Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Πολυδούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Μ. Πολυδούρη - Περί αυτοκτονίας



Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής, δεν έπρεπε να τον έχη δεχτή καθόλου. Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά. Φυσικά είνε ταπεινωτικό να ζη κανείς στο περιθώριο της ζωής, κι’ όμως να ζη! Μα δεν πρόκειται γι’ αυτούς, τώρα. Ο πόνος είνε το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτής για να στραγγίσης τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτής για να παλαίψης, ο αγώνας είνε η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είνε μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθής όχι η ζωή. // Μα αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, το κατανάλωμα της ψυχής μας, της ζωής μας όλης, τι αφάνταστα φριχτό και τι σεμνά μεγαλειώδες! «Καθήκον» λέξις τριμμένη, σχεδόν χωρίς ουσία και μισητή. Τι ανύψωμα θάπρεπε να της δώσω, τι ντύσιμο να της κάνω –μάλλον τι ξεντύσιμο- για να τη δώσω στον αγώνα της ζωής! Ένα καθήκον ευγενείας. Είνε ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Πόσες γωνιές της ψυχής σου θα φωτισθούν, τι εξαϋλωμα, εξαγίασις ο σπαραγμός, η συντριβή, η ταπεινωσύνη. Στο βάθος του πόνου ολοένα, που να τελειώνουν όλα μπρος στα μάτια σου, που να σου λείπει η πνοή, που να νιώθης κάθε στιγμή τη λόγχη στα σπλάχνα, έτσι πέρνεται η μεγάλη γαλήνη της μορφής και το φωτοστέφανο της Ζωής: ένας άξιος άνθρωπος! Έτσι μόνο θ’ αξιωθής, όταν η μεγάλη στιγμή φτάση, να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα. [Αυτή είνε η μεγάλη στιγμή. 
Η αναμονή του θανάτου για τη δικαίωση, την ανάπαυση, απέριττη και ωραία.


Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Ο Α. Τερζάκης για την Μαρία Πολυδούρη


        Ἕνα τεράστιο μεταλλικὸ πουλί, ζῶo που ξεπήδησε μέσ’ ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη, φρουμάζει τρέμοντας σύγκορμο, μὲ τοὺς κινητῆρες ἀναμμένους, ἀνυπόμονο νά σπαθίσει τὸ διάστημα, τὴν ὥρα που, μέσα στόν ἀνεμοστρόβιλο τοῦ μισεμού, γράφονται τοῦτες οἱ ἀράδες. Ὁ ἴλιγγος ἀλέθει τίς σκέψεις, τὶς ἐποχές, κομματιάζει ἴσκιους, ξεσηκώνει φαντάσματα. Μὲ δάχτυλα βιαστικὰ φυλλομετρὼ κι’ ἐγὼ τὸ βιβλίο τοῦτό πού μοῦ ἦρθε τέτοια στιγμή. Μοναχὰ τὸ φυλλομετρῶ, τίποτα περισσότερο δέν προφταίνω. Ὅμως ἀδύνατο καὶ νά τὸ παρατρέξω: μαγνητίζει μέσα μου τὸ βραδιασμένο στρατολάτη μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Εἶναι τὰ «Ἅπαντα» τῆς Μαρίας Πολυδούρη.
   
     Ἄλλοι θὰ γράψουν τὴν ἁρμόδια γνώμη τους γιά τοὺς στίχους αὐτούς, θὰ τοὺς μετρήσουν μὲ τὸ μέτρο τῆς ὥρας, θὰ δώσουν ἄφεση μὲ κάποια ἴσως μεγαλοψυχία. Ἐγὼ θ’ ἀναπολήσω μόνο. Κι’ ὄχι κἄν τὴν ἴδια τὴν ποιήτρια. Τὸ διάκοσμο, τή σκηνογραφία πού στέκεται σ’ ἀποστάσῃ γύρω τῆς. Σημειῶστε πώς καμμιά φιλοδοξία συνθετική δεν μπαίνει σὲ τούτη τὴν ἀπόπειρα. Εἶναι μολυβιὲς ῥιγμένες στήν τύχη, σύμφωνα μὲ τὸν ἀκατάστατο ῥυθμὸ τῆς μνήμης, ποὺ τὴν ξάφνιασαν στόν ὕπνο της καὶ τρεκλίζει ψάχνοντας νά ὀρθοποδήσει ἀνάμεσα στά μνήματα.

      Ξαναβλέπω τή ζωή μέσ’ ἀπὸ τὰ θολά, ῥοδισμένα στ’ ἀπόβραδο τζάμια ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ καφενείου. Τή ζωή μιᾶς Ἀθήνας πού δέν ὑπάρχει πιά. Ἔξω στό δρόμο, ποὺ ἔχει σκόνη πολλὴ καὶ λιγοστὴ κινήσῃ, οἱ ἀραιοὶ διαβάτες περνᾶνε χωρὶς νά βιάζονται. Κάπου στή γειτονιά τραγουδάει μὲ χοντροὺς κόμπους στό λαιμὸ της μιά λατέρνα. Ζεστὸ φαΐ λιβανίζει στή γειτονιά. Ἀνάμεσα στούς κρεμασμένους ἴσκιους τῆς νύχτας πού κατεβαίνη, βλέπεις νά περνάει στό δρόμο μιά θεωρία μουγγή, σκυφτή: Οἱ πρόσφυγες τῆς Καταστροφῆς.

        Λένε πώς εἴταν μιά ἐποχή ἡττημένῃ. Αὐτὸ τὸ λένε ἐκεῖνοι πού ἤρθαν κάπως ἀργότερα, ξεκούραστοι μὲ κοστούμι ἀτσαλάκωτο, κομμένο σὲ κάποιο ῥάφτη τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ἡττημένη: Θὰ τήν πῶ καλλίτερα «δραματική». Ὑπάρχουν ἐποχὲς ἀνύποπτες κι’ ἐποχὲς στοιχειωμένες, καιροί πού ἡ συνείδηση τους κοιμᾶται κι’ ἄλλοι πού ἡ ψυχὴ τους ἀλαφιάστηκε. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἀνάμεσα στά 1922-1929 εἴταν ἕνα παράξενο κρᾶμα ἀπὸ ἀφέλεια κ’ ἔγνοια, προαισθήματα καὶ ῥεμβασμό. Ἡ Ἀθῆνα ἡ ζωντανὴ εἶχε μικροαστικὴ σφραγῖδα. Μιά συνοικία ἀπεράντῃ, ποὺ ἔφτανε ἴσαμε τὴν ὀδὸ Σταδίου, κι’ αὐτὴ πιστὸ ἀντίγραφο τῆς ἐπαρχίας. Τὸ νομαρχιακὸ γραφεῖο ὅπου πάει νά πιάσει δουλεία ἡ Μαρία Πολυδούρη, καινουργιοφερμένη ἀπὸ τὴν Καλαμάτα της, εἶναι σκονισμένο, νυσταλέο καὶ κακομούτσουνο, στεγάζει φουκαράδες ὑπαλλήλους πού ἔχουν γιά ὄνειρο φυγῆς τή βραδινή πρέφα. Κι’ ὅμως, ἀνάμεσα σὲ τέτοιον κόσμο, πίσῳ ἀπὸ τραπέζι πληκτικό, κάθεται ὁ Κώστας Καρυωτάκης. Γιατὶ τάχα αὐτὴ ἡ εὐκολία νά πιστεύουμε ὅτι ὁ ποιητὴς τοῦ «Μιχαλιοῦ» συνοψίζει τὴν ἀθλιότητα; Κρίνουμε τὸ ἐνδόσιμο ἢ τὸ μήνυμα; τὸ διάκοσμο ἢ τὸ θέαμα; Καὶ οἱ Ῥώσοι πήρανε γιά κατώφλι τους τὴν ἀθλιότητα, μᾶς εἰδοποίησαν ὅμως γιά ὅ,τι μάντεψαν χάρη σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὸ βαθὺ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀληθείας. Ἀθεράπευτη μανία μας νά νομίζουμέ πώς ὅλα ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν σὲ μιά ἠθογραφία!

         Τὸ μέγεθος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι κρυφὸ κι’ ἀνυπόκριτο. Σημειώνει μιά κρίσιμη στροφή τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς ἀπὸ τὰ ἔξω στά μέσα. Γιά πρώτη φορὰ ἐπικοινωνεῖ ὁ τόπος μὲ τὰ μεγάλα ῥεύματα τοῦ αἰῶνα. Μέσα στά μουχλιασμένα δημόσια γραφεῖα στρατολογείται μιά νεολαία πού θὰ πιστέψει μὲ πάθος στήν κοινωνική δικαιοσύνη, θὰ στρώσει μὲ τὰ κορμιὰ της τοὺς τραγικοὺς δρόμους της. Αὐτὸ – ὅποια κι’ ἂν εἶναι ἡ προσωπικὴ μας πίστη κι’ ὁ τελικὸς ἀπολογισμὸς – πρέπει να τὸ ἀναγνωρίσουμε. Σύγκαιρα, μία μειοψηφία ἐκστατική, λυρική, μιά χούφτα νέοι πού ἔγραφαν, πασχίζει ἐκεῖνα τὰ χρόνια νά προσανατολιστεῖ μέσα στην ἀνεμοζάλη, νά συλλάβει κάτι ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιούς πού δίνουν ἀνάστημα στόν ὁρίζοντα. Ἀργότερα, σὰν ἔρθουν ξεκούραστοι, ἀμέτοχοι, φρεσκοξυρισμένοι οἱ προφῆτες τῶν νέων τάσεων, θὰ κηρύξουν μιά φρεσκογυαλισμένη πίστη στή γραφικότητα, θ’ ἀνεμίσουν χρώματα γαλάζια καὶ χρυσαφιά. Τὴν Ἱστορία τή γράφουν οἱ ἐπιζῶντες. Ἡ νεολαία τῆς δραματικῆς δεκαετίας ἔπεσε θερισμένη κι’ ἀναπολόγητη στό σύνορο τῆς χίμαιρας.

        Στιγμές-στιγμὲς ἔχω τὴν ἐντύπωσή πώς εἶμαι ὁ τελευταῖός πού ἔχει ἐπιζήσει ἀπὸ τὰ θύματα ἑνὸς μεγάλου ναυαγίου. Ἑνας ὁλόκληρος κόσμος ἔφυγε μὲ τὸ πλοῖο ἐκεῖνο, τὸ πλοῖο τοῦ Καρυωτάκη, καταποντίστηκε. Πρέπει νά μπορεῖς νά συγκρίνεις τὸ ὕφος τῶν τότε νέων μὲ τῶν τωρινών, γιά νά καταλάβεις τὴν ἀποστάσῃ. Ἄλλος κόσμος! Εἴμασταν ἁπλοϊκοὶ κι’ εὐλαβικοί, μὲ μίαν ἀπολησμονημένη μέσα στα ματία μας καταχνιὰ τοῦ 19ου αἰῶνα, κληρονομία πατρική. Ποιήσῃ, κοινωνικὴ ἐπανάσταση, ἔρωταςς, μπερδεύονταν στό μυαλὸ μας, ἔκαναν τὴν περπατησιὰ μας ζαλισμένη καὶ σὰν ὑπνοβατική. Ἀπὸ τοὺς τέσσερους ἢ πέντε νέους – δέν καλοθυμᾶμαι – πού ξεκινήσαμε νωρὶς κεῖνο τὸ δειλινὸ νά πάμε στή «Σωτηρία» γιά νά κάνουμε ἐπισκέψῃ στή Μαρία Πολυδούρη, οἱ τρεῖς τουλάχιστον εἴταν ἐρωτευμένοι μαζὶ της. Θανάσιμα. Ἢ τὸ πίστευαν.
Δέν εἴχα κάνει τή γνωριμία της κι’ ἐνιωθα ἔτσι σὰν ξένος, παρείσαχτος. Ἔπειτα, θυμᾶμαι, πείσμωνα μὲ τὴν ὁμαδικὴ ἐκείνη ἐρωτοληψία πού τὴν τριγύριζε. Μοῦ φαινόταν φιλολογικὴ καὶ βέβηλη, νά θολώνει μὲ πυκνὲς ἀνασαιμιὲς τὴν σοβαρότητα τῆς μορφῆς της. Ἔχω, ἔτσι, μίαν ἐμμέση μόνο, ἠθικὴ κάλλιο παρὰ φυσικὴ εἰκόνα της στό νοῦ μου. Ἀπὸ ὅ,τι ἄκουγα. Γιατὶ ἐκεῖνο τὸ δειλινό πουύ λέω, γλυκό, ῥοδαλὸ δειλινὸ τῆς ἀττικῆς ἄνοιξῃς, ἔγινε τοῦτο τὸ περίεργο: Σὰν φτάσαμε μπροστὰ στό μονόροφο οἴκημα ὅπου βρισκόταν τὸ δωμάτιο της, σημειώθηκε μέσα μου, ξάφνου, μιά ἀλλαγή. Εἴχα ἀπὸ καιρὸ μίαν ἐπιθυμία σχεδὸν παθιασμένη νά τὴν ἴδω, περιέργεια νέου γιά μιά νέα. Ἐκεῖ ὅμως, στό κατώφλι τοῦ φτωχοὺ περιπτέρου, μπροστὰ στά δύο-τρία σκαλάκια πού ἀνέβαζαν στή σανιδένια βεραντούλα, ἄλλαξα γνώμη. «Ἐμπᾶτε σεῖς, κάνω στούς ἄλλους. Ἐγὼ θὰ περιμένω ἐδῶ».

      Μονομιᾶς εἶχε φέξει μέσα μου ἡ σκέψη πώς ἡ κοπέλα ἡ ἄρρωστη ἐκεῖ μέσα, εἴταν ὡραία, ἐρωτική, ὅμως ὁ ὀμορφιὰ της τώρα-τώρα, καθώς μοῦ εἴπανε, μὲ τὴν ἐπιδείνωση τοῦ κακοῦ ποῦ τὴν ἔτρωγε, εἶχε πιάσει νά κόβει. Πῶς θὰ τῆς φαινόταν, αὐτῆς πού ἤταν κιόλας ἔνας μικρὸς θρῦλος, λυρικὸς, ἐρωτικός, νά πρωτοφανεῖ στα μάτια ἑνὸς νέου ἔτσι χαλασμένη, σημαδεμένη ἀπὸ τὸν τραγικὸ πρόλογο τῆς φθορᾶς; Τὸ βρῆκα ἀδιάκριτο ἐκ μέρους μου, σκληρό. Ἀπόμεινα λοιπὸν ἔξω, νά περιμένω τοὺς ἄλλους, καὶ μόνο συλλογιζόμουν πώς εἶναι τούτη πού χάνω ἡ ὑστάτη, ἡ μοναδικὴ ἴσως εὐκαιρία, να ἴδω τή Μαρίᾳ Πολυδούρη ζωντανή. Κάπου-κάπου ἔρριχνα κλεφτὲς ματιὲς μέσα.
Εἴταν ξαπλωμένη στό κρεβάτι της, μὲ τὰ πόδια κατὰ μένα. Δέν ξέκρινα παρὰ τὸ μέτωπό της, ποὺ τὸ φώτιζε μιά βραδινῇ ἀντιφεγγιὰ ἀπὸ τὸ κοντινὸ παράθυρο. Ὡραῖο μέτωπο, ψηλό, καὶ τὸ φῶς ἔπαιρνε ἀπάνω του μιά λάμψη μελιχρή, σὰν ἀπὸ νεκρικὴ λαμπάδα.

         Εἶναι ἡ μοναδικὴ εἰκόνα πού ἔχω ἀπὸ τη Μαρίᾳ Πολυδούρη. Οἱ κατοπινές μου θύμησες εἶναι ἀπὸ τὸ πρωινὸ ἐκεῖνο, λίγο ἀργότερα, ποὺ ξεκινήσαμε πάλι ἡ μικρὴ νεανικὴ κουστωδία, σφιγμένοι στή βουβαμάρα τῆς λύπης μας, νά πᾶμε στήν ἰδιωτικὴ κλινική, ἐκεῖ στά Κάτω Πατήσια, νά τὴν ἰδοῦμε νεκρή. Θαρρῶ εἶχε ξεψυχήσει τή νύχτα ἢ τὰ χαράματα. Ὅταν φτάσαμε κι’ ἀνεβήκαμε στό ἀπάνω πάτωμα, στό μακρὺ γυαλιστερὸ διάδρομο, μᾶς εἴπαν νά περιμένουμε, νά μὴ μποῦμε στό δωμάτιο τῆς νεκρής. Ἡ πόρτα του ἄνοιξε, βγῆκε ἕνα φορεῖο. Ἀπάνω, τυλιγμένο ἀπὸ κορφὴ σὲ νύχια μέσα σ’ ἄσπρο σεντόνι, ἕνα κορμὶ κοριτσιοῦ ταλαντευόταν μαλακά, ἴσως ἀκόμα ζεστό, καί πού τὄνιωθες τρυφερό. Πέρασε ἀργὰ μπροστὰ μας. Σκύψαμε τὰ κεφάλια μας.

        Καὶ τὴν ξαναβλέπω κάτω, στό μικροσκοπικὸ ἐκκλησάκι τῆς κλινικῆς, ὕστερα στήν ἐκκλησία τοῦ Ἅ΄ Νεκροταφείου. Ἀκολουθήσαμε τὸ δρόμο γιά τὸν τάφο λιγοστοὶ πάντα, μιά κηδεία σχεδὸν οἰκογενειακή, ὅπου ἐμεῖς, οἱ νέοι οἱ ὁλότελα ξένοι στήν οἰκογένεια, εἴχαμε τὸ αἴσθημά πώς κηδεύουμε κάποιον, πού, κρυφά, ἀνήκει μόνο σ’ ἐμᾶς. Εἶναι κάτι πού δεν μοιάζει μὲ τίποτα τὸ πένθος αὐτὸ τῶν νέων γιά τοὺς νέους. Σὰ νά ξέρουν αὐτοὶ κάτι, ἕνα μυστικό, κάποιο σύνθημα, ποὺ τοὺς δένει μεταξὺ τους. Οἱ μεγάλοι δεν τὸ ὑποψιάζονται, εἶναι ἀνίκανοι νά τὸ νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικὰ καὶ καθιερωμένα. Ἐμεῖς, τὴν ὥρα ἐκείνη πού πορευόταν πρὸς τὸν τάφο τὸ λείψανο τῆς Μαρίας Πολυδούρη, ἀκούγαμε σκοτεινὰ μέσα μας ν’ ἀνακρούεται τὸ ἐπικὸ ἐμβατήριο μιᾶς ἐποχῆς.


Άγγελος Τερζάκης
Ἐφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19 Ἀπριλίου 1961


Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Πολυδούρη Μ. - Στον Κήπο του Ζαππείου



Ποιὰ μοίρα νὰ μοῦ ἑτοίμασε τὸ πέρασμα,
ποιὸ πνεῦμα μ᾿ ἔχει πάρει,
τὴ νύχτα ἀπόψε τὴ φθινοπωριάτικη
μ᾿ ἕνα μεγάλο θλιβερὸ φεγγάρι.

Στὸν κῆπο τοῦ Ζαππείου, φωλιὰ τοῦ ἔρωτα;
Ἐγὼ μία σκιὰ ποὺ σέρνεται στὸ χῶμα,
ἕνα φύλλο ποὺ πιὰ τὴ ρίζα του ἔχασε
καὶ ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος ἀκόμα.

Ἔρημα τὰ δρομάκια, ἔρημοι οἱ πάγκοι του.
Τὸ σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
ἀμφίβολα. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐφύγανε
οἱ ἐρωτευμένοι.

Ἐδῶ ἕνας νέος σκυθρωπὸς ἑτοίμαζε
κάποια χαρὰ στὴν παθιασμένη ζωή του.
Φιλοῦσε ἑνὸς μικροῦ χεριοῦ τὰ δάχτυλα
μεθοῦσεν ἡ συλλοή του.

Ἐκεῖ, κάποιος ποτὲ ποὺ δὲν ἐπίστεψε
ζητᾶ ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα χείλη
τὸ μάταιον ὅρκο. Πόσο πιὸ καλλίτερα
νἄτανε σιωπηλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφίλει.

Ἐδῶ, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο μάρμαρο
εἶχε καθήσει ἡ κόρη
κ᾿ ἕνας ἄντρας ξανθὸς σὰν ἥλιος, τὸ εἴδωλο
τῆς ἀγάπης ἐθώρει.

Κάποιος, μέσ᾿ στὶς σκιὲς ποὺ ὅλο βαθαίνουνε,
ἕνας θεὸς ποὺ ἐξιλασμὸ ζητοῦσε,
μιᾶς παρθένας τὸ σῶμα ξέσκεπο ἅπλωσε
καὶ τῆς νύχτας τὰ πνεύματα καλοῦσε.

Στὸν πάγγο ποὺ τὸ βάρος τὸν γονάτισε
τὸν ἔδειρε μία τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυὸ ψυχὲς ποὺ ἀρρώστησαν
καὶ δὲν τοὺς δίνει ἡ ἀγάπη τους χαρὰ καμμία.

Τόσα φιλιὰ καὶ κρυφοαναστανέγματα
σὲ μία στιγμὴ πὼς σβήσαν!
Τὸ ἀγέρι τοῦ φθινόπωρου δυνάμωσε
κ᾿ οἱ ἐρωτευμένοι φύγαν καὶ μ᾿ ἀφῆσαν.

Νά, μόλις φύγαν. Μένει ἀκόμα τὸ ἄρωμα
τριγύρω ἐδῶ χυμένο.
- Καὶ γὼ μία σκιὰ ποὺ δὲ θὰ μὲ ὑποψιάζονταν
κανείς, τί θέλω ἐδῶ, τί μένω;



Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

M. Πολυδούρη - Ανεπίδοτη Επιστολή






Ἀγαπητοὶ φίλοι!

Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!
Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.
Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;
Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...
Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἐαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...
Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...
Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...
Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...
Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.*

Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη





*Αναφέρεται στην Έμιλι Ντίκινσον και στα λόγια της: «Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα...»


(Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/maria_polydoyrh/epistolh.htm)



Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Πολυδούρη - Κ. Καρυωτάκης

Λυρικοί και μεστοί ποιητές, περιέγραψαν και στιγμάτισαν με τα γράμματά τους την απελπισία, τον σπαραγμό και την παρακμή. Η ποίησή τους περιφέρεται από κάτι κοινό: τον έρωτα και τον θάνατο. Ότι ο έρωτας είναι τόσο δυνατός, όσο και ο θάνατος. Ότι ο έρωτας είναι το ίδιο και το αυτό με τον θάνατο... Όπως χαρακτηριστικά γράφει και η ποιήτρια, η τόσο εξαίρετη, "Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί". Δεν θα μπορούσα να μην ολοκληρώσω τις σειρές αυτές, χωρίς να αναφερθώ στην πιο αντιπροσωπευτική φράση της Πολυδούρη, στην πιο τραγική, που κάθε της λέξη κλείνει κι από μία αυτοκαταστροφή (- κι αν μεροληπτώ εις βάρος του Καρυωτάκη, τότε ελπίζω πως με το πιο κάτω ποίημά του, θα απολογηθώ.) : "Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ'αγαπούσαν;" 

(Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από την τελευταία της επιστολή, λίγο πριν το θάνατό της: "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα...")


ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗΣ ΠΙΑ

 Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό; 


Μ. Πολυδούρη


 ΝΥΧΤΑ

 Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει. 



Κ. Καρυωτάκης