Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Σ. Πλαθ - Γράμμα το Νοέμβριο


Αγάπη μου, ο κόσμος
ξαφνικά αλλάζει, αλλάζει χρώμα. Το φως του δρόμου
ξεχύνεται σκίζοντας τους μακρόστενους
καρπούς του ψυχανθούς εννιά η ώρα το πρωί.
Είναι η Αρκτική.

Αυτός ο μικρός ο μαύρος
κύκλος, με την  καστανόξανθη μεταξένια χλόη του – μαλλιά
      μωρού.
Υπάρχει στον αέρα ένα πράσινο,
απαλό, απολαυστικό.
που με θάλπει τρυφερά.

Είμαι ξαναμμένη και ζεστή.
Νομίζω πως είμαι τεράστια,
είμαι τόσο βλακωδώς ευτυχισμένη,
οι γαλότσες μου
πλατσουρίζουν  και πλατσουρίζουν βαθιά μέσα στο όμορφο κόκκινο.
[…………………………………………………..]

Ω αγάπη μου, ω άσπιλε.
Κανείς εκτός από μένα
δεν περπατά σε τούτο τον υγρότοπο μέχρι το κόκαλο βρεγμένος.
Τα αναντικατάστατα
χρυσαφιά ματώνουν και βαθαίνουν, τα στόματα των Θερμοπυ-
        λών.


(Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

Αλήθειες μέσα από το θέατρο (2)


1. Προτιμώ την ευτυχία που δε φέρνει φθόνο.

Αισχύλος, Αγαμέμνων

2. Κι επειδή δεν υπάρχει, για μένα, άνθρωπος πιο ηρωικός και που ν' αξίζει περισσότερο το σεβασμό μας από ένα πραγματικό χριστιανό, γι' αυτό δε βρίσκω και τίποτε πιο ξεδιάντροπο απ' αυτούς τους υποκριτές και τσαρλατάνους, τους θεοφοβούμενους της δεκάρας, που η ιερόσυλη μάσκα τους ξεγελά και κοροϊδεύει ξετσίπωτα κάθε ιερό και όσιο. Αυτούς που η συμφεροντολόγα ψυχή τους έκανε τη θρησκεία επάγγελμα και που κατορθώνουν να φέρουν πίστη και Θεό στα μέτρα του βίτσιου τους.

Μολιέρος, Ταρτούφος

3. Ναι, θα μας ξεχάσουν. Αυτό είναι το πεπρωμένο μας και δεν μπορεί ν' αλλάξει. Ό,τι θεωρούμε σοβαρό, αξιοσημείωτο και ουσιαστικό, θα' ρθει καιρός που θα ξεχαστεί ή θα μοιάζει εντελώς ασήμαντο. Και το ενδιαφέρον είναι πως δεν μπορούμε να ξέρουμε από τώρα τι θα θεωρείται στο μέλλον αξιόλογο και τι τιποτένιο και γελοίο. Μήπως δεν έβρισκαν στην αρχή περιττές και φαιδρές τις θεωρίες του Κοπέρνικου ή του Κολόμβου, τη στιγμή που έπαιρναν στα σοβαρά τα ανόητα γραφτά κάποιου τρελού; Και μπορεί να συμβεί η τωρινή μας ζωή, που τη βρίσκουμε υποφερτή, να φαίνεται στους ανθρώπους του μέλλοντος περίεργη, δυσάρεστη, ανόητη, όχι εντελώς ενάρετη, ίσως και αμαρτωλή.

Τσέχωφ, Οι τρεις αδελφές

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Λ. Αξελός - Τώρα ξέρω γιατί


Τώρα ξέρω γιατί οι δύτες
βουτάνε στα βαθιά.
Γιατί τσακίζουν τη μέση τους
κάνοντας επικίνδυνα μακροβούτια.
Δεν είναι οι θησαυροί 
που βρίσκονται ξεχασμένοι εκεί
δεν είναι οι αρχαίες ελληνικές τριήρεις 
με τις πολύτιμες υδρίες που τους περιμένουν. 
Αυτές οι ατέλειωτες απόπειρες 
να φτάσουν στον βυθό 
έχουν μόνο ένα σκοπό 
ν'αγγίξουν, έστω, λίγο από τη λάσπη
εκεί που τυφλά σέρνονται 
τα πιο τρελά όνειρά τους. 


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Αλήθειες μέσα από το θέατρο (1)

1. Γελάει με τραύματα όποιος δεν πληγώθηκε ποτέ.

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ρωμαίος και Ιουλιέτα

2.  Αφιερώστε της δυναστείας τη δύναμη
για των λαών την ευτυχία. Βάλτε στη θέση της
 και πάλι την αξιοπρέπεια του ανθρώπου τη χαμένη.
Να' ναι ο πολίτης πάλι ό,τι ήταν πρώτα:
Της βασιλείας σκοπός. Να χαίρεται ο ξωμάχος
το αλέτρι, κι ας χαρίζει την κορώνα στο Βασιλιά, που χωρικός δεν είναι.
Ας ονειρεύεται ο τεχνίτης στο εργαστήρι του να πλάσει κόσμους ομορφότερους.
Και μόνον όταν ξαναδοσμένος στον εαυτό του ο άνθρωπος γνωρίσει την αξία του κι ανθίσουνε της λευτεριάς τα θεία περήφανα χαρίσματα τότε, Μεγαλειότατε, όταν θα' χετε κάνει το κράτος σας το πιο ευτυχισμένο κράτος του κόσμου, τότε θα' ναι το καθήκον σας να κατακτήσετε τον κόσμο.

Φρειδερίκος Σίλλερ, Δον Κάρλος

3.  Κανένας δεν έχει  δικαίωμα να διώχνει την ειρήνη απ' του άλλου την ψυχή!

Ευγένιος Ο' Νηλ, Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο Γρ. Ξενόπουλος περιγράφει την παλιά Αθήνα (Χαυτεία)


Η οδός Πανεπιστημίου, η Αιόλου και η πλατεία Ομόνοιας, Χαυτεία, περί το 1928


«Δεν ζη κανείς εις τας Αθήνας αν δεν περνά μίαν τουλάχιστον ώραν την ημέραν εις τα Χαυτεία. Είναι πράγματι το κέντρον, η καρδιά των Αθηνών. Εις τ’αρχοντικά σπίτια υπάρχει πάντοτε, παρεκτός των μικρών, των ιδιαιτέρων, ένα μεγάλο σαλόνι, ευθύς μετά την είσοδον, όπου δέχονται αδιακρίτως όλον τον κόσμον. Το Σύνταγμα, τα Δαρδανέλλια, το Ζάππειον, είναι τα ιδιαίτερα σαλόνια των Αθηνών. Τα Χαυτεία είναι το κοινόν, το μεγάλο. Και όταν λέγωμεν Χαυτεία, δεν εννοούμεν πλέον το μικρό εκείνο τμήμα της οδού Πατησίων, το μεταξύ των οδών Σταδίου και Βερανζέρου. Τα σημερινά Χαυτεία, μεγαλωμένα σαν την Ελλάδα, περιλαμβάνουν και την αρχήν της οδού Πανεπιστημίου μέχρι των "Βουστασίων" και του Πανελληνίου και την αρχήν της οδού Σταδίου μέχρι του "Κέντρου" και την πλευράν ακόμη της πλατείας της Ομονοίας, επί της οποίας απλούται η "Ήβη". 

Η παρέα, η οποία εβαρύνθη να οργώνη το Σύνταγμα λέγει έξαφνα: "Ε δεν κατεβαίνουμε τώρα και στα Χαυτεία;". Και πηγαίνει κατ'ευθείαν ν'αράξη εις το "Πανελλήνιον". 

Το παλαιόν όνομα, το οποίον έμεινεν από το ξενοδοχείον ή το πεταλωτήριον -δεν ενθυμούμαι καλά, ο φίλος μου κ.Καμπούρογλου θα ενθυμήται καλλίτερα-, κάποιου Χαύτα, επεξετάθη και επεκτείνεται ολονέν εις όλην την περιοχήν. Και από πρωίας μέχρις βαθείας νυκτός, η περιοχή αυτή είναι πλημμυρισμένη από τον ποικιλότερον κόσμον, παρουσιάζουσα μεγαλητέραν ζωήν και κίνησιν από κάθε άλλο μέρος των Αθηνών.

Είναι η πολυκοσμία, η μεγάλη τύρβη, ο θόρυβος, η ζάλη και ο ίλιγγος της πρωτευούσης. Μόνον ο ευρισκόμενος εις τα Χαυτεία ειμπορεί να σχηματίση την ιδέαν ότι αι Αθήναι μας είναι πλέον μεγαλούπολις με μισό εκατομμύριο κατοίκων.

Προ πάντων τας ώρας του απογεύματος και του δειλινού, όταν ροδίζουν τα υψηλά πατήματα των γύρω μεγάρων, σχηματίζονται συμπαγείς και αδιαπέραστοι ανθρώπιναι μάζαι. Άλλοι κάθηνται ολόγυρα εις τα λαϊκά καφενεία, άλλοι στέκονται όρθιοι εις μίαν στάσιν που νομίζεις ότι δεν θα το κουνήσουν ποτέ από εκεί, άλλοι περιφέρονται με βηματάκια νωθρά και κουρασμένα. Έχει τον χαρακτήρα μάλλον αναπαύσεως η συγκέντρωσις εκείνη του δειλινού, η πολυάσχολος εν τούτοις και πολυφροντίς. 

Τα τραμ, τ'αμάξια, ταυτοκίνητα κυκλοφορούν με δυσκολία και μ'επιμόνους κωδωνισμούς ή ανυπόμονα σαλπίσματα δια μέσου των πυκνών εκείνων όγκων. Ο Χωρικός των Μεσογείων με την πουκαμίσαν του διαγκωνίζεται προς την κομψήν Ατθίδα, η οποία θα πάρη το τραμ δια ν’αναβή εις το Ντορέ∙ και ο Ανατολίτης με την ρεδιγκόταν του και το φέσι του, γειτονεύει προς τον κομψευόμενον Αιγύπτιον, ο οποίος κατοικεί εις τον "Ερμήν" κ'εστάθη εις την πλατείαν να δροσισθή με μίαν μπύραν. Ο αέρας λείπει, η ζέστη είναι πνιγηρά, μόνον εις την πολυκοσμίαν των χαμηλών Χαυτείων αισθάνεται κανείς το χαυνωτικόν καλοκαίρι των Αθηνών...»



(«Εφημερίς», Γρ.Ξενόπουλος, Ιούλιος 1913)




Γ. Μπλάνας - Παράφορο!



Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.

Δ. Παράφορο! (Δελφίνι, 1997)


Λέων Τολστόι - Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (Νουβέλες και διηγήματα)

Η νουβέλα αυτή βλέπει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας σε μια έκδοση των έργων του Τολστόι που κυκλοφόρησε στη Μόσχα το 1886.
Δεν είναι γνωστό πότε άρχισε να γράφεται, γίνεται ωστόσο αναφορά σε αυτήν, σε επιστολή της Σόνιας Τολστάγια στις 4 Δεκεμβρίου 1884.
Ο Τολστόι συνέχισε να δουλεύει το κείμενο ακόμα και στο στάδιο της διόρθωσης των τυπογραφικών δοκιμίων, το 1886. κάποια επεισόδια συντομεύτηκαν, αλλά η έκταση του αυξήθηκε σημαντικά. Κατά τη διόρθωση προστέθηκε και το δέκατο κεφάλαιο.
Σύμφωνα με μαρτυρίες των συγχρόνων του αλλά και του ίδιου του συγγραφέα, στη νουβέλα αυτή αντανακλάται η ιστορία της ζωής του Ιβάν Ιλίτς Μετσνικωφ, εισαγγελέα του περιφερειακού δικαστηρίουτης Τούλα, ο οποίος πέθανε στις 2 Ιουνίου 1881 μετά από βαριά ασθένεια. Ο Τολστόι, που γνώριζε προσωπικά τον Μετσνικωφ, τον εκτιμούσε βαθύτατα. Τις τελευταίες σκέψεις του προτού πεθάνει, τις συζητήσεις για τη ματαιότητα της ζωής του, σύμφωνα με τα λεγόμενα της χήρας του , τις μετέφερε στο συγγραφέα μία κοινή γνωστή τους, η Τ.Α Κουζμίνσκαγια.
Στο έργο του Μελέτες αισιοδοξίας, ο περίφημος Ρώσος επιστήμονας Ιλία Ιλίτς Μετσνικωφ γράφει: Ήμουν παρών κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του μεγαλύτερου αδερφού μου (λεγόταν Ιβάν Ιλίτς και ο θάνατος του αποτέλεσε την υπόθεση του περίγηφου διηγήματος του Τολστόι "ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς"). Ο σαρανταπεντάχρονος αδελφός μου, προαισθανόμενος ότι πλησίαζε το τέλος του εξαιτίας μιας μόλυνσης, διατηρούσε την πλήρη διαύγεια του σπουδαίου του πνεύματος. Όσο καθόμουν πλάι στο προσκέφαλο του, μου ανακοίνωσε τις σκέψεις του οι οποίες διακατέχονταν από ύψιστο θετικισμό. Η ιδέα του θανάτου για πολύ καιρό τον τρομοκρατούσε. "Καθώς όμως όλοι μας πρέπει να πεθάνουμε", κατέληξε, "συμβιβάστηκα, λέγοντας στον εαυτό μου ότι στην ουσία, μεταξύ του θανάτου στα σαράντα πέντε ή αργότερα, υπάρχει απλώς μια ποσοτική διαφορά".
Το κείμενο είναι ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την αστική κοινωνία των τελών του 19ου αιώνα, με το συμφέρον, την ματαιοδοξία, το κοινωνικό ψέμα, με το γάμο και τις συμβάσεις του επαγγελματικού και του οικογενειακού βίου. Οι δε σχέσεις του Ιβάν Ιλίτς με τη σύζυγό του, η υποκρισία και η αδιαφορία της τελευταίας, που τόσο ανάγλυφα περιγράφει ο συγγραφέας, προαναγγέλλουν το κατηγορητήριο της Σονάτας του Κρόιτσερ και αντανακλούν τη μνησικακία και τα παράπονα του Τολστόι για τη δική του γυναίκα. Τα μόνα πρόσωπα που δεν ψεύδονται μπροστά στο θάνατο είναι ο νεαρός γιος του ήρωα και ο καλοκάγαθος μουζίκος που τον φροντίζει, δυο πλάσματα απλά, που πονούν, δυο πλάσματα που με την ειλικρίνειά τους αμβλύνουν την αγωνία του αρρώστου. 
Ο θάνατος έρχεται και είναι το σοκ που ελευθερώνει τον Ιβαν Ιλίτς από μια ζωή σημαδεμένη από έναν χειρότερο θάνατο: το θάνατο της ψυχής. Το τέλος, οδυνηρό και αμείλικτο, βοηθά τον ήρωα να δει καθαρά την ύπαρξή του και το νόημα της ζωής. Ο τρόμος χάνεται και τον κυριεύει γαλήνη, χαρά. Η παραίτηση του δεν είναι αδυναμία, είναι φως, εξαγνισμός, αποκάλυψη.
Παρά την ένταση του και τον ενίοτε σκληρό ρεαλισμό του, το κείμενο δε βαραίνει τον αναγνώστη, αντιθέτως τον λυτρώνει. Σήμερα, 120 χρόνια μετά, ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς παραμένει η σημαντικότερη και πιο φημισμένη περιγραφή της επιθανάτιας αγωνίας στην παγκόσμια λογοτεχνία.

από εκδόσεις Ροές