Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Β. Λεοντάρης - Θέσεις για τον Καρυωτάκη



Ο Βύρων Λεοντάρης σκιαγραφεί λιτά τον μεγάλο ποιητή Κ. Καρυωτάκη. 


Ι. Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτομε αδιάκοπα. O Καρυωτάκης είναι o ποιητής που απωθούμε.

ΙΙ. Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα. Ορίζεται μόνο σαν πραγματικότητα. Είναι καιρός να απορρίψομε όλες τις εκδοχές που έκαναν το ύποπτο λάθος να τον προσεγγίζουν μόνο ή κυρίως σαν προσωπικότητα-περίπτωση.
Ο Καρυωτάκης σαν μορφή είναι άγνωστος.
Άγνωστος από όσα έγραψαν οι βιογράφοι του. - Είναι τρομακτικά ασήμαντα όλα όσα μας παραδόθηκαν για τη ζωή του, τις συνήθειές του, τα βάσανά του. Αν πάρομε στα σοβαρά τους βιογράφους του, θα πρέπει να συμπεράνομε ότι υπήρξε ένας εντελώς ασήμαντος άνθρωπος και (βέβαια...) πολύ κατώτερος από τους βιογράφους του, που με ανοίκειο ναρκισσισμό δεν κάνουν στην ουσία τίποτε άλλο από το να αντιπαραθέτουν και να προβάλλουν με κάθε ευκαιρία τη δική τους προσωπικότητα.
Άγνωστος από όσα ο ίδιος αυθεντικά έχει πει για τον εαυτό του. - Ο Καρυωτάκης δεν είχε φίλους, δεν ανήκε σε λογοτεχνικές συντροφιές, δεν είχε καν ανθρώπινους δεσμούς. Ήταν και έμεινε τέλεια οχυρωμένος πίσω από μιαν αδιαπέραστη ασπίδα συμπεριφοράς και λόγων καθημερινότητας.
Άγνωστος από τις φωτογραφίες του. - Όσο τις κοιτάζομε, τόσο περισσότερο η μορφή αυτή εσωστρέφεται, αρνείται να μας δει, αρνείται να την δούμε, αρνείται ν' αφήσει το αποτύπωμά της στον κόσμο και τον χρόνο.
Και θα μείνει άγνωστος. - Ας το πάρουν απόφαση πια βιογράφοι, ιστορικοί της λογοτεχνίας, επετειογράφοι, σαβανωτές και σαβανώτριες. Κι αν ακόμη συμπληρωθούν τα «αποσιωπητικά» των επιστολών του, κι αν δημοσιευτούν κι άλλα ανέκδοτα κείμενα, κι αν βρεθούν δελτία νοσηλείας του κι όσα άλλα στοιχεία του «φακέλλου» του, δεν πρόκειται να μάθομε τίποτε παραπάνω από όσα «ξέρομε».

Ο Καρυωτάκης είναι μια αντιπροσωπικότητα.

ΙΙΙ. Η ποίηση πραγματοποιεί τους σταθμούς της όταν αντικρίζει τις αυταπάτες της ή όταν συναντά το αδιέξοδό της. Οι σταθμοί αυτοί εκδηλώνονται πάντοτε αρνητικά, με την ασφυξία και ανακοπή του ποιητικού λόγου ή με την αυτοκαταστροφή του, ενώ παράλληλα η τρέχουσα ποίηση εξακολουθεί να ανθεί με αυτάρεσκους ακισμούς.
Η νεοελληνική ποίηση δεν είχε εδεμική περίοδο. Με τον Σολωμό ευθύς εξ αρχής αντίκρισε τις αυταπάτες της - γιατί το νόημα της ελευθερίας και η νεώτερη ελληνική ιστορική πραγματικότητα δεν συμπορεύονταν καθόλου και γιατί, βέβαια, «Μεσολόγγι» δεν υπήρξε ποτέ. Η λειτουργική και εκφραστική αμηχανία της σολωμικής ποίησης απ' αυτή τη σκοπιά μπορεί να φωτιστεί. Ο Σολωμός υπήρξε το προπατορικό αμάρτημα της νεοελληνικής ποίησης.
Στον Καρυωτάκη δεν υπάρχουν πια αυταπάτες∙ αντίθετα είναι εκπληκτικά αισθητή η απουσία κάθε θεότητας και μυθολογίας. Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της. Ποτέ άλλοτε η ποίηση δεν συζήτησε τόσο πολύ τον εαυτό της. Όταν ο Τέλλος Άγρας έγραφε για τον Καρυωτάκη: «...κι έξαφνα, στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή 'Ελεγεία και Σάτιρες', μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά...», μας έδινε ένα δείγμα και παράδειγμα της αγγελικής κριτικής εντιμότητάς του, δεν υποπτευόταν όμως ούτε ο ίδιος ότι έθετε την μόνη σωστή βάση για την μελέτη του καρυωτακικού έργου. Γιατί αυτό το «ξεπέρασμα», το άξαφνο, το άμεσο και, προπαντός, το εξακολουθητικό, δεν είναι παρά το φτάσιμο του ποιητή «στο χείλος του κόσμου, δώθε από τ' όνειρο και κείθε από τη γη...», «στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου...».
Η ελληνική ποίηση δεν ήταν συνηθισμένη σε παρόμοιες περιπέτειες. Μέχρι το 1919 ακόμη, ο Καρυωτάκης έγραφε «κανονικά», «φυσιολογικά» ποιήματα, ικανά μάλιστα να κερδίζουν τα ποιητικά βραβεία της εποχής. Μεσολαβεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα μέχρι το αντίκρισμα του αδιεξόδου, διάστημα που φαίνεται ακόμη μικρότερο αν σκεφτούμε πως οι ποιητές της εποχής κατά κανόνα περνούσαν το κατώφλι της ποίησης με ποιήματα ελεγειακής φιλολογίας ή ερωτικής επιστολογραφίας... Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η εξαντλητική επιμονή του Καρυωτάκη σε όλες τις πτυχές του αδιεξόδου, τόσο στην αποκάλυψη του κοινωνικού «είναι» της ποίησης, όσο και στην αβάσταχτη αίσθηση της ουσίας της ποιητικής λειτουργίας, που ορίζεται με την πιο σύντομη και πιο περιεκτική ποιητική ερώτηση: «τι να 'χουμε, τι να 'χω...». Η ποίηση, και μαζί όλη η προβληματική της, δεν είναι παρά αυτό το ερώτημα.

IV. Κατά ένα μεγάλο μέρος της (με άξονα τα ποιήματα «Όλοι μαζί...», «Μικρή ασυμφωνία σε α μείζον», «Σταδιοδρομία») η ποίηση του Καρυωτάκη αποτελεί την έκφραση και την κριτική του κοινωνικού είναι της νεώτερης ελληνικής ποίησης. Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και τον «κοινωνικό ρόλο» του ποιητή. Οι αντιλήψεις για την «μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας», για την μεσσιανική «αποστολή» του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες «του περιβάλλοντος κλπ.», αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις «περιβάλλον» και «εποχή». Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημοςστην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.

V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας επ' άπειρον τη διαθήκη της. Όταν όμως ο ποιητής αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό, η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή. Παύει πια να είναι σωτηρία, κάθαρση, παρηγοριά, ξόρκι. Γίνεται βασανιστική αγωνία, αίσθηση καταλυτική, ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε ψυχική δομή, γίνεται το τέλος της. Γιατί η ποίηση είναι το αδιέξοδό της, είναι ψυχική πραγματικότητα που δεν επιδέχεται οργάνωση («...είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε...»)και υπερβαίνει συγχρόνως κάθε ανθρώπινη δυνατότητα και αντοχή («...είμαστε κάτι απίστευτες αντένες... μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες...»). Γιατί ο άνθρωπος είναι για να ζει και η ποίηση για να πεθαίνει.
Ο Καρυωτάκης στην πορεία του αντίκρυσε σύντομα και κατά μέτωπο το βάραθρο, έχοντας χάσει ήδη στο δρόμο του («στο μεσοστράτι της ζωής του» κι αυτός...) κάθε άμυνα πίστης και αυταπάτης. («Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία...»). Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα - δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας.

VI. Η τελευταία απόπειρα της ευρωπαϊκής ποίησης για την επαφή της με τον Θεό ή τον Δαίμονα είναι ο ρομαντικός ήρωας, διάμεσο της εκπεσμένης του προσωπικότητας με το υπερβατικό. Οι ρομαντικοί ήρωες τελειώνονται και πεθαίνουν συνήθως σε κορυφές βουνών, και στον ρομαντικό ποιητή δε μένει παρά να κατεβεί την πλαγιά επιστρέφοντας με ασήκωτες άγραφες πλάκες. Οι μεταρομαντικοί διαχέουν τη μορφή του ήρωα στο παρελθόν ή τον ταξιδεύουν στον εξωτισμό. Με τον Καρυωτάκη ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο κρατώντας «σκήπτρο και λύρα» - Οιδίποδας που τελειώνει την περιπέτειά του κατάμονος χωρίς συνοδείες, βασιλιάς και μαζί θύμα της μοίρας του.
Στην ελληνική ποίηση δεν ευδοκίμησαν ποιητικοί ήρωες ούτε συνθετικά ποιήματα. Ούτε ο Διγενής ούτε ο Γύφτος ούτε η Υπέρμαχος κατάφεραν να συντηρήσουν μυθολογίες στην νεοελληνική ποίηση. Της χάρισαν βέβαια ένα κοπάδι «εθνικούς ποιητές», με θλιβερά επακόλουθα - έτσι που ουσιαστικά το «Άξιον εστί» να μη απέχει και πολύ από την «Φλογέρα του Βασιλιά». Ο Καρυωτάκης ήρθε να ανακόψει και να ανατρέψει την ανάπτυξη ενός παρατεταμένου μεταρομαντισμού.
Με την επίκληση που έκανε ο Σεφέρης μπροστά στους τάφρους με το αίμα της ανθρωποθυσίας δύο παγκόσμιων (και όχι εθνικών...) πολέμων, ανακάλεσε στην ποίησή μας μορφές αληθινά μυθικές, πρόσωπα αχνά, χωρίς περίγραμμα, στην αυθεντική προ-τραγική εκδοχή τους (γιατί η τραγωδία έδωσε περιγράμματα στους μύθους - και, φυσικά, τους κατάργησε...), υπενθυμίζοντας ξανά το αδιέξοδο. Κάθε προσπάθεια να πήξουν τα μυθικά πρόσωπα στην ποίηση είναι -ευτυχώς- καταδικασμένη σε άγονο μανιερισμό, όπως άλλωστε είναι ακατανόητη ματαιότητα η επιμονή του Ρίτσου που δέχεται την τραγική εκδοχή των μυθικών προσώπων αλλάζοντας τους περιγράμματα.

VII. Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο δυνατό γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον τεχνητό γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή σημασία της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατάντησε να γίνει η γλώσσα της ανεκδοτολογικής ποίησης.

VIII. Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κομφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες κλπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη. Με όλους τους μηχανισμούς της, δεν κατορθώνει να τον εντάξει (δηλ. να τον αφανίσει) θετικά ή αρνητικά στο σύστημα των αξιών της. Του έδωσαν θέση στις ανθολογίες - μα οι σελίδες του μοιάζουν να θέλουν να ξεκολλήσουν και να φύγουν. Του κάνουν διαλέξεις - όπου τελικά δεν λέγεται τίποτε γι’ αυτόν. Θέλουν ακόμη να του στήσουν και προτομή - μα το μάρμαρο ασφαλώς θα ραγίσει... Ή. Δημιουργούν το πλάσμα του «καρυωτακισμού» για να τον σαβανώσουν μέσα σ' αυτό - αλλά «καρυωτακισμός» δεν υπήρξε ποτέ, είναι το πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης. Επιχειρούν αισθητικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του χωρίς αισθητική και χωρίς φιλοσοφία - όμως τα πιο έγκυρα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ για έλληνα ποιητή, δηλ. τα κείμενα Παράσχου, Άγρα, Μαλάνου, δεν σβήνουν. Και τώρα τελευταία τον πετούν στην κατανάλωση, συνδέοντάς τον με τις ασημαντότητες της νεοαντιστασιακής κομφορμιστικής «αμφισβήτησης» - μα η δίψα του κόσμου για τις πηγές γίνεται όλο και εντονότερη. Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλ. κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών.



Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Τάσος Ψαράς: Μύθοι και αλήθειες για τον Κώστα Καρυωτάκη


Τάσος Ψαράς: Μύθοι και αλήθειες για τον Κώστα Καρυωτάκη
Από την Κατερίνα Αγγελιδάκη
«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», γράφει για τους ποιητές ο «Κωνσταντίνος Γεωργίου Καρυωτάκης, δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως» (Γ. Δάλκου, 1986). Και στο σημείωμα του τέλους, λίγο πριν αυτοκτονήσει με πιστόλι, αφού ματαίως είχε προσπαθήσει την προηγούμενη μέρα να πνιγεί: «Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».
Μύθος και πραγματικότητα, εικασίες και ντοκουμέντα, σκοτεινές περιοχές και ανεξιχνίαστες όψεις, διώξεις, εκβιασμοί, έρωτες και πάθη ενός από τους πλέον εμβληματικούς ποιητές της Ελλάδας, του «ποιητή της θλίψης» όπως τον αποκαλούν, έρχονται ξανά στο προσκήνιο από τον Τάσο Ψαρρά, σκηνοθέτη και σεναριογράφο της επιτυχημένης ομώνυμης σειράς που προβάλλεται από την κρατική τηλεόραση. Εγχείρημα μεγάλο και δύσκολο, συνειδητά ανατρεπτικό της εικόνας του καταθλιπτικού και βουτηγμένου στην απόγνωση ποιητή που μας κληροδότησε το φαινόμενο του Καρυωτακισμού, με πρωταγωνιστή τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο («σοβαρός, όχι ψηλός, με ειρωνικό χαμόγελο και χιούμορ, ευαίσθητο και ανθρώπινο», όπως τον ήθελε ο σκηνοθέτης). Ο Τάσος Ψαρράς, ύστερα από έρευνα σχεδόν μιας δεκαετίας, δραματοποιεί τη ζωή του Καρυωτάκη με εμμονή στην εξονυχιστική αναπαράσταση της δεκαετίας του 1920 και μετατρέποντας σε προφορικό λόγο όλο το ογκώδες υλικό που συγκέντρωσε από ντοκουμέντα, επιστολές, ημερολόγια, σημειώσεις αλλά και κείμενα του ποιητή.
Στο σενάριό σας πού σταματάει ο μύθος και αρχίζει η αλήθεια για τον Καρυωτάκη;
ΤΑΣΟΣ ΨΑΡΡΑΣ: Πολλές φορές κυνηγώντας τον μύθο κινδυνεύουμε να χάσουμε ουσιαστικά στοιχεία της πραγματικότητας, η οποία συχνά ξεπερνάει τον μύθο. Στο σενάριό μου ό,τι παραθέτω στηρίζεται σε ντοκουμέντα που υπήρχαν και σε δική μου έρευνα που ξεκίνησε εδώ και 9 χρόνια, από τότε που έκανα ένα ντοκιμαντέρ για τον ποιητή στην εκπομπή «Εποχές και Συγγραφείς», και αφορά κυρίως στρατιωτικά αρχεία, αρχεία του υπουργείου Εσωτερικών και Νομαρχιών. Σε γενικές γραμμές, απέφυγα να χρησιμοποιήσω στοιχεία εντυπωσιασμού που δεν μπορούσα να τεκμηριώσω.
Πάντως με χαροποιεί το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων αλλά και συγγενείς των οικογενειών Καρυωτάκη και Πολυδούρη επικροτούν το εγχείρημα. Βεβαίως, σε μια δραματοποιημένη σειρά, ο σκηνοθέτης έχει την ελευθερία να συμπληρώσει τα κενά όταν του λείπει το τελευταίο στάδιο που θα κλειδώσει τα στοιχεία και όταν η συνείδησή του και η πίστη του τον οδηγούν, μέσα από μια διαλεκτική σχέση με ντοκουμέντα και μαρτυρίες, να το τολμήσει. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ένας φιλόλογος, που έχει μια πιο αυστηρή ματιά.
Εχετε πει ότι η πιο μεγάλη παρεξήγηση για τον Καρυωτάκη είναι ότι υπήρξε παθολογικά καταθλιπτικός.
Τ. Ψ.: Ναι… Ο πρώτος βιογράφος του Καρυωτάκη που δημιούργησε εν πολλοίς την εικόνα του πεισιθάνατου ποιητή, ο Χαρίλαος Σακελλαριάδης, έγραψε ένα βιβλίο το ’38 κατά παραγγελία. Παρουσίασε τον Καρυωτάκη θλιμμένο, μελαγχολικό, καταθλιπτικό, πιθανό για να μη διαταραχθούν οι σχέσεις της οικογένειας με την Εκκλησία, που απομόνωνε τους αυτόχειρες, εκτός κι αν έπασχαν από κάποιο ψυχικό νόσημα. Ομως, ο ίδιος ο Σακελλαριάδης, που υπήρξε φίλος του ποιητή και συναντιούνταν συχνά πριν αρχίσουν οι διορισμοί και οι μεταθέσεις του Καρυωτάκη, αυτοαναιρείται καθώς περιγράφει πώς πήγαιναν μαζί σε ταβέρνες, σε χορούς, γλεντούσαν και χαίρονταν τη ζωή με κάθε τρόπο. Υπάρχει επίσης ένα κείμενο του Αλέξη Μινωτή στη Νέα Εστία, όπου μιλάει για τον συμμαθητή του στο 1ο Γυμνάσιο Χανίων Κώστα Καρυωτάκη και τον περιγράφει σαν τον καπετάν φασαρία, πρώτο στον πετροπόλεμο, χαρούμενο, ζωηρό, υγιή. Δεν μπορεί ένα παιδί που παίζει, κάνει πλάκες, φάρσες και αργότερα, ως νέος -όπως ξέρουμε από άλλες πηγές- γλεντάει στα dancing της Αθήνας, χορεύει με κοπέλες και χαίρεται τη ζωή, να πάσχει από κατάθλιψη.
Πέρα από τον μύθο και τις σκοπιμότητες, η πεσιμιστική ατμόσφαιρα των ποιημάτων του δεν βοήθησε στη δημιουργία αυτής της εικόνας;
Τ. Ψ.: Ο Βασίλης Ρώτας έγραψε μια αρνητική κριτική όταν κυκλοφόρησε το «Ελεγεία και Σάτιρες», κατηγορώντας τον για τον πεσιμισμό του. Και ο Καρυωτάκης του απάντησε -δεν άφηνε ποτέ τίποτα αναπάντητο- αν στ’ αλήθεια πίστευε ότι η εποχή ταίριαζε περισσότερο στη δική του αισιοδοξία ή στο δικό του πεσιμισμό. Είχε λόγους να μελαγχολεί σε μια περίοδο που η Ελλάδα πήγαινε από δικτατορία σε δικτατορία, που ζούσε γελοία πραξικοπήματα, σαν του Γαργαλίδη, του Πάγκαλου και του Κονδύλη, που η ελληνική δημοκρατία έδειχνε αδύναμη και οι άνθρωποι βίωναν τα δεινά του Μεγαλοϊδεατισμού και του Πολέμου. Επομένως, ήταν φυσικό ο Καρυωτάκης να νιώθει απόγνωση και μελαγχολία. Ο πεσιμισμός του όμως ήταν κοινωνικός πεσιμισμός.
Τι άνθρωπος ήταν στ’ αλήθεια ο Καρυωτάκης; Πώς θα τον περιγράφατε;
Τ. Ψ.: Ηταν ευαίσθητος, άνθρωπος με κοινωνική συνείδηση, βεβαίως ελιτίστας στο πνεύμα, μελετηρός, με σφαιρική γνώση, οξυδερκής, ένας ποιητής που ερμήνευσε την εποχή του και είχε το θάρρος να γράφει τις απόψεις του. Ηταν από τους πρώτους εισηγητές της μοντέρνας ποίησης στην Ελλάδα και άνοιξε δρόμους για τη μετέπειτα γενιά του ’30. Είχε, επίσης, μια χιουμοριστική πλευρά, έκανε φάρσες, έβγαλε σατιρική εφημερίδα κι έγραψε επιθεωρήσεις. Τα συμπεριλαμβάνω στο σενάριο όλο αυτά.
Στα ποιήματα και στα πεζά του στηλίτευσε συχνά την εξουσία. Αυτός δεν ήταν ο λόγος που υπέστη διώξεις από τους προϊσταμένους του στη δημόσια διοίκηση;
Τ. Ψ.: Ηταν ένας μαχόμενος άνθρωπος. Υπήρξε συνδικαλιστής, εκλέχτηκε γενικός Γραμματέας της Ενωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, δεν συνδιαλέχτηκε με την κεντρική εξουσία, γι’ αυτό και μετατέθηκε στην Πάτρα και τέλος στην Πρέβεζα, όπου αυτοκτόνησε το 1928. Διώκτης του θεωρείται ότι ήταν ο Μιχαήλ Κύρκος, υπουργός Υγιεινής και Πρόνοιας στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη. Μπορεί να είχε παραπληροφορηθεί, δεν μπορώ να το ξέρω, αυτός πάντως υπέγραψε ποινές, στερήσεις μισθών και άδικες μεταθέσεις του ποιητή. Οταν ο Καρυωτάκης γράφει το «Ανάγκη Χρηστότητας: Το δημοσιοϋπαλληλικό ζήτημα», ένα κείμενο που θα το ζήλευε σήμερα η ΑΔΕΔΥ, φυσικά ενοχλεί, συγκρούεται με το κατεστημένο και διώκεται εξοντωτικά. Ζήτησα πριν από τρία χρόνια από τον κ. Λεωνίδα Κύρκο αν έχει στοιχεία περί του αντιθέτου να μου τα δώσει, είπε θα ψάξει, δεν μου έδωσε τίποτε. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο Μ. Κύρκος στη συνέχεια διαγράφει μια ιδιαίτερα προοδευτική και αγωνιστική διαδρομή, υφίσταται διώξεις και ταλαιπωρίες. Τότε όμως ήταν ο υπουργός.
Πιστεύετε ότι (ο Καρυωτάκης) ήταν φιλοαριστερός;
Τ. Ψ.: Παρ’ όλο που προερχόταν από μια συντηρητική, φιλοβασιλική οικογένεια που ανήκε στο Λαϊκό Κόμμα και γαλουχήθηκε με αυτές τις αρχές, ανέπτυξε μια έμμεση σχέση με την Αριστερά, επηρεάστηκε από τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο και στη συνέχεια από τον Πέτρο Πικρό, αλλά η προσωπικότητά του ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να ενταχθεί σε ένα κόμμα. Είχε έντονα κριτική ματιά, υποστήριζε πάντα προοδευτικές απόψεις και ήταν πολύ ευαίσθητος απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα. Πολλά κείμενα του Καρυωτάκη ήταν πολιτικά ρεπορτάζ. Το ποίημά του «Στο Αγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο» είναι βαθιά πολιτικό, σαν να γράφτηκε σήμερα. Και στο πεζό του «Κάθαρσις» ο Καρυωτάκης, που δεν έγραφε τίποτε τυχαία, χρησιμοποιεί τους όρους «Ο κύριος Αλφα», «ο Βήτα», «ο Γάμα» για να καταλήξει στον «Δέλτα», μιλώντας για «ληστεία υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία». Ο Καρυωτάκης, που είχε διατελέσει υπάλληλος στο υπουργείο Πρόνοιας για την αποκατάσταση των προσφύγων της Μικράς Ασίας, είχε δει πολλά. Στον Αυτόνομο Οργανισμό Αποκατάστασης Προσφύγων, όταν ιδρύθηκε, μετείχαν ένας Αμερικανός, ένας εκπρόσωπος της Κοινωνίας των Εθνών και δύο Ελληνες, ο Περικλής Αργυρόπουλος και ο Στέφανος Δέλτας (βλέπε Γ. Δάλκου «Κωνσταντίνος Γεωργίου Καρυωτάκης»). Ο συσχετισμός είναι εμφανής. Ο Αλέξης Ζήρας στα «Μικροφιλολογικά» διατυπώνει την αντίρρησή του, αλλά δεν μπορώ να φαντασθώ ότι ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε τυχαία το αλφάβητο για να αριθμήσει τα παραδείγματά του σε ένα κείμενο που είναι άμεσα πολιτικό.
Έχετε καταλήξει στο τι τον οδήγησε τελικά στην αυτοκτονία; Οι διώξεις και οι μεταθέσεις, η απογοήτευση, η σύφιλη από την οποία έπασχε;
Τ. Ψ.: Συγκλίνουν πολλά σε αυτήν την κατάληξη. Το γεγονός ότι έπασχε από σύφιλη το γνώριζε ήδη από το 1922. Λίγο μετά εξάλλου δημοσίευσε το ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», κίνηση αδιανόητη για δημόσιο υπάλληλο της εποχής, να παραδεχθεί δημοσίως ότι πάσχει από αφροδίσιο νόσημα. Πριν μετατεθεί στην Πρέβεζα πρέπει να είδε έναν ειδικευμένο γιατρό στο Παρίσι, ο οποίος του μίλησε για επιδείνωση. Αυτό σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες άδικες μεταθέσεις και τις πολιτικές διώξεις βάρυναν αναμφίβολα την ψυχολογική του κατάσταση. Και, τέλος, ένας εκβιασμός που του έγινε, σύμφωνα με την αλογόκριτη τελευταία επιστολή του, για τον οποίο δεν έχουμε σαφή αντίληψη παρά μόνον ενδείξεις. Αυτές αφορούν πιθανότατα, κατά τον Γ. Σαββίδη, το όπιο και τις κοινές γυναίκες. Ο Καρυωτάκης πιθανόν να έκανε περιστασιακά χρήση οπίου, επηρεασμένος από τους καταραμένους ποιητές και ιδιαίτερα τον Μποντλέρ. Τα «Νηπενθή» του αναφέρονται ευθέως στον Μποντλέρ, ο οποίος χρησιμοποιεί την ομηρική λέξη «νηπενθές», φάρμακον νηπενθές, δηλαδή αυτό που διώχνει τη λύπη. (Λίζυ Τσιριμώκου «Ποιητική Αλχημεία, Μπωντλαίρ-Καρυωτάκης», 1997).
Επίσης είναι γνωστό -και ο Σακελλαριάδης το αναφέρει ρητά- ότι ο Καρυωτάκης είχε σχέσεις με γυναίκες ελυθερίων ηθών. Πριν φύγει στην Πρέβεζα πίστευε πως μία απ’ αυτές τον αγαπούσε και λογάριαζε μάλιστα να ζήσει μαζί της. Αυτά ήταν αρκετά στοιχεία για να εκβιάζεται από την Ασφάλεια, και όχι μόνο γιατί ήταν συνδικαλιστής. Στην Πρέβεζα θα συναντήσει τον Πικρό, με τον ιδιότυπο πολιτικό λόγο, ο οποίος ήταν υποψήφιος με το «Μέτωπο Εργατών, Αγροτών και Προσφύγων», εκλογική συμμαχία του ΚΚΕ στις προσεχείς εκλογές, και κόκκινο πανί για την Ασφάλεια, αφού μόλις είχε βγει απ’ τις φυλακές. Έχει λεχθεί ακόμη ότι ο Καρυωτάκης εκβιαζόταν επειδή είχε ομοφυλοφιλικές τάσεις, πράγμα αναληθές.
Πού βασίστηκε το επιχείρημα της ομοφυλοφιλίας;
Τ. Ψ.: Είναι απολύτως αναληθές ότι ο Καρυωτάκης ήταν ομοφυλόφιλος. Κάτι τέτοιο δεν ανιχνεύεται καθόλου στην ποίησή του ούτε σε κάποιο στοιχείο της ζωής του. Είναι γνωστοί οι έρωτες του Καρυωτάκη με γυναίκες, πλατωνικοί μεν, λόγω των αυστηρών ηθών, αλλά απολύτως τεκμηριωμένοι. Υπήρξαν κάποιες αναφορές που έλεγαν ότι όταν αυτοκτόνησε φορούσε γυναικείο εσώρουχο. Έκανα έρευνα για το θέμα και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι φορούσε τα άγνωστα εκείνη την εποχή στην Ελλάδα ανδρικά σλιπ, τα οποία είχε αγοράσει στο Παρίσι. Έγραψα στην εταιρεία και μου απάντησαν ότι η παραγωγή τους ξεκίνησε το 1913 και ότι από το 1920 ήταν πολύ διαδεδομένα και αγοράζονταν από πολλούς ξένους επισκέπτες. Άλλωστε πώς είναι δυνατόν ο Καρυωτάκης να φορούσε γυναικείο εσώρουχο, ενώ είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει;
Η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη ήταν έντονη και πολυτάραχη. Εχει λεχθεί ότι εκείνη ήταν πολύ ερωτευμένη, αλλά όχι και ο Καρυωτάκης.
Τ. Ψ.: Αυτήν την εικόνα τη δημιούργησε ο Σακελλαριάδης. Δεν ξέρω τι κίνητρα είχε. Προσωπικά τον διαβάζω με σχετική καχυποψία, όταν μάλιστα δέχεται να δημοσιευθεί λογοκριμένη η τελευταία επιστολή του ποιητή, χωρίς καν αποσιωπητικά στα επίμαχα σημεία. Αξιοπρόσεχτο είναι πως κατά τη διάρκεια της σχέσης Καρυωτάκη-Πολυδούρη ο Σακελλαριάδης δεν εμφανίζεται στη ζωή του Καρυωτάκη ούτε διά ζώσης ούτε με συχνή αλληλογραφία όπως άλλοτε. Εγώ πιστεύω πως ο Καρυωτάκης αγαπούσε και θαύμαζε τη Μαρία, η οποία ήταν πολύ ισχυρή προσωπικότητα, κι επιπλέον ψηλή και ωραία κοπέλα. Εχουν δημοσιευθεί επιστολές του προς την Πολυδούρη όπου δεν κρύβει την αγάπη του.
Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν ολοκλήρωσαν τη σχέση τους;
Τ. Ψ.: Μην ξεχνάμε ότι και οι δύο είναι παιδιά συντηρητικών οικογενειών και γνωρίζονται λιγότερο από 4 μήνες. Κατά τη διάρκεια της σχέσης ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι πάσχει από σύφιλη και το λέει στη Μαρία. Εάν είχαν ολοκληρωμένες σχέσεις, μόλις μάθαινε η Μαρία πως ο σύντροφός της είχε σύφιλη θα πάθαινε ένα μικρό σοκ. Η σύφιλη ήταν τότε αντίστοιχη με το AIDS, και η πιθανότητα μετάδοσης ήταν 35-40% με την πρώτη κιόλας επαφή. Πουθενά απ’ τα γραπτά της ή το ημερολόγιό της δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, του προτείνει να ζήσουν μαζί κι ας μην κάνουν παιδιά (πιθανώς να εννοεί έρωτα). Ο Καρυωτάκης, φυσικά, αρνείται, είναι πολύ υπερήφανος για να το δεχτεί… Επιπλέον πρέπει να βλέπουμε τη συμπεριφορά των ατόμων σε σχέση με την εποχή τους. Οχι με τα σημερινά δεδομένα. Και οι συνήθειες της εποχής απαιτούν «τα νόμιμα κρεβάτια», όπως γράφει σαρκαστικά και ο ίδιος…

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Πολυδούρη - Κ. Καρυωτάκης

Λυρικοί και μεστοί ποιητές, περιέγραψαν και στιγμάτισαν με τα γράμματά τους την απελπισία, τον σπαραγμό και την παρακμή. Η ποίησή τους περιφέρεται από κάτι κοινό: τον έρωτα και τον θάνατο. Ότι ο έρωτας είναι τόσο δυνατός, όσο και ο θάνατος. Ότι ο έρωτας είναι το ίδιο και το αυτό με τον θάνατο... Όπως χαρακτηριστικά γράφει και η ποιήτρια, η τόσο εξαίρετη, "Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί". Δεν θα μπορούσα να μην ολοκληρώσω τις σειρές αυτές, χωρίς να αναφερθώ στην πιο αντιπροσωπευτική φράση της Πολυδούρη, στην πιο τραγική, που κάθε της λέξη κλείνει κι από μία αυτοκαταστροφή (- κι αν μεροληπτώ εις βάρος του Καρυωτάκη, τότε ελπίζω πως με το πιο κάτω ποίημά του, θα απολογηθώ.) : "Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ'αγαπούσαν;" 

(Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από την τελευταία της επιστολή, λίγο πριν το θάνατό της: "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα...")


ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗΣ ΠΙΑ

 Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό; 


Μ. Πολυδούρη


 ΝΥΧΤΑ

 Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει. 



Κ. Καρυωτάκης