Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

4ος Διαγωνισμός Διηγήματος "ΛόγωΤέχνης 2013"


Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού Artspot προκηρύσσει τον 4ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2013», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Μεταίχμιο.
Διάρκεια διαγωνισμού
Ως ημερομηνία έναρξης του Διαγωνισμού ορίζεται η 1η Σεπτεμβρίου 2013 και ως ημερομηνία λήξης η 15η Οκτωβρίου 2013. Κάθε συμμετοχή, που θα σταλεί εκτός των χρονικών πλαισίων θα θεωρείται εκπρόθεσμη και δεν θα γίνεται δεκτή.

Το θέμα του διαγωνισμού
Το έτος 2013 είναι αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη και ο φετινός διαγωνισμός «ΛόγωΤέχνης 2013» τιμά τη μνήμη του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή.
Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες επτά συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):
Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι   (Οι λέξεις περιέχονται στο ποίημα «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη).
Η Κριτική Επιτροπή θα αξιολογήσει την πρωτοτυπία, το λογοτεχνικό ύφος, την πλοκή, την δομή, τη σκιαγράφηση των ηρώων και τη δημιουργική σύνθεση ιστοριών που συμπεριλαμβάνουν τις επτά παραπάνω λέξεις.
Η ανάπτυξη του θέματος και της πλοκής των διηγημάτων είναι απολύτως ελεύθερη για τους συμμετέχοντες και δεν είναι απαραίτητο να σχετίζεται με τις ιδέες και το περιεχόμενο του ποιήματος «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη. Η επιλογή των επτά λέξεων στο θέμα του διαγωνισμού έγινε μόνο για να τιμηθεί ο ποιητής.

Έκταση κειμένων
Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 1.000 λέξεις. (Συνυπολογίζονται και οι λέξεις του τίτλου του συμμετέχοντος διηγήματος)

Όροι Συμμετοχής Στον Διαγωνισμό
  • Ο Διαγωνισμός θα διεξαχθεί αποκλειστικά και μόνο μέσω του διαδικτύου κατά το χρονικό διάστημα 1ης Σεπτεμβρίου έως και 15ης Οκτωβρίου 2013. Οποιοσδήποτε άλλος τρόπος αποστολής της συμμετοχής, πλην της διαδικτυακής φόρμας υποβολής, δεν θα γίνεται δεκτός.
  • Για να θεωρηθεί έγκυρη η συμμετοχή στον διαγωνισμό θα πρέπει το διήγημα να μην υπερβαίνει σε έκταση τις 1.000 λέξεις (συνυπολογίζονται και οι λέξεις του τίτλου του διηγήματος) και να περιλαμβάνει υποχρεωτικά στην πλοκή του τις επτά (7) συγκεκριμένες λέξεις του θέματος (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό). Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παράγωγες / σύνθετες λέξεις ή υποκοριστικά των 7 λέξεων του θέματος.
  • Στο Διαγωνισμό μπορούν ελεύθερα να συμμετάσχουν άτομα άνω των 18 ετών, κάτοικοι Ελλάδος και εξωτερικού, ανεξάρτητα αν έχουν εκδώσει ή όχι λογοτεχνικό βιβλίο. Τα διηγήματα θα πρέπει να είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα.
  • Από τη συμμετοχή στο Διαγωνισμό αποκλείονται οι ενεργοί συνεργάτες της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας Artspot καθώς και οι εργαζόμενοι στις εταιρείες των Χορηγών / Υποστηρικτών.
  • Ο κάθε διαγωνιζόμενος μπορεί να συμμετάσχει μία μόνο φορά στο διαγωνισμό και με ένα και μόνο διήγημα. Η συμμετοχή στον διαγωνισμό θα πρέπει να είναι ατομική, έργο ενός και μόνο συγγραφέα.
  • Κάθε συμμετοχή θα πρέπει να είναι μη δημοσιευμένο έργο του ίδιου του διαγωνιζόμενου, ο οποίος φέρει την ευθύνη της υπογραφής του και κάθε άλλη ευθύνη σχετικά με την πατρότητα και την πρωτοτυπία του διηγήματος. Επιτρέπεται η συμμετοχή με λογοτεχνικό ψευδώνυμο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει υποχρεωτικά να υποβάλουν και τα πραγματικά τους στοιχεία στον διαγωνισμό.
  • Οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνηση σχετικά με τον διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης" θα δίνεται αποκλειστικά διαδικτυακά στο email contest@artspot.gr ή μέσω της φόρμας επικοινωνίας με τους διοργανωτές και όχι τηλεφωνικά.
  • Όλοι οι συμμετέχοντες, τις επόμενες μέρες μετά την υποβολή του διηγήματός τους, θα λάβουν ηλεκτρονικό μήνυμα από τον διοργανωτή ArtSpot, που θα τους ενημερώνει σχετικά με την εγκυρότητα ή μη της συμμετοχής τους, σύμφωνα με τους Όρους του διαγωνισμού.
  • Από το σύνολο των διηγημάτων που θα σταλούν στο Διαγωνισμό και θα πληρούν τους Όρους Συμμετοχής, η Κριτική Επιτροπή θα επιλέξει, κατά την απόλυτη κρίση της, τα 40 καλύτερα διηγήματα και τα οποία θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Στους 6 πρώτους νικητές θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα.
  • Η τελική απόφαση της Κριτικής Επιτροπής δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, είναι οριστική, και θα ανακοινωθεί σε ειδική εκδήλωση βράβευσης μετά το πέρας του Διαγωνισμού. Η Κριτική Επιτροπή θα ανακοινώσει μόνο την λίστα με τα 40 πρώτα σε αξιολόγηση διηγήματα (η σειρά κατάταξης των υπολοίπων διηγημάτων του διαγωνισμού δεν θα ανακοινωθεί). Από τους 40 διακριθέντες του διαγωνισμού θα ειδοποιηθούν τηλεφωνικά πριν την Τελετή Απονομής μόνο όσοι διαμένουν εκτός Αττικής, ώστε να μπορέσουν να προγραμματίσουν το ταξίδι τους.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Λουίς Θερνούδα - Εκατονταετηρίδα



Υπήρξα.
Φλεγόμενη στήλη, ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Χρυσή θάλασσα, τεράστια μάτια.
Έψαξα ό,τι συλλογιζόμουν
σκέφτηκα, σαν το ξημέρωμα σε όνειρο οκνό,
ό,τι ο πόθος ζωγραφίζει στις μέρες της εφηβείας.
Τραγούδησα, ανέβηκα,
υπήρξα φως μια μέρα
συρόμενος στη φλόγα.
Σαν δυνατό φύσημα ανέμου
που διαλύει τη σκιά,
έπεσα στο σκοτάδι,
στον αχόρταγο κόσμο.
Ήμουν.


Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Λόγια από ταινίες (no. 2)



Τα παρακάτω λόγια θα τα βρει κανείς στο υπέροχο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, "Ο Θίασος"(1975). Ένας σκηνοθέτης από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της παραδοχής, ότι η τέχνη δεν διαχωρίζεται σε ποίηση, ταινίες, βιβλία, μουσική κτλ...

"Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του '17
το 1936
ο Δεκέμβρης του '44...
Για τούτο θα μείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης...
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους, ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατελείωτους, ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε...κάποτε θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία...
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν!"



Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Κοσμάς Πολίτης - Εκάτη (απόσπασμα)



Η 'Εκάτη' του Πολίτη είναι ένα από τα τρία βιβλία του που αναζητούν και πραγματεύονται οι ήρωες των την αυθεντική ζωή. Παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα- δείγμα της εξαιρετικής λυρικής του γραφής.



[...] 
       Ανέβηκε στην κάμαρά του αμέσως μόλις έφαγε. Δίχως ν'ανοίξει τα παραθυρόφυλλα ξάπλωσε στο κρεβάτι έτσι ντυμένος όπως βρέθηκε, στα σκοτεινά.
       Λαχταρούσε να τον πάρει ο ύπνος, να κοιμηθεί βαθιά, να μην τον τυρρανούνε οι συλλογές. Νά 'τανε χειρώναχτας, ένας εργάτης - αυτοί μονάχα έχουν το προνόμιο να πέφτουν μονοκόμματοι στον ύπνο, το μόνο προνόμιο που δεν θα τους αφαιρεθεί ποτέ. Μα δεν είναι παρά ένας κακόμοιρος ζητιάνος ανάμεσα σ'ένα πλήθος φτωχό που δεν έχει να του δώσει ούτ'ένα ψίχουλο απ'ό,τι αυτός ζητά. Καταλάβαινε ωστόσο την αμαρτία του: άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στα εξωτερικά πράγματα της ζωής - όλ'αυτά που τώρα πια δεν έχουν σημασία - προδίδοντας τόσον καιρό την εσωτερική του αλήθεια. Καλά που κανένας δεν υποπτεύθηκε την προδοσία του. Φαντάστηκε τον εαυτό του να τον δείχνουν με το δάχτυλο, τα παιδιά στο δρόμο να βγάζουν τη γλώσσα τους μια πήχη έξω και να τον κοροϊδεύουν...
       Το μισόφωτο διστάζει πίσω από τις χαραμάδες του παραθυρόφυλλου, παραμονεύει. Σιγά σιγά ξεχωρίζουν οι δοκοί του ταβανιού, σαλεύουν σε λεπτομέρειες καταπληχτικές, απίθανες... Μια ριπή φωτερή στέγνωσε τους ίσκιους πάνω στον τοίχο, έπειτα τη ρούφηξε κι αυτή ο σουβάς. Οι θόρυβοι του σπιτιού είχανε σταματήσει, αφουγκραζόντανε κι αυτοί δίχως ανάσα. 
       Έκλεισε τα μάτια του. Ο νους του ανεβοκατεβαίνει, μια αρπαγή του αδρ΄χνει το μυαλό, το σέρνει εδώ κι εκεί, το ξετινάζει. 
       Έφτασε η μεγάλη στιγμή, αυτή που αναζητούσε η ψυχή - και που η ζωή τού τη στερούσε ώς τώρα. Η τροχιά της ζωής του, η μόνη τροχιά που αγνοούσε - μια δυσκολόφταστη κι έσχατη μάθηση, η ελλειπτική που μια σιμώνει, μια ξεμακραίνει από ένα ήλιο που η θέση του ήτανε από πάντα ορισμένη μέσα στη ζωή του, σύμφωνα με τον όγκο και την κίνηση των άλλων κόσμων... Μα τώρα πια την ανακάλυψε πραγματικά. Ίσως να ξαγρυπνάει κι εκείνη, τρεις πόρτες παρακάτω, στη μέση του διαδρόμου. 
        Ξέσπασε μέσα του μια φλόγα, η επιθυμία τού έζωσε τις λαγγόνες. Τι θέλει, τι ζητάει το πλάσμα τούτο που κάνει την εντύπωση να δίνεται ακόμα και σ'όποιον έτυχε να προφέρει και μόνο τ'όνομά του; Κάτι πάντα δίνουνε τα μάτια της από τον εαυτό της. Ατενίζει τη ζωή με μια κατανόηση πιο βαθιά, έξω από νόμους ηθικούς - κάτω από τη γαλήνια παρουσία της κρύβει έναν οργασμό έτοιμο να ξεσπάσει ανεξάρτητ' από κάθε νόμο φυσικό. Μερικά βήματα και θα συντελεστεί ο κύκλος της ζωής, η ολοκλήρωση. Δικό του πλάσμα, τη γέννησε ο πόθος του, την έπλασε η θέλησή του. Σχέδια για το μέλλον; Ολοκλήρωση;... Χα-χα-χα-χα!
         Έκανε να σηκωθεί μα ξανάπεσε ανήμπορος για κάθε κίνηση. Κάτι γελούσε στις τέσσερις γωνιές όπως το βράδυ εκείνο στο καφενεδάκι. Έκλεισε τα μάτια του να μην ακούσει το γέλιο. Όχι, όχι, να μείνει ανέγγιχτη, μια μακρινή και ήσυχη φωνή, σαν μια πυθία που μάντεψε το αίνιγμα της ψυχής του. Να σου δροσίζει με την ανάσα της το μέτωπο, ένα σγανό νανούρισμα η φωνή της, και η ματιά της να βυθίζει στον αργό παλμό του απείρου....  Τα ματόφυλλά του βαραίνανε ολοένα, η ονειροπόληση γίνηκε ασυναίσθητη. [...]

(Ύψιλον / Βιβλία, 1990)



Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ένας Επαναστάτης μέσα στην Επανάσταση: Ρόκε Ντάλτον


Μιας και μιλήσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση για τον Αρένας, καιρός είναι να μιλήσουμε και για τον Ντάλτον. Δεν γνωρίζω αν η παραδοξότητα της ζωής αγγίζει μόνο τον αριστερό χώρο, σίγουρα όμως δύο κοινά υπάρχουν στους δύο αυτούς λογοτέχνες: η ίδια η επανάσταση, που υποστήριζαν, τους πρόδωσε. 
Η ζωή του σαλβαδοριανού ποιητή Ντάλτον (1935 - 1975) μοιράζεται στη Χιλή, στο Ελ Σαλβαδόρ, στην ΕΣΣΔ - Κούβα και πάλι Ελ Σαλβαδόρ. Εισχωρεί στους κόλπους του Κ.Κ. και έκτοτε θεωρείται μεγάλο πρόσωπο της αριστερής διανόησης στη χώρα του. Αργότερα, το 1973, έγινε μέλος του ERP και πήρε μέρος στα πολιτικά δρώμενα που ταλάνιζαν τη χώρα του. Ωστόσο το 1975 δολοφονήθηκε από μέλη - συντρόφους του τού ERP, με την υποψία της συνεργασίας του με την CIA. 
Αυτή είναι η άδοξη πορεία του Ρόκε Ντάλτον - ενός ποιητή με βαθιά πολιτική και σοσιαλιστική συνείδηση, που υποστήριζε έναν αγώνα μονάχα αν δεν ζημίωνε τον λαό, ενός ποιητή που έδωσε τόσα πολλά στον αριστερό χώρο και το μόνο που έλαβε ήταν καχυποψία ( ή και ραδιουργία) που τον οδήγησε στο θάνατο. Ένα ακόμη παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι είχε καταδικαστεί ήδη μια φορά σε θάνατο, το 1960 και γλίτωσε μόνο λόγω συγκυριών και τύχης - κάτι που δεν τον βοήθησε την δεύτερη φορά... 
Όσον αφορά την ποίησή του, στρατευμένοι, πολιτικοί στίχοι που αποδίδουν την απόγνωση της εποχής, την φθήνια του παραμορφωμένου σοσιαλισμού της χώρας του, που έφτασε μέσω αυτής στην επανάσταση. 

Ιδού ένα δείγμα της ποίησης του Ρόκε Ντάλτον, σε μετάφραση Γ. Μίχου: 


ΏΡΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ
Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.
Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.
Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.
Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.
Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


27 ΧΡΟΝΩΝ
Είναι πράγμα σοβαρό
να είσαι είκοσι εφτά
στην πραγματικότητα είναι ένα
από τα πιο σοβαρά πράγματα
γύρω πεθαίνουν οι φίλοι
της πνιγμένης παιδικής ηλικίας
κι αρχίζει κανείς ν΄ αμφιβάλλει
για την αθανασία


ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙ
Αγαπητοί φιλόσοφοι,
αγαπητοί προοδευτικοί κοινωνιολόγοι,
αγαπητοί κοινωνικοί ψυχολόγοι:
μη γαμιέστε τόσο με την αποξένωση
εδώ όπου το πιο γαμημένο
είναι το ξένο έθνος.


ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ 
Ο ποιητής πρόσωπο με πρόσωπο με τη σελήνη
καπνίζει την συναρπαστική του μαργαρίτα
πίνει τη δόση του από λέξεις ξένες
πετάει με τα πινέλα του της δροσιάς
ξύνει το βιολάκι του παιδεραστή
Μέχρι που σπάει τη μούρη του
στον τραχύ τοίχο κάποιου στρατοπέδου.


ΠΕΡΙ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΩΝ
Είναι ωραίο να ‘σαι κομουνιστής,
αν και προκαλεί πολλούς πονοκεφάλους.
Κι είναι γιατί ο πονοκέφαλος των κομουνιστών
θεωρείται ιστορικός, που σημαίνει
πως δεν παύει με τα παυσίπονα τα χάπια
αλλά μόνο με την πραγματοποίηση του Παραδείσου στη γη.
Έτσι έχει το πράγμα.
Κάτω από τον καπιταλισμό πονάει κεφάλι
κόβουν κεφάλι.
Στην πάλη για την Επανάσταση το κεφάλι είναι βόμβα βραδυφλεγής.
Στην σοσιαλιστική οικοδόμηση:
κάνουμε πλάνο τον πονοκέφαλο
το οποίον δεν τον κάνει σπάνιο, αλλά το αντίθετο.
Ο κομουνισμός θα είναι, ανάμεσα σε άλλα,
μια ασπιρίνη στο μέγεθος του ήλιου.


ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου
γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.
Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,
θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.
Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.
Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.
Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.
Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει
από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.


Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Καββαδίας Ν. - Μαραμπού


Δεν έχει υπάρξει ξανά άλλο ποίημα σαν το Μαραμπού, που να'χω διαβάσει με τόση λαιμαργία, αγωνία και ενθουσιασμό. Που να έχω βάλει στην άκρη- για πρώτη φορά- τους φεμινιστικούς μου φραγμούς, έτσι ώστε να με συνεπάρει το μεγαλείο του Καββαδία. Δεν έχει υπάρξει άλλο ποίημα σαν το Μαραμπού, που η πικρία που μου άφησε τάραξε τόσο πολύ τις μέρες μου. 



Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της 'Αλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της 'Aμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

(1933)


Νερούδα Π. - Είκοσι Ποιήματα Αγάπης


(10) 



Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.
Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.
Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.
Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.
Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?
Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.