Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Τζέζαρε Παβέζε - Το σπίτι στο λόφο [απόσπασμα]

 

Marja Brown, House on the hill

Τώρα που η φύση είναι ξερή, ξαναγυρίζω κοντά της. Ανηφορίζω και κατηφορίζω το λόφο, και ξανασκέφτομαι το μακρύ ονειροπόλημα απ ‘όπου ξεκίνησε τούτη η αφήγηση της ζωής μου. Πού θα με πάει τούτο το ονειροπόλημα; Το σκέφτομαι συχνά τούτες τις μέρες. Τι άλλο να σκεφτώ; Εδώ το κάθε μου βήμα, σχεδόν η κάθε μου ώρα και σίγουρα η κάθε μου θύμηση, ακόμα και η πιο απροσδόκητη, με φέρνει μπροστά σ’ αυτό που κάποτε υπήρξα.

Σ’ αυτό που είμαι και που το είχα λησμονήσει. Αν οι συναντήσεις και τα γεγονότα τούτης της χρονιάς με καταδιώκουν βασανιστικά, μου συμβαίνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι: «Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν τον άνθρωπο που γλίτωσε απ’ τις βόμβες, που ξέφυγε απ’ τους Γερμανούς, που γλίτωσε απ’ τις τύψεις και απ’ τον πόνο;»

Δεν είναι πως δε νιώθω κάποιο σφίξιμο σαν συλλογιστώ όλους αυτούς που χάθηκαν, αν σκεφτώ τους εφιάλτες που τρέψουν στους δρόμους σαν τα σκυλιά – μέχρι που λέω πως δε φτάνει ακόμα, πως για να πάψουν όλα αυτά, θα πρέπει ο τρόμος και η φρίκη να μας δαγκώσουν, να δαγκώσουν εμάς που επιζήσαμε, μέχρι που να ματώσουμε – αλλά συμβαίνει το εγώ, αυτό το εγώ που με βλέπει να ερευνώ με προφύλαξη τις εικόνες και τα παραληρήματα τούτων των τελευταίων καιρών, να νιώθει πως είναι κάποιος άλλος, να νιώθει απόμακρο, λες κι όλα όσα έκανε, είπε ή ανέχτηκε, συνέβηκαν απλά μπροστά του… σαν να ‘ταν κάποια ιστορία που κύλησε ή ιστορία κάποιου άλλου. Αυτά με δυο λόγια με ξεγελάνε: Ξαναβρίσκω εδώ στο σπίτι μου μια παλιά πραγματικότητα, μια ζωή πέρα απ’ τα χρόνια μου, απ’ την Ελβίρα, απ’ την Κάτε, πέρα απ’ τον Ντίνο κι απ’ το σχολείο, απ’ όλα εκείνα που θέλησα και στα οποία σαν άνθρωπος είχα ακουμπήσει τις ελπίδες μου, κι αναρωτιέμαι αν θα ‘μια ποτέ ικανός να ξεφύγω, να βγω μέσα απ’ όλα αυτά. Συνειδητοποιώ τώρα, πως όλη τούτη τη χρονιά, αλλά και ακόμα παλιότερα, ακόμα και τα δύσκολα χρόνια με τις τρέλες, την Άννα-Μαρία, τον Γκάλο, την Κάτε, όταν ήμασταν ακόμα νέοι κι ο πόλεμος ήταν ένα μακρινό σύννεφο, συνειδητοποιώ πως έζησα μια μονάχα μεγάλη απομόνωση, κάποιες μάταιες διακοπές, σαν το μικρό παιδί που παίζοντας κρυφτό, χώνεται μέσα σε κάποιο θάμνο και του αρέσει, και κοιτάζει τον ουρανό κάτω απ’ τα φύλλα, και ξεχνά πια να βγει από κει μέσα.

Εδώ είναι που μ’ έπιασε ο πόλεμος και με πιάνει κάθε μέρα. Αν περπατάω μέσα στα δάση, αν στην παραμικρή υποψία για μαζικές συλλήψεις βρίσκω καταφύγιο μέσα στις χαράδρες, αν καμιά φορά κουβεντιάζω με τους περαστικούς αντάρτες ([…]), δεν το κάνω γιατί δε βλέπω πως ο πόλεμος δεν είναι διόλου ένα παιχνίδι, τούτος ο πόλεμος που έφτασε ίσαμε εδώ κι έπιασε απ’ το λαιμό για να το πνίξει, ακόμα και το παρελθόν μας. Δεν ξέρω αν η Κάτε, ο Φόνσο, ο Ντίνο κι όλοι οι άλλοι, θα γυρίσουν. Κάποιες φορές το ελπίζω και φοβάμαι. Όμως τους είδα τους νεκρούς τους αγνώστους, τους νεκρούς τους δημοκράτες. Είναι αυτοί που με ξύπνησαν. Αν κάποιος άγνωστος, ένας εχθρός, γίνει πεθαίνοντας ένα τέτοιο πράγμα, αν σταματάμε και φοβόμαστε να περάσουμε από πάνω του, πάει να πει πως ακόμα και νικημένος ο εχθρός είναι κάποιος, και πως αφού θα ‘χουμε χύσει αίμα του, θα πρέπει να το εξευμενίσουμε, να φωνάξουμε σε τούτο το αίμα, να δικαιολογήσουμε αυτούς που το σκόρπισαν.

Το να κοιτάζεις κάποιους νεκρούς είναι πολύ ταπεινωτικό. Δεν είναι πλέον υπόθεση κάποιου άλλου· δεν αισθάνεσαι πως βρέθηκες εκεί κατά τύχη. Έχεις την εντύπωση πως το ίδιο το πεπρωμένο που ξάπλωσε στο χώμα αυτά τα σώματα, κρατάει καρφωμένους εμάς τους άλλους εκεί να τα κοιτάζουμε και να γεμίζουμε τα μάτια μας με την εικόνα τους. Δεν είναι φόβος, δεν είναι η συνηθισμένη δειλία. Νιώθουμε ταπεινωμένοι γιατί καταλαβαίνουμε – τους αγγίζουμε με τα μάτια – πως στη θέση του νεκρού θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε εμείς. Δε θα υπήρχε καμιά διαφορά, και αν ζούμε το χρωστάμε στο λερωμένο πτώμα. Γι’ αυτό ο κάθε πόλεμος είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο κάθε νεκρός μοιάζει μ’ αυτούς που μένουν ζωντανοί, και τους ζητάει το λόγο.

[…] Τώρα που είδα τι είναι ο πόλεμος, τι είναι ο εμφύλιος πόλεμος, ξέρω πως όλοι, αν κάποια μέρα όλα τελειώσουν, θα πρέπει να αναρωτηθούν: «Γιατί σκοτώθηκαν;» Εγώ δε θα ‘ξερα τι να απαντήσω. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Και δε νομίζω πως και οι άλλοι το ξέρουν. Ίσως μονάχα οι ίδιοι οι νεκροί να το ξέρουν και ίσως μονάχα γι’ αυτούς ο πόλεμος να ‘χει στ’ αλήθεια τελειώσει.



Παβέζε, Τ., 1992. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 347-349.



* Η υπογράμμιση δικιά μου. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου