Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Δυστοπικές σκέψεις [για την ποίηση]




Όποιος διαβάζει ποίηση των ημερών μας σε αυτή την χώρα νιώθει όπως ο ταραγμένος πολίτης που βγαίνει έξω μία ηλιόλουστη ημέρα και συνειδητοποιεί ότι ο διαβάτης που μόλις τον προσπέρασε φορούσε αδιάβροχο πανωφόρι∙ ο γείτονας κρατάει ομπρέλα∙ ένα ταξί που περιμένει στην άκρη του δρόμου κουνάει τους ηλιοκαθαριστήρες∙ στη στάση λεωφορείων τα κορίτσια φοράνε γαλότσες και κρατάνε τις ομπρέλες κι εκείνος αρχίζει τελικά και αναρωτιέται, παρόλο που το βλέπει ξεκάθαρα: σήμερα είναι μία ηλιόλουστη μέρα.   


Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Α. Αλεξάνδρου - Το μαχαίρι



Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό
και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν
κι οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς
άπ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Ένας στίχος για το Φθινόπωρο




Το Φθινόπωρο είναι μια μύγα
που γυροφέρνει το κρανίο του Κάφκα.


~ Άρπισμα Όγδοο, Λίνα Πετρίτση
   Αρπίσματα (2015), εκδόσεις Ενδυμίων 


Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Αργύρης Χιόνης - Ο Εσωφάγος

Μνήμη Γιώργου Κ. Καραβασίλη



Ο Εσωφάγος είναι ένα ελάχιστο, αδηφάγο, αειφάγο τέρας, κάτι σαν σαράκι, αλλά πολύ πιο ύπουλο, πολύ πιο επικίνδυνο. Για να γίνω σαφέστερος, ενώ το σαράκι τρώει μόνο ξύλα και, τρώγοντάς τα, κάνει τόσο θόρυβο που είναι πολύ εύκολο να εντοπισθεί και ν’ αντιμετωπισθεί, ο εσωφάγος είναι παμφάγος και εντελώς αθόρυβος, δηλαδή μη εντοπίσιμος και αντιμετωπίσιμος. Τρυπώνει ύπουλα παντού, μέσα σε ξύλα, σίδερα, πέτρες, γυαλιά κι ανθρώπους, και κάνει τη δουλειά του, τη φρικτή δουλειά του, αργά αργά και συστηματικά και με μια τεχνική εντελώς πανούργα. Κατ’ αρχάς, για να εισχωρήσει μες στα θύματά του απαρατήρητος, ποτέ καινούργια τρύπα δεν ανοίγει, αλλά χρησιμοποιεί ήδη υπάρχουσες εισόδους όπως αστοκάριστες οπές από καρφιά ή βίδες, ανεπαίσθητες ουλές από σκουριά, ελάχιστες ρωγμές ή ραγισματιές, ένα σπυρί σπασμένο, ένα κακοσφραγισμένο δόντι… Ύστερα, εντός του θύματός του πλέον, αρχίζει να το αδειάζει, από μέσα, λίγο λίγο, ανεπαίσθητα σχεδόν, αφήνοντας ωστόσο, μέχρι τέλους, ανέπαφο το γενικό περίβλημα, το κέλυφος. Κι εδώ αρχίζει η τραγωδία. Γυρίζεις ένα βράδυ σπίτι σου, λιγάκι μεθυσμένος ίσως, και βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά κι η κλειδαριά υποχωρεί και πέφτει αθόρυβα στο δάπεδο και το κλειδί σου μένει απορημένο μέσα σε μια υπερμεγέθη τρύπα κι ακουμπάς την πόρτα, δεν τη σπρώχνεις, απλώς την ακουμπάς, κι η πόρτα σωριάζεται αθόρυβα στη γη, κι εσύ, όχι ζαλισμένος από το πιοτό, αλλά απ’ όσα ανήκουστα συμβαίνουνε μπροστά σου, απελπισμένα αναζητάς έν’ αποκούμπι και γέρνεις ώμο και κεφάλι στον παραστάτη της εισόδου κι ο παραστάτης καταρρέει και το σπίτι ολόκληρο αφανίζεται αθόρυβα, χωρίς ούτε ένα κρακ, σαν ν’ άδειασε κανείς από ψηλά ένα σακί αλεύρι, σκόνη, μονάχα σκόνη που, όταν κατακάθεται, αποκαλύπτει έν’ άδειο οικόπεδο εκεί που ήτανε το σπίτι σου πριν λίγο.

Όλες αυτές οι πολυκατοικίες, όλοι αυτοί οι ουρανοξύστες, που φτιάχτηκαν για πάντα και καταρρέουν μ’ ένα τίποτε, μ’ ένα σεισμό μονάχα δύο Ρίχτερ, έχουν διαβρωθεί από αυτό το απεχθές, αυτό το ύπουλο ζωύφιο.

Το τραγικότερο όλων όμως είναι να συναντάς στο δρόμο φίλο σου, φίλο αγαπημένο που έχεις χρόνια να τον δεις, και με λαχτάρα να τον αγκαλιάζεις και να ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι αγκάλιασες το τίποτε, αφού αμέσως σκόνη γίνεται, σκόνη που την τινάζεις απ’ τα ρούχα σου και συνεχίζεις να βαδίζεις μέσα σ’ αυτό τον εφιάλτη που λέγεται ζωή, αλλ’ είναι, στην ουσία, το βασίλειο του εσωφάγου.




[Όντα και μη όντα, 2006]

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Ένα κλουβί βγήκε να βρει ένα πουλί



Η οικογένεια Κάφκα πήρε το όνομα της από το πουλί Choucas, το οποίο η οικογένεια του το είχε και ως έμβλημα στο εμπορικό μαγαζί της. 
Πιο κάτω ακολουθούν δύο αποσπάσματα που ο Κάφκα και το Choucas γίνονται ένα.


~ * ~

Πολυαγαπημένε Κάφκα,
Θα σου φαίνεται περίεργο που σε αποκαλώ με το επώνυμό σου. Είναι γιατί ένας κόρακας μόλις πέρασε από το μικρό κομμάτι ουρανού που βλέπω από το κρεβάτι μου, χαρίζοντας μου μία στιγμή έντονης χαράς. 
Το πουλί αυτό είναι ελεύθερο, το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν υπάρχει γι'αυτό. 
Μήπως ήσουν εσύ που μου έστειλες ένα σημάδι; 
Κάφκα, στα τσέχικα, σημαίνει κορακίας.
Σε λίγο θα είμαι κι εγώ ελεύθερη. 

Γράμμα της Μίλενα Γιεσένκα στον Φραντς Κάφκα. Πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τον Μάιο του 1944. 


~ * ~

Ο Φραντς Κάφκα εξήντα τρία χρόνια
τώρα μες στον τάφο του
δεν λέει ακόμα να ησυχάσει.
Κάθε βράδυ βγαίνει

και δεν γνωρίζει πια αυτή την Πράγα.
Ρωτάει για κάποιον Κάφκα
δεν τον γνωρίζουμε, λένε
για έναν Κάφκα-πουλί που έζησε εδώ
και πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ρωτάει.

Όχι του λένε ο Choucas το πουλί 
έχει χρόνια πολλά να φανεί σ’ αυτή
την πόλη και άι στο διάβολο, του λένε.

Μ. Σαχτούρης, Ακόμα για τον Κάφκα, Καταβύθιση (1990)



Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Α. Παράσχος - Αλλού να μ'αγαπάς



[...]

Παντού υπάρχει θάνατος, εδώ να μ΄αγαπάς…
Εδώ, εδώ! πριν την ζωήν ο θάνατος μαράνη
και φθινοπώρου πριν ιδής ημέρας σκυθρωπάς.
Ταχύτερον ο έρως σου ο μέγας θ΄αποθάνη.
Πολύ πριν παύση η ζωή, θα παύσης ν΄αγαπάς…

[...] 


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Keith Arnatt - Trouser_Word Piece


To 1972, o Keith Arnatt φωτογραφίζει τον Keith Arnatt. Τη φωτογραφία του τη βάζει δίπλα σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Sense and Sensibilia" του φιλοσόφου της γλώσσας J. L. Austin. "ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ" γράφει η πινακίδα. Η ευφυΐα του Arnatt κι ο νοών νοείτω.  



Είναι κοινή σκέψη και τολμώ να πω κοινή σκέψη ορθώς, ότι αυτό που μπορεί κανείς να ονομάσει καταφατική χρήση ενός όρου είναι βασική - ότι, για να καταλάβουμε το «x», πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι να είναι x ή να είναι ένας x, και ότι γνωρίζοντας αυτό μας λέει τι δεν είναι να είναι x, τι δεν είναι ένας x. Αλλά με τη συνθήκη "πραγματικός"
              Είναι η αρνητική χρήση που κυριαρχεί *.Δηλαδή, μια οριστική αίσθηση συνδέεται με τον ισχυρισμό ότι κάτι είναι πραγματικό, ένα πραγματικό τέτοιο - και - τέτοιο, μόνο υπό το φως ενός συγκεκριμένου τρόπου, στον οποίο θα μπορούσε να μην είναι ή να μην ήταν πραγματικός. «Μια πραγματική πάπια» διαφέρει από την απλή «μία πάπια» μόνο στο ότι χρησιμοποιείται για να αποκλείσει διάφορους τρόπους να μην είναι πραγματική μία πάπια - αλλά ένα ανδρείκελο, ένα παιχνίδι, μία εικόνα, ένα δόλωμα κτλ. - και επιπλέον δεν ξέρω ακριβώς πώς να αντιληφθώ τον ισχυρισμό ότι είναι μία πραγματική πάπια, εκτός αν ξέρω ακριβώς τι σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ομιλητής είχε στο μυαλό να αποκλείσει.

(Η) συνθήκη «πραγματικός» είναι όχι για να συνεισφέρει θετικά στον χαρακτηρισμό του οτιδήποτε, αλλά να αποκλείσει τους πιθανούς τρόπους να μην είναι πραγματικό - και αυτοί οι τρόποι είναι και οι δύο πολυάριθμοι για συγκεκριμένα είδη πραγμάτων και είναι πιθανό να είναι αρκετά διαφορετικοί για πράγματα διαφορετικών ειδών. Είναι αυτή η ταυτότητα της γενικής συνθήκης συνδυαζόμενη με τεράστια ποικιλομορφία σε συγκεκριμένες εφαρμογές, που δίνει στον κόσμο το «πραγματικό» το εκ πρώτης όψεως αινιγματικό χαρακτηριστικό του να μην έχει ούτε ένα ενιαίο νόημα που δεν αποτελεί ασάφεια προς το παρόν, μια σειρά διαφορετικών σημασιών. 



* Στο κείμενο του Austin χρησιμοποιείται ο αγγλικός ιδιωματισμός wear the trousers, που χρησιμοποιούνταν κυρίως για τις γυναίκες που είχαν τον πρώτο λόγο σε μία σχέση. Ο Arnatt αυτοσαρκάζεται  και μ'αυτό: στη σύνθεση δίνεται η ονομασία "Trouser - Word Piece".