Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Εκτυφλωτικός Ήλιος της Flannery O' Connor



 


Ο ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΟΣ ΉΛΙΟΣ ΤΗΣ FLANNERY O’ CONNOR

Μία εναλλακτική ανάγνωση της διαφοράς ανθρώπινου και θείου



                Όταν η Flannery OConnor είχε ερωτηθεί τι την είχε επηρεάσει στη ζωή της περισσότερο, είχε απαντήσει «το να είμαι Καθολική, Νότια και συγγραφέας»[1]. Διαβάζοντας τα κείμενα της ο καθολικισμός και ο χιλιμπιλισμός[2] βρίσκονται ανάμεσα και παντού, είτε με εμφανή τρόπο, είτε συμβολοποιημένα. Εκκεντρική καθολική, θα σκεφτεί κανείς[3], διαβάζοντας τα κείμενά της, που κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο διάβαζε Θωμά Ακινάτη για είκοσι λεπτά, που οι φυλακόβιοι ήταν οι καλύτεροι αναγνώστες της, που στο ξεκίνημά της οι περισσότεροι δεν πίστευαν καν ότι ήταν γυναίκα και που αυτή η γυναίκα έβαζε τους χαρακτήρες της να αγωνιούν και να σφάζονται, να νομίζουν ότι πιστεύουν, εκμεταλλευόμενη επίσης την παράδοση της λογοτεχνίας του Νότου – το γκροτέσκο είδος – διάχυτο από αίμα, χώμα, ειρωνεία, σάπια δόντια και κατεστραμμένες ζωές. Αν ξέρουμε κάτι για την λογοτεχνία της Flannery OConnor είναι ότι δεν ξέρουμε τίποτα.     

                Διαβάζοντας σήμερα τα βιβλία της Flannery OConnor, εύκολα κάποιος θα σοκαριστεί. Είναι φαινομενικά σκοτεινά, ακατανόητα βίαια, γεμάτα από απελπισία, από εξάντληση και στερημένα από χαρά και αισιοδοξία. Οι χαρακτήρες της υποτροπιάζουν συνεχώς, μόνο και μόνο για να ξεφύγουν από τις απαιτητικές πτυχές της πίστης. Αν γυρίσουμε πίσω στην εποχή της, η OConnor δέχθηκε κριτική για την έλλειψη αυτής της αισιοδοξίας. Οι κριτικοί είχαν μπροστά τους το χειρότερο είδος συγγραφέα: γυναίκα, Καθολική, ειρωνική, που δεν τσιγκουνευόταν τη βία, την αμαρτία, τον ζόφο και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήταν και άρρωστη. Κάποιοι διακριτικά, άλλοι όχι και τόσο, την κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσε τη θρησκεία της ακριβώς αντίστροφα από τους υπόλοιπους: όχι ως φως ελπίδας, αλλά ως ένα σύμπαν που η συμπεριφορά, οι πράξεις, τα κίνητρα και οι σκέψεις όχι μόνο γινόντουσαν αντιληπτά, αλλά είχαν και τρομερό αντίκτυπο στις ζωές των άλλων[4]. [Μία κυρία από την Καλιφόρνια σε γράμμα της προς την Flannery OConnor, διαμαρτυρόταν ότι οι ιστορίες της συγγραφέως έκαναν το οτιδήποτε άλλο πέραν του να φωτίσουν την ψυχή της, με την OConnor να σχολιάζει δηκτικά, ότι αν η ψυχή της ήταν στη σωστή θέση, δεν θα χρειαζόταν φώτιση[5].]

Στο τέλος, το έργο της Flannery OConnor μπήκε στο ντουλάπι με τα υπόλοιπα γκροτέσκα έργα της εποχής και του Νότου, σε μια απόπειρα να το κατατάξουν ως ακατανόητο, λόγω γοτθικότητας.

                Το γκροτέσκο έχει βαθιές ρίζες στον πολιτισμό και γι’ αυτό δεν είναι δύσκαμπτο· μέσα στον χρόνο εξελίχθηκε, επανασχεδιάστηκε σύμφωνα με τις διαφορετικές κοινωνικές αποχρώσεις και την αισθητική του κάθε παρόντος. Σε κάθε ρωγμή οι πολιτισμικές και ιστορικές περιόδους αναπτύσσουν τα δικά τους γκροτέσκα που ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες της εποχής. Κι όταν μιλάμε για γκροτέσκο, μιλάμε για την τέχνη που σε μορφή και περιεχόμενο, μολονότι φαίνεται να είναι μέρος του φυσικού, του κοινωνικού ή του προσωπικού κόσμου, εντούτοις παραμορφώνει, υπερβάλλει ή συνδυάζει το ασυμβίβαστο και το παράξενο με το φαινομενικά τυπικό για να εκπλήξει ή / και να σοκάρει. Χρησιμοποιεί το σωματικό, το αποκρουστικό και όλα αυτά τα φυσικά-αφύσικα, συχνά δε και το υπερφυσικό για να ιντριγκάρει και να απωθήσει[6]. Συγγραφείς όπως ο Edgar Allan Poe, ο Horace Walpole, ο William Faulkner, η Eudora Weldy κ.ά., μπήκαν στη συζήτηση γύρω από τη νότια γοτθική λογοτεχνική παράδοση, όχι όμως και η Flannery OConnor[7]. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η Flannery OConnor μπήκε στην εποχή της αγνοημένη συστηματικά από τους μελετητές της νότιας γοτθικής λογοτεχνίας, και βγήκε σε μια εποχή που τα κείμενά της ήταν γκροτέσκα και τίποτε άλλο. Η ίδια πικάρει έξυπνα την εποχή της, λέγοντας ότι «ένα έργο που έρχεται από τον Νότο χαρακτηρίζεται από τους Βόρειους αναγνώστες ως “γκροτέσκο”, εκτός κι αν είναι πράγματι γκροτέσκο οπότε αποκαλείται “ρεαλιστικό”»[8]. Γκροτέσκο ή μη, η Flannery OConnor εμπίπτει και στην γενιά του γλωσσικού ρεαλισμού και το ρεύμα του αγροτικισμού – κοντύτερα ίσως στους John Crowe Ranson, Robert Penn Warren και Donald Davidson, παρά στον Faulkner. Απομακρυσμένη από τον μυστικιστικό λυρισμό, αλλά με σεβασμό στη νότια αγροτική τάξη, η OConnor κάνει έντονη χρήση της προφορικής τοπικής διαλέκτου στα γραπτά της, όχι για να τονίσει τις ταξικές διαφορές, αλλά για να περιγράψει μία γη που είναι ανεξίτηλο κομμάτι της ύπαρξής της και την εμπεριέχει. Η τοπική διάλεκτος, η προφορική γλώσσα (η χρήση γραμματικών λαθών, όπως λανθασμένα θα μιλούσαν και οι άνθρωποι της), η περιγραφή φυσικών τόπων και τοπίων, υπάρχουν από κατανόηση σε έναν πραγματικό βαθμό της κοινωνίας του Νότου και ως απόπειρα να εγκατασταθεί «μορφολογικά» στην φαντασία του αναγνώστη. Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου, σημαίνει να γνωρίζεις την περιοχή σου, έλεγε, και ταυτόχρονα να είσαι μονήρης άνθρωπος στον κόσμο, για να κρατάς απόσταση από αυτόν[9]. Με τη συνείδηση της δικής της θέσης στον κόσμο και στον τόπο που κατοικεί, με όλα τα δράματα και τις αντιφάσεις της Τζώρτζια εν προκειμένω, η συγγραφέας εργαλειοποίησε την καθολική πνευματική καθοδήγηση που είχε από μικρή.

                Τι θα ήταν η Νότια γοτθική λογοτεχνία χωρίς τα γραπτά της Flannery OConnor και τι θα ήταν η Flannery OConnor χωρίς το γκροτέσκο στα κείμενά της, είναι μία ερώτηση που έχει νόημα να απαντηθεί, μόνο αν υπολογίσουμε τη συνθήκη της ιδιαίτερης σχέσης που είχε με την πίστη. Δεν θα έλεγα θρησκεία ακριβώς, γιατί πολλά κείμενα της (επιστολές, εκθέσεις) ήταν πολέμια στην εκκλησία και τους θρησκευόμενους της εποχής της. Ως παράδειγμα θα αναφέρω τον John Hawke που θεωρούσε την OConnor κακόβουλη κι ότι είχε πουλήσει την ψυχή της στον διάβολο[10], με την Flannery OConnor να του απαντάει ότι η άποψή του για τον διάβολο μόνο θεολογική δεν ήταν… Για τη συγγραφέα η πίστη δεν χρησίμευε ως το «να μην κάνεις», αλλά ως το στερέωμα των ανθρώπινων πράξεων, επιθυμώντας να αποτρέψει τη θρησκεία να γίνεται απλώς ένα σύμβολο ή ένα φαινόμενο που αρκούσε να εξηγηθεί. Δεν προσηλυτίζει. Στο διήγημα «Ποταμός» στο βιβλίο της Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, το παιδί αλλάζει το όνομά του από Harry στο κακόηχο Bever, βρίσκει με τις παιδικές του προσλαμβάνουσες τον Χριστό και πνίγεται[11].

                Η Flannery OConnor μπορεί να διαβαστεί σήμερα ως μία απόπειρα να καλυφθεί ένα σημαντικό κενό της λογοτεχνίας εκείνης της περιοχής (1925 – 1964)· μπορεί να διαβαστεί για να μάθει ο αναγνώστης τα σκηνικά, τις συνήθειες και τις φοβίες του Νότου· ίσως ένας ακόμη λόγος να είναι η ίδια η λογοτεχνία του γκροτέσκου. Ωστόσο, δίνω έμφαση στην εποχή μας, διότι ένας αναγνώστης εξήντα χρόνια μετά θα δυσκολευτεί [να θελήσει] να εντοπίσει τα σύμβολα χάριτος, παρουσίας και σωτηρίας στις ιστορίες της συγγραφέως, πιθανότατα να μην τα κατανοήσει ως τέτοια και τότε θα δει ιστορίες τόσο διαστρεβλωμένες που δεν νοούνται ως ιστορίες, θα συναντηθεί με μία ακατανόητη βία και με μία σαδιστική διάθεση να του παρουσιάζονται χαρακτήρες – καρικατούρες, ανδρείκελα άψυχα και δίχως νοημοσύνη απέναντι στην αμαρτία, απέναντι στο καλό και στο κακό. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί γοτθικές αναπαραστάσεις βίας και ανηθικότητας, για να αλλάξει ριζικά τη λειτουργία τους στα έργα της. Εκθέτει το κακό, την παρακμή και τη βία ώστε να φανερώσει την χάριν του θεού. Στο βιβλίο της «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» η συγγραφέας βάζει τόσο τους χαρακτήρες της όσο και τον ίδιο της τον εαυτό να κοιτάζουν ψηλά. Διότι τι υπάρχει στο ύψος των ματιών της; Κοροϊδία, μπαγαποντιά, πεταμένες Βίβλοι, μία ολόκληρη εποχή, μία ολόκληρη γενιά που δεν κατάλαβε για μία ακόμη φορά το μήνυμα· πρέπει να τους το συλλαβίσει; Πρέπει να τους απειλήσει με ένα περίστροφο στον κρόταφο για να το καταλάβουν; Πρέπει να τους πετάξει μέσα στο χαντάκι ή τον ποταμό, να γράψει το χέρι που θα τους αρπάξει από το λαιμό, να περι-γράψει τον ουρανό και την εκτυφλωτική λιακάδα, για να το καταλάβουν ότι πίστη είναι να βαδίζεις στο σκοτάδι και όχι μία θρησκευτική λύση στο μυστήριο της ζωής; Τι υπάρχει ψηλά στον ουρανό; Κάτι που καίει· κάτι που κλείνει τα μάτια (τυφλώνει), κάτι που αλλάζει σχήματα, που είναι  σ υ ν ε χ ό μ ε ν α  πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου και πανταχού παρών: ο ήλιος.

                Ο ήλιος στις ιστορίες της Flannery OConnor χρησιμοποιείται κατεξοχήν για να υποδηλώσει την πνευματική κατάσταση του χαρακτήρα, αλλά και το αιώνιο μάτι στις μικρές ζωές των ανθρώπων της. Παίρνει ένα φυσικό χαρακτηριστικό του Νότου – την έντονη παρουσία του ήλιου, τις ψημένες εκτάσεις, την απλωμένη ηλιοφάνεια πίσω από τους σωρείτες της Τζώρτζια – και του δίνει μία μεταφυσική διάσταση: SunSon, το ομόφωνό του στην αγγλική γλώσσα, Υιός [του θεού].

                Ο Θωμάς Ακινάτης υποστήριζε ότι η παρουσία του θεού στον κόσμο διακρίνεται μέσω της ορθολογικής ερμηνείας του περιβάλλοντος. Όχι πολύ μακριά από αυτά που έγραψε ο Θωμάς Ακινάτης, η Flannery OConnor παρέχει μέσα από τις ιστορίες της ποιητικές περιγραφές του φυσικού κόσμου, έτσι ώστε η παρουσία και η χάρις του θεού να μπορούν να αποκαλυφθούν στον κόσμο.

                Στο διήγημα Ο Πρόσφυγας[12] «Ένας σκούρος κίτρινος ήλιος είχε αρχίσει  να ανατέλλει σ’ έναν ουρανό που είχε το ίδιο λείο, σκούρο, γκρίζο χρώμα με τον αυτοκινητόδρομο». 

Όπως επίσης: «Ο ουρανός ήταν γεμάτος άσπρα ψάρια που κάποιο αόρατο ρεύμα τα έσπρωχνε τεμπέλικα με το πλάι, και κομμάτια του ήλιου, βυθισμένα λίγο παρά πίσω, εμφανίζονταν κάπου κάπου σα να τα παρέσυρε το ρεύμα στην αντίθετη κατεύθυνση»[13].

Στο βιβλίο της Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος έχουμε […] κομμάτια ήλιου· μάτια καρφωμένα σε ξεβρασμένα σύννεφα κι αν πάμε από τo τέλος προς τα πίσω του βιβλίου, τότε θα δούμε έναν ήλιο άσπρο σαν τρύπα για να φεύγει ο αέρας σ’ έναν ουρανό ελάχιστα πιο σκοτεινό από τον ίδιο τον αέρα· μαύρες δεντροκορφές· [ήλιο] πρησμένο στο χρώμα της φωτιάς· κρεμασμένο σε δίχτυ από τρεμουλιασμένα σύννεφα. Η ποιητική της Flannery OConnor για τον ήλιο δεν έχει τελειωμό. Αν και φαίνεται σε πολλά σημεία του βιβλίου αμφίθυμη για το πώς να τον περιγράψει, εντέλει καταλήγει με έναν ουρανό όπως και να ‘χει τόσο πλούσιο και τον κόσμο από κάτω τόσο φτωχό. Κυρίως, ο Νότος είναι μία γη στοιχειωμένη από τον Χριστό – χαμογελαστό μεν και ξανθό στα αυτοσχέδια κιόσκια αγιοσύνης και τα ζεστά εικονοστάσια, αλλά και έγχρωμο, που αλλάζει συνεχώς χρώμα καθώς αλλάζουνε και οι άνθρωποι και κινείται από δέντρο σε δέντρο κοιτάζοντας με μισό μάτι. Κάποιες φορές περιγράφεται με διάφορα χρώματα και διάχυτος: όπως στο διήγημα Ναός του Αγίου Πνεύματος «[…] μουντό βιολετί χρώμα, που έμοιαζε να ταιριάζει με τον γλυκό θλιμμένο ήχο της μουσικής»[14], ή «χλωμός, γκρίζος λεκές μέσ’ από το τζάμι»[15], «λευκός κυριακάτικος ήλιος που σε ακολουθεί»[16] στο διήγημα Ποταμός.         

Αλλά κυρίως είναι κόκκινος και εκτυφλωτικός. Στο διήγημα Ένας Κύκλος στη Φωτιά «Ο ήλιος έκαιγε τόσο, που έμοιαζε να θέλει να βάλει φωτιά σε ό,τι υπήρχε μπροστά του»[17]·

και στο διήγημα Ναός του Αγίου Πνεύματος

«Ο ήλιος ήταν ένα πελώριο κόκκινο τόπι σαν υψωμένη όστια βουτηγμένη στο αίμα, κι όταν βασίλεψε άφησε μία μακριά γραμμή στον ουρανό, που ξετυλιγόταν σαν κόκκινος χωματόδρομος πάνω από τα δέντρα»[18].

 


Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ανοίξω μία μικρή παρένθεση, για να αναφέρω το τόσο εύθετο καλλιτεχνικά εξώφυλλο του βιβλίου της Flannery OConnorThe Violent Bear it Away[19] από τις εκδόσεις Signet που βγήκε πέντε χρόνια μετά από το “A Good Man is Hard to Find”: δείχνει την εικόνα ενός παιδιού στα μαύρα να βγαίνει τρέχοντας μέσα από τις καλαμποκιές, με έναν κατακόκκινο ήλιο να το ακολουθεί και η παρουσία του ήλιου αυτομάτως μεταμορφώνει το χωράφι με τα καλαμπόκια σε ένα χωράφι που μοιάζει να ‘χει πάρει φωτιά. Για τον Stuart L. Burns[20] η έκδοση αυτή [το εξώφυλλο επί της ουσίας] ήρθε κάπως αργά – βοήθησε όμως έστω και αργά αναγνώστες και κριτικούς να προσανατολιστούν στον κεντρικό άξονα και την πιο εμφανή εικόνα των ιστοριών της: τον ήλιο. Στο εν λόγω βιβλίο, οι αναφορές στον ήλιο φτάνουν τις σαράντα, ενώ στο Σπάνιο να σου Τύχει Καλός Άνθρωπος στα δέκα διηγήματα γίνονται γύρω στις δεκαέξι αναφορές στον ήλιο και τον ουρανό[21].

                Ο ήλιος λειτουργεί ως μία υπενθύμιση, μία παρουσία που απομακρύνεται μόνο από τα σύννεφα. Το ευφυές στις ιστορίες της OConnor είναι ότι ενώ οι χαρακτήρες της είναι λίγο – πολύ θεοσεβούμενοι άνθρωποι, την ίδια στιγμή είναι και γεμάτοι υποκρισία, αλαζονεία, επίκριση, μέχρι και βίαιοι. Γι’ αυτό τον λόγο έχει τον ήλιο σε συνεχή επαφή με το βλέμμα του ανθρώπου[22]. Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής, η OConnor χρησιμοποιεί ως κεντρικό χαρακτήρα μία ηλικιωμένη γυναίκα, που [μαζί με τη γυναίκα του γιου της] είναι τα μόνα πρόσωπα που παραμένουν μέχρι το τέλος της ιστορίας ανώνυμα. Είναι η Γιαγιά και δεν χρειάζεται συστάσεις - πρόσωπο συνήθως οικείο και αγαπημένο, θρησκευόμενο και εχέφρων, μέχρι να έρθει η συγγραφέας να καταδείξει ότι οι ηλικιωμένες κυρίες του Νότου αντικατοπτρίζουν το μπανάλ και το κοινότοπο της κοινωνίας[23]. Στην ιστορία αυτή η Γιαγιά κατηγορεί τους ξένους ως τους μοναδικούς υπεύθυνους για όλα τα άσχημα πράγματα που συνέβαιναν στη χώρα της, ενώ στη συνέχεια της ιστορίας η ευθύνη πέφτει όλη πάνω της· και δεν σταματάει εκεί: αφού η οικογένεια έχει βγει στην εκτυφλωτική λιακάδα η Γιαγιά δείχνει στα εγγόνια της ένα παιδί, λέγοντας «Α, κοιτάξτε το μικρό αραπάκι!»[24]

Οι κύριοι χαρακτήρες της OConnor αποκαλύπτουν μία αμαρτωλή φύση από αδιαφορία για το ορθό και το ουσιώδες, σκοντάφτουν συνεχώς στην κακόβουλη ενέργεια και το κακοπροαίρετο, αλλά την ίδια στιγμή είναι τόσο πρόθυμοι να ακούσουν, να μάθουν και να υπακούσουν τον λόγο του θεού. Μόνο που εδώ έρχεται η OConnor για να υπενθυμίσει ότι ακόμη και οι άνθρωποι που μιλάνε για το θεό είναι γεμάτοι λάθη, πέφτουν πολύ συχνά σε αίρεση παρουσιάζοντας τον δικό τους τρόπο ζωής ως Τον τρόπο ζωής· κι ίσως αυτό ακριβώς να ήθελε να πει: την πολύ μικρή, σχεδόν μηδενική ανοχή που πρέπει να διαθέτει ο άνθρωπος για τα πιο αποτρόπαια τα πιο σαθρά πράγματα που κάνουν οι θρησκευόμενοι. Να υπογραμμίσει την αλαζονεία του θρησκευόμενου. Οι αφηγήσεις της έμμεσα προκαλούν μία αφύπνιση στις θρησκευτικές δυνατότητες, παρά επικοινωνούν το θρησκευτικό περιεχόμενο της πίστης. Το γκροτέσκο στις ιστορίες της OConnor έρχεται ακριβώς στο σημείο που αφυπνίζει σχετικά με την κατάσταση της πτώσης στον κόσμο. Η χάρις [του θεού] εμφανίζεται πιο συχνά με έναν αρνητικό τρόπο (όστια βουτηγμένη στο αίμα/ ήλιος που κρεμόταν / πρησμένος στο χρώμα της φωτιάς / άσπρη τρύπα / μακρύ φωτεινό δάχτυλο/ γκρίζος λεκές μέσ’ από το τζάμι/ δίχως ήλιο και σύννεφα/ χαμένος ήλιος…), ούτως ώστε να δημιουργηθεί η κατάσταση συνειδητοποίησης της ξεπεσμένης κατάστασης του ανθρώπου. Όσο πιο μπρουτάλ – όσο πιο βίαιο είναι το τοπίο, τόσο πιο ακαριαία σπάει ο άνθρωπος την πνευματική του τύφλωση.

Κάτω από την καυτή επιφάνεια φρίκης που έχει δημιουργηθεί στο έργο της Flannery OConnor, βρίσκεται η περίπλοκη σχέση ανθρώπινου και θείου. Όλο αυτό το «αίμα και ειρωνεία» που ζητούσε η Ellen Glasgow πενήντα χρόνια πριν την Flannery OConnor, ούτως ώστε να αντισταθμιστεί η ύπουλη και υποκριτική συναισθηματικότητα, αυτό το όλοι για όλους, με ένα όλους τόσο θολό, απόμακρο και εν τέλει άγνωστο, ήρθε η τελευταία να το εξαργυρώσει με τις ιστορίες της, χτυπώντας το προσδοκώμενο, δημιουργώντας μία αίσθηση ανησυχίας[25]. Ο άνθρωπος έχει διαστρεβλώσει και αλλάξει το πραγματικό νόημα της ζωής, σε σημείο που δεν αναγνωρίζει πια ότι πρόκειται για διαστρέβλωση. Έχει διαστρεβλώσει την ομορφιά, την πραγματικότητα και την ύπαρξη, βλέπει τον κόσμο με καθαρά χρηστικό τρόπο: η Γιαγιά στην ιστορία Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, χρησιμοποιεί τον γιο της, κάνει υποτιμητικά σχόλια, λέει ψέματα και έχει την ψευδαίσθηση από πάνω ότι μπορεί να [δια]φωτίσει έναν περιθωριακό ακόμη κι όταν αυτός εκτελεί ένα προς ένα τα μέλη της οικογένειας και την ίδια μαζί, η οποία καταλήγει «με τα πόδια σταυρωμένα από κάτω της σα μικρό παιδί, και το πρόσωπο χαμογελαστό και γυρισμένο προς τον ασυννέφιαστο ουρανό»[26].  

Αίμα και ειρωνεία λοιπόν πενήντα χρόνια μετά και ακόμη περισσότερα μέχρι σήμερα, που όλα έχουν γίνει ανιαρώς πιο οικεία και οι ιστορίες της Flannery OConnor ακόμη πιο ακατανόητα σοκαριστικές. Κυριαρχεί η τάση για διαστρέβλωση της ανθρώπινης μορφής [ψυχής] (στο διήγημα Γνήσιοι άνθρωποι της υπαίθρου, η Joy αλλάζει το όνομά της σε ένα ακόμη κακόηχο όνομα, το Χούλγκα –  στο διήγημα Ένας κύκλος στη φωτιά τρεις κοπρίτες ταραξίες χρησιμοποιούνται ως μία ανάστροφη αλληγορία των Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ στο βιβλίο του Προφήτη Δανιήλ, βάζοντας φωτιά στο δάσος), η επικράτηση της καρικατούρας. Η παράξενη τέχνη της OConnor εκφράζει τον καταπιεσμένο, διασχίζει τα σύνορα, αγνοεί τα όρια και υπερβάλει τα περιθώρια. Εντοπίζεται στις ιστορίες της συχνά μία εστίαση στο αφελές, το άσεμνο και το μπανάλ. Η Flannery OConnor επιμένει στο παράδοξο, στην διπλή όραση [και] στην αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων – προειδοποιεί και παρωδεί. Εκεί που γελάει σωπαίνει. Εναλλάσσει το κωμικό με το τραγικό, το δαιμονικό με το ιερό, το πραγματικό με το εκκεντρικό και το διακριτικό χιούμορ με την έντονη σοβαρότητα. Σαρκάζει τον ορθολογισμό του ανθρώπου. Με αυτό το πρίσμα η συγγραφέας κοιτάζει τον κόσμο. Με το ξάφνιασμα και τις απρόβλεπτες πράξεις. Με τις φυσικές παραμορφώσεις και τις ατέλειες εν αντιθέσει με το όλον, το τέλειο, το σφαιρικό: τον ήλιο. Ο ήλιος θα μπορούσε να είναι λοιπόν αυτή η διαφώτιση που χρειάζεται η κοινωνία. Διότι η κοινωνία χρειάζεται κοινωνική διαφώτιση και όχι ένα σύνολο ηθικών απαγορεύσεων και εντολών. Χρειάζεται ανθρώπους με την εσωτερική δύναμη να κάνουν διάκριση ανάμεσα σε πολλές ηθικές επιλογές – όχι ανθρώπους που δουλικά εκτελούν διαταγές ή συμμορφώνονται άκριτα σε παραδεδεγμένα ηθικά δόγματα. Όταν αποτυγχάνει αυτό, τότε κάνουν την εμφάνιση τους κοινωνίες σαν της OConnor : μειονεκτικές, κρυμμένες πίσω από το δάχτυλό τους, με έναν ήλιο παντού και ανάμεσα ενοχλητικό και ενοχλημένο, απόλυτο, σαν τις σκοτεινές εμπειρίες των αγίων.

Μπορεί η αρχική μας αντίδραση στο θέαμα ενός κόσμου τρομερά παράδοξου και εξυπνακίστικου, γεμάτου ποντίκια που πιάνονται στη φάκα και ανθρώπινες ψυχές που εκπυρσοκροτούν να είναι ένα μειδίαμα ανωτερότητας και γνωστικότητας, αλλά ακόμη και μέσα από το χαμόγελό μας εμπλεκόμαστε στον κόσμο και οδηγούμαστε να προβληματιστούμε πάνω στα πιο σοβαρά ζητήματα της ανθρώπινης εμπειρίας. Με αναταραχή ή ρήξη των δεδομένων των ζωών των ανθρώπων. Γιατί οι ζωές υπάρχουν, χάνονται ή καταπέφτουν.  Από την άλλη, μπορεί η τελική μας αντίδραση σε αυτό τον κόσμο να είναι η αποστροφή και η εξάντληση από τις φοβίες μίας Καθολικής που καταράστηκε τον ήλιο. Γιατί το φως είναι αιώνιο, ατελείωτο και δεν γίνεται να σβήσει. Αυτό που γίνεται είναι να κλείσουμε τα μάτια μας.

 

Μάης – Ιούνης 2020, Αθήνα

 



[1] Chapman, E., 2005. Elements of Fiction in Flannery O'Connor: Religion, Humor, and the Grotesque. University of TennesseeKnoxville, Honors Thesis Projects.

[2] Εκ του αγγλικού hillbilly, λέξη που ως επί το πλείστον αφορά σε λευκά άτομα της υπαίθρου, συνήθως αγρότες των Νότιων περιοχών και των νότιων τμημάτων των Απαλάχιων, με απλοϊκές έως άξεστες συνήθειες, χαμηλή εκπαίδευση, ανέχεια κ.ά. Χρησιμοποιείται συνήθως στερεοτυπικά και κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Για μία εκτενέστερη εικόνα, βλ. Anthony, H., 2005. Hillbilly: A Cultural History of an American Icon, History Faculty Book Gallery [στο:]  https://digitalcommons.wku.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1000&context=history_book  και για μία πιο σύγχρονη εικόνα βλ. το ντοκιμαντέρ Hillbilly (2018) των Ashley York και Sally Rubin.

[3] Θα χρησιμοποιήσω σε όλο το κείμενο την αρσενική αντωνυμία, όχι από παράλειψη ή αδιαφορία για τη θηλυκή, αλλά λόγω διανοητικής ροής. Εξυπακούεται το όπου κάποιος και κάποια κοκ.

[4] Reis, E., 2006. Religion in Flannery O'Connor's "A Good Man is Hard to Find", Grin, [στο:] https://www.grin.com/document/125887

[5] Το αναγνωστικό κοινό της Αμερικής ακόμη μαθαίνει ποια ήταν η Flannery OConnor: σταδιακά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και στα δοκίμια της, στη μεγάλη αλληλογραφία της και στις προσωπικές της σημειώσεις. Η παραπάνω ανταλλαγή «απόψεων» βρίσκεται στο βιβλίο της συγγραφέως Mystery and Manners: Occasional Prose (1970) μία συλλογή κειμένων και κριτικών σημειωμάτων που είχε γράψει και συρράψει όσο ζούσε.

[6] Wilson, Y., 1997. An Introduction to the Grotesque: Theoretical and Theological Considerations. The Grotesque in Art and Literature: Theological Reflections. James Luther Adams and Wilson Yates. Ed. Grand Rapids: Eeerdmans

[7] Schenck, A., 2017. To Be or Not to Be Gothic: Focus and Form of Literary Devices in Flannery O’ Connor’s Stories. The New Studies of English Language & Literature, No. 66, pp. 211-233

[8] Evans, R., 2015. A Sharp Eye for the Grotesque in Flannery O'Connor's 'Good Country People. Research Gate [στο:] https://www.researchgate.net/publication/282661286_A_Sharp_Eye_for_the_Grotesque_in_Flannery_O'Connor's_'Good_Country_People'

[9] Elie, P., 2020. How Racist was Flannery O’ Connor? The New Yorker [στο:] https://www.newyorker.com/magazine/2020/06/22/how-racist-was-flannery-oconnor

[10] Hawkes, J., 1962. Flannery O'Connor's Devil, The Sewanee Review, 70 (3), pp. 395-407

[11] Ο’ Κόνορ, Φ., 1986. Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, μτφ: Ρένα Χατχούτ, εκδ. γράμματα, σελ. 29 -50.

[12]  ό.π., σ. 211

[13] ό.π., σ. 207

[14] ό.π., σ. 87

[15] ό.π., σ.47

[16] ό.π., σ.36

[17] ό.π., σ.137

[18] ό.π., σ.97

[19] Στα ελληνικά βγήκε πέντε χρόνια μετά, το 1965, από τις εκδόσεις Φέξης σε μετάφραση Νίκου Κοτζιά ως Και οι Βιασταί Αρπάζουσιν Αυτήν…

[20] Burns, S.L., 1967. "Torn by the Lord's Eye": Flannery O'Connor's Use of Sun Imagery, Twentieth Century Literature, 13 (3) pp. 154-166.

[21] Sheridan, J., 2017. On Symbols and Shadows: Flannery O'Connor's Jungian Concepts of Grace, Criterion: A Journal of Literary Criticism, 10 (2) pp. 92 – 101.

[22] Chapman, 2005.

[23] Kilcourse, G., 1995. Theology and Modern Literature. Flannery O’ Connor: Evil and Hope in the Catholic Imagination. Proceedings of the Catholic Theological Society of America, pp. 225 - 228.

[24] Σπάνιο να σου Τύχει Καλός Άνθρωπος εκδ. γράμματα, σελ.12. Στο πρωτότυπο: “Oh, look at the little pickaninny!”, πρόκειται για γλώσσα πίτζιν που σημαίνει το «πολύ μικρό» στα Πορτογαλικά και χρησιμοποιήθηκε ρατσιστικά για τα παιδιά Αφροαμερικανών, δίνοντας τους μία πιο καρικατουρέ εικόνα. Η μετάφραση της Ρ. Χατχούτ θα έλεγα ότι στάθηκε άτολμη μπροστά στο κείμενο της συγγραφέως, μιας και το μεταφράζει «Α, κοιτάξτε τι χαριτωμένο πιτσιρικάκι!».

[25] Foster, S., 1986. Flannery O'Connor's Short Stories: The Assault on the Reader, Journal of American Studies, 20 (2) pp. 259-272.

[26] Από κει έρχεται η περίφημη και παρεξηγημένη ατάκα «θα ήταν καλή γυναίκα, αν υπήρχε κάποιος να την πυροβολεί κάθε λεπτό της ζωής της» (σελ.28) που σόκαρε, δεν διαβάστηκε όπως θα έπρεπε να διαβαστεί (όπως και το σύνολο του έργου της OConnor) και ενέταξε τη συγγραφέα στη λίστα της Rebecca Solnit με τα 80 βιβλία που καμία γυναίκα δεν θα έπρεπε να διαβάσει. (βλ. https://www.lifo.gr/articles/woman_articles/84481)





Πρώτη δημοσίευση: Χάρτης, τευχ.21 



Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Γιολάντα Πέγκλη : Η ιστορία του ανθρώπου

Είπα: Πάρτε δέκα αδελφούς απ' την καρδιά μου

κι αφήστε με στα χωράφια μου

πάρτε δέκα φάρους απ' τα μάτια μου

κι αφήστε με κάτω απ' τ' άστρα

πάρτε δέκα τουφέκια απ' τα χέρια μου

κι αφήστε με με το σκυλί μου

πάρτε δέκα τόπια καραβόπανο απ' τα μαλλιά μου

κ αφήστε με στους ανέμους

πάρτε δέκα τραγούδια απ' το χρυσό λαρύγγι μου

κι αφήστε με στη σιωπή μου

πάρτε δέκα θανάτους απ' το αίμα μου

κ αφήστε μου τη μικρή ζωή μου.


Κι είπαν:

Αν μας δώσεις δέκα αδελφούς απ' την καρδιά σου

αλλά κρατήσεις την καρδιά σου

εσύ είσαι ο πολυάριθμος

αν μας δώσεις δέκα φάρους απ' τα μάτια σου

αλλά κρατήσεις τα μάτια σου

εσύ είσαι το φως που δεν σβήνει

αν μας δώσεις δέκα τουφέκια απ' τα χέρια σου

αλλά κρατήσεις τα χέρια σου

εσύ είσαι η μήτρα που παράγει

αν μας δώσεις δέκα τόπια καραβόπανο απ' τα μαλλιά σου

αλλά κρατήσεις τα μαλλιά σου

εσύ είσαι η αρμάδα που φωσφορίζει

αν μας δώσεις δέκα τραγούδια απ' το χρυσό λα­ρύγγι σου

αλλά κρατήσεις το χρυσό λαρύγγι σου

εσύ είσαι η καμπάνα του κόσμου

αν μας δώσεις δέκα θανάτους απ' το αίμα σου

αλλά κρατήσεις το αίμα σου

εσύ είσαι ο γιος σου και ο γιος του γιου σου.


Τότε ξαναγυρίζω στη σπηλιά μου, κρύβομαι, είπα.

Κινδυνεύω.

Τότε σου φτιάχνομε παλάτι, είπαν.

Κινδυνεύομε.

Τότε παίρνω πέτρα κάνω θρύψαλα το παλάτι, είπα

Φοβάμαι.

Τότε σου φτιάχνομε σίδερο και λαγούμι, είπαν.

Φοβόμαστε.

Τότε φοράω ρούχο τρίχινο, πεινώ, σκοτώνομαι.

Θέλω να είμαι ελεύθερος.

Τότε φοράμε σκληρό κολάρο, σου προσφέρομε

γεύμα βασιλικό και σε σκοτώνομε.


Θέλομε να είμαστε ελεύθεροι.



(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 26, σελ. 31)

Πηγή


Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Α. Χάξλεϋ - Μετά από πολλά καλοκαίρια [απόσπασμα]






[...]

Στο μεταξύ, ο Τζέρεμι είχε αρχίσει να αισθάνεται ότι αυτή η συζήτηση έπαιρνε μια πολύ ανεπιθύμητη στροφή. «Για ποιο πράγμα ακριβώς υποτίθεται ότι μιλάμε;», ρώτησε ειρωνικά. «Για τη Νέα Ιερουσαλήμ;».

Ο κύριος Πρόπτερ του χαμογέλασε καλόκεφα. «Εντάξει», είπε. «Δεν θα μιλήσω για άρπες ή φτερά».

«Κάτι είναι κι αυτό», είπε ο Τζέρεμι.

«Ποτέ δε με ικανοποιούσαν οι συζητήσεις χωρίς νόημα» συνέχισε ο κύριος Πρόπτερ. «Μου αρέσει οι λέξεις που χρησιμοποιώ να έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα. Γι’ αυτό μ’ ενδιαφέρει η αιωνιότητα – η ψυχολογική αιωνιότητα. Γιατί είναι μια πραγματικότητα».

«Ίσως για εσάς», είπε ο Τζέρεμι μ’ έναν τόνο που άφηνε να εννοηθεί ότι οι πιο πολιτισμένοι άνθρωποι δεν υπέφεραν από τέτοιες αυταπάτες.

«Για όσους επιλέγουν να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες μπορούν να τη βιώσουν».

«Και γιατί να επιλέξει κανείς να τις αντιμετωπίσει;»

«Γιατί αποφασίζει κανείς να πάει στην Αθήνα να δει τον Παρθενώνα; Γιατί αξίζει τον κόπο. Το ίδιο ισχύει και για την αιωνιότητα. Η εμπειρία του αέναου καλού αξίζει όλη τη δοκιμασία που απαιτεί».
«Αέναο καλό», επανέλαβε με αηδία ο Τζέρεμι. «Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις».

«Γιατί να ξέρετε;», είπε ο κύριος Πρόπτερ. «Δεν καταλαβαίνει κανείς το πλήρες νόημα της λέξης “Παρθενώνας” μέχρι να τον δει».

«Ναι, αλλά έχω δει τουλάχιστον φωτογραφίες του Παρθενώνα· έχω διαβάσει περιγραφές του».

«Έχετε διαβάσει περιγραφές του αέναου καλού», απάντησε ο κύριος Πρόπτερ. «Ντουζίνες ολόκληρες. Σ’ όλες τις φιλοσοφίες και θρησκείες. Τις έχετε διαβάσει· αλλά ποτέ δεν αγοράσατε ένα εισιτήριο για την Αθήνα».

Μέσα σε μια μνησίκακη σιωπή, ο Τζέρεμι αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Το γεγονός ότι ήταν αλήθεια τον έκανε να αντιπαθήσει τη συζήτηση πολύ περισσότερο από πριν.

«Όσο για το χρόνο», έλεγε ο κύριος Πρόπτερ στον Πητ, «τι άλλο είναι, πάνω στο θέμα μας, από το μέσο αναπαραγωγής του κακού, το στοιχείο που μέσα του ζει το κακό και έξω απ’ αυτό πεθαίνει; Στην πραγματικότητα, είναι περισσότερο απ’ το στοιχείο του κακού, περισσότερο από το μέσο του. Αν προχωρήσεις αρκετά την ανάλυσή σου, θα ανακαλύψεις ότι ο χρόνος είναι το κακό. Ένα από τα συστατικά της ουσίας του».

Ο Τζέρεμι άκουγε με αυξημένη δυσαρέσκεια και θυμό. Οι φόβοι του ήταν δικαιολογημένοι· ο γέρος πρότεινε το χειρότερο είδος θεολογίας. Αιωνιότητα, αέναη εμπειρία του καλού, ο χρόνος σαν ουσία του κακού – ήταν καλώς-κακώς μέσα στα βιβλία· αλλά να σε σημαδεύει μ’ αυτόν τον τρόπο, από κοντά, κάποιος που πραγματικά τα έπαιρνε στα σοβαρά, ήταν όντως φρικτό. Για το Θεό, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ζήσουν τη ζωή τους μ’ ένα λογικό, πολιτισμένο τρόπο; Πρωινό στις εννιά, γεύμα στις μιάμιση, τσάι στις πέντε. Και συζήτηση. Κι ο καθημερινός περίπατος με τον κύριο Γλάδστωνα, το Γιορκσάιρ τεριέ. Κι η βιβλιοθήκη· τα έργα του Βολταίρου σε ογδόντα τρεις τόμους· ο ανεξάντλητος θησαυρός του Οράτιου Γουόλπολ· και γι’ αλλαγή η Θεία Κωμωδία· και μετά, σε περίπτωση που έμπαινες στον πειρασμό να πάρεις  το Μεσαίωνα στα σοβαρά, η αυτοβιογραφία του Σαλιμπήν και η Ιστορία του Μίλερ. Και καμιά φορά επισκέψεις το απόγευμα – στον Κοσμήτορα, τη λαίδη Φρέντεγκοντ με τη σάλπιγγα στ’ αυτί, τον κύριο Βέιλ. Και πολιτικές συζητήσεις – μόνο που τον τελευταίο καιρό, μετά την ένωση Γερμανίας και Αυστρίας και το Μόναχο, θα ‘πρεπε να καταλάβει κανείς ότι οι πολιτικές συζητήσεις ήταν ένα από τα δυσάρεστα πράγματα που θα ‘ταν φρόνιμο να αποφεύγει. Και το εβδομαδιαίο ταξίδι στο Λονδίνο, με γεύμα στο Εντευκτήριο και δείπνο πάντα με το γέρο-Θριπ του Βρετανικού Μουσείου· και μια κουβεντούλα με τον καημένο τον αδελφό του στο Υπουργείο Εξωτερικών (μόνο που κι αυτό γινόταν σιγά-σιγά ένα από τα πράγματα που θα ‘πρεπε να αποφεύγει). Και μετά, φυσικά, η βιβλιοθήκη του Λονδίνου· κι οι Εσπερινοί στον Καθεδρικό του Ουεστμίνστερ, εφόσον έψαλλαν Παλεστρίνα· και κάθε άλλη βδομάδα, απ’ τις πέντε ως τις εξήμιση, μιάμιση ώρα με τη Μέι ή την Ντόρις στο διαμέρισμά τους, στο Μέιντα Βέιλ. Άπειρες βρωμιές σ’ ένα μικρό δωμάτιο, όπως του άρεσε να τις λέει· αβυσσαλέες ικανοποιήσεις. Έτσι ερχόντουσαν τα πράγματα· γιατί δεν μπορούσαν να τα δεχτούν, ήσυχα και συνετά; Αλλά όχι, έπρεπε να φλυαρούν για την αιωνιότητα κι όλα τ’ άλλα. Αυτά τα πράγματα πάντα έκαναν τον Τζέρεμι να θέλει να γίνει βλάσφημος – να ρωτήσει αν ο Θεός είχε boyau rectum, να διαμαρτυρηθεί, σαν τον Γιαπωνέζο στο ανέκδοτο, ότι ήταν εντελώς σαστισμένος και μπλεγμένος από τη θέση του Εντιμότατου Πουλιού. Δυστυχώς, όμως, ήταν απ’ αυτές τις παράξενα εκνευριστικές περιπτώσεις, που τέτοιες αντιδράσεις ήταν εκτός τόπου. Γιατί, στο κάτω-κάτω, ο γερο-Πρόπτερ είχε γράψει τις Σύντομες Μελέτες· αυτά που έλεγε δεν μπορούσε να τα θεωρήσει σαν προϊόντα ενός ελαττωματικού μυαλού. Εξάλλου, δεν είχε μιλήσει για Χριστιανισμό, οπότε τ’ αστεία περί ανθρωπομορφισμού ήταν άτοπα. Ήταν πραγματικά εκνευριστικό! Πήρε μια έκφραση υπεροπτικής αδιαφορίας κι άρχισε να σφυρίζει το «Αγιόκλημα και η Μέλισσα». Η εντύπωση που ήθελε να δώσει ήταν ενός ανώτερου όντος που δεν μπορούσε να χάνει το χρόνο του ακούγοντας τέτοιου είδους συζητήσεις.


Κωμικό θέαμα, σκέφτηκε ο κύριος Πρόπτερ καθώς τον κοίταζε· μόνο, φυσικά, που ήταν τόσο βαθιά θλιβερό.




Χάξλεϋ, Α., 1983. Μετά από Πολλά Καλοκαίρια, μτφ. Ελένη Μαύρου, Αθήνα: Νεφέλη, σελ. 116 - 119. 




Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Maria Teresa Horta ποια λέξη θα σας περιέγραφε καλύτερα;




Απόσπασμα συνέντευξης της Πορτογαλίδας συγγραφέως Maria Teresa Horta στο καλλιτεχνικό περιοδικό Guernica. 

[...]


- Ποια λέξη θα σας περιέγραφε καλύτερα;

M.T.: Ανυποταξία. 

- Γιατί αυτή η λέξη;

Μ.Τ.: Αφενός γιατί γεννήθηκα ανυπότακτη και αφετέρου επειδή στάθηκα από παλιά σύμβολο αλλαγής στην Πορτογαλία, ιδίως στο γυναικείο ζήτημα. Μέχρι τις 25 Απριλίου του 1974, οι γυναίκες δεν είχαν φωνή στην Πορτογαλία. Καμία. Οι γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα, ούτε καν το δικαίωμα να έχουν λόγο για το πώς να μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Ανέκαθεν επαναστατούσα γι’ αυτό τόσο μέσα από την ποίηση μου, όσο και μέσα από την καθημερινότητά μου. Και ήταν αρκετά δύσκολο. Χρειάζεται πολύς χρόνος για να αλλάξεις τη στάση των ανθρώπων. Μπορεί οι νόμοι να άλλαξαν μετά τις 25 του Απρίλη, αλλά η στάση των Πορτογάλων παρέμεινε η ίδια. Σ’ αυτό έβαζε και το χεράκι της η Καθολική Εκκλησία. Η Καθολική Εκκλησία έχει τέτοιες αρχές που θεωρεί τις γυναίκες δευτερεύουσες. Βέβαια, όταν οι γυναίκες ανακάλυψαν ότι έχουν φωνή δική τους, κανείς δεν μπόρεσε να τις κάνει να σωπάσουν και αυτό μας έχει σώσει σε αυτή τη χώρα. Όπως και να ‘χει, είναι ακόμα πολύ δύσκολο. Η ποίησή μου παραμένει αρκετά απείθαρχη, με την έννοια ότι γράφω για το σώμα.

[...]




Η Maria Teresa Horta (γενν. 20 Μαΐου 1937) είναι συγγραφέας, ποιήτρια, ακτιβίστρια θεωρητικός από την Λισσαβόνα της Πορτογαλίας. Μετά τη δικτατορία του Σαλαζάρ και στον καιρό της Δεύτερης Δημοκρατίας, η Horta μαζί με τις συγγραφείς Maria Isabel Barreno και Maria Velho da Costa συμφώνησαν να συναντιούνται κάθε βδομάδα για να συζητάνε και να ανταλλάσσουν σημειώσεις, ποιήματα, ιστορίες και επιστολές, δημιουργώντας την ομάδα που έγινε γνωστή "Οι τρεις Μαρίες". Κοινός παρανομαστής των συναντήσεων τους, αρχικά, ήταν "Τα Γράμματα μιας Πορτογαλίδας Καλόγριας" - πέντε επιστολές εξαιρετικής ποιητικής, γραμμένες τον 17ο αι. από μία νεαρή καλόγρια, την Mariana Alcoforado που είχε μία παράνομη σχέση με έναν Γάλλο αξιωματικό. Από τις συναντήσεις τους εκδόθηκε το βιβλίο "Τα Νέα Πορτογαλικά Γράμματα" που απαγορεύεται στην Πορτογαλία και οι τρεις Μαρίες συλλαμβάνονται για κατάχρηση ελευθερίας του Τύπου, για προσβολή της δημόσιας αιδούς και φτιάχνουν νομοθεσία που να εξασφαλίζει την δίωξη τους. Στις 25 Απριλίου του 1974, όταν το φασιστικό καθεστώς ανατρέπεται μετά από πενήντα χρόνια, το Δικαστήριο ζητά δημόσια συγγνώμη από τις τρεις Μαρίες και αναγνωρίζει τα Νέα Πορτογαλικά Γράμματα ως ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μιλάει για την απελευθέρωση των γυναικών, την ερωτική τέχνη και την επανάσταση.
Η Maria Teresa Horta έχει γράψει 21 βιβλία ποίησης (1960 - 2013), κανένα από τα οποία δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά. 



Ολόκληρη η συνέντευξη: https://www.guernicamag.com/the-third-maria/

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Λόγια από ταινίες (Hope Gap, 2019)




Ξεκίνησα σκεπτόμενος ότι θα μπορούσα να σε σώσω
Αλλά στο τέλος το μόνο που μπορώ να κάνω 
είναι να σε τιμώ
Η μητέρα μου η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες 
η ζεστασιά και η παρηγοριά μου
η ασφάλεια και η υπερηφάνεια μου
Εσύ είσαι που θέλω να ευχαριστώ
Εσύ είσαι που θέλω να με χειροκροτεί
Ο πατέρας μου ο πρώτος ανάμεσα στους άντρες
ο δάσκαλός μου και κριτής μου
Ο άντρας που ξέρω ότι θα γίνω
Μεγαλώνετε τώρα
είστε μπροστά μου όπως θα 'σαστε πάντα
Πάντα πιο μακριά στη διαδρομή
[...]
Κρατήστε τα χέρια μου και περπατήστε μαζί μου για τελευταία φορά
Και αφήστε με μετά.


Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Ηλέκτρα Λαζάρ : Τριλογία Κυνηγιού


Αρχείο "Καπέσοβο, 2017"




Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΠΡΩΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΟΥ ΘΗΡΑΜΑΤΑ

Ι.
Ο χρόνος ένα νησί λοξών γερμένων φίλων
που έρχονται και ρημάζουν σαν κλαδεμένα ξύλα
Τίποτα δεν θα μείνει
Κι αφού δεν μένει τίποτα 
θα γίνει σκύβαλο λίγης εποχής
κι όλο το φύλλωμα της άνοιξης
θα κιτρινίσει δια παντός
σαν το αμμουδερό καστρί που το ‘πνιξε η πλημμυρίδα

ΙΙ.
Απολιθωμένη στη βρύση η αλεπού
η φάσσα αράχνη στα δωμάτια
κι η φέρμα μου μαύρη θηλιά  στα πόδια μου γυρίζει
Μυρίζει αλουμίνιο  το φετινό κυνήγι




ΠΑΤΑΣΣΩ
1971 : Kill'em all
~ Émile Ajar

Μετά από κάθε δολοφονία
ο κόσμος πείθεται ότι οι λευκές ιτιές είναι
κάτι αναμαλλιασμένο κι ελαφρύ
Το δόκανο καλιά πτηνών για το τρεμούλιασμά τους
Ότι ο κυνηγός  λένε  είναι αρχάγγελος  εκτός συνόρων
εκτός μητρός
και μνηστευμένος με το αίμα





Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΩΝ ΚΥΝΗΓΩΝ

Είχαν ανέβει μου λέει εκεί ψηλά
Και δείχνανε    Μια δείχνανε  Μέρα σαν  ντουφέκι
κρεμασμένη ανάποδα
αγιόρταστη και παγωμένη

Πάλι δεν ήρθες   άκουσα ήρθες  κι εγώ
δυο μαύρα μες στο μαύρο

Κι ένας παλιός γυμνόλοφος αμίλητος   απάνω μου
Πού   απάνω μου   να  στέκει   
κάτω από το σιδερένιο χιόνι μού είπαν
και     μού επανέλαβαν οι απαντητές

Κάποτε θα μου πέσει στα χέρια    Μού είπε ο κυνηγός  
για το κιτρινισμένο το ζαρκάδι Μου το ξεχειμασμένο
κι ούτε που τόλμησα να του πω 
ότι το σκότωσε επέρυσι   σε εκείνη τη μεγάλη   σκότωσε   γιορτή
των καζανιών



Πρώτη Δημοσίευση: http://www.thraca.gr/2020/05/blog-post.html




Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Νίκος Καρούζος - Άσμα Μικρό





Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.