Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικοί τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικοί τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα

 


Κι όσο συνέχιζαν να έρχονται οι νέοι κάτοικοι, γκρεμίζονταν στη γειτονιά τα παλιά όμορφα τρίπατα του μεσοπολέμου με τους λιτούς διάκοσμους και τις όμορφες αναλογίες στις όψεις και στη θέση τους ανεγείρονταν επταώροφες, απρόσωπες πολυκατοικίες με καταστήματα στο ισόγειο και ρετιρέ από τον τέταρτο και πάνω. Επιδημία. Η γειτονιά υψωνόταν προς τα πάνω. Φούσκωνε και μεταλλασσόταν. Στα χαμηλότερα τα σπίτια, τα ισόγεια, κρύφτηκε ο ήλιος. Ξαφνικά, οι μεγάλες, ψηλές ακακίες της Μιχαήλ Βόδα, που το καλοκαίρι σκίαζαν και δρόσιζαν τον δρόμο, σαν να κόντυναν. Παντού άκουγες μπετονιέρες, αναβατόρια, λαϊκά τραγούδια και βρισιές, σκεπάρνια να καρφώνουν, κρότον κτιστών. Οι δρόμοι γέμισαν στοίβες τούβλα, άμμο, καρούτες με ασβέστη, μαδέρια, σίδερα οικοδομής.

Ήταν αυτό που στο μυαλό πολλών λεγόταν ανάπτυξη. Τους φανταζόμουνα κουστουμαρισμένους, γραβατωμένους, όπως οι πολιτικοί που έβλεπα στα επίκαιρα του σινεμά πριν από το έργο ή όπως ο, με γουλί το κεφάλι κύριος, να θεμελιώνουν μ’ ένα μυστρί και να κόβουν μ’ ένα ψαλίδι την κορδέλα του μέλλοντος της χώρας μου. Να ανοίγουν σχέδια με γραμμές που απάνω τους έγραφαν με υπέροχα σταθερά τεχνικά γράμματα, κάτοψις β’ εσοχής, κοιτών, λουτρό, οφφίς, χολ, σαλοτραπεζαρία, κυρία όψις επί της οδού, όψις επί του ακαλύπτου χώρου…

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στη χώρα μου η ανάπτυξη ήταν πάντα συνυφασμένη με το πολύ, με την ποσότητα. Με το πόσους ορόφους χτίζεις, πόσα μέτρα καλύπτεις. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που νομοθέτησαν, σχεδίασαν τη γειτονιά μου και τη ζωή μου, ήταν πάντα τόσο βουλιμικοί, τόσο ακόρεστοι. Δεν σκέφτηκαν ποτέ τίποτα άλλο παρά μόνο την κονόμα. Υπουργοί, σύμβουλοι, μηχανικοί, εργολάβοι, οικοπεδούχοι, μια κοινωνία ολόκληρη συνωμοτούσε για να καταστρέψει τις δικές μου μνήμες…. Τις δικές μου μυρωδιές… Γκρέμιζε το όμορφο με μια μανία, που αναρωτιόσουνα γιατί τόσο μίσος βρε παιδιά για την γειτονιά μου; Τι σας έκανε; Ποια απωθημένα, ποια κόμπλεξ βγάζετε απάνω της; Δεν μπορεί να ήταν μόνο η κερδοσκοπία. Τέτοια μανία έκρυβε σαφώς κάτι υπαρξιακό, κάτι ιστορικό, κάτι βαθύτερο… Κι έχτιζε με την ίδια μανία το μέτριο, το εφιαλτικά λίγο. Το ότι κάποτε κατάλαβα, δεν σημαίνει τίποτα για την οικονομία της ιστορίας. Το κακό, που δεν ήταν στιγμιαίο (και που ακόμα συνεχίζεται), συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας και κανένας δεν είπε κουβέντα. Κι αν κάποιος είπε –γιατί κάποιοι είπανε-, ποτέ δεν ακούστηκε, πάντα ήταν ο γραφικός, ο «άσ’ τον μωρέ να λέει». Και εβασίλευσεν η αστική πολυκατοικία. Αυτό που οι απλοί άνθρωποι είπαμε κλουβί. Ένα κλουβί που μέσα του μπήκαμε με την θέλησή μας, ανυποψίαστοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε τα πόδια μας, κουτούλησαν στον απέναντι τοίχο, δε χωράγανε. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε ένα όνειρο, έκανε γκέλλα στο ντουβάρι και γύρισε πίσω εφιάλτης. Σ’ ένα ντουβάρι μονότουβλο εξάρι, επιχρισμένο τσιγαρόχαρτο, «ν’ ακούν οι άλλοι όταν έχεις οργασμό», έφτανε μια γροθιά για να το ρίξεις κάτω, αλλά τότε φάνταζε στέρεο σαν μπατικό, σαν κάτι σταθερό, ντούζικο να θεμελιώσεις για πάντα απάνω σου τη ζωή σου. Κι έτσι έγινε. Σαθρό θεμέλιο….



Κώστας Ποντικόπουλος, Τα μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα, β' έκδοση, εκδ. Εύμαρος, σελ. 58-61.

 

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Λογοτεχνικοί Τόποι (ν. 7)




Μυστράς

Σα μια αγιογραφία έλαμπε στο πρωινό φως, γεμάτη μαύρα κυπαρίσσια κι ηλιοψημένες εκκλησιές κι αόρατες γαλάζιες παρουσίες, ο Μυστράς. Μέσα από τα πλατάνια, τις μουριές και τις λυγαριές του Ευρώτα, τα μάτια στυλώνουνται απάνω του και δε θέλουν πια να φύγουν. Ο ιερός αυτός λόφος, όπου γεννήθηκε η Νέα Ελλάδα, έχει όλες τις φανερές και μυστικές γοητείες που μπορούν να μαυλίσουν την πιο δύσκολη κι ατίθαση ψυχή. Στις ρίζες του, φορτωμένα πράσινους ακόμα καρπούς, τα κλειστά περβόλια οι λεμονιές κι οι πορτοκαλιές και τα νερά που τρέχουν κακαρίζοντας. Παιδιά παίζουν, γυναίκες ανασέρνουν νερό, κοπέλες κάθουνται κάτω από τις καρπισμένες λεμονιές και κεντούν. Πιάστηκε πάλι η ζωή από το χώμα τούτο, έριξε ρίζες, μάχεται ν' ανεβεί, να σκαρφαλώσει πάλι όλο τον προγονικό λόφο. Είναι η πρώτη πράσινη ζώνη.
  Έπειτα αρχίζει ο ακονισμένος άδεντρος ανήφορος και διακλαδίζουνται τα στενά δρομάκια κι αρχίζουν τα ρημαγμένα φτωχικά χαμώγια του λαού. Χάσκουν οι πόρτες, έφυγαν οι στέγες, κυρίεψαν τους τοίχους τα γκρεμόχορτα. Και μοναχά όρθιες ακόμα, χαριτωμένες, όλο ευγένεια Βυζαντινές αρχοντοπούλες, στέκουνται σκόρπιες ανάμεσα στα χαλάσματα οι βυζαντινές εκκλησιές: η Περίβλεπτος, ο Ευαγγελισμός, η Μητρόπολη, οι Άγιοι Θεόδωροι, το Αφεντικό, η Παντάνασσα. Είναι η δεύτερη ζώνη. Κάπου κάπου, σ'ένα πρόχειρα στεγασμένο μεσαιωνικό σπιτάκι, ξεπροβαίνει μια γυναίκα χλομή, αναμαλλιάρα, σα φάντασμα. Ή μια γριούλα κάθεται σ' ένα παμπάλαιο κατώφλι και γνέθει. Ή ένα κοριτσάκι πετιέται με μεγάλα μάτια και τρέχει να σου δώσει ένα ματσάκι γαζίες.
  Και πιο αψηλά στο λόφο αρχίζει η αριστοκρατική πολιτεία, με το δεσποτικό παλάτι των Κατακουζηνών και Παλαιολόγων, με την Αγια-Σοφιά, την αρχοντοεκκλησιά, με τα πλούσια έρημα μέγαρα: μπαλκόνια πέτρινα, πύργοι, μεγάλες θολωτές αίθουσες, πολεμίστρες. Εδώ πια δε μένει κανένας ζωντανός. Μονάχα μερικές σαύρες στα κατώφλια λιάζουνται, πράσινες, χαριτωμένες, με μακριές ουρές, σαν αρχόντισσες...


Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-Μοριάς

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Λογοτεχνικοί Τόποι ν. 5


Γιάννενα

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλέπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα' ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα, 
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Και όσο πήγαινε η μέρα, 
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

                       Ν. Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο Γρ. Ξενόπουλος περιγράφει την παλιά Αθήνα (Χαυτεία)


Η οδός Πανεπιστημίου, η Αιόλου και η πλατεία Ομόνοιας, Χαυτεία, περί το 1928


«Δεν ζη κανείς εις τας Αθήνας αν δεν περνά μίαν τουλάχιστον ώραν την ημέραν εις τα Χαυτεία. Είναι πράγματι το κέντρον, η καρδιά των Αθηνών. Εις τ’αρχοντικά σπίτια υπάρχει πάντοτε, παρεκτός των μικρών, των ιδιαιτέρων, ένα μεγάλο σαλόνι, ευθύς μετά την είσοδον, όπου δέχονται αδιακρίτως όλον τον κόσμον. Το Σύνταγμα, τα Δαρδανέλλια, το Ζάππειον, είναι τα ιδιαίτερα σαλόνια των Αθηνών. Τα Χαυτεία είναι το κοινόν, το μεγάλο. Και όταν λέγωμεν Χαυτεία, δεν εννοούμεν πλέον το μικρό εκείνο τμήμα της οδού Πατησίων, το μεταξύ των οδών Σταδίου και Βερανζέρου. Τα σημερινά Χαυτεία, μεγαλωμένα σαν την Ελλάδα, περιλαμβάνουν και την αρχήν της οδού Πανεπιστημίου μέχρι των "Βουστασίων" και του Πανελληνίου και την αρχήν της οδού Σταδίου μέχρι του "Κέντρου" και την πλευράν ακόμη της πλατείας της Ομονοίας, επί της οποίας απλούται η "Ήβη". 

Η παρέα, η οποία εβαρύνθη να οργώνη το Σύνταγμα λέγει έξαφνα: "Ε δεν κατεβαίνουμε τώρα και στα Χαυτεία;". Και πηγαίνει κατ'ευθείαν ν'αράξη εις το "Πανελλήνιον". 

Το παλαιόν όνομα, το οποίον έμεινεν από το ξενοδοχείον ή το πεταλωτήριον -δεν ενθυμούμαι καλά, ο φίλος μου κ.Καμπούρογλου θα ενθυμήται καλλίτερα-, κάποιου Χαύτα, επεξετάθη και επεκτείνεται ολονέν εις όλην την περιοχήν. Και από πρωίας μέχρις βαθείας νυκτός, η περιοχή αυτή είναι πλημμυρισμένη από τον ποικιλότερον κόσμον, παρουσιάζουσα μεγαλητέραν ζωήν και κίνησιν από κάθε άλλο μέρος των Αθηνών.

Είναι η πολυκοσμία, η μεγάλη τύρβη, ο θόρυβος, η ζάλη και ο ίλιγγος της πρωτευούσης. Μόνον ο ευρισκόμενος εις τα Χαυτεία ειμπορεί να σχηματίση την ιδέαν ότι αι Αθήναι μας είναι πλέον μεγαλούπολις με μισό εκατομμύριο κατοίκων.

Προ πάντων τας ώρας του απογεύματος και του δειλινού, όταν ροδίζουν τα υψηλά πατήματα των γύρω μεγάρων, σχηματίζονται συμπαγείς και αδιαπέραστοι ανθρώπιναι μάζαι. Άλλοι κάθηνται ολόγυρα εις τα λαϊκά καφενεία, άλλοι στέκονται όρθιοι εις μίαν στάσιν που νομίζεις ότι δεν θα το κουνήσουν ποτέ από εκεί, άλλοι περιφέρονται με βηματάκια νωθρά και κουρασμένα. Έχει τον χαρακτήρα μάλλον αναπαύσεως η συγκέντρωσις εκείνη του δειλινού, η πολυάσχολος εν τούτοις και πολυφροντίς. 

Τα τραμ, τ'αμάξια, ταυτοκίνητα κυκλοφορούν με δυσκολία και μ'επιμόνους κωδωνισμούς ή ανυπόμονα σαλπίσματα δια μέσου των πυκνών εκείνων όγκων. Ο Χωρικός των Μεσογείων με την πουκαμίσαν του διαγκωνίζεται προς την κομψήν Ατθίδα, η οποία θα πάρη το τραμ δια ν’αναβή εις το Ντορέ∙ και ο Ανατολίτης με την ρεδιγκόταν του και το φέσι του, γειτονεύει προς τον κομψευόμενον Αιγύπτιον, ο οποίος κατοικεί εις τον "Ερμήν" κ'εστάθη εις την πλατείαν να δροσισθή με μίαν μπύραν. Ο αέρας λείπει, η ζέστη είναι πνιγηρά, μόνον εις την πολυκοσμίαν των χαμηλών Χαυτείων αισθάνεται κανείς το χαυνωτικόν καλοκαίρι των Αθηνών...»



(«Εφημερίς», Γρ.Ξενόπουλος, Ιούλιος 1913)




Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Λογοτεχνικοί Τόποι ν. 4


Λονδίνο


Όσο για το παλάτι του Μπάκιγχαμ (σαν γριά πριμαντόνα, λευκοφορεμένη μπροστά στο κοινό) αδιαφιλονίκητα  διατηρεί μια κάποια αξιοπρέπεια, σκεφτόταν ο Ρίτσαρντ, στο κάτω κάτω δεν έχουμε το δικαίωμα να περιφρονούμε που κάτι στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων, αντιπροσωπεύει (ένα μικρό πλήθος περίμενε μπρος στις πύλες  για να δει την έξοδο του βασιλιά) ένα σύμβολο, όσο βλακώδες κι αν είναι, ένα μωρό με ξύλινους κύβους θα το έφτιαχνε καλύτερα, σκέφτηκε, κοιτώντας συλλογισμένος το μνημείο της Βασίλισσας Βικτωρίας (που τη θυμόταν ακόμη, με ματογυάλια από ταρταρούγα, να περνάει οδηγώντας στο Κένσιγκτον) τη λευκή βάση, την πληθωρική μητρότητα που απέπνεε. [...] Αυτό είναι ευτυχία, είπε καθώς έστριβε στην Ντην Γιάρντ. Το Μπιγκ Μπεν ακούστηκε να σημαίνει, στην αρχή μια προειδοποίηση, μελωδική, έπειτα η ώρα, αμετάκλητη.  

Βιρτζίνια Γούλφ, Η κυρία Νταλογουέη

Νέα Υόρκη

Μετά απ' αυτό, αν η νύχτα ήταν γλυκιά, τριγύριζα στη λεωφόρο Μάντισον, περνούσα το παμπάλαιο ξενοδοχείο "Μάρει Χιλ" και έπειτα, διασχίζοντας την 33η Οδό, πήγαινα στο Σταθμό της Πενσυλβάνια. Άρχισα να συμπαθώ τη Νέα Υόρκη, αυτό το αγωνιώδες, περιπετειώδες συναίσθημα της νύκτας, και χαιρόμουν να βλέπω όλα αυτά τα πλήθη των αντρών και των γυναικών και των μηχανών! Μου άρεσε να περπατάω στην 5η Λεωφόρο και να ξεχωρίζω τις ρομαντικές γυναίκες από το πλήθος, και να φαντάζομαι ότι σε λίγα λεπτά  επρόκειτο να μπω στις ζωές τους και κανείς ποτέ δεν θα το μάθαινε, οπότε δεν θα μπορούσε να με κατακρίνει.

Φράνσις Σκοτ Φίτζεραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπι

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Λογοτεχνικοί Τόποι (no.3)


Κεφαλλονιά

Σα φανταστική αυλαία, απάνω στη μεγάλη φυσική σκηνή, άρχισε να κατεβαίνει σιγά-σιγά η καταχνιά, ξεσκεπάζοντας τη μαγική φαντασμαγορία. Το νησί ολόκληρο, σαν τεράστιο θαλάσσιο κήτος, κολυμπούσε απάνω στην ακύμαντη επιφάνεια των νερών. Ο κάμπος της Λιβαθώς, επίπεδος, ομαλός, ξεχώριζε πρώτα, σα μια σκιά απέραντη απλωμένη απάνω σε μια θάλασσα. Έπειτα ξεκαθάρισε καταπράσινος, σπαρμένος με άσπρα χωριουδάκια, όμοια με λευκά κοπάδια που ροβολούσαν απ' τους χλοερούς λόφους προς την αστραφτερή αμμουδιά και το  σμαραγδένιο κύμα. Κι ολοτρίγυρα στην απόσταση, σα χαραγμένες επάνω σ' έναν ανάγλυφο γεωγραφικό χάρτη, η Ιθάκη κ' η Λευκάδα, τα Ηπειρωτικά βουνά, τα Ακροκεραύνια, ο Παρνασσός, η οροσειρά του Βοδιά κι ο  Ρουμελιώτης Ερύμανθος.

Παύλος Νιρβάνας, Το αγριολούλουδο

Ουκρανία

Η στέππα, όσο προχωρούσαν, τόσο πιο όμορφη γινόταν. Την εποχή εκείνη, όλος ο νότος, όλη εκείνη η έκταση, που σήμερα αποτελεί τη Νέα Ρωσία, μέχρι πέρα, ώς τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν μια πράσινη, παρθένα έρημος.Ποτέ δεν είχε περάσει τ' αλέτρι μέσ' από τ' απέραντα κύματα των άγριων χόρτων. Μόνο τ' άλογα, κρυμμένα, ανάμεσά τους, σαν σε δάσος, τα ποδοπατούσαν. Τίποτα στη φύση δεν μπορούσε να είναι ωραιότερο. Όλη η επιφάνεια της γης φάνταζε ένας χρυσοκόκκινος ωκεανός, που τον είχαν ραντίσει με εκατομμύρια διαφορετικά λουλούδια. Μέσα από τα λεπτά, ψιλά λεπίδια του χόρτου ξεμύτιζαν τ' ανοιχτογάλανα, τα μπλε και τα λιλά βασιλικά. Το κίτρινο σπάρτο ξεπετιόταν προς τα πάνω με την πυραμιδοειδή κορφή του. Το άσπρο τριφύλλι, με τις ομπρελίτσες του, λαμπύριζε πάνω στην πράσινη επιφάνεια του χόρτου κάνοντάς την να φαίνεται παρδαλή. Τα στάχυα φερμένα ένας Θεός   το ξέρει από πού,κάρπιζαν μέσα στο πυκνό χόρτο. Κάτω απ' τις λεπτές τους ρίζες χαμηλοπέταγαν χαρχαλεύοντας οι πέρδικες, τεντώνοντας τους λαιμούς τους. Ο αγέρας ήταν γεμάτος με χίλιω λογιώ τιτιβίσματα των πουλιών. Ψηλά στον ουρανό ζυγίζονταν ακίνητα τα γεράκια έχοντας ανοίξει διάπλατα τα φτερά τους και κοίταζαν με τ' ακίνητα μάτια τους μέσα στο χόρτο.

Νικολάι Γκόγκολ, Ταράς Μπούλμπα

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Λογοτεχνικοί Τόποι


Ζάκυνθος


Στενός ο δρόμος, που μόλις χωρούσε να περάσει ένα αμάξι ή ένα κάρο και καθόλου ίσιος και με γυρίσματα, έτσι που τα σπίτια που βρίσκονταν στη μια του άκρη να μη φαίνονται στην άλλη. Ήταν ένα από τα παλιά καντούνια που βγάζουν στην παραλιακή λεωφόρο του Άμμου. Φαινόταν λοιπόν από' κει σ' αντίθεση με το δρόμο βυθισμένο στη σκιά και στριμωγμένο θαρρείς ανάμεσα στα δυο τελευταία σπίτια, ένα μέρος ηλιόλουστο και πολυσύχναστο της ανοιχτής λεωφόρου, από όπου άρχιζε ν' ανεβαίνει προς τον ουρανό η γαληνεμένη θάλασσα με δυο τρεις ψαράδικες βάρκες. Τ περισσότερα σπίτια είναι φτωχικά, μικρά μονώροφα, με πράσινα, τα πιο πολλά παραθυρόφυλλα και με φρεσκάδες, απομεινάρια του καλοκαιριού, μεγάλα, δηλαδή, ξύλινα πλαίσια επάνω στα οποία οι νοικοκυρές τέντωναν λευκό πανί και τα κρεμούσαν σαν τέντες μπροστά στα παράθυρα. Πολλά είναι κι εδώ τα χαμόγεια, κρασοπουλειό τα περισσότερα, από τις πόρτες των οποίων προβάλλει η άκρη ενός πάγκου και- το συνηθισμένο στολίδι των περισσότερων δρόμων της πόλης αυτής που αγαπά το κρασί- μια κόκκινη σημαία, σε καλαμένιο κοντάρι, επάνω στην οποία είναι γραμμένη η τιμή του κρασιού.

Γρηγόριος Ξενόπουλος "Μαργαρίτα Στέφα"


Παλαιά Φώκαια

Ανάβυσσος είναι ένα έρημο μέρος παραθαλάσσιο, στον κόρφο του Σαρωνικού, πάνω-κάτω δέκα μίλια πριν απ' το Σούνιο. Κανένας δημόσιος δρόμος δε βγάζει σ' εκείνο το μέρος. Όλοι οι δρόμοι τραβούν πίσω απ' τους μικρούς λόφους που κλείνουν την άγονη γη του τόπου, όπου ο οδοιπόρος δε θα βρει δέντρο μήτε ένα. Σκίνα μονάχα βρίσκουνται, αγκάθια, βούρλα και άμμος. Χέρια ανθρώπου από πολλούς αιώνες δεν όργωσαν το χώμα, κι ο άμμος κι η βροχή και ο ήλιος έκαμαν το έργο τους χωρίς τον ίδρο του ανθρώπου. Οι λόφοι προχωρούν ως χαμηλά στη θάλασσα, τη ζώνουν και κάνουν ένα φυσικό κόρφο που αφήνει ένα στενό πέρασμα κατά το πέλαγο. Μέσα από τούτο το πέρασμα τα τσακάλια, οι λαγοί κι οι αγριομέλισσες βλέπουν στο βάθος τη γαλανή γραμμή της Πελοποννήσου, της Αίγινας και της Ύδρας, και ποιος ξέρει τι λένε συναμεταξύ τους γι' αυτούς τους μακρινούς τόπους.

Ηλίας Βενέζης "Γαλήνη"




Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Λογοτεχνικοί Τόποι




Ταξιδεύοντας νοερά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, έτσι όπως περιγράφονται από τη γλαφυρή πένα και τον διάχυτο λυρισμό των μεγάλων συγγραφέων όλων των εποχών...







ΑΘΗΝΑ   (ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ - ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ)



«Εκεί, χαμηλά, σ’ έναν κάμπο στρωτό και απέραντο, σαν πάνω σε ασημένιο δίσκο, μια πολιτεία απέραντη προβάλλει, μαγική. Πλήθος, μιλούνια τα σπιτάκια ξεχύνονται κατά τη θάλασσα που ασημίζει δεξιά, σαν άσπρα βότσαλα απλωμένα ανάμεσα σε απαλούς μενεξεδένιους λόφους [...] Κι η πολιτεία τούτη που τεντώνεται ανάερη, με χαμόγελο απλοϊκής ηδυπάθειας, μοιάζει αφαιρεμένη, σιωπηλή, μέσα στο δειλινό όνειρο της παρθενικής της ρέμβης.
Η Αθήνα!»




***






ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ   (ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ)



Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης, 

το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά. 
Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις, 
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά. 


Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι 

- 'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. - 
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani, 
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί. 


Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανόλια 

μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί. 
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα 
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί : 


Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται 

και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού. 
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται 
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού. 


Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι 

κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά. 
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι 
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά. 


Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη. 

Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες " σ' αγαπώ ". 
Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι, 
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.





(~ Σίσσυ)