Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Ηλέκτρα Λαζάρ: Δύο ποίηματα




ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΟΥΛΙΑ.  ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΒΡΕΙΣ ΣΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ



Καληνύχτα 

Δεν θα μου ανοίξει κανείς 

Ευχαριστώ   Θα το θυμάμαι αυτό 

Σ’ ευχαριστώ



Κι είναι ακόμη τέλη του μηνός. 


Κι αν απέμεινε  έστω και μια μέρα   σκάβοντας 

και διβολίζοντας 

θα μείνει και το χορτάρι σκαληνό   κι εγώ πίσω 

πιο πίσω κι από το πράσινό του 


Κάτι το βέβηλο έχει το συνεχές ξεκλείδωμα 

Σαν να χορεύω πάνω σε τάφο παραλληλόγραμμο  



Τίποτα δεν έχω πει 

Κατά κει που είναι ευθεία η γραμμή   που γίνεται χωράφι συνοικία  

Ένας τεράστιος λαιμός 

Ένα διαλυμένο χερουβείμ   Της τελευταίας μου λέξης 


Δεν είπα    Δεν ήταν   Δεν βγαίνω 


Πάνε όλα κατά διαόλου στο χωράφι μου 

Ο χρόνος λείπει κι ένα κιλό λείπει από το πλευρό του σταυρού 

Σ’ έναν τόπο άκληρο κλειστό

να τρομάζει να μαρμαίρει 

όλους αυτούς που ρωτάνε τι τους χρειάζομαι τόσους σταυρούς 

και μου ματιάζουν το σταυρωμένο σώμα 


Δεν της ήταν   Δεν ξανάπα   Δεν θα βγούμε


Κι είναι ακόμη αμίλητο 

Κι είναι ακόμη πίσω από το σβέρκο μου το φτυάρι 

πιο πίσω κι από το trahō μου mortale. 



~ * ~



ΌΤΑΝ ΕΞΑΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΡΓΑ ΚΑΙ ΑΡΓΑ ΣΟΥ ΣΠΑΝΕ 



-Καλό ταξίδι φίλε μου… Κοιμηθείτε αμέσως 

γιατί θα σας δώσω μια ολόκληρη χούφτα χάπια!

Το πλοίο των τρελών, K. A. Porter



Πες πως η πόλη έχει τριγμούς 

Από τη μία στην άκρη πόλη 

Κι από τη μία στην άκρη πόλη 

Πολλοί είναι καρφιά που εξέχουνε   κιόλας στον έτοιμο αέρα 

Κι από τους πολλούς εκείνα τα δυο  - τα δυο μικρά 

τα δίδυμα της Τρέλας   τα στραβοκουμπωμένα  κάλυκες  

κανένας τους ποτέ κανένα τους δεν πλησιάζει 

Το δίδυμο το αρσενικό  μαύρο σαν σάπιο δόντι 

Να σου χαμογελά σκαρφαλωμένο στο ψυχασθενείο  

Και η άλλη  σαν το συγχωρώ   χαμόγελο ξελιγωμένο  

κι όλο λαδώνει τους τροχούς της παραπληγίας 

Έχουν και τα δυο ονόματα χριστιανικά 

αμέτρητα θα ‘ναι περιστέρια       δεμένα με πελώριο φτέρωμα 

Πες πως τα αφήνεις ελεύθερα 

Πουλιά τρελά πουλιά  θα 

σωριαστούν αλλήθωρα μπροστά στην αραβίδα 

Πες πως είμαστε εμείς  κι άμα το σπρώξιμο δεν οργώνει

Κι άμα το πέταγμα ταπίστομα  

Να πούμε φτάνει αυτό προς το παρόν από τα κάγκελα να κρεμαστούμε




Πρώτη Δημοσίεση: Περιοδικό Θράκα





Τρίτη 22 Μαρτίου 2022

Στέφαν Τσβάιχ: Νίτσε [απόσπασμα]


 


Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ 


Κάθε μεγάλος σπρώχνεται, πιέζεται,

μαρτυράει ίσαμε που διπλώνεται 

μέσα στη μοναξιά του. 



«Ω μοναξιά, μοναξιά, πατρίδα μου». Τέτοιο είναι το μελαγχολικό τραγούδι που βγαίνει απ’ τον παγερό κόσμο της σιωπής. Ο Ζαρατούστρας συνθέτει το εσπερινό του άσμα, το τραγούδι που προηγείται απ’ την τελευταία νύχτα, το τραγούδι της αιώνιας επιστροφής. Μήπως η μοναξιά δεν ήταν παντοτινά το μοναδικό ενδιαίτημα του ταξιδιώτη, η παγωμένη του εστία κ’ η πέτρινη στέγη του; Βρέθηκε σ’ άπειρες πολιτείες, ταξίδεψε πνευματικά απειράριθμες φορές, συχνά δοκίμασε να της ξεφύγει, πηγαίνοντας σε μιαν άλη χώρα, ακατάπαυστα όμως ξαναγυρίζει σ’ αυτήν πληγωμένος, εξαντλημένος, γελασμένος στις ελπίδες του, στην «πατρίδα του τη μοναξιά».

Και καθώς πάντα αυτή ταξίδευε μαζί του, με τον άνθρωπο των μεταμορφώσεων, μεταμορφώθηκε κ’ η ίδια, κι όταν αυτός τη βλέπει στο πρόσωπο, μένει τρομαγμένος. Γιατί του έμοιασε τόσο στο διάστημα αυτό της πολύχρονης συντροφιάς τους. Έγινε σκληρότερη, πιο άσπλαχνη και πιο βίαιη, ακριβώς όπως κι αυτός· έμαθε να τυραννάει και να μεγαλώνει μέσα στον κίνδυνο. Κι αν την ονομάζει ακόμα τρυφερά παλιά του, αγαπημένη και γνώριμή του μοναξιά, είναι καιρός τώρα πια που τ’ όνομα αυτό δεν της ταιριάζει: έγινε πλέρια απομόνωση, ύστατη κ’ υπέρτατη μοναξιά· κι αυτό δε σημαίνει πια να ‘σαι μονάχος, σημαίνει να ‘σαι ο λ ό τ ε λ α   ε γ κ α τα λ ε ι μ έ ν ο ς*. Γύρω απ’ τον Νίτσε της τελευταίας εποχής δημιουργείται ένα τρομερό κενό, μια τρομαχτική σιωπή: κανένας ερημίτης, κανένας αναχωρητής, κανένας στυλίτης δεν εγκαταλείφθηκε έτσι. Γιατί όλοι αυτοί οι φανατικοί με την πίστη τους, έχουν ακόμα το Θεό τους, που η σκιά του ενοικεί στην καλύβα τους ή πέφτει απ’ το ύψος του στύλου τους. Αλ’ αυτός, ο «φονιάς του Θεού» δεν έχει πια κοντά του ούτε Θεό, ούτε άνθρωπο· όσο πλησιάζει το Εγώ του, τόσο ξεμακραίνει απ’ τον κόσμο· όσο το ταξίδι του παρατείνεται, τόσο «η έρημος πλαταίνει γύρω του». Συνήθως τα βιβλία της μοναξιάς βλέπουμε πόσο αργά και σιωπηλά μεγαλώνουν τη μαγνητική δύναμη που εξασκούν πάνω στους ανθρώπους με μια σκοτεινή δύναμη τραβούν διαρκών και περισσότερους στην τροχιά της αθέατης ακόμα παρουσίας τους· το έργο όμως του Νίτσε ασκεί απωθητική ενέργεια, απομακρύνει απ’ αυτόν ολοένα και περισσότερο όλους τους φίλους του και τον απομονώνει όλο και βιαιότερα απ’ το παρόν. Κάθε καινούργιο βιβλίο του τού στοιχίζει κ’ έναν φίλο, κάθε έργο κ’ ένα δεσμό. Σιγά – σιγά, και το έσχατο κι αδύναμο μόριο ενδιαφέροντος που αποδινότανε στις πράξεις του παγώνει. Στην αρχή έχασε τους φιλόλογους, ύστερα τον Βάγκνερ με τον πνευματικό του κύκλο και τέλος τους συντρόφους της νιότης. Δε βρίσκει πια ούτε εκδότη στη Γερμανία· η παραγωγή είκοσι χρόνων, σωριασμένη ανάκατα σ’ ένα υπόγειο, ζυγίζει εξήντα τέσσερις στατήρες· υποχρεώνεται να καταφύγει στα λεφτά του, αυτά που τόσο δύσκολα οικονόμησε, ή εκείνα που του δώσανε, για να συνεχίσει την έκδοση των βιβλίων του. κι όμως, όχι μονάχα δεν τ’ αγοράζει κανένας, μα κι όταν ακόμα ο Νίτσε τα χαρίζει, δεν τα διαβάζουν. Απ’ το τέταρτο μέρος του Ζαρατούστρα, που τυπώθηκε με δικά του έξοδα, βγάζει μονάχα σαράντα αντίτυπα, κι ανάμεσα στα εβδομήντα εκατομμύρια των κατοίκων της Γερμανίας, μονάχα εφτά πρόσωπα βρίσκει για να τους το στείλει. Τόσο ο Νίτσε, στο απόγειο της δημιουργίας του, έγινε ξένος, απροσπέλαστα ξένος για την εποχή του! Κανένας δεν του δίνει ούτε ψίχουλο πίστης, δεν του εκφράζει την ελάχιστη ευχαριστία! Αντίθετα, για να μη χάσει και τον τελευταίο φίλου των νεανικών του χρόνων, τον Όβερμπεκ, ζητάει συγνώμη που γράφει βιβλία και παρακαλεί να του τα συγχωρήσει. «Παλιέ μου φίλε, (νιώθουμε τον αγωνιώδη του τόνο, βλέπουμε το συσπασμένο του πρόσωπο, τα τεντωμένα του χέρια, τη χειρονομία κάπου που τον έσπρωξαν και φοβάται ένα καινούργιο χτύπημα) διάβασέ το απ’ την αρχή ίσαμε το τέλος, μην κουραστείς και μην πλήξεις. Συγκέντρωσε όλη τη δύναμη της ευμένειάς σου για μένα. Αν το βιβλίο σου φανεί ανυπόφορο, μπορεί κάποιες λεπτομέρειες να σ’ αρέσουν». Έτσι στα 1887, το πιο μεγάλο πνεύμα του αιώνα παρουσιάζει στους συγχρόνους του τα μεγαλύτερα βιβλία της εποχής και δε βρίσκει τίποτα ηρωικότερο για να υμνήσει σε μια φιλία απ’ αυτό: τίποτα δεν μπόρεσε να την καταστρέψει, ακόμα ούτε κι ο Ζαρατούστρας! Τέτοια καταθλιπτική δοκιμασία κι αβάσταχτη θλίψη έγινε και για τους πιο δικούς του, η δημιουργική δραστηριότητα του Νίτσε! Τόσο απίστευτη έγινε η απόσταση ανάμεσα στη μεγαλοφυΐα του και στην κατωτερότητα της εποχής του. Ο αέρας ολοένα κι αραιώνει γύρω του κ’ η σιωπή και το κενό ολοένα και πυκνώνουν.

Η σιωπή αυτή μεταμορφώνει την κόλαση, την τελευταία, την έσχατη μοναξιά του Νίτσε: συντρίβει το μυαλό του πάνω στον μεταλλικό της τοίχο. «Ύστερα από μιαν επίκληση σαν του Ζαρατούστρα μου, που βγήκε απ’ τα βάθη της ψυχής μου, να μην ακούσω ούτε μια λέξη γι’ απάντηση, τίποτα, τίποτα, μονάχα αποκλειστικά τη βουβή μοναξιά, που τώρα είναι χίλιες φορές πιο θλιβερή· να κάτι που ξεπερνάει όλα τα μαρτύρια και που μπορεί να καταστρέψει και τον δυνατότερο άνθρωπο», αναστενάζει και προσθέτει αμέσως: «Και δεν είμαι ο δυνατότερος. Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι θανάσιμα πληγωμένος». Κι όμως δε γυρεύει χειροκροτήματα, επιδοκιμασίες, δόξα· αντίθετα, τίποτα δεν θα ‘ταν πιο ευχάριστο στην πολεμόχαρη φύση του, απ’ την οργή, την αγανάχτηση, την περιφρόνηση, ακόμα και το σαρκασμό («όταν βρίσκεται κανείς σε μια κατάσταση τεταμένη σαν τόξο έτοιμο να σπάσει, κάθε παράφορο αίσθημα είναι ευεργετικό, αρκεί να ‘ναι βίαιο»)· ποθούσε μιαν οποιαδήποτε απάντηση, καυτερή ή ψυχρή, ακόμα και χλιαρή, κάτι, αδιάφορο τι, που θα ‘ταν απόδειξη της ύπαρξής του, της πνευματικής του ζωής. Αλά κι αυτοί οι φίλοι του ακόμα αφήνουν κατά μέρος, τρομαγμένοι, κάθε απάντηση που προσδοκάει και στα γράμματά τους αποφεύγουν να φανερώσουν τη γνώμη τους, σαν κάτι το θλιβερό. Κι αυτή είναι η πληγή που ολοένα τον κατατρώει, που προσβάλει την περηφάνιά του, που ερεθίζει τη φιλαυτία του και κατακαίει την ψυχή του, «η πληγή τού να μην έχει καμιάν απάντηση». Μονάχα αυτή φαρμάκωσε τη μοναξιά του κ’ έσπειρε μέσα της τον πυρετό.

Και να, ο πυρετός που τόσον καιρό δούλευε υπόκωφα, φανερώνεται πια. Εξετάζοντας από κοντά τα γραφτά και τις επιστολές των τελευταίων χρόνων του Νίτσε, μαντεύουμε τους δυνατούς παλμούς του αίματός του, σάμπως να προέρχονται από φοβερή εσωτερική πίεση σε αραιά ατμόσφαιρα:  η καρδιά των αλπινιστών και των αεροπόρων έχει αισθανθεί αυτά τα σφοδρά σφυροκοπήματα, που προέρχονται απ’ τα σκληρά, δοκιμασμένα πνευμόνια τους. Οι τελευταίες επιστολές του Κλάιστ προδίνουν αυτήν την ένταση κι αυτούς τους τραχείς παλμούς, αυτούς τους επικίνδυνους κλονισμούς και τους βόμβους μιας μηχανής έτοιμης να σπάσει. Ένας παροξυσμός νευρικής ανησυχίας παρουσιάζεται στην ήρεμη και γαλήνια στάση του Νίτσε: «Η απέραντη σιωπή μού εξαγρίωσε την περηφάνια». Θέλει, απαιτεί τώρα οπωσδήποτε μιαν απάντηση. Εκνευρίζει με γράμματα και με μηνύματα τον τυπογράφο, ζητώντας του να επιταχύνει όσο το δυνατό την εκτύπωση, σάμπως να ‘χε οποιαδήποτε σημασία κ’ η παραμικρή καθυστέρηση. Δεν περιμένει, σύμφωνα με το σχέδιό του να τελειώσει Η Θέληση της Δύναμης, το βασικό του έργο, αλλά του αποσπά ανυπόμονα, κομμάτια και τα εξακοντίζει σαν πυραύλους στην εποχή του. Ο «αλκυόνιος τόνος» χάθηκε· στα τελευταία του έργα συναντάμε κάτι που μοιάζει με υπόκωφους βόγγους συγκρατημένης οδύνης, κραυγές οργής απροσμέτρητα ειρωνικές, που τις ξεριζώνει απ’ την ύπαρξή του το μαστίγιο της αδημονίας, κάτι σαν μουγκρητά μαντρόσκυλου μ’ αφρισμένο στόμα και δόντια που αστράφτουν.

Αυτός που ήταν αδιάφορος, αποφασίζει με την «εξαγριωμένη» περηφάνια να προκαλέσει την εποχή του, για να βρει κάποιαν αντίδραση και ν’ ακούσει τη ζωή του στο Ecce Homo, μ’ έναν κυνισμό που θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία. Ποτέ βιβλία δεν υπήρξαν καρπός παρόμοιου πόθου,  τέτοιας νοσηρής δίψας, τέτοιας πυρετικής αναμονής γι’ απάντηση, όπως οι τελευταίοι μνημειώδεις λίβελοι του Νίτσε: όπως ο Ξέρξης διέταξε να μαστιγώσουν την αναίσθητη κι ανυπόταχτη θάλασσα, θέλει κι αυτός, με μια τόσο τρελή αλαζονεία, με το κνούτο των βιβλίων του, να προκαλέσει τη ζοφερή αδιαφορία που τον κυκλώνει. Έχει αυτή την καταθλιπτική επιθυμία γι’ απάντηση, μια δαιμονιακή ανησυχία, έναν τρομερό φόβο πως δεν θα ζήσει αρκετά για να δει την επιτυχία. Και καταλαβαίνει κανείς πως ύστερα από κάθε μαστίγωμα που καταφέρνει σταματάει ένα λεπτό και σκύβει, αλλόφρενος, με πνιγερή αγωνία, για ν’ ακούσει τις κραυγές των θυμάτων του. Μα αλίμονο, τίποτα δεν κουνιέται. Καμιά απάντηση δεν ανεβαίνει σ’ αυτή τη «ζαφειρένια» μοναξιά. Η σιωπή, σαν σιδερένιος χαλκάς, σφίγγει το λαιμό του, κι ούτε η κραυγή του Νίτσε, η φοβερότερη που γνώρισε η ανθρωπότητα, δεν θα μπορέσει να την συντρίψει. Το νιώθει καλά, κανένας θεός δεν θα τον λυτρώσει απ’ αυτή την ειρκτή της υπέρτατης μοναξιάς.

Να που, στις τελευταίες του ώρες, μια οργή Αποκάλυψης κυριεύει τ’ αποκαμωμένο πνεύμα του. Όπως ο τυφλωμένος Πολύφημος, ρίχνει ολόγυρά του, ουρλιάζοντας, βράχους, χωρίς να βλέπει αν πετυχαίνουν το σκοπό τους, κι όπως κανείς δεν παραστέκει δίπλα του για να τον νιώσει για να τον συμπονέσει, πιάνεται ο ίδιος απ’ την τρεμάμενη καρδιά του. Σκότωσε όλους τους θεούς, κι έτσι θεοποιείται ο ίδιος· «μήπως δεν πρέπει να γίνουμε οι ίδιοι θεοί, για να φαινόμαστε άξιοι παρόμοιων πράξεων;» Γκρέμισε όλους τους βωμούς· γι’ αυτό χτίζει το δικό του βωμό: το Ecce Homo, για να αυτοδοξάζεται και να αυτογιορτάζεται, αφού κανείς δεν τον δοξάζει. Σωριάζει απανωτά τους πιο κολοσσιαίους ογκόλιθους της γλώσσας, κι ακούμε γδούπους σφυριού, όπως ποτέ δεν αντήχησαν στον αιώνα· ψέλνει μ’ ενθουσιασμό το πένθιμο άσμα του της παραφοράς και της έξαρσης, τον Παιάνα των πράξεων και των νικών του. Στην αρχή μοιάζει με λυκόφως ανακατεμένο με μια τρομερή βουή, όπως όταν πλησιάζει η καταιγίδα· ύστερα τον ακούμε να τραντάζεται από ‘να βίαια κακεντρεχές, τρελό γέλιο, από μια χαρά ενός Desperado, που μας συντρίβει την ψυχή: είναι το τραγούδι του Ecce Homo. Μα το τραγούδι αυτό γίνεται ολοένα και πιο σπασμωδικό, τα γέλια αντηχούν όλο και πιο διαπεραστικά ανάμεσα στους σιωπηλούς παγετώνες και, σαν έξω απ’ τον εαυτό του, ο τραγουδιστής υψώνει τα χέρια, ενώ το πόδι σκιρτάει διθυραμβικά· ύστερα, ξαφνικά, αρχίζει ο χορός, αυτός ο χορός πάνω απ’ την άβυσσο – την άβυσσο της ίδιας του της εκμηδένισης.  



Τσβάιχ, Σ., 1990. Φρειδερίκος Νίτσε, μτφ Π.Ι. Σπηλιωτόπουλος, εκδ. Γκοβόστη, σελ.63-67


*Η υπογράμμιση δικιά μου

(**Η ορθογραφία είναι αλλαγμένη και σύμφωνα με τους σημερινούς κανόνες)





Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ 16-20 Μαρτίου 2022 [Θέατρο Εμπρός]



 


«Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ / Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ»


Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ- Θα υπάρχει κουτί οικονομικής συνεισφοράς- Τα έσοδα θα διατεθούν για την ενίσχυση αντιρατσιστικών κινηματικών δομών.



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΤΕΤΑΡΤΗ 16/3/22


18:30-19:00 «ΑΝΤΙ-ΚΕΙΜΕΝΑ» 2 solo performances -Συντονισμός – Επιμέλεια Σοφία Σταυρακάκη


Performance: «24 hours» – Άννα Ανδρεάδου


Performance: «No Gods No Masters» – Αιμιλιανή Αβραάμ


19:30-20:00 Spoken Word Live: «Το Πλέγμα» -Γιάννης Ραουζαίος


20:00-22:00 Θέατρο: «Άρης» της Σοφίας Αδαμίδου σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη. Στον ρόλο του Άρη Βελουχιώτη, ο Τάσος Σωτηράκης.


ΜΟΥΣΙΚΗ


22:30 Live Μανος Πυροβολάκης


24:00 Κρητικό γλέντι: Νίκος και Γιώργος Στρατάκης




ΠΕΜΠΤΗ 17/3/22


17:30-20:00 «ΟΙ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ»: Ένα διήμερο με ομιλίες και ανοιχτές συζητήσεις, μια σύνθεση σε μια σειρά θεματικών με σκοπό το άνοιγμα ενός ευρύτερου κοινωνικού διαλόγου πάνω στον συστημικό και διάχυτο κοινωνικό φασισμό, τον ολοκληρωτισμό της εξουσίας και τον έλεγχο, το ρατσιστικό και πατριαρχικό μίσος, τις διακρίσεις και τις ανισότητες, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, τον μισαναπηρισμό και την απάθεια.


ΟΜΙΛΙΕΣ


«Ρατσισμός και αστυνομική βία» – Θανάσης Καμπαγιάννης, Οικογένεια Νίκου Σαμπάνη.


«Γυναικοκτονία – Θηλυκοκτονία στην (ύστερη) νεωτερικότητα» – Δήμητρα Τζανάκη, Ιστορικός – πολιτική επιστημόνισσα. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ)


«Αυταρχικός Νεοφιλελευθερισμός και Πανδημία: Επιπτώσεις στο Κοινωνικό Κράτος και τους Αδύναμους»-Νίκος Κουραχάνης, Επίκουρος Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο


«Ο φασισμός τότε και τώρα: Πόλεμος – Πανδημία – Επιτήρηση – Έλεγχος: Ένας πολιτισμός στη δίνη των αντιφάσεων και της κατάρρευσης των σημασιών του»- Γιάννης Ραουζαίος, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας


«Οι όψεις του μισαναπηρισμού σε εποχές χαμηλής ορατότητας» – Αντώνης Ρέλλας, Σκηνοθέτης – Ανάπηρος Ακτιβιστής, ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΟΧΗ: Κίνηση Χειραφέτησης Αναπήρων


20:00-21:00 Θέατρο: «Αυτό που εγώ ονομάζω Λήθη» – Λωράν Μωβινιέ – Σκηνοθεσία: Γεωργία Μούργελα, Νίκη Παπαγεωργίου, Δήμητρα Σκλάβου


21:00-21:15 Spoken Word: «Εισπνέοντας γκάζι ανεβαίνουμε τις σκάλες της γης» – Γιάννης Μπαζός


21:00-22:00 Θέατρο: «Η εκπαίδευση εις τα του οίκου δια νεαράς κορασίδας» – Ομάδα 4FRONTAL – Σκηνοθεσία : Χάρης Κρεμμύδας, Θανάσης Ζερίτης


ΜΟΥΣΙΚΗ 22:30


Παραδοσιακό Γλέντι – με την υποστήριξη των μαθημάτων παραδοσιακών χορών του Εμπρός



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 18/3/22


18:00-20:00 «ΟΙ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ»


ΟΜΙΛΙΕΣ


«Ο ακροδεξιός λόγος σήμερα» – Γιώργος Σουβλής, μεταδιδακτορικός ερευνητής Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Διδάσκων στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Νατάσα Μπραέσα, νοικοκυρά, απόφοιτη ΚΑ Παντείου, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια ΠΤΔΕ, ΕΚΠΑ.


«Queer τέχνη και ασφαλείς χώροι» – Χριστίνα Βούλγαρη, Stand up comedian

Μια συζήτηση για το τι σημαίνει queer τέχνη και την σημασία των ασφαλών χώρων στο θέατρο και γενικά στις παραστατικές τέχνες


«Εγώ είμαι η Μονίκ» – Μονίκ Καλογείτονα, μέλος του Σωματείου υποστήριξης διεμφυλικών, πλοίαρχος εμπορικού Ναυτικού κ ποιήτρια. Η Ερασμια Μάνου θα τραγουδήσει τον Γαλήνιο Χορό κ θα απαγγείλει ποιήματα της Monique Καλογειτονα.


«Ομοφοβία, ρητορική μίσους, κακοποιητικός λόγος στη δημόσια σφαίρα» – Δήμητρα Κυρίλλου, ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβίστρια


«Η σύγχρονη προσφυγική «κρίση ως ευρωκεντρική, ρατσιστική κατασκευή» – Γιώργος Τσιμουρής, Κοινωνικός Ανθρωπολόγος


«Γιατί να θέλω να είμαι κάποιος άλλος» – Γιώργος Τσιάκαλος, Ομότιμος Καθηγητής Παιδαγωγικής ΑΠΘ


20:00- 21:30 Θέατρο: «Όλο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία» – Ντάριο Φο-Φράνκα Ράμε- Σκηνοθεσία – Απόδοση – Διασκευή: Εμμανουήλ Γ. Μαύρος & Θεατρική Ομάδα ΜΗΔΕΙΑ


22:00 Spoken Word Live: «Τραγούδια της Γκιλοτίνας» – Τάσος Σαγρής+Whodoes


22.30 Spoken Word Live: «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς» – ΣίσσυΔουτσίου+ Rolvd (Russia)


ΜΟΥΣΙΚΗ / ΣΥΝΑΥΛΙΑ / PARTY


23:00 HIP HOP UNITY:

Yinka / Twinsanity / Fer De Lance / Ζωγράφος / Jeffrey Diop – This Guy Miami and BabouJy (Senegal) / Παράξενος / Omega Ape / Σεμέλη / Τζούλιο&Flykid

+ drum ‘n bass late night zone:

Enemies of the State / Inigo (Spain) / Differ / War

– supported by: Κενό Δίκτυο



ΣΑΒΒΑΤΟ 19/3/22


11:00-14:00 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


11:00-11:30 «Ο μάγος Imad Betar από τη Συρία» θα κάνει ταχυδακτυλουργικά και μαγικά κόλπα για όλες και όλους στη σκηνή του θεάτρου Εμπρός.


12:00 «Ο Μορμόλης» Θεατρική παράσταση για ανθρώπους από 5 ετών – Ομάδα “Συντεχνία του Γέλιου” – Σκηνοθεσία: Βασίλης Κουκαλάνι- Γιώργος Παλούμπης


14:00 Προσυγκέντρωση στο Εμπρός για την Πορεία ενάντια στον Φασισμό και τον Ρατσισμό – μας συνοδεύουν η ομάδα κρουστών Quilombo, μαθητές της κατεύθυνσης θεάτρου του Καλλιτεχνικού Σχολείου Αθηνών και άλλα συνοδευτικά δρώμενα.


17:30-19:00 Δράσεις για παιδιά και εκπαιδευτικούς με την ομάδα «Σκασιαρχείο».


Α) Δράσεις της ομάδας της Κοινωνικής Παιδαγωγικής του Σκασιαρχειου από την πανδημία ως σήμερα.

Β) Αντιφασιστική μαθητική ματιά: προβολές μαθητικών ταινιών – συζήτηση με τα παιδιά.

Γ) Θ.Τ.Κ. OPREDU, Η θεατρική ομάδα καταπιεσμένων εκπαιδευτικών συστήνεται μέσα από ένα 5λεπτο φιλμάκι.


19:00-20:00 Θέατρο: «FOOTBALL / I consider it a challenge before the whole human race» Βασισμένο στο Football: Το παιχνίδι της ανθρωπότητας τουΘανάσηΤριαρίδη. Σκηνοθεσία: Όλια Πανίδου


20:00-20:30 Spoken Word: «Εαυτές» – Penthesilia, ΙωάνναΛιούτσια, ΜπρικέναΓκίστο.


21:00 Θέατρο: «Με τις μέλισσες ή με τους λύκους» – Σκηνοθεσία: Δανάη Λιοδάκη

Ερμηνεία: Γεράσιμος Γεννατάς


ΜΟΥΣΙΚΗ / ΣΥΝΑΥΛΙΑ

22:00

Frank Panx – ηχοθέαμα “La Vita e Bella”

George Gaudy / Radio Sol / Cosmic Shadows / DuryDava



ΚΥΡΙΑΚΗ 20/3/22


11:00-14:00 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


11:00 «Free Bubbling Zone» -La Petite Marguerite


11:30 Αφήγηση παραμυθιών

«H αληθινή ιστορία του Εμμανουελ Οφοσου Γιεμποα» – Στέβη Φόρτωμα / Μουσικός επί σκηνής: Απόστολος Καλτσας


12:00 Θεατρική παράσταση για παιδιά: «Το Φανταστικό Χωριό» του Σπύρου Γραμμένου, Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου


14:00-16:30 Ανοιχτή συζήτηση / συνέλευση καλλιτεχνών «Πανδημία και Πολιτισμός»

Εισαγωγικές ομιλίες: Βασίλης Κουκαλάνι, Κατερίνα Φώτη, Χάρης Τζωρτζάκης


16:30-17:00 Θέατρο: «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας – Τα τραγούδια της παράστασης: Πάνος Βλάχος και θίασος


17:00 Το Καλλιτεχνικό Σχολείο Αθηνών θα παρουσιάσει ένα σύντομο δρώμενο ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης


17:30 Stand up comedy: «Δεν είμαστε αυτό που θες» – Αλέξανδρος Τιτκώβ / Χριστίνα Βούλγαρη / Σταμάτης Αθανασάκης / Δημήτρης Ιατρόπουλος / Μελίνα Κόλλια / ΝτενίζΟυρέμ / Billy G


18:30-19:00 Πολυφωνικό σύνολο «Χαονία»


19:00-19:30 Θέατρο: «Μη κανονικοί» του Μισέλ Φουκώ»- Ομάδα ΑΚΡΩΝ

Επιμέλεια: Ηρακλής Λογοθέτης, Αλέξης Μαρτζούκος, Τάκης Κτενάς.


19:30-20:00 Yeelen – Dance & Music from West Africa in Athens

Yeelen στη γλώσσα Μπαμπάρα σημαίνει φως. Είναι μια ομάδα που δημιουργήθηκε το 2018 με σκοπό τη διάδοση της κουλτούρας της Δυτικής Αφρικής (Μάλι, Γουινέα, Μπουρκινα Φάσο, Σενεγάλη) μέσα από τη μουσική και τον χορό.


20:00-21:00 Χοροθέατρο: «Ένταξη ή Διάκριση – Ορατοί και αόρατοι φράχτες»-DagipoliDance Co – Σύλληψη: Γιώργος Χρηστάκης, Αντώνης Ρέλλας / Χορογραφία: Γιώργος Χρηστάκης


22.00 ΜΟΥΣΙΚΗ


Live:

Los Tre / The Sexy Christians

+ PARTY ολοκλήρωσης του φεστιβαλ με την ραδιοφωνική παραγωγό Θέκλα Τσελέπη



Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

Ted Hughes: Ο Σκίουρος [Sylvia Plath 11 Φεβρουαρίου 1963]

 


H Sylvia Plath με τον Nicholas και την Frieda 




Ένα κυματιστό, πηδηχτό, ξύλινο ξωτικό, ο σκίουρος εμφανίστηκε

μέσα απ’ τα κωνοφόρα δέντρα του Κέιπ Κοντ, πάνω απ’ τις ρίζες,

ο πρώτος ανιχνευτής στο άγριο παιχνίδι αυτής της ηπείρου,

μικροσκοπικός αυτόχθονας Αμερικανός. Κινούμενος

με ηλεκτρικά πόδια ακριβείας

μέσω της διάταξης των κυκλωμάτων του. Αυτός ήταν ο πρώτος

                                                                                   πραγματικός ιθαγενής –

αφουγκραζόταν ακίνητος μπροστά στο φλας,

το παρατηρούσε ακίνητος. Μ’ έβλεπε

να κάθομαι και να διαβάζω ένα βιβλίο – κι εγώ ένας παράξενος

                                                                                                αιχμάλωτος,

να χάνω τα πολύτιμα χρόνια μου, με χαμηλωμένα μάτια,

πέρα δώθε, πέρα δώθε,

πάνω στη σελίδα μου. Μου ‘γνεψε με την ουρά του –

μ’ αφύπνισε, επιτακτικά, σ’ αυτήν τη φιλία

που θα μοιραζόταν μαζί μου

για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα.

                                                                                Τα μάτια του

μαύρα σαν το μελάνι, πεταχτά, χαρούμενα,

μ’ έκλειναν σ’ ένα νέο όραμα, με ξύπνησαν,

και τ’ αναγνώρισα.

                                                                Παρέμενες

ξένη για μένα, σαν ένα μοντέλο στη βιτρίνα,

αμερικανικό, περιοδεύον υπερπροϊόν αεροδρομίου,

μέσα απ’ τις ιδιαίτερες στιγμές μας όλες αυτές τις εβδομάδες

                                                                                                ως εκείνη τη στιγμή,

που αστραπιαία, ανταποκρίθηκες στο κάτι μου,

μιμήθηκες την γκριμάτσα του σκίουρου. Σκέφτηκα

πως ένα οκτάχρονο παιδί έγινε ξαφνικά σκίουρος.

Σουφρωμένο στόμα, φουσκωμένα μάγουλα. Και ξαφνικά,

μέσα σε μια στιγμή – καθώς γελούσα

κράτησα την εικόνα σου ισοβίως

και φώναξα: «Αυτός είναι ο πρώτος πραγματικός μου σκίουρος!»

Ένα φάντασμα θολό, ένα πνεύμα του δάσους, μ’ όρκισε

να φροντίσω τ’ ορφανό του.



Χιουζ, Τ., 2004. Γράμματα Γενεθλίων, μτφ Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μελάνι 



Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Αγγελική Ελευθερίου - Ωδίνες (1982)

 



Άνοιξε την ατζέντα της και γύριζε τα φύλλα

ονόματα τηλέφωνα και διευθύνσεις

φτάνει στο τέλος

γυρίζει πάλι απ’ την αρχή

βάζει σταυρό στους πεθαμένους

δεν τους σβήνει

σ’ αυτούς που λείπουν μακριά

ένα μαντίλι

κόβει από δω ράβει από κει

και πάλι απ’ την αρχή

και δεν πιστεύει

όπως τα έξοδα: τόσο για νοίκι

τόσο για φως

και για νερό

βάλε και τ’ άλαλο τηλέφωνο

κι αφήνεις τελευταίο το φαί

και ύστερα τα ρούχα

γδυτός κι ανεζωσμένος θα γυρνάς

και λογαριάζεις με μολυβάκι και χαρτί

νύχτες και νύχτες

τη ζωή σου

και όλο τα μπερδεύεις κι όλο

ξαναμετράς στα δάχτυλά σου που τα ξέρεις

τι μένει λες

τι μένει

τι απόμεινε


Κι αρχίζεις να πυροβολείς ετοιμοθάνατους

πού να τους κουβαλάς μέσα στο χιόνι



~~*~~ 


Έλεγα τ’ όνομά σου

χωρίς να σε θέλω τίποτα

Μ’ άκουγες δε μ’ άκουγες

φώναζα τ’ όνομά σου

σαν τα παιδιά που παίζοντας μιλάνε μόνα

χωρίς να περιμένω τίποτα

έλεγα και ξανάλεγα

το όνομά σου

έτσι για να τ’ ακούω

καθώς σε έπλαθα

Τώρα όλο εκείνο τον καφέ

να συλλογιέμαι

που χρώσταγα του καφετζή

όταν το μαύρο σύννεφο

μου ’δωσε μια

και βρέθηκα στην άλλη άκρη

με τ’ όνομά σου αιμόφυρτο

μες στη φωνή μου



~~*~~ 


Κάποτε θα ’πρεπε αυτή η ιστορία να τελειώνει

μαζί ή μόνη

μαζί

μόνη

όχι μαζί

και ξανά μόνη

να μείνει ή να φύγει

να μείνει

να φύγει

να μείνει να

να φύγει πάλι

Στο τέλος αποφάσισε

ό,τι ήτανε από αρχής συντελεσμένο

μαζί

να μείνει μόνη

μαζί να φύγει

μόνη

Πες μου μια ιστορία χωρίς τέλος



Ελευθερίου, Α., 2015. Αγγελική Ελευθερίου - Τα ποιήματα (1978-2011). εκδ. Γαβριηλίδης 



Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Μαργαρίτα Καραπάνου - Η Κασσάνδρα και ο Λύκος [απόσπασμα]


Louise Bourgeois, Spider

 


22. ΟΙ ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΕΣ 


Κάθε Κυριακή, η Γιαγιά πήγαινε στις Αγαθοεργίες της. Μ' έπαιρνε κι εμένα μαζί της γιατί μου άρεσε η βόλτα. Αγόραζε και ζαχαρωτά για τα παιδάκια του σχολείου και η τσάντα της ήτανε πρησμένη από τα λεφτά που είχε πάρει από την τράπεζα πριν λίγες μέρες. Τα παιδάκια που περιποιότανε η Γιαγιά ήτανε φτωχά και δεν είχανε Μαμά. Ούτε καν Μπαμπά.

Στο δρόμο κάτι εργάτες χτίζαν τοίχους.

«Δεν αλλάζεις δρόμο βρε Πέτρο;» έλεγε η Γιαγιά. «Τους εργάτες θα βλέπουμε; Είπαμε να πάρουμε λίγο αέρα».

Κυρίες με άσχημα ρούχα περνούσαν το δρόμο μπροστά μας σέρνοντας φιλέδες με φαγητά.

«Τα ζώα μου αργά…» μουρμούριζε η Γιαγιά και γύριζε το κεφάλι της αλλού.

Περνούσαμε κι από ένα δρόμο όπου μικρά παιδάκια χώνανε το χέρι στη μύτη και βγάζανε κάτι μύξες, κοιτώντας το αμάξι που τους προσπερνούσε.

«Τι είναι αυτά τα πράγματα; Επιτρέπεται οι δρόμοι να είναι έτσι βρώμικοι; Τι κακομοιριά βρε Πέτρο μου! Σου κόβει το κέφι», έλεγε η Γιαγιά βγάζοντας ένα άσπρο τσιγάρο από το χρυσό κουτί. Ένας ασημένιος καπνός γέμιζε το αμάξι και μου τύλιγε το λαρύγγι.

Όταν φτάναμε μπροστά στο σχολείο, κάτι χοντρά, παστρικά παιδάκια τρέχανε να μας ανοίξουν την πόρτα. Η Γιαγιά έφτιαχνε το γουναρικό της και κοίταζε τα νύχια της που ήταν κοκκινοβαμμένα.

«Αχ τα κακόμοιρα», μου έλεγε εμπιστευτικά. «Δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα…» και δάκρυζε.

Έβγαινα κι εγώ από το αμάξι και στεναχωριόμουνα να βλέπω τόσο χοντρά παιδάκια, χωρίς Μαμά. Ούτε καν Μπαμπά.