των ανθρώπων. Κρίνοντας από το γεγονός ότι αποτελούν την πλειοψηφία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, και ότι στις πόλεις ζούνε μέσα σ' ολόκληρους καταυλισμούς,
τους οποίους μπορεί κάποιος να επισκεφτεί, θα πρέπει να είναι εκατομμύρια.
Προς το παρόν όμως, οι διάφορες μορφές που παίρνει σε μας η ανεργία και ο νομαδισμός δεν ενδιαφέρει το Κράτος και έτσι δεν έχουμε γι' αυτό το θέμα συγκεκριμένα στοιχεία κι αριθμούς... Υπάρχει ακόμα και ένα τραγούδι για τους
μπιτσέφσκι. Η λέξη προέρχεται από το «μπιτς». Ένας μπιτς, είναι ένας ΒΟΜJ, στην αργκό όμως, στα μάγκικα. Μπίτς θα πει «θαλασσοπόρος χωρίς καράβι». Κι από κει έχει βγει. Και μεταξύ τους ακόμα μπιτς λέει ο ένας τον άλλον, κι έτσι τους λένε σ' όλη τη χώρα. Έτσι μόνο στην επίσημη γλώσσα τους λένε ΒΟΜJ.
Οι γυναίκες είναι και αυτές «μπιτσέφσκι». Λέει το τραγούδι τους:
«Αντε και φτάνει ο χειμώνας, πάγο στο
κατώφλι μου θωρώ
μη ψάχνεις άδικα, μιλίτσια, μονάχος μου
θα' ρθω...»

Και πραγματικά, αδυνατώντας να αντέξουν άλλο τη μιζέρια της ύπαρξης τους όλοι αυτοί οι άντρες, όλες αυτές οι γυναίκες, πηγαίνουν να «ξεκουραστούν» στο στρατόπεδο.

Στις 17 Γενάρη, με συνέλαβαν στο σπίτι μου γιατί τα χαρτιά της ταυτότητας μου (το «εσωτερικό» διαβατήριο) δεν ήταν πλήρη, και χωρίς να με οδηγήσουν στο αστυνομικό κέντρο, με πήγαν γραμμή στο 5ο τμήμα της μιλίτσιας. Και ξαφνικά βρέθηκα ανάμεσα στους μπιτς. Το γεγονός ότι κατοικώ σ' ένα δικό μου διαμέρισμα μαζί με την οικογένεια μου και όχι σ' ένα αχυρώνα, γι' αυτούς
δεν είχε καμμιά σημασία, είμουνα φακελλωμένη σαν να μην είχα μόνιμη κατοικία, μια BOMJ με άλλα λόγια.
Έφτασα εκεί στις 7 το πρωί. Με πέταξαν σ' ένα κελί όπου υπήρχαν ήδη άλλοι 5 ΒΟΜJ. Η συζήτηση άρχισε να γίνεται εγκάρδια, κι εμένα μ' αρέσει να συζητώ μ' αυτούς τους ανθρώπους, ξέρουν πολλά πράγματα, και έχουν πάντα μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθούν. Μου εξήγησαν λοιπόν πως συμμετέχουν ή μάλλον πως τους κάνουν να συμμετέχουν στους Ο.Α. Η αστυνομία τους κυνηγάει, τους μαζεύει. Κι' έπειτα τους διατάζει να εγκαταλείψουν την πόλη μέσα σε 24 ώρες, ειδεμή υπάρχει η φυλακή ή η εξορία.

Στη φυλακή υπάρχουν κελιά, κάνει λιγότερο κρύο. Όμως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πάντα τα ίδια παγωμένα παραπήγματα. Φαντάζομαι τι γίνεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Λένιγκραντ, στο Σαμπλίνο ή στο Κολπίνο. Οι άνθρωποι θα πρέπει να κοιμούνται πάνω στο κρύο μπετόν, ν' αρρωσταίνουν. Ο Θεός να δώσει να τρώνε τουλάχιστον λίγο.
Κάπως έτσι γίνονται σε μας οι Ο.Α., αυτά συμβαίνουν στα «υπόγεια» επίπεδα.

Για έναν άντρα, δυο ή τρία χρόνια είναι μια σχετικά μικρή ποινή. Για τις γυναίκες όμως είναι υπερβολικά μεγάλη. Κατά γενικό κανόνα, σ' αυτά τα χρόνια, η οικογένεια της καταστρέφεται κι η γυναίκα χάνει το σπιτικό της. Πρακτικά, βγαίνοντας από το στρατόπεδο δεν έχει που να πάει.

Δεν υπάρχει ούτε μια γυναίκα που νάχει φύγει από το στρατόπεδο μετά 5 χρόνια φυλάκισης χωρίς νάχει πάθει ζημιές η υγεία της. Χωρίς σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, χωρίς σοβαρές οργανικές βλάβες.
Πρόωρη εμμηνόπαυση. Διακοπή της περιόδου για πολλά χρόνια. Να ένα καθολικό φαινόμενο, που κανείς δεν παίρνει ποτέ υπόψη του. Σ' αυτά προσθέτουμε την καταστροφή της οικογένειας: τα παιδιά χάνουν τους δεσμούς με τη μητέρα τους. Έτσι μια καταδίκη που δεν αντιστοιχεί με το έγκλημα, αποτελεί επίσης κι ένα πλήγμα καταρχήν πάνω στη γυναίκα-μητέρα και πάνω στα παιδιά στη συνέχεια.

Δεν ξέρω κανέναν νόμο που να έχει δικαίωμα να διαστρέφει την προσωπικότητα ενός ανθρώπινου όντος. Δεν ξεριζώνουμε πια νύχια, δεν κόβουμε μύτες, αλλά αν στερούνε στις γυναίκες το δικαίωμα να κάνουν παιδιά, δεν είναι μήπως το ίδιο πράγμα;
Πρέπει να βρούμε άλλες μέθοδες αναμόρφωσης, ακόμα και για τους πραγματικούς εγκληματίες. Όσο για τη πλειοψηφία των γυναικών που βρίσκονται στα γυναικεία στρατόπεδα συγκέντρωσης, «παροικία αναμόρφωσης δια της εργασίας» είναι ένας πολύ ήπιος όρος που δεν ξεγελάει πιο κανέναν: είναι στρατόπεδα συγκέντρωσης —θα πρέπει απλά να αποφυλακιστούν. Όσο πιο γρήγορη είναι αυτή η απελευθέρωση τόσο και αυτές και το κράτος θα ωφεληθούν.
Γιατί είναι έγκλημα του κράτους να στερεί από χιλιάδες γυναίκες τη δυνατότητα να φέρνουν παιδιά στον κόσμο.



Γιούλια Βοζνεσένσκαγια
Λένινγκραντ, 1-1980