Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Γάτες και οι συγγραφείς τους

Δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ο κανόνας: οι συγγραφείς και οι γάτες έχουν μία σταθερά ιστορική σχέση συνύπαρξης και επικοινωνίας. Από την αντισυμβατική Colette μέχρι τον ταξιδιάρη Kerouac, οι γάτες είναι η διακριτική, τρυφερή και ήρεμη παρέα που φαίνεται ότι ταιριάζει στον κλειστό κόσμο του συγγραφέα. 


O Edward Albee με τη γάτα του


Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο Samuel Beckett παρατηρεί τη γάτα με το σκύλο. Κάποιος άλλος, ότι στο μυαλό του ήδη πρωταγωνιστούν σε θεατρικό. 


Την εσωστρεφή Elizabeth Bishop την θέλει η ιστορία να παρατάει μια καινούργια παρέα για να χαϊδέψει μία γάτα.




H Sidonie-Gabrielle Colette δεν ξανακάλεσε σπίτι της την Simone de Beauvoir επειδή δεν της άρεσαν οι γάτες.


"Οι γάτες είναι οι φύλακες των πεζοδρομίων", Julio Cortazar.


Η Marguerite Duras με την γάτα της.


Ο Michel Foucault με τη μαύρη γάτα του, αδιαφορώντας για τις κακές τις γλώσσες. 


Αν μπορεί ο Allen Ginsberg να έχει γάτα, όλοι μπορούν. 


Διαβάζετε Hermann Hesse... 


Η Patricia Highsmith με γάτα Σιάμ



Ο Stephen King δεν θα μπορούσε να μην εμπνέεται από τον χαρακτήρα της γάτας.



Διαβάζετε Ursula Le Guin... 




Η Doris Lessing με την γάτα της Black Madonna.


H Joyce Carol Oats με την γάτα της Muse.




Η Sylvia Plath πριν γράψει το εμβληματικό "Daddy" μεγάλωσε με το ριγωτό γατάκι Daddy.. 



Ο Edgar Allan Poe και η γυναίκα του Virginia Clemm είχαν την γάτα με το όνομα Caterinna.



O Ezra Pound με τις γάτες του.





Η Francois Sagan ποζάρει με την γάτα της. 



Ποιος είπε ότι ο Jean-Paul Sartre όταν έγραφε κρατούσε την πίπα του;



Μπορεί η Alice Walker να έχει γράψει το "The Chicken Chronicles", αγαπάει και τις γάτες.



ο William Carlos Williams με τα γατάκια του.






Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Το The New Yorker για την Elisabeth Bishop


Ένα δείγμα άρθρου - όχι ακριβώς άρθρο, ούτε ακριβώς δείγμα - δημοσιεύθηκε το 2017 από το The New Yorker. Συγγραφέας του κειμένου είναι η Claudia Roth Pierpont η οποία θέλει να προσκαλέσει αναγνώστες στο σημαντικό γεγονός, ότι βγήκε μία νέα βιογραφία της Elisabeth Bishop που εξετάζει την "οδυνηρή ζωή" της μεγάλης συγγραφέως. Και για να καταλάβει ο αναγνώστης, η Pierpont παραθέτει εν τάχει ορισμένες πληροφορίες που αγγίζουν ένα μικρό ποσοστό βίου της παιδικής της ηλικίας. 

Άλλο η μελέτη ενός έργου και άλλο η κλειδαροτρυπική ανάγνωση. Φοβάμαι πως ανέκαθεν υπερτερούσε ο δεύτερος τύπος - και υπερτερεί και συντηρείται με τη βοήθεια όλων αυτών των βιογράφων και των δημοσιογράφων και των εκδοτών που γυροφέρνουν έναν/μία συγγραφέα σαν τις σφήκες το φρούτο. Ιδίως αν το φρούτο είναι χαλασμένο. 

Εκτός όλων αυτών, το κείμενο της Pierpont δεν προσφέρει τίποτα απολύτως στον αναγνώστη, μάλλον πιο πολλά προσφέρει στην ίδια την Pierpont (δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που γνωρίζουν τη σχετική βαρύτητα του ονόματος). Προσφέρει μόνο την τέχνη της πλήξης - εντελώς ειρωνικά, αναφερόμενη στην εξαιρετική "τέχνη της απώλειας" της Bishop. 


~ * ~ 


Η τέχνη της απώλειας της Elisabeth Bishop


Ήταν προσεκτική στο να μην αποκαλυφθεί στην ποίηση της, αλλά μία νέα βιογραφία εξετάζει την οδυνηρή προσωπική ζωή της.

“Όταν γράφεις τον επιτάφιό μου, μην ξεχάσεις να τους πεις πως ήμουν ο πιο μόνος άνθρωπος που έχει υπάρξει” στον R. Lowell.

 

Η πρώτη απώλεια της Bishop ήταν ο πατέρας της, που έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν οχτώ μηνών. Η δεύτερη απώλεια ήταν πιο παρατεταμένη: η μητέρα της Bishop διαλυμένη από τον θάνατο του συζύγου της υπέστη τον έναν κλονισμό μετά τον άλλον. Κάποιες φορές φιλική, κάποιες άλλες βίαιη, μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, μέχρι που τελικά έμεινε μόνιμα, όταν η Elizabeth ήταν πέντε χρονών. Από κει και ύστερα, την άνοιξη του 1916, το κοριτσάκι ζούσε με την οικογένεια της μητέρας της σε μια μικρή πόλη στη Νέα Σκωτία, μέρος οικείο που είχε επισκεφθεί κι άλλες φορές στο παρελθόν. Όπως πολλά ξεριζωμένα παιδιά, είχε ζωηρές αναμνήσεις: οι εικόνες σε διάφορες σελίδες της οικογενειακής Βίβλου, το ποιηματάκι της γιαγιάς καθώς καθάριζε τα παπούτσια της (χρησιμοποιώντας τις λέξεις βαζελίνη και βενζίνη) και στην ηλικία των έξι όταν την πήραν – ένιωθε ότι την είχαν απαγάγει – για να ζήσει στο μεγάλο και ψυχρό σπίτι τους στο Worcester της Μασαχουσέτης. Στις τόσες απώλειες, είχε και την απώλεια ενός τόπου. Αν και γεννημένη στο Worcester και έχοντας περάσει τα πρώτα της χρόνια εκεί και παρόλο που ο πατέρας της είχε μεγαλώσει στο ίδιο σπίτι, δεν το ένιωθε σπίτι της, μάλιστα μετά βίας ένιωθε Αμερικανή: όταν στο σχολείο έπρεπε να τραγουδήσει τα καθιερωμένα τραγούδια, ο στίχος η «γη όπου πεθάνανε οι πατέρες μου» έμοιαζε σαν να απευθυνόταν αποκλειστικά σε εκείνη.

Χρόνια μετά, ένας ψυχίατρος είπε στην Bishop ότι ήταν τυχερή που επέζησε στην παιδική της ηλικία. Στην πραγματικότητα, αμέσως μετά την άφιξή της στο Worcester εμφάνισε τόσο άσθμα, όσο και έκζεμα το οποίο έγινε τόσο σοβαρό που έμενε για καιρό στο κρεβάτι. Μόνο όταν η οικογένεια φοβήθηκε ότι θα μπορούσε πραγματικά να την χάσει, έφυγε να ζήσει με την θεία της Maud – μία από τις αδερφές της μητέρας της – και τον σύζυγο της Maud, τον θείο George, σε μία παρακμάζουσα πόλη έξω από το λιμάνι της Βοστόνης. Ο θαλάσσιος αέρας πίστευαν ότι θα της έκανε καλό, και της έκανε. Πολύ πιο χρήσιμες, ήταν η φροντίδα της θείας Maud και μίας ακόμη αδερφής της μητέρας της, της θείας Grace, μία εκπαιδευμένη νοσοκόμα που την καλόπιανε με την υγεία της. Και όταν το άσθμα επέστρεψε, με συνέπεια να χάσει βδομάδες μακριά από το σχολείο, οι θείες της τής διάβαζαν τις συναρπαστικές ιστορίες του Tennyson, του Longfellow και του Brownings, τις οποίες απορρόφησε τόσο βαθιά που πίστευε ότι μπήκαν στο υποσυνείδητό της. Άρχισε να γράφει ποίηση στα οχτώ. Στα δώδεκα, συμφιλιωμένη με τον πατριωτισμό, κέρδισε το πρώτο βραβείο για ένα δοκίμιο με θέμα «Αμερικανισμός».


της Claudia Roth Pierpont 

27 Φεβρουαρίου 2017 

The New Yorker



Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Τζούτζη Ματζουράνη - Δια Χειραψίας-2018



Τελικά,

“Δια χειραψίας”, τελειώνουν

οι έρωτες.

Τι θλιβερό!

Να δίνεις το χέρι σου

σε κάποιον που,

μέχρι χτες,

μοιραζόσουν την ζωή σου,

το κρεβάτι σου,

τους πόνους της ψυχής σου.

Είναι άραγε, η αμηχανία της στιγμής;

ή

το κουράγιο που

σ’ εγκαταλείπει

γιατί ακόμα πονάει η πληγή;

Μπορεί και

τίποτα από αυτά…

Έτσι και αλλιώς,

“Δια χειραψίας” αρχίζουν

κιόλας.

Μ’ ένα απλό “χαίρω πολύ”…




Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Τι είναι καφκικό;





Ο Frederick R. Karl, μελετητής του Κάφκα, που έχει υπογράψει τη μονογραφία “Franz Kafka: Representative Man. Prague, Germans, Jews and the Crisis of Modernism” (1991), διαλευκάνει τον όρο "καφκικός":


“Εάν τρέχετε για να προφτάσετε το λεωφορείο, και διαπιστώσετε ότι όλα τα λεωφορεία έχουν πάψει να περνούν, τότε αυτό δεν είναι “καφκικό”.


“Καφκικό” είναι το να εισέλθετε αίφνης σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, στον οποίο βλέπετε την ύπαρξή σας ολόκληρη να κατακερματίζεται, καθώς βρίσκεστε αντιμέτωπος με μια δύναμη που δεν συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τον κόσμο. Δεν παραιτήστε, δεν πέφτετε απλώς να πεθάνετε, αλλά αγωνίζεστε ενάντια στη δύναμη αυτή όπως μπορείτε, με όποια εφόδια διαθέτετε. Αλλά φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να τη νικήσετε. Αυτό είναι “καφκικό”.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Αλβάρο ντε Κάμπος - Θέλω μόνο την ελευθερία!


 


Ὄχι! Θέλω μόνο τήν ἐλευθερία!

Ἀγάπη, δόξα, χρῆμα εἶναι φυλακές.

Ὡραῖα σαλόνια; Ταπετσαρισμένες πολυθρόνες; Μαλακά χαλιά;

Ἄ, ἀφῆστε μέ νά βγῶ νά πάω νά μέ βρῶ.

Θέλω ν’ ἀναπνεύσω τόν ἀέρα μόνος,

δέν ἔχω σφυγμό ὅταν εἶμαι μέ κόσμο,

δέν συναναστρέφομαι μέ κανονισμούς

δέν εἶμαι παρά μονάχα ἐγώ, δέν γεννήθηκα παρά αὐτός πού εἶμαι, εἶμαι γεμάτος ἀπό μένα.

Ποῦ θέλω νά κοιμηθῶ; Στόν κῆπο…

Πουθενά τοῖχος –ἡ ἀπόλυτη σύμπνοια–

ἐγώ καί τό σύμπαν,

καί τί ἡσυχία, τί γαλήνη νά μή βλέπεις πρίν κοιμηθεῖς τό φάντασμα τῆς ντουλάπας

ἀλλά τό μέγα φέγγος, μαῦρο καί δροσερό, ὅλων τῶν ἄστρων μαζί,

τή μεγάλη ἀπέραντη ἄβυσσο ἐπάνω

νά στέλνει αὖρες καί εὐσπλαχνίες ἀπό ψηλά στό πρόσωπό μου, κρανίο πού τό σκεπάζει ἡ σάρκα,

ὅπου μόνο τά μάτια –ἄλλος οὐρανός– ἀποκαλύπτουν τό μεγάλο μυστηριῶδες ὄν.

Δέν θέλω! Δῶστε μου τήν ἐλευθερία!

Θέλω νά εἶμαι ὁ ἑαυτός μου.

Μή μέ εὐνουχίζετε μέ ἰδανικά!

Μή μου φορᾶτε τό ζουρλομανδύα τῶν τρόπων!

Μή μέ κάνετε ὑποδειγματικό καί κατανοητό!

Μή μέ σκοτώνετε ἐν ζωῆ!

Θέλω νά ξέρω νά πετάω αὐτή τήν μπάλα ψηλά στό φεγγάρι

καί νά τήν ἀκούσω νά πέφτει στό διπλανό κῆπο!

Θέλω νά ξαπλώσω στό γρασίδι, καί νά σκέφτομαι «αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω»…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό κῆπο…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό κῆπο…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό…

νά τήν πιάσω στό διπλανό

στό διπλανό

κῆπο…



Φ. Πεσσόα, 2014. Τα Ποιήματα του Αλβάρο ντε Κάμπος, μτφ Μαρία Παπαδήμα, εκδ.: Gutenberg 



Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Κάθε μέρα και ένα βιβλίο : Συνέντευξη με την Ηλέκτρα Λαζάρ



#Κάθε_μέρα_και_ένα_βιβλίο

 

-Με την πρώτη σας ποιητική συλλογή «'Αγια νήπια» πειραματίζεσθε πάνω στους κατακτημένους τρόπους της ποίησης και την εμβολιάζετε με τις νέες οπτικές μέσω της τεχνολογίας. Σε ποιό σημείο μπορεί να σταθεί το μέλλον της ποίησης, όταν ο κόσμος μας έχει αλλάξει συνολικά, υπακούοντας στην αέναη ρευστότητά του;

Ο Auden έλεγε «η ποίηση δεν κάνει τίποτα να συμβαίνει». Δεν ξέρω αν το έλεγε με τη μεριά του παρόντος ή του μέλλοντος, η ποίηση πάντως ελάχιστα ενδιαφέρεται είτε για το μέλλον είτε για τον κόσμο. Η ποίηση είναι ο τόπος άσκησης μίας ελευθερίας, η αποδέσμευση ενός είδους προσωπικής ουσίας που γίνεται η αφετηρία ενός νέου κόσμου. Ο κατά κεφαλήν κόσμος όμως της ποίησης έχει ανοίξει τόσο τα σύμβολά του, που έχει γίνει σύμβολο του εαυτού κι έτσι ο μόνος λόγος ύπαρξης του κόσμου είναι για να αντανακλά τον εαυτό. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακιστεί η πραγματικότητα μέσα στην ποίηση. Κι αν θα ήθελα να καταλήξω κάπου, θα ήταν στο ότι δεν πρέπει να ανησυχεί το μέλλον της ποίησης, αλλά ο κόσμος όταν τον βάλει στο μάτι η ποίηση.

Το ότι κόσμος μας έχει αλλάξει «συνολικά» είναι όπως και να ‘χει μία τολμηρή διαπίστωση. Ζούμε όμως το τέλος μίας εποχής. Και ιστορικά το τέλος πριν το νέο άγνωστο αγκαλιάζεται σφιχτά με τον μετεωρισμό και τη μελαγχολική περιπέτεια της προσαρμογής. Εδώ, ωστόσο, αρχίζω να παρατηρώ να συμβαίνει το αντίθετο: τεντωμένα αντανακλαστικά, μια βιασύνη να πρωταγωνιστήσουμε σε κάτι που ακόμη ελάχιστα μπορούμε να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε.

 

-'Οσο και αν θέλετε να κρυφτείτε, η ποίηση σας είναι γεμάτη από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας, αν σάς ζητούσαν να μιλήσετε για εσάς εξομολογητικά; Ποιό είναι εκείνο το στοιχείο του βίου σας που δεν αποτυπώνεται στην ποίηση σας, έστω και κρυπτικά;

Το να βλέπει κάποιος ένα τραπέζι, ένα όνομα, ένα χωριό, ένα σπίτι και να το ονομάζει αυτοβιογραφία, είναι κάτι που δεν εμπίπτει στο χώρο της ποίησης. Άλλο το ημερολόγιο των σκέψεων και άλλο η ποίηση των εικόνων. Η ποίηση απαιτεί άλλη οντολογία και άλλα εργαλεία. Υπάρχουν ποιητές που μιλούν μόνο γι’ αυτά που ξέρουν. Ακόμα κι αν αυτά που ξέρουν δεν αξίζει να συζητηθούν. Γιατί αυτά που ξέρουν είναι η φιλολογία της ποίησης κι όχι η εμπειρία. Τι εννοώ εμπειρία της ποίησης: να βλέπει κανείς θάλασσα και να την κάνει συρματόπλεγμα. Τα γενέθλια να γίνονται μνημόσυνο. Τα νυκτόβια πουλιά, μοναξιά. Έχεις και το ένα και το άλλο, αλλά δεν γράφεις ποίηση ποτέ με αυτά που είδες ή με αυτά που έζησες.

Θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως ένα άτομο που του είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει την εαυτή του. Έχω αφήσει έξω από την ποίηση στοιχεία και εικόνες του έρωτα και της καταστροφής· ζηλεύω τα ποιήματα που είναι σχεδόν ενσώματα και σχοινοβατούν.

 

-Ο πειραματισμός, η κινητικότητα της γλώσσας σας, υφολογικά και κοινωνιολογικά, κινείται σ' ένα ευρύ πλαίσιο γλωσσικών και νοηματικών λύσεων. Αν έπρεπε να αναζητήσουμε τους ποιητικούς σας προγόνους, ποιοι είναι αυτοί και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Πώς μπορεί το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο μετέρχεσθε, να μεταγγιστεί σε μία νεότερη ποιήτρια κι όταν δημιουργείται αυτή η σχέση, τι χαρακτηριστικά παίρνει;

Πρόγονοί μου είναι όλοι όσοι τους δόθηκε ένα χαρτί με γραμμές και γράψανε από την άλλη, για να φέρω στην κουβέντα και τον Χιμένεθ. Πρόγονοί μου είναι όλες όσες κατασπάραξαν το πλευρό του αδάμ.

Η Παλαιά Διαθήκη είναι ο τεράστιος χάρτης του ανθρώπου, ανεξαρτήτου ηλικίας. Κάθε στίχο της τον βλέπω να καταφέρνει να είναι μία φιλοσοφική και ποιητική αφετηρία. Η γλώσσα των βιβλίων της, οι ιστορίες της, τα σύμβολά της, οι αμέτρητοι τρόποι να ξαναδείς τους ανθρώπους της την κάνουν το πιο αδιάβαστο βιβλίο. Πάνω απ’ όλα, χωρίς την Παλαιά Διαθήκη, δεν θα μπορούσε η ανθρωπότητα να χρησιμοποιεί, να διερωτάται και να αναλύει τις μεγάλες μορφές της Καινής Διαθήκης, όπως ο Χριστός, ο Ισκαριώτης ο Λάζαρος κ.ά..

 

- Αρέσκεσθε στις διαδράσεις και στην διαδραστικότητα. Μήπως ετοιμάζετε ένα δεύτερο βιβλίο, στο οποίο η δραματουργία του βλέμματος  αποζητάει να ανέβει το βιβλίο σας σε μια σκηνή, εκτεθειμένο στο κοινό το οποίο συνδημιουργεί την στιγμή της εκφοράς του ποιητικού σας λόγου;

Είναι αστείο, αλλά η ερώτηση αυτή απαιτεί απάντηση που αφορά στο παρελθόν κι όχι το μέλλον. Πράγματι, για δύο – τρία χρόνια πειραματιζόμασταν παρέα με την ποιήτρια Μαρουσώ Αθανασίου, πάνω σε έναν νέο τρόπο γραφής και αφήγησης. Σκοπός μας ήταν να γράφεται το ποίημα ακαριαία, να βγάλουμε τον ποιητή από το δωμάτιο του, να γράψουμε μία ποίηση δημόσια, που γράφεται στο εδώ και τώρα. Αλλά δυστυχώς δεν αρκεί να σου αρέσει και να προσπαθείς κάτι- αυτό το πρότζεκτ ποίησης απαιτούσε τεράστια έκθεση και κόπο και, φυσικά, χώρο που να το στεγάσει. Και αν οι αντοχές εκείνη την περίοδο ήταν λίγες, οι χώροι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο ήταν ακόμα πιο λίγοι. Συνεπώς, θα αργήσει να έρθει αυτό το δεύτερο βιβλίο που θα ανέβει στη σκηνή και θα συνδημιουργήσει με ένα κοινό που το αφορά η δημιουργία, γιατί μέσα σε άλλα που  συμπέρανα από το πρότζεκτ εκείνο, είναι επίσης, ότι οι συγγραφείς δύσκολα εμπλέκονται στο εδώ και τώρα και οι πιο έτυμοι τελικά ήταν αυτοί που δεν τους τρόμαζε το αποτέλεσμα.