Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Ηλέκτρα Λαζάρ: Για την ανάσταση του Λαζάρου

 

«ΠΡΟΣ ΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ;»

Η απελπισία του Λαζάρου

 

 

 

 

ο Λάζαρος φτωχός σ’ όλες τις περιπτώσεις 

Μαφρέδας Σ.Θ.

Βήμα Πριν, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2021

 

 

 

Η συζήτηση για την φύση της ζωής πέραν από τον τάφο είναι αρχαία[1], ατέλειωτη, κουραστική και πάντοτε υποκειμενική. Είτε με φιλοσοφικό πρόσημο, είτε με θεολογικό, η κατάσταση του μετά του ανθρώπου, που παύει να είναι άνθρωπος, να είναι δηλαδή ύλη ουσίας, κρατάει μέσα στην βιβλιογραφία ένα σημείο ανάφλεξης· και αυτό δεν είναι άλλο από την επαναφορά του Λαζάρου.

Το να γράψεις για το υποκείμενο Λάζαρος, χωρίς να προσκαλέσεις στο γραπτό και τον Χριστό είναι εκτός από ακατόρθωτο και άτοπο. Ο Λάζαρος είναι η απόλυτη ταραχή της ζωής και του θανάτου και κύριος υπαίτιος δεν είναι άλλος από τον στενό του φίλο, τον Χριστό.

Η ιστορία του Λαζάρου είναι η μεγαλύτερη όλων στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και βρίσκεται στο κέντρο του[2]. Συνδέει για πρώτη φορά τον θάνατο με την ανάσταση. Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη αφηγείται τα επτά σημεία δράσης του Ιησού, ή αλλιώς τα επτά θαύματα. Ξεκινάει με τη μεταμόρφωση του νερού σε κρασί και τελειώνει με την επαναφορά του νεκρού σε Λάζαρο. Μπορούμε ωστόσο να παρατηρήσουμε μία φθίνουσα πορεία στο Ευαγγέλιο: ο κόσμος ολοένα και σοκάρεται, ολοένα και χλευάζει, τα θαύματα φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα, οδηγώντας τον κόσμο να μεταμορφωθεί σε όχλο και να αποπειραθεί να λιθοβολήσει τον Ιησού και τους Μαθητές (προ ολίγου εζήτουν οι Ιουδαίοι να σε λιθοβολήσουν και πάλιν πηγαίνεις εκεί; Ιωάννης, κεφ. ια΄, 8). Χρειάζεται κάτι τρανταχτό για να πιστέψει ο κόσμος. Χρειάζεται τον Λάζαρο.

Όταν λέμε Λάζαρος, εννοούμε σχεδόν υπό οποιοδήποτε πρίσμα – και αυτό το κάνει εξαιρετικά περίπλοκο – έναν εαυτό που τίθεται όχι καθαυτός, αλλά από μία ανώτερη δυναμοποίηση. Γίνεται αντικείμενο θαύματος και μάλιστα εξαιρετικά ακραίου, ανέλπιστου και παράδοξου[3] θαύματος: επιστρέφει μετά από τέσσερις ημέρες νεκρός στην [ξανα]ζωή. Στις «πλάτες» του Λαζάρου πραγματοποιήθηκε το δραματικό αποκορύφωμα του χριστιανικού μηνύματος: η ζωή που μέχρι τώρα σήμαινε θάνατος, από δω και πέρα σημαίνει Ζωή. Οργώνει ο καθένας τη ζωή του μέσα στην ασάφεια για να σπείρει το ζωντανό σκοτάδι [του], αλλά μέχρι εδώ, μας λέει το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Από την αρχή του Ευαγγελίου, ο Ιωάννης μας λέει ένα πράγμα προσεκτικά και έντεχνα: η ανθρωπότητα πάσχει, τυφλώνεται, πεινάει, τριγυρνά αβοήθητη, πνευματικά σπασμένη, ετοιμοθάνατη, βαριά άρρωστη. Με το που ανακοινώνεται ότι ο Λάζαρος πέθανε, καταλαβαίνουμε ότι ο Ιωάννης με άλλα λόγια μας λέει ότι πέθανε η ανθρωπότητα[4].

Ο τετραήμερος Λάζαρος έχει μία χρονική σημειογραφία πολύ σημαντική, δεδομένου ότι στην εβραϊκή σκέψη η ψυχή του αποθανόντος πιστεύεται πως δεν εγκαταλείπει το σώμα για τρεις ημέρες. Όμως η τέταρτη ημέρα κάνει τον Λάζαρο μία ψυχή αποκλεισμένη και μη αναστρέψιμη· προσφέρει αμήχανα την αντι-ανθρώπινη πεποίθηση ενός σίγουρου νεκρού. Διότι:

 

Δεν αναστήθηκε ο Λάζαρος πνέοντας τα λοίσθια από κάποια αρρώστια, όπως ο δούλος του εκατόνταρχου, ούτε δόθηκε ζωή σε ένα παιδί που μόλις είχε πεθάνει, όπως στην κόρη του αρχισυνάγωγου, ούτε σηκώθηκε όρθιος από το φέρετρο κάποιος νεαρός που επρόκειτο σε τάφο, όπως στην πόλη Ναΐν. Αλλά ένας άνθρωπος που ήδη είχε περάσει στην ιστορία και ήταν νεκρός από καιρό […][5]

 

            Ο Ωριγένης προσθέτει μία αλληγορική εξήγηση γιατί έχουν σημασία οι τέσσερις ημέρες: ο τέταρτος αριθμός, μας λέει, είναι υλικός και σωματικός και γι’ αυτό βλαπτικός, επειδή γενικά τα σώματα είναι τέσσερα.[6]

Ο Λάζαρος πρέπει να παραμείνει τέσσερις ημέρες στον τάφο – έναν τάφο σπηλιά, καθώς η εγγύτητα με τους νεκρούς ήταν απαγορευτική και έφερνε ακαθαρσία στους ζωντανούς – ούτως ώστε το θαύμα να μην μπορεί παρά να γίνει πιστευτό, αυτή την φορά. Δεσμευμένος με τα ρούχα και τα αρωματικά του θανάτου, θύμα της μεροληψίας του χρόνου, με το δυσοίωνο στη δυσωδία, επιστρέφει και βρίσκει τη ζωή εκεί ακριβώς που την άφησε· επιστρέφει όμως και με τη μεγαλύτερη απελπισία. Σ’ όλο το Ευαγγέλιο μιλάνε όλα κι όλα πέντε πρόσωπα κι ο Λάζαρος δεν είναι ανάμεσά τους. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ούτε ένα κείμενο του Λαζάρου, ούτε μία φράση του για όλα όσα έζησε ακόμα κι όταν δεν ζούσε (οι παραδόσεις τον θέλουν σκυθρωπό και αγέλαστο κατά την παρούσα ζωή, με την σιωπή του να σπάει μόνο μία φορά – και μάλλον με πικρία – όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο, σχολιάζοντας: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο χώμα»), με λίγα λόγια, θα μπορούσα να πω ότι επέστρεψε στη ζωή για να αφανιστεί ολοσχερώς κάτω από το βάρος του θαύματος.

            Ο Αντρέγιεφ στο διήγημά του Λάζαρος[7]μας παρουσιάζει έναν Λάζαρο, κατά τη γνώμη μου, όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι για όλους μας: ένα πλάσμα τρομακτικό – με πρόσωπο σαν μισοτελειωμένο σχέδιο ζωγράφου, σοβαρός και σιωπηλός. Η αφήγηση του Αντρέγιεφ προκαλεί μία μόνιμη αμηχανία για την εγωιστική πράξη του Ιησού. Το μεγαλύτερο θαύμα, με τα μάτια του Ρώσου συγγραφέα, ξαναγράφεται και ανανεώνει τον τρόμο στον ύψιστο βαθμό. Ο Λάζαρος επανέρχεται στη ζωή και μαζί μ’ αυτόν έρχεται και η απόλυτη αναταραχή της ύπαρξης: ο Λάζαρος είναι αφύσικος, σιωπηλός, μόνος και κανείς δεν τολμά να τον κοιτάξει, ακριβώς όπως κι έναν νεκρό στο χώμα.

 

[…] η εικόνα του Λαζάρου: το πελιδνό πρόσωπο του νεκρού, τα γαμπριάτικα ρούχα, τα πολυτελή και ζωηρόχρωμα, και το ψυχρό βλέμμα που στα βάθη του είχε παγώσει ασάλευτη η φρίκη.[8]

 

            Ακόμα και η προσευχή του Ιησού έξω από το μνήμα, λίγο πριν φωνάξει τον Λάζαρο, δεν είναι προς τον πεθαμένο, αλλά προς όλους όσους παρευρίσκονται στον ίδιο τόπο (αλλά είπον μεγαλοφώνως το Ευχαριστώ, δια να ακούση ο λαός, που στέκεται γύρω μου, Ιωάννης ια΄42). Κάτι δεν επέζησε στον Λάζαρο κατά την επιστροφή του.

            Ποια όμως είναι η απελπισία του Λαζάρου; Ότι πρέπει με την επιστροφή του να διορθώσει το έργο του Χριστού. Ο Λάζαρος ακόμα και ιδωμένος υπό το θαύμα που είναι, ο ίδιος δεν συνιστά θαύμα, γιατί δεν είναι. Καταπρόσωπο τόσο με τη ζωή όσο και με τον θάνατο, ο Λάζαρος τριγυρνά αποφασισμένος αλλά αποσυρμένος με το βλέμμα του τίποτα. Να το γράψω πιο συγκεκριμένα: ο Λάζαρος ό,τι είναι, είναι σαν να μην ήταν. Το υποκείμενο Λάζαρος και η ιστορία που δημιουργείται παρά τη θέληση και γνώση του, συνοδεύεται από ένα ερώτημα: όχι γιατί έπρεπε να πεθάνει, αλλά γιατί έπρεπε να ξαναζήσει. Καλούμαστε μέσω του Λαζάρου να διαμορφώσουμε τι σημαίνει να είσαι πλήρως ανθρώπινος, να ζεις τη ζωή όπως σου δίνεται, να μεταφέρεις το ιερό στο συνηθισμένο, να [μην] ζεις.

            Το επίμονο ερώτημα από τι αποτελείται η ταυτότητα του ατόμου εντός του χρόνου, είναι θεολογικό, φιλοσοφικό και επί της ουσίας πρόβλημα ζωής και θανάτου. Οι απαντήσεις στην συγκεκριμένη ερώτηση καθορίζουν στο μέτρο του δυνατού τις συνθήκες υπό τις οποίες τα άτομα επιβιώνουν ή παύουν να υφίστανται κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων διαδρομών· μία τέτοια διαδρομή ακολούθησε κι ο Λάζαρος, όπως η φύση που γεννιέται, ζει και πεθαίνει – μόνο που για τον Λάζαρο μεταβλήθηκε σε διαδρομή που η ζωή οδηγεί στον θάνατο κι ο θάνατος ο ίδιος τον κατρακυλά ξανά στη ζωή. Μία ζωή η οποία δεν είναι δεύτερη, αλλά η συνέχιση της πρώτης – δεν είναι ανάσταση, είναι επαναφορά. Κι ένα θαύμα που δεν είναι ανάσταση νεκρών, αλλά του νεκρού. Ο Λάζαρος μετά τον θάνατό του αλλά κυρίως μετά την [ξανά]ζωή του γίνεται ένα ον ψυχολογικό, μία ασώματη ψυχή που συνεχίζει να υπάρχει, όσο υπάρχει και μία ξύλινη εικόνα. Από ασώματο και αποσυντιθέμενο σώμα, ο Λάζαρος καλείται να γίνει εκ νέου ενσώματος.

            Ο Νίκος Καζαντζάκης στον Τελευταίο Πειρασμό εκφράζει απροκάλυπτα την δυσφορία του για την επιστροφή αυτού του σώματος. Η εικονοποιία του είναι αποκαλυπτική, με την ανάσταση να μην είναι τίποτα περισσότερο από την συντήρηση της σήψης στον έξω κόσμο. Εντελώς αντι-ιωαννικός στον λόγο του, ο Καζαντζάκης προσπαθεί να μας παρουσιάσει τη μεγάλη ταραχή που προκαλεί στους πάντες, μέχρι και στον ίδιο τον Ιησού, η ανάσταση του Λαζάρου:

 

[…] κι η ταφόπετρα αγάλια αγάλια σηκώνουνταν· κι είδαμε δυο μπράτσα κίτρινα, κι ύστερα ένα κεφάλι πρασινισμένο, ραϊσμένο, γεμάτο χώματα· κι ύστερα το σκέλεθρο κορμί τυλιγμένο με το σάβανο… Άπλωσε το ένα πόδι, ύστερα το άλλο, βγήκε· ήταν ο Λάζαρος.[9]

 

[…] τα πόδια του, τα μπράτσα του, η κοιλιά του ήταν πρησμένα, πρασινισμένα, σαν τέσσερων  μερών νεκρός· το πρόσωπό του, φουσκωμένο, είχε ολούθε ραΐσει κι έτρεχε ένα ασπροκίτρινο νερό, που του λέρωνε το άσπρο σάβανο που φορούσε ακόμα· είχε κολλήσει απάνω του και δεν μπορούσαν να του το βγάλουν.[10]

 

            Ο Καζαντζάκης εντελώς αντίθετος με την ύλη[11], επιδιώκει να μας προκαλέσει αυτήν ακριβώς την αποστροφή στο ξαναζωντανεμένο σώμα και σχολιάζει το συμβάν της επιστροφής και τον θεϊκό εμπαιγμό στον θάνατο, μ’ έναν γκροτέσκο τρόπο: ο Ιησούς ομολογεί ότι ανέστησε κατά λάθος τον Λάζαρο. Επίσης, και ο καζαντζακικός Λάζαρος δεν έχει φωνή:

 

-          Πώς τα καλοπέρασες στον Άδη; τον ρώτησε· χαρά σε σένα, Λάζαρε, ξέρεις τώρα εσύ όλα τα μυστικά του κάτω κόσμου […]

Έσκυψε στο αυτί του:

-          Σκουληκάκια, ε; τίποτα άλλο ε; τον ρώτησε, μισό χωρατεύοντας, μισό τρέμοντας.

Περίμενε κάμποση ώρα, μα ο Λάζαρος δεν αποκρίθηκε· φούρκισε ο τυφλός, πήρε το ραβδί του κι έφυγε. [12]

 

            Η λογοτεχνία μας βοηθάει να συμφωνήσουμε ευκολότερα στην ανυπαρξία του Λαζάρου κατά την δεύτερη του παρουσία και στην απελπισία του. Στο Calvary του William Butler Yeats, ο Λάζαρος τυφλώνεται από το φως της μοναξιάς που δημιουργεί το θέαμα του θανάτου, μιας και μοναδικός - αυτός μόνος του είδε τον θάνατο· στριφογυρίζει ανήσυχος για πάντα σε μια γωνιά της ζωής, εκεί όπου νόμιζε ότι θα ήταν ασφαλής για πάντα. Αντίστοιχα στο τραγούδι “Dig, Lazarus, Dig!”, ο Nick Cave φαντάζεται τον Λάζαρο ατελείωτα και βασανιστικά αθάνατο, να περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους της σύγχρονης Νέας Υόρκης.[13] Η «Λαίδη Λάζαρος» της Sylvia Plath μυρίζει κρεματόριο και αφανίζεται κάτω από το βάρος του επαναλαμβανόμενου θαύματος· η γνώση ότι πρέπει να πεθάνει πρώτα για να ξαναζήσει, αφανίζει και την παραμικρή πίστη ότι μπορεί να ελέγξει τη ζωή [και τον θάνατό της]. Η Λάζαρος είναι ένα υποκείμενο χωρίς ταυτότητα και μέλλον, πρωταγωνίστρια σε μπουρλέσκ, ένα σκουληκιασμένο θύμα βίας, που έχει απομείνει με την γνώση ότι η ζωή μετά τον θάνατο είναι ανάλγητη.



Caravaggio "Η Ανάσταση του Λαζάρου"

            Παρόμοια, αν όχι πιο έντονα, μας καλεί και η ζωγραφική να δούμε πραγματικά τον Λάζαρο, πέραν από τις αγιογραφίες – που στο κέντρο τους έχουν πάντοτε το θείο πρόσωπο. Ο εξαιρετικά δυναμικός πίνακας του CaravaggioThe Raising of Lazarus”, μας παρουσιάζει κυρίως τον Λάζαρο και δευτερευόντως όλους τους υπόλοιπους. Ο Caravaggio αγνοώντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και το βροντερό «δεύρο έξω», απεικονίζει τον φωτεινό αν και άχρωμο Λάζαρο οριζόντιο να υποβαστάζεται, προοιωνίζοντας με τη στάση του τη θέση του Ιησού μετά από λίγες ημέρες. Ακριβώς από πίσω οι Εβραίοι στρέφονται αναμεταξύ τους για εξήγηση, ενώ πίσω τους ακριβώς μία απόλυτη, κάθετη καταπακτή· ένα πελώριο σκοτάδι, [ακόμη] ανοικτό να περιμένει. 


Simon De Vos "Η Ανάσταση του Λαζάρου"


Ένας πίνακας με τα πρόσωπά του να μην κοιτάζουν τον Ιησού. Κάτι ανάλογο φαίνεται και στον πίνακα του Simon De Vos· εκτός από την Μάρθα, την Μαρία και τον ίδιο τον Λάζαρο κανένας άλλος δεν κοιτάζει τον Ιησού και ο ίδιος ο Ιησούς φαίνεται να μην κοιτάζει κανέναν απολύτως. Ο Rembrandt είναι ένας ακόμα ζωγράφος που έχει ασχοληθεί με τον Λάζαρο. Στον πίνακά του “The Raising of Lazarus”, ο Λάζαρος είναι κάτισχνος και η έκπληξη στα πρόσωπα των παρευρισκομένων δύσκολα μεταφράζεται σε χαρούμενο χαιρετισμό, εύκολα όμως μας έρχεται στο νου ένα φρικώδες ξάφνιασμα. Μεταγενέστερα, ο Van Gogh ξανα-ζωγραφίζει τον πίνακα του Rembrandt την εποχή που νοσηλεύεται στο ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Saint Remy στην Προβηγκία και ήταν ένα από τα τελευταία του έργα, πριν αυτοπυροβοληθεί. Ο Van Gogh ζωγραφίζοντας τον Λάζαρο, ζωγράφισε τον εαυτό του. Με έναν Χριστό απόντα, ο Λάζαρος κείμενος με τα σημάδια του θανάτου απάνω του, κάτωχρος, άνευρος, ζαλισμένος και τόσο χλωμός που δεν ξεχωρίζει από τα σεντόνια. Ο Van Gogh και όλοι οι παραπάνω ζωγράφοι, μας παρουσιάζουν την όψη ενός Λαζάρου που δεν αναστήθηκε μόλις, αλλά πρόκειται να ξαναπεθάνει. Και φυσικά, στους πίνακες, ο Λάζαρος είναι ακόμη πιο θανατερά σιωπηλός.



Rembrandt "Η Ανάσταση του Λαζάρου"



            Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από την ολική σιωπή του Λαζάρου; Η οποία δεν είναι μόνο εκκωφαντική, αλλά και απογοητευτική. Σαν να βουτάει απότομα και να σπάει η φωνή στη σκέψη ότι κάποτε θα ξαναπεθάνει. Τον ίδιο εκνευρισμό εκφράζει και ο Herbert Mortimer Luckock (The Intermediate State Between Death and Judgment, 1891: 5-6): συχνά φανταζόμαστε τους εαυτούς μας να στέκονται δίπλα στον ανοιχτό τάφο και να ακούνε με αγωνία την φωνή εκείνη που καλεί τον νεκρό να εξέλθει· κλείνουμε όμως το Ευαγγέλιο με λύπη που δεν βρέθηκε ούτε λέξη, ούτε συλλαβή από τους νεκρούς που ξαναγύρισαν. Αμφιβάλλουμε ότι δεν βρέθηκε ούτε ένας που να μην ζήτησε να αποκαλυφθεί [ο Λάζαρος]· σε όλους μοιάζει να στρέφει το ίδιο βλέμμα – το πρόσωπό του κλονισμένο από τα οράματα του παρελθόντος, δεν χαμογέλασε ποτέ ξανά, το μυστικό δεν αποκαλύφθηκε.



Van Gogh "Η Ανάσταση του Λαζάρου"


            Η μεγαλύτερη απόδειξη της δύναμης του Χριστού – ο επανεμφανιζόμενος Λάζαρος – δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό· δεν μίλησε.

            Από την άλλη, στην ιστορία του Λαζάρου, μονίμως αναμετρόμαστε με τον Ιωάννη και τον λόγο του:

 

ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζ ή σ ε τ α ι· και πας ο  ζ ω ν και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα (Ιωάννης, ια΄26). 

 

Ένας εξαιρετικά περίπλοκος και δύστροπος στίχος, που εισάγει την έννοια του μέλλοντος σε κάτι τόσο άχρονο, όπως είναι η θεϊκότητα και η αιώνια ζωή. Το κυριολεκτικό και συγκεκριμένο στη ζωή και τον θάνατο του στίχου· μία γλώσσα στρεβλωμένη που υποβάλλεται στην εξασφάλιση της ζωής με Θεό. Δεν μπορεί παρά να μας ξαφνιάσει η ιωαννική διατύπωση ότι ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό που κάνει και [ξανα]ζουν οι νεκροί. Για τον Χριστό εμφανίζεται ως ον – όχι αυτό που είναι, αλλά αυτό που πιστεύει στην κλήση και εξαφανίζεται ως μη ον – όχι αυτό που δεν είναι, αλλά αυτό που πιστεύει ότι μπορεί να στηριχθεί στη δική του φωνή. Ο Χριστός υπερφορτίζει το Dasein με τη δόξα του Θεού. Μας καλεί να επανεξετάσουμε τα πράγματα όχι αυτά καθαυτά, αλλά αναφορικά και συνδεόμενα με την καλοσύνη του Θεού. Ο Ιωάννης μέσα από τον λόγο του μας παρουσιάζει πως όλα τα πράγματα (νερό, κρασί, ψωμί, ακόμη και το σώμα) είναι ιερά και ότι ο Χριστός εργάζεται και αναδημιουργεί τα ίδια στα ίδια πράγματα· από άρτο σε σώμα, από την προσωρινότητα στην αναπνοή, από την αρρώστια στην ανάνηψη κ.τ.ό.

Το επίμονο θέμα του Ιωάννη φαίνεται να είναι το εξής: ο Θεός της ζωής καλεί τον άνθρωπο να ξεφύγει από την βαθιά κουλτούρα του θανάτου και να οδηγηθεί προς την πληρότητα της Ζωής. Υπεράνω βίας και υπεράνω θανάτου, καλεί τον άνθρωπο να ζήσει τη νέα ζωή της ανάστασης εδώ και τώρα. Η ανάσταση στον λόγο του Ιωάννη σημαίνει την ελευθερία να σπάσει ο άνθρωπος την ομοφωνία του θανάτου· μία σκέψη που συμπλέκει με την κιρκεγκωριανή σκέψη «η τελευταία λέξη να μην ανήκει στον θάνατο». Ωστόσο, ο Λάζαρος είναι όλος – από πάνω μέχρι κάτω – ένας θάνατος. Ή για να το πω πιο σωστά δεσμευμένος με τον θάνατο. Ό,τι γίνεται προς τον Λάζαρο, γίνεται για τον Χριστό. Ο Λάζαρος και η [ξανά]ζωή του περιστρέφονται και επιστρέφουν ακριβώς όπως η σχέση ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο κι ο κόσμος επιστρέφει στον Θεό. Επέστρεψε όμως χωρίς το πνεύμα – μόνο σώμα, μόνο ύλη – άδειος, κενός από λ ό γ ο.

Στον Ιωάννη, είναι σχεδόν ακατάληπτη η προθυμία του Ιησού να καλοδεχτεί τον θάνατο του φίλου του Λάζαρου (είναι φίλος του· είναι ο μόνος που τον φωνάζει με το όνομά του), για να δείξει την δύναμή του πέραν από τον θάνατο. Στο Ευαγγέλιο ακόμα και η ίδια η εικόνα του θαύματος είναι πιο κεντρική από τον ίδιο τον Λάζαρο. Ένα μανιφέστο του Ιησού είναι ο Λάζαρος.

Ο Λάζαρος είναι πιστός στον ιωαννικό λόγο και κατ’ επέκταση πιστός· χρησιμοποιεί τον κόσμο χωρίς να τον χρησιμοποιεί· δεν ανήκει στον κόσμο παρεκτός ως αντικείμενο θαύματος και πίστης – ή πιο σωστά απιστίας, γι’ αυτό και ασκείται ως συμβάν θαύματος. Ακόμα και το όνομά του φανερώνει αυτή την σταθερή στρέβλωση της γλώσσας από τον Ιωάννη: το «Λάζαρος» προέρχεται από το «Elazar», που σημαίνει «ο Θεός τον έχει βοηθήσει». Ένα όνομα που πλησιάζει περισσότερο σε μία φρικιαστική προφητεία, παρά σε όνομα. Πιστεύω πως θα έπαυε να αποτελεί παράδοξο αν το ίδιο το όνομα του Λαζάρου, έπαυε να είναι το άτομο που βοηθείται προτού βοηθηθεί, αν πιο σωστά και ειλικρινά σήμαινε «αυτός που βοήθησε τον Θεό».

            Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη ενδεχομένως να οδηγήσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί μήπως είναι ένα ατύχημα της γλώσσας, μία συνάρτηση ίσως της απαράμιλλης ικανότητας του να γεννάει ασάφεια, αφήνοντας στο τέλος μία ανάγνωση παντοδύναμη ή απολύτως διαστρεβλωμένη. Η γλωσσική σύγχυση είναι πανταχού παρούσα: το «ας πάμε μαζί του» των Μαθητών, μετατρέπεται «ας υπάγωμεν και ημείς εκεί δια να αποθάνωμεν μαζή του» (Ιωάννης, ια΄16). Παρακάτω στο Ευαγγέλιο, ο Ιωάννης φαίνεται σχεδόν σαν να θέλει να συγκρίνει τις αδερφές του Λαζάρου, την Μαρία με την Μάρθα. Μάρθα, σύμφωνα με τον Θεοφάνη Κεραμέα, σημαίνει ‘κοπιώσα’, είναι η σάρκα, ενώ Μαρία που μεταφράζεται σε ‘Κυρία’ είναι το σύμβολο της ψυχής. Όσο για τον Λάζαρο, δεν μπορεί παρά να σημαίνει τον ίδιο τον νου.[14] Η Μάρθα λοιπόν πρώτη τρέχει και πρώτη δέχεται τον λόγο του Ιησού για την ανάσταση των νεκρών (ακόμη και στους μαθητές του δεν χρησιμοποιεί την λέξη ‘ανάσταση’). Η Μάρθα σε γενικές γραμμές δέχεται τον λόγο του Ιησού, αλλά δεν τον κατά-νοεί. Ο ‘Υιός του Θεού’, αντικαθίσταται από το ζαλισμένο και γενικόλογο ‘Δάσκαλος’. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην προηγούμενη ενότητα, με τους Μαθητές. Υπάρχει μία γλωσσική ασάφεια σ’ όλο το κεφάλαιο του Ιωάννη. Λέξεις που χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν άλλες λέξεις: ο Λάζαρος είναι άρρωστος, ο Λάζαρος κοιμάται, ο Λάζαρος πεθαίνει, ο Λάζαρος πρέπει να ξυπνήσει.

            Καθορίζεται μία γνωστικιστική στάση απέναντι στον Λόγο, μία αλλαγή των συγκεκριμένων και μόνιμων λέξεων, κυρίως μετά την επαναφορά του Λαζάρου. Ολόκληρος ο σκοπός των τελευταίων λέξεων, σημαίνει τίποτα λιγότερο από το: η αιώνια ζωή συμβαίνει όταν πιστεύεις στον σωστά κατανοητό Θεό. Ο Ιωάννης επιβεβαιώνει ότι μετά το ακραίο αυτό θαύμα πολλοί άνθρωποι πίστεψαν· αυτή η πίστη, όμως, καθοδηγείται στρεβλωμένα γλωσσικά από την συγκεκριμένη εμπιστοσύνη του να μην πεθαίνεις ποτέ. Παρόλα αυτά και εντελώς σκληρά (ο Ευαγγελιστής θα έπρεπε να το περιμένει ότι μας αφήνει με την φωνή του τίποτα), το μεγαλύτερο θαύμα, η απόλυτη κυριάρχηση της Ζωής απέναντι στην προσωρινή ζωή και τον θάνατο – η πράξη που γίνεται στην ακρότητά της για να πιστέψει ο άνθρωπος είναι και αυτή που ξαναφέρνει τον θάνατο και μάλιστα τον μεγαλύτερο και μαρτυρικότερο: την σταύρωση του Χριστού (απεφάσισαν από την ημέραν εκείνην όλοι των να τον θανατώσουν, Ιωάννης, ια΄53), αλλά και την θανάτωση του ίδιου του Λαζάρου (ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, Ιωάννης, ιβ΄10). Πώς σκοτώνεται όμως αυτός που τόσο ελάχιστα υπάρχει; Που ακόμα και στο σπιτικό δείπνο της οικογένειας του μετά τον τάφο, δεν έχει φωνή για τίποτα· ο Ιωάννης όχι μόνο κρατά τον Λάζαρο σε αφωνία, αλλά δίνει φωνή στο αμέσως επόμενο σημαντικό πρόσωπο του Ευαγγελίου: τον Ιούδα. [15]

            Η αφωνία του Λαζάρου είναι ακριβώς το αντίθετο της φωνής του Είναι. Δίχως καμία αγωνία πια στη ζωή του (αφού έχει δει μέχρι και τον θάνατο), δεν συναντά και δεν συναντιέται ποτέ με το θαύμα των θαυμάτων: ότι το ον είναι. Όπως πολύ ωραία το λέει ο JeanLuc Marion: «η ανία ούτε κουνάει, ούτε λαλάει, ούτε βλέπει τίποτα. Η ανία δεν εξαιρεί τίποτα από το δυσμικό της βλέμμα […] Κανένα είδωλο δεν υπάρχει για την ανία, ούτε καν το αξεπέραστο θέαμα του δεδομένου όντος».[16]

            Τελικά θανατώθηκε ο θάνατος στο συμβάν του Λαζάρου; Ο θάνατος που δεν μπορεί να θανατώσει τον θάνατο είναι η συνείδηση της μη-ανάστασης, αν λάβουμε υπόψη μας την κιρκεγκωριανή σκέψη. Τι ακριβώς φανέρωσε αυτό το θαύμα, αν όχι την απελπισία; Η υγεία της ύπαρξης δεν είναι η αρμονία της σωματικής υπόστασης, μας λέει ο Κίρκεγκωρ. 

            Ξαναγυρνώντας στη λογοτεχνία και συγκεκριμένα στον «Μέγα Ιεροεξεταστή», ο Ντοστογιέφσκι[17] είναι διεισδυτικός και τολμηρός και τον διαβάζουμε σε σχέση με τον λόγο επιστροφής του Λαζάρου:

 

Συ που ήρθες για να θυσιάσεις τη ζωή Σου για τους ανθρώπους! Αντί να γίνεις κύριος της ελευθερίας του ανθρώπου, του την πολλαπλασίασες μόνον και με τα βάσανα που σ’ αυτή ενυπάρχουν εβάρυνες την ψυχή του εις τον αιώνα τον άπαντα. Ζητούσες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου για να τον παρασύρεις και να τον δελεάσεις να Σε ακολουθήσει θεληματικά […] Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, μόνον τρεις δυνάμεις στη γη, που μπορείς να κάνεις μ’ αυτές να κατανικήσει και να αιχμαλωτίσει για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδύνατων ταραχοποιών για τη δική τους την ευτυχία. Αυτές οι δυνάμεις είναι: το θαύμα, το μυστήριο και η εξουσία.[18]

 

            Η επίδειξη της δύναμης αίρει την ελεύθερη βούληση της εκλογής του ανθρώπου (τι απέγινε άραγε το «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν»; ) και τοποθετεί την πίστη ως μία αίσθηση εξαναγκασμού που γεννιέται από το υποχρεωτικό θαύμα. Ο Λάζαρος ως τραγική μορφή της ζωντανής Ζωής μετασχηματίζεται σε μία υλική και αναγκαστική οργάνωση που υπόσχεται να ελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος του θανάτου. Αλλά η ζωντανή Ζωή απαιτεί και μία πίστη ζωντανή. Δεν είναι αυτό βαθιά αντι-ανθρώπινο;

Αναρωτιόμαστε για την ιστορία του Λαζάρου πρωτίστως γιατί σκεφτόμαστε πως οι σημερινές αξίες και προτιμήσεις μπορούν να διαμορφώσουν την μελλοντική εικόνα. Ο Λάζαρος δεν είναι ένα χριστιανικό ζήτημα – είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, που συνοδεύεται με την πρέπουσα συνειδητοποίηση μίας εποχής που όχι μόνο ο άνθρωπος, όχι μόνο η ιατρική, όχι μόνο η ηθική και η ελευθερία του σώματος και της ψυχής, αλλά η σύγχρονη ολική ύπαρξη τελεί υπό κρίση. Σκοντάφτουμε στην εικόνα για το μετά του Λαζάρου γιατί δεν μπορούμε να απαντήσουμε στις ερωτήσεις γι’ αυτή την απόλυτη πράξη, κι έτσι δεχόμαστε ολοένα και περισσότερο ότι η [ξανα]ζωή του Λαζάρου τού έκλεψε ένα μεγάλο κομμάτι οντικότητας. Ίσως περάσει αρκετός καιρός για να δεχτεί ο άνθρωπος ότι ο θάνατος δεν καταστρέφεται.



Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Χάρτης





[1] Η ανάσταση των νεκρών δεν είναι ασυνήθιστη στις θρησκείες του αρχαίου κόσμου: ο Όσιρις ο Άζωνος Θεός των αρχαίων Αιγυπτίων ανασταίνεται από τη σύζυγό του Ίσιδα. Παρόμοια ο Ταμμούζ, ο Βααλ, ο Διόνυσος κ.ά. (Περισσότερα για την ανάσταση του πάσχοντος Θεού στο: Το Θείον Δράμα, Θρησκειολογική Μελέτη, του Παναγή Λεκατσά, εκδ. Κείμενα, 1976).

[2] Δεν πρόκειται να εξετάσω αν ο Λάζαρος ήταν όντως νεκρός και αν όντως αναστήθηκε, όπως κάνουν σε σημείο εξάντλησης οι Ernest Renan (1863: Vie de Jesus, pp. 360-362) και Rudolf Steiner (1992: Christianity as Mystical Fact and the Mysteries of Antiquity, pp. 103-112). Αγνοώντας τη μεγάλη αυτή στιγμή του Ευαγγελίου, είναι να σαν να αγνοείς το μεγαλύτερο μυστήριο συμπεριφοράς ενός ατόμου που στέκεται μπροστά στον θάνατο και τη ζωή. Στο κάτω-κάτω, ο Λάζαρος είναι τόσο τραγικός, όσο και ο Ιούδας. 

[3] «Παράδοξο» το αναφέρει ο Κύριλλος Αλεξάνδρειας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, σελ. 65-68

[4] Στην άποψη ότι ο Λάζαρος αντιπροσωπεύει άλλως την ανθρωπότητα, φαίνεται να συμφωνεί και η Monika Hellwig.  

[5] Κορακίδης, Α., Καπώνης, Α., 2014. Η Ανάσταση του Λαζάρου και η ταραχή του κατεστημένου, εκδ. Αρμός, σελ.109

[6] Μαυρομάτη, Γ.Β., 2001. Η Ανάσταση του Λαζάρου. Το Γεγονός και το Νόημά του. εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, σελ. 156

[7] Αντρέγιεφ, Λ., 2003. Λάζαρος – Ιούδας ο Ισκαριώτης, μτφ. Αργυροπούλου Σ., εκδ. Ροές,

[8] Στο ίδιο, σελ. 25

[9] Καζαντζάκη, Ν., 2012. Ο Τελευταίος Πειρασμός, εκδ. Καζαντζάκη, σελ. 376

[10] Στο ίδιο, σελ. 380

[11] Περισσότερα σχετικά με αυτό, στο ακριβές και επαρκές κείμενο της Αγγέλας Καστρινάκη «Ο Καζαντζάκης Γνωστικός» στο: Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα. Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου ‘Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα Χρόνια Μετά’, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2007

[12] Ο Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 380

[13] Sullivan, M., 2019. Envisioning the Afterlife. The Problem with Lazarus. Commonweal [Διαθέσιμο στο:] https://www.commonwealmagazine.org/problem-lazarus

[14] Μαυρομάτη, σελ. 149

[15] Ο Ιούδας σύμφωνα με το Ευαγγέλιο διαμαρτύρεται εντόνως για το ακριβό μύρο που χρησιμοποίησε η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, για να αλείψει τα πόδια του Ιησού. Με τον Ιησού να του λέει «Άφησε την ήσυχη και μην την ελέγχεις» (Ιωάννη, ιβ΄7).

[16] Marion, J.L., 2012. Ο Θεός Χωρίς το Είναι. Μτφ Μαρσέλλος Χ., εκδ. Πόλις, σελ 204

[17] Κανείς άλλος, σύμφωνα με τον Γαϊτάνη, δεν απέδωσε καλύτερα στο φαινόμενο της κιρκεγκωριανής απελπισίας την εξαιρετικά αβυθομέτρητη διάσταση του χάους της ψυχής στην κατάπτωση και στη λύτρωση, από τον Ντοστογιέφσκι (Γαϊτάνης, Β., 1996. ‘Απελπισία’ και ‘Ασθένεια προς Θάνατον’ της φιλοσοφίας του Κίρκεγκωρ σε σχέση με το έργο του Φ Ντοστογιέφσκι. [διαθέσιμο στο:] https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/8959#page/2/mode/2up 

[18] Ντοστογιέφσκι, Φ., 2015. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, μτφ Αλεξάνδρου Α., εκδ. Γκοβόστης, σελ.28-29

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Ηλέκτρα Λαζάρ: Δύο ποίηματα




ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΟΥΛΙΑ.  ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΒΡΕΙΣ ΣΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ



Καληνύχτα 

Δεν θα μου ανοίξει κανείς 

Ευχαριστώ   Θα το θυμάμαι αυτό 

Σ’ ευχαριστώ



Κι είναι ακόμη τέλη του μηνός. 


Κι αν απέμεινε  έστω και μια μέρα   σκάβοντας 

και διβολίζοντας 

θα μείνει και το χορτάρι σκαληνό   κι εγώ πίσω 

πιο πίσω κι από το πράσινό του 


Κάτι το βέβηλο έχει το συνεχές ξεκλείδωμα 

Σαν να χορεύω πάνω σε τάφο παραλληλόγραμμο  



Τίποτα δεν έχω πει 

Κατά κει που είναι ευθεία η γραμμή   που γίνεται χωράφι συνοικία  

Ένας τεράστιος λαιμός 

Ένα διαλυμένο χερουβείμ   Της τελευταίας μου λέξης 


Δεν είπα    Δεν ήταν   Δεν βγαίνω 


Πάνε όλα κατά διαόλου στο χωράφι μου 

Ο χρόνος λείπει κι ένα κιλό λείπει από το πλευρό του σταυρού 

Σ’ έναν τόπο άκληρο κλειστό

να τρομάζει να μαρμαίρει 

όλους αυτούς που ρωτάνε τι τους χρειάζομαι τόσους σταυρούς 

και μου ματιάζουν το σταυρωμένο σώμα 


Δεν της ήταν   Δεν ξανάπα   Δεν θα βγούμε


Κι είναι ακόμη αμίλητο 

Κι είναι ακόμη πίσω από το σβέρκο μου το φτυάρι 

πιο πίσω κι από το trahō μου mortale. 



~ * ~



ΌΤΑΝ ΕΞΑΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΡΓΑ ΚΑΙ ΑΡΓΑ ΣΟΥ ΣΠΑΝΕ 



-Καλό ταξίδι φίλε μου… Κοιμηθείτε αμέσως 

γιατί θα σας δώσω μια ολόκληρη χούφτα χάπια!

Το πλοίο των τρελών, K. A. Porter



Πες πως η πόλη έχει τριγμούς 

Από τη μία στην άκρη πόλη 

Κι από τη μία στην άκρη πόλη 

Πολλοί είναι καρφιά που εξέχουνε   κιόλας στον έτοιμο αέρα 

Κι από τους πολλούς εκείνα τα δυο  - τα δυο μικρά 

τα δίδυμα της Τρέλας   τα στραβοκουμπωμένα  κάλυκες  

κανένας τους ποτέ κανένα τους δεν πλησιάζει 

Το δίδυμο το αρσενικό  μαύρο σαν σάπιο δόντι 

Να σου χαμογελά σκαρφαλωμένο στο ψυχασθενείο  

Και η άλλη  σαν το συγχωρώ   χαμόγελο ξελιγωμένο  

κι όλο λαδώνει τους τροχούς της παραπληγίας 

Έχουν και τα δυο ονόματα χριστιανικά 

αμέτρητα θα ‘ναι περιστέρια       δεμένα με πελώριο φτέρωμα 

Πες πως τα αφήνεις ελεύθερα 

Πουλιά τρελά πουλιά  θα 

σωριαστούν αλλήθωρα μπροστά στην αραβίδα 

Πες πως είμαστε εμείς  κι άμα το σπρώξιμο δεν οργώνει

Κι άμα το πέταγμα ταπίστομα  

Να πούμε φτάνει αυτό προς το παρόν από τα κάγκελα να κρεμαστούμε




Πρώτη Δημοσίεση: Περιοδικό Θράκα





Τρίτη 22 Μαρτίου 2022

Στέφαν Τσβάιχ: Νίτσε [απόσπασμα]


 


Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ 


Κάθε μεγάλος σπρώχνεται, πιέζεται,

μαρτυράει ίσαμε που διπλώνεται 

μέσα στη μοναξιά του. 



«Ω μοναξιά, μοναξιά, πατρίδα μου». Τέτοιο είναι το μελαγχολικό τραγούδι που βγαίνει απ’ τον παγερό κόσμο της σιωπής. Ο Ζαρατούστρας συνθέτει το εσπερινό του άσμα, το τραγούδι που προηγείται απ’ την τελευταία νύχτα, το τραγούδι της αιώνιας επιστροφής. Μήπως η μοναξιά δεν ήταν παντοτινά το μοναδικό ενδιαίτημα του ταξιδιώτη, η παγωμένη του εστία κ’ η πέτρινη στέγη του; Βρέθηκε σ’ άπειρες πολιτείες, ταξίδεψε πνευματικά απειράριθμες φορές, συχνά δοκίμασε να της ξεφύγει, πηγαίνοντας σε μιαν άλη χώρα, ακατάπαυστα όμως ξαναγυρίζει σ’ αυτήν πληγωμένος, εξαντλημένος, γελασμένος στις ελπίδες του, στην «πατρίδα του τη μοναξιά».

Και καθώς πάντα αυτή ταξίδευε μαζί του, με τον άνθρωπο των μεταμορφώσεων, μεταμορφώθηκε κ’ η ίδια, κι όταν αυτός τη βλέπει στο πρόσωπο, μένει τρομαγμένος. Γιατί του έμοιασε τόσο στο διάστημα αυτό της πολύχρονης συντροφιάς τους. Έγινε σκληρότερη, πιο άσπλαχνη και πιο βίαιη, ακριβώς όπως κι αυτός· έμαθε να τυραννάει και να μεγαλώνει μέσα στον κίνδυνο. Κι αν την ονομάζει ακόμα τρυφερά παλιά του, αγαπημένη και γνώριμή του μοναξιά, είναι καιρός τώρα πια που τ’ όνομα αυτό δεν της ταιριάζει: έγινε πλέρια απομόνωση, ύστατη κ’ υπέρτατη μοναξιά· κι αυτό δε σημαίνει πια να ‘σαι μονάχος, σημαίνει να ‘σαι ο λ ό τ ε λ α   ε γ κ α τα λ ε ι μ έ ν ο ς*. Γύρω απ’ τον Νίτσε της τελευταίας εποχής δημιουργείται ένα τρομερό κενό, μια τρομαχτική σιωπή: κανένας ερημίτης, κανένας αναχωρητής, κανένας στυλίτης δεν εγκαταλείφθηκε έτσι. Γιατί όλοι αυτοί οι φανατικοί με την πίστη τους, έχουν ακόμα το Θεό τους, που η σκιά του ενοικεί στην καλύβα τους ή πέφτει απ’ το ύψος του στύλου τους. Αλ’ αυτός, ο «φονιάς του Θεού» δεν έχει πια κοντά του ούτε Θεό, ούτε άνθρωπο· όσο πλησιάζει το Εγώ του, τόσο ξεμακραίνει απ’ τον κόσμο· όσο το ταξίδι του παρατείνεται, τόσο «η έρημος πλαταίνει γύρω του». Συνήθως τα βιβλία της μοναξιάς βλέπουμε πόσο αργά και σιωπηλά μεγαλώνουν τη μαγνητική δύναμη που εξασκούν πάνω στους ανθρώπους με μια σκοτεινή δύναμη τραβούν διαρκών και περισσότερους στην τροχιά της αθέατης ακόμα παρουσίας τους· το έργο όμως του Νίτσε ασκεί απωθητική ενέργεια, απομακρύνει απ’ αυτόν ολοένα και περισσότερο όλους τους φίλους του και τον απομονώνει όλο και βιαιότερα απ’ το παρόν. Κάθε καινούργιο βιβλίο του τού στοιχίζει κ’ έναν φίλο, κάθε έργο κ’ ένα δεσμό. Σιγά – σιγά, και το έσχατο κι αδύναμο μόριο ενδιαφέροντος που αποδινότανε στις πράξεις του παγώνει. Στην αρχή έχασε τους φιλόλογους, ύστερα τον Βάγκνερ με τον πνευματικό του κύκλο και τέλος τους συντρόφους της νιότης. Δε βρίσκει πια ούτε εκδότη στη Γερμανία· η παραγωγή είκοσι χρόνων, σωριασμένη ανάκατα σ’ ένα υπόγειο, ζυγίζει εξήντα τέσσερις στατήρες· υποχρεώνεται να καταφύγει στα λεφτά του, αυτά που τόσο δύσκολα οικονόμησε, ή εκείνα που του δώσανε, για να συνεχίσει την έκδοση των βιβλίων του. κι όμως, όχι μονάχα δεν τ’ αγοράζει κανένας, μα κι όταν ακόμα ο Νίτσε τα χαρίζει, δεν τα διαβάζουν. Απ’ το τέταρτο μέρος του Ζαρατούστρα, που τυπώθηκε με δικά του έξοδα, βγάζει μονάχα σαράντα αντίτυπα, κι ανάμεσα στα εβδομήντα εκατομμύρια των κατοίκων της Γερμανίας, μονάχα εφτά πρόσωπα βρίσκει για να τους το στείλει. Τόσο ο Νίτσε, στο απόγειο της δημιουργίας του, έγινε ξένος, απροσπέλαστα ξένος για την εποχή του! Κανένας δεν του δίνει ούτε ψίχουλο πίστης, δεν του εκφράζει την ελάχιστη ευχαριστία! Αντίθετα, για να μη χάσει και τον τελευταίο φίλου των νεανικών του χρόνων, τον Όβερμπεκ, ζητάει συγνώμη που γράφει βιβλία και παρακαλεί να του τα συγχωρήσει. «Παλιέ μου φίλε, (νιώθουμε τον αγωνιώδη του τόνο, βλέπουμε το συσπασμένο του πρόσωπο, τα τεντωμένα του χέρια, τη χειρονομία κάπου που τον έσπρωξαν και φοβάται ένα καινούργιο χτύπημα) διάβασέ το απ’ την αρχή ίσαμε το τέλος, μην κουραστείς και μην πλήξεις. Συγκέντρωσε όλη τη δύναμη της ευμένειάς σου για μένα. Αν το βιβλίο σου φανεί ανυπόφορο, μπορεί κάποιες λεπτομέρειες να σ’ αρέσουν». Έτσι στα 1887, το πιο μεγάλο πνεύμα του αιώνα παρουσιάζει στους συγχρόνους του τα μεγαλύτερα βιβλία της εποχής και δε βρίσκει τίποτα ηρωικότερο για να υμνήσει σε μια φιλία απ’ αυτό: τίποτα δεν μπόρεσε να την καταστρέψει, ακόμα ούτε κι ο Ζαρατούστρας! Τέτοια καταθλιπτική δοκιμασία κι αβάσταχτη θλίψη έγινε και για τους πιο δικούς του, η δημιουργική δραστηριότητα του Νίτσε! Τόσο απίστευτη έγινε η απόσταση ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα του και στην κατωτερότητα της εποχής του. Ο αέρας ολοένα κι αραιώνει γύρω του κ’ η σιωπή και το κενό ολοένα και πυκνώνουν.

Η σιωπή αυτή μεταμορφώνει την κόλαση, την τελευταία, την έσχατη μοναξιά του Νίτσε: συντρίβει το μυαλό του πάνω στον μεταλλικό της τοίχο. «Ύστερα από μιαν επίκληση σαν του Ζαρατούστρα μου, που βγήκε απ’ τα βάθη της ψυχής μου, να μην ακούσω ούτε μια λέξη γι’ απάντηση, τίποτα, τίποτα, μονάχα αποκλειστικά τη βουβή μοναξιά, που τώρα είναι χίλιες φορές πιο θλιβερή· να κάτι που ξεπερνάει όλα τα μαρτύρια και που μπορεί να καταστρέψει και τον δυνατότερο άνθρωπο», αναστενάζει και προσθέτει αμέσως: «Και δεν είμαι ο δυνατότερος. Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι θανάσιμα πληγωμένος». Κι όμως δε γυρεύει χειροκροτήματα, επιδοκιμασίες, δόξα· αντίθετα, τίποτα δεν θα ‘ταν πιο ευχάριστο στην πολεμόχαρη φύση του, απ’ την οργή, την αγανάχτηση, την περιφρόνηση, ακόμα και το σαρκασμό («όταν βρίσκεται κανείς σε μια κατάσταση τεταμένη σαν τόξο έτοιμο να σπάσει, κάθε παράφορο αίσθημα είναι ευεργετικό, αρκεί να ‘ναι βίαιο»)· ποθούσε μιαν οποιαδήποτε απάντηση, καυτερή ή ψυχρή, ακόμα και χλιαρή, κάτι, αδιάφορο τι, που θα ‘ταν απόδειξη της ύπαρξής του, της πνευματικής του ζωής. Αλά κι αυτοί οι φίλοι του ακόμα αφήνουν κατά μέρος, τρομαγμένοι, κάθε απάντηση που προσδοκάει και στα γράμματά τους αποφεύγουν να φανερώσουν τη γνώμη τους, σαν κάτι το θλιβερό. Κι αυτή είναι η πληγή που ολοένα τον κατατρώει, που προσβάλει την περηφάνιά του, που ερεθίζει τη φιλαυτία του και κατακαίει την ψυχή του, «η πληγή τού να μην έχει καμιάν απάντηση». Μονάχα αυτή φαρμάκωσε τη μοναξιά του κ’ έσπειρε μέσα της τον πυρετό.

Και να, ο πυρετός που τόσον καιρό δούλευε υπόκωφα, φανερώνεται πια. Εξετάζοντας από κοντά τα γραφτά και τις επιστολές των τελευταίων χρόνων του Νίτσε, μαντεύουμε τους δυνατούς παλμούς του αίματός του, σάμπως να προέρχονται από φοβερή εσωτερική πίεση σε αραιά ατμόσφαιρα:  η καρδιά των αλπινιστών και των αεροπόρων έχει αισθανθεί αυτά τα σφοδρά σφυροκοπήματα, που προέρχονται απ’ τα σκληρά, δοκιμασμένα πνευμόνια τους. Οι τελευταίες επιστολές του Κλάιστ προδίνουν αυτήν την ένταση κι αυτούς τους τραχείς παλμούς, αυτούς τους επικίνδυνους κλονισμούς και τους βόμβους μιας μηχανής έτοιμης να σπάσει. Ένας παροξυσμός νευρικής ανησυχίας παρουσιάζεται στην ήρεμη και γαλήνια στάση του Νίτσε: «Η απέραντη σιωπή μού εξαγρίωσε την περηφάνια». Θέλει, απαιτεί τώρα οπωσδήποτε μιαν απάντηση. Εκνευρίζει με γράμματα και με μηνύματα τον τυπογράφο, ζητώντας του να επιταχύνει όσο το δυνατό την εκτύπωση, σάμπως να ‘χε οποιαδήποτε σημασία κ’ η παραμικρή καθυστέρηση. Δεν περιμένει, σύμφωνα με το σχέδιό του να τελειώσει Η Θέληση της Δύναμης, το βασικό του έργο, αλλά του αποσπά ανυπόμονα, κομμάτια και τα εξακοντίζει σαν πυραύλους στην εποχή του. Ο «αλκυόνιος τόνος» χάθηκε· στα τελευταία του έργα συναντάμε κάτι που μοιάζει με υπόκωφους βόγγους συγκρατημένης οδύνης, κραυγές οργής απροσμέτρητα ειρωνικές, που τις ξεριζώνει απ’ την ύπαρξή του το μαστίγιο της αδημονίας, κάτι σαν μουγκρητά μαντρόσκυλου μ’ αφρισμένο στόμα και δόντια που αστράφτουν.

Αυτός που ήταν αδιάφορος, αποφασίζει με την «εξαγριωμένη» περηφάνια να προκαλέσει την εποχή του, για να βρει κάποιαν αντίδραση και ν’ ακούσει τη ζωή του στο Ecce Homo, μ’ έναν κυνισμό που θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία. Ποτέ βιβλία δεν υπήρξαν καρπός παρόμοιου πόθου,  τέτοιας νοσηρής δίψας, τέτοιας πυρετικής αναμονής γι’ απάντηση, όπως οι τελευταίοι μνημειώδεις λίβελοι του Νίτσε: όπως ο Ξέρξης διέταξε να μαστιγώσουν την αναίσθητη κι ανυπόταχτη θάλασσα, θέλει κι αυτός, με μια τόσο τρελή αλαζονεία, με το κνούτο των βιβλίων του, να προκαλέσει τη ζοφερή αδιαφορία που τον κυκλώνει. Έχει αυτή την καταθλιπτική επιθυμία γι’ απάντηση, μια δαιμονιακή ανησυχία, έναν τρομερό φόβο πως δεν θα ζήσει αρκετά για να δει την επιτυχία. Και καταλαβαίνει κανείς πως ύστερα από κάθε μαστίγωμα που καταφέρνει σταματάει ένα λεπτό και σκύβει, αλλόφρενος, με πνιγερή αγωνία, για ν’ ακούσει τις κραυγές των θυμάτων του. Μα αλίμονο, τίποτα δεν κουνιέται. Καμιά απάντηση δεν ανεβαίνει σ’ αυτή τη «ζαφειρένια» μοναξιά. Η σιωπή, σαν σιδερένιος χαλκάς, σφίγγει το λαιμό του, κι ούτε η κραυγή του Νίτσε, η φοβερότερη που γνώρισε η ανθρωπότητα, δεν θα μπορέσει να την συντρίψει. Το νιώθει καλά, κανένας θεός δεν θα τον λυτρώσει απ’ αυτή την ειρκτή της υπέρτατης μοναξιάς.

Να που, στις τελευταίες του ώρες, μια οργή Αποκάλυψης κυριεύει τ’ αποκαμωμένο πνεύμα του. Όπως ο τυφλωμένος Πολύφημος, ρίχνει ολόγυρά του, ουρλιάζοντας, βράχους, χωρίς να βλέπει αν πετυχαίνουν το σκοπό τους, κι όπως κανείς δεν παραστέκει δίπλα του για να τον νιώσει για να τον συμπονέσει, πιάνεται ο ίδιος απ’ την τρεμάμενη καρδιά του. Σκότωσε όλους τους θεούς, κι έτσι θεοποιείται ο ίδιος· «μήπως δεν πρέπει να γίνουμε οι ίδιοι θεοί, για να φαινόμαστε άξιοι παρόμοιων πράξεων;» Γκρέμισε όλους τους βωμούς· γι’ αυτό χτίζει το δικό του βωμό: το Ecce Homo, για να αυτοδοξάζεται και να αυτογιορτάζεται, αφού κανείς δεν τον δοξάζει. Σωριάζει απανωτά τους πιο κολοσσιαίους ογκόλιθους της γλώσσας, κι ακούμε γδούπους σφυριού, όπως ποτέ δεν αντήχησαν στον αιώνα· ψέλνει μ’ ενθουσιασμό το πένθιμο άσμα του της παραφοράς και της έξαρσης, τον Παιάνα των πράξεων και των νικών του. Στην αρχή μοιάζει με λυκόφως ανακατεμένο με μια τρομερή βουή, όπως όταν πλησιάζει η καταιγίδα· ύστερα τον ακούμε να τραντάζεται από ‘να βίαια κακεντρεχές, τρελό γέλιο, από μια χαρά ενός Desperado, που μας συντρίβει την ψυχή: είναι το τραγούδι του Ecce Homo. Μα το τραγούδι αυτό γίνεται ολοένα και πιο σπασμωδικό, τα γέλια αντηχούν όλο και πιο διαπεραστικά ανάμεσα στους σιωπηλούς παγετώνες και, σαν έξω απ’ τον εαυτό του, ο τραγουδιστής υψώνει τα χέρια, ενώ το πόδι σκιρτάει διθυραμβικά· ύστερα, ξαφνικά, αρχίζει ο χορός, αυτός ο χορός πάνω απ’ την άβυσσο – την άβυσσο της ίδιας του της εκμηδένισης.  



Τσβάιχ, Σ., 1990. Φρειδερίκος Νίτσε, μτφ Π.Ι. Σπηλιωτόπουλος, εκδ. Γκοβόστη, σελ.63-67


*Η υπογράμμιση δικιά μου

(**Η ορθογραφία είναι αλλαγμένη και σύμφωνα με τους σημερινούς κανόνες)





Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ 16-20 Μαρτίου 2022 [Θέατρο Εμπρός]



 


«Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ / Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ»


Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ- Θα υπάρχει κουτί οικονομικής συνεισφοράς- Τα έσοδα θα διατεθούν για την ενίσχυση αντιρατσιστικών κινηματικών δομών.



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ 16/3/22


18:30-19:00 «ΑΝΤΙ-ΚΕΙΜΕΝΑ» 2 solo performances -Συντονισμός – Επιμέλεια Σοφία Σταυρακάκη


Performance: «24 hours» – Άννα Ανδρεάδου


Performance: «No Gods No Masters» – Αιμιλιανή Αβραάμ


19:30-20:00 Spoken Word Live: «Το Πλέγμα» -Γιάννης Ραουζαίος


20:00-22:00 Θέατρο: «Άρης» της Σοφίας Αδαμίδου σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη. Στον ρόλο του Άρη Βελουχιώτη, ο Τάσος Σωτηράκης.


ΜΟΥΣΙΚΗ


22:30 Live Μανος Πυροβολάκης


24:00 Κρητικό γλέντι: Νίκος και Γιώργος Στρατάκης




ΠΕΜΠΤΗ 17/3/22


17:30-20:00 «ΟΙ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ»: Ένα διήμερο με ομιλίες και ανοιχτές συζητήσεις, μια σύνθεση σε μια σειρά θεματικών με σκοπό το άνοιγμα ενός ευρύτερου κοινωνικού διαλόγου πάνω στον συστημικό και διάχυτο κοινωνικό φασισμό, τον ολοκληρωτισμό της εξουσίας και τον έλεγχο, το ρατσιστικό και πατριαρχικό μίσος, τις διακρίσεις και τις ανισότητες, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, τον μισαναπηρισμό και την απάθεια.


ΟΜΙΛΙΕΣ


«Ρατσισμός και αστυνομική βία» – Θανάσης Καμπαγιάννης, Οικογένεια Νίκου Σαμπάνη.


«Γυναικοκτονία – Θηλυκοκτονία στην (ύστερη) νεωτερικότητα» – Δήμητρα Τζανάκη, Ιστορικός – πολιτική επιστημόνισσα. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ)


«Αυταρχικός Νεοφιλελευθερισμός και Πανδημία: Επιπτώσεις στο Κοινωνικό Κράτος και τους Αδύναμους»-Νίκος Κουραχάνης, Επίκουρος Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο


«Ο φασισμός τότε και τώρα: Πόλεμος – Πανδημία – Επιτήρηση – Έλεγχος: Ένας πολιτισμός στη δίνη των αντιφάσεων και της κατάρρευσης των σημασιών του»- Γιάννης Ραουζαίος, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας


«Οι όψεις του μισαναπηρισμού σε εποχές χαμηλής ορατότητας» – Αντώνης Ρέλλας, Σκηνοθέτης – Ανάπηρος Ακτιβιστής, ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΟΧΗ: Κίνηση Χειραφέτησης Αναπήρων


20:00-21:00 Θέατρο: «Αυτό που εγώ ονομάζω Λήθη» – Λωράν Μωβινιέ – Σκηνοθεσία: Γεωργία Μούργελα, Νίκη Παπαγεωργίου, Δήμητρα Σκλάβου


21:00-21:15 Spoken Word: «Εισπνέοντας γκάζι ανεβαίνουμε τις σκάλες της γης» – Γιάννης Μπαζός


21:00-22:00 Θέατρο: «Η εκπαίδευση εις τα του οίκου δια νεαράς κορασίδας» – Ομάδα 4FRONTAL – Σκηνοθεσία : Χάρης Κρεμμύδας, Θανάσης Ζερίτης


ΜΟΥΣΙΚΗ 22:30


Παραδοσιακό Γλέντι – με την υποστήριξη των μαθημάτων παραδοσιακών χορών του Εμπρός



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18/3/22


18:00-20:00 «ΟΙ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ»


ΟΜΙΛΙΕΣ


«Ο ακροδεξιός λόγος σήμερα» – Γιώργος Σουβλής, μεταδιδακτορικός ερευνητής Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Διδάσκων στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Νατάσα Μπραέσα, νοικοκυρά, απόφοιτη ΚΑ Παντείου, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια ΠΤΔΕ, ΕΚΠΑ.


«Queer τέχνη και ασφαλείς χώροι» – Χριστίνα Βούλγαρη, Stand up comedian

Μια συζήτηση για το τι σημαίνει queer τέχνη και την σημασία των ασφαλών χώρων στο θέατρο και γενικά στις παραστατικές τέχνες


«Εγώ είμαι η Μονίκ» – Μονίκ Καλογείτονα, μέλος του Σωματείου υποστήριξης διεμφυλικών, πλοίαρχος εμπορικού Ναυτικού κ ποιήτρια. Η Ερασμια Μάνου θα τραγουδήσει τον Γαλήνιο Χορό κ θα απαγγείλει ποιήματα της Monique Καλογειτονα.


«Ομοφοβία, ρητορική μίσους, κακοποιητικός λόγος στη δημόσια σφαίρα» – Δήμητρα Κυρίλλου, ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβίστρια


«Η σύγχρονη προσφυγική «κρίση ως ευρωκεντρική, ρατσιστική κατασκευή» – Γιώργος Τσιμουρής, Κοινωνικός Ανθρωπολόγος


«Γιατί να θέλω να είμαι κάποιος άλλος» – Γιώργος Τσιάκαλος, Ομότιμος Καθηγητής Παιδαγωγικής ΑΠΘ


20:00- 21:30 Θέατρο: «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» – Ντάριο Φο-Φράνκα Ράμε- Σκηνοθεσία – Απόδοση – Διασκευή: Εμμανουήλ Γ. Μαύρος & Θεατρική Ομάδα ΜΗΔΕΙΑ


22:00 Spoken Word Live: «Τραγούδια της Γκιλοτίνας» – Τάσος Σαγρής+Whodoes


22.30 Spoken Word Live: «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς» – ΣίσσυΔουτσίου+ Rolvd (Russia)


ΜΟΥΣΙΚΗ / ΣΥΝΑΥΛΙΑ / PARTY


23:00 HIP HOP UNITY:

Yinka / Twinsanity / Fer De Lance / Ζωγράφος / Jeffrey Diop – This Guy Miami and BabouJy (Senegal) / Παράξενος / Omega Ape / Σεμέλη / Τζούλιο&Flykid

+ drum ‘n bass late night zone:

Enemies of the State / Inigo (Spain) / Differ / War

– supported by: Κενό Δίκτυο



ΣΑΒΒΑΤΟ 19/3/22


11:00-14:00 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


11:00-11:30 «Ο μάγος Imad Betar από τη Συρία» θα κάνει ταχυδακτυλουργικά και μαγικά κόλπα για όλες και όλους στη σκηνή του θεάτρου Εμπρός.


12:00 «Ο Μορμόλης» Θεατρική παράσταση για ανθρώπους από 5 ετών – Ομάδα “Συντεχνία του Γέλιου” – Σκηνοθεσία: Βασίλης Κουκαλάνι- Γιώργος Παλούμπης


14:00 Προσυγκέντρωση στο Εμπρός για την Πορεία ενάντια στον Φασισμό και τον Ρατσισμό – μας συνοδεύουν η ομάδα κρουστών Quilombo, μαθητές της κατεύθυνσης θεάτρου του Καλλιτεχνικού Σχολείου Αθηνών και άλλα συνοδευτικά δρώμενα.


17:30-19:00 Δράσεις για παιδιά και εκπαιδευτικούς με την ομάδα «Σκασιαρχείο».


Α) Δράσεις της ομάδας της Κοινωνικής Παιδαγωγικής του Σκασιαρχειου από την πανδημία ως σήμερα.

Β) Αντιφασιστική μαθητική ματιά: προβολές μαθητικών ταινιών – συζήτηση με τα παιδιά.

Γ) Θ.Τ.Κ. OPREDU, Η θεατρική ομάδα καταπιεσμένων εκπαιδευτικών συστήνεται μέσα από ένα 5λεπτο φιλμάκι.


19:00-20:00 Θέατρο: «FOOTBALL / I consider it a challenge before the whole human race» Βασισμένο στο Football: Το παιχνίδι της ανθρωπότητας τουΘανάσηΤριαρίδη. Σκηνοθεσία: Όλια Πανίδου


20:00-20:30 Spoken Word: «Εαυτές» – Penthesilia, ΙωάνναΛιούτσια, ΜπρικέναΓκίστο.


21:00 Θέατρο: «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους» – Σκηνοθεσία: Δανάη Λιοδάκη

Ερμηνεία: Γεράσιμος Γεννατάς


ΜΟΥΣΙΚΗ / ΣΥΝΑΥΛΙΑ

22:00

Frank Panx – ηχοθέαμα “La Vita e Bella”

George Gaudy / Radio Sol / Cosmic Shadows / DuryDava



ΚΥΡΙΑΚΗ 20/3/22


11:00-14:00 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


11:00 «Free Bubbling Zone» -La Petite Marguerite


11:30 Αφήγηση παραμυθιών

«H αληθινή ιστορία του Εμμανουελ Οφοσου Γιεμποα» – Στέβη Φόρτωμα / Μουσικός επί σκηνής: Απόστολος Καλτσας


12:00 Θεατρική παράσταση για παιδιά: «Το Φανταστικό Χωριό» του Σπύρου Γραμμένου, Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου


14:00-16:30 Ανοιχτή συζήτηση / συνέλευση καλλιτεχνών «Πανδημία και Πολιτισμός»

Εισαγωγικές ομιλίες: Βασίλης Κουκαλάνι, Κατερίνα Φώτη, Χάρης Τζωρτζάκης


16:30-17:00 Θέατρο: «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας – Τα τραγούδια της παράστασης: Πάνος Βλάχος και θίασος


17:00 Το Καλλιτεχνικό Σχολείο Αθηνών θα παρουσιάσει ένα σύντομο δρώμενο ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης


17:30 Stand up comedy: «Δεν είμαστε αυτό που θες» – Αλέξανδρος Τιτκώβ / Χριστίνα Βούλγαρη / Σταμάτης Αθανασάκης / Δημήτρης Ιατρόπουλος / Μελίνα Κόλλια / ΝτενίζΟυρέμ / Billy G


18:30-19:00 Πολυφωνικό σύνολο «Χαονία»


19:00-19:30 Θέατρο: «Μη κανονικοί» του Μισέλ Φουκώ»- Ομάδα ΑΚΡΩΝ

Επιμέλεια: Ηρακλής Λογοθέτης, Αλέξης Μαρτζούκος, Τάκης Κτενάς.


19:30-20:00 Yeelen – Dance & Music from West Africa in Athens

Yeelen στη γλώσσα Μπαμπάρα σημαίνει φως. Είναι μια ομάδα που δημιουργήθηκε το 2018 με σκοπό τη διάδοση της κουλτούρας της Δυτικής Αφρικής (Μάλι, Γουινέα, Μπουρκινα Φάσο, Σενεγάλη) μέσα από τη μουσική και τον χορό.


20:00-21:00 Χοροθέατρο: «Ένταξη ή Διάκριση – Ορατοί και αόρατοι φράχτες»-DagipoliDance Co – Σύλληψη: Γιώργος Χρηστάκης, Αντώνης Ρέλλας / Χορογραφία: Γιώργος Χρηστάκης


22.00 ΜΟΥΣΙΚΗ


Live:

Los Tre / The Sexy Christians

+ PARTY ολοκλήρωσης του φεστιβαλ με την ραδιοφωνική παραγωγό Θέκλα Τσελέπη



Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

Ted Hughes: Ο Σκίουρος [Sylvia Plath 11 Φεβρουαρίου 1963]

 


H Sylvia Plath με τον Nicholas και την Frieda 




Ένα κυματιστό, πηδηχτό, ξύλινο ξωτικό, ο σκίουρος εμφανίστηκε

μέσα απ’ τα κωνοφόρα δέντρα του Κέιπ Κοντ, πάνω απ’ τις ρίζες,

ο πρώτος ανιχνευτής στο άγριο παιχνίδι αυτής της ηπείρου,

μικροσκοπικός αυτόχθονας Αμερικανός. Κινούμενος

με ηλεκτρικά πόδια ακριβείας

μέσω της διάταξης των κυκλωμάτων του. Αυτός ήταν ο πρώτος

                                                                                   πραγματικός ιθαγενής –

αφουγκραζόταν ακίνητος μπροστά στο φλας,

το παρατηρούσε ακίνητος. Μ’ έβλεπε

να κάθομαι και να διαβάζω ένα βιβλίο – κι εγώ ένας παράξενος

                                                                                                αιχμάλωτος,

να χάνω τα πολύτιμα χρόνια μου, με χαμηλωμένα μάτια,

πέρα δώθε, πέρα δώθε,

πάνω στη σελίδα μου. Μου ‘γνεψε με την ουρά του –

μ’ αφύπνισε, επιτακτικά, σ’ αυτήν τη φιλία

που θα μοιραζόταν μαζί μου

για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα.

                                                                                Τα μάτια του

μαύρα σαν το μελάνι, πεταχτά, χαρούμενα,

μ’ έκλειναν σ’ ένα νέο όραμα, με ξύπνησαν,

και τ’ αναγνώρισα.

                                                                Παρέμενες

ξένη για μένα, σαν ένα μοντέλο στη βιτρίνα,

αμερικανικό, περιοδεύον υπερπροϊόν αεροδρομίου,

μέσα απ’ τις ιδιαίτερες στιγμές μας όλες αυτές τις εβδομάδες

                                                                                                ως εκείνη τη στιγμή,

που αστραπιαία, ανταποκρίθηκες στο κάτι μου,

μιμήθηκες την γκριμάτσα του σκίουρου. Σκέφτηκα

πως ένα οκτάχρονο παιδί έγινε ξαφνικά σκίουρος.

Σουφρωμένο στόμα, φουσκωμένα μάγουλα. Και ξαφνικά,

μέσα σε μια στιγμή – καθώς γελούσα

κράτησα την εικόνα σου ισοβίως

και φώναξα: «Αυτός είναι ο πρώτος πραγματικός μου σκίουρος!»

Ένα φάντασμα θολό, ένα πνεύμα του δάσους, μ’ όρκισε

να φροντίσω τ’ ορφανό του.



Χιουζ, Τ., 2004. Γράμματα Γενεθλίων, μτφ Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μελάνι