Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναρτήσεις φίλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναρτήσεις φίλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ψαλμός στην τρέλα


Αχ! Άνοιξαν οι ουρανοί
και γύρω μου χορεύει
ο άλλος μου εαυτός.
Μυαλό κινητό
Σώμα σοφό.
Η έκσταση ψάλλει
το εγκώμιο μιας μπόρας.
Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου
είμαι πιο όμορφη εγώ
ή η τρέλα μου;
Μαλλιά λυτά
δεμένα στη μέση
ενός κορμιού μαυριδερού.
Σαν στάχτη η ζωγραφιά,
Θάλασσα αγριεμένη.
Λουλούδια του παραδείσου
Στη ζωή μου απλώσατε
τα τολμηρά κορμιά σας;
Είμαι ευτυχισμένη.
Είμαι ζέστη χωρίς ήλιο
Καλοκαίρι με χιόνια...

Γκαλερίνα

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ωδή στις αναμνήσεις


Στο μελανοδοχείο η αύρα ξεπορτίζει τις μνήμες της σιωπής.
Εδώ θα'μαι, φτιαγμένη με τα μαργαριτάρια της αρεσκείας σου,
με το φόρεμα που ξεπλένει τις αμαρτωλές συνήθειες.
Στο παράθυρο σε ανταμώνω να φιλάς
τα βράδια που θα αντέξουν σαν τις εφτάψυχες γάτες.
Ναι, θα ζήσουμε για ν' αγαπάμε... 

Γκαλερίνα

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Αρμονία στον κύβο



Γλυκό τ' αεράκι γέμισε
και γοργόφτερη, απαλή η μουσική τού
ξέσκισε τα ρούχα.
Με μάγεψε η αχνή του η φωνή
Σαν τον κύκνο που πλέει 
και πάνω ένα ασημένιο φεγγάρι,
το στέμμα τ' ουρανού.
Βιολέτας ανάσες και μεθώ στο δροσοστόλισμα των ανθέων.
Για κοίτα πόση ομορφιά έχει η ζωή
μα ο κόσμος με πληγώνει,
όπως τα πόδια του παγωνιού...

Γκαλερίνα

Το τραγούδι που ξέβρασε η θάλασσα



Ανεβαίναμε στα κατάρτια της ζωής
και βλέπαμε την πόλη και τα θαύματα.
Στην πλώρη ο κόσμος γινόταν όλο και πιο φωτεινός
μα στο κουτί της νύχτας μπαίναμε όλο πιο μέσα.
Στο τιμόνι, καπετάνιος η ζωή.
Εσύ μάζευες την άγκυρα
αλλά δεν είδες την άλλη ζωή από την πρύμνη.
Τέλος.
Τα κομμάτια της ζωής τα πήραμε στον ώμο.
Τα κοχύλια στην άμμο ακούνε το τραγούδι της θάλασσας... 

Γκαλερίνα

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Λογοτεχνικοί Τόποι




Ταξιδεύοντας νοερά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, έτσι όπως περιγράφονται από τη γλαφυρή πένα και τον διάχυτο λυρισμό των μεγάλων συγγραφέων όλων των εποχών...







ΑΘΗΝΑ   (ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ - ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ)



«Εκεί, χαμηλά, σ’ έναν κάμπο στρωτό και απέραντο, σαν πάνω σε ασημένιο δίσκο, μια πολιτεία απέραντη προβάλλει, μαγική. Πλήθος, μιλούνια τα σπιτάκια ξεχύνονται κατά τη θάλασσα που ασημίζει δεξιά, σαν άσπρα βότσαλα απλωμένα ανάμεσα σε απαλούς μενεξεδένιους λόφους [...] Κι η πολιτεία τούτη που τεντώνεται ανάερη, με χαμόγελο απλοϊκής ηδυπάθειας, μοιάζει αφαιρεμένη, σιωπηλή, μέσα στο δειλινό όνειρο της παρθενικής της ρέμβης.
Η Αθήνα!»




***






ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ   (ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ)



Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης, 

το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά. 
Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις, 
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά. 


Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι 

- 'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. - 
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani, 
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί. 


Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανόλια 

μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί. 
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα 
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί : 


Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται 

και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού. 
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται 
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού. 


Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι 

κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά. 
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι 
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά. 


Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη. 

Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες " σ' αγαπώ ". 
Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι, 
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.





(~ Σίσσυ)



Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Διονύσιος Σολωμός & Οδυσσέας Ελύτης



Αυτά από την πιστή φίλη της τέχνης και των γραμμάτων Σίσσυ



ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

Ἒστησ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,κι  φύσις ηὖρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκειά της ὥρα,καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,

χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,

καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,

κι οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια τῆς πηγῆς τους,

τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.

Ἓξ ἀναβρύζει κι ἡ ζωὴ σ' γῆ, σ' οὐρανό, σὲ κύμα.

Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π' ἀκίνητο 'ναι κι ἄσπρο,

ἀκίνητ' ὅπου κι ἂν ἰδεῖς, καὶ κάτασπρ' ὡς τὸν πάτο,

μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἒπαιξ’ ἡ πεταλούδα,

ποῦ 'χ' εὐωδίσει τσ' ὕπνους τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.





***



ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


Επειδή και ώρες γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω
Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
"Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε
Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
"Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ' αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα"
Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
μιας νυχτος που εσιμωνε ισως
η φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ' αστρο της τραμουντανας
Την αγια Μαρινα με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων
Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιουδρομο ν' ανεβαινει
μια φοραν ακομη
Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
"Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν' ανεβει στο φως"
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας
τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
Και η Νυχτα πανσες παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης...