Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Αυτό το δωμάτιο δεν είναι δικό σου (β' μέρος)



Μέρος Β΄: Οι Γάτες δεν πάνε στον παράδεισο



“No tails! No tails, like men! How symbolical everything is!’
~ Aldous Huxley, Limbo (1920)



            «Η όλη αγωγή των γυναικών θα έπρεπε να συσχετίζεται με τους άνδρες, ώστε να τους είναι ευχάριστες, να τους μορφώνουν όταν είναι μικροί, να τους φροντίζουν όταν μεγαλώνουν, να τους συμβουλεύουν και να κάνουν τη ζωή ωραία και ευχάριστη γι’ αυτούς» - τάδε έφη Ζαν Ζακ Ρουσώ στον Αιμίλιο, το μυθιστόρημά του όπου ανέπτυσσε τον ιδεώδη τρόπο ανατροφής των παιδιών. Ιδού ένα ακόμη συντρίμμι γυναίκας  και γυναικών ούτως ώστε να μην στερηθεί ο Ρουσώ τις στιγμές να ζήσει αυτά που έζησε για να γράψει αυτά που έγραψε. Εκείνη η υπηρέτρια με τα πέντε παιδιά του Ρουσώ, αλλά και η Anne Hathaway είναι τα συντρίμμια. Απ’ αυτά, η ιστορία [της λογοτεχνίας] έχει μυριάδες. Αλλά ας επιστρέψω στο βιβλίο και ας βρω κάπου ανάμεσα στα σκοτεινά παμπάλαια αυστηρών μορφών πορτραίτα και το περιθώριο της καθημερινότητας, κάπου ανάμεσα στις κολακευτικές παρατηρήσεις και τον λεπτό μισογυνισμό, την Virginia Woolf να λέει τα παρακάτω:

Όλους αυτούς τους αιώνες, οι γυναίκες λειτουργούν σαν καθρέφτες που έχουν τη μαγική και απολαυστική δύναμη να καθρεφτίζουν τη μορφή ενός άνδρα δυο φορές στο φυσικό της μέγεθος […] Η εικόνα του καθρέφτη είναι τεράστιας σημασίας επειδή διεγείρει τη ζωτικότητα· ερεθίζει το νευρικό σύστημα. Αν τη στερήσεις από έναν άνδρα, μπορεί να πεθάνει […] (σελ. 86 -88)


            Κανείς δεν είπε ότι ο άνδρας είναι ετερόφωτος, αλλά κανείς δεν είπε ότι δεν είναι. Αν ψάξουμε προσεκτικά σε κείμενα συγγραφέων, ίσως να εντοπίσουμε αυτή τη σκιά και το παράξενο φως – ένα φως που θα μπορούσε να προκαλέσει μόνο ο ηλεκτρισμένος δέκτης του δυνάστη. Θα ήταν πολύ απλοϊκό και μονόπλευρο να πούμε τον αρσενικό δημιουργό δυνάστη. Αν μη τι άλλο, μας έχει δώσει Αντιγόνες, Κλυταιμνήστρες, Κλεοπάτρες, Δούκισσες, Κασσάνδρες, Μάκβεθ – αυτό ίσως που θα ήθελα να πω είναι, ότι ο αρσενικός συγγραφέας δεν έχει κάνει τίποτε περισσότερο για να απελευθερωθεί από την στρεβλή ελευθερία του. Ο καθρέφτης – γυναίκα [αντικείμενο] έχει δομήσει απ’ άκρη σ’ άκρη τον ψυχισμό του. Δεν θα μπορούσε για παράδειγμα να γράψει την Λαίδη Γκοντάιβα. Όχι. Γιατί η Λαίδη Γκοντάιβα υπήρξε πράγματι κι άρα δεν θα μπορούσε ποτέ αυτή της η τόλμη και η ελευθερία να είναι δημιούργημα δικό του. Φοβάμαι όμως, ότι όσο κι αν το περιγράψει μέσα στις σελίδες της η Woolf, δεν είναι τόσο εύκολο να καταλάβουμε το πολυσύνθετο φαινόμενο άντρας – γυναίκα – καθρέφτης – είδωλο μέσα στη ζωή και την τέχνη. 

            Έτσι, από τη μία έχουμε λιγοστές τρεμουλιαστές απόπειρες μυθιστοριογραφίας από γυναίκες που είτε αρκούνταν πονηρά και δειλά στο «Ο Συγγραφέας» και δεν υπέγραψαν ποτέ τα γραπτά τους (έτσι που να μας κάνουν να υποπτευόμαστε ότι πολλά από τα κείμενα του παρελθόντος που γράφτηκαν από ανώνυμο συγγραφέα, πιθανόν να είναι κείμενα γυναικών), είτε αντιμετωπίζονταν με μία συμπάθεια από το ανδρικό λογοτεχνικό κατεστημένο, με μία λύπηση παράλληλα (λύπηση, που μέχρι τα χρόνια μας κρατάει ακόμα σε μεγάλο βαθμό), αλλά ως επί το πλείστον με μία διάθεση έμμεσου ελέγχου. Κι εδώ έχουμε ξανά την επιτήρηση. Το κατεστημένο αυτό πρόθυμα αφιερώθηκε στην ερμηνεία των κειμένων κι όταν αισθάνθηκε ότι έχουν ειπωθεί όλα, παραμέρισε τα βιβλία ως ένα θέαμα μαλακό και μετριασμένο, ή ακόμα χειρότερα: ως ένα γυναικείο θέμα.

            Κάπου εδώ θυμάμαι τον πρόλογο που είχε γράψει η Doris Lessing το 1971 για μία επόμενη έκδοση του Χρυσού Σημειωματάριου (1962) της: «δέκα ή και πέντε χρόνια πριν… υπήρχε αρκετή πεζογραφία και θέατρο γραμμένα από άνδρες εντόνως επικριτικούς απέναντι στις γυναίκες – κυρίως από τις Πολιτείες, αλλά κι από την χώρα αυτή, επίσης. Αλλά αυτή τους η στάση θεωρήθηκε δεδομένη, αποδεκτή- μάλιστα- φιλοσοφημένη και φυσιολογική, προπαντός όχι ως μισογύνικη, επιθετική ή νευρωτική».[i]
Η ειρωνεία με την Lessing είναι ότι κατά την απονομή της για το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2007, η Σουηδική Ακαδημία την περιέγραψε ως «επική συγγραφέα της γυναικείας εμπειρίας»[1].

Γυναικεία εμπειρία, θηλυκό πρόσωπο στην ποίηση της Θεσσαλονίκης[2], ανόητα γυναικεία μυθιστορήματα, γυναικεία λογοτεχνική συντροφιά[3], ποίηση γένους θηλυκού, η θηλυκή πλευρά της αστυνομικής λογοτεχνίας, Ο Βενσάν[4] αγαπάει να διηγείται ιστορίες μέσα από τα μάτια γυναικών, η Λιλή Ζωγράφου ήταν ένα ντόμπρο αρσενικό σε σώμα γυναίκας[5], μία από τις σημαντικότερες γυναίκες- λογοτέχνες, γυναικεία ποίηση, γυναικείο μυθιστόρημα, γραμμένο από γυναίκες για γυναίκες: το ροζ μυθιστόρημα, "η ποίηση στην ζωή μας": εκδήλωση της Μέριμνας Ποντίων Κυριών Δράμας, «μία από τις λίγες θηλυκές ιδιοφυΐες», ύμνος στην τρυφερότητα, η σφαίρα της θηλυκής φύσης, ποιητική τρυφερότητα, γυναικείοι ποιητικοί διάλογοι, θηλυκό αντίπαλο δέος…

Η προσπάθεια να αναδειχθεί κατά το δεύτερο ρεύμα φεμινισμού, τη δεκαετία του ’60, ο ρόλος της γυναίκας, οδήγησε σε μία άγαρμπη περιχαράκωση, σε μία χωριστή θέση μέσα στην κοινωνία, όπου οι οργανώσεις, οι σύλλογοι, οι σύνδεσμοι κι ακόμη πιο πέρα οι ανθολογίες, τα άρθρα, τα καλλιτεχνικά αφιερώματα ήταν όλοι αυτοί οι ζωντανοί αλλά και παράμεροι χώροι της κοινωνίας. Ακόμα και τα ονόματα των γυναικείων οργανώσεων κοκ υποδήλωναν και υποδηλώνουν όλους τους τρόπους απομονώσεως της γυναίκας[ii]. Διαφορετικά, θα βρίσκαμε τις παραπάνω φράσεις και για το αρσενικό γένος.
           
Στο πέμπτο κεφάλαιο του Ένα Δικό της Δωμάτιο, η Woolf αναφέρει:

Παραμένουν ακόμα και αυτή τη στιγμή σχεδόν αταξινόμητες. (σελ. 185)

Για τη δεκαετία του ‘50[iii] διαβάζω:

Κατά τη δεκαετία του 1950, γυναίκες με ταλέντα λίμναζαν άπραγες σε κάθε προάστιο. Πολλές από τις εξυπνότερες και καλύτερες νέες γυναίκες αφοσιώνονταν στην ανατροφή παιδιών, πριν μάθουν μια τέχνη ή ακόμα και χωρίς να έχουν τελειώσει το σχολείο.

Δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ η δεκαετία του 1950 με τη δεκαετία του 1920. Τι συμβαίνει εβδομήντα χρόνια μετά; Εδώ στρέφω το βλέμμα μου σε δύο ποιητές του σήμερα και διαβάζοντάς τους[6], θα έλεγα πως μου είναι αρκετά ξεκάθαρο τι συμβαίνει εβδομήντα χρόνια μετά: πάλι ο Θεός της ποίησης κλείστηκε στην κιβωτό του παρέα με τα μονάκριβα αρσενικά του παιδιά.  

Παραμένοντας στο πέμπτο κεφάλαιο, η Woolf φαίνεται να παρατηρεί πια μία αύξηση των βιβλίων που έχουν γραφτεί από γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα:

[…] διότι τώρα γράφονται από γυναίκες σχεδόν όσα βιβλία γράφονται κι από άνδρες. Ή αν αυτό δεν είναι απολύτως αληθές, αν το ανδρικό φύλο είναι ακόμη το πιο φλύαρο, είναι βέβαιο ότι οι γυναίκες δεν γράφουν πια μόνο μυθιστορήματα. Υπάρχουν τα βιβλία της Τζέιν Χάρισον για την ελληνική αρχαιολογία· τα βιβλία της Βέρνον Λι για την αισθητική· τα βιβλία της Γερτρούδης Μπελ για την Περσία. Υπάρχουν βιβλία για κάθε λογής θέματα τα οποία, μια γενιά πριν, καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να είχε αγγίξει. Υπάρχει ποίηση και κριτική και θέατρο· υπάρχει ιστορία και υπάρχουν βιογραφίες, ταξιδιωτικά βιβλία, μελέτες και έρευνες· υπάρχουν ακόμα και μερικά βιβλία φιλοσοφίας, φυσικών επιστημών και οικονομικών (σελ. 173-174).

Και μεταφραστριών, θα προσθέσω. Κι αν αυτή την παρατήρηση την εξέφρασε η Woolf το 1928, τότε μπορούμε να βάλουμε με το νου μας πόσο έχει διογκωθεί ο αριθμός των γυναικών που γράφουν σήμερα μέσα από όλα τα είδη του λόγου. Παρόλα αυτά ξαφνιάζουν προτάσεις όπως η παρακάτω: «Οποιος διαβάσει Προυστ, Μέλβιλ ή Τολστόι μπορεί κατόπιν να αναζητήσει κι ένα βιβλίο ψυχολογίας, κοινωνιολογίας ή πολιτικής ή κάποια μελέτη για την ιστορία ή τη θεωρία της λογοτεχνίας ή για κάποιον άλλον από τους επιστημονικούς τομείς που θεραπεύουν […][7]». Σήμερα, λοιπόν, επιτηρείται και η ιδιότητα της αναγνώστριας. Και η ερώτηση βέβαια παραμένει: αν το 1928 ήταν εμφανής η παρουσία των γυναικών στην βιβλιογραφία της χώρας, σήμερα για ποιον λόγο είναι τόσο επίμονη η συντήρηση στερεοτύπων που δεν επιθυμούν ποτέ να ξεκαθαρίσουν μια κι έξω με την σκιά τους; Τα στερεοτυπικά φράκταλ μου θυμίζουν τα δάχτυλα που παίζουν με τα κέρματα: δεν ξέρεις τι έχει περισσότερο σημασία.

Κάτι το οποίο σαφώς απέφυγε περίτεχνα η Woolf. Και το απέφυγε ξανά με αλληγορίες.
Οι διακοπές έχουν αυτή τη χρήση στο Ένα Δικό της Δωμάτιο. Η Woolf αντί απλώς να αναφέρει όλα όσα έχουν γράψει οι άντρες για τις γυναίκες, διακόπτει τον εαυτό της και το νήμα της αφήγησης για να αντιστρέψει την προοπτική. Τώρα οι φοιτήτριές της (και εν δυνάμει και οι αναγνώστριες) παρατηρούν τους άντρες, ενώ μέχρι πρότινος ήταν αντικείμενα του ανδρικού πρίσματος και βλέμματος. Μέσα στο βιβλίο, διακόπτει κι άλλες φορές τον εαυτό της, με σκοπό να δείξει πώς οι διαφορετικές ιδέες και οι κοινωνικές επιφυλάξεις (όπως το να κρατούνται οι γυναίκες έξω από την Βιβλιοθήκη), μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο μία αφήγηση ερμηνεύεται και να αποκλείσουν ορισμένες ομάδες ανθρώπων από το να πούνε τις δικές τους ιστορίες ή να μετακινηθούν σε μία άλλη περιοχή, μακριά από το παρατηρούμενο αντικείμενο– σ’ αυτή του παρατηρητή.  Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου, η αφηγήτρια σταματά στη μέση μίας φράσης και λέει [χιουμοριστικά] «Με συγχωρείτε για την απότομη διακοπή. Σίγουρα δεν υπάρχουν άνδρες παρόντες;» (σελ. 178) Για να ολοκληρώσω όμως την θεωρία για τη σημασία και τη χρησιμότητα των διακοπών στο Ένα Δικό της Δωμάτιο και γιατί η Woolf επιλέγει να τις αντιμετωπίσει, είναι γιατί θέλει να ξαναγυρνάει συνεχώς με τον δικό της βιρτζινικό τρόπο σε αυτό που έχει πει από την πρώτη στιγμή και σε αυτό που επαναλαμβάνει σε όλο της το βιβλίο: για να γίνει μία γυναίκα [σπουδαία] συγγραφέας χρειάζεται ένα δικό της δωμάτιο, τον δικό της χώρο, που δεν θα την διακόψει κανένας και που θα είναι σε θέση να ρίξει όλη της την προσοχή στο γράψιμο. Έτσι, η διακοπή[8] ως προέκταση του βιρτζινικού συνειρμού, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι μία προέκταση του συμβόλου της ανεξαρτησίας.

Ένας ακόμη τρόπος που η Woolf, ενώ αναφέρεται και περιγράφει τα πατριαρχικά στερεότυπα, μένει απομακρυσμένη από αυτά και συνεπώς ψύχραιμη, είναι παρατηρώντας το σύμβολο - γάτα Μανξ. Η Μανξ, η γάτα χωρίς ουρά, που πρωτοεμφανίστηκε στο νησί Man της Ιρλανδίας και αναγνωρίστηκε επισήμως το 1920, είναι μία γάτα που γεννιέται χωρίς ουρά. Η Μανξ από το ’20 κι έπειτα θα είναι πάντα κολοβή. Αυτή τη γάτα «είδε» η Woolf:

να κοντοστέκεται καταμεσής στο γκαζόν σαν να απορούσε κι εκείνη με το σύμπαν, κάτι φαινόταν να λείπει, κάτι φαινόταν διαφορετικό. Τι όμως έλειπε, τι ήταν διαφορετικό; Αναρωτήθηκα, ακούγοντας την κουβέντα. Και για να απαντήσω στην ερώτηση αυτή έπρεπε να με σκεφτώ έξω από το δωμάτιο, στο παρελθόν, πριν από τον πόλεμο μάλιστα […] Όλα ήταν διαφορετικά. (σελ.41)

Τίποτα δεν είχε αλλάξει· τίποτα δεν ήταν διαφορετικό, μόνο που εδώ δεν άκουγα ξεκάθαρα αυτά που λέγονταν, αλλά τον ψίθυρο ή το ρεύμα πίσω τους. Ναι, αυτό ήταν – εκεί ήταν η αλλαγή. Πριν από τον πόλεμο σε ένα επίσημο γεύμα σαν αυτό οι άνθρωποι θα έλεγαν ακριβώς τα ίδια πράγματα αλλά θα ακούγονταν διαφορετικά […] (σελ. 42)

Τι έχουμε εδώ; Ο αποκλεισμός της γυναίκας για μια στιγμή αντιστρέφεται μέσα από την αφήγηση· η συμμετοχή της αφηγήτριας σε ένα μεικτού φύλου δείπνο περιγράφεται με μία ανέμελη και ρομαντική διάθεση, μέχρι να διακοπεί η ροή της αφήγησης με την εμφάνιση της γάτας Manx.
Η γάτα Manx θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντιπροσωπεύει την περίεργη ιδέα της αρρενωπότητας· χωρίς ουρά το πλάσμα αυτό φαίνεται περίεργο, πλησιάζει κάπως την ιδέα ενός άντρα που είναι κοντά στη θηλυκή πλευρά του και περιγράφεται ως καημένο που «ήταν πράγματι λίγο γελοίο στην όψη, έτσι χωρίς ουρά καθώς ήταν», ένα ζώο υπερβολικά οριζόντιο και μονόπλευρο που μπαίνει ξαφνικά στο οπτικό πεδίο για να διακόψει ξανά τη ροή της σκέψης και της αφήγησης:

Η σκέψη ανθρώπων να σιγομουρμουρίζουν τέτοια πράγματα σε επίσημα γεύματα προπολεμικά, ακόμα και ψιθυριστά, ήταν τόσο αστεία, που ξέσπασα σε γέλια. Και αναγκάστηκα να δώσω εξηγήσεις για το γέλιο μου δείχνοντας τη γάτα Μανξ, που το καημένο το ζώο ήταν πράγματι λίγο γελοίο στην όψη […] (σελ. 44)

            Λίγο πιο προσεκτικά και λίγο παραπάνω ενεργώντας στο κείμενο εκτός από το να το αναγιγνώσκουμε απλώς, θα βλέπαμε ότι η έποψη της καθαίρεσης της βικτωριανής αισθητικής από τη σύγχρονη της Woolf κοινωνία, βρίσκει και ονοματίζει τελικά τον πόλεμο ως αποτέλεσμα και πληροφορούμαστε μαζί με τις φοιτήτριές της, ότι με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, εγκαταστάθηκαν και νομιμοποιήθηκαν περισσότερο οι ρόλοι των δύο φύλων, με κυρίαρχο το φύλο που μπορούσε να προκαλέσει μαζικά τη βία· το εκπαιδευμένο, μορφωμένο, πλήρως ανορθολογικό αρσενικό. Κι αυτό ήταν σοκ για τις γυναίκες [τουλάχιστον στην αρχή· τουλάχιστον με τα βιρτζινικά μάτια τους], όπως μας πληροφορεί η Woolf. Άνδρες, υποτίθεται, υπεράνω βίας, με την κατανόηση – αν μη τι άλλο – του φυσικού κόσμου, έχοντας στη διάθεσή τους όλες τις Βιβλιοθήκες και τα γρασίδια του κόσμου κι όμως επιρρεπείς στο να ετεροπροσδιορίσουν τη βία στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής, ούτως ώστε να την προσδιορίσουν ως το βασικό μέρος της αρρενωπότητας.

Κι εδώ ας μου επιτραπεί να ανοίξω μία πικρή παρένθεση, αναφέροντας ότι, παρόλο που η Woolf έδειχνε απαισιόδοξη για ορισμένες πτυχές του μέλλοντος (όπως η ροπή του άνδρα στη βία, την εξουσία και η επίδρασή του στη λογοτεχνία), παράλληλα ποτέ δεν έκρυψε ότι ήταν αισιόδοξη για το μέλλον του κινήματος των δικαιωμάτων των γυναικών. Όπως και η γάτα Μανξ, η μεταπολεμική κοινωνία παραπαίει και γι’ αυτό πρέπει να εξοικειωθεί με τα συμπεράσματά της – πώς η κουλτούρα και η φιλοσοφία της την έφεραν ως εκεί[9]. Κλείνει η παρένθεση.

            Κλείνοντας, θα συμφωνήσω ότι όσο δυσάρεστο κι άνισο είναι για τη γυναίκα να «κλειδώνεται» απέξω από την ιστορία, άλλο τόσο είναι να εγκλωβίζεται εντός της. Ίσως τελικά, πέραν από κλειδαριές και πόρτες και σύρτες και αλυσίδες, αυτό που χρειάζεται καταρχήν είναι η δύναμη να σκέφτεται η καθεμία από εκείνην.
Γι’ αυτό αγαπητή Τζούντιθ, διάβαζε προσεκτικά, όταν διαβάζεις άνδρες. Γιατί μέσα στα γραπτά τους μπορεί να κρύβεται πατριαρχία αιώνων ριζωμένη.



Πρώτη δημοσίευση Περιοδικό Ο Αναγνώστης





[1] Κι επειδή μ’ αρέσουν τέτοιου είδους ειρωνείες, μία ακόμη που θα μπορούσα να μοιραστώ μαζί σας είναι εκείνα τα κείμενα που αφορούν την θεωρητικό και φιλόσοφο Hélène Cixous, όπου θα δούμε φράσεις μέσα τους όπως: «αναγνωρίστηκε από έναν άλλο Γάλλο φιλόσοφο, τον Ντεριντά ως σπουδαία φιλόσοφος της Γαλλικής Γραμματείας».
[2] Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερωδιός η ανθολογία «Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη» σε επιμέλεια Κατερίνας Καριζώνη.
[3] Αντλώ από την ιστοσελίδα της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς τα παρακάτω δημοσιευμένα για έναν διαγωνισμό τους: «Τα έργα πρέπει να είναι λογοτεχνικά, προσεγμένα στη γλώσσα, να εμπνέουν αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή και να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα», κι αναρωτιέμαι: μα αυτό δεν θα έπρεπε να ισχύει λίγο – πολύ για κάθε λογοτεχνικό έργο;
[4] Βλέπε Gilles Vincent.
[5] Δημητροπούλου Α.,  6/2/2018, Λιλή Ζωγράφου: Λογοτεχνία, γένους θηλυκού [διαθέσιμο στο] https://www.culturenow.gr/lili-zografoy-logotexnia-genoys-thilykoy
[6] Ζ.Δ. Αϊναλής, «Ένα Ποίημα τη Νύχτα», στο ψηφιακό περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3, Μάρτιος 2019 [διαθέσιμο:] https://www.hartismag.gr/hartis-3/klimakes/paizoyme-ena-poihma και Κ. Δεσποινιάδης, περιοδικό η Τρύπα, [διαθέσιμο:] https://periodikotrypa.wordpress.com/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B9/%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82/

[7] Το απότμημα είναι από το βιβλίο «Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας. Δοκίμιο για την ευδοκίμηση μιας μορφής αφηγηματικού λόγου» (2014) Στάμου Ε., εκδ. Gutenberg. Εντοπίζεται όμως και στο κείμενο μορφής άρθρου του Δημήτρη Γκιώνη «Λογοτεχνία γένους… θηλυκού» που δημοσίευσε η Εφημερίδα των Συντακτών (18.1.2015). Δεν ξέρω αν είναι ενδιαφέρον, όσο αμήχανο είναι, που κι αυτό το κείμενο είναι γραμμένο από γυναίκα.
[8] Η διακοπή είναι ένα επαναλαμβανόμενο τέχνασμα στα βιβλία της Woolf, για να δείξει την εισβολή της αρσενικής παρουσίας στο σύμπαν της γυναίκας που συνήθως περιγράφεται ως μόνη και απομονωμένη.
[9]  Η θέση της Virginia Woolf σχετικά με την αρσενική κουλτούρα της βίας έγινε ιδιαίτερα επίκαιρη μετά το θάνατό της και υπάρχει η συζήτηση στη λογοτεχνική κοινότητα σχετικά με το κατά πόσο η αυτοκτονία της σχετίζεται με την αίσθησή της για τον επικείμενο Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο (Hanley, Lynne. “Virginia Woolf and the Romance of Oxbridge”. The Massachusetts Review, 25 (4), 1984).



Βιβλιογραφία

[i] Toril, M., 2009. I am not a woman writer. About women, literature and feminist theory today, Eurozine [διαθέσιμο:] https://www.eurozine.com/i-am-not-a-woman-writer/
[ii] Μπερντ, Κ., 1972. Γεννήθηκα Γυναίκα. Πόσο κοστίζει η παρεμπόδιση της προόδου των γυναικών, Αθήνα: Πάπυρος, μτφ Μανώλης Κορνήλιος
[iii] Βλ. Καρολάιν Μπερντ, 1972, σελ. 144.

Αυτό το δωμάτιο δεν είναι δικό σου (α' μέρος)



Μέρος Α΄: Η Τζούντιθ δεν είναι εδώ

“The cage door had been opened
but the canary had refused to fly out”
~ Germaine Greer


            Για χρόνια υπήρχε μία μεγάλη παρανόηση στο μυαλό μου, που μου την είχε δημιουργήσει ο πίνακας της ζωγράφου Νεφέλης Σουλακέλλη. Ο συγκεκριμένος πίνακας με είχε επιβεβαιώσει, κατά έναν τρόπο, ότι το Ένα Δικό της Δωμάτιο υπήρχε· το σκουρόχρωμο σκηνικό ενός δωματίου, χαρτιά πεταμένα στο πάτωμα, μία γυναίκα ολομόναχη να απολαμβάνει τον ύπνο της και από πάνω με σφιχτό πινέλο A ROOM OF HER OWN. Αλλά αυτό, όπως είπα και στις πρώτες – πρώτες λέξεις μου, ήταν μία μεγάλη παρανόηση. Διότι στην Ελλάδα το βιβλίο “A Room of Ones Own” έχει μεταφραστεί ακριβώς όπως αναφέρεται στον τίτλο, φέροντας την υποδήλωση μαζί με τον τίτλο. Μέχρι πρότινος, αν έπεφτε στα χέρια ενός εβδομηνταπεντάρη το βιβλίο, Ένα Δικό σου Δωμάτιο θα διάβαζε. Το ίδιο κι ένας έφηβος. Το ίδιο και μία πενηντάρα που για χρόνια είχε το βιβλίο σε ένα από τα ράφια κι αποφάσισε να το διαβάσει. Μόνο που δεν είναι ένα δικό σου δωμάτιο… Και στο δικό μου νου δεν έχει να κάνει με μεταφραστική επιλογή. Έχει να κάνει με λεπτό χειρισμό. Με μία δικαίωση. Είναι σαν αυτό τον τίτλο να μπορούσε να τον πει  μ ό ν ο  η Virginia Woolf· από τη στιγμή που δεν είναι εδώ, πιο σωστά πρέπει όλες και όλοι μας να λέμε δικό της.

Έτσι λοιπόν συνειδητοποίησα ότι η μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη είναι η πρώτη μετάφραση στα ελληνικά που φέρνει τον τίτλο σε ευθεία γραμμή με το περιεχόμενο του βιβλίου. Το Ένα Δικό της Δωμάτιο έχει πλέον απεύθυνση, φτάνει στον προορισμό του ευθέως και ειλικρινώς, διότι το δικό σου παραμένει πάντοτε εξαρτημένο νοηματικά από ένα βλέμμα σε κάποια φοιτήτρια, ένα δάχτυλο που δείχνει σε ~ μία πρόταση που καταλήγει σε ~. Είναι απρόσωπο· ακόμη χειρότερα: είναι για τον καθένα. Και γι’ αυτό, αυτό που θα χρειαζόταν να υπογραμμιστεί, είναι πως το Ένα Δικό της Δωμάτιο κάποτε είχε τη μορφή διαλέξεων στις νεαρές φοιτήτριες του Newham και Girton, οι οποίες αργότερα έγιναν το κείμενο «Γυναίκες και Πεζογραφία» που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό Forum (Μάρτη 1929), σχεδόν παράλληλα με την τελική μορφή του βιβλίου όπως το ξέρουμε σήμερα[i]. Κάτι ακόμη ενδιαφέρον που έχει σχέση με την μεταφραστική επιλογή της Β. Τζανακάρη, είναι ότι το Ένα Δικό της Δωμάτιο κυκλοφορεί ενενήντα χρόνια  από την πρώτη δημοσίευσή του, το 1929.

Επομένως, υπάρχει ένα αχνάρι κι αυτό πιστεύω πως αναχωρεί με τον χρόνο και αφικνείται στην ιδέα να [ξανα]διαβαστεί το βιβλίο της Woolf. Όχι ως ιστορικό, αλλά ούτε κι ως ένα ακόμη βιβλίο της Woolf. Αλλά με τα γνωρίσματα και τα σκάμματα της δικής μας εποχής στην εποχή εκείνη. Κι αν εμείς είμαστε το μπρος κι η εποχή της Woolf το πίσω, τότε από τα μπρος προς τα πίσω. Μέχρι τώρα μου έδινε την εντύπωση πως αυτό το δικό σου είναι σαν την κολοβή αράχνη, που σε οδηγεί τρεμάμενα πότε προς τη μία μεριά της σπηλιάς και πότε προς την άλλη. Μία πιστή μετάφραση, σωστή αλλά και μεσοβέζικη.

Τώρα, αν ήμαστε ακόμα στο ίδιο βιβλίο κι αν πορευόμαστε στις ίδιες σελίδες, τότε κάπου εδώ είναι που η αφηγήτρια με αφορμή το θέμα «Γυναίκες και Πεζογραφία» που της είχε ανατεθεί να παρουσιάσει μέσα σε δύο διαλέξεις, βρίσκεται στην αμφιλεγόμενη περιοχή της Βιβλιοθήκης του Oxbridge, όπου και διώχνεται από το γρασίδι που καθόταν. Ο λόγος που την διώξανε είναι ότι είναι γυναίκα και στην περιοχή της Βιβλιοθήκης επιτρέπεται να βρίσκονται μόνο καθηγητές και φοιτητές κι εδώ συναντιόμαστε με την πρώτη αλληγορία της Woolf. Η θεσμική δύναμη της βιβλιοθήκης, το θολωτό κτίσμα – ο θόλος γεμάτος βιβλία, είναι, όπως περιγράφει η Fernald Anne [ii] στο βιβλίο της, η ψεύτικη υπόσχεση της πατριαρχικής εκπαίδευσης· η θολωτή δομή που δεν ανήκουν σε αυτήν οι γυναίκες. Που έμπρακτα τις αφήνει απέξω. Διαβάζουμε μάλιστα:

Μόνο καθηγητές και φοιτητές επιτρέπονται εδώ· η δική μου θέση είναι στα χαλίκια. (σελ.29)

            Θα λέγαμε, ότι η βιβλική γυναίκα πλησίασε για μία ακόμη φορά επικίνδυνα τη γνώση κι όπως τότε εκδιώχθηκε από τον Κήπο της Εδέμ, έτσι και στο βιβλίο, από το γρασίδι και τη Βιβλιοθήκη. Η γνώση ως ταμπού για τη γυναίκα. Θα ήθελα όμως να προεκτείνω λίγο ακόμα τον συμβολισμό ή για την ακρίβεια να τον κάνω πυκνότερο: το καθόλου γόνιμο χαλίκι, οι μικρές πετρούλες, η άβια ύλη που δεν νιώθει, δεν διαμαρτύρεται, δεν συμμετέχει στην εξέλιξη της ζωής – εκεί είναι που ανήκει η γυναίκα, μας λέει η Woolf, όχι στο γρασίδι. Βέβαια, λίγο να αφεθούμε στο βιβλίο και θα δούμε ότι ο χώρος κυριαρχεί στη σκέψη της Woolf[1] ως ο χώρος που ανήκει αλλά και που δεν ανήκει η γυναίκα, η ανεξαρτησία και το μέλλον μίας συγγραφέως μετουσιωμένα σε χώρο, ο χώρος της βιβλιοθήκης, ο χώρος της γνώσης, ο χώρος του δημόσιου βίου, ο χώρος της ερμητικής ιδιωτικής ζωής, ο κοσμικός χώρος των εμπειριών, η απομόνωση ως χώρος οριζόμενος. Όλα καταλήγουν στο δωμάτιο:

[…] πρέπει να σας ζητήσω να φανταστείτε ένα δωμάτιο, σαν χιλιάδες άλλα, με ένα παράθυρο που βλέπει πάνω από τα καπέλα των ανθρώπων, πάνω από τα φορτηγάκια και τα αυτοκίνητα, σε άλλα παράθυρα, και πάνω στο τραπέζι μέσα στο δωμάτιο ένα λευκό φύλλο χαρτί όπου είναι γραμμένο με μεγάλα γράμματα ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ και τίποτε άλλο. (σελ.67)

[…] και να δούμε τα σπίτια τους με τα σκοτεινά, στενόχωρα δωμάτια, για να συνειδητοποιήσουμε ότι καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να είχε γράψει ποίηση τότε. (σελ. 131)

Αλλά τι μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει τον εαυτό της; Αναρωτήθηκα, καθώς φαντάστηκα τη χλεύη και τα γέλια, τις φιλοφρονήσεις των κολάκων, τις επιφυλάξεις του επαγγελματία ποιητή. Θα πρέπει να είχε κλειστεί σε κάποιο δωμάτιο στην εξοχή για να γράψει […] (σελ.135)


Πιο κάτω στο βιβλίο (σελ. 147), η Woolf δικαίως προβληματίζεται με το γεγονός ότι ενώ οι ποιήτριες προϋπήρχαν λογοτεχνικά, τον 19ο αι. τα περισσότερα έργα γυναικών συγγραφέων ήταν και συνέχισαν για καιρό να είναι μυθιστορήματα. Κι εδώ το δωμάτιο είναι παρόν. Μέσα σε δυόμιση περίπου σελίδες παρουσιάζεται όλη η οντολογία του δωματίου, ή η κοινωνιολογική, αν θέλετε, εκτριβή της εποχής εκείνης που δίνεται τόσο καθαρά και στέκει ως συλλογιστική πορεία: το καθιστικό δωμάτιο της μεσαίας τάξης κατά τον 19ο αι. ήταν ένα και ήταν κοινό. Άντρες – γυναίκες – παιδιά – σύζυγοι – γαμπροί – εγγόνια ήταν όλοι σε ένα δωμάτιο. Η γυναίκα ακόμη κι αν είχε κάποιον χρόνο να γράψει, θα τον εκμεταλλευόταν για να γράψει παρουσία όλων. Άμα θέλετε, ακούγοντας τις συζητήσεις τους και μεταφέροντας τες στο μύθο, στο χαρτί. Σίγουρα όμως ο χρόνος της ήταν στενός και τραχύς κι αυτό που επέλεγε να γράψει ήταν πρόζες κι όχι άκαμπτη ποίηση, με τους αυστηρούς της χρόνους και τις αποκλειστικές της στιγμές.

Γι’ αυτό γίνεται λόγος για το Δωμάτιο. Εκεί θα βρει η συγγραφέας, σύμφωνα με  τη Woolf, τα εργαλεία όχι απλώς να ξεκινήσει τα ερεθίσματα και τις σκέψεις της να τα κάνει γραφή, αλλά και να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή της ως συγγραφέας.
            Για την Peggy Kamuf [iii] το βιρτζινικό δωμάτιο είναι το κλειδωμένο δωμάτιο της ιστορίας· ό,τι δεν μπορεί να διαβαστεί στη βιβλιοθήκη, εξαιτίας του ότι οι γυναίκες έχουν αποκλειστεί από τη (λογοτεχνική) ιστορία. Και σ’ αυτό ακριβώς το σκηνικό του αποκλεισμού [τους] θα έπρεπε από δω και στο εξής να δημιουργήσουν.

            Έτσι λοιπόν η γυναίκα πρέπει να έχει ένα δωμάτιο δικό της, για να μπορέσει μέσα σε αυτό να εντοπίσει, να εφεύρει, να ανασύρει το εγώ της. Το Δωμάτιο είναι η μεταφορά της γλώσσας – είναι κάτι παραπάνω από έναν χώρο που κλείνει με μία πόρτα. Είναι ο πολιτικός και πολιτισμικός χώρος της γυναίκας (μιας και οι άντρες έχουν καταλάβει το δημόσιο χώρο), το δημόσιο και το ιδιωτικό ταυτόχρονα, αλλά και ο τρόπος να διεισδύσουν σε χώρους που θεωρούνται αποκλειστικά ανδρικοί. Το Ένα Δικό της Δωμάτιο δεν έχει τόσο να κάνει με την υποχώρηση και τον εγκλεισμό της γυναίκας σε μία ιδιωτική θηλυκή σφαίρα, όσο με το ότι μιλάει τελικά για όλες αυτές τις διακοπές, την καταπάτηση και την παραβίαση των ορίων και των ψυχισμών. Κι εδώ δεν θα μπορούσα να μην μοιραστώ αυτή την εξαιρετική παρατήρηση από μεριάς της Woolf, ότι ίσως η Jane Austen να έγραφε πολύ καλύτερη λογοτεχνία, αν δεν είχε το συνήθειο να κρύβει τα γραπτά της κάθε φορά που υποπτευόταν την είσοδο κάποιου στο δωμάτιο της (Jane AustenfeMale Intruder).

Πιο πρόσφατα, το 1985, ο Έντουαρντ Σαΐντ είχε γράψει στο βιβλίο του «Οριενταλισμός» πως όταν οι άνθρωποι μιλάνε για κάποιον χωρίς να του δίνουν φωνή, γίνεται αυτός ο Άλλος[iv]. Αυτή η Άλλος επιτηρείται σχεδόν σε κάθε μικρή πτυχή της ζωής της. Αν υπολογίσουμε ότι για μία μεγάλη περίοδο η γυναίκα δεν φοιτούσε δημόσια, αλλά τις περισσότερες φορές οικιακά και με μία ύλη που περιείχε η σπιτική βιβλιοθήκη[2], τότε θα εντοπίσουμε την πρώτη ίσως ανισότητα στο θέμα που αφορά και την Woolf. Μονόπλευρη γνώση, που θα την φέρει σε επαφή με τα μεγάλα αντρικά ονόματα της ιστορίας. Σαν να διαβάζει πάντα τη μία σελίδα· σελίδα, παρα-σελίδα. Η εξαίρεση της γυναίκας αρχίζει να γίνεται στο πέρασμα του χρόνου μη κυριολεκτική, να φαντάζει στο νου σχεδόν ως αποχή. Θα μπορούσε να ήταν ποτέ δυνατόν στην ιστορία [της τέχνης] η γυναίκα να ενυπάρχει μοναχά ως αντικείμενο κι όχι επίσης ως το ίδιο το υποκείμενο που μιλά, περιγράφει, παρουσιάζει; Αν θέλετε, αυτό ακριβώς τόνισε η Woolf στο Ένα Δικό της Δωμάτιο: είναι πυρηνικό και σημαντικό να μπορούμε να εξετάσουμε και να υπολογίσουμε τα μέσα που έχει στη διάθεσή της η γυναίκα κι όχι τις ικανότητές της. Επίσης, ενώ ο άνδρας έχει όλη την ελευθερία μέσα από τα άπειρα δημιουργήματα της τέχνης[3] να παρουσιάσει, να περιγράψει, να αναλύσει, να κρίνει την γυναίκα, εντούτοις η γυναίκα δεν έχει επιλέξει ακόμα να το κάνει αυτό – σε σχέση με τον αριθμό των γυναικών που γράφουν – για τον άντρα. Κι ακόμα όταν επιμένει να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως μέσο αυτοέκφρασης, εκεί ακριβώς είναι που κατηγορείται για écriture féminine. Που από τη μία, το μέσο αυτό το χειρίζεται πολύ άγαρμπα και με ένα νηπιακό δυναμισμό, γιατί επιβλέπεται από το πατριαρχικό σύνολο και δημιουργεί με οδηγό τα αισθητήριά του κι από την άλλη, όταν επιχειρεί το μέσο αυτό να το κάνει έμφυλο όπλο, έστω και σαθρό, εκεί την περιμένει στην γωνία η Virginia Woolf αυστηρότατη, κουνώντας επικριτικά το δάχτυλο. Εδώ είναι που αδυνατώ να καταλάβω πώς γίνεται να μην δίνει, για παράδειγμα, ελαφρυντικά στην Charlotte Brontë, να μην κατανοεί την πικρία αυτής της τόσο έξυπνης και σπουδαίας συγγραφέως, που στην εποχή της ακόμη κι ένα μέτριο σονέτο θα είχε μεγαλύτερη απήχηση από τα γραπτά της και την ίδια στιγμή με κάνει να αναρωτιέμαι αν θα επέλεγε να μιλήσει έτσι για άνδρες συναδέλφους της (δεν είναι άλλωστε κοινό μυστικό ότι στις γυναίκες ήμασταν και θα είμαστε πολύ πιο αυστηροί μαζί τους[4];).

            Αν με ρωτάτε όμως, θα έλεγα ότι και η Woolf είναι θυμωμένη. Είναι θυμωμένη όταν ζωγραφίζει το σκίτσο εκείνου του Καθηγητή Χ, που αμέσως με περίτεχνο τρόπο βιάζεται να μας πει πως: «δεν είμαι εγώ θυμωμένη, ο Καθηγητής Χ είναι θυμωμένος και η ύπαρξη του μου προκαλεί αυτό το συνειρμό» και πάει λέγοντας. Οι βιρτζινικοί συνειρμοί όμως δεν πιάνουν πάντα. Γι’ αυτό και κρύβει το θυμό της μέσα στην διάχυτη ειρωνεία και σάτιρα που υπάρχουν απολαυστικά στο βιβλίο. Έπρεπε να ειρωνευτεί για να κρύψει το πόσο περιορισμένη αισθάνθηκε όταν ήρθε σε θέση να μιλήσει για πρώτη φορά για τις διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, ξέροντας ότι θα την έπαιρναν σοβαρά υπόψη ορισμένες γυναίκες μονάχα. Η ακραία ειρωνεία του δεύτερου κεφαλαίου δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αποδόμηση του ακαδημαϊκού κόσμου που κυριαρχείται από τους άνδρες. Το ότι πήγε να αναζητήσει την αλήθεια και παρατήρησε τελικά ότι αυτά που παρουσιάζονταν δεν ήταν γεγονός: «είχαν γραφτεί στο κόκκινο φως του συναισθήματος και όχι στο άσπρο φως της αλήθειας». Έτσι το «Γυναίκες και Πεζογραφία» έγινε «Άντρες και γυναίκες» - έγινε θυμωμένη αλήθεια. Όλη η αλήθεια απέκτησε πρόσωπο και όνομα. Και το όνομα της είναι Τζούντιθ. Τζούντιθ Σαίξπηρ… η [άγνωστη] αδερφή του [γνωστού] δραματουργού που μέχρι και σήμερα (2019) θα τον δεις με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε κάθε γωνιά της πόλης. Η Woolf μέσα από τη Τζούντιθ περιγράφει μία ολόκληρη κόλαση ζωή. Δεν αρκούσε που ήταν η μονάκριβη του πατέρα της, δεν αρκούσε που ήταν εξίσου ταλαντούχα με τον αδερφό της, δεν αρκούσε που είχε όνειρα, δεν αρκούσε ούτε που επεδίωξε τα όνειρά της να τα πραγματοποιήσει. Τα πάντα συνθλίφτηκαν υπό το βάρος του φύλου της. Ο αδερφός της κληρονόμησε το παλάτι, εκείνη το σκοτεινό αμπάρι, που φυλάει ο άνθρωπος όλα όσα φοβάται μην χαλάσουν. Το βιρτζινικό εργαλείο Τζούντιθ χρησιμοποιείται ως καμπανάκι στη βαριά αυτή κληρονομιά της γυναίκας που στερείται υλικών και κοινωνικών συνθηκών. Τονίζει την ανάγκη για αμοιβαία σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας, του εγγενούς και του εξωγενούς, του πνευματικού και του υλικού. Χωρίς να υπάρχει ισορροπία μεταξύ αυτών των πόλων, μας λέει, η κατάσταση θα είναι πάντοτε σε κατάσταση διαταραχής όπως φαίνεται στην περίπτωση Τζούντιθ και η κατάληξη θα είναι πάντοτε ο αφανισμός.
Εδώ ας μου επιτραπεί να δανειστώ τον όρο που είχε χρησιμοποιήσει η Elfriede Jelinek[v], την «πολιτισμική περιφρόνηση» με την οποία αντιμετωπίζεται η γυναίκα. Η όποια καλλιτεχνική εργασία υπόκειται σε ανδρικά αξιολογικά κριτήρια. Σε άλλες περιπτώσεις, πιθανότατα και να εξαφανίζεται από το πεδίο των αναγνωστών, των συγγραφέων, των κριτικών, των θεατών κοκ, όπως εξαφανίζεται ένα μυρμήγκι ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα. Η Ingeborg Bachmann πρωτίστως ήταν μία όμορφη γυναίκα – τολμώ μάλιστα να πω πως από ελάχιστες και ελάχιστους έγιναν κατανοητά τα γραπτά της· η Τζούντιθ-Bachmann κάηκε. Η Sylvia Plath έχωσε το κεφάλι στο φούρνο για να μην της το συνθλίψει η κατάμαυρη μπότα, καταπώς θα λέγαμε τότε. Η Jelinek αναφέρει και μία άλλη συγγραφέα, τη Marie Louise Fleisser που το έργο της εντοπίστηκε από τον Μπρεχτ, στη συνέχεια περιφρονήθηκε, παραμελήθηκε και ως εκ τούτου έπαψε να υπάρχει, με την ίδια να αναγκάζεται να πουλάει μέχρι το τέλος της ζωή της πούρα στο επαρχιακό μαγαζάκι του άνδρα της. Η Emily Brontë, θα πω εγώ, έγινε η περίεργη της γειτονιάς. Η Ingrid Jonker οδήγησε τον εαυτό της στη θάλασσα. Η Τζούντιθ-Bachmann, η Τζούντιθ-Plath, η Τζούντιθ-Fleisser, η Τζούντιθ-Jonker … και ακόμη τόσες Τζούντιθ γνωστές και άγνωστες που συνθλίφτηκαν από οξυμένη ευαισθησία, περιφρονημένες ως δημιουργοί κι ως σώμα.






[1] Γενικότερα, οι χαρακτήρες της Woolf παρακολουθούν τον κόσμο, τον δρόμο ή την εξοχή μέσα από τα παράθυρα, μέσα από ένα μονοκυάλι σε ένα καφενείο, σε αμαξίδια τρίτης κατηγορίας, από την κορυφή ενός λεωφορείου, από το αεροπλάνο, στις ταινίες, τις γκαλερί τέχνης και τις φωτογραφίες εφημερίδων (Ferald, 2006: 112).

[2] Αυτήν ακριβώς τη μόρφωση της είχε προσφέρει και ο Leslie Stephen, ο πατέρας της Virginia Woolf.
[3] Η μουσική ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο, γιατί η μουσική βρίσκεται σε μία άλλη διάσταση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ίσως να είναι και η μόνη τέχνη που το παραχθέν δεν κατασκευάζει  άντρες – γυναίκες.
[4] Η Mary Ann Evans είχε γράψει τα Ανόητα Γυναικεία Μυθιστορήματα, όπου μέσα στο βιβλίο λοιδορεί τα μυθιστορήματα γυναικών της εποχής της. Θα βρίσκαμε άραγε στο συρτάρι της ποτέ κι ένα ανάλογου σκεπτικού βιβλίο για ανόητα αντρικά μυθιστορήματα;



Βιβλιογραφία

[i] Briggs, J., 2005. Virginia Woolf An Inner Life, London, Allen Lane
[ii] Ferald, E.A., 2006. Virginia Woolf, Feminism and the Reader, Palgrave Macmillan
[iii] Kamuf, P., 1982. Penelope at Work: Interruptions in "A Room of One's Own", NOVEL: A Forum on Fiction 16 (1) pp. 5-18
[iv] Said, W.E., 1996. Οριενταλισμός. Η πιο προκλητική σύγχρονη μελέτη – Μία έντονη πολεμική της αντιμετώπισης που παραδοσιακά επιφυλάσσει η Δύση στην Ανατολή, Αθήνα: Νεφέλη, μτφ Φώτης Τερζάκης
[v] Γέλινεκ, Ε., 2009. Εκ Βαθέων. Συνομιλία με την Κριστίν Λεσέρ, Αθήνα: Εκκρεμές, μτφ Βαγγέλης Μπιτσώρης