Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Τζαζ (μέρος α'): ως μία εκ των καλών δολοφονιών





Διαβάζοντας το βιβλίο του Geoff Dyer "Κι όμως, Όμορφα...", αφού άκουσα πρώτα ένα - δύο επεισόδια του βιβλίου κάποια απογεύματα ή κάποια βράδια στο Τρίτο Πρόγραμμα και αφού ταξίδεψα για 239 σελίδες στην Νέα Υόρκη, στους δρόμους, στα κίτρινα και πράσινα φώτα, στα σκοτεινά καπέλα και τα σπασμένα γυαλιά ακριβώς εκεί που ζούνε τα σπασμένα γυαλιά, στις νότες της τρομπέτας, του σαξόφωνου, και του μπάσο, στους ρυθμούς και το πεσμένο αλκοόλ στον άνθρωπο, στάθηκα στο τέλος του βιβλίου, εκεί που ο G. Dyer αφήνει την εξαιρετική μυθιστορία του και γίνεται ένας υπομονετικός και παρατηρητικός - ένας βαθύς γνώστης των μουσικών της τζαζ, με το δοκίμιό του. Ορισμένες ενότητες τις μεταφέρω σε μέρη εδώ.  

Οι υποσημειώσεις είναι δικές μου. 




~ * ~


ΠΑΡΑΔΟΣΗ 
ΕΠΙΡΡΟΕΣ 
ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ


Στα μισά μιας μακριάς ή στα τέλη μιας σύντομης ζωής
ΓΙΟΖΕΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ



O Chet Baker φωτογραφημένος το
1986, δύο χρόνια πριν "πεθάνει"

[…] Όποιος ενδιαφέρεται για την τζαζ δεν αργεί να νιώσει απορία για τις μεγάλες απώλειες μεταξύ των μουσικών της. Ακόμη και κάποιος που δεν τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει σίγουρα ακούσει για τον Τσετ Μπέικερ, που έχει γίνει το αρχέτυπο του καταδικασμένου τζαζίστα, για την κατάρρευση του αλλοτινά καλοφτιαγμένου προσώπου του, που αποτέλεσε βολική έκφραση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ τζαζ και εθισμού στα ναρκωτικά. Φυσικά αμέτρητοι μαύροι – και μερικοί λευκοί – τζαζίστες πιο προικισμένοι από τον Τσετ έζησαν απείρως τραγικότερη ζωή [1] (αν μη τι άλλο ο Τσετ μπόρεσε να ζήσει στη σκιά του θρύλου του).




Charles Mingus / enough alcohol
 to put down an elephant...
Ουσιαστικά όλοι οι μαύροι μουσικοί υπήρξαν θύματα φυλετικών διακρίσεων και κακομεταχείρισης (ο Αρτ Μπλέικι, ο Μάιλς Ντέιβις και ο Μπαντ Πάουελ είχαν πέσει και οι τρεις θύματα άγριου ξυλοδαρμού από την αστυνομία). Αν ο Κόλμαν Χόκινς και ο Λέστερ Γιανγκ, που μεσουράνησαν τη δεκαετία του 1930, κατέληξαν αλκοολικοί, η γενιά των μουσικών που σφράγισαν την επανάσταση της μπίμποπ τη δεκαετία του 1940 και παγίωναν την ανάπτυξή της τη δεκαετία του 1950 έπεσε θύμα μιας πραγματικής επιδημίας εθισμού στην ηρωίνη. […]  Το δρόμο προς τις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων, αν και πολύ πιο δύσβατος, τον διάβηκαν επίσης αρκετοί. Ο Μονκ, ο Μίγνκους, ο Γιανγκ, ο Πάρκερ, ο Πάουελ, ο Ρόουτς – τόσες από τις κυρίαρχες μορφές του ’40 και του ’50 υπέστησαν κάποιο είδος νευρικού κλονισμού, και δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να θεωρήσει κανείς και την κλινική Μπέλβιου ένα σπίτι της σύγχρονης τζαζ εφάμιλλο με το Μπέρντλαντ.

Οι φοιτητές της λογοτεχνίας είθισται να βλέπουν στον πρόωρο θάνατο του Σέλεϊ και του Κιτς, στην ηλικία των τριάντα και των είκοσι έξι ετών αντίστοιχα, την πραγμάτωση των τραγικών όρων της ρομαντικής αγωνίας. Στον Σούμπερτ, επίσης, βλέπουμε τον χαρακτηριστικό τύπο του ρομαντικού ταλέντου, που αναλώνεται καθώς ανθίζει. Και στους τρεις, υπονοείται πως ο πρόωρος θάνατος είναι συνθήκη της δημιουργικότητας. Αισθάνθηκαν ότι ο χρόνος τέλειωνε και το ταλέντο τους έπρεπε να καρποφορήσει στη διάρκεια μερικών σύντομων χρόνων, αντί να ωριμάσει σταθερά επί τρεις δεκαετίες.

Lester Young 

Για τους τζαζίστες της εποχής της μπίμποπ, το να φτάσουν στη μέση ηλικία αρχίζει να φαντάζει σαν όνειρο μακροβιότητας. Ο Τζον Κολτρέιν πέθανε στα σαράντα. Ο Τσάρλι Πάρκερ στα τριάντα τέσσερα. Προς το τέλος της ζωής τους, και οι δύο έλεγαν ότι μουσικά δεν ήξεραν πού αλλού να πάνε. Πολλοί άλλοι πέθαναν είτε στο απόγειο των δυνατοτήτων τους ή πριν ακόμη εκφραστεί πλήρως η δυναμική του ταλέντου τους. Ο Λι Μόργκαν πέθανε στα τριάντα τρία (πυροβολήθηκε την ώρα που έπαιζει σ’ ένα κλαμπ), ο Σόνι Κρις αυτοκτόνησε στα τριάντα εννιά, ο Όσκαρ Πέτιφορντ πέθανε στα τριάντα επτά, ο Έρικ Ντόλφι στα τριάντα έξι, ο Φατς Ναβάρο στα είκοσι έξι, ο Μπούκερ Λιτλ και ο Τζίμι Μπλάντον στα είκοσι τρία[2][3]. […]

Charlie Parker 

Δεδομένου του τρόπου ζωής – αλκοόλ, ναρκωτικά, άνιση μεταχείριση, κοπιαστικά ταξίδια, εξουθενωτικά ωράρια – είναι αναμενόμενος ένας μέσος όρος ζωής μικρότερος απ’ ό,τι για κάποιον που ακολουθεί ένα πιο συντηρητικό μονοπάτι στη ζωή του. Μολαταύτα, η ζημιά που υπέστησαν οι τζαζίστες είναι τέτοια ώστε διερωτάται κανείς αν υπάρχει κάτι άλλο, κάτι στην ίδια την τέχνη, που απαιτεί ένα φριχτό τίμημα από τους δημιουργούς της. Το ότι το έργο των αφηρημένων εξπρεσιονιστών κατά κάποιον τρόπο τους ώθησε στον αυτοαφανισμό  ο Ρόθκο έκοψε τις φλέβες του πάνω στον καμβά, ο Πόλοκ έπεσε μεθυσμένος με το αυτοκίνητο πάνω σ’ ένα δέντρο  - είναι κοινός τόπος στην ιστορία της τέχνης. Στη λογοτεχνία της ίδιας περιόδου η ιδέα ότι κάποια αδυσώπητη λογική στην ποίηση της Σίλβια Πλαθ την εξώθησε στην αυτοκτονία, ή ότι η παράνοια του Ρόμπερτ Λόουελ και του Τζον Μπέριμαν αποτελούσε – για να δανειστούμε τον τίτλο της μελέτης του Τζέρεμι Ριντ πάνω στο θέμα αυτό – «το τίμημα της ποίησης», είναι και αυτή το ίδιο πειστικά οικεία. Ό,τι κι αν πιστεύουμε για τις ιδέες αυτές, ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και η «εξομολογητική» ποίηση είναι απλώς ιντερλούδια στην ευρύτερη χρονική κλίμακα της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης. Τι γίνεται τότε με την τζαζ, η οποία από τις απαρχές της μοιάζει να προκαλεί την καταστροφή όλων των μουσικών της; Ο Μπάντι Μπόλντεν, ο οποίος θεωρήθηκε ο πρώτος τζαζίστας παγκοσμίως, τρελάθηκε κατά τη διάρκεια μιας παρέλασης και πέρασε τα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του σε ψυχιατρικό άσυλο. «Ο Μπόλντεν τρελάθηκε» είπε ο Τζέλι Ρολ Μόρτον, «γιατί μαζί με τον αέρα που φυσούσε μέσ’ απ’ την τρομπέτα έβγαλε και τα μυαλά του».








Dyer, J., Κι όμως, όμορφα..., μτφ Στεφάνου Δανάη, Αθήνα: Πάπυρος, 2008, σελ. 256 - 259 






[1] Εδώ στο βιβλίο αναφέρονται τα ονόματα του Χέρμπι Νίκολς, που πέθανε στα πενήντα του χρόνια από λευχαιμία και του Τζο «Κινγκ» Όλιβερ – ο άνθρωπος που επηρέασε και δίδαξε τον Λουίς Άρμστρονγκ - που πέθανε στα πενήντα έξι τόσο φτωχός που δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την αρτηριοσκλήρωση που είχε.

[2] Μα ακόμα και οι Μπητ καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν και ως προσωπικότητες, αλλά και ως λογοτέχνες αποτυπώνοντας τους ρυθμούς της μπίμποπ στα γραπτά τους, είχαν βραχύβια ζωή: Ο Τζακ Κέρουακ ο συγγραφέας που λάτρεψε όσο κανείς άλλος την τζαζ, πέθανε (αυτοκτόνησε αργά και επίμονα) στα σαράντα επτά του από αιμορραγία στομάχου από το πολύ αλκοόλ. Ενώ ο Νιλ Κάσαντυ ο άνθρωπος – επιρροή όλη της Μπητ Γενιάς, ακούραστος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ακούραστος γενικότερα, βρέθηκε στα σαράντα ένα του τελικά νεκρός, πού αλλού; Σε σιδηροδρομικές ράγες.


[3] Να το πάω παραπέρα; Η Έμιλυ Ρέμλερ (μα υπάρχουν γυναίκες που έπαιζαν τζαζ;;;) μία κιθαρίστρια της τζαζ με την καθιερωμένη σχέση της με την ηρωίνη, πέθανε το 1990 από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία τριάντα δύο ετών.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Συνάντηση για την ποίηση [για καλό σκοπό!]











Ω΄

Και θα σε ξεχωρίσει ο Θεός από τα υπόλοιπα
παιδιά του

Έλεγες

Σαν σε βαγόνι επισκευής που πάει
να καταρρεύσει

Έλεγες

Σαν έναν κυνηγό με πτώματα στα χέρια



~ * ~ 


ΑΝΘΕΜΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ

Συλλέκτες της επόμενης μέρας
ζωάκια που μεταφέρουμε δυο κόσμους
παραισθήσεις
και φίλους παλιατζήδες
Άνθρωποι αξιότιμοι
λευκότεροι κι από κιμωλία
πειθήνιοι λες και είμαστε χειμώνες
σπασμωδικές κινήσεις όχι
όνειρα δοξολογίες όχι
από ’να τέτοιο όνειρο ξυπνάμε πάντα σακατεμένοι
και πάντα οι ίσκιοι μας
ομόκεντροι φονιάδες
Χώματα χώματα οι βραδινές μας ώρες
με έναν στραβό ορίζοντα
με τα τέσσερα σημεία του πνιγμένα



~ * ~ 


ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ

Τσιγγουνιά και μνήμη στη μνήμη μας
Τρεχαλητό στα νύχια οι μέρες μας
Δίχως προσμονή καμιά
να πέφτουμε
να βουτάμε
να σπάμε
στα κρύα τους πλακάκια
Θα μας ξεκάνουν τα κρίματα
των αγαπημένων μας ανθρώπων
που μπόρεσαν και δεν παραπονέθηκαν
και φρόντισαν τη ζωή απάνθρωπα να τη φωλιάσουν



Λαζάρ Ηλέκτρα, Άγια Νήπια, εκδ. Άπαρσις, Αθήνα: 2019 




Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Μάριος Χάκκας - Το Ψαράκι της Γυάλας


Gabriel Naval, Fish Bowl, 2015
Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δυο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.

Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».

Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.

«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του.

Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.

— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.

— Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.

— Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;

— Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.

— Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό, 
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.





(Υποσημείωση: Το διήγημα "Το Ψαράκι της Γυάλας" δημιοσιεύτηκε την περίοδο της Χούντας και συγκεκριμένα το 1971 και γράφτηκε για την ημέρα επιβολής της.)


Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Πρώτη γνωριμία με τον Μάριο Χάκκα:




Δεν θα πιστέψω ότι άργησα να ασχοληθώ με το έργο του Μάριου Χάκκα. Κάθε πράγμα έρχεται στον καιρό του, ακόμα κι αν ο καιρός είναι μικρός και στενός, πάντα. Πρώτα μού ήρθε ο μάριος χάκκας. Για να πω την αλήθεια, από παλιά μου ερχόταν με τη μορφή βιβλίων, αποσπασμάτων, σχολίων... Πάντα έλεγα "Να θυμηθώ να διαβάσω Μάριο Χάκκα". Μου ήρθε όμως ο ίδιος, η προσωπικότητά του, εκτός σελιδών. Και πάλι νωρίς είναι, σκέφτηκα. Μόνο που τώρα δεν λέω να θυμηθώ - τώρα θυμάμαι, το γνωρίζω, το έχω στο νου μου. Τον φυλάω σαν τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό, που τον κρατάω για τις δύσκολες ώρες, μήπως χρειαστεί σε μεγάλες στενότητες να τον λιώσω. 


ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ  

Οι άνθρωποι πάνω στις βαθιές αυλακιές
που τους είχε χαράξει ο χειμώνας
πέρασαν τις παρδαλές νερομπογιές της άνοιξης
κι έτσι μασκαρεμένοι τράβηξαν στη λεωφόρο
να την υποδεχτούν τρώγοντας λουκουμάδες και μπουγάτσα.
Πώς να μην ξεθωριάσουν τούτα τα χρώματα
όταν γερές μπαλταδιές σού κομματιάζουν τη σκέψη
όταν η παγωνιά φωλιάζει μέσα σου;
Δεν υπάρχει λοιπόν μια ακρούλα ανέπαφη
ν αποθέσουμε τις πράξεις μας;
Κάτω απ¢ τα κυπαρίσσια θα θάψουμε ό,τι δε ζει.
Ένα σκουλήκι σαλεύει.
Αύριο θα είναι ένα ζουζούνι ίσως μια πεταλούδα.
Αυτό θα κρατήσω μέσα μου για την υποδοχή.

Μάριος Χάκκας: Άπαντα, Κέδρος: 2013 


* Η υπογράμμιση δική μου