Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Φ. Ντοστογιέφσκι - Ο μικρός πλάι στον Χριστό πάνω στο έλατο (απόσπασμα)


Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. 



Ι 
Ο μικρός "με απλωμένο το χεράκι"

      Είναι παράξενα τα παιδιά, τα βλέπω στα όνειρά μου και στη φαντασία μου. Πριν ακόμα αρχίσουν να κόβουν τα έλατα και πριν από τα Χριστούγεννα, έτυχε να συναντήσω στο δρόμο, στη γνωστή γωνία, έναν πιτσιρίκο που δε θα ήταν πάνω από εφτά χρονών. μέσα στη φοβερή παγωνιά, αυτός ήταν ντυμένος με ρούχα σχεδόν καλοκαιρινά, ο λαιμός του όμως ήταν τυλιγμένος με ένα παλιόρουχο, άρα κάποιος τον είχε εφοδιάσει μ'αυτό όταν τον έστελνε εδώ πέρα. Περιφερόταν "με απλωμένο το χεράκι" - αυτός είναι ένας τεχνικός όρος που σημαίνει ζητούσε ελεημοσύνη. Τον όρο τον επινόησαν οι ίδιοι αυτοί οι μικροί. Κάτι τέτοιοι σαν κι αυτόν περιφέρονται αμέτρητοι στο δρόμο σας, σκούζοντας αυτό που τους έμαθαν. Αυτός όμως δεν έσκουζε, μιλούσε με ένα ύφος αθώο και ασυνήθιστο και με κοιτούσε με εμπιστοσύνη κατάματα- άρα, ήταν νιόβγαλτος στο επάγγελμα. Στις ερωτήσεις μου απάντησε ότι είχε μια αδελφή που έμενε στο σπίτι άνεργη, άρρωστη. Ίσως αυτή να ήταν η αλήθεια- μετά όμως έμαθα ότι αυτοί οι μικροί είναι αμέτρητοι: τους στέλνουν να ζητιανέψουν ακόμα και μέσα στη φοβερότερη παγωνιά, και αν δεν μαζέψουν τίποτα, τότε σίγουρα τους περιμένει ξυλοφόρτωμα. 
Έτσι και μαζέψει μερικά καπίκια, ο μικρός ξαναγυρνά με κοκκινισμένα, ξυλιασμένα χέρια σε κάποιο υπόγειο, όπου μεθοκοπάει μια συμμορία από χαλάτνικι, απ'αυτούς που "ξεκινάνε την απεργία στο εργοστάσιο σαββατιάτικα, παραμονή της Κυριακής, και δεν ξαναγυρνάνε στη δουλειά πριν από το βράδυ της Τετάρτης". Εκεί, στα υπόγεια, μεθοκοπάνε μαζί τους οι πεινασμένες, ξυλοκοπημένες γυναίκες τους, εκεί ταΐζουν τα πεινασμένα μωρά τους. Βότκα, βρομιά, διαφθορά, αλλά πάνω απ'όλα βότκα. Με τα λεφτά που έχει μαζέψει ο μικρός, τον στέλνουν στην ταβέρνα κι αυτός φέρνει κι άλλο κρασί. Έτσι, γι'αστείο, τον βάζουν καμιά φορά να πιει μισό μπουκάλι βότκα και ξεσπάνε σε χάχανα όταν αυτός πέφτει κατάχαμα, με κομμένη ανάσα, σχεδόν λιπόθυμος:

... και δίχως να με λυπηθεί,
βότκα με πότιζε αηδιαστική...* 

     Όταν μεγαλώσει, θα τον χώσουν στα γρήγορα σε κάποια φάμπρικα, όσα βγάζει όμως πάλι θα πρέπει να τα φέρνει στους χαλάτνικι, κι εκείνοι θα τα τρώνε στο ποτό. Όμως αυτά τα παιδιά, προτού πάνε στη φάμπρικα, θα έχουν γίνει εγκληματίες. Αλητεύουν στην πόλη και ξέρουν κάποια σημεία στα διάφορα υπόγεια όπου μπορεί κανείς να χωθεί και να περάσει τη νύχτα δίχως να τον πάρουν είδηση. Ένα απ'αυτά πέρασε κάμποσα βράδια στη σειρά στο κονάκι του επιστάτη μιας αυλής, χωμένο μέσα σ'ένα καλάθι, κι έτσι εκείνος δεν τον πήρε είδηση. Εννοείται ότι τα παιδιά αυτά θα γίνουν κλεφτρόνια. Η κλεψιά μετατρέπεται σε πάθος ακόμα και για οκτάχρονα παιδιά, μερικές φορές μάλιστα σε συνθήκες απόλυτης άγνοιας για την εγκληματικότητα της πράξης. Στο τέλος υποφέρουν τα πάντα, και την πείνα και το κρύο και το ξυλοφόρτωμα, για να κερδίσουν ένα και μόνο πράγμα, την ελευθερία τους, και το σκάνε από τους χαλάτνικι για να αλητέψουν για λογαριασμό τους. Τούτα τα άγρια πλάσματα μερικές φορές δεν καταλαβαίνουν τίποτα, ούτε που ζουν, ούτε από πού κατάγονται, ούτε αν υπάρχει Θεός, ούτε αν υπάρχει τσάρος. Λένε μάλιστα γι'αυτά τέτοια πράγματα που, ακούγοντάς τα, δεν πιστεύεις στ'αφτιά σου, κι όμως είναι όλα πραγματικά γεγονότα. 






ΙΙ
Ο μικρός πλάι στον Χριστό πάνω στο έλατο

[...]
      Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από τη ρόμπα που φορούσε. Ένα μεγαλόσωμο, μοχθηρό αγόρι στεκόταν πλάι του- του έδωσε μια κατακεφαλιά, του άρπαξε την τραγιάσκα και του έβαλε τρικλοποδιά. Ο μικρός κυλίστηκε κατάχαμα, ο κόσμος βάλθηκε να ξεφωνίζει, ο μικρός σάστισε, πετάχτηκε πάνω και το' βαλε στα πόδια - άξαφνα άρχισε πάλι να τρέχει δίχως να ξέρεις πού πηγαίνει - χώθηκε από μία εξώπορτα σε μια ξένη αυλή κι εκεί κάθισε πίσω από το σωρό με τα ξύλα: "Εδώ δε θα με βρουν, άσε που είναι και σκοτεινά". 
      Κάθισε και κουλουριάστηκε και ούτε ν'ανασάνει δεν μπορούσε από την τρομάρα του και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε τόσο όμορφα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του δεν πονούσαν πια και τώρα ένιωθε τόσο, μα τόσο ζεστά, σαν να καθόταν κοντά σε σόμπα. Αναρίγησε σύγκορμος. Αχ, παραλίγο να αποκοιμηθεί! Τι καλά που θα'ταν να μπορούσε να αποκοιμηθεί εδώ! "Θα καθίσω λιγάκι εδώ και μετά θα πάω να δω ξανά τα κουκλάκια" συλλογίστηκε ο μικρός και χαμογέλασε καθώς τα θυμήθηκε, "μοιάζουν ολοζώντανα!". Και ξάφνου του φάνηκε ότι άκουσε τη μαμά του να του λέει ένα τραγούδι. "Μαμά, θα κοιμηθώ, αχ, είναι τόσο όμορφα να κοιμάσαι εδώ!"
      - Έλα μαζί μου στο έλατο μικρέ, του ψιθύρισε ξαφνικά μια σιγανή φωνή. 
      Εκείνος σκέφτηκε ότι ήταν πάλι η μαμά του, όχι όμως, δεν ήταν αυτή. Ποιός ήταν λοιπόν αυτός που τον φώναζε; Δεν έβλεπε κανέναν- κάποιος όμως έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι κι αυτός άπλωσε τα χέρια και... και ξάφνου, ω, τι φως! Ω, τι έλατο! Μα δεν ήταν έλατο αυτό, ποτέ ως τώρα ο μικρός δεν είχε δει τέτοια δέντρα! Μα πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα αστράφτουν κι ολόγυρα υπάρχουν κουκλάκια- όχι, είναι ζωντανά αγοράκια και κοριτσάκια, μόνο που είναι τόσο φωτεινά, όλα τους τον περιτριγυρίζουν, πετάνε ολόγυρά του, όλα τους τον φιλάνε, τον παίρνουν μαζί τους, αλλά κι ο ίδιος πετάει και βλέπει τη μαμά του να τον κοιτάζει και να του χαμογελά χαρούμενα. 
      - Μαμά! Μαμά! Τι ωραία που είναι εδώ, μαμά! της φωνάζει ο μικρός και ξαναρχίζει να φιλιέται με τα παιδιά και θέλει, όσο πιο γρήγορα γίνεται, να τους μιλήσει για εκείνα τα κουκλάκια πίσω από το τζάμι. Ποια είστε, παιδιά; ρωτάει ενώ γελάει και τα αγαπάει. 
     - Αυτό είναι το "Έλατο του Χριστού", του απαντάνε εκείνα. Πάντοτε τούτη τη μέρα ο Χριστός έχει ένα έλατο για τα παιδάκια που δεν έχουν το δικό τους έλατο στη γη... Κι έτσι έμαθε ο μικρός ότι αυτά τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδιά ολόιδια μ'αυτόν, άλλα όμως πάγωσαν μέσα σε καλάθια παρατημένα στα σκαλοπάτια των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στα χέρια Φιλανδών που τα έπαιρναν από τα παιδαγωγικά ιδρύματα για να τα αναθρέψουν**, κάποια άλλα πέθαναν πάνω στα στεγνωμένα στήθη των μανάδων τους τον καιρό της μεγάλης πείνας στη Σαμάρα, κι άλλα έσκασαν μέσα σε βαγόνια τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, και τώρα βρίσκονται όλα τους εδώ, όλα τους τώρα είναι σαν άγγελοι, όλα τους είναι κοντά στον Χριστό, κι Αυτός είναι ανάμεσά τους και τους απλώνει τα χέρια και ευλογεί κι αυτά και τις αμαρτωλές μανάδες τους... Κι οι μητέρες ετούτων των παιδιών στέκονται κι αυτές εδώ, σε μια γωνιά, και κλαίνε. Η καθεμία τους γνωρίζει το δικό της αγοράκι ή κοριτσάκι, κι αυτά πετάνε προς το μέρους τους και τις φιλάνε, σκουπίζουν με τα χεράκια τους τα δάκρυά τους και τις παρακαλούν να μην κλαίνε, επειδή νιώθουν τόσο όμορφα εδώ...
      Κάτω στη γη, οι επιστάτες της αυλής βρήκα το πρωί το μικρό κουφάρι του αγοριού που είχε φωλιάσει πίσω από το σωρό με τα ξύλα και πάγωσε. Γύρεψαν και τη μάνα του... Εκείνη είχε πεθάνει πριν απ'αυτό. Κι οι δυο τους ανταμώσανε στον ουρανό, κοντά στον Θεό. 
      Γιατί κάθισα και έγραψα μια τέτοια ιστορία, τόσο αταίριαστη σ'ένα συνηθισμένο, λογικό ημερολόγιο, και μάλιστα το ημερολόγιο ενός συγγραφέα; Αφού μάλιστα είχα υποσχεθεί διηγήματα που να αφορούν κυρίως πραγματικά περιστατικά; Να τι συνέβη: όλα αυτά μου φαίνεται πως θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ'αλήθεια, όλα αυτά δηλαδή που συνέβησαν στο υπόγειο και πίσω από το σωρό με τα ξύλα, και στον άλλο κόσμο με το Έλατο του Χριστού- ε, κι εγώ δεν ξέρω πώς να σας το πω, θα μπορούσαν όλα αυτά να έχουν συμβεί, ναι ή όχι; Μα γι'αυτό ακριβώς είμαι μυθιστοριογράφος, για να μπορώ να επινοώ διάφορα πράγματα. 





*Παράφραση ενός ποιήματος του Νικολάι Νεκράσοφ με τίτλο Παιδικά χρόνια, το οποίο δεν δημοσιεύθηκε όσο ζούσε ο Ντοστογιέφσκι, αλλά το 1984. Ο Ντοστογιέφσκι το άκουσε πιθανότατα από τον ίδιο τον ποιητή στη δεκαετία του 1840. 
** Τα άσυλα για ορφανά παιδιά ονομάζονταν παιδαγωγικά ιδρύματα. 


(Νουβέλες και διηγήματα, Β' τόμος, εκδόσεις Ροές)



Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ο Α. Καμύ αναλύει τους παράλογους ήρωες στα έργα του Φ. Ντοστογιέφσκι (Μέρος Γ')


(Από την κινηματογραφική ταινία "Αδερφοί Καραμάζωφ", 1958)

     Έτσι με τα μυθιστορήματα, όπως το "Ημερολόγιο", θέτουν το θέμα του παράλογου. Εγκαθιδρύουν τη μέχρι θανάτου λογική, την έξαρση, την "τρομακτική" ελευθερία, τη δόξα των τσάρων που γίνεται ανθρώπινη. Όλα είναι καλά, όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν είναι μισητό: είναι παράλογες κρίσεις. Δεν υπάρχει όμως θαυμαστότερη δημιουργία από αυτή όπου οι υπάρξει αυτές της φωτιάς και του πάγου μας φαίνονται τόσο οικείες. Ο παθιασμένος κόσμος της αδιαφορίας που διαπληκτίζεται μέσα στην καρδιά του δε μας φαίνεται τερατώδης σε τίποτα. Σ' αυτόν συναντάμε τις καθημερινές αγωνίες μας. Και, χωρίς αμφιβολία, κανείς δεν ήξερε σαν τον Ντοστογιέφσκι να δώσει στον παράλογο κόσμο τόσο κοντινές και βασανιστικές γοητείες.
     Παρ' όλα αυτά ποιο είναι το συμπέρασμά του; Δυο αποσπάσματα θα φανερώσουν την πλήρη μεταφυσική αλλαγή που οδηγεί το συγγραφέα σε άλλες αποκαλύψεις. Οι διαμαρτυρίες μερικών κριτικών προξενημένες από το συλλογισμό του λογικού αυτοκτόνου, υποχρεώνουν τον Ντοστογιέφσκι να αναπτύξει τη θέση του στα επόμενα τεύχη του "Ημερολογίου" και να καταλήξει: "Εάν η πίστη στην αθανασία είναι τόσο αναγκαία για την ανθρώπινη ύπαρξη (που χωρίς αυτή θα σκοτωνόταν), τότε αυτή είναι η φυσική τάξη της ανθρωπότητας. Αφού είναι έτσι, η αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, χωρίς αμφιβολία υπάρχει". Εκτός απ' αυτό, στις τελευταίες σελίδες του τελευταίου του έργου, στο τέλος αυτής της γιγαντιαίας αναμέτρησης με τον Θεό, τα παιδιά ρωτάνε τον Αλιόσα: "Καραμάζωφ, είναι αλήθεια αυτό που λέει η θρησκεία, πως θ' αναστηθούμε και θα ξαναδούμε ο ένας τον άλλο;" Και ο Αλιόσα απαντάει: "Οπωσδήποτε θα ξαναϊδωθούμε, θα διηγηθούμε χαρούμενα όλα όσα έγιναν".
        Έτσι ο Κιρίλωφ, ο Σταβρόγκιν και ο Ιβάν κατατροπώνονται.
Οι "Καραμάζωφ" απαντούν στους "Δαιμονισμένους". Και πρόκειται βέβαια για ένα συμπέρασμα. Η περίπτωση του Αλιόσα δεν είναι αμφίβολη σαν του πρίγκιπα Μίσκιν. Άρρωστος ο τελευταίος, ζει σε ένα συνεχές παρόν, φτιαγμένο από χαμόγελα και αδιαφορία κι αυτή η κατάσταση μακαριότητας θα μπορούσε να είναι η αιώνια ζωή για την οποία μιλάει ο πρίγκηψ.
Αντίθετα, ο Αλιόσα είναι σίγουρος όταν λέει: "Θα ξανασυναντηθούμε".
Δεν υπάρχει πια θέμα αυτοκτονίας και παραφροσύνης. Προς τι αφού αυτός είναι σίγουρος για την αθανασία και τις χαρές της; Ο άνθρωπος ανταλλάσσει τη θεότητά του με την ευτυχία. Έτσι ακόμα, το πιστόλι του Κιρίλωφ εκπυρσοκρότησε κάπου στη Ρωσία, μα ο κόσμος συνέχισε να περιπλανιέται στις τυφλές του ελπίδες. Οι άνθρωποι δεν το κατάλαβαν "αυτό".
      Εκείνος που μας μιλάει δεν είναι λοιπόν ένας παράλογος μυθιστοριογράφος, αλλά ένας μυθιστοριογράφος υπαρξιακός. Εδώ πάλι το άλμα είναι συγκινητικό, δίνει το ύψος της στην τέχνη που το εμπνέει. Είναι μια ένωση συνταρακτική, φτιαγμένη από αμφιβολίες, αβέβαιη και φλογερή. Μιλώντας για τους "Καραμάζωφ" ο Ντοστογιέφσκι έγραφε: "Το κυριότερο θέμα που θα συζητηθεί σ' όλα τα μέρη αυτού του βιβλίου είναι εκείνο που για χάρη του υπέφερα συνειδητά ή ασυνείδητα σ' όλη μου τη ζωή: η ύπαρξη του θεού". Είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως έφτασε ένα μυθιστόρημα για να μεταμορφώσει τον πόνο μιας ολόκληρης ζωής σε χαρούμενη βεβαιότητα. Ένας σχολιαστής [Ο Boris de Schloezer] το παρατηρεί δικαιολογημένα: Ο Ντοστογιέφσκι έχει κοινά σημεία με τον Ιβάν - και για τα αποφθεγματικά κεφάλαια των "Καραμάζωφ" απαιτήθηκαν προσπάθειες τριών μηνών, ενώ εκείνο που τιτλοφορούσε "οι βλάσφημοι" γράφτηκε σε περίοδο έμπνευσης μέσα σε τρεις βδομάδες. Όλοι οι ήρωές του έχουν στη σάρκα αυτή την αγκίδα που τους ερεθίζει και τους κάνει να γυρεύουν μια γιατρειά στην απόλαυση ή στην αθανασία. [Περίεργη και
αποκαλυπτική παρατήρηση του Ζιντ: Σχεδόν όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι είναι πολύγαμοι.] Ας σταθούμε πάντα σ' αυτή την αμφιβολία. Να ένα έργο όπου μέσα σ' ένα ημίφως παθητικότερο από το φως της ημέρας, μπορούμε να καταλάβουμε τον αγώνα του ανθρώπου προς τις ελπίδες του. Φτάνοντας στο τέρμα, ο δημιουργός πηγαίνει ενάντια στους ήρωές του. Έτσι, αυτή η αντίφαση μας επιτρέπει να κάνουμε μια παρατήρηση. Εδώ δεν πρόκειται για ένα έργο παράλογο μα για ένα έργο που θέτει το πρόβλημα του παραλόγου.

      Η απάντηση του Ντοστογιέφσκι στο "αίσχος" του Σταβρόγκιν, είναι η
ταπείνωση. Αντίθετα, ένα παράλογο έργο δε δίνει απάντηση, αυτή είναι όλη η διαφορά. Ας το σημειώσουμε για να τελειώνουμε: σ' αυτό το έργο εκείνο που αντιφάσκει στο παράλογο δε βρίσκεται στο χριστιανικό του χαρακτήρα, βρίσκεται στο κήρυγμα που κάνει για την αιώνια ζωή. Μπορεί να είναι κανείς χριστιανός και παράλογος. Υπάρχουν παραδείγματα χριστιανών που δεν πιστεύουν στη μέλλουσα ζωή. Θα ήταν λοιπόν δυνατό, με την ευκαιρία του έργου τέχνης, να καθοριστεί μια από τις κατευθύνσεις της ανάλυσης του παραλόγου που θα μπορούσε να προαισθανθεί κανείς στις προηγούμενες σελίδες. Οδηγεί προς τη θέση "ο παραλογισμός του Ευαγγελίου". Φωτίζει αυτήν τη γεμάτη παλμό σκέψη, που οι πεποιθήσεις δεν την εμποδίζουν να δυσπιστεί. Παρατηρεί κανένας, αντίθετα, πως ο συγγραφέας των "Δαιμονισμένων", συνοδοιπόρος μέχρις ενός σημείου, για να τελειώσει πήρε μια κατεύθυνση εντελώς διαφορετική. Η εκπληκτική απάντηση του δημιουργού στους ήρωές του, του Ντοστογιέφσκι στον Κιρίλωφ μπορεί, πράγματι, να συνοψισθεί έτσι:

Η ύπαρξη είναι ψέμα  κ α ι  είναι αιώνια.


~~~ * ~~~


Ο Α. Καμύ αναλύει τους παράλογους ήρωες στα έργα του Φ. Ντοστογιέφσκι (Μέρος Β')


(Πορτραίτο του Ρασκόλνικωφ - Ήρωα του έργου "Έγκλημα και Τιμωρία")



     Ο ίδιος ο Κιρίλωφ μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα. Σε μια ερώτηση του Σταβρόγκιν, απαντάει με σαφήνεια πως δε μιλάει για ένα θεό-άνθρωπο. Μπορούμε να σκεφτούμε πως αυτό το κάνει φροντίζοντας να ξεχωρίσει τον εαυτό του από τον Χριστό. Μα στην πραγματικότητα πρόκειται να προσαρτηθεί ο ίδιος σ' εκείνον. Πράγματι, ο Κιρίλωφ φαντάζεται μια στιγμή πως ο Ιησούς πεθαίνοντας "δεν ξαναβρέθηκε στον παράδεισο". Ήξερε, λοιπόν, πως το μαρτύριό του υπήρξε ανώφελο. "Οι νόμοι της φύσης", λέει ο μηχανικός, "ανάγκασαν τον Χριστό να ζήσει μέσα στο ψέμα και να πεθάνει για ένα ψέμα". Μ' αυτή την έννοια μόνο, ο Ιησούς ενσαρκώνει απόλυτα όλο το ανθρώπινο δράμα. Όντας εκείνος που πραγματοποίησε την πιο παράλογη ύπαρξη, είναι ο τέλειος άνθρωπος. Δεν είναι ο θεός-άνθρωπος, μα ο άνθρωπος-θεός. Κι όπως εκείνος, ο καθένας από μας μπορεί να σταυρωθεί και ν' απατηθεί - αυτό γίνεται σ' ορισμένα πλαίσια.
     Πρόκειται, λοιπόν, για μια θεότητα καθ' όλα γήινη. "Έψαχνα τρία χρόνια", λέει ο Κιρίλωφ, "την ουσία της θεότητάς μου και τη βρήκα. Η ουσία της θεότητάς μου, είναι η ανεξαρτησία". Διακρίνουμε στο εξής το νόημα της θέσης του Κιρίλωφ: "Εάν ο θεός δεν υπάρχει, είμαι θεός". Το να γίνεις θεός, σημαίνει μονάχα να είσαι ελεύθερος πάνω σ' αυτή τη γη, να μην υπηρετείς μια αθάνατη ύπαρξη. Σημαίνει προπάντων, να υποστείς όλες τις συνέπειες αυτής της οδυνηρής ανεξαρτησίας. Εάν υπάρχει θεός, τα πάντα εξαρτώνται από εκείνον και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα αντίθετα στη θέλησή του. Εάν δεν υπάρχει, όλα εξαρτώνται από μας. Για τον Κιρίλωφ όπως για τον Νίτσε, το να σκοτώσεις τον θεό, σημαίνει να γίνεις θεός εσύ ο ίδιος - σημαίνει να πραγματοποιήσεις από αυτήν την γη την αιώνια ζωή για την οποία μιλάει το Ευαγγέλιο. ["Σταβρόγκιν: - Πιστεύετε στην αιώνια ζωή στον άλλο κόσμο; - Κιρίλωφ: - Όχι, αλλά στην αιώνια ζωή σ' αυτό τον κόσμο".]
     Όμως, εάν αυτό το μεταφυσικό έγκλημα αρκεί για την ολοκλήρωση του ανθρώπου, γιατί να προστεθεί η αυτοκτονία; Γιατί να σκοτωθεί, ν' αφήσει αυτό τον κόσμο πριν κατακτήσει την ελευθερία; Αυτό είναι αντίφαση. Ο Κιρίλωφ, που το αντιλαμβάνεται, προσθέτει: "Εάν το νοιώθεις αυτό, είσαι ένας τσάρος και βρίσκεται μακριά από το να σκοτωθείς, θα ζεις γεμάτος δόξα". Μα οι άνθρωποι δεν το ξέρουν. Δεν το νοιώθουν "αυτό".
Όπως στον καιρό του Προμηθέα, τρέφουν μέσα τους τις τυφλές ελπίδες.
[Ο άνθρωπος εφεύρε τον θεό για να μη σκοτωθεί. Ιδού η περίληψη της παγκόσμιας Ιστορίας ως αυτήν τη στιγμή".] Έχουν ανάγκη από κάποιον που θα τους δείξει το δρόμο και δεν ανέχονται το κήρυγμα. Ο Κιρίλωφ, λοιπόν, οφείλει να σκοτωθεί από αγάπη για την ανθρωπότητα. Οφείλει να δείξει στ' αδέλφια του ένα βασιλικό και δύσκολο δρόμο που θα βαδίσει πάνω του πρώτος. Αυτή είναι μια παιδαγωγική αυτοκτονία. Επομένως, ο Κιρίλωφ θυσιάζεται. Αλλά εάν σταυρώνεται, δεν είναι απατημένος. Παραμένει άνθρωπος-θεός, πεισμένος για ένα θάνατο χωρίς μέλλον, διαποτισμένος από την ευαγγελική μελαγχολία. "Εγώ", λέει, "είμαι δυστυχισμένος γιατί   α ν α γ κ ά ζ ο μ α ι    να επιβεβαιώσω την ελευθερία μου". Έτσι, αυτός είναι νεκρός, οι άνθρωποι επιτέλους φωτίζονται, αυτή η γη θα γεμίσει από τσάρους και θα λάμψει από ανθρώπινη δόξα.
Η πιστολιά του Κιρίλωφ θα γίνει το σύνθημα της τελικής επανάστασης. Δεν τον
σπρώχνει, λοιπόν, η απελπισία στο θάνατο μα η αγάπη του πλησίον για τον ίδιο. Προτού τελειώσει μέσα στο αίμα μια ανέκφραστη πνευματική περιπέτεια ο Κιρίλωφ διαθέτει μια φράση τόσο παλιά όσο ο πόνος των ανθρώπων: "Όλα είναι καλά".

     Το θέμα αυτό της αυτοκτονίας στον Ντοστογιέφσκι είναι, λοιπόν, ένα θέμα παράλογο. Ας σημειώσουμε μονάχα, πριν προχωρήσουμε, πως ο Κιρίλωφ μεταπήδησε στους άλλους ήρωες που οδηγούνται σε καινούρια παράλογα θέματα. Ο Σταβρόγκιν και ο Ιβάν Καραμάζωφ στην πρακτική ζωή εξασκούνται στις παράλογες αλήθειες. Είναι εκείνοι που ο θάνατος του Κιρίλωφ απελευθερώνει. Δοκιμάζουν να γίνουν τσάροι. Ο Σταβρόγκιν ζει μια ζωή "ειρωνική", ξέρουμε αρκετά πια. Κάνει να ξεσπάσει γύρω του το μίσος. Κι εν τούτοις, η φράση - κλειδί αυτού του ήρωα βρίσκεται στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του: "Δεν μπόρεσα τίποτα να μισήσω". Γίνεται τσάρος μέσα στην αδιαφορία. Το ίδιο και ο Ιβάν με το ν' αρνιέται να παραιτηθεί από τις βασιλικές δυνάμεις του πνεύματος. Σ' εκείνους που, όπως ο αδελφός του, αποδεικνύουν με τη ζωή τους πως πρέπει να ταπεινωθείς για να πιστέψεις, θα μπορούσε ν' απαντήσει ότι η ύπαρξη δεν έχει αξία. Η φράση - κλειδί του είναι: το "Όλα επιτρέπονται", με την απόχρωση της θλίψης που ταιριάζει. Φυσικά, σαν τον Νίτσε, τον πιο γνωστό από τους δολοφόνους του θεού, φτάνει στην τρέλα. Αυτό, όμως, είν' ένας κίνδυνος που διατρέχεις και μπροστά σ' αυτούς τους τραγικούς προορισμούς, το ουσιαστικό συναίσθημα του παράλογου πνεύματος

υπάρχει στην ερώτηση: "Τι αποδεικνύεται μ' αυτό;"


~~~ * ~~~


Ο Α. Καμύ αναλύει τους παράλογους ήρωες στα έργα του Φ. Ντοστογιέφσκι (Μέρος Α')


(Αλμπέρ Καμύ, 1913-1960)
      


      Όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι διερωτώνται πάνω στο νόημα της ζωής.
Γι' αυτό είναι σύγχρονοι: δε φοβούνται το γελοίο. Εκείνο που διακρίνει τη σύγχρονη από την κλασική ευαισθησία είναι το ότι η πρώτη τρέφεται από ηθικά προβλήματα και η δεύτερη από μεταφυσικά. Στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι το θέμα τίθεται τόσο έντονα που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ακραίες λύσεις. Η ύπαρξη είναι ψέμα ή είναι αιώνια. Εάν ο Ντοστογιέφσκι έμενε σ' αυτή την εξέταση, θα γινόταν φιλόσοφος. Περιγράφει όμως τις συνέπειες που μπορούν να έχουν αυτοί οι πνευματικοί ακροβατισμοί σε μια ανθρώπινη ζωή και γι' αυτό είναι καλλιτέχνης. Απ' τις συνέπειες αυτές, τον απασχολεί η τελευταία, εκείνη που ο ίδιος στο "Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα" ονομάζει λογική αυτοκτονία. Πράγματι, στα τεύχη του Δεκέμβρη του 1876, περιγράφει το συλλογισμό της "λογικής αυτοκτονίας". Πεπεισμένος για το ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ένας τέλειος παραλογισμός για κείνον που δεν πιστεύει στην αθανασία, ο απελπισμένος φτάνει στα ακόλουθα συμπεράσματα:
      "Επειδή στις ερωτήσεις μου για το υποκείμενο της ευτυχία, μου δόθηκε σαν απάντηση μέσο της συνείδησής μου, ότι δεν μπορώ αλλιώς να είμαι ευτυχισμένος παρά μέσα σ' αυτή την αρμονία με το Παν, ότι δεν καταλαβαίνω και δε θα είμαι ποτέ σε θέση να καταλάβω, είναι φανερό…
      "Επειδή τέλος μέσα σ' αυτή την τάξη των πραγμάτων, παίρνω κάθε φορά το ρόλο του ενάγοντος και του εναγόμενου, του κατηγορούμενου και του δικαστού, κι επειδή βρίσκω από μέρους της φύσης εντελώς ηλίθια αυτή την κωμωδία, και θεωρώ ταπεινωτικό για τον εαυτό μου το να δέχομαι να την παίζω…
     "Με την ανεξήγητη ιδιότητά μου ενάγοντος και εναγόμενου, δικαστού και κατηγορούμενου, καταδικάζω αυτήν την φύση που, με μια τέτοια αναιδή αδιαφορία με γέννησε για να υποφέρω - την καταδικάζω ν'αφανιστεί μαζί μου".

       Υπάρχει επίσης λίγο χιούμορ σ' αυτήν τη στάση. Αυτός ο αυτοκτόνος
σκοτώνεται γιατί, στο μεταφυσικό σχέδιο, "βασανίζεται". Μ' ένα κάποιο νόημα, εκδικείται. Μ' αυτό τον τρόπο αποδεικνύει πως "δε θα ανήκει" σε κανένα. Στο μεταξύ, ξέρουμε ότι το ίδιο θέμα ενσαρκώνεται, πιο πλατιά, στον Κιρίλωφ, ήρωα των "Δαιμονισμένων", υπέρμαχο της λογικής αυτοκτονίας. Ο μηχανικός Κιρίλωφ εξομολογείται σε κάποιο σημείο πως θέλει να απαλλαγεί απ' τη ζωή γιατί "αυτή είναι η ιδέα του". Εννοείται πως πρέπει να δεχτούμε τη λέξη κυριολεκτικά. Αυτό γίνεται για μια ιδέα, είναι μια σκέψη που τον ετοιμάζει για το θάνατο. Είναι η ανώτερη αυτοκτονία. Προοδευτικά, σ' όλο το μήκος, των σκηνών όπου το προσωπείο του Κιρίλωφ φωτίζεται σιγά σιγά, μας αποκαλύπτεται η θνητή σκέψη που τον εμψυχώνει. Πράγματι ο μηχανικός επαναλαμβάνει τις σκέψεις του
"Ημερολογίου". Αισθάνεται πως ο θεός είναι αναγκαίος και πρέπει να υπάρχει. Ξέρει, όμως, ότι δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατό να υπάρχει.
"Πώς δεν καταλαβαίνεις", φωνάζει, "ότι εκεί υπάρχει ένας λόγος που φτάνει για να σκοτωθείς;" Ακόμα, αυτή η στάση τον παρασύρει σε μερικές παράλογες συνέπειες. Από αδιαφορία δέχεται να χρησιμοποιηθεί η αυτοκτονία του προς όφελος μιας υπόθεσης που περιφρονεί. "Αυτήν τη νύκτα πείσθηκα πως αυτό δε μ' ενδιέφερε". Τελικά, ετοιμάζει τη χειρονομία του μέσα σ' ένα συναίσθημα ανάμικτο από επανάσταση κι ελευθερία. "Θα σκοτωθώ για να βεβαιώσω την απείθειά μου, την καινούργια και τρομακτική ελευθερία μου". Δεν πρόκειται πια για εκδίκηση αλλά για επανάσταση. Ο Κιρίλωφ είναι λοιπόν ένας παράλογος ήρωας - μ' αυτή την ουσιαστική επιφύλαξη παρ' όλο που σκοτώνεται.
Μας εξηγεί ο ίδιος αυτή την αντίφαση και με τέτοιο τρόπο που αποκαλύπτει συγχρόνως το παράλογο μυστικό σ' όλη του την αγνότητα. Πράγματι, στη θνητή λογική του προσθέτει μια ασυνήθιστη φιλοδοξία που φανερώνει όλη την
προσδοκία του ήρωα: θέλει να σκοτωθεί για να γίνει θεός.
       Ο συλλογισμός γίνεται με μια κλασική διαύγεια. Εάν δεν υπάρχει θεός, είναι θεός ο Κιρίλωφ. Ο Κιρίλωφ είναι υποχρεωμένος να σκοτωθεί. Ο Κιρίλωφ οφείλει λοιπόν να σκοτωθεί για να γίνει θεός. Αυτή η λογική είναι παράλογη, μα είναι αυτή που πρέπει. Όμως, το ενδιαφέρον βρίσκεται στο να δοθεί κάποιο νόημα σ' αυτήν τη θεότητα την ξαναφερμένη στη γη.
Αυτό επανέρχεται για να φωτίσει το: "Εάν ο θεός δεν υπάρχει, είμαι θεός", που μένει ακόμα αρκετά σκοτεινό. Κατ' αρχάς πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο άνθρωπος που αναγγέλλει αυτή την παράλογη αξίωση ανήκει σ' αυτό τον κόσμο. Γυμνάζεται κάθε πρωί για να διατηρήσει την υγεία του.
Χαίρεται όταν ο Σάτωφ ξαναβρίσκει τη γυναίκα του. Σ' ένα χαρτί που βρίσκεται μετά το θάνατό του, αποπειράται να σχεδιάσει ένα πρόσωπο που "τους" βγάζει τη γλώσσα. Είναι αγνός κι οργισμένος, παθιασμένος, μεθοδικός και συναισθηματικός. Από τον υπεράνθρωπο έχει πάρει τις ιδιότητες της λογικής και της σταθερής ιδέας, από τον άνθρωπο τις άλλες.
Εν τούτοις είναι εκείνος που μιλάει ατάραχα για τη θεότητά του. Δεν είναι τρελός ή τότε είναι ο Ντοστογιέφσκι. Δεν τον παρακινεί λοιπόν η φαντασία ενός μεγαλομανούς. Και παίρνοντας, αυτή τη φορά, τις λέξεις κυριολεκτικά, θα γίνει γελοίος.


~~~ * ~~~





Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» Β' μέρος


Τι αντιπροσωπεύει ο Ρασκόλνικοφ στο έργο αυτό του Ντοστογιέφσκι; Μπορεί ο οποιοσδήποτε εν ονόματι κάποιας θεωρίας και ιδεών να γίνει ο τιμητής-κριτής και δικαστής και εκτελεστής του συνανθρώπου του; Ο Λαμπρόζο, ο διάσημος εγκληματολόγος του περασμένου αιώνα, υποστηρίζει πως κάθε εγκληματίας σφραγίζεται από ξεχωριστά ψυχικά και σωματικά γνωρίσματα. Μα ο Ρασκόλνικοφ δεν έχει τίποτα να αντιπαρατάξει στην αντικοινωνική συμπεριφορά του, ούτε και η δικαιολογία της φτώχειας, για την οποία ο Βίκτορ Ουγκό έγραψε κάποτε ότι «είναι κακός σύμβουλος». Ο Ρασκόλνικοφ φαντάζεται τον εαυτό του σύγχρονο Ναπολέοντα: κυριαρχείται από κερδολαγνεία, επιδειξιομανία και έντονο αμοραλισμό.
            Κρύβει τα πραγματικά κίνητρα του εγκλήματος του πίσω από ωραιοφανείς ιδέες: ν’ ανακουφίσει οικονομικά την μητέρα του, να σώσει την αδερφή του Ντούνια από έναν αταίριαστο γάμο, για να φανεί δηλαδή ένας καλός γιος και αδερφός.
            Λοιπόν για να καθησυχάσει τη συνείδησή του ταξινομεί τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: τους σπουδαίους, τους ξεχωριστούς και τους τρομαλέους, τις ασημαντότητες, τις «ψείρες». Μα το μυαλό του είναι τόσο άρρωστο και ταραγμένο, όσο είναι και το κορμί του. Αγαναχτεί όχι για το έγκλημα που έκανε όσο γιατί δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το σκοπό του, κι ακόμα γιατί δεν είχε θάρρος να αυτοκτονήσει και γιατί πήγε στο τέλος να παραδοθεί υποκύπτοντας στις πιέσεις της Σόνιας. Η πολυπλοκότητα της ψυχής του αντιπαραβάλλεται με την απλοϊκότητα του φίλου του, του Ραζουμίχιν. Είναι φανερό  πως ο Ντ. δεν αγαπάει τον ήρωα του.
            Η αδερφή του η Ντούνια, η περήφανη και ακατάδεχτη, που δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν εξευτελισμό, που παραλίγο στο τέλος να παραδοθεί στο φιλήδονο Σβιντριγκάιλοφ για να σώσει τον αδερφό της, είναι το ίδιο μια ψυχή περίπλοκη, πλάι στην απλοϊκή, μονοκόμματη και απροσγείωτη μάνα της, την Πουλχερία Αλεξάντροβνα.
            Ιδιόρρυθμη είναι η προσωπικότητα του Σβιντριγκάιλοφ. Δεν είναι η απόλυτη ενσάρκωση του κακού, μόλο που τον βαρύνει η ηθική ευθύνη πολλών θανάτων και ο βιασμός ενός μικρού κοριτσιού. Αφήνει πριν τον θάνατό του στη Σόνια τρεις χιλιάδες ρούβλια, φροντίζει για τα ορφανά του Μαρμελάντοβ, συντρίβεται από τη στάση της Ντούνια.
            Η ταπεινή ασήμαντη Σόνια γίνεται χειραγωγός του Ρασκόλνικοφ για την εξιλέωση και τη μεταμόρφωση του. Τα όπλα της: ένα ευαγγέλιο και η απέραντη αγάπη που κρύβει η καρδιά της. Με τον γολγοθά του Ροντιόν Ρομάνιτς ταυτίζεται και ο δικός της γολγοθάς. Παράλληλα με την κάθαρση τη δική του πορεύεται και στη δική της κάθαρση. Είναι και αυτή θύμα της ίδια κοινωνίας που τρέφει τα διάφορα άνθη του κακού. Ζητάει ν’ αναπαύσει και τη δική της συνείδηση. Αγωνίζεται ν’ αποφύγει την ψυχική πόρωση και την πνευματική απονέκρωση με μια βαθιά Χριστιανική πίστη. Η αδαμαντίνη της συνείδησης της δεν κάμπτεται κάτω από το βάρος του κακού, της διαφθοράς. Δεν νιώθει μίσος για κανέναν. «Είναι άνθρωπος και τίποτα από τα ανθρώπινα δεν το θεωρεί ξένο». Γι’ αυτό και γίνεται ολοκαύτωμα για τον πλησίον της.
            Διαβάζοντας το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι βρισκόμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με την αίσθηση της αγωνίας, της έκπληξης, του απρόσμενου. Νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει τις επιδιώξεις των προσώπων του μυθιστορήματος ή τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους ενεργούν, και ξαφνικά τα πάντα ανατρέπονται. Άλλοτε, έχοντας διαβάσει ένα κεφάλαιο παρουσιασμένο από την αφηγηματική εστίαση ενός συγκεκριμένου προσώπου, είμαστε σε θέση να ξέρουμε κάτι που τα άλλα πρόσωπα αγνοούν με αποτέλεσμα να κυριευόμαστε από αγωνία, βλέποντας τα να κατευθύνουν τη δράση τους γεμάτα σιγουριά με βάση παραπλανητικές ενδείξεις.
            Στο Έγκλημα και Τιμωρία υπάρχουν τρεις αφηγηματικές εστιάσεις: του Ρασκόλνικοφ, της οικογενείας Μαρμελάντοβ  και του Σβιντριγκάιλοφ. Αυτή  η τεχνική σημαίνει μια φαινομενική πολυφωνία μα σύγκαιρα και την αναγνώριση των περιορισμών μια συγκεκριμένης εστίασης. Δηλαδή, από τη μια έχουμε πολυπρισματική εικόνα των πραγμάτων και από την άλλη αυτή περιορίζεται στις δυνατότητες αίσθησης ή αντίληψης του κόσμου που έχει η καθεμιά συγκεκριμένη αφηγηματική εστίαση ανάλογα με τη θέση που έχει στο χώρο, το χρόνο και την κοινωνία.


            Με την τεχνική του αυτή ο Ντ. πετυχαίνει αφενός να θεατρικοποιήσει την αφήγηση και αφετέρου να αποστασιοποιείται ο αναγνώστης, αποφεύγεται δηλαδή η πλήρης ταύτιση αναγνώστη και ήρωα, χωρίς όμως και να χάνονται τα πλεονεκτήματα μιας εσωτερικής διεργασίας. Χάρη στην άμεση πρόσβαση που του εξασφαλίζει η αφήγηση στη συνείδηση των ηρώων του έργου ο αναγνώστης ταυτίζεται μαζί τους και συμπάσχει, ενώ συγχρόνως βρίσκεται στην ανάγκη από τις διαδοχικές μετακινήσεις και μεταλλαγές να αποστασιοποιείται από αυτούς, και να τους αντιπαραβάλλει αξιολογώντας σημασιολογικά και ερμηνεύοντας διαχρονικά τα διαφοροποιημένα στοιχεία και φωτισμούς, που κάθε μετακίνηση και μεταλλαγή προσφέρει στην ανάπτυξη της ιστορίας. Έτσι κι όταν σε κάποια στιγμή ανακαλύψει αναδρομικά πως οδηγήθηκε από το κείμενο σε συμπεράσματα που αργότερα ανατράπηκαν από τη φορά των πραγμάτων, ο αναγνώστης νιώθει ότι έπεσε και ο ίδιος θύμα της μεγάλης τέχνης του Ντοστογιέφσκι και της ανυπέρβλητης ντοστογιεφσκικής ειρωνείας.

Χάρης Μίκογλου


Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» A' μέρος

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία»




Την ιδέα για το Έγκλημα και Τιμωρία την ανήγγειλε ο Ντ. μ’ ένα γράμμα του στον Κάτκοβ, τον εκδότη του Ρωσικού Μηνύτορα, μαζί με μια αίτηση για τριακόσια ρούβλια. Γράφει:
            «…Ένας νέος, πρώην φοιτητής πάμπτωχος και από αστική οικογένεια από ελαφρότητα, έλλειψη αρχών και υπό την επίδραση ορισμένων  σύγχρονων φθοροποιών ιδεών, αποφασίζει να βγει με μιας από την άθλια κατάσταση του. Παίρνει την απόφαση να σκοτώσει μια γριά χήρα, σαράφισσα. Η γριά αυτή είναι κουφή, άρρωστη, άπληστη, μωρόμιαλη και η μόνη της δουλειά είναι να κάνει το κακό, να κατασπαράζει τον πλησίον της και να βασανίζει τη μηλαδερφή της. «Δεν είναι καλή σε τίποτα» - «γιατί να ζεί;» «Προσφέρει καμιά ωφέλεια;» Τα ερωτήματα αυτά βασάνιζαν τον νεαρό. Αποφασίζει να να τη σκοτώσει, να την κλέψει για να έχει κάποια οικονομική δυνατότητα να προσφέρει λίγη ανακούφιση στην μητέρα του που ζει στην επαρχία, και να γλιτώσει την αδερφή του από τα νύχια ενός τσιφλικά στο σπίτι του οποίου δουλεύει ως κουβερνάντα, κι ακόμα να τελειώσει τις σπουδές του, να πάει στο εξωτερικό και γυρίζοντας στην πατρίδα του να αφιερωθεί «στο καθήκον του για την ανθρωπότητα ως άνθρωπος» κι έτσι φυσικά να «εξαγοράσει το έγκλημά του» αν και ο ίδιος δεν θεωρεί έγκλημα το φόνο μιας «ψείρας», μιας άρρωστης και κακιάς γριάς που δεν ξέρει και η ίδια καλά καλά γιατί ζει.
            Μόλο που τέτοιου είδους εγκλήματα τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνουν αφού και η τύχη βάζει το δαχτυλάκι της στο να πιάνονται οι ένοχοι, ωστόσο ο φοιτητής μας τα καταφέρνει μόνο και μόνο  από μια ευνοϊκή εξέλιξη των πραγμάτων.
            Περνάει ένας μήνας μετά το έγκλημα. Κανένας δεν υποπτεύεται τον φονιά μα εδώ παρεμβαίνει ένας απρόσμενος παράγοντας: η ψυχολογία ή μάλλον οι ψυχικές μεταπτώσεις του φοιτητή. Προβλήματα άλυτα ορθώνονται μπροστά του, αισθήματα απροσδόκητα και ανύποπτα κατατρώγουν την καρδιά του.. Η θεία αλήθεια και ο ανθρώπινος νόμος κυριαρχούν στο τέλος κι έτσι ο φοιτητής αναγκάζεται να πάει να παραδοθεί. Το συναίσθημα του αποχωρισμού και της απομόνωσης από την ανθρώπινη κοινωνία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει από την στιγμή που διέπραξε το έγκλημα ήταν γι’ αυτόν ένα μαρτύριο. Ο θείος νόμος και η ανθρώπινη φύση θριάμβευσαν. Ο εγκληματίας αποφασίζει να δεχτεί την τιμωρία για να εξαγοράσει το έγκλημά του….»

Γυρίζοντας στην Πετρούπολη από το εξωτερικό, Ο Ντοστογιέφσκι ρίχτηκε με τα μούτρα στην δουλειά. Είχε υποσχεθεί να δώσει το μυθιστόρημά του στον Κατκόβ «μέσα σε ένα μήνα». Χτυπιέται από άγριες κρίσεις επιληψίας μα δε σταματά να γράφει. Είχε προχωρήσει πολύ στο γράψιμο του έργου του όταν ξαφνικά πετάει όλα τα χειρόγραφα στην φωτιά.
            Τι είχε συμβεί; Κάτι καινούργιο άρχισε να τον απασχολεί.
            Να, τι είχε γίνει: ο Ντ. άρχισε να εργάζεται πάνω στην ιδέα που είχε περιγράψει το γράμμα του στον Κατκόβ, εγκαταλείποντας ένα προηγούμενο πλάνο του για τους Μεθύστακες. Μα καθώς προχωρούσε η δουλειά διαπίστωσε πως τα δυο θέματα μπορούν να συνδυαστούν. Οι Μεθύστακες όπως έγραψε στο Κρέβσκι (ο οποίος είχε αρνηθεί το έργο) είχε ως θέμα του το «σύγχρονο πρόβλημα του αλκοολισμού, και ειδικά τον αντίκτυπό του μέσα στην οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών κτλ.» Οι ολέθριες  συνέπειες του αλκοολισμού ιδωμένες από την πλευρά του φοιτητή θα μπορούσαν να του δώσουν περισσότερα κίνητρα στο να διαπράξει το έγκλημά του, να κάνουν πιο περίπλοκη την προσωπικότητα του, να του δώσουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Μόλις το μυαλό του συνέλαβε την καινούργια υπόθεση του έργου του, ο Ντοστογιέφσκι πετάχτηκε πάνω από την χαρά του.
            Πριν το τέλος του Δεκέμβρη (1865) ο Κάτκοβ πήρα τα εφτά πρώτα τυπογραφικά του Έγκλημα και Τιμωρία με μια καινούργια αίτηση για χρήματα και τη ρητή δήλωση του Ντ. «Να μην επιφέρει καμιά απολύτως μετατροπή» στο έργο. Είχε ριχτεί με τα μούτρα στο γράψιμο: υπολόγιζε να παραδίδει 6 τυπογραφικά το μήνα. Όλο το χειμώνα του 1866 δεν έβλεπε κανένα, δεν θα πήγαινε πουθενά και θα συνέχιζε έτσι ίσαμε που να τελειώσει το έργο, «εκτός και με κλείσουν στη φυλακή για χρέη», έγραψε στον Ράγκελ στις 18 Φεβρ. Στον Κάτκοβ που διαμαρτυρόταν ότι το έργο τραβούσε πολύ σε μάκρος έλεγε: «Αν θέλει ο Θεός, αυτό το έργο θα είναι αριστούργημα»
            Στα μέσα Ιουλίου φεύγει για τη Μόσχα και στις 25 του ίδιου μήνα νοικιάζει μια ντάτσα στο Λιουμπλίκο. Κοντά του έχει την αδερφή του Βιέρα μαζί με την οικογένεια της. Οι μέρες του κυλάνε ήσυχα μέσα σε ένα περιβάλλον οικογενειακό, χαρούμενο, ξέγνοιαστο, και την εντατική δουλειά.
            Μια μέρα ένα φοιτητής έπαιζε στο πιάνο μια ρομάντζα του Χαίνε.
Ο Ντοστογιέφσκι τον ρώτησε που την είχε ακούσει: στη Μόσχα σε μια λατέρνα. Η λεπτομέρεια αυτή μπήκε στο κεφάλαιο όπου η Κατερίνα Ιβάνοβνα αναγκάζει τα παιδιά της να τραγουδάνε μέσα στον δρόμο.
            Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Ντ. ξαναγύρισε στην Πετρούπολη. Βιαζόταν να τελειώσει το Έγκλημα και Τιμωρία. Ήδη είχε υποσχεθεί στον εκδότη Στελόβσκι τον «Παίχτη». Ας δούμε τα πράματα όπως μας τα περιγράφει η γυναίκα του Άννα Γρηγορίεβνα: « Το 1866, ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς ήταν καταποντισμένος στο Έγκλημα και Τιμωρία, που ήθελε να τελειώσει με τέχνη. Πως θα κατάφερνε ακόμα έτσι άρρωστο που είτανε, να γράψει τόσες σελίδες πάνω σ’ ένα καινούργιο θέμα.
            Στο γυρισμό του από τη Μόσχα, λίγο πρωτύτερα, ο Ντ. είχε μία κρίση απελπισίας, γιατί καταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο μέσα σε ενάμιση ή δυο μήνες να εκπληρώσει τους όρους του Συμβολαίου με το Στελόβσκι.
Οι φίλοι του Μάικοβ, Μιλιούκοβ και Ντολγκομόστιεβ, που ήθελαν να τον βγάλουν απ’ αυτή την δύσκολη θέση, τον συμβούλεψαν να κάνει σχέδιο του μυθιστορήματος και προσφέρθηκαν να γράψει ο καθένας τους το ένα τρίτο του έργου. Οι τέσσερις μαζί είχαν την ελπίδα πως θα το τελείωναν την ορισμένη μέρα. Τη φροντίδα να συντάξει το κείμενο και να απαλύνει τις ανωμαλίες την κοινής συνεργασίας, θα την αφήνανε στον Ντ., που θα έβαζε την τελική σφραγίδα. Ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς αρνήθηκε μια τέτοια πρόταση, κρίνοντας πως ήταν προτιμότερο να πληρώσει πρόστιμο ή ακόμα και να χάσει τα φιλολογικά του δικαιώματα, παρά να βάλει το όνομα του σ’ ένα τέτοιο κατασκεύασμα. Τότε οι φίλοι του, τον προτρέψανε να καταφύγει σ’ έναν στενογράφο. Ο Μλιούκοβ που είχε σχέσεις με τον καθηγητή Όλχιν, πήγε να τον βρει και τον παρακάλεσε να πάει στο συγγραφέα, που μ’ όλη την αμηχανία που του έφερνε μια τέτοια, συγκατατέθηκε ωστόσο να καταφύγει σ’ αυτό το μέσο.
            Τελικά ο Ντοστογιέφσκι προσέλαβε ως στενογράφο την καλλίτερη μαθήτρια του Όλχιν, την Άννα Σνιτκιν (που έγινε η δεύτερη γυναίκα του).
            Να πως περιγράφει τον Ντ. η Άννα Σνίτκιν στην πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του συγγραφέα ακριβώς εκείνη την εποχή: «Στην αρχή ο Ντ. μου είχε φανεί αρκετά ηλικιωμένος, μα έγινε πιο νέος αμέσως όταν μίλησε, και τον έκανα τριανταπέντε έως τριανταεπτά χρονών. Ήταν στητός και το ανάστημα του ήταν μέτριο. Τα μαλλιά του ανοιχτά καστανά και λίγο κοκκινωπά, ήταν αλειμμένα με άφθονη πομάδα και στρωμένα προσεχτικά. Μα εκείνο που με ξάφνιασε περισσότερο στο πρόσωπο του ήταν τα μάτια του. Το ένα ήτανε καστανό και το άλλο είχε τόσο μεγάλη κόρη που η ίριδα δεν φαινότανε. Αυτή η ασυμμετρία του βλέμματος του έδινε μια έκφραση αρκετά αινιγματική. Το αρρωστημένο, βασανισμένο πρόσωπο του μου φάνηκε πολύ γνωστό, χωρίς άλλο γιατί είχα δει και από πρίν το πορτρέτο του. Ο Ντ. φορούσε μια ρεντιγκότα από μπλε τσόχα, αρκετά τριμμένη, αλλά ο γιακάς και τα μανικέτια του πουκαμίσου του, ήταν άσπρα σαν το χιόνι.»


            Ο Ντοστογιέφσκι και η Άννα τελείωσαν μαζί το Έγκλημα και Τιμωρία και παρέδωσαν τα τελευταία χειρόγραφα στον Ρώσικο Μηνύτορα πριν τα Χριστούγεννα (1866). Το έργο εκδόθηκε αμέσως σε δυο τόμους. Η επιτυχία του, όπως προέβλεψε ο δημιουργός του, ήταν τεράστια. Όλοι συζητούσαν για το έργο αυτό. Ήταν το πρώτο από τα πέντε μεγάλα μυθιστορήματα που δόξασαν τον Ντ. Το συμπαραβάλλουν με αρχαία ελληνική τραγωδία. Στα πρόσωπα του έργου του πετυχαίνει ο Ντ. να ενώσει τη φιλοσοφία με τη ζωντανή ψυχολογική υφή.



~ ~ ~

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Απόσπασμα από τον «Ηλίθιο»




Κατά τις έξι, βρέθηκε στην πλατφόρμα της σιδηροδρομικής γραμμής για το Τσάρσκογε Σελό. Η μοναξιά τού έγινε γρήγορα αφόρητη. Μια καινούργια λαχτάρα πλημμύρισε ζεστά  την καρδιά του και για μια στιγμή φώτισε μ’ ένα λαμπρό φως το σκοτάδι όπου παράδερνε η ψυχή του. Πήρε ένα εισιτήριο για το Παυλόβσκ και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει. Μα, φυσικά, κάτι τον παραμόνευε κι αυτό ήταν κάτι πραγματικό κι όχι μια φαντασία, όπως ίσως είχε την τάση να νομίζει. Τη στιγμή σχεδόν που ανέβαινε στο βαγόνι, πέταξε ξαφνικά το εισιτήριο που μόλις είχε πάρει και ξαναβγήκε απ’ το σταθμό, σαστισμένος και σκεφτικός. Λίγο αργότερα, στο δρόμο, σαν κάτι να θυμήθηκε ξαφνικά, σαν κάτι να κατάλαβε αναπάντεχα, κάτι πολύ παράξενο, κάτι που τον ανησυχούσε από καιρό. Του ‘τυχε ξάφνου να συλλάβει συνειδητά τον εαυτό του σε μιαν ασχολία που συνεχιζόταν από ώρα τώρα κι όμως δεν την είχε προσέξει ακόμα ως αυτή τη στιγμή: ήταν κιόλας κάμποσες ώρες, από τότε ακόμα που ήταν στη Ζυγαριά πού ‘χε αρχίσει ξαφνικά να ψάχνει για κάτι γύρω του. Το ξέχναγε, για πολλήν ώρα μάλιστα, για ολάκερη μισή ώρα καμιά φορά, και ξαφνικά, ξαναγύριζε και κοίταζε μ’ ανησυχία γύρω του σα να ‘ψαχνε για κάτι.Μόλις όμως πρόσεξε πως κάνει αυτή τη νοσηρή, κι ως τα τότε εντελώς ασυναίσθητη κίνηση που από τόσην ώρα κιόλας τον είχε κυριέψει, θυμήθηκε ξάφνου και κάτι άλλο ακόμα που του προκάλεσε πολύ ενδιαφέρον. Θυμήθηκε ότι τη στιγμή που πρόσεξε πως όλο και για κάτι ψάχνει γύρω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο, μπροστά σε μια βιτρίνα και περιεργαζόταν με μεγάλη περιέργεια τα εμπορεύματα. Ήθελε τώρα το δίχως άλλο να εξακριβώσει το εξής: είχε πράγματι σταθεί εδώ και πέντε λεπτά μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού ή μήπως του φάνηκε μονάχα; Μήπως είχε μπερδέψει τίποτα; Υπάρχει πραγματικά αυτό το μαγαζί και κείνο το εμπόρευμα; Γιατί είναι γεγονός πως νιώθει σήμερα τον εαυτό του αρκετά άρρωστο, νιώθει σχεδόν όπως ένιωθε παλιότερα, όταν άρχιζαν οι κρίσεις της παλιάς του αρρώστιας. Ήξερε πως αυτές τις προεπιληπτικές στιγμές γίνεται ασυνήθιστα αφηρημένος και συχνά μπερδεύει πράγματα και πρόσωπα – εκτός αν εντείνει ιδιαίτερα την προσοχή του όταν τα κοιτάζει. Μα υπήρχε κι ένας ιδιαίτερος λόγος που ήθελε τόσο πολύ να εξακριβώσει αν είχε πράγματι σταθεί λίγο πριν μπροστά στο μαγαζί. Ανάμεσα  στα πράγματα που ήταν εκτεθειμένα στη βιτρίνα του μαγαζιού, υπήρχε κι ένα αντικείμενο που το κοίταξε ιδιαίτερα και το ‘χε εκτιμήσει μάλιστα, λέγοντας μέσα του πως θ’ άξιζε εξήντα  ασημένια καπίκια – αυτό το θυμόταν, παρ’ όλη την αφηρημάδα και την ταραχή του. Κατά συνέπεια, αν αυτό το μαγαζί υπάρχει, σημαίνει πως είχε σταματήσει κυρίως για κείνο το αντικείμενο. Θα πει λοιπόν πως το αντικείμενο εκείνο είχε τόσο ενδιαφέρον ώστε τράβηξε την προσοχή του ακόμα και την ώρα που βρισκόταν σε μια τόσο καταθλιπτική σύγχυση, μόλις έχοντας βγει απ’ το σιδηροδρομικό σταθμό. Προχωρούσε κοιτάζοντας με θλίψη σχεδόν προς τα δεξιά κι η καρδιά του χτυπούσε ανήσυχα κι ανυπόμονα. Μα να το αυτό το μαγαζί επιτέλους! Είχε ξεμακρύνει κιόλας πεντακόσια βήματα από κει όταν του πέρασε η σκέψη να γυρίσει. Να και κείνο το αντικείμενο που έκανε εξήντα καπίκια: «και βέβαια εξήντα καπίκια, δεν αξίζει παραπάνω!» ξανασκέφτηκε τώρα και γέλασε. Γέλασε όμως υστερικά. Ένιωσε τρομερό βάρος στην ψυχή. Θυμήθηκε ολοκάθαρα τώρα πως εδώ ακριβώς, όταν στεκόταν μπροστά σ’ αυτή τη βιτρίνα, είχε γυρίσει ξάφνου κι είχε κοιτάξει πίσω του, ακριβώς όπως και λίγες ώρες πριν, τότε που έπιασε καρφωμένη πάνω του τη ματιά του Ραγκόζιν. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν είχε κάνει λάθος (εδώ που τα λέμε, και πριν απ’ αυτή την εξακρίβωση δεν είχε καμιά αμφιβολία), παράτησε το μαγαζί και βιάστηκε να φύγει από κει. Όλα αυτά πρέπει να τα σκεφτεί το γρηγορότερο, το δίχως άλλο. Τώρα ήταν φανερό πως δεν ήταν φαντασία του κείνο που ένιωσε στο σταθμό. Ήταν φανερό πως του ‘χε συμβεί κάτι πραγματικό, κάτι που το δίχως άλλο είχε σχέση με την προηγούμενη ανησυχία του. Όμως, κατανίκησε και πάλι κάποια εσωτερική αηδία που δεν μπορούσε να της αντισταθεί: δε θέλησε να σκεφτεί και να εξετάσει τίποτα, δεν έκατσε να σκεφτεί τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται εντελώς άλλα πράγματα.Ανάμεσα στ’ άλλα, άρχισε και σκεφτόταν πως στις επιληπτικές του κρίσεις, υπήρχε μια στιγμή, λίγο, ελάχιστα πριν απ’ το ξέσπασμά της (αν η κρίση τού ερχόταν την ώρα που ήταν ξύπνιος), οπόταν ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, μέσα στο ψυχικό σκοτάδι, την ώρα που κάτι τον πλάκωνε, ένιωθε στιγμές-στιγμές το μυαλό του να φλογίζεται κι όλες τις δυνάμεις του να εντείνονται, όλες μαζί, μονομιάς, στο έπακρο. Η αίσθηση της ζωής, η αυτοσυνείδηση, σχεδόν δεκαπλασιαζόταν κείνες τις στιγμές που κρατούσαν όσο και μια αστραπή. Το μυαλό κι η καρδιά φωτίζονταν μ’ ένα ασυνήθιστο φως. Όλες οι αμφιβολίες του, κάθε ταραχή, λες και καταπραΰνονταν μονομιάς και μεταβάλλονταν σε μιαν ανώτερη ηρεμία, γεμάτη διάφανη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη λογική και ξεκαθαρισμένες τελικές αιτίες. Όμως, οι στιγμές αυτές, αυτές οι διαλείψεις, δεν ήταν παρά μια προαίσθηση μονάχα του αποφασιστικού εκείνου δευτερολέπτου (ποτέ δεν κράταγε παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) που μ’ αυτό άρχιζε η καθαυτό κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο ήταν φυσικά ανυπόφορο. Όταν σκεφτόταν αργότερα αυτή τη στιγμή, σαν είχε γίνει πια καλά, έλεγε συχνά μέσα του: «Όλες αυτές οι αστραπές κι οι διαλείψεις της ανώτερης αυτοαίσθησης και αυτοσυνείδησης και κατά συνέπεια της ¨ύψιστης ύπαρξης¨, δεν είναι άλλο παρά αρρώστια, δεν είναι παρά μια διασάλευση της φυσιολογικής κατάστασης κι αν είναι έτσι, δεν πρόκειται καθόλου για ύψιστη ύπαρξη μα απεναντίας θα πρέπει να λογιστεί σαν μια απ’ τις κατώτερες». Κι ωστόσο, είχε φτάσει τελικά σ’ ένα συμπέρασμα που θα φαινόταν σχεδόν σαν παραδοξολογία: «και τι σημασία έχει που όλ’ αυτά είναι αρρώστια; – κατέληξε. – Τι σχέση έχει που αυτή η υπερένταση δεν είναι φυσιολογική, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αυτή η στιγμή που νιώθω έτσι, όταν τη θυμάμαι και τη διερευνώ σε κατάσταση υγείας πια, αποδείχνεται πως έχει μιαν αρμονία φτασμένη στο ανώτατο σημείο της, είναι η ίδια η ομορφιά, αφού μου δίνει μια αίσθηση πληρότητας που ούτε ξανάκουσα ούτε μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ ως τα τότε, μια αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης και παλλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής;» Αυτές οι ομιχλώδεις εκφράσεις τού φαίνονταν αυτού του ίδιου πολύ κατανοητές, αν και πολύ κατώτερες απ’ την πραγματικότητα. Πάντως δεν μπορούσε ν’ αμφιβάλλει καθόλου πως πρόκειται πραγματικά για μια «ομορφιά και θρησκευτική ταύτιση», πως ήταν πραγματικά «η πεμπτουσία της ζωής» – α, όχι, ούτε την παραμικρότερη αμφιβολία δεν μπορούσε να παραδεχτεί για όλ’ αυτά. Γιατί δεν ονειρευόταν τίποτα οράματα κείνη τη στιγμή, όπως γίνεται σαν πιει κανείς χασίς, όπιο ή κρασί, που εξασθενούν τις νοητικές ικανότητες και διαστρεβλώνουν την ψυχή, δεν έβλεπε πράγματα αφύσικα μήτε φανταστικά. Για όλ’ αυτά μπορούσε να κρίνει λογικά σαν πέρναγε η κρίση. Οι στιγμές εκείνες ήταν αυτό και μόνο ίσα-ίσα – μια ασυνήθιστη ισχυροποίηση της αυτοσυνείδησης (αν χρειαζόταν να ορίσει κανείς αυτές τις στιγμές με μια μονάχα λέξη) και ταυτόχρονα της αυτοαίσθησης, στο έπακρο άμεσης. Αφού εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την τελευταία συνειδητή στιγμή πριν απ’ την κρίση, του τύχαινε να προφτάσει να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, για’ αυτή τη στιγμή μπορεί να δώσει κανείς όλη του τη ζωή!» σημαίνει φυσικά πως αυτή η στιγμή από μόνη της άξιζε μιαν ολάκερη ζωή. Εδώ που τα λέμε, δεν επέμενε για το διαλεκτικό μέρος του συμπεράσματός του: η αποβλάκωση, το ψυχικό σκοτάδι, η ηλιθιότητα, στέκονταν μπροστά του ξεκάθαρες συνέπειες αυτών των «ανώτερων στιγμών». Εννοείται πως δε θα καθόταν να συζητήσει σοβαρά το πράγμα. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην εκτίμησή του κείνης της στιγμής, υπήρχε χωρίς αμφιβολία κάποιο λάθος, η ρεαλιστικότητα ωστόσο της αίσθησης που δοκίμαζε, τον έφερνε σε αμηχανία. Γιατί αλήθεια πώς μπορεί να παραγνωρίσει τη ρεαλιστικότητα αυτή; Αφού αυτό του ‘χε συμβεί, αφού αυτός ο ίδιος πρόφταινε να πει μέσα του το ίδιο κείνο δευτερόλεπτο πως αυτό το δευτερόλεπτο, με την απέραντη ευτυχία που τη γευόταν τότε ολοκληρωτικά αξίζει ίσως μια ολάκερη ζωή. «Τις τέτοιες στιγμές» – όπως έλεγε μια φορά στο Ραγκόζιν, στη Μόσχα, τότε που συναντιόνταν κει πέρα – «τις τέτοιες στιγμές, δεν ξέρω πώς, μα καταλαβαίνω κείνο τον παράξενο λόγο ότι χρόνος ουκέτι έσται. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, να’ ναι η ίδια εκείνη στιγμή που πριν ακόμα προφτάσει να χυθεί το νερό απ’ την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, αυτός είχε προφτάσει μέσα στο ίδιο εκείνο δευτερόλεπτο να περιέλθει όλα τα ενδιαιτήματα του Αλλάχ».

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

"Ταπεινωμένοι Και καταφρονεμένοι" Ντοστογιέβσκη


[...]-Βρίσκεται πάλι εδώ, μέσα στην καρδιά μου! - Φώναξε.
-Ω ευχαριστώ, Θέ μου, για όλα και για την οργή Σου, και για το τέλος Σου!.. Και για τον ήλιο Σου, που ακτινοβόλησε τώρα δα, ύστερ' απ' τηνεροποντή, πάνω σ' όλους μας! Για όλη τούτη την ευτυχισμένη στιγμή σ' ευχαριστώ. Ω! Ας είμαστε  μεις οι ταπεινωμένοι, ας είμαστε οι καταφρονημένοι, αλλά είμαστε πάλι μαζί κι ας θριαμβεύουν τώρα αυτοί οι περήφανοι,
οι γιομάτοι έπαρση αλαζονεία, που μας ταπείνωσαν και μας καταφρόνεσαν! αυτοί ας ρίξουν πάνω μας την πέτρα τους! Μη φοβάσαι Νατάσα... Θα πάμε πιασμένοι χέρι με χέρι και θα τους πω: αυτή είναι η κόρη μου, η ακριβή μου, η πολυαγαπημένη μου, η αναμάρτητη κόρη μου που εσείς την ταπεινώσατε και την καταφρονέσατε, μα που εγώ την αγαπώ και την ευλογώ εις τους αιώνες των αιώνων!.. [...]

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ «ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΡΑΜΑΖΟΦ»

Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις μ’ αδειανά τα χέρια, με κάποια υπόσχεση ελευθερίας που οι άνθρωποι με την ηλιθιότητά τους και με την έμφυτή τους διαφθορά δεν μπορούν ούτε καν να την κατανοήσουν, που τη φοβούνται και τη σκιάζονται γιατί τίποτα και ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία πιο αφόρητο απ’ την ελευθερία! Ενώ, βλέπεις αυτές τις πέτρες μέσα σε τούτη τη γυμνή πυρ
αχτωμένη έρημο; Κάνετες ψωμιά κι η ανθρωπότητα θα τρέξει πίσω Σου σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη κι υπακοή, αν και πάντα θα τρέμει από φόβο πως θα μπορούσες ν’ αποτραβήξεις το χέρι Σου και να πάψεις να τους δίνεις τα ψωμιά Σου. Μα Συ δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία κι απόρριψες την προσφορά γιατί σκέφτηκες: Τι ελευθερία θάναι αυτή όταν η υπακοή θα εξαγοραστεί με ψωμιά;

Το ήξερες, δεν μπορούσες να μην το ξέρεις αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, μα αρνήθηκες τη μοναδική αλάνθαστη σημαία που Σου προτάθηκε για να εξαναγκάσεις όλους να Σε προσκυνήσουν ασυζητητεί – τη σημαία του επίγειου άρτου. Και την αρνήθηκες εν ονόματι της ελευθερίας και του επουράνιου άρτου. Κοίτα λοιπόν τι έκανες ακόμα. Κι όλα αυτά πάλι εν ονόματι της ελευθερίας! Σου λέω πως η πιο βασανιστική φροντίδα για τον άνθρωπο είναι τούτη: Ζητάει να βρει όσο μπορεί γρηγορότερα κάποιον που να μπορεί να του παραδώσει εκείνο το δώρο της ελευθερίας που μ’ αυτό γεννιέται ο δύστυχος.
(…..)
Αντί να κυριέψεις την ελευθερία των ανθρώπων, Εσύ τους την έκανες ακόμα μεγαλύτερη! Ή μήπως ξέχασες πως ο άνθρωπος προτιμάει την ησυχία, ακόμα και το θάνατο, παρά την ελεύθερη εκλογή εν γνώσει του καλού και του κακού; Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό.

Θέλησες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου, θέλησες να Σε ακολουθήσει ελεύθερα. Αντί να υπακούει στον παλιό αυστηρό νόμο, ο άνθρωπος έπρεπε με ελεύθερη καρδιά ν’ αποφασίζει από δω και μπρος ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, έχοντας μοναδικό του οδηγό τη μορφή Σου. Μα είναι δυνατό λοιπόν να μη σκέφτηκες πως τελικά θ’ απαρνηθεί ακόμα και τη μορφή Σου και την αλήθεια Σου, συντριμμένος κάτω απ’ το τρομερό βάρος: την ελευθερία της εκλογής;
(…..)
Δεν κατέβηκες απ’ το σταυρό όταν Σου φωνάζανε περιγελώντας και λοιδορώντας Σε: «Κατέβα απ’ το σταυρό για να πιστέψουμε πως είσαι Συ». Δεν κατέβηκες γιατί και πάλι δε θέλησες να σκλαβώσεις τον άνθρωπο με το θαύμα και λαχταρώντας την ελεύθερη πίστη κι όχι αυτήν που γεννιέται από θαύμα. Λαχταρούσες την ελεύθερη αγάπη κι όχι τους δουλικούς ενθουσιασμούς του σκλάβου, του τρομοκρατημένου μπροστά σε μιαν ισχύ που τον συντρίβει. Μα και δω εκτίμησες τους ανθρώπους τόσο που δεν τ’ αξίζανε, γιατί φυσικά αυτοί είναι δούλοι αν και πλάστηκαν επαναστάτες. Κοίτα και κρίνε μονάχος Σου. Να, πέρασαν πια δεκαπέντε αιώνες. Κοίταξέ τους: Ποιον πήγες ν’ ανυψώσεις ως τον εαυτό Σου; Παίρνω όρκο πως ο άνθρωπος πλάστηκε πιο αδύναμος και πιο ταπεινός απ’ ό,τι τον νόμισες! Μπορεί, μπορεί τάχα να επιτελέσει ό,τι και Εσύ; Εκτιμώντας τον τόσο πολύ φέρθηκες μαζί του σα νάπαψες πια να τον συμπονείς γιατί του ζήτησες πάρα πολλά. Και ποιος; Εκείνος που τον αγάπησε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό Του! Αν τον εκτιμούσες λιγότερο, θα του ζητούσες λιγότερα και τότε θάδειχνες πως τον αγαπάς πιο πολύ, γιατί το βάρος που θα τον έβαζες να σηκώσει θάταν μικρότερο. Αυτός είναι αδύναμος και τιποτένιος.