Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Ν. Ματβέγεβα - Η αποστολή




Ο ποιητής που είναι άφωνος όταν τα γεγονότα τρέχουν
— Αλλά μετά απ’ το συμβάν βγάζει φωνή — πόσο ρεζίλη είναι αγνοεί.
Ο ποιητής όχι να καθρεπτίζει , αλλά ο ίδιος πρέπει να προβληματίζει,
Όχι να ψάλλει το συμβάν, αλλά να πράττει, ήρθε, να αναβοεί,
Και στην ουρά της ιστορίας να στριμωχθεί, δεν του αρμόζει.
Μετά από τα γεγονότα ο στίχος ποιόν μπορεί να σώσει;
Του ποιητή αποστολή είναι να διευθύνει τον ουρανό των λέξεων σαν Δίας,
Είναι των ιδεών ο κινητήρας και της αδύναμης ψυχής είναι μεσσίας.
Για πέστε μου παρακαλώ; Τι θα πει αυτό, να καθρεφτίζει;
Ο ποιητής δεν είναι λίμνη με τα νούφαρα, να αντικατοπτρίζει,
Είναι ο πόνος και το μίσος, είναι ελπίδα φωτεινή.
Η ανθρωπότητα που έβαλε τον ποιητή στα νώτα,
Μοιάζει στρατό που έχει τον σημαιοφόρο πίσω αντί πρώτο,
Και με τυμπανιστή σταλμένο στην οπισθοφυλακή.

(Πηγή)


Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Γ. Γιεφτουσένκο - Μπάμπι Γιαρ


Ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο αφορμάται από τη σφαγή κυρίως των Εβραίων Σοβιετικών πολιτών, που έλαβε χώρα στο φαράγγι βόρεια του Κιέβου το 1941 από τους Ναζί και τους ντόπιους δοσίλογους και το 1962 γράφει το πιο γνωστό του ποίημα ''Μπάμπι Γιαρ". 

Φαράγγι Μπάμπι Γιαρ. Κίεβο, 1941


Στο Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν.
Απότομη πλαγιά, σαν μια ταφόπλακα χοντροκομμένη.
Φοβάμαι.
Είμαι τόσων ετών,
όσο και ο εβραϊκός λαός.

Τώρα νομίζω πως–
Ιουδαίος είμαι.
Να, περιφέρομαι στην αρχαία Αίγυπτο.
Να, σταυρωμένος στο σταυρό, αργοπεθαίνω,
και μέχρι σήμερα έχω τα σημάδια των καρφιών.
Τώρα νομίζω πως -
Ο Ντρέιφους είμαι.
Ο μικροαστισμός είναι για ‘με
ο καταδότης και ο δικαστής μου.
Βρίσκομαι πίσω από τα κάγκελα.
Έπεσα στην παγίδα.
Κυνηγημένος,
χλευασμένος
συκοφαντημένος.
Και κυριούλες με φραμπαλάδες Βρυξελλών,
Τσιρίζοντας, με χτυπούν με τα ομπρελίνα τους στο πρόσωπο. 
Τώρα νομίζω πως -
ένα αγοράκι στο Μπελοστόκ είμαι. 
Το αίμα χύνεται, απλώνεται στο χώμα. 
Φωνάζουν οι ταγοί του πιόματος του καπηλειού
βρωμοκοπούν βότκα και κρεμμύδι κομμένο στα δυο.
Είμαι αδύναμος, μ’ έχουν κλωτσήσει με την μπότα. 
Άδικα τους φονιάδες παρακαλώ.
Λένε γελώντας δυνατά: 
«Βάρα τους οβριούς, σώσε τη Ρωσία!» -
Βιάζει την μάνα μου ο αλευράς. 
Ω, λαέ μου ρωσικέ! – 
Ξέρω 
πως εσύ
είσαι βασικά διεθνιστής. 
Συχνά πυκνά, εκείνοι που ‘χουν τα χέρια λερωμένα,
Το καθαρό σου όνομα βρωμίζουν.
Την καλοσύνη των χωμάτων σου γνωρίζω.
Τι προστυχιά,
δίχως καν μια φλέβα να κουνήσουν,
που οι αντισημίτες βιαστικά σε ανακήρυξαν
«Ένωση του ρωσικού λαού»! 
Τώρα νομίζω πως -
η Άννα Φρανκ είμαι,  
διάφανη, 
σαν του Απρίλη το κλαράκι.
Αγαπώ.
Τις φράσεις δεν χρειάζομαι. 
Εκείνο που θέλω 
είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον. 
Πόσα λίγα μπορεί να δεις κανείς,
Μυρίζοντας!
Μας απαγορεύουν τα φύλλα,
μας απαγορεύουν τον ουρανό.
Μπορείς όμως πάρα πολλά να κάνεις – 
είναι τόσο τρυφερό
να αγκαλιάζεις τον άλλον σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Έρχονται ‘δω; 
Μη φοβάσαι – είν’ η βοή
της άνοιξης – 
αυτή μας πλησιάζει. 
Έλα κοντά μου. 
Τα χείλη δωσ’ μου γρήγορα.
Σπάνουν την πόρτα; 
Όχι – είναι το λιώσιμο των πάγων …
το θρόισμα των αγριόχορτων πάνω στο Μπάμπι Γιαρ.
Τα δέντρα κοιτάζουν σκυθρωπά,
σαν δικαστές. 
Όλα σιωπηλά εδώ κραυγάζουν,
και, βγάζοντας το γούνινο καπέλο,
νιώθω
πως αργά γκριζάρουν τα μαλλιά μου.
Και είμαι εγώ,
σαν πνιχτή, δίχως ήχο, κραυγή,
πάνω από τους χιλιάδες θαμμένους. 
Εγώ είμαι –
καθένας από τους εκτελεσμένους γέροντες.
Εγώ είμαι –
καθένα από τα εκτελεσμένα παιδιά. 
Τίποτα μέσα μου
δεν πρόκειται να το ξεχάσει αυτό! 
Και ας ηχεί η «Διεθνής»,
όταν για πάντα θα θαφτεί
Ο τελευταίος πάνω στη γη αντισημίτης.
Στο αίμα μου δεν υπάρχει ούτε μια στάλα αίμα εβραϊκό.
Με μίσος άγριο εμένα με μισούν
οι αντισημίτες όλοι,
αφού εβραίο με θεωρούν, 
γι’ αυτό και είμαι 
Ρώσος αληθινός! 



Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Λέων Τολστόι: Ο συγγραφέας - απόστολος


Με αφορμή την 186η επέτειο γέννησης του Λ. Τολστόι, ξέθαψα ένα παλιό βιβλίο με τους μεγαλύτερους άντρες λογοτέχνες, για να παρουσιάσω όσο πιο περιεκτικά και άρτια μπορώ το σημαντικότατο αυτό πρόσωπο των ρωσικών γραμμάτων και όχι μόνο. Η βιογραφία του, τα λόγια του, οι θεωρίες και τα μυθικά πρόσωπά του βρέθηκαν κάποτε ανάμεσα σε παλιές σελίδες που μύριζαν ξύλο και μούχλα, βρίσκονται κατά καιρούς παντού γύρω μας, στην πολιτική και στον έρωτα, σε έναν φίλο που έχεις καιρό να ανταμώσεις, βρίσκονται στο θάνατο και στη φιλοσοφία της ζωής, βρίσκονται στα συμπυκνωμένα παρατημένα όνειρα σου και στην φτώχεια. Βρίσκονται εκεί που βρίσκεσαι κι εσύ και αναρωτιούνται: "να σκοτώσουν εμένα που όλοι μ'αγαπούσαν τόσο;


ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ 
1928. Γεννήθηκε στη Γιασνάγια Πολιάνα της Ρωσίας.
1844. Μπήκε στο Πανεπιστήμιο του Καζάν.
1851. Πηγαίνει στον Καύκασο και κατατάσσεται στο στρατό.
1857. Έπειτα από διαμονή στην Πετρούπολη ταξιδεύει στο εξωτερικό και επαναλμβάνει το ταξίδι του στα 1880. 
1862. Παντρεύεται τη Σοφία Μπερς.
1876. Αρχίζει τη διδασκαλία της νέας του φιλοσοφίας.
1910. Πέθανε στο Αστάποβο της Ρωσίας. 



Ο Λέων Τολστόι (1928-1910) είναι ένας από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους, που αντί να υψωθούν πάνω από τον κοινό μέσο όρο, έχοντας σα βοηθό τους και κίνητρο τη φιλοδοξία, αντίθετα κατέβηκαν θεληματικά ανάμεσα στους πολλούς, από οίκτο γι'αυτούς. 

Χάνοντας από νωρίς την μητέρα του, μόλις σε ηλικία τριών χρονών και τον πατέρα του στα εννιά του, αυτόν και τα τέσσερα αδέρφια του τους ανέλαβε μια μακρινή συγγενής: η "θεία Τατιάνα". Ο Τολστόι μέσω της "θείας" του απέκτησε από πολύ νωρίς ιδιαίτερη έλξη προς τη μεταφυσική, που δεν μπόρεσε να αποβάλει ποτέ. Στο σχολείο ήταν πολύ κακός μαθητής. Οι καθηγητές συνήθιζαν να λένε για τους τρεις αδελφούς Τολστόι: "Ο Σέργιος και θέλει και μπορεί. Ο Δημήτρης θέλει, μα δεν μπορεί. Ο Λέων ούτε θέλει, ούτε μπορεί...". 

Ο Τολστόι αντίκριζε με μεγάλη σοβαρότητα τη ζωή. Δεν ήταν ούτε πέντε χρονών, όταν είχε κιόλας φτάσει στο συμπέρασμα ότι "η ζωή δεν είναι διασκέδαση, αλλά βαρειά προσπάθεια". Στα δεκάξι του χρόνια μπήκε στο πανεπιστήμιο του Καζάν κι άρχισε γι'αυτόν μια περίοδος φιλοσοφικών περιπλανήσεων μέσα "στην έρημο της εφηβείας", καθώς την αποκαλούσε. Για ένα ορισμένο διάστημα τον είχε πιάσει η φοβερή εκείνη απαισιοδοξία, που δεν είναι καθόλου σπάνια στην επικίνδυνη αυτή η ηλικία, όταν η ψυχή του εφήβου πρωτοαντικρίζει τη ζωή. 

Η δυστυχία του οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος και στη φυσική του ασχήμια. Αυτό τον τυραννούσε, γιατί ένιωθε μεγάλη ανάγκη να τον θαυμάζουν στα πρώτα χρόνια της νιότης του. Το πρόσωπό του ήταν "άσχημο σαν του γορίλα" καθώς έγραφε στο ημερολόγιο του. Είχε μικρά βαθουλωμένα μάτια, χαμηλό μέτωπο, χοντρά χείλια, χοντρή μύτη και τεράστια αυτιά. Είχε το πνεύμα ενός Άριελ στο κορμί ενός Κάλιμπαν. Και τόσο μεγάλο κακό του έκανε η ασκήμια του αυτή, ώστε αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Σύντομα όμως αλλάζει γνώμη και αναζητά τη διασκέδαση, αντί για τη λήθη του θανάτου. Συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους του Καζάν, που ήταν σημαντικό πνευματικό και κοινωνικό κέντρο του καιρού εκείνου. 

Αργότερα, ανακαλύπτει τον Ζαν-Ζάκ Ρουσσώ. Η ανακάλυψη αυτή ήταν το τονωτικό που του ήταν απαραίτητο την εποχή εκείνη. Συμφιλιώθηκε με την ασκήμια του κι άνοιξε τα μάτια του στην ομορφιά της Φύσης. Απέκτησε μία νέα θρησκεία- τη λατρεία του Ρουσσώ, που τον αντίκριζε σαν υπερφυσικό πλάσμα. Είχε κρεμασμένη στο λαιμό του μια εικόνα του, σαν ιερό κειμήλιο. 

Ξαφνικά, γύρω στα 1847, διακόπτει τις σπουδές του στο Καζάν και αποτραβιέται στην Γιασνάγια Πολιάνα με το ενδιαφέρον του συγκεντρωμένο στην καλλιέργεια των κτημάτων του και στη βελτίωση της ζωής των δουλοπαροίκων του. 

Τα επόμενα χρόνια του τριγυρνάει στην Μόσχα, στο κέντρο μιας εύθυμης συντροφιάς νέων. Όταν στα 1851 έχασε πολλά χρήματα στα χαρτιά, έφυγε στον Καύκασο για να γλυτώσει από τους πιστωτές του. Εκεί πήγε να καταταγεί στο στρατό, όπου ο αδερφός του υπηρετούσε ως αξιωματικός. Μακριά από την παλιότερη επιθυμία του θανάτου, ο Τολστόι στα είκοσι τρία πίστευε απόλυτα στη ζωή- ενδιαφερόταν για τον μυστικισμό και τις ωραίες γυναίκες. "Τίποτα δεν είναι κακό", γράφει στους Κοζάκους. "Το να διασκεδάζει κανείς δεν είναι αμαρτία". Χαιρόταν ολόψυχα την ομορφιά της Φύσης, έπαιζε χαρτια, είχε ερωτικές περιπέτειες και δημιουργούσε αριστουργήματα ποιητικού ρεαλισμού. Ιστορίες της παιδικής του ηλικίας, ιστορίες πολέμων, μυθιστορήματα για τη ζωή των Κοζάκων, δοκίμια, επιστολές, όλα αυτά έβγαιναν σα χείμαρρος, το ένα μετά το άλλο, από την ακούραστη πένα του. 

Αφοσιωμένος στα λογοτεχνικά του έργα, δεν έδινε και πολλή προσοχή στις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Δεν αγαπούσε τους πολέμους και στην Εισβολή, που την έγραψε σε ηλικία είκοσι τεσσάρων χρονών, έγραφε: "Είναι τάχα αδύνατον να ζουν οι άνθρωποι εν ειρήνη, μέσα σ'αυτόν το γεμάτο ομορφιές κόσμο, κάτω από αυτόν τον άπειρο έναστρο ουρανό; Πώς μπορεί κανείς σ'ένα μέρος σαν αυτό να νοιώθει μίσος και να θέλει εκδίκηση, σκοτώνοντας τους άλλους; Κάθε τι άσχημο μέσα στην ανθρώπινη ψυχή πρέπει να εξαφανίζεται στο άγγιγμα της Φύσης, που είναι η πιο άμεση έκφραση του ωραίου και του καλού". 

Το 1853, ο Τολστόι από κει που μίλαγε για τον πόλεμο, κλήθηκε να κάνει το καθήκον του, όταν η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Τον συνεπήρε ο ενθουσιασμός για την πατρίδα του κι όπως πολλοί άλλοι έγινε ξαφνικά πολύ άγριος. Τον είχε πιάσει μια φρενίτιδα γεμάτη μυστικισμό. Σύντομα όμως κουράστηκε και στα 1857, ο Τοστόι παραιτήθηκε και γύρισε στην Πετρούπολη. Η φήμη του όμως ως ηρωικού στρατιώτη και συγγραφέα είχε προηγηθεί απ'αυτόν. Ακολούθησε μία προσπάθεια από τους λογοτεχνικούς κύκλους να τον εντάξουν στους κόλπους τους, διαφημίζοντας τον, αλλά πιότερο διαφήμιζαν τις ικανότητες του να κατανοούν τα κείμενα του Τολστόι. Αυτή η υπεροψία απομάκρυνε τον Τολστόι από τους ανθρώπους εκείνους και απογοητευμένος θέλησε να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Αλλά όπως ο Ντοστογιέφσκι λίγα χρόνια αργότερα, δε βρήκε ούτε εκεί την ψυχική ανάταση και την πνευματική ικανοποίηση που ζητούσε. 

Μετά το δεύτερο ταξίδι του, ξαναγύρισε στη Γιασνάγια Πολιάνα κι αποφάσισε να ασχοληθεί με παιδαγωγικά έργα, όπου και άνοιξε ένα σχολείο για τα παιδιά των χωρικών της Γ.Π, κάνοντας εναλλακτικό μάθημα. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός που εγκατέλειψε απογοητευμένος κι αυτή του την προσπάθεια. Η απογοήτευση αυτή, σε συνδυασμό με το θάνατο των δύο αδερφών του από φυματίωση, τον έκαναν να τριγυρίζει για μια ακόμη φορά στην ιδέα της αυτοκτονίας. 

Τη φορά αυτή σώθηκε από την τέχνη κι από τον έρωτα του για τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς, μια κοπέλα δεκαεφτά χρονών. Η γυναίκα του ήταν προικισμένη με πολλές αρετές και έγινε "αληθινή σύζυγος συγγραφέα", όπως έλεγε κι η ίδια. Έγραφε όσα της υπαγόρευε ο άντρας της, αναζωογονούσε τη φαντασία του, τού έδινε θάρρος, αντέγραφε με πολύν κόπο τα χειρόγραφα του και του χρησίμευε ακόμα και για "μοντέλο" διαφόρων γυναικείων προσώπων των έργων του. Μέσα 

Μέσα στην ευτυχισμένη αυτή ατμόσφαιρα έγραψε δύο από τα αριστουργήματά του, την τραγωδία του ατομικού πάθους, την "Άννα Καρένινα" και το έπος του καθολικού πόνου, το "Πόλεμος και Ειρήνη". 

Γύρω στα πενήντα του χρόνια σημειώθηκε μια τεράστια μεταβολή εντός του. Η ευτυχισμένη ζωή που περνούσε δεν τον ικανοποιούσε πια και μια νέα ανησυχία φώλιασε μέσα στην ψυχή του. Ο λογοτέχνης προχώρησε σ'άλλα πεδία του πνευματικού τομέα και σκοπός της ζωής του έγινε να ιδρύσει μια νέα πίστη. Ο "Τολστοϊσμός" που είχε ήδη αρχίσει να'χει οπαδούς, αφορούσε το δόγμα της "μη αντίστασης", που έχει κάποιες αναλογίες με την "παθητική αντίσταση" του Γκάντι. Πέραν αυτών, η φιλοσοφία αυτή υπαγόρευε στον άνθρωπο που θα την ακολουθούσε να απέχει από κάθε ερεθιστικό ποτό, καπνό, κρέας ζώων και ηδονή. Εφαρμόζοντας τη διδασκαλία του, ο Τολστόι απαρνήθηκε κάθε υλική χαρά, ντύθηκε με ρούχα χωρικού, έκανε χειρωνακτικές εργασίες, έμαθε να κάνει παπούτσια και έγινε χορτοφάγος. Αυτό είχε σαν συνέπεια την οξύτατη αντιπαράθεση με την οικογένεια του. Χαρακτηριστικά, είχε γράψει σε ένα γράμμα του προς ένα φίλο του, "Ίσως να μη με πιστέψεις, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απομονωμένος είμαι και σε ποιο σημείο οι γύρω μου με περιφρονούν". Παρόλα αυτά, το συγγραφικό του έργο την περίοδο εκείνη είναι πλουσιότατο: γράφει την περίφημη "Ομολογία" του κι αργότερα τις "Αναμνήσεις ενός τρελού", τον "Πάτερ Σέργιο", την "Ανάσταση", τη "Σονάτα του Κρόυτσερ" και τόσα άλλα. 

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο άγριος αυτός, που έκανε ασκητική ζωή, έπαιρνε όλο και πιο απόκοσμη όψη. Αποξενωμένος από τους ανθρώπους και την οικογένειας του, έβλεπε τη ζωή ολοένα και από μεγαλύτερη απόσταση. Υπέφερε αφάνταστα από την κατάσταση εκείνη κι από τον τρόπο ζωής που ήταν αντίθετος στη διδασκαλία του και στις επιδιώξεις του. Οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια του ήταν καθημερινές, η γυναίκα του είχε φτάσει στην υστερία και η ζωή στη Γιασνάγια Πολιάνα έγινε μαρτυρική. Και τέλος στις πέντε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1910, ο μεγάλος αυτός στοχαστής έκανε την πιο δραματική πράξη της ζωής του: ο γέρος αυτός, ο απόγονος πριγκίπων, το μεγάλο πνεύμα του αιώνα του έφυγε κρυφά από το σπίτι του. Πού πήγαινε; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε. Και ο γέρος αυτός των ογδόντα χρονών, μες στη χωριάτικη μπλούζα του άρχισε να τριγυρνάει από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη. 

Δεν μπόρεσε όμως να κρατήσει πολύ. Στο Αστάποβο σωριάστηκε. Κι όταν ο γιατρός πήγε πλάι του, ο άγιος εκείνος γύρισε και του είπε: "Υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων πάνω στη γη αυτή που υποφέρουν. Γιατί ασχολείστε με μένα;"
Στις 10 Νοεμβρίου του 1910, στις έξι το πρωί ήρθε ο θάνατος να πάρει από τον κόσμο έναν από τους ανθρώπους, που δεν ήταν καμωμένος για τη ζωή τούτη. Κι ακριβώς οι άνθρωποι που δεν είναι καμωμένοι για τη ζωή αυτή, την κάνουν ωραιότερη, γιατί βλέπουν, γιατί οραματίζονται, γιατί ανοίγουν νέους δρόμους, γιατί αποκαλύπτουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των άλλων ουρανούς που κανένας δεν φαντάστηκε, εικόνες που κανένας άλλος δεν είχε κατορθώσει να ονειρευτεί. 

Έτσι έφυγε από τη γη, χαμένος σε κάποια μακρινή πολιτεία ένας από κείνους που δόξασαν το ανθρώπινο πνεύμα και την ανθρώπινη ψυχή, ο Λέων Τολστόι, ο πρίγκηπας με τη χωριάτικη μπλούζα. 



Πηγή: Οι Μεγάλοι Άνδρες της Ανθρωπότητας. Σειρά 10η. Οι Μεγάλοι Λογοτέχναι. Εκδόσεις Δέλτα
(Διασκευή και εκλογές από τα έργα των Thomson και Mirsky)





Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Β. Μαγιακόφσκι - Ξελασπώστε το μέλλον


Το μέλλον δε θα ‘ρθει από μονάχο του έτσι νέτο-σκέτο αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.
Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το !
Απ' την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.
Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες, για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές.
Μέτρησε, καλοσκέψου, σημάδεψε και τράβα, βήματα τα βήματα, έστω και πάνω σε μικροζητήματα.
Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη, στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός, στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.
Εκείνος κει, που ολημερίς τριζοβολάει βλαστήμιες σαν κάρο κακογρασωμένο, εκείνος που,σαν ολολύζει η μπαλαλάικα χλωμιάζει ευθύς, αυτός το μπόι του μέλλοντος δεν το ‘χει φτασμένο.
Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.
Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.
Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερνότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.
Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν' αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Μ. Λέρμοντοφ - Να δυσπιστείς


Μιχαήλ Λέρμοντοφ (1814 - 1841). Σημαντικός Ρώσος ποιητής, γνωστός και ως "ποιητής του Καυκάσου", ο οποίος αποτέλεσε την πιο σημαντική παρουσία στη ρωσική ποίηση, μαζί με τον Πούσκιν και μέχρι τον θάνατο του. Πέθανε σε ηλικία 26 ετών, από μία μονομαχία (όπως ακριβώς και ο Πούσκιν...) 



Να δυσπιστείς με τον εαυτό σου ποιητή
Την έμπνευση ν’ αποφεύγεις σαν πανούκλα,
Είναι το παραλήρημα ψυχής αρρωστημένης
Και η οργή της σκέψης αιχμαλωτισμένης.
Εκεί το γνώρισμα των ουρανών μάταια μην αναζητάς,
Είναι του αίματος βρασμός, της δύναμης πληθώρα.
Κάλιο την ζωηράδα σου σε έγνοιες να σπαταλάς
Να χύσεις χάμου το ποτό τοξικοφόρο!

Αν θα συμβεί σε μια θαυμάσια στιγμή,
Και η ψυχή σου — από καιρό σιωπηλή — θ’ ακούσει
Μια θεϊκή και ανεξήγητη φωνή,
Ήχους ασύνθετους γλυκούς γεμάτη,
Μην αφουγκράζεσαι , μην επιδίδεσαι σ’ αυτούς.
Να ρίξεις πάνω τους το κάλυμμα της λήθης,
Γιατί με στίχους ρυθμικούς και λόγο παγερό,
Δεν είναι δυνατόν τη σημασία τους να αποδίδεις

Αν γεννηθεί η θλίψη στον κρυψώνα της καρδιάς σου,
Αν έρχεται το πάθος αχαλίνωτο με αστραπή και μπόρα,
Μη βγαίνεις για το γλέντι θορυβώδη των ανθρώπων ,
Με φίλη σου παράφορη και αιμοβόρα
Μην ταπεινώνεσαι, ντροπή σου να πουλάς
Οργή με λύπη και βαθιά οδύνη!
Και το απόστημα των ψυχικών πληγών να δείχνεις
Στον όχλο απαθής που δεν κατέχει ελεημοσύνη.

Καθόλου δεν τους αφορά γιατί και πόσο υποφέρεις
Γιατί να ξέρουνε τις αγωνίες σου και τις αθέμιτες σου σχέσεις,
Για τις ανόητες ελπίδες των χρόνων των νεανικών 
Και του μυαλού τις πονηρές προθέσεις;
Κοίτα: μπροστά σου πλήθος ζωηρό περνά,
Κρατά το δρόμο το συνηθισμένο,
Τα πρόσωπά τους γελαστά, αμέριμνα,
Αδύνατον να βλέπεις μάτι δακρυσμένο.

Στο μεταξύ, είναι απίθανο να βρεις κανένα
Απ’ τη μαρτυρική ζωή μη χτυπημένο,
Που έζησε μέχρι παράκαιρων ρυτίδων,
Χωρίς κάποιο κακούργημα, χαμούς, με βίο στερημένο.
Πίστεψέ με, τους διασκεδάζουν οι δικοί σου στεναγμοί
Κι ο λόγος σου, ο φλογερός , με ύφος.
Είσαι σαν τραγικός ηθοποιός φτιασιδωμένος
Που άτεχνα κουνά, απ’ το καρτόνι το ξίφος.


Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Μ. Τσβετάγιεβα - Καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη


Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος'
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

(Verstes II)

μετάφραση: Μαριλένα Καρρά


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Λ. Τολστόι - Πόλεμος και Ειρήνη (απόσπασμα)



[Να σκοτώσουν εμένα που όλοι μ' αγαπούν τόσο;]


Ο Ναπολέων μετά τη μάχη στην Ουλμ (1805), αφού κατέλαβε τη Βιέννη, επιχειρεί να αποκόψει την καταπονημένη ρωσική στρατιά από τις ενισχύσεις που έρχονταν από τη Ρωσία. Ο Ρώσος αρχιστράτηγος Κοντούζοφ, για να εμποδίσει το σχέδιο του εχθρού, διατάζει το στρατό του να σπεύσει με κατεύθυνση τα περίχωρα της Βιέννης, για να ενωθεί με τα στρατεύματα που έρχονταν από τη Ρωσία. Σε σύγκρουση των δύο στρατιών έξω από το χωριό Σεντγράμπεν ο δόκιμος αξιωματικός Νικολάι Ροστόβ, που υπηρετεί σε ένα σύνταγμα ουσάρων, θα αποκτήσει την πρώτη του πολεμική εμπειρία.
— Ας γίνει, τέλος, μια ώρα αρχήτερα, κείνο που 'ναι να γίνει, — σκεφτόταν ο Ροστόβ νιώθοντας πως έφτασε τέλος η στιγμή να ζήσει την απόλαυση της εφόδου, που γι' αυτήν τόσα και τόσα του διηγόνταν οι συνάδελφοι του ουσάροι.
— Εμπρός, ο Θεός μαζί σας! —ακούστηκε η φωνή του Ντενίσοβ— απάνω τους! Μαγς!
Στην πρώτη γραμμή αναταράχτηκαν τα κορμιά των αλόγων. Ο Γράτσικ τεντώθηκε και κάλπασε, χωρίς να περιμένει την παρακίνηση του Ροστόβ.
Ο Νικολάι έβλεπε δεξιά του τις πρώτες γραμμές των ουσάρων του συντάγματός του και μπροστά, πιο πέρα, διέκρινε μια σκούρα λουρίδα που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν και που νόμιζε πως ήταν ο εχθρός. Ντουφεκιές ακούγονταν, όμως από μακριά.
— Ταχύτερα! — ακούστηκε το πρόσταγμα, κι ο Ροστόβ ένιωσε πως ο Γράτσικ άρχισε ν' ανατινάζεται, έτοιμος να περάσει απ' τον τριποδισμό στον καλπασμό.
Μάντευε την κάθε κίνηση του ζώου και γινόταν κι ο ίδιος ολοένα και πιο ζωηρός, ολοένα και πιο χαρούμενος. Είχε διακρίνει κάποιο απομονωμένο δέντρο παραμπρός. Το δέντρο αυτό στην αρχή βρισκόταν μπροστά, στη μέση της γραμμής, του ορίου που φαινόταν τόσο τρομερό. Όμως να, που τη γραμμή αυτή την πέρασαν κι όχι μόνο τίποτα το τρομερό δε συνέβη, μα αντίθετα η ζωηρότητα και το κέφι γίνονταν όλο και πιο έντονα.
— Πώς θα τον πετσοκόψω κείνον που θα φανεί μπροστά μου! — σκεφτόταν ο Ροστόβ σφίγγοντας στο χέρι του τη λαβή του σπαθιού του.
— Ζή-τω-ω-ω-ω!! — βούιξαν οι φωνές.
— Ε, ας βρεθεί τώρα μπροστά μου, όποιος να 'ναι! — σκεφτόταν ο Ροστόβ και σπιρουνίζοντας αλύπητα τον Γράτσικ, και προσπερνώντας τους συντρόφους του όρμησε μπροστά με ασυγκράτητο καλπασμό. Πιο μπρος διακρινόταν κιόλας ο εχθρός. Ξαφνικά μια δυνατή πνοή, σαν κάποια τεράστια σκούπα να κινήθηκε στον αέρα, χτύπησε πάνω στον ουλαμό. Ο Νικολάι ύψωσε το σπαθί του, έτοιμος να χτυπήσει, μα την ίδια στιγμή ο στρατιώτης Νικήτιενκο, που κάλπαζε μπροστά του, αποκόπηκε απ' αυτόν κι ο Ροστόβ αισθάνθηκε, σα μέσα σ' όνειρο, πως εξακολουθούσε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ταυτόχρονα πως μένει ακίνητος στην ίδια θέση. Πίσω του, ο γνώριμος ουσάρος Μπανταρτσούκ παρ' ολίγο να πέσει πάνω του και στράφηκε και τον κοίταξε θυμωμένος. Το άλογο του Μπανταρτσούκ ξαφνιάστηκε και προσπέρασε καλπάζοντας.
— Μα τι συμβαίνει; Δεν κινούμαι; Δεν προχωρώ; Έπεσα, είμαι σκοτωμένος, — την ίδια στιγμή ρώτησε και αποκρίθηκε ο Ροστόβ. Ήταν πια μονάχος μέσα στον κάμπο. Αντίς για τα άλογα που κάλπαζαν και τις πλάτες των ουσάρων, έβλεπε γύρω του να εκτείνεται μονάχα η ακίνητη γης κι ο θερισμένος κάμπος. Αισθάνθηκε κάτωθέ του ζεστό αίμα.
— Όχι, είμαι πληγωμένος και τ' άλογο σκοτωμένο, — στοχάστηκε. Ο Γράτσικ έκανε ν' ανασηκωθεί στα μπροστινά του πόδια, μα έπεσε και ζούλιξε το πόδι του αναβάτη. Απ' το κεφάλι του ζώου έτρεχε άφθονο αίμα. Το άλογο παράδερνε και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ο Ροστόβ θέλησε να σηκωθεί, μα έπεσε κι κείνος. Η ζώνη του είχε σκαλώσει στη σέλα. Πού βρίσκονταν οι δικοί μας, πού βρίσκονταν οι Γάλλοι — δεν ήξερε. Γύρω του δεν ήταν κανείς.
Αφού με χίλια βάσανα κατόρθωσε να ξαγκιστρώσει το πόδι του, ο Νικολάι μπόρεσε κι ανασηκώθηκε.
— Πού, από ποια μεριά είναι τώρα εκείνη η γραμμή, το όριο, που χώριζε τα δυο στρατόπεδα; — αναρωτήθηκε και δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση.
— Μην έπαθα τάχα κάτι κακό; Να τυχαίνουν τάχα τέτοιες περιπτώσεις, και τι πρέπει να κάνει κανείς σ' αυτές; — αναρωτήθηκε πάλι καθώς σηκωνόταν. Και κείνη τη στιγμή αισθάνθηκε σαν κάτι ξένο να κρεμόταν απ' τ' αριστερό του χέρι που το 'νιωθε τρομερά μουδιασμένο. Ο καρπός του χεριού ήταν σαν ξένος. Ο Νικολάι κοίταξε καλά καλά το χέρι, μάταια αναζητώντας να βρει πάνω του ίχνη από αίματα.
— Α, να κι άνθρωποι, — σκέφτηκε με χαρά, βλέποντας μερικούς ανθρώπους που έτρεχαν προς το μέρος του. — Αυτοί θα με βοηθήσουν.
Μπροστά μπροστά απ' όλους εκείνους τους ανθρώπους έτρεχε ένας με καπέλο περίεργο, με μπλε μαντύα, μαυριδερός, ηλιοψημένος, με μύτη καμπουρωτή. Τον ακολουθούσαν δυο ακόμα και πολλοί άλλοι παραπίσω. Ένας απ' αυτούς είπε κάτι σε μια παράξενη γλώσσα, όχι ρωσικά. Ανάμεσα στους παραπίσω, που όλοι φορούσαν όμοια περίεργα καπέλα, στεκόταν ένας ρώσος ουσάρος. Τον κρατούσαν απ' τα χέρια, κι άλλοι πιο πίσω κρατούσαν τ' άλογό του.
— Κάποιος δικός μας αιχμάλωτος, φαίνεται... Ναι. Τάχα θα με πιάσουν και μένα; Τι άνθρωποι είναι αυτοί; — όλο σκεφτόταν ο Ροστόβ, χωρίς να πιστεύει στα μάτια του. — Να 'ναι Γάλλοι, τάχα; — Κοίταξε τους Γάλλους που κοντοζύγωναν και μολονότι πριν από 'να λεπτό κάλπαζε με μόνο σκοπό να φτάσει αυτούς τους Γάλλους και να τους πετσοκόψει, τώρα που πλησιάζανε του φαίνονταν τόσο τρομεροί, που δεν πίστευε τα μάτια του.
— Ποιοι είν' αυτοί; Γιατί τρέχουν; Για μένα έρχονται τάχα; Για μένα τρέχουν έτσι; Και γιατί; Για να με σκοτώσουν, Εμένα, που όλοι μ' αγαπούν τόσο;
Αναθυμήθηκε την αγάπη που του είχε η μητέρα του, η οικογένειά του όλη, οι φίλοι του, και του φάνηκε πως θα 'ταν αδύνατο να 'χουν οι εχθροί του την πρόθεση να τον σκοτώσουν...
— Ίσως ίσως και να με σκοτώσουν...
Στεκόταν παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα χωρίς να σαλέψει καθόλου και χωρίς να κατανοεί τη θέση του. Ο πρώτος Γάλλος με την καμπουρωτή μύτη είχε κοντοζυγώσει τόσο που ο Νικολάι διέκρινε πια τη φυσιογνωμία του και την έκφρασή του. Κι η ξαναμμένη, η ξενική φυσιογνωμία του ανθρώπου που με τη λόγχη μπροστά, κρατώντας την ανάσα του, έτρεχε ανάλαφρα προς το μέρος του, τον τρόμαξε. Άρπαξε το πιστόλι και, αντίς να πυροβολήσει, το πέταξε με φόρα ενάντια στο Γάλλο κι ο ίδιος μ' όλες του τις δυνάμεις έτρεξε κατά τα χαμόκλαδα. Τώρα δεν έτρεχε πια όπως έτρεχε στη γέφυρα του Ενς, με κείνο το συναίσθημα της μαχητικότητας και της αμφιβολίας, μα με το συναίσθημα του λαγού που ξεφεύγει απ' τα σκυλιά. Ένα ολοκληρωτικό συναίσθημα φόβου για τη νεαρή, για την ευτυχισμένη του ζωή, είχε κυριέψει ολόκληρο το είναι του. Πηδώντας γοργά τα χαντάκια, με την ορμή που 'τρεχε όταν ήταν παιδί κι έπαιζε κρυφτό, πετούσε στον κάμπο, γυρίζοντας κάπου κάπου το χλομό, το αγαθό νεανικό πρόσωπό του, και ρίγος παγερό περνούσε τη ραχοκοκαλιά του.
— Όχι, είναι προτιμότερο να μην κοιτάξω, — σκέφτηκε, μα σα βρέθηκε κοντά στα πυκνά χαμόκλαδα, ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Οι Γάλλοι είχαν μείνει παραπίσω και, μάλιστα τη στιγμή που ο Ροστόβ κοίταξε, ο πρώτος είχε κάνει το βήμα του πιο αργό και μισογυρισμένος προς τα πίσω, κάτι φώναξε στο σύντροφό του. Ο Νικολάι σταμάτησε.
— Όχι. Δεν μπορεί. Κάτι άλλο θα συμβαίνει, — στοχάστηκε. — Δεν είναι δυνατό να 'θελαν να με σκοτώσουν.
Στο αναμεταξύ ένιωθε τόσο βαρύ το αριστερό του χέρι, σαν να 'χαν κρεμασμένο απ' αυτό κάποιο βάρος εικοσιπέντε οκάδες. Δεν μπορούσε να τρέξει άλλο. Ο Γάλλος σταμάτησε και σκόπευσε. Ο Νικολάι έσκυψε μισοκλείνοντας τα μάτια. Δυο σφαίρες, η μια ύστερ' απ' την άλλη, σφυρίζοντας, πέρασαν πάνωθέ του. Συγκέντρωσε τις τελευταίες του δυνάμεις, με το δεξί του χέρι κράτησε τ' αριστερό και τρέχοντας έφτασε τέλος στα χαμόκλαδα. Κει μέσα υπήρχαν Ρώσοι ακροβολιστές.


Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Φ. Ντοστογιέφσκι - Ο μικρός πλάι στον Χριστό πάνω στο έλατο (απόσπασμα)


Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. 



Ι 
Ο μικρός "με απλωμένο το χεράκι"

      Είναι παράξενα τα παιδιά, τα βλέπω στα όνειρά μου και στη φαντασία μου. Πριν ακόμα αρχίσουν να κόβουν τα έλατα και πριν από τα Χριστούγεννα, έτυχε να συναντήσω στο δρόμο, στη γνωστή γωνία, έναν πιτσιρίκο που δε θα ήταν πάνω από εφτά χρονών. μέσα στη φοβερή παγωνιά, αυτός ήταν ντυμένος με ρούχα σχεδόν καλοκαιρινά, ο λαιμός του όμως ήταν τυλιγμένος με ένα παλιόρουχο, άρα κάποιος τον είχε εφοδιάσει μ'αυτό όταν τον έστελνε εδώ πέρα. Περιφερόταν "με απλωμένο το χεράκι" - αυτός είναι ένας τεχνικός όρος που σημαίνει ζητούσε ελεημοσύνη. Τον όρο τον επινόησαν οι ίδιοι αυτοί οι μικροί. Κάτι τέτοιοι σαν κι αυτόν περιφέρονται αμέτρητοι στο δρόμο σας, σκούζοντας αυτό που τους έμαθαν. Αυτός όμως δεν έσκουζε, μιλούσε με ένα ύφος αθώο και ασυνήθιστο και με κοιτούσε με εμπιστοσύνη κατάματα- άρα, ήταν νιόβγαλτος στο επάγγελμα. Στις ερωτήσεις μου απάντησε ότι είχε μια αδελφή που έμενε στο σπίτι άνεργη, άρρωστη. Ίσως αυτή να ήταν η αλήθεια- μετά όμως έμαθα ότι αυτοί οι μικροί είναι αμέτρητοι: τους στέλνουν να ζητιανέψουν ακόμα και μέσα στη φοβερότερη παγωνιά, και αν δεν μαζέψουν τίποτα, τότε σίγουρα τους περιμένει ξυλοφόρτωμα. 
Έτσι και μαζέψει μερικά καπίκια, ο μικρός ξαναγυρνά με κοκκινισμένα, ξυλιασμένα χέρια σε κάποιο υπόγειο, όπου μεθοκοπάει μια συμμορία από χαλάτνικι, απ'αυτούς που "ξεκινάνε την απεργία στο εργοστάσιο σαββατιάτικα, παραμονή της Κυριακής, και δεν ξαναγυρνάνε στη δουλειά πριν από το βράδυ της Τετάρτης". Εκεί, στα υπόγεια, μεθοκοπάνε μαζί τους οι πεινασμένες, ξυλοκοπημένες γυναίκες τους, εκεί ταΐζουν τα πεινασμένα μωρά τους. Βότκα, βρομιά, διαφθορά, αλλά πάνω απ'όλα βότκα. Με τα λεφτά που έχει μαζέψει ο μικρός, τον στέλνουν στην ταβέρνα κι αυτός φέρνει κι άλλο κρασί. Έτσι, γι'αστείο, τον βάζουν καμιά φορά να πιει μισό μπουκάλι βότκα και ξεσπάνε σε χάχανα όταν αυτός πέφτει κατάχαμα, με κομμένη ανάσα, σχεδόν λιπόθυμος:

... και δίχως να με λυπηθεί,
βότκα με πότιζε αηδιαστική...* 

     Όταν μεγαλώσει, θα τον χώσουν στα γρήγορα σε κάποια φάμπρικα, όσα βγάζει όμως πάλι θα πρέπει να τα φέρνει στους χαλάτνικι, κι εκείνοι θα τα τρώνε στο ποτό. Όμως αυτά τα παιδιά, προτού πάνε στη φάμπρικα, θα έχουν γίνει εγκληματίες. Αλητεύουν στην πόλη και ξέρουν κάποια σημεία στα διάφορα υπόγεια όπου μπορεί κανείς να χωθεί και να περάσει τη νύχτα δίχως να τον πάρουν είδηση. Ένα απ'αυτά πέρασε κάμποσα βράδια στη σειρά στο κονάκι του επιστάτη μιας αυλής, χωμένο μέσα σ'ένα καλάθι, κι έτσι εκείνος δεν τον πήρε είδηση. Εννοείται ότι τα παιδιά αυτά θα γίνουν κλεφτρόνια. Η κλεψιά μετατρέπεται σε πάθος ακόμα και για οκτάχρονα παιδιά, μερικές φορές μάλιστα σε συνθήκες απόλυτης άγνοιας για την εγκληματικότητα της πράξης. Στο τέλος υποφέρουν τα πάντα, και την πείνα και το κρύο και το ξυλοφόρτωμα, για να κερδίσουν ένα και μόνο πράγμα, την ελευθερία τους, και το σκάνε από τους χαλάτνικι για να αλητέψουν για λογαριασμό τους. Τούτα τα άγρια πλάσματα μερικές φορές δεν καταλαβαίνουν τίποτα, ούτε που ζουν, ούτε από πού κατάγονται, ούτε αν υπάρχει Θεός, ούτε αν υπάρχει τσάρος. Λένε μάλιστα γι'αυτά τέτοια πράγματα που, ακούγοντάς τα, δεν πιστεύεις στ'αφτιά σου, κι όμως είναι όλα πραγματικά γεγονότα. 






ΙΙ
Ο μικρός πλάι στον Χριστό πάνω στο έλατο

[...]
      Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από τη ρόμπα που φορούσε. Ένα μεγαλόσωμο, μοχθηρό αγόρι στεκόταν πλάι του- του έδωσε μια κατακεφαλιά, του άρπαξε την τραγιάσκα και του έβαλε τρικλοποδιά. Ο μικρός κυλίστηκε κατάχαμα, ο κόσμος βάλθηκε να ξεφωνίζει, ο μικρός σάστισε, πετάχτηκε πάνω και το' βαλε στα πόδια - άξαφνα άρχισε πάλι να τρέχει δίχως να ξέρεις πού πηγαίνει - χώθηκε από μία εξώπορτα σε μια ξένη αυλή κι εκεί κάθισε πίσω από το σωρό με τα ξύλα: "Εδώ δε θα με βρουν, άσε που είναι και σκοτεινά". 
      Κάθισε και κουλουριάστηκε και ούτε ν'ανασάνει δεν μπορούσε από την τρομάρα του και ξαφνικά, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε τόσο όμορφα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του δεν πονούσαν πια και τώρα ένιωθε τόσο, μα τόσο ζεστά, σαν να καθόταν κοντά σε σόμπα. Αναρίγησε σύγκορμος. Αχ, παραλίγο να αποκοιμηθεί! Τι καλά που θα'ταν να μπορούσε να αποκοιμηθεί εδώ! "Θα καθίσω λιγάκι εδώ και μετά θα πάω να δω ξανά τα κουκλάκια" συλλογίστηκε ο μικρός και χαμογέλασε καθώς τα θυμήθηκε, "μοιάζουν ολοζώντανα!". Και ξάφνου του φάνηκε ότι άκουσε τη μαμά του να του λέει ένα τραγούδι. "Μαμά, θα κοιμηθώ, αχ, είναι τόσο όμορφα να κοιμάσαι εδώ!"
      - Έλα μαζί μου στο έλατο μικρέ, του ψιθύρισε ξαφνικά μια σιγανή φωνή. 
      Εκείνος σκέφτηκε ότι ήταν πάλι η μαμά του, όχι όμως, δεν ήταν αυτή. Ποιός ήταν λοιπόν αυτός που τον φώναζε; Δεν έβλεπε κανέναν- κάποιος όμως έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι κι αυτός άπλωσε τα χέρια και... και ξάφνου, ω, τι φως! Ω, τι έλατο! Μα δεν ήταν έλατο αυτό, ποτέ ως τώρα ο μικρός δεν είχε δει τέτοια δέντρα! Μα πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα αστράφτουν κι ολόγυρα υπάρχουν κουκλάκια- όχι, είναι ζωντανά αγοράκια και κοριτσάκια, μόνο που είναι τόσο φωτεινά, όλα τους τον περιτριγυρίζουν, πετάνε ολόγυρά του, όλα τους τον φιλάνε, τον παίρνουν μαζί τους, αλλά κι ο ίδιος πετάει και βλέπει τη μαμά του να τον κοιτάζει και να του χαμογελά χαρούμενα. 
      - Μαμά! Μαμά! Τι ωραία που είναι εδώ, μαμά! της φωνάζει ο μικρός και ξαναρχίζει να φιλιέται με τα παιδιά και θέλει, όσο πιο γρήγορα γίνεται, να τους μιλήσει για εκείνα τα κουκλάκια πίσω από το τζάμι. Ποια είστε, παιδιά; ρωτάει ενώ γελάει και τα αγαπάει. 
     - Αυτό είναι το "Έλατο του Χριστού", του απαντάνε εκείνα. Πάντοτε τούτη τη μέρα ο Χριστός έχει ένα έλατο για τα παιδάκια που δεν έχουν το δικό τους έλατο στη γη... Κι έτσι έμαθε ο μικρός ότι αυτά τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδιά ολόιδια μ'αυτόν, άλλα όμως πάγωσαν μέσα σε καλάθια παρατημένα στα σκαλοπάτια των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στα χέρια Φιλανδών που τα έπαιρναν από τα παιδαγωγικά ιδρύματα για να τα αναθρέψουν**, κάποια άλλα πέθαναν πάνω στα στεγνωμένα στήθη των μανάδων τους τον καιρό της μεγάλης πείνας στη Σαμάρα, κι άλλα έσκασαν μέσα σε βαγόνια τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, και τώρα βρίσκονται όλα τους εδώ, όλα τους τώρα είναι σαν άγγελοι, όλα τους είναι κοντά στον Χριστό, κι Αυτός είναι ανάμεσά τους και τους απλώνει τα χέρια και ευλογεί κι αυτά και τις αμαρτωλές μανάδες τους... Κι οι μητέρες ετούτων των παιδιών στέκονται κι αυτές εδώ, σε μια γωνιά, και κλαίνε. Η καθεμία τους γνωρίζει το δικό της αγοράκι ή κοριτσάκι, κι αυτά πετάνε προς το μέρους τους και τις φιλάνε, σκουπίζουν με τα χεράκια τους τα δάκρυά τους και τις παρακαλούν να μην κλαίνε, επειδή νιώθουν τόσο όμορφα εδώ...
      Κάτω στη γη, οι επιστάτες της αυλής βρήκα το πρωί το μικρό κουφάρι του αγοριού που είχε φωλιάσει πίσω από το σωρό με τα ξύλα και πάγωσε. Γύρεψαν και τη μάνα του... Εκείνη είχε πεθάνει πριν απ'αυτό. Κι οι δυο τους ανταμώσανε στον ουρανό, κοντά στον Θεό. 
      Γιατί κάθισα και έγραψα μια τέτοια ιστορία, τόσο αταίριαστη σ'ένα συνηθισμένο, λογικό ημερολόγιο, και μάλιστα το ημερολόγιο ενός συγγραφέα; Αφού μάλιστα είχα υποσχεθεί διηγήματα που να αφορούν κυρίως πραγματικά περιστατικά; Να τι συνέβη: όλα αυτά μου φαίνεται πως θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ'αλήθεια, όλα αυτά δηλαδή που συνέβησαν στο υπόγειο και πίσω από το σωρό με τα ξύλα, και στον άλλο κόσμο με το Έλατο του Χριστού- ε, κι εγώ δεν ξέρω πώς να σας το πω, θα μπορούσαν όλα αυτά να έχουν συμβεί, ναι ή όχι; Μα γι'αυτό ακριβώς είμαι μυθιστοριογράφος, για να μπορώ να επινοώ διάφορα πράγματα. 





*Παράφραση ενός ποιήματος του Νικολάι Νεκράσοφ με τίτλο Παιδικά χρόνια, το οποίο δεν δημοσιεύθηκε όσο ζούσε ο Ντοστογιέφσκι, αλλά το 1984. Ο Ντοστογιέφσκι το άκουσε πιθανότατα από τον ίδιο τον ποιητή στη δεκαετία του 1840. 
** Τα άσυλα για ορφανά παιδιά ονομάζονταν παιδαγωγικά ιδρύματα. 


(Νουβέλες και διηγήματα, Β' τόμος, εκδόσεις Ροές)



Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» Β' μέρος


Τι αντιπροσωπεύει ο Ρασκόλνικοφ στο έργο αυτό του Ντοστογιέφσκι; Μπορεί ο οποιοσδήποτε εν ονόματι κάποιας θεωρίας και ιδεών να γίνει ο τιμητής-κριτής και δικαστής και εκτελεστής του συνανθρώπου του; Ο Λαμπρόζο, ο διάσημος εγκληματολόγος του περασμένου αιώνα, υποστηρίζει πως κάθε εγκληματίας σφραγίζεται από ξεχωριστά ψυχικά και σωματικά γνωρίσματα. Μα ο Ρασκόλνικοφ δεν έχει τίποτα να αντιπαρατάξει στην αντικοινωνική συμπεριφορά του, ούτε και η δικαιολογία της φτώχειας, για την οποία ο Βίκτορ Ουγκό έγραψε κάποτε ότι «είναι κακός σύμβουλος». Ο Ρασκόλνικοφ φαντάζεται τον εαυτό του σύγχρονο Ναπολέοντα: κυριαρχείται από κερδολαγνεία, επιδειξιομανία και έντονο αμοραλισμό.
            Κρύβει τα πραγματικά κίνητρα του εγκλήματος του πίσω από ωραιοφανείς ιδέες: ν’ ανακουφίσει οικονομικά την μητέρα του, να σώσει την αδερφή του Ντούνια από έναν αταίριαστο γάμο, για να φανεί δηλαδή ένας καλός γιος και αδερφός.
            Λοιπόν για να καθησυχάσει τη συνείδησή του ταξινομεί τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: τους σπουδαίους, τους ξεχωριστούς και τους τρομαλέους, τις ασημαντότητες, τις «ψείρες». Μα το μυαλό του είναι τόσο άρρωστο και ταραγμένο, όσο είναι και το κορμί του. Αγαναχτεί όχι για το έγκλημα που έκανε όσο γιατί δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το σκοπό του, κι ακόμα γιατί δεν είχε θάρρος να αυτοκτονήσει και γιατί πήγε στο τέλος να παραδοθεί υποκύπτοντας στις πιέσεις της Σόνιας. Η πολυπλοκότητα της ψυχής του αντιπαραβάλλεται με την απλοϊκότητα του φίλου του, του Ραζουμίχιν. Είναι φανερό  πως ο Ντ. δεν αγαπάει τον ήρωα του.
            Η αδερφή του η Ντούνια, η περήφανη και ακατάδεχτη, που δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν εξευτελισμό, που παραλίγο στο τέλος να παραδοθεί στο φιλήδονο Σβιντριγκάιλοφ για να σώσει τον αδερφό της, είναι το ίδιο μια ψυχή περίπλοκη, πλάι στην απλοϊκή, μονοκόμματη και απροσγείωτη μάνα της, την Πουλχερία Αλεξάντροβνα.
            Ιδιόρρυθμη είναι η προσωπικότητα του Σβιντριγκάιλοφ. Δεν είναι η απόλυτη ενσάρκωση του κακού, μόλο που τον βαρύνει η ηθική ευθύνη πολλών θανάτων και ο βιασμός ενός μικρού κοριτσιού. Αφήνει πριν τον θάνατό του στη Σόνια τρεις χιλιάδες ρούβλια, φροντίζει για τα ορφανά του Μαρμελάντοβ, συντρίβεται από τη στάση της Ντούνια.
            Η ταπεινή ασήμαντη Σόνια γίνεται χειραγωγός του Ρασκόλνικοφ για την εξιλέωση και τη μεταμόρφωση του. Τα όπλα της: ένα ευαγγέλιο και η απέραντη αγάπη που κρύβει η καρδιά της. Με τον γολγοθά του Ροντιόν Ρομάνιτς ταυτίζεται και ο δικός της γολγοθάς. Παράλληλα με την κάθαρση τη δική του πορεύεται και στη δική της κάθαρση. Είναι και αυτή θύμα της ίδια κοινωνίας που τρέφει τα διάφορα άνθη του κακού. Ζητάει ν’ αναπαύσει και τη δική της συνείδηση. Αγωνίζεται ν’ αποφύγει την ψυχική πόρωση και την πνευματική απονέκρωση με μια βαθιά Χριστιανική πίστη. Η αδαμαντίνη της συνείδησης της δεν κάμπτεται κάτω από το βάρος του κακού, της διαφθοράς. Δεν νιώθει μίσος για κανέναν. «Είναι άνθρωπος και τίποτα από τα ανθρώπινα δεν το θεωρεί ξένο». Γι’ αυτό και γίνεται ολοκαύτωμα για τον πλησίον της.
            Διαβάζοντας το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι βρισκόμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με την αίσθηση της αγωνίας, της έκπληξης, του απρόσμενου. Νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει τις επιδιώξεις των προσώπων του μυθιστορήματος ή τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους ενεργούν, και ξαφνικά τα πάντα ανατρέπονται. Άλλοτε, έχοντας διαβάσει ένα κεφάλαιο παρουσιασμένο από την αφηγηματική εστίαση ενός συγκεκριμένου προσώπου, είμαστε σε θέση να ξέρουμε κάτι που τα άλλα πρόσωπα αγνοούν με αποτέλεσμα να κυριευόμαστε από αγωνία, βλέποντας τα να κατευθύνουν τη δράση τους γεμάτα σιγουριά με βάση παραπλανητικές ενδείξεις.
            Στο Έγκλημα και Τιμωρία υπάρχουν τρεις αφηγηματικές εστιάσεις: του Ρασκόλνικοφ, της οικογενείας Μαρμελάντοβ  και του Σβιντριγκάιλοφ. Αυτή  η τεχνική σημαίνει μια φαινομενική πολυφωνία μα σύγκαιρα και την αναγνώριση των περιορισμών μια συγκεκριμένης εστίασης. Δηλαδή, από τη μια έχουμε πολυπρισματική εικόνα των πραγμάτων και από την άλλη αυτή περιορίζεται στις δυνατότητες αίσθησης ή αντίληψης του κόσμου που έχει η καθεμιά συγκεκριμένη αφηγηματική εστίαση ανάλογα με τη θέση που έχει στο χώρο, το χρόνο και την κοινωνία.


            Με την τεχνική του αυτή ο Ντ. πετυχαίνει αφενός να θεατρικοποιήσει την αφήγηση και αφετέρου να αποστασιοποιείται ο αναγνώστης, αποφεύγεται δηλαδή η πλήρης ταύτιση αναγνώστη και ήρωα, χωρίς όμως και να χάνονται τα πλεονεκτήματα μιας εσωτερικής διεργασίας. Χάρη στην άμεση πρόσβαση που του εξασφαλίζει η αφήγηση στη συνείδηση των ηρώων του έργου ο αναγνώστης ταυτίζεται μαζί τους και συμπάσχει, ενώ συγχρόνως βρίσκεται στην ανάγκη από τις διαδοχικές μετακινήσεις και μεταλλαγές να αποστασιοποιείται από αυτούς, και να τους αντιπαραβάλλει αξιολογώντας σημασιολογικά και ερμηνεύοντας διαχρονικά τα διαφοροποιημένα στοιχεία και φωτισμούς, που κάθε μετακίνηση και μεταλλαγή προσφέρει στην ανάπτυξη της ιστορίας. Έτσι κι όταν σε κάποια στιγμή ανακαλύψει αναδρομικά πως οδηγήθηκε από το κείμενο σε συμπεράσματα που αργότερα ανατράπηκαν από τη φορά των πραγμάτων, ο αναγνώστης νιώθει ότι έπεσε και ο ίδιος θύμα της μεγάλης τέχνης του Ντοστογιέφσκι και της ανυπέρβλητης ντοστογιεφσκικής ειρωνείας.

Χάρης Μίκογλου


Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» A' μέρος

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία»




Την ιδέα για το Έγκλημα και Τιμωρία την ανήγγειλε ο Ντ. μ’ ένα γράμμα του στον Κάτκοβ, τον εκδότη του Ρωσικού Μηνύτορα, μαζί με μια αίτηση για τριακόσια ρούβλια. Γράφει:
            «…Ένας νέος, πρώην φοιτητής πάμπτωχος και από αστική οικογένεια από ελαφρότητα, έλλειψη αρχών και υπό την επίδραση ορισμένων  σύγχρονων φθοροποιών ιδεών, αποφασίζει να βγει με μιας από την άθλια κατάσταση του. Παίρνει την απόφαση να σκοτώσει μια γριά χήρα, σαράφισσα. Η γριά αυτή είναι κουφή, άρρωστη, άπληστη, μωρόμιαλη και η μόνη της δουλειά είναι να κάνει το κακό, να κατασπαράζει τον πλησίον της και να βασανίζει τη μηλαδερφή της. «Δεν είναι καλή σε τίποτα» - «γιατί να ζεί;» «Προσφέρει καμιά ωφέλεια;» Τα ερωτήματα αυτά βασάνιζαν τον νεαρό. Αποφασίζει να να τη σκοτώσει, να την κλέψει για να έχει κάποια οικονομική δυνατότητα να προσφέρει λίγη ανακούφιση στην μητέρα του που ζει στην επαρχία, και να γλιτώσει την αδερφή του από τα νύχια ενός τσιφλικά στο σπίτι του οποίου δουλεύει ως κουβερνάντα, κι ακόμα να τελειώσει τις σπουδές του, να πάει στο εξωτερικό και γυρίζοντας στην πατρίδα του να αφιερωθεί «στο καθήκον του για την ανθρωπότητα ως άνθρωπος» κι έτσι φυσικά να «εξαγοράσει το έγκλημά του» αν και ο ίδιος δεν θεωρεί έγκλημα το φόνο μιας «ψείρας», μιας άρρωστης και κακιάς γριάς που δεν ξέρει και η ίδια καλά καλά γιατί ζει.
            Μόλο που τέτοιου είδους εγκλήματα τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνουν αφού και η τύχη βάζει το δαχτυλάκι της στο να πιάνονται οι ένοχοι, ωστόσο ο φοιτητής μας τα καταφέρνει μόνο και μόνο  από μια ευνοϊκή εξέλιξη των πραγμάτων.
            Περνάει ένας μήνας μετά το έγκλημα. Κανένας δεν υποπτεύεται τον φονιά μα εδώ παρεμβαίνει ένας απρόσμενος παράγοντας: η ψυχολογία ή μάλλον οι ψυχικές μεταπτώσεις του φοιτητή. Προβλήματα άλυτα ορθώνονται μπροστά του, αισθήματα απροσδόκητα και ανύποπτα κατατρώγουν την καρδιά του.. Η θεία αλήθεια και ο ανθρώπινος νόμος κυριαρχούν στο τέλος κι έτσι ο φοιτητής αναγκάζεται να πάει να παραδοθεί. Το συναίσθημα του αποχωρισμού και της απομόνωσης από την ανθρώπινη κοινωνία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει από την στιγμή που διέπραξε το έγκλημα ήταν γι’ αυτόν ένα μαρτύριο. Ο θείος νόμος και η ανθρώπινη φύση θριάμβευσαν. Ο εγκληματίας αποφασίζει να δεχτεί την τιμωρία για να εξαγοράσει το έγκλημά του….»

Γυρίζοντας στην Πετρούπολη από το εξωτερικό, Ο Ντοστογιέφσκι ρίχτηκε με τα μούτρα στην δουλειά. Είχε υποσχεθεί να δώσει το μυθιστόρημά του στον Κατκόβ «μέσα σε ένα μήνα». Χτυπιέται από άγριες κρίσεις επιληψίας μα δε σταματά να γράφει. Είχε προχωρήσει πολύ στο γράψιμο του έργου του όταν ξαφνικά πετάει όλα τα χειρόγραφα στην φωτιά.
            Τι είχε συμβεί; Κάτι καινούργιο άρχισε να τον απασχολεί.
            Να, τι είχε γίνει: ο Ντ. άρχισε να εργάζεται πάνω στην ιδέα που είχε περιγράψει το γράμμα του στον Κατκόβ, εγκαταλείποντας ένα προηγούμενο πλάνο του για τους Μεθύστακες. Μα καθώς προχωρούσε η δουλειά διαπίστωσε πως τα δυο θέματα μπορούν να συνδυαστούν. Οι Μεθύστακες όπως έγραψε στο Κρέβσκι (ο οποίος είχε αρνηθεί το έργο) είχε ως θέμα του το «σύγχρονο πρόβλημα του αλκοολισμού, και ειδικά τον αντίκτυπό του μέσα στην οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών κτλ.» Οι ολέθριες  συνέπειες του αλκοολισμού ιδωμένες από την πλευρά του φοιτητή θα μπορούσαν να του δώσουν περισσότερα κίνητρα στο να διαπράξει το έγκλημά του, να κάνουν πιο περίπλοκη την προσωπικότητα του, να του δώσουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Μόλις το μυαλό του συνέλαβε την καινούργια υπόθεση του έργου του, ο Ντοστογιέφσκι πετάχτηκε πάνω από την χαρά του.
            Πριν το τέλος του Δεκέμβρη (1865) ο Κάτκοβ πήρα τα εφτά πρώτα τυπογραφικά του Έγκλημα και Τιμωρία με μια καινούργια αίτηση για χρήματα και τη ρητή δήλωση του Ντ. «Να μην επιφέρει καμιά απολύτως μετατροπή» στο έργο. Είχε ριχτεί με τα μούτρα στο γράψιμο: υπολόγιζε να παραδίδει 6 τυπογραφικά το μήνα. Όλο το χειμώνα του 1866 δεν έβλεπε κανένα, δεν θα πήγαινε πουθενά και θα συνέχιζε έτσι ίσαμε που να τελειώσει το έργο, «εκτός και με κλείσουν στη φυλακή για χρέη», έγραψε στον Ράγκελ στις 18 Φεβρ. Στον Κάτκοβ που διαμαρτυρόταν ότι το έργο τραβούσε πολύ σε μάκρος έλεγε: «Αν θέλει ο Θεός, αυτό το έργο θα είναι αριστούργημα»
            Στα μέσα Ιουλίου φεύγει για τη Μόσχα και στις 25 του ίδιου μήνα νοικιάζει μια ντάτσα στο Λιουμπλίκο. Κοντά του έχει την αδερφή του Βιέρα μαζί με την οικογένεια της. Οι μέρες του κυλάνε ήσυχα μέσα σε ένα περιβάλλον οικογενειακό, χαρούμενο, ξέγνοιαστο, και την εντατική δουλειά.
            Μια μέρα ένα φοιτητής έπαιζε στο πιάνο μια ρομάντζα του Χαίνε.
Ο Ντοστογιέφσκι τον ρώτησε που την είχε ακούσει: στη Μόσχα σε μια λατέρνα. Η λεπτομέρεια αυτή μπήκε στο κεφάλαιο όπου η Κατερίνα Ιβάνοβνα αναγκάζει τα παιδιά της να τραγουδάνε μέσα στον δρόμο.
            Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Ντ. ξαναγύρισε στην Πετρούπολη. Βιαζόταν να τελειώσει το Έγκλημα και Τιμωρία. Ήδη είχε υποσχεθεί στον εκδότη Στελόβσκι τον «Παίχτη». Ας δούμε τα πράματα όπως μας τα περιγράφει η γυναίκα του Άννα Γρηγορίεβνα: « Το 1866, ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς ήταν καταποντισμένος στο Έγκλημα και Τιμωρία, που ήθελε να τελειώσει με τέχνη. Πως θα κατάφερνε ακόμα έτσι άρρωστο που είτανε, να γράψει τόσες σελίδες πάνω σ’ ένα καινούργιο θέμα.
            Στο γυρισμό του από τη Μόσχα, λίγο πρωτύτερα, ο Ντ. είχε μία κρίση απελπισίας, γιατί καταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο μέσα σε ενάμιση ή δυο μήνες να εκπληρώσει τους όρους του Συμβολαίου με το Στελόβσκι.
Οι φίλοι του Μάικοβ, Μιλιούκοβ και Ντολγκομόστιεβ, που ήθελαν να τον βγάλουν απ’ αυτή την δύσκολη θέση, τον συμβούλεψαν να κάνει σχέδιο του μυθιστορήματος και προσφέρθηκαν να γράψει ο καθένας τους το ένα τρίτο του έργου. Οι τέσσερις μαζί είχαν την ελπίδα πως θα το τελείωναν την ορισμένη μέρα. Τη φροντίδα να συντάξει το κείμενο και να απαλύνει τις ανωμαλίες την κοινής συνεργασίας, θα την αφήνανε στον Ντ., που θα έβαζε την τελική σφραγίδα. Ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς αρνήθηκε μια τέτοια πρόταση, κρίνοντας πως ήταν προτιμότερο να πληρώσει πρόστιμο ή ακόμα και να χάσει τα φιλολογικά του δικαιώματα, παρά να βάλει το όνομα του σ’ ένα τέτοιο κατασκεύασμα. Τότε οι φίλοι του, τον προτρέψανε να καταφύγει σ’ έναν στενογράφο. Ο Μλιούκοβ που είχε σχέσεις με τον καθηγητή Όλχιν, πήγε να τον βρει και τον παρακάλεσε να πάει στο συγγραφέα, που μ’ όλη την αμηχανία που του έφερνε μια τέτοια, συγκατατέθηκε ωστόσο να καταφύγει σ’ αυτό το μέσο.
            Τελικά ο Ντοστογιέφσκι προσέλαβε ως στενογράφο την καλλίτερη μαθήτρια του Όλχιν, την Άννα Σνιτκιν (που έγινε η δεύτερη γυναίκα του).
            Να πως περιγράφει τον Ντ. η Άννα Σνίτκιν στην πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του συγγραφέα ακριβώς εκείνη την εποχή: «Στην αρχή ο Ντ. μου είχε φανεί αρκετά ηλικιωμένος, μα έγινε πιο νέος αμέσως όταν μίλησε, και τον έκανα τριανταπέντε έως τριανταεπτά χρονών. Ήταν στητός και το ανάστημα του ήταν μέτριο. Τα μαλλιά του ανοιχτά καστανά και λίγο κοκκινωπά, ήταν αλειμμένα με άφθονη πομάδα και στρωμένα προσεχτικά. Μα εκείνο που με ξάφνιασε περισσότερο στο πρόσωπο του ήταν τα μάτια του. Το ένα ήτανε καστανό και το άλλο είχε τόσο μεγάλη κόρη που η ίριδα δεν φαινότανε. Αυτή η ασυμμετρία του βλέμματος του έδινε μια έκφραση αρκετά αινιγματική. Το αρρωστημένο, βασανισμένο πρόσωπο του μου φάνηκε πολύ γνωστό, χωρίς άλλο γιατί είχα δει και από πρίν το πορτρέτο του. Ο Ντ. φορούσε μια ρεντιγκότα από μπλε τσόχα, αρκετά τριμμένη, αλλά ο γιακάς και τα μανικέτια του πουκαμίσου του, ήταν άσπρα σαν το χιόνι.»


            Ο Ντοστογιέφσκι και η Άννα τελείωσαν μαζί το Έγκλημα και Τιμωρία και παρέδωσαν τα τελευταία χειρόγραφα στον Ρώσικο Μηνύτορα πριν τα Χριστούγεννα (1866). Το έργο εκδόθηκε αμέσως σε δυο τόμους. Η επιτυχία του, όπως προέβλεψε ο δημιουργός του, ήταν τεράστια. Όλοι συζητούσαν για το έργο αυτό. Ήταν το πρώτο από τα πέντε μεγάλα μυθιστορήματα που δόξασαν τον Ντ. Το συμπαραβάλλουν με αρχαία ελληνική τραγωδία. Στα πρόσωπα του έργου του πετυχαίνει ο Ντ. να ενώσει τη φιλοσοφία με τη ζωντανή ψυχολογική υφή.



~ ~ ~