Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Ρ. Μπρότιγκαν - Ποίημα αγάπης

Ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν θεωρείται ως ένας μετα-μπητ λογοτέχνης, με μεγάλο αριθμό πεζογραφημάτων και αντιστρόφως ανάλογο αριθμό ποιημάτων. Εδώ, ένα ποίημα του για γνωριμία. Θα τον ξαναεκμεταλλευτούμε στο μέλλον, σίγουρα... 


Είναι τόσο όμορφα
να ξυπνάς το πρωί
ολομόναχος
και να μην πρέπει να πεις σε κάποιον
πως τον αγαπάς
όταν δεν τον αγαπάς
πια.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Τ. Κόρφης - Των μοναχικών ποιητών


Ο Κερκυραίος Τάσος Κόρφης (1929-1994) αποτελεί έναν ακόμη ποιητή των θαλασσών. Το πολύπλευρο ταλέντο του φαίνεται όταν διαβάσει κανείς ποιήματά του, κείμενα του ή μεταφράσεις ξένων ποιητών. 


Κοσμική δεξίωση ποιητών

Και, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ
Στα πολυτελή σαλόνια με τη λαϊκότροπη μουσική,
Στους επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό,
Που με συγκινημένη, τάχα, φωνή απαγγέλλει
Τα ονόματα των διάσημων ξένων ποιητών: Ενός φίλου
Του Πωλ Ελυάρ, ενός μεταφραστή της Βίβλου
Κι εκείνου του παμπόνηρου Ναπολιτάνου
Με το ψαλιδισμένο μουστακάκι και τα πανούργα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Για τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.


Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Τζ. Κέρουακ - Η ματαιοδοξία του Ντουλουόζ (απόσπασμα - Β' μέρος)


Ένα πράγμα ήταν σίγουρο δεν θα ’παιζα φούτμπολ μέχρι το δεύτερο έτος, το 1941. Για να σκοτώσω την ώρα μου εκείνο το χειμώνα, αθλητικογραφούσα λίγο στην εφημερίδα του πανεπιστημίου, κάλυπτα τις συνεντεύξεις των προπονητών του στίβου, έγραψα μερικές εργασίες τριμήνου για τα παιδιά του Οράτιου Μαν που δεν είχαν πάψει να ’ρχονται να με βλέπουν. Τριγύριζα με τον Μάικ Χένεσυ, όπως λέω, σ’ εκείνη τη γωνία της 115ης και της Μπρόντγουέη μπροστά από το μαγαζί με τα ζαχαρωτά και με τον Γουίλιαμ Φ. Μπάκλεϋ Τζούνιορ μερικές φορές. Κατηφόριζα τρεκλίζοντας τον ποταμό Χάντσον και καθόμουν στα παγκάκια της Ρίβερσάιντ Ντράιβ να καπνίσω κανά τσιγάρο και συλλογιζόμουν την καταχνιά στα ποτάμια· πότε πότε έπαιρνα τον υπόγειο για το Μπρούκλιν για να δω τη Γιαγιά Τι Μα, την Υβόνη και το Θείο Νικ και τα Χριστούγεννα γύρισα σπίτι χωρίς πατερίτσες, με το πόδι σχεδόν γιατρεμένο.

Συναισθηματικό μεθύσι και κρασί πορτό μπρος στο Χριστουγεννιάτικο δέ-ντρο της μητέρας με τον Τζη Ζέη που έπρεπε να τον πάω σπίτι του μες στο χιόνι της Γκέρσομ Άβενιου. Έψαξα για την Μάγκυ Κάσιντυ στην αίθουσα Χορού του Κόμοντορ, τη βρήκα, της ζήτησα να χορέψουμε, την ξαναερωτεύτηκα. Συζητήσεις σε μάκρος με το Μπαμπά στη θορυβώδη κουζίνα.
Η ζωή έχει πλάκα.

Μια ιστοριούλα για να δεις το μέγεθος: ένα βράδυ στην λέσχη της αδελφό-τητας Φι Γάμμα Δέλτα, όπου είχα θεωρηθεί «νέο μέλος» αλλά αρνιόμουν να φοράω τη μικρή μπλε κυλόττα, τους είπα τελικά να με παρατήσουν ήσυχο, επέμενα, όμως, να μου δώσουν το βαρέλι που ’ταν σχεδόν άδειο, το σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου την αυγή και σφράγισα τον πάτο… μόνος μου εντελώς σε μια νύχτα, στην εντελώς άδεια λέσχη της αδελφότητας στην114η Οδό, με εξαίρεση ίσως κανά δυο τύπους που κοιμόντουσαν επάνω, το σκοτάδι βασίλευε στο κτίριο, κάθομαι σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι της αδελφότητας και βάζω ν’ ακούσω δίσκους του Γκλεν Μίλερ στη διαπασών. Κλαίω σχεδόν. Ο Γκλεν Μίλερ κι ο Φρανκ Σινάτρα με τον Τόμυ Ντόρσεϋ. «Αυτή που Αγαπώ Ανήκει σε Άλλον» και το «Όλα Συμβαίνουν σε Μένα» ή το «Τσερόκι» του Τσάρλι Μπάρνετ. «Αυτή η αγάπη μου». Βοηθάω τον παράλυτο ή ημιπληγικό Δόκτωρα Φίλιπ Κλαιρ να διασχίσει το χώρο του πανεπιστημίου –μόλις είχαμε αρχίσει να ασχολιόμαστε με τα σταυρόλεξά του, που δημοσιεύονται στο Journal American της Νέας Υόρκης- του αρέσω γιατί είμαι Γάλλος. Ο γέρο Τζο Χάτερ μπαίνει στο δωμάτιό μου μια νύχτα με νεροποντή, με το καπέλο του σε κακά χάλια, μούσκεμα από τη βροχή, με μάτια δακρυσμένα, και λέει: «Ο Χριστός κατουράει τη γη απόψε».Στο Γουέστ Εντ ο Τζόνυ, ο Μπάρμαν κοιτάζει πάνω από τα κεφάλια μας με τα μεγάλα χέρια του στον πάγκο. Στη δανειστική βιβλιοθήκη διαβάζω το βιβλίο του Γιαν Βάλτιν Out of the Night, που διαβάζεται άνετα ακόμη και σήμερα.

Κόβω βόλτες γύρω από τη Βιβλιοθήκη Λόου ενώ μ’ απασχολούν διάφορα ερωτηματικά γύρω από τις βιβλιοθήκες, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Στο ’πα, η ζωή έχει πλάκα. Κορίτσια με γαλότσες στο χιόνι, με τα κορίτσια του Μπάρναρντ να γίνονται όλο και πιο ζουμερά σαν τα ώριμα κεράσια του Απρίλη, ποιος στο διάβολο μπορεί να διαβάσει γαλλικά βιβλία; Μια ψηλή αδερφή με πλησιάζει στο παγκάκι του Ρίβερσάιντ Παρκ. «Τσουλάει;» με ρωτάει. «Γκαζώνει», του αποκρίνομαι. Ο Τούρκος Τάτζικ, ο εντ της σχολής της επόμενης χρονιάς, κλαίει μεθυσμένος στο δωμάτιό μου και μου λέει πως μια φορά κάθισε σκυφτός σ’ ένα κεντρικό δρόμο σε μια πόλη της Πενσυλβάνια και τα ’κανε μπροστά σε όλους τους περαστικούς, κατακόκκινος από ντροπή, ρεντίκολο. Κάτι τύποι κατουράνε έξω από το Γουέστ Εντ Μπαρ, μπροστά στο πεζοδρόμιο. 

Οι «σαύρες του σαλονιού», κάτι τύποι που κάθονται νωχελικά στο σαλόνι του κοιτώνα, ξάπλα, με τα πόδια απλωμένα πάνω σε καρέκλες. Μεγάλα σημειώματα καρφιτσωμένα πάνω σε πίνακες σου λένε πού ν ’αγοράσεις πουκάμισο, να ανταλλάξεις ραδιόφωνο, πώς να πας στο Αρκάνσας, ή εν ολίγοις πώς να κόψεις το σβέρκο σου. Τα πόδια μου πάνε καλύτερα, είμαι σερβιτόρος στην τραπεζαρία του Τζον Τζέη, σερβίρω δηλαδή τον καφέ, περιφέρομαι προσπαθώντας να ισορροπήσω το δίσκο στ’ αριστερό χέρι, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον, κυρίες και κύριοι μου γνέφουν στέκομαι στ’ αριστερά τους και τους σερβίρω με τρόπο ένας τύπος μου λέει: «Το ξέρεις εκείνο το χούφταλο που μόλις τώρα του σέρβιρες καφέ; Είναι ο Τόμας Μαν». Τα πόδια μου πάνε καλύτερα, σουλατσάρω στη γέφυρα του Μπρούκλιν και θυμάμαι κείνη τη μανιασμένη χιονοθύελλα του 1936 όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών και η Μαμά μου μ’ έφερε στο Μπρούκλιν για να κάνουμε επίσκεψη στη Γιαγιά Τι Μα: είχα τις γαλότσες μου από το Λόουελ μαζί μου. «Πάω για βόλτα στη Γέφυρα του Μπρούκλιν και θα γυρίσω», είπα. «Εντάξει». Πηγαίνω στη γέφυρα μ’ έναν αέρα που λυσσομανούσε και το χιονόνερο να μου περονιάζει το κατακόκκινο πρόσωπο μου, φυσικά, ούτε ψυχή στον ορίζοντα, εκτός από έναν άνθρωπο 1 και 90 που ’ρχεται προς τη μεριά μου, με μεγάλο κορμί και μικρό κεφάλι· κατευθύνεται σκεφτικός προς το Μπρούκλιν, χωρίς να με κοιτά-ζει, με μεγάλες δρασκελιές. Ξέρεις ποιο ήταν εκείνο το χούφταλο;

[…] Έtσι πέρασα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο ως μαθητευόμενος αθλητικογράφος στην Sun του Λόουελ. Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ περήφανος. Βέβαια, κάμποσες φορές δούλεψε σαν λινοτύπης στην αίθουσα τύπου και του πήγαινα γεμάτος περηφάνια ένα από τα δακτυλογραφημένα μου άρθρα (για το μπάσκετ του Γυμνασίου του Λόουελ ας πούμε) –του το έβαζα στο καλάθι του- και ανταλλάσσαμε ένα χαμόγελο. «Μην το εγκαταλείψεις, αυτό, αγόρι μου, decouragez ons nous pas, ça va venir, ça va venir». (Σημαίνει: Ας μην χάνουμε το κουράγιο μας, θα ’ρθει, πού θα πάει, θα ’ρθει, πού θα πάει»).

Εκείνη ακριβώς την εποχή, μου ’ρθε στο μυαλό η φράση «Η Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ», που έγινε κι ο τίτλος ενός μυθιστορήματος μου που άρχιζα να γράφω στο γραφείο μου του αθλητικού ρεπόρτερ γύρω στο μεσημέρι κάθε μέρα, γιατί η δουλειά της ημέρας με απασχολούσε μόνο από τις εννιά μέχρι το μεσημέρι, έγραφα και δακτυλογραφούσα γρήγορα και μετέφερα αδιάκοπα το άρθρο μου από δω κι από κει. Το μεσημεριανό, όταν έφευγαν όλοι από την σύνταξη, και βρισκόμουν μόνος μου, έβγαζα στη ζούλα τις σελίδες του μυστικού μου μυθιστορήματος και συνέχιζα να γράφω. Το διασκέδαζα περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου το «γράψιμο», γιατί μόλις είχα ανακαλύψει τον Τζέημς Τζόυς και νόμιζα πως μπορούσα να μιμηθώ τον Οδυσσέα (ενώ στην πραγματικότητα μιμούμουν τον «Ήρωα Στίβεν» όπως ανακάλυψα αργότερα). Επρόκειτο για μια πραγματικά εφηβική αλλά ειλικρινή προσπάθεια, «με δύναμη, «πολλά υποσχόμενη», όπως τη χαρακτήρισε ο Αρτς Μακντούγκαλντ, ο μετέπειτα τοπικός πολιτιστικός μας μέντορας). 

Είχα ανακαλύψει τον Τζέημς Τζόυς, τον ελεύθερο συνειρμό, είχα ολόκληρο το μυθιστόρημα μπροστά μου. Περιέγραφα απλά τις ασήμαντες καθημερινές ασχολίες του «Μπομπ» (εγώ), του Πάτερ (ο μπαμπάς μου), κ.λπ., κ.λπ., όλων των άλλων αθλητικογράφων, όλων των κολλητών μου στο θέατρο και νυχτερινά μπαρ, όλες τις μελέτες (εκτεταμένες ομολογουμένως) που ’χα ξαναρχίσει στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Λόουελ, τα απογεύματα που περνούσα ως ασκούμενος στην ΧΕΝ, τα κορίτσια με τα οποία τα είχα, τις ταινίες που έβλεπα, τις συζητήσεις μου με τον Σάββα, τη μητέρα και την αδελφή μου, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσω όλο το Λόουελ όπως το είχε κάνει ο Τζόυς με το Δουβλίνο.

Για να πάρεις μια ιδέα, η πρώτη σελίδα άρχιζε ως εξής: «Ο Μπομπ Ντουλουόζ ξύπνησε κανονικά, έκπληκτος με τον εαυτό του, έβγαλε τα πόδια του σβέλτα έξω από τα ζεστά σεντόνια. Δύο βδομάδες τώρα, κάνω αυτή την κίνηση καθημερινά. Πώς είναι δυνατό, εγώ ένας από τους μεγαλύτερους τεμπελχανάδες του κόσμου να σηκώνομαι ένα κρύο γκρίζο πρωινό χωρίς ίχνος
«Στην κουζίνα», γρύλισε ο Πατέρας.
«Άντε κουνήσου, είναι περασμένες εννέα».
«Ο Ντουλουόζ, το τρελό καθίκι. Κάθισε στο κρεβάτι και συλλογίστηκε για λίγο. Πώς το κάνω; Τσιμπλιασμένα μάτια.
«Πρωί στην Αμερική.
«Τι ώρα περνάει ο ταχυδρόμος;» ρώτησε γρυλίζοντας ο Πατέρας.
«Γύρω στις εννιά» αποκρίθηκε ο μαλάκας ο Ντουλουόζ. Αααχ ααχ. Βρήκε τις άσπρες του κάλτσες, που δεν έχαιραν άκρας καθαριότητας, και τις φόρεσε. Τα παπούτσια θέλουν γυάλισμα. Οι παλιόκαλτσες βρέθηκαν βουτηγμένες στη σκόνη κάτω από την κομόντα· τις χρησιμοποιεί Έτριψε τα παπούτσια του όπως κάνουν οι λούστροι, με τις παλιόκαλτσες. Μετά τίναξε το παντελόνι, ντινγκ, ντίνγκ, ντινγκ. Ντινγκ, μια αλυσίδα, χρήματα και δύο κλειδιά, ένα για το σπίτι, ένα για τα αποδυτήρια των Επιχειρηματιών στη ΧΕΝ της περιοχής. Της περιοχής… αυτή η γαμημένη λέξη των εφημερίδων. Δωρεάν εγγραφή 231 δολάρια… ντους, κωπηλασία, μπάσκετ, στίβος, πισίνα , κλπ., και ραδιόφωνο. Αν είχα ασχοληθεί με την εκδοτική επιτυχία της «Χ». Αν είχα ασχοληθεί. Εκδοτική Επιτυχία. Μπομπ Ντουλουόζ, ο περιπλανώμενος ανταποκριτής, όπως τον αποκαλεί ο Σόκκο.
«Πρωί στην Αμερική».
(Και πάει λέγοντας).
Το πιάνεις;

Να πώς αρχίζουν οι συγγραφείς, αντιγράφοντας τους μεγάλους δασκάλους (χωρίς να υποφέρουν όπως αυτοί που θεωρούνται οι μεγάλοι δάσκαλοι), ώσπου να βρουν το δικό τους στιλ, και τη στιγμή που θα το βρουν παύει πια να έχει γούστο, γιατί δεν μπορείς να μιμηθείς τα βάσανα κανενός άλλου δασκάλου, μόνο τα δικά σου.
Το πιο όμορφο σε όλες εκείνες τις χειμωνιάτικες νύχτες ήταν όταν άφηνα τον πατέρα μου να ροχαλίζει στο δωμάτιό του, γλιστρούσα ανάλαφρα στην κουζίνα, άναβα το φως, έφτιαχνα μια τσαγέρα τσάι, κολλούσα τα πόδια μου στην θερμάστρα πετρελαίου, έγερνα πίσω στην κουνιστή πολυθρόνα, και διάβαζα την πλήρη έκδοση του βιβλίου του Ιώβ ως την παραμικρή λεπτομέρεια και τον Φάουστ του Γκαίτε και τον Οδυσσέα του Τζόυς, ως τα ξημερώματα. Κοιμάμαι δύο ώρες και πηγαίνω στη Sun του Λόουελ. Τελειώνω τη δουλειά της εφημερίδας το μεσημέρι, γράφω ένα κεφάλαιο από το «μυθιστόρημα». Πηγαίνω να φάω δύο χάμπουργκερ στην Κέρνυ Σκουέαρ, στο Γουάιτ Τάουερ. Πηγαίνω μέχρι τη ΧΕΝ, προπονούμαι, ρίχνω μερικές γρήγορες γροθιές στον αμμόσακο και τρέχω γρήγορα ένα τρακοσάρι στο στίβο του πάνω ορόφου. Μετά, κατευθείαν στη βιβλιοθήκη όπου διάβαζα τον Χ. Τζ. Γουέλς, κρατάω επιμελημένες σημειώσεις, ευθύς εξαρχής, από τη μεσοζωική περίοδο των ερπετών, με σκοπό να φτάσω ως τον Μέγα Αλέξανδρο πριν από την άνοιξη και να ψάξω όλες τις αναφορές του Γουέλς που με προβλημάτισαν ή μ’ ενδιέφεραν στην ενδέκατη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα, που βρισκόταν εκεί μπροστά μου στα παλιά κυκλικά ράφια. «Τη στιγμή που θα τελειώσω, θα ξέρω με κάθε λεπτομέρεια οτιδήποτε έχει συμβεί στον κόσμο». 

Έπαιρνα όρκο γι’ αυτό. Στις εννιά, η βιβλιοθήκη έκλεινε, και έφευγα εξαντλημένος απ’ αυτό το φοβερό πρόγραμμα· ο μπάρμπα Σάββας με περίμενε πάντα, θλιμμένος στην είσοδο της βιβλιοθήκης, μ’ εκείνο το μελαγχολικό χαμόγελο, έτοιμος για ένα σοκολατένιο γλυκό ή μια μπίρα, οτιδήποτε, αρκεί να μπορούσε να ανταλλάξει μαζί μου μερικές φιλοφρονήσεις.


Αυτό δεν είναι βιβλίο για τον Σάμπυ, γι’ αυτό βιάζομαι…


Τζ. Κέρουακ - Η ματαιοδοξία του Ντουλουόζ (απόσπασμα - Α' μέρος)

Εξακολουθώντας να κομπάζω, λέγοντας όμως ακόμα την αλήθεια, όλο αυτό τον καιρό έπαιρνα στο Γυμνάσιο ψηλούς βαθμούς, κυρίως επειδή μια φορά τη βδομάδα, τουλάχιστον , δεν πήγαινα στα μαθήματα, δηλαδή την έκανα κοπάνα, μόνο έτσι μπορούσα να πάω στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Λόουελ και να διαβάσω με την ησυχία μου πράγματα όπως παλιά βιβλία για το σκάκι με την ευωδία της λογιότητας, με τις παλιές βιβλιοδεσίες που με ωθούσαν να ερευνήσω κι άλλα παλιά ευωδιαστά βιβλία όπως τον Γκαίτε, τον Ουγκώ, και πάνω απ’ όλα τα αποφθέγματα του Γουίλιαμ Πεν που τα διάβαζα μόνο και μόνο για να μπορώ να λέω ότι τα διάβασα. Έτσι, όμως, μου κινήθηκε πραγματικά το ενδιαφέρον για το διάβασμα. Διάβασα προσεκτικά το Διάγραμμα της Ιστορίας του Χ.Τζ. Γουέλς, ηλίθιες αναλύσεις αυτών που ασχολούνται με την Κλασική Λογοτεχνία στο Χάρβαρντ, και απέκτησα μεγάλο δέος για τους μικρούς τυπογραφικούς χαρακτήρες πάνω σε λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο και λευκές σαν το χιόνι σελίδες σαν αυτές της Ενδέκατης Έκδο-σης της Εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα (Ency Brit XI Ed.) με τη λεπτομερή καταγραφή όλων των συμβάντων μέχρι το 1910 όπως είχαν συνοψιστεί πρόσφατα από μελετητές του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης, με πλούσια πανεπιστημιακή ορολογία, με αγάπη για τα βιβλία και τη μυρωδιά της παλιάς βιβλιοθήκης και διαβάζοντας πάντα στη ροτόντα, στο βάθος, όπου υπήρχε η προτομή του Καίσαρα κάτω από το φωτεινό ήλιο του πρωινού κι ολόκληρη η σειρά των εγκυκλοπαιδειών στα ημικυκλικά ράφια. 

Αυτό, όμως, που πραγματικά συνέβαλε στην παιδεία μου ήταν ότι, γύρω στις 11 το πρωί, σουλατσάριζα έξω από τη βιβλιοθήκη, έκοβα από τα μονοπάτια της οδού Ντάτον κοντά στην ΧΕΝ, έτσι ώστε να μη με δει κανείς από το παράθυρο και κυρίως ο δάσκαλος των Αγγλικών μου Τζο Μέηπλ, έκοβα δρόμο από τη γέφυρα του σιδηροδρόμου κοντά στο Πολυκατάστημα, από μονοπάτια που περνούσαν πάνω από γυμνές τραβέρσες, ανάμεσα από τις οποίες έβλεπες εκείνο το βαθύ κανάλι, που μέσα του έπεφταν παφλάζοντας τα χιόνια και στροβιλίζονταν πλέοντας, μετά τραβούσα για το Θέατρο Ριάλτο, στην οδό Μίντλσεξ, όπου καθόμουν και μελετούσα με κάθε λεπτομέρεια τις παλιές ταινίες της δεκαετίας του ’30. Και βέβαια, οι πιο πολλοί από μας το ’χουν κάνει αυτό, αλλά όχι πάντως όταν έχουν κάνει κοπάνα στις οκτώ και τέταρτο και έχουν μείνει στη βιβλιοθήκη μέχρι τις έντεκα διαβάζοντας με την ησυχία τους, έτσι δεν είναι;

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εκείνο τον χειμώνα ήμουν ο καλύτερος δρομέας στην ομάδα του Γυμνασίου του Λόουελ κι έβρισκα καιρό και για την πρώτη μου ερωτική ιστορία με την Μάγκυ Κάσιντυ, μια ιστορία που την κατέγραψε με λεπτομέρειες στο ομώνυμο μυθιστόρημα.
Ήμουν ένα αστέρι του φούτμπολ και του στίβου, άριστος μαθητής, ανεξάρτητος, τρελός πράγματι για την ανεξαρτησία τόσο, που όταν στο Λόουελ ξέσπασαν χιονοθύελλες, περπατούσα ολομόναχος μέσα στα δάση του Ντράκοτ, βουτηγμένος ως τα γόνατα μέσα στο χιόνι, κρατώντας ένα μπαστούνι του χόκεϋ, μόνο και μόνο για να μου ανοίξει η όρεξη για το κυριακάτικο τραπέζι, για να σταθώ κάτω από τα πεύκα και να ακούσω τις τρελές κουρούνες να κάνουν «κρα κρα». Επειδή ήμουν δε και ωραίος και δυνατός, είμαι σίγουρος πως τότε πολλοί άνθρωποι με μισούσαν μέχρι αηδίας ακόμη κι εσύ, γυναικούλα μου, όταν σου ξέφυγε το περασμένο φθινόπωρο εκείνο το: «Ξέρεις, εγώ δεν ήμουν ποτέ δημοφιλής όπως ήσουν εσύ». Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήμουν καθόλου δημοφιλής, αλλά οι περισσότεροι με μισούσαν στην πραγματικότητα, στο κάτω- κάτω ίσως να το παρατραβούσα κιόλας, επειδή πάσχιζα πάντα να είμαι ο καλύτερος, ν’ αποσπώ όλα τα βραβεία, χώρια μια πρόσκληση για το χορό που έδιναν οι Αξιωματικίνες και μια φωτογραφία μου στην κοσμική στήλη. 

Αρκετά μ’ αυτά, λες και χα, χα, μ’ ενδιέφεραν, ή μ’ ενδιαφέρουν τώρα. Ήταν σκέτη ματαιοδοξία, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας μου παρατήρησης, το να κάνω τέτοια προσπάθεια έτσι για να τους μπω στο μάτι. Θα χαρείς, όμως, αν μάθεις ότι η θεία δίκη με τιμώρησε, μη στεναχωριέσαι λοιπόν.
Το επόμενο βήμα ήταν να διαλέξω Κολέγιο. Η μητέρα μου επέμενε για το Κολούμπια, επειδή προφανώς ήθελε να μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη για να δει την μεγαλούπολη. Ο πατέρας μου ήθελε να πάω στο Κολέγιο της Βοστώνης, γιατί οι εργοδότες του, οι Κάλαχαν, τυπογράφοι από το Λόουελ, του είχαν υποσχεθεί προαγωγή αν τα κατάφερνε να με πείσει να πάω εκεί και να παίξω με προπονητή τον Φράνσις Φέι. 

Είχαν επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι θα τον απέλυαν αν τολμούσα να πάω σ’ οποιοδήποτε άλλο Κολέγιο. Ο Φέι, όπως είπα, μας έκανε επίσκεψη κι έχω σήμερα στα χέρια μου την κάρτα που έγραψε στον Κάλαχαν λέγοντας: «Στείλτε τον Τζακ στο Κολέγιο της Βοστώνης πάση θυσία» (πάνω κάτω). Αλλά κι εγώ ήθελα να πάω στη Νέα Υόρκη και να δω την μεγαλούπολη, τι στα κομμάτια περίμενα να μάθω παραπάνω από το Νιούτον Χάιτς ή τη Σάουθ Μπεντ Ιντιάνα τα Σαββατό-βραδα και στο τέλος τέλος είχα δει τόσες ταινίες για τη Νέα Υόρκη που ήμουν… λοιπόν δεν χρειάζεται να τα λέω τώρα, η προκυμαία, το Σέντραλ Παρκ, η Πέμπτη Λεωφόρος, ο Ντον Αμίτσι στο πεζοδρόμιο, η Χέντυ Λαμάρ να μ’ έχει αλά μπρατσέτα στο Ριτζ. Συμφώνησα πως η μητέρα μου είχε δίκιο, όπως συνήθως, και δεν μου είπε μόνο να παρατήσω τη Μάγκυ Κάσιντυ και να πάω στο σχολείο στη Νέα Υόρκη, αλλά όρμησε στου Μακκέιντ και μου αγόρασε χοντρά σπορ μπουφάν και γραβάτες και πουκάμισα από το φτωχό της κομπόδεμα που είχε από τις οικονομίες της στο παπουτσάδικο και τις φύλαγε στο ζωνάρι της, και κανόνισε να μείνουμε με τη μητριά της στο Μπρούκλιν, σ’ ένα μεγάλο, όμορφο ψηλοτάβανο και ήσυχο δωμάτιο έτσι ώστε να μπορώ να μελετάω και να παίρνω καλούς βαθμούς και να κοιμάμαι καλά για τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Γινόντουσαν ομηρικοί καβγάδες στην κουζίνα. 

Τον πατέρα μου τον έδιωξαν από τη δουλειά. Πήγαινε με καταρρακωμένο ηθικό να δουλέψει έξω από την πόλη, καβαλώντας πάντα τρένα, μέσα στην καπνιά, και επέστρεφε στο Λόουελ τα Σαββατοκύριακα. Η μοναδική του χαρά στη ζωή τώρα, κατά κάποιο τρόπο, αν σκεφτούμε τα παλιά δωμάτια των ξενοδοχείων και τις κατσαρίδες τον χειμώνα στη Νέα Αγγλία, ήταν ότι η δικιά μου προκοπή σήμαινε τη δικιά του δικαίωση.

Η απόλυσή του είναι βέβαια σκανδαλώδης, είναι κάτι που δεν έχω ξεχάσει σχετικά με τους τυπογράφους Κάλαχαν· ένα ακόμη μελανό σημείο στο οικοδόμημα της «επιτυχίας μου». Γιατί τι είναι στο κάτω- κάτω η επιτυχία; Εξοντώνεις τον ε-αυτό σου και μερικούς άλλους, που λέει ο λόγος, για να φτάσεις στην κορυφή της επαγγελματικής σου καριέρας, ώστε να γίνεις μεσήλικας ή λίγο αργότερα να μπορείς να μείνεις σπίτι σου και να καλλιεργείς τον κήπο σου μακάριος. Αλλά τότε, επειδή έχει ανακαλύψει κάποια άλλη καλύτερου τύπου ποντικοπαγίδα, ο όχλος ορμάει στον κήπο σου και σου τσαλαπατάει όλα τα λουλούδια. Ποιο είναι το όφελος λοιπόν;

[…] Αχ, εκείνο το όμορφο φθινόπωρο, καθισμένος στο γραφείο μου μ’ εκείνη την ευωδιαστή πίπα –τώρα πια σπασμένη όπως τότε το πόδι μου- άκουγα την όμορφη Φιλανδική Συμφωνία του Σιμπέλιους που ακόμη και σήμερα μου θυμίζει την λεπτή μυρωδιά του καπνού μολονότι ξέρω πολύ καλά ότι το θέμα της είναι το χιόνι, και το ωχρό φως της λάμπας μου, και μπροστά μου είναι απλωμένες οι αθάνατες λέξεις του Τομ Γουλφ που μιλάνε για τους «καιρούς» της Αμερικής, τα ανοιχτοπράσινα παλιά κτίρια πίσω από τις αποθήκες, το δρόμο που τρέχει προς τη δύση, τον ήχο των Ινδιάνων πάνω στις πλευρές της σκευοφόρου, το γούνινο ρακούν σκούφο στους λόφους του παλιού Νοθ Καλάινι, το καθρέφτισμα του ποταμού, τον Μισισιπή, τη Σέναντόα, το Ρίο Γκράντε… είναι ανώφελο να επιχειρήσω να μιμηθώ τα λόγια του, μου έμαθε μόνο να βλέπω μιαν Αμερική σαν Ποίημα κι όχι έναν τόπο μόχθου και ιδρώτα. 

Κατά κύριο λόγο αυτός ο Αμερικανός ποιητής με τα σκούρα μάτια μ’ έκανε να θέλω να νυχτοπερπατάω, να περιπλανιέμαι, και να θέλω να δω την πραγματική, αφτιασίδωτη Αμερική που ήταν εκεί χωρίς «ποτέ να έχει ακουστεί». Λένε σήμερα ότι μόνο οι έφηβοι εκτιμούν τον Τόμας Γουλφ, αλλά αυτό είναι εύκολο να το πει κανείς, όταν τον διαβάσεις, γιατί ο Γουλφ είναι από τους συγγραφείς που τα πεζά τους ποιήματα διαβάζονται μόνο μια φορά, σε βάθος και αργά· όταν τα ανακαλύψεις, προχωρείς σε άλλα πράγματα. Τα θεατρικά του όμως διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται άπειρες φορές. Πού υπάρχει σήμερα κάποιο σεμινάριο για τον Τομ Γουλφ; Τι σημαίνει αυτή η ελαχιστοποίηση του Τόμας Γουλφ αποκλειστικά στην εποχή του; Ο κύριος Σβαρτζ μπορούσε ωστόσο να περιμένει.

Αλλά είμαι καθισμένος στο γραφείο μου με το βιβλίο ανοιχτό, και μονολογώ: «Τώρα, είναι σχεδόν επτά και μισή, θα κατεβούμε τρεκλίζοντας στο παλιό Λάιονς Ντεν, θα πάρουμε φιλέτο, ζεστά σοκολατένια γλυκά, καφέ, και μετά θα κατηφορίσουμε τρεκλίζοντας στην εκατοστή δέκατη έκτη στάση του υπόγειου [για να θυμηθούμε τον καθηγητή Κέργουικ και την σειρά των αριθμών του] και θα φτάσουμε στην Τάιμς Σκουέαρ και θα δούμε μια γαλλική ταινία, θα δούμε τον Ζαν Γκαμπέν να σφίγγει τα χείλη του λέγοντας «Ça me navre» ή τα φαρδιά καπούλια του Λουί Ζουβέ ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, ή εκείνο το πικρόξυνο χαμόγελο της Μισέλ Μοργκάν στην κρεβατοκάμαρα της παραλίας ή τον Χάρτυ Μπάουερ στο ρόλο του Χέντελ, να γονατίζει και να προσεύχεται για τη δουλειά του, ή τον Ρεμύ να στριγγλίζει στο απογευματινό πικ-νικ του δημάρχου και έπειτα, μια παράσταση με δύο αμερικάνικα έργα, ίσως με τη Τζόελ Μακρέη στο Union Pacific ή την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στο ρόλο της τρυφερής, ερωτευμένης και ικετευτικής γυναίκας που γραπώνεται πάνω στον εραστή της, ή ίσως τον Σέρλοκ Χολμς να ρουφάει την πίπα του, με το μακρύ Κορνουαλέζικο προφίλ του, ενώ κοντά στο τζάκι ο Δόκτωρ Γουάτσον καπνίζει ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο ιατρικής και την κυρία Κάβεντις, ή όπως τη λένε, να ανεβαίνει με κρύο ψητό κρέας και μπίρα, έτσι ώστε να μπορέσει ο Σέρλοκ να αποκαλύψει το τελευταίο εγκληματικό σχέδιο του άθλιου Δόκτορα Μόριαρτι…».

Τα φώτα της πανεπιστημιούπολης, ζευγαράκια αγκαλιασμένα, βιαστικοί και ενθουσιώδεις φοιτητές και γύρω τους τα φύλλα του Οκτώβρη να στροβιλίζονται στον αέρα, η λάμψη της βιβλιοθήκης, όλα αυτά τα βιβλία, η ικανοποίηση και η μεγάλη πόλη του κόσμου μπρος στα σπασμένα μου πόδια…
Και φαντάσου αυτά το 1967: Έπαιρνα τις πατερίτσες μου και πήγαινα στο Χάρλεμ να δω τι γινόταν εκεί, στην 125η Οδό και στα πέριξ, μερικές φορές να βλέπω από το παράθυρο της ψησταριάς παϊδάκια χοιρινά να γυρίζουν στη σούβλα, ή να βλέπω Νέγρους να μιλάνε στις γωνιές· για μένα ήταν άνθρωποι εξωτικοί που δεν τους είχα ξαναδεί ποτέ μου. Ξέχασα να πω νωρίτερα, ότι την πρώτη μου βδομάδα στο Ο.Μ. το 1939, περπάταγα ένα ζεστό απόγευμα κι’ ένα ολόκληρο βράδυ διασχίζοντας πραγματικά το Χάρλεμ από την μια άκρη στην άλλη με τα χέρια πίσω εξετάζοντας όλον τούτο τον καινούργιο κόσμο. Γιατί κανένας δεν μου την έπεσε, ας πούμε για να μου πουλήσει ναρκωτικά, ή να με κτυπήσει, ή να με κλέψει; τι είδαν; Βλέπουν ένα φοιτητή με τουΐντ να περιεργάζεται το δρόμο. Οι άνθρωποι τρέφουν σεβασμό για τέτοιου είδους πράγματα. Θα πρέπει να ’μουν, εν πάση περιπτώσει, ένας τρομακτικά αλλόκοτος τύπος.

Πήγαινα λοιπόν στο Λάιονς Ντεν, καθόμουνα στη συνηθισμένη μου καρέκλα μπροστά στο τζάκι, οι σερβιτόροι (φοιτητές) μου έφερναν το φαγητό, έτρωγα, έβλεπα τις χορεύτριες (μ’ ενδιέφερε μια καλλονή από την Ουαλία, ονόματι Βίκυ Ίβανς), και μετά κατέβαινα στην Τάιμς Σκουέαρ για τις ταινίες μου. Δε μ’ ενόχλησε ποτέ κανείς. Δεν κουβαλούσα, βέβαια πάνω μου ποτέ περισσότερο από εξήντα σεντς, και αυτό θα πρέπει να φαινόταν στο αθώο μου πρόσωπο.


Τώρα είχα επίσης το χρόνο ν’ αρχίσω να γράφω μεγάλες «Γουλφικές» ιστορίες και ημερολόγια στο δωμάτιό μου όταν τις ξαναδιαβάζω σήμερα, μου την σπάνε, αλλά τότε νόμιζα πως τα πήγαινα πολύ καλά. Έκανα παρέα μ’ ένα συμφοιτητή μου Νέγρο που ερχόταν να με βοηθήσει λίγο στη Χημεία, εκεί που κόλλαγα. Στα Γαλλικά είχα Α. Στη Φυσική Β ή C ή κάτι τέτοιο. Περιφερόμουν κουτσαίνοντας μέσα στην πανεπιστημιούπολη υπερήφανος λες και ήμουν δάσκαλος του σκι. Με το τουΐντ σακάκι μου, με τις πατερίτσες, έγινα τόσο δημοφιλής (αλλά και λόγω της φήμης μου στο φούτμπολ τώρα) ώστε κάποιος τύπος από το Σύλλογο Βαν Εμ ξε-κίνησε πραγματικά μια εκστρατεία για να εκλεγώ αντιπρόεδρος των δευτεροετών.