[2019, εκδ. Νήσος]
Τα βρήκα όλα μέσα στο κόκκινο το χαρτονόμισμα
διπλωμένο απ’άκρη σ’άκρη στο πλάι της
είχε φαίνεται κακοποιηθεί μέσα στις τσέπες της
μύριζε ασθένεια εργαζομένου
βενζοδιαζεπίνη
το dna της
και ελαφρύς πυρετός
ποτέ δεν αντιλήφθηκα τους 0,01 °C
κάτω από τον αριθμό ένα ικανό σημείο πήξης
η σοβαρότατη όμως κατάσταση
ήταν
το σημείωμα με την καταβολή ίσων τοκοχρεολυτικών δόσεων
και τις πρόσθετες δαπάνες
τι θα φάνε τα παιδιά το επόμενο μεσημέρι
και το ποσό που χρωστά στον ενοικιαστή για το μήνα Νοέμβρη
μου είχε κάνει κι ένα πρόχειρο πλάνο
προς διευκόλυνση μου
μα στο μέσον αυτού το μόνο που υπήρχε
ήταν ένα μακρουλό συγγνώμη
σαφώς και δεν την συγχώρεσα
το χαρτονόμισμα αυτό απεδείχθη πολύ ανεπαρκές
έφτασε ίσα- ίσα
για μία μπαγκέτα γαλλική
και μήλα Τζόνα
(από τα Ασυμμάζευτα, 4 Δεκεμβρίου 2015)
ΘΕΑΜΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ
ξεκίνησαν τα πουλιά χτικιάρικα το κάλεσμα τους
τα αργά
αργά τα
βαριά ξασπρισμένα μεσημέρια
και ο κόσμος απλωμένος στα καλώδια
αργεί
να ισορροπήσει πάνω από το κεφάλι
θυμίζει
τη χωριάτικη μουριά που όλο γέρνει
κι από τη μουριά
την αναιμική ταράτσα στο μπαλκόνι
φτηνό κράμα απογευμάτων
φαίνεται
ξεκίνησαν οι
μυροβλύτες απλωμένοι στα καλώδια
παράφωνα ακούγονται μέσα στην πόλη
πάντοτε
παράφορα σωριάζονται
μ’ένα γδούπο στο τσιμέντο
τόσα φτερά πάνω στα καλώδια ατακτοποίητα
πάντοτε
παράπονο τα έχω
~ * ~
ΕΙΧΑΝ ΚΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ
ΒΕΡΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ
τα πουλιά θυμάμαι Οκτώβρης περίπου θυμάμαι οξιές
αντιαεροπορικά
ανάστροφα ψαχ’τά ανοιγμένα βροχή φτεροκαρφωμένα
παντού παντού
καλαμιές σαν κοχλίες κάποιο απ’όλα φοράει το γκρεμό του
και κρέμεται
πέφτει ο χρόνος στάζει σπουργίτες τα μεγάλα βράδια
ξυλοκόποι
κι είναι μαύρο παιχνίδι τούτες οι κράμπες πουλιών
λέω δεν είναι
κι ό,τι τσιρίζει στις συκιές ασημένια κόκκινα
με κοιτάνε
σκέλεθρα δυο κοκκινολαίμης στρόβιλος τρέμει
σκισμένος
κι ένας πελώριος γκιώνης χορταριασμένος κοιτάει
κοιτιόνται
να το νιώθω το’να στ’άλλο φυσάει κοινόχρηστη λύπη
εκτεθειμένου
Από τη συλλογή Άγια Νήπια (2019), εκδ. Άπαρσις
Κι όσο συνέχιζαν να έρχονται οι νέοι κάτοικοι, γκρεμίζονταν στη γειτονιά τα παλιά όμορφα τρίπατα του μεσοπολέμου με τους λιτούς διάκοσμους και τις όμορφες αναλογίες στις όψεις και στη θέση τους ανεγείρονταν επταώροφες, απρόσωπες πολυκατοικίες με καταστήματα στο ισόγειο και ρετιρέ από τον τέταρτο και πάνω. Επιδημία. Η γειτονιά υψωνόταν προς τα πάνω. Φούσκωνε και μεταλλασσόταν. Στα χαμηλότερα τα σπίτια, τα ισόγεια, κρύφτηκε ο ήλιος. Ξαφνικά, οι μεγάλες, ψηλές ακακίες της Μιχαήλ Βόδα, που το καλοκαίρι σκίαζαν και δρόσιζαν τον δρόμο, σαν να κόντυναν. Παντού άκουγες μπετονιέρες, αναβατόρια, λαϊκά τραγούδια και βρισιές, σκεπάρνια να καρφώνουν, κρότον κτιστών. Οι δρόμοι γέμισαν στοίβες τούβλα, άμμο, καρούτες με ασβέστη, μαδέρια, σίδερα οικοδομής.
Ήταν αυτό που στο μυαλό πολλών λεγόταν ανάπτυξη. Τους φανταζόμουνα κουστουμαρισμένους, γραβατωμένους, όπως οι πολιτικοί που έβλεπα στα επίκαιρα του σινεμά πριν από το έργο ή όπως ο, με γουλί το κεφάλι κύριος, να θεμελιώνουν μ’ ένα μυστρί και να κόβουν μ’ ένα ψαλίδι την κορδέλα του μέλλοντος της χώρας μου. Να ανοίγουν σχέδια με γραμμές που απάνω τους έγραφαν με υπέροχα σταθερά τεχνικά γράμματα, κάτοψις β’ εσοχής, κοιτών, λουτρό, οφφίς, χολ, σαλοτραπεζαρία, κυρία όψις επί της οδού, όψις επί του ακαλύπτου χώρου…
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στη χώρα μου η ανάπτυξη ήταν πάντα συνυφασμένη με το πολύ, με την ποσότητα. Με το πόσους ορόφους χτίζεις, πόσα μέτρα καλύπτεις. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που νομοθέτησαν, σχεδίασαν τη γειτονιά μου και τη ζωή μου, ήταν πάντα τόσο βουλιμικοί, τόσο ακόρεστοι. Δεν σκέφτηκαν ποτέ τίποτα άλλο παρά μόνο την κονόμα. Υπουργοί, σύμβουλοι, μηχανικοί, εργολάβοι, οικοπεδούχοι, μια κοινωνία ολόκληρη συνωμοτούσε για να καταστρέψει τις δικές μου μνήμες…. Τις δικές μου μυρωδιές… Γκρέμιζε το όμορφο με μια μανία, που αναρωτιόσουνα γιατί τόσο μίσος βρε παιδιά για την γειτονιά μου; Τι σας έκανε; Ποια απωθημένα, ποια κόμπλεξ βγάζετε απάνω της; Δεν μπορεί να ήταν μόνο η κερδοσκοπία. Τέτοια μανία έκρυβε σαφώς κάτι υπαρξιακό, κάτι ιστορικό, κάτι βαθύτερο… Κι έχτιζε με την ίδια μανία το μέτριο, το εφιαλτικά λίγο. Το ότι κάποτε κατάλαβα, δεν σημαίνει τίποτα για την οικονομία της ιστορίας. Το κακό, που δεν ήταν στιγμιαίο (και που ακόμα συνεχίζεται), συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας και κανένας δεν είπε κουβέντα. Κι αν κάποιος είπε –γιατί κάποιοι είπανε-, ποτέ δεν ακούστηκε, πάντα ήταν ο γραφικός, ο «άσ’ τον μωρέ να λέει». Και εβασίλευσεν η αστική πολυκατοικία. Αυτό που οι απλοί άνθρωποι είπαμε κλουβί. Ένα κλουβί που μέσα του μπήκαμε με την θέλησή μας, ανυποψίαστοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε τα πόδια μας, κουτούλησαν στον απέναντι τοίχο, δε χωράγανε. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε ένα όνειρο, έκανε γκέλλα στο ντουβάρι και γύρισε πίσω εφιάλτης. Σ’ ένα ντουβάρι μονότουβλο εξάρι, επιχρισμένο τσιγαρόχαρτο, «ν’ ακούν οι άλλοι όταν έχεις οργασμό», έφτανε μια γροθιά για να το ρίξεις κάτω, αλλά τότε φάνταζε στέρεο σαν μπατικό, σαν κάτι σταθερό, ντούζικο να θεμελιώσεις για πάντα απάνω σου τη ζωή σου. Κι έτσι έγινε. Σαθρό θεμέλιο….
Κώστας Ποντικόπουλος, Τα μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα, β' έκδοση, εκδ. Εύμαρος, σελ. 58-61.
- Αυτή η χώρα ήταν κάποτε καλή. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς χάλασε.
- Έχουν γίνει όλοι φοβιτσιάρηδες. Δεν μπορούμε να μπούμε ούτε σε μοτέλ δεύτερης κατηγορίας. Νομίζουν ότι θα τους κόψουμε το λαρύγγι. Φοβούνται.
- Δεν φοβούνται εσένα. Φοβούνται αυτό που συμβολίζεις.
- Γι' αυτούς είμαστε μόνο κάτι τύποι που χρειάζονται κούρεμα.
- Αυτό που συμβολίζεις γι' αυτούς είναι η ελευθερία.
- Μα όλοι θέλουν την ελευθερία.
- Σωστά, όλοι τη θέλουν. Αλλά το να συζητάς και το να είσαι είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Δύσκολο να' σαι ελεύθερος όταν αγοράζεσαι και πουλιέσαι στην αγορά. Μην κάνεις το λάθος και πεις σε κανέναν ότι δεν είναι ελεύθερος, γιατί θα βαλθεί να σκοτώνει και να πετσοκόβει για να σου αποδείξει πως είναι. Δεν σταματάνε να μιλάνε για την ελευθερία του ατόμου. Αλλά μόλις δουν ένα ελεύθερο άτομο, τρομάζουν.
[...]
Όσο κι αν αντιστραφούν οι κοκκινοσκουφίτσες, όσο και αν αναζητηθούν οι συμβολικοί συσχετισμοί γυναικότητας και λύκωσης, το κείμενο δεν παύει να παραπέμπει σε μία αποκλειστικά ανθρώπινη αρένα σημασιοδότησης. Ή όπως πολύ καλύτερα το λέει ο Christopher Manes: κάποτε μιλούσε η φύση· τώρα μιλάνε μόνο τα κείμενα.[1]
Η συνείδηση πηγάζει από τη φυσική εμπειρία, από την αισθητηριακή μας συμμετοχή στην υλική ροή της ύπαρξης. Το ίδιο ισχύει και για το πρωταρχικό σημάδι της ανθρώπινης συνείδησης: τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά αντηχεί μονίμως το ποιος, το πού, το πότε. Ο γραπτός λόγος, ωστόσο, επέδρασε καθοριστικά στην τάση να εξαλειφθεί η σχέση σύνδεσης μεταξύ εαυτού και περιβάλλοντος· η αυθαίρετη φύση του σημαίνοντος δεν έχει καμία εγγενή σχέση με το σημαινόμενο –η λέξη «πέτρα», ούτε ακούγεται, ούτε μοιάζει με πέτρα.[2]
Η Αυστραλή οικοφιλόσοφος και οικοφεμινίστρια Val Plamwood υποστηρίζει
και αυτή ότι η ρίζα της ρατσιστικής, σεξιστικής, αποικιοκρατικής και
καπιταλιστικής συμπεριφοράς εντοπίζεται στην άκρατη και δίχως όρια κυριαρχία
του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ο οικολογικός ανιμαλισμός (ecological animalism) που παρουσιάστηκε στα γραπτά της, παρουσιάζεται ως
το μόνο εργαλείο για να διαταραχθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας.[3]
Ο οικολογικός ανιμαλισμός της Plamwood
ενθαρρύνει τη διαλογική ηθική της
κοινής χρήσης και αναλαμβάνει την επαναξιολόγηση της ανθρώπινης ταυτότητας και
την ένταξη της στη ζωικό και οικολογικό πεδίο.[4]
Συμφωνώντας στο μεγαλύτερο μέρος με την άποψη της Plamwood, που διατείνεται ότι η κουλτούρα του Πρώτου Κόσμου
έχει συντηρήσει τον δυϊσμό ανθρώπου / φύσης, με τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται
τον εαυτό του μέσα στον πολιτισμό και την ίδια στιγμή εκτός φύσης, θα έλεγα ότι
άνθρωπος δεν είναι η εξημερωμένη πλευρά της φύσης, αλλά το ζαβλακωμένο
υποκείμενο – το πάντοτε στερημένο και εξαρτημένο από άλλους για την επιβίωσή
του. Το εκτός φύσης στον άνθρωπο,
σημαίνει ξεφορτώνομαι οτιδήποτε ζωικό από το άμεσο περιβάλλον μου (κρατάω όσους
σκύλους, γάτες κτό μου επιτρέπει το καταστατικό της πολυκατοικίας και τους δίνω
παιδικά χαρακτηριστικά), γίνομαι ξέχωρος από αυτό [το ζωικό], ανώτερος, καθαρός,
ψεκάζοντας, απολυμαίνοντας, σκοτώνοντας, βιομηχανοποιώντας.
Όπως γράφει και η Joy Williams στην Απανθρωπιά του Ανθρώπινου Ζώου (1997):
«Η
γεωργία έγινε τελικά αγροτική οικονομία. Κι έτσι τα πλάσματα που ήταν υπό την
“εποπτεία” μας για πολύ καιρό, που έχουν από συνήθεια κωδικοποιηθεί για τη δική
μας χρήση, που έχουν υποφέρει σε ένα κατά τ’ άλλα ειδικό, κατά τη γνώμη μας,
μέρος – τα ζώα της φάρμας –ποτέ δεν φυλακίστηκαν ή σφαγιάστηκαν τόσο σκληρά και
σε τέτοιους αριθμούς σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Η εντατική φάρμα σήμερα
είναι ένα μεγάλο, σιχαμερό τρελοκομείο, γεμάτο με υποφέροντα ζώα που είναι
κυριολεκτικά τρελά, που ψεκάζονται με παρασιτοκτόνα και παχαίνουν με ορμόνες αυξητικές,
αντιβιοτικά και φάρμακα. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες ωοτόκες όρνιθες είναι
κλεισμένες σε ένα ενιαίο κτίριο. (Το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας που προκαλεί ο
υπερπληθυσμός είναι οικονομικά αποδεκτό· τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο από ένα
μεμονωμένο κοτόπουλο)».[5]
Το νομαδικό υποκείμενο της Rosi Braidotti
πρότεινε πολλά στη φιλοσοφική βάση
της κριτικής πλουραλιστικής προσέγγισης: υπάρχει και μία δράση, μας λέει η Braidotti που
δεν είναι ανθρώπινη –υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν τζάουλ μη
ανθρώπινων δράσεων, δράσεις που δεν εξαρτώνται από καθορισμένα κριτήρια, όπως
τα ανθρωπογενή χαρακτηριστικά και οι ενέργειες. Το νομαδικό υποκείμενο δεν
είναι το σκόπιμο ον που ενεργεί από μόνο του· είναι μια μη ενιαία, πολυεπίπεδη,
δυναμική και μεταβαλλόμενη οντότητα, η οποία δεν εμπίπτει στους διαχωρισμούς.[6]
Στη διαχρονία του, ωστόσο, ο άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο
μη ανθρώπινο κόσμο ως ο γνώστης, που έχει ολόγυρα του το μη ανθρώπινο
αντικείμενο (το γνωστό) και αναπαράγει το γνωστό, που μπορεί να ονομάσει ως μη
ηθικό –κάτι το οποίο το κάνει με όποιον/ όποια/ ό,τι δεν θεωρεί ίσο του. Συνεπώς,
η νομαδική υποκειμενικότητα είναι σημαντική στο ότι διαταράσσει και
αντιπαρατίθεται στις καταστάσεις εκείνες όπου το ζώο ως ο Άλλος, θεωρείται
αναμφισβήτητο αντι-κείμενο ανθρώπινης χρήσης. Για να το καταλάβουμε καλύτερα,
θα πρέπει να επιστρέψουμε στην έννοια της φύσης από τον άνθρωπο που έχει υπογραμμίσει
ο Neil Evernden, τη φύση ως αντικείμενο.
Η ιδέα της φύσης ως αντικειμένου αντανακλά μία φύση-αποθήκη πόρων, μία φύση
γυμνών οστών χωρίς υποκειμενικότητα και μηδενικές προσωπικές μεταβλητές: απλώς πράγματα.[7]
Υποκειμενικότητα έχουν μόνο τα μεμονωμένα ζώα, που ο άνθρωπος τους δίνει όνομα
και παιδικά (ως επί το πλείστον)
χαρακτηριστικά. Η άγρια ζωή δεν εξατομικεύεται, αλλά καθίσταται νομαδικό θέμα
που μπορεί να αμφισβητήσει, σύμφωνα με την Braidotti, τις κυρίαρχες αρσενικές και πατριαρχικές δομές. Η
νομαδική υποκειμενικότητα της Braidotti
είναι ανοικτή σε μη ανθρώπινες
μειονότητες και συνδέεται με τις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις στην
καθημερινή ζωή. Με λίγα λόγια, η Braidotti
μας λέει ότι η υποκειμενικότητα δεν
είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπινων όντων και το διαφορετικό περιβάλλον
σημαίνει (ως πολιτική της τοποθεσίας) αντίσταση και ως εκ τούτου τα νομαδικά
υποκείμενα είναι πάντα ενσωματωμένα στο περιβάλλον που κατοικούν· σε μια
νομαδική προοπτική, η διαδικασία της υποκειμενικότητας ξεκινά από το σώμα και
όχι από αφηρημένες παραδοχές και αξίες.[8]
Ποια άλλη αξία έχει η φύση, εκτός από το να θεωρείται ως ένας πόρος που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά και ως ένας τόπος βιοφυσικά περιοριστικός που δίνει δυνατότητες μόνο στα άλλα μη ανθρώπινα ζώα; Ακόμη και έργα οικολογικού περιεχομένου προσπαθούν να πείσουν τον άνθρωπο να μην κάνει κακό στη φύση, με μοναδικό επιχείρημα ότι η φύση είναι το σπίτι του ανθρώπου· μας κάνει καλό να έχουμε υγιή, καθαρά ποτάμια· η καταστροφή των δασών θα είναι καταστροφή για το μέλλον του ανθρώπου κοκ. Η άρνηση του ανθρώπου να ενσωματωθεί οικολογικά εντοπίζεται όχι μόνο στην αδιάκοπη καταστροφή και πρόθεση να μειώνει τη δράση και τη ζωή των άλλων της γης, αλλά και να παρερμηνεύει τη ζωικότητά του, να απαντάει ότι δεν τη χρειάζεται. Σαν να μην ανήκει ο άνθρωπος μέσα στη φύση. Σαν να πρέπει σταθερά και ακούραστα να την αλλοιώνει για να μπορέσει να χωρέσει μέσα της. Ή όπως λέει η Estes:
Κάθε πλάσμα επιστρέφει στο σπίτι του. Κατασκευάζουμε
καταφύγιο άγριας ζωής για την ίβιδα, τον πελεκάνο, τον ερωδιό, τον λύκο, τον
γερανό, το ελάφι, την άλκη, το ποντίκι, την αρκούδα, αλλά όχι για τον εαυτό
μας. […] Διαμαρτυρόμαστε έντονα για το ότι η φυσική επικράτεια πολλών ειδών
απειλείται περιστοιχισμένη από πόλεις, ράντσα, αυτοκινητόδρομους, θορύβους και
άλλες παραφωνίες, αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι κι ο εαυτός μας είναι περικυκλωμένος
από τα ίδια ακριβώς πράγματα, επηρεαζόμαστε κι εμείς από αυτά. […]
Έχουμε
συνηθίσει να ισοφαρίζουμε την απώλεια μιας ήρεμης διαβίωσης με ολιγοήμερα
ταξιδάκια ή με διακοπές διαρκείας, που υποτίθεται ότι μας δίνουν χαρά –αλλά
συχνά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Προσπαθούμε να ανακουφιστούμε από την
κακοφωνία που καθημερινά βιώνουμε περικόπτοντας ό,τι προκαλεί ένταση στους
δελτοειδείς και τραπεζοειδείς μυς μας και τους μετατρέπει σε οδυνηρούς κόμπους.
Όλα αυτά λειτουργούν και είναι μια χαρά, αλλά οι διακοπές δεν παρέχουν
καταφύγιο στην ψυχή του καθενός μας. Το «διάλειμμα» ή η «άδεια» δεν είναι το
ίδιο με την επιστροφή στο σπίτι. Η ησυχία δεν είναι το ίδιο με την εκούσια
απομόνωση.[9]
[...]
[1] Manes, C., 1992. Nature and
Silence, Environmental Ethics 14 (4) σσ. 339-350.
[2] Abram, D., 1997. The Spell of the Sensuous: Perception and
Language in a More-than-Human World, Vintage Books [pdf] https://projects.iq.harvard.edu/files/retreat/files/abram_the_spell_of_the_sensuous_perception.pdf.
[3] Plamwood, W., 2012. Animals
and Ecology : Towards a Better Integration, in: The Eye of the crocodile, Australian National University E Press [pdf]
https://library.oapen.org/bitstream/id/d319b28d-eceb-43ed-a4e0-70d3902a7147/459882.pdf.
[4] Η Plamwood απέρριπτε στα κείμενά της τον οντολογικό βιγκανισμό (ontological veganism) ως υπόκωφα ανθρωποκεντρικό, με πολλά προσωπικά στοιχεία, καταπιεσμένες και καταπιεστικές μορφές ατομικής δράσης, που στο τέλος το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος όχι μόνο είναι ξέχωρος από τη φύση, αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την ανθρώπινη υπόσταση και τα προνόμιά της, με συνέπεια να παραμένει μέσα στο σύστημα του δυϊσμού ανθρώπου/ φύσης και ως εκ τούτου να συντηρεί την άρνηση εμπόδισης του κυρίαρχου πολιτισμού να αναγνωρίσει την οικολογική του ενσωμάτωση και να τον θέτει σε ολοένα και περισσότερο οικολογικό κίνδυνο (Plumwood, σσ. 80-87).
[5] Ό.π., σ.77.
[6] Braidotti, R., 2014. Νομαδικά υποκείμενα.
Ενσωματότητα και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, μτφ, Αγγελική Σηφάκη,
Ουρανία Τσιακάλου, εκδ. Νήσος.
[7] Evernden, N., 1988. “Nature Industrial
Society.” In: Cultural Politics in
Contemporary America, edited by S. Jhally and I. Angus, 151–164. New York:
Routledge, Chapman and Hall.
[8] Nicklas, L., Öhman, J. 2018. A
posthuman approach to human-animal relationships: advocating critical pluralism.
Environmental Education Research, 25
(8) σσ. 1200-1215.
[9] Estes, σ. 346.