Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

Ο André Breton για την παιδεία

 




Παιδεία δεν είναι τα πτυχία μας, αλλά η αισθητική μας. Ο τρόπος με τον οποίο συνομιλούμε, φλερτάρουμε, περπατάμε στο δρόμο, κρατάμε την πόρτα να περάσει ο άγνωστος στο ασανσέρ.

Παιδεία είναι οι λέξεις μας, η διακριτικότητά μας, η ελευθερία μας, τα όρια της ελευθερίας μας, η μουσική που ακούμε, η γλώσσα του σώματός μας, το πόσο αγαπάμε να μαθαίνουμε, να αλλάζουμε, να διαβάζουμε σαν να είμαστε κάθε φορά άγραφα χαρτιά.

Παιδεία είναι η ταπεινότητα αλλά και η επιμονή στις αξίες μας, το ότι δεν είμαστε προς πώληση, το ότι σεβόμαστε τον άνθρωπο, το παιδί του άλλου, την κυρία που καθαρίζει το γραφείο μας, τον κύριο που καθαρίζει το πάρκο στο οποίο βγάζουμε βόλτα το σκύλο μας, την κοπέλα στο ταμείο.

Παιδεία είναι η μεγαλοψυχία μας, το να ποτίσουμε μια άγνωστη γλάστρα, το να φροντίζουμε την πίσω όψη του σπιτιού μας.

Παιδεία είναι το να προστατεύουν τα χέρια μας τον αδύναμο, να τα βάζουν με το θηρίο.

Παιδεία είναι το πόσο μπορούμε να έρθουμε απέναντι στο σύστημα και στους συστημικούς, παιδεία είναι η γενναιότητα και η ευθύνη.

Παιδεία είναι το να διαλέγεις τον δύσκολο δρόμο της αξιοπρέπειας, της μοναξιάς και συνάμα να καίγεται το μέσα σου για το κοινό καλό.


Για το ωραίο και τη σωτηρία του.




Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Συναντήσεις Φεμινιστικού Χάκινγκ: Δημοσιο-ποίηση και Eργαλειο-ποίηση (9 & 10 Σεπτεμβρίου)




Οι Συναντήσεις Φεμινιστικού Χάκινγκ (ΣΦΧ) σας προσκαλούν να συμμετέχετε σε ένα 2ήμερο εργαστήριο που θα γίνει στην Αθήνα στις 9 - 10 Σεπτεμβρίου στο χώρο TO ΟΧΤΩ (https://8athens.wordpress.com/) με τίτλο Δημοσιο-ποίηση και Eργαλειο-ποίηση. 


Το 2ήμερο αυτό θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του ATNOFS: A Traversal Network of Feminist Servers, ένα συνεργατικό έργο που δημιουργήθηκε γύρω από διαθεματικούς [intersectional] φεμινιστικούς, οικολογικούς διακομιστές. Το αποκεντρωμένο πρόγραμμά μας πραγματοποιείται σε 5 τοποθεσίες (Ρότερνταμ, Βουκουρέστι, Γκρατς, Αθήνα, Βρυξέλλες) με τη συνεργασία 6 ομάδων (Varia, LURK, HYPHA, ESC, Feminist Hack Meetings και Constant). Με αφορμή το ATNOFS, Θέλουμε να γνωριστούμε και να συνδεθούμε με φεμινιστικές συλλογικότητες στην Ελλάδα, να μαθούμε/σκεφτούμε/φανταστούμε μαζί, τη σχέση μας με την τεχνολογία, ως φεμινιστικό μέσο επικοινωνίας, δημοσιοποίησης, καταγραφής και χαρτογράφησης.


Πρόγραμμα

9 Σεπτέμβρη: Δημοσιο-ποίηση (Εναλλακτικά κοινωνικά δίκτυα) 11:00-17:30

11:00-12:00 Εισαγωγή πίνοντας καφέ (Συναντήσεις Φεμινιστκού Χάκινγκ, A Traversal Network of Feminist Servers)

12:00-13:00 Παρουσίαση WordMord και συζήτηση

13:00-15:00 Διάλειμμα και χορτοφαγικό γεύμα

15:00-17:30 Εργαστήρια δύο (θα τρέχουν παράλληλα)

Εισαγωγή στα εναλλακτικά δίκτυα (Mastodon + Peertube)

Μετεγκατάσταση Mastodon λογισμικού μιας φεμινιστικής κοινότητας


10 Σεπτέμβρη: Εργαλειο-ποίηση (σερβερς, χαρτογράφηση, τεκμηρίωση) 11:00-17:30

11:00-12:00 Εισαγωγή φεμινιστικών σερβερ πίνοντας καφέ

12:00-13:00 Παρουσίαση ΚΝΜΦΠ και συζήτηση

13:00-15:00 Διάλειμμα και χορτοφαγικό γεύμα

15:00-17:30 Εργαστήρια

15:00-15:30 Πως έχουμε πρόσβαση σε σερβερ

15:30-16:30 Φεμινιστικά εργαλεία - Υποθετική γραφή [Speculative writing]

16:45-17:30 Συζήτηση


Πληροφορίες για το εργαστήριο: varia.zone και για το χώρο: Το Οχτώ

Το 2ήμερο εργαστήριο θα πραγματοποιηθεί στα ελληνικά και στα αγγλικά, και αποτελεί μέρος του προγράμματος European cultural program Culture of Solidarity Fund




Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Ηλέκτρα Λαζάρ: Λυρικό δοκίμιο για τον Deus Absconditus [Υπό τη μουσική υπόκρουση του Spiegel Im Spiegel του Arvo Pärt]




Σαν σήμερα, 29 Αυγούστου... 


Ο Ζαχαρίας, της Ελισάβετ, πατέρας του Ιωάννη του αποκεφαλισθέντα, που με τα χρόνια ο άνθρωπος άρχισε να τον βλέπει ως αποκεφαλιστή, έπεσε σε βαθιά σιωπή· τιμωρητική· θεϊκής ελεύσεως· ανάγιος και ανάπηρος μέχρι τη γέννηση.  

Έντεκα μήνες σιωπής και αφωνίας, ο άλαλος Ζαχαρίας μιλούσε μόνο με νοήματα, σ’ έναν κόσμο αναλυτό, μέχρι που σταμάτησε να προσπαθεί. Κι εκεί βρήκε στη σιωπή την αδειανότητα, τον ήχο που βγάζει ο χρόνος. 

Ο Ζαχαρίας που μας άνοιξε την πόρτα στο καταραμένο σπίτι, σ’ ένα σπίτι που ο πατέρας κλείστηκε στη σιωπή και ο γιος έχασε το κεφάλι, όσο κι αν τον βρίσκουμε αγιογραφημένο και μνημονευόμενο, πράο και ενάρετο, πάντα θα κοιτάζει κατάματα την εκδίκηση του χρόνου: ο Θεός έπεσε εξίσου σε βαθιά σιωπή. Το τάγμα του λιποτάκτησε· ο σταυρός ξεφλουδίζει μελαγχολία με τη μελαγχολία· η αδειανότητα του Παραδείσου γίνεται αισθητή όπως το σπίτι που ανοίγεται μετά από καιρό. Όταν όλα φεύγουν όμως, όταν όλα αποχωρούν ή γυρίζουν από κει που ήρθαν, σπάζοντας τον κύκλο, αυτό που μένει στη θέση του κύκλου είναι η σιωπή Του. Τίποτα δεν μένει αδειανό πια, γιατί στη σιωπή κατοικεί ο Θεός. Ο άνθρωπος ολομόναχος μετακινείται στη ζωή – μεγαλώνει με τη δική του αφωνία. 

Ο Arvo Pärt επέλεξε να βάλει τον άνθρωπο να ακούσει την απουσία, την σιωπή, να ακούσει τον λευκό πίνακα, το άφατο του αποχαιρετισμού, να ακούσει τον ήχο που βγάζει το βλέμμα μέσα από τον καθρέφτη και του καθρέφτη που κοιτάζει τον άνθρωπο. Να ακούσει τη θλίψη του πρώτου ανθρώπου του Αδάμ και το ποτέ της Εύας που το ποτέ της δεν έχει το ποτέ.  

Ο Arvo Pärt έδωσε μουσική στο αιώνιο βλέμμα, παραμορφώνοντας το πιάνο του, προσκαλώντας τον ανιαρό ακροατή να ζήσει μαζί με την απέραντη μοναχική φωνή του βιολιού και την επαναλαμβανόμενη ετυμηγορία του πιάνου, που λέει τα παρακάτω: ο άνθρωπος της ζωής, γιος του βουβαμού, δεν έχει πολεμική καταγωγή, αλλά μονάχα καταχνιά.



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

[γυναικείες] ταινίες στου Φιλοπάππου

Το Pugnant Film Series θα προβάλει σε μια σπάνια προβολή το Flaming Horse (chapters I & IV) της Μαρίνας Φραγκιουδάκη, αλλά και σχεδόν 20 χρόνια μετά τη δημιουργία του, το "Τι κολυμπάει και γελάει;" της Εμμανουέλας Φραγκιαδάκη. Ενώ τέλος το The Lie of the Land των Jacqueline Heeley & Philippe Faujas, μια ταινία που θα προβληθεί πρώτη φορά στην Ελλάδα, κλείνοντας το πρώτο μέρος των προβολών (53').


Στη συνέχεια θα δούμε την Φαουέγια της Μύρνας Τσάπα. Το πορτραίτο μιας γυναίκας, της Φαουέγια, που ζει τόσο κοντά και τόσο μακρυά μας.


Τέλος, στη μνήμη του Piero Heliczer, στη μνήμη του κινηματογραφιστή, ποιητή, ηθοποιού και εκδότη Piero, που έφυγε πριν περίπου 30 χρόνια στα 56 του χρόνια, θα δούμε τις μικρού μήκους ταινίες Dirt και Autumn Feast. Ο Piero Heliczer, εκτός από μπίτνκικ ήταν και το απόλυτο παράδειγμα του underground καλλιτέχνη, ονόματα όπως αυτά των Jack Smith, Andy Warhol, Agnus MacLise και Gregory Corso αποτέλεσαν μερικούς απ' τους εν ζωή και εν πνεύμα αδερφούς του.


Η προβολή θα γίνει παρουσία σκηνοθετ[ρι]ών.


17/7 ~ 21.00 Φιλοπάππου (μεριά Κουκακίου στο σημείο διαμορφωμένο πάρκο Φιλοπάππου)

Είσοδος από οδό Μουσών


Πηγή

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Υπογραφή του Kafka σε ένα γράμμα του προς την Milena Jesenska






 

Ο Søren Kierkegaard για τον Søren Kierkegaard






Η συγγραφική μου δραστηριότητα, τό εσωτερικό πάθος τής οποίας θα συγκινούσε και τίς πέτρες και που σε ορισμένα θέματα είναι άφθαστη, θεωρείται μια φτηνή απασχόληση, σαν τό ψάρεμα. Όσοι τήν αντιλαμβάνονται μέ ζηλεύουν σιωπηρά· οι υπόλοιποι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Από τούς κριτικούς δεν έχω τήν παραμικρή υποστήριξη. Μέ αντιγράφουν, μέ διαβάλλουν σε ανόητες διαλέξεις και συγκεντρώσεις, δίχως καν να αναφέρουν τό όνομά μου. Τούς αρέσει να μέ θεωρούν παράλογο· θέλουν να δουν αν μπορούν να μέ τρελάνουν περισσότερο. Κρύβω τήν πραγματική μου εικόνα και τά σπάνια χαρίσματα που μού έχουν δοθεί. Ο άνθρωπος τού δρόμου μέ φθονεί. Χαίρεται να διαπομπεύει τίς αρετές μου. Και όλα εξαρτώνται από τή διάθεση ενός τέτοιου ανθρώπου. Μέ παρηγορεί που είμαι εσωστρεφής, γιατί έτσι δεν βλέπω, δεν ακούω τί γίνεται γύρω μου.


Søren Kierkegaard, Το Ημερολόγιο ενός Διαφθορέα, μτφ Δημήτρης Μπέσκος, εκδ. Γαλαξίας, 1964



Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Ηλέκτρα Λαζάρ: Μαγδαληνή

 

Προσωπικό αρχείο, 2018

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ  Ή Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΜΗΝΑΣ;

 

Είμαι κι εγώ μία νύχτα πάνω από έναν καρφωμένο μάη

Μία οικία υπέρβαρης μοναξιάς  

και ανέγγιχτης καρέκλας

που κατεδαφίζεται

Από πάνω μου κρεμάμενες η σταύρωση και η πόλη

Μέσα στην απέραντη Κυριακή που με Παρασκευή Μεγάλη μοιάζει

Όσο κι αν σ’ αγαπώ

μίλησε η μαύρη σακούλα  η τεράστια πλαστική χειμωνιάτικη

που ‘χει μέσα στράκες   την κόρη κίσσα χαμηλόφωνη 

θάλασσες που κλαδεύτηκαν σαλεμένες

κι από τα επίγεια

να ακούγεται η μανιασμένη σέγα

 

Μίλησαν

Λόγια ώρας μισής λίγο πριν ακουστεί η πρώτη πρόκα

 

Και είπαν

Θα σε πληγώσουν




~ * ~



ΠΗΓΑΙΝΩ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΤΑΦΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Ι. Φονιάδες

 

Τα φίδια στα πόδια μου

Κι από πάνω η ισκιάδα της μουριάς της σαλεμένης

Η θαμπή Καμπάλα των ωχρών

Λίγο πριν πάψει το τελευταίο λάλημα πίσω από το σύρμα

Ήχησε και σήμερα το μικρό ξεπάγιασμα της καμπάνας 

 

ΙΙ. Δενδρώδες

 

Τι είναι αυτές οι πληγές;

Ήρθα και σε ξυπνάω πάλι  μεθυσμένη   σκοτίδα φωτεινή

κλώστρια   που η κάμα κάποτε με γδέρνει

μουριά σαλεμένη   που διαλυμένη κάποτε σ’ ανοίγεται

Καμία από αυτές δεν είναι εσύ 

Ακόνιτο στα χέρια και γύρω από τα μαλλιά σου

Ακούνητος ο χρόνος   ο χρόνος θαμμένος κάτω από τον σταυρό

 

Τι είναι αυτές οι πληγές;

Άρον κάνε το δέντρο να ψηλώσει κι άλλο

Τους μαύρους σπόρους   μαύρα κεφάλια

Την Κυριακή αυτή που με Παρασκευή Μεγάλη μοιάζει

Άρον να μου ονειρευτείς αυτούς που ονειρεύομαι

 

Τι είναι αυτές οι πληγές;

Φιλήσου με




Πρώτη δημοσίευση: Διάστιχο




Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Μέρος Γ΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση (Γεώργιος Βερίτης)


Ένας ποιητής που χάθηκε από τα γράμματα μέσα στον χρόνο  είναι ο Γεώργιος Βερίτης. Οι φιλόλογοι μαζί με την εκκλησία τον κατέταξαν στην δυσκολοχώνευτη κατηγορία του "χριστιανού ποιητή" κι έτσι σιγά - σιγά εξαφανίστηκαν τα ποιήματά του, κυρίως γιατί αναφέρθηκαν και διαβάστηκαν πολύ (όπως και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) κατά την περίοδο της Χούντας. Το σβήσιμο της δικτατορίας, έσβησε και ποιητές, όπως τον Βερίτη. Εντελώς ειρωνικά, ωστόσο, και σαν να το 'ξερε, υιοθέτησε το ονοματεπώνυμο αυτό (βαφτισμένος ως Αλέξανδρος Γκιάλας) που σημαίνει "σπορέας αληθινός". Απομένει από εμάς να βρίσκουμε αυτούς τους καλά κρυμμένους σπόρους και να τους φέρνουμε στην επιφάνεια, μέρες σαν κι αυτές. Ο Γεώργιος Βερίτης έγραψε για τις μέρες του Πάσχα με την παράδοση ακουμπισμένη στον έναν ώμο και την μελαγχολία στον άλλον. 




ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ   


Μεγάλη Πέμπτη, κι' έσκυψα γλυκά να σε φιλήσω,

σ' ένα φιλί, θερμό φιλί, τον πόνο μου να κλείσω.

Κι' εκεί π' ακούμπησ' απαλά στη θεία πληγή τα χείλη,

αλάλητα Σε ικέτεψα, στον κόσμο όσο θα ζήσω,

μπρος στο Σταυρό Σου να καή η ζωή μου σαν καντήλι. 




ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ 


Με την αυγή ξεκίνησαν και πάνε οι Μυροφόρες,

κι' είναι λουσμένες στ' ορθρινό το φως και χρώμα οι χώρες. 

Κι' εσύ ψυχή μου ξάγρυπνη, το μονοπάτι παίρνεις,

κι' αντίς για νάρδο κι' άρωμα τα δάκρυά σου φέρνεις,

π' ανάβλυσαν θερμά - θερμά στης αγωνίας τις ώρες. 




ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ 


Γαλάζιο φως και χρυσαφί τον κάμπο έχει γεμίσει,

και στέλνει ρόδινο ασπασμό η Ανατολή στη Δύση.

Μα εσείς, Μαρίες ευλαβικές, Μαρίες πολύ θλιμμένες, 

άλλο δεν έχετε στου νου το βλέμμα εμπρός κρατήσει, 

παρά δικές Του θύμησες γλυκές κι' αγαπημένες. 


Πάρτε με, κόρες της Σιών, στον ορθρινό σας δρόμο,

όλη τη νύχτα εσβήστηκα στη λύπη και στον πόνο. 

Τον Λατρευτό μου ας ξαναδώ κι' ας είναι και στον τάφο

- κάποιαν ελπίδα ανάστασης μέσα μου πάντα θάχω.

Πάρτε με , Μυροφόρες μου, στον ορθρινό σας δρόμο! 




ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ 


Κι' ενώ τα δάκρυα της πικρά κυλάνε έξω απ' το μνήμα,

δίπλα προβαίνει ο κηπουρός και σταματάει το βήμα.

Σήκω, Μαρία, και σπόγγισε τα βουρκωμένα μάτια!

Ακόμη αν δεν ανέβηκε στα ονειρευτά παλάτια,

ροχθίζει γύρω του η χαρά σαν πελαγίσιο κύμα. 




ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ, ΩΧΡΟΣ...


Σταυρωμένος, ωχρός, γυμνός, ματωμενος.

Μόνος. 

Ολόγυρά σου άπλωσε τα 

βαριά φτερά του ο πόνος. 

Γιατί 'ναι πορφυρά τα ιμάτιά σου

και το ένδυμά σου ως από πατητού ληνού; 




ΤΑ ΠΛΗΘΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ... 


Τα πλήθη που δεν μπόρεσαν να ιδούν το μυστικό Σου,

- το μυστικό που τόκρυβες σ' ανθρώπινη μορφή - 

για να σου κάνουν πιο πικρόν, Ιησού το θάνατό Σου,

όταν θα κράξης το "Διψώ" στου λόφου την κορφή

θα σε ποτίσουε χολή και ξίδι θα σου δώσουν. 


...Τα πλήθη! ω, ναι δεν μπόρεσαν να ιδούν το μυστικό Σου.

Μα ένας ληστής που ξεψυχά με πόνους στο πλευρό Σου,

μόνος αυτός της δίψας Σου το μυστικό θα νιώση,

και την ψυχή του σα δροσοσταλίδα θα Σου δώση.

                           ____

Τα πάντα μέσα μου γιορτάζουν 

κι' όλα Χριστός ανέστη κράζουν. 

                           ____




Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ 


Η πλάση κλαίει. Μοιρολογάν οι αύρες μεσ' στα δάση.

Στ' αγγελοπάλατα οδυρμός και γόος έχει ξεσπάσει.

Τ' αηδόνια πάψαν στα κλαδιά και σκύψανε ν' ακούσουν.

Δάκρυα τα ρόδα στάξανε, τον θείο νεκρό να λούσουν.

Φούσκωσ' η οδύνη τη φτωχή καρδιά και πάει να σπάση!




ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ 


Μεγάλο Σάββατο έφτασε, κι' ανάστα δε θα ψάλω!

Ό,τι πανώριο μέσα μου και θείο κι' ό,τι μεγάλο, 

το μάρανεν ο δισταγμός, και πια άλλο δεν κρατώ

παρ' ένα κίτρινο κερί, από παληά σβηστό...

Μεγάλο Σάββατο έφτασε κι' ανάστα δε θα ψάλω!




ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ 


Καμπάνες αναστάσιμες χτυπούν αλαργινά,

και μέσ' στο ροφοδέγγισμα της χρυσαυγής τ' Απρίλη

κάποιο αχολόγημα γλυκό κι ανάλαφρο περνά.

Πηδά η ψυχή μου σαν πουλί στα τρέμοντά μου χείλη,

κι' ένα ψαλμό πασχαλινό χαρούμενη αρχινά. 



(Βερίτη, Γ., 2010. Άπαντα. εκδ. Η Δαμασκός) 




Τρίτη 19 Απριλίου 2022

Μέρος Β΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση (Τάκης Παπατσώνης)



Γεννημένος το 1895 (δύο χρόνια πριν τον Καρυωτάκη), ο Τάκης Παπατσώνης θα εμϕανιστεί στα νεοελληνικά γράμματα από πολύ νεαρή ηλικία. Σε ηλικία 33 χρονών, φεύγει για το Άγιο Όρος όπου θα μείνει εκεί κάποιους μήνες. Η ποίηση του Παπατσώνη εμποτισμένη από την χριστιανική συνείδηση και τον μοντερνισμό τρέχει διακριτικά πάνω στις ράγες του σήμερα. Μονίμως ξαφνιασμένος επιθυμεί να μας μεταδόσει όλο το εικονοστάσιο των σκέψεων και συναισθημάτων του. Παρακάτω μία επιλογή από τα αναρίθμητα ποιήματά του που περιγράφουν το πασχαλινό συναίσθημα. 




ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

(Σχεδίασμα)

 

Λουλουδιασμένη Κούκλα, μαρόττα των τρελών.

Χρώματα χτυπητά, σε συννεφώδη μέρα.

Γυναίκες αξιοδάκρυτα ωραίες, κουρελούδες,

ξεδιάντροπες, μ’ ένα γαρύφαλο στο αυτί,

μουρμουρίζουν το τραγούδι τους, μασώντας τις κοτσίδες.

Κίτρινα, κόκκινα, πράσινα χρώματα,

μορφές χαλκές, πύρινα μάτια. Ένα μωρό

στα λεμονιά βαλμένο, κρατάει κούκλα λουλουδάτη

με το στεφανάκι της, καθώς τρελός επίσημα

κρατάει την μαρόττα του. Η μέρα συννεφώδης,

η συνοδεία είναι όλο και πρόλογος εντάφιος.

Οχτώ μέρες είναι πριν από το Ευλογημένο

Σάββατον· είναι τούτο σήμερα το δήθεν ήσυχο,

τούτο που κρύβει όλη την εντάφια κίνηση.

Οχτώ μέρες μετά, τ’ άλλα λουλούδια, οι βιολέττες,

οριστικά επίσημες και θλιβερές,

σταυροί καθιερωμένοι, θλίψη ενθρονισμένη

εντός ναών· σήμερα ακόμα περιοδεύει

το Είδωλο της Θλίψεως με ομάδα Εθνικών!

Οι ειδωλολάτρισσες γυναίκες, κρατώντας κουκλί

από πανιά κουρέλια με το στεφανάκι,

προλέγουν – αιώνιες μάντισσες αυτές οι γύφτισσες,

την Εβδομάδα της Θρησκείας! Στα δρομάκια,

στις αυλές, στις συνοικίες, σκόρπιο χύθηκε

χρώμα δυνατό. Ακατάρτιστη θλίψη.

Ακατάρτιστη, συγκεχυμένη προφητεία

πραγμάτων μεγάλων, που δεν είναι τρόπος νους να ιδεί

παρά έτσι, στις παρόδους, από γυναίκες της Γυφτιάς.

Οι Λιτανείες της Πέμπτης πούρχεται, της Μείζονος,

με το Νιπτήρα, τα Έλαια και τη διαλείπουσα Λειτουργία της,

προφητευμένες, έτσι, στις παρόδους από σπέρματα Γυφτιάς.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

 

Τρεις Καλογέροι εβαίνανε τη χαραυγή στη στράτα

για ν’ ανασάνουν του πρωιού τ’ αεράκια τα μοσχάτα·

και στο μισόφωτο, γλυκά γλυκά, σαν Υμνωδία

αγγέλων, σκόρπισε θαμπή μιαν άγια μυρωδία,

που κάθισε απαλά, ως λυγμός, στα κούφια μεσοκάρδια

των Καλογέρων, που διψάαν για τέτοια όμορφα χάδια·

λιγώνουνται οι ταλαίπωροι, κι αγιάζουν, και φιλούσιν

τους ώμους τους, νομίζοντας πως, τάχα, ιερουργούσιν

πασχαλινές Αγάπες, και, δίχως ορμή ανασαίνουν

το στάλαγμα της μυρωδίας, και το μεταλαβαίνουν.

Κι ευθύς ο γεροντότερος σιγηλά καβαλάει

κάποιο γαϊδούρι, που έβοσκε στον Κάμπο εκεί πλάι,

και η ακολουθία των άλλων δυο, ίδιο αγιαστό κοπάδι,

διαβαίνουν με τον Σεβαστόν Ηγούμενον ομάδι,

όσο που φτάνουν σοβαρά, επισκοπικά, στο Φρούριο,

στο Μοναστήρι, πούν’ μακριά από κάθε τι καινούργιο,

και με σφυράκια ολάργυρα βροντάν τη στέρεα πόρτα

(που ανοίγουν τα δυο φύλλα της, και στέκουνται ολόρθα,

γιγαντωμένα), και στρατοί Μαυροφόρων Οσίων

τιμώσι τον Ηγούμενον, με κλάδους των Βαΐων.

Και ύστερα, καθώς είν’ λευκοί από την πολλή νηστεία,

σφαλάν την Πύλη, κι αρχινάν την ιεροτελεστία.

Τι δεν οραματίζεται τινάς σε κεια τα βάθη,

που μέλλουνται να θρηνηθούν πιστά τα τίμια Πάθη.

Θυμιατά, Αξαφτέρυγα, Λάβαρα, σ’ έναν γύρον

Διακόνους, φέρνοντας το Φως των Δικηροτρικήρων,

και Στέμματα χρυσάργυρα, και πένθιμα Ωμοφόρια,

(βελούδα, με κεντήματα λευκών ανθών), – και χώρια

τις μελωδίες από τις Άρπες, και από τα Βιολίνα,

και από το Θείον Όργανον, ή από τ’ απλά Κλαρίνα,

ή απ’ τις φωνές των δυο Χορών, που κλαίνε αληθινά

ψέλνοντας το θριαμβευτικό και πένθιμο Ωσαννά!

………………… Μετά, στα Εσπερινά,

αφού τελειώσει η τελετή των πράσινων Βαΐων,

τα ορναμέντα κρύβουσι, και ψέλνουν το Νυμφίον.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

ΒΑΪΑ

 

Στο τεφρό Σπήλαιο, πόχουμε για Ερημητήρι,

πήραν μιαν άλλη χροιάν οι Ακολουθίες.

Να, οι Προσευχές, που από γλυκό Λιβανιστήρι

παρ’ από στόματα, μας περιρρέουν, πιο θείες.

 

Και τα δοξαστικά χλωρά κλαριά Φοινίκων,

τιμητικά της ζωντανής θεϊκιάς Ουσίας,

μορφήν ελάβαν μυστική στον τεφρόν οίκον

λαβάρων τίμιων, βελουδένιας Ικεσίας.

 

Να η Λιτανεία, που προχωρεί, με ποια αρμονία,

δισταχτική, μην την εβρεί τίποτα ξένος,

κακός αχός, και ταραχτεί η αγνή Θυσία,

και ταραχτεί, σε απόσκιαν άκρια, ο Εσταυρωμένος.

 

Να η Λιτανεία, θυμητικής τέτοιας μανίας.

Μα όπου η αλόη, και όπου η χολή, τώρα ύμνος, αίνος.

Και όπου κορόιδον, ύμνος, αίνος. Της Θυσίας

το Θύμα και το Σέβασμα ο Εσταυρωμένος.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 


 

ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

 

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,

που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Αναβαθμοί προς Παρνασσόν], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 


 

ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟΝ

 

Aestatem et Ver, tu plasmasti. Σε σύγχυση έρχονται

πάλιν οι Ώρες. Και ενώ απέχει ακόμη τόσους μήνες

της φλογερής αμπέλου η συγκομιδή· ενώ το στάγμα

είναι μακριά, το ευώδες, του οίνου, σήμερα, πριν το γέρμα,

συναντούμε στο στρατί του Αμπελώνα εξαίφνης

το ερύθημα του ιματίου σου. Πώς, καθημαγμένος,

έρχεσαι, άνθρωπε, με βυσσινιές κηλίδες απʼ το Πατητήρι;

Πού βρήκε πάλιν τον καρπόν, αρχή του απρίλη,

και πάτησε ο μονογενής μου; Και όμως το χρώμα

πυρώνει του χιτώνα σου αιμάσσον· και όμως οι απόπνοιες,

στη διάβασή του που κυλούν, απόπνοιες Σταφυλής·

και ως έρχεται καταντικρύ του δύοντα ήλιου, με τα πορφυρά,

αλκή επιδείχνει εκεινού που αχνίζει ακόμη

από χυμούς Βοτρύων και που επιστρέφει

στο σπίτι, πρι διαβάσει, για κατάπαψή του.

 

Ομνύω, πως πληγές δεν είναι, ουδʼ αίμα σου, ό,τι σε βάφει.

Και μολονότι ορθώς ερρήθη, πως από πληγών σου

εμείς ιάθημεν, συνδυάζει εντούτοις η ευσταθής

πρόοδο σου και η δόξα της γραμμής του ήλιου, που ακολουθείς,

εικόνες που έπονται του Τρυγητού, Τρυγητού αφθόνου,

όταν το γέννημα πατιέται και ο χυμός του,

κάτι περσότερο παρά ευώδης, κυλά, ζωηρός

και κόκκινος, και μεταγγίζεται στις διψαλέες

από την κάψαν άγριου θέρους στέρνες,

να γίνει της τρυφής το δώρημα, το πλήρωμα του Ποτηρίου.

Και ας συγκεράννυνται, ιδέα του αίματος, κατά το ρήμα σου,

με ιδέα του οίνου· εμείς χρεωστούμε το θεσπέσιο γεγονός

σε εσπερινή συνάντησή σου, τότες που επίστρεφες από Αμπελώνα

παράκαιρα, ως εκ θαύματος, καρποφορήσαντα, παράκαιρα

συγκομισθέντα, παράκαιρα δουλεμένο.

Αλλʼ αν εσύ έχεις το κράτος και συμμιγνύει

τις Εποχές που μόνος σου όρισες, εμείς, ως χτίσματα,

και την παράκαιρη τούτη σύμμιξην, ομού με τʼ άλλα,

in coena domini, με την κατάνυξη που πρέπει, τελετουργούμε,

αλλά και πάλι, όταν οι Ώρες το καλαίνουνε

όταν με τον Κανόνα πια, και όξω του θαύματος,

καρπός Αμπέλου έρθει τη γης να επισκεφθεί,

θα σου μνησθούμε, μέσα στο καύμα, –θα σου στηθεί

διʼ ημών γιορτή μεγίστη, που τα ουράνια Γεννήματα,

Σίτος και Οίνος, θα δοξασθούν όξω του πάθους, όξω αιμάτων:

μέσα στο τρίξιμο του Τζίτζικα και στο άναμμα του Πεύκου,

πάλι θα ρεύσει ο Οίνος, που, τώρα, αόριστα

μάς στέλνεται η ανευωδιά του με τις Βιολέτες.

 

Όμως τι κάθουμαι και ανιστορώ, σε ώρα του πάθους,

αλλότρια λόγια. Ό,τι και αν λέγω, εικόνες,

αναμίξ, προφητείες με τʼ αναγνώσματα, κλαυθμηρισμοί,

δεν είναι αρμόδια. Δεν το βαστώ και θα το κράξω, όποιον χιτώνα,

όσο ποικίλο, και αν φορείς και ο Μέγας Ήλιος

όποια και αν αίγλη σού προσδίδει, σε όποια Κελλάρια

πάμπλουτα και αν έχεις βουτηχθεί, όμως αιμάσσεις.

Πολυκαλά την ξεύρω την κατάπαψη και το είδος της.

Τι σε περίμενε, σαν γύρισες από τον Τρύγο.

Έλα, στην ερημιά που σε συνάντησα· δώσε Κηλίδα

του ιματίου σου στα χείλη με περιπάθεια να την στραγγίξω.

Του πόνου δώσε κοινωνία στο διαβάτην, όχι της τρυφής.

Θρόμβους, που απλώσανε σε αυτό το ιμάτιο και το κηλιδώσαν,

δώσε τους και κατεύνασέ με· μη τους λυπάσαι.

Και μετασκεύασε, στου Αμπελώνα τα μονοπάτια

που σε συνάντησα, το κούφιο εκείνο, σε ρώση, και το άδειο,

που η στέρησή σου γεννούν εντός μου, της αρρωστίας.

Κηλίδα του χιτώνα σου άφες με να γευθώ,

κηλίδες άθλιες ιδικές μου να σβεσθούν.

Ου φίλημα σοι δώσω, καθάπερ Εκείνος.

Το μόνο που έμαθα, είναι των αρρήτων

καταδότης πλέον να μην είμαι· το δε μυστήριο,

που μου έφθασε ως τις ακοές, δεν διαλαλώ,

κρατώ του εαυτού μου· και την Κηλίδα, που ζητώ,

την θέλω του εαυτού μου. Να πιω και να βοήσω

που έπαθες, που κεντήθης, που λαβώθης,

που, κατάκριτος, έφθασες μέχρι τα κατώτατα της συντριβής,

εκεί αψηλά στημένος, Αμπέλι θεόρατο, περιπλεγμένο

με Κούτσουρο, στην πιο μεγάλη ανύψωση, τότες που ιερουργεί,

όχι Ιερέας, όχι Επίσκοπος, όχι ο της Ρώμης Πρώτος,

αλλά ο Γεχωβά, σφαγιαστής του σπλάχνου του υπέρ αναξίων.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

 

IN PARASCEVE

 

H τελευταία καμπάνα σήμερον ηχεί, σμήνος πουλιά

που προσπετάν. Ψυχή του Μέλους η περίκλειστη

στην φύση του Μετάλλου, εγκαταλείπει

σήμερα για πολύ τον όρθιο Περιστερεώνα της.

Τραβά προς αψηλά. Αφού έδωσε το περισσό της·

αφού έμαξε τα πόδια του Ενοικούντος,

από το μύρο ακόμη υγρά – πούθε ειλημμένο!

τραβά να μεταδώσει τώρα τα βουβά

μηνύματα, έξω του Πύργου της του συνήθους.

Άλλοτε κόμη σκόρπισε γυνή για νʼ απομάξει

τα πόδια ανθρώπου αξίου. Την κόμη εκείνη

που ο άνεμος φουντώνει και που, ανεμιζόμενη,

δείχνει το υπέροχο του όντος και το περισσό.

Αυτή η περίσσεια, αυτή η υπερβολή,

το άχρηστο τούτο πλούτος, σούρθη και δόθη

σε πόδια δεόμενα. Indigent pedes

dominci superfluam hanc caritatem.

Αλλά τα πόδια φύγαν. Και το μάκτρο τώρα

πετά ναν τάβρει. Εντύθη Μέλος πράξη της συμπάθειας,

η πράξη πόκλεινε το σφόγγισμα. Και καθώς είναι

το Μέλος φτερωτό, συμπόνια συνεπήρε

και τραβά νʼ ακολουθήσει τον φυγόντα στην ερημιά του.

Τούτο είναι το ιστορικό, που απομείναμεν

εμείς με το βουβό μας τριήμερο, με ψόφους

κροτάλων, γήινα πράγματα, δίχως απήχηση,

στεγνά, δίχως φτερά, να προσδοκούμε

σάλπισμα μέγα, της Εξαναστάσεως, ξανά,

το ηχηρότατο, με απόδοσην εντός των διαστημάτων

και με κατοίκησην εκ νέου του ερημωμένου

Περιστερεώνα από το περισσόν και το υπερβάλλον,

του οποίου εντούτοις τόσο δεόμεθα.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

 

Μάτην φυλάσσεις τον τάφον, κουστωδία.

Ου γαρ καθέξει τύμβος αυτοζωίαν.

(Από το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας)

 

 

Το Μόσκο τον τιμιώτατο, το σπάνιο Ροδόσταμα

σού κόμισα στον τάφο σου, κατά το πούχα τάμα.

 

Ξεβούλωσα τη Λήκυθο, και ρέει το πηχτό Μύρο.

–Μα, έλα που η Πέτρα η λαξευτή, σφαλνάει το Θεό μου γύρω.

 

Μα και την πλέρια την Υδρία των άφθονων Κλαυμάτων

την ξεσκεπάζω, και οι λυγμοί παίρνουν μορφή αρωμάτων.

 

Όλες οι θλίψεις οι γλυκειές, γενήκαν πικριές Κρήνες

και ίδιες Πηγές φαρμακερές, τεφρές, οι ωραίες οδύνες.

 

Δε θα κατέρθει Όρνιο και Αιτός, για να σε συναπάρει

από τη Σταυρική Ομορφιά. Κακό σε κλείει σουδάρι.

 

Τα γένη των Πετούμενων δεν έχουν τι να κάνουν,

παρεχτός, πλάι στην Πέτρα σου, λυπηρά νʼ ανασάνουν.

 

–Μα όχι. Τον τάφον έραναν αι Μυροφόροι μύρα,

και πλάι μʼ αυτές κιʼ εγώ μαζί περμένω το Σωτήρα.

 

Γιατί όφθηκα όραμα να σειέται η ασπράδα του Μνημάτου

και του θανάτου να χαλνάν τʼ αρχοντικά τα κάτου.

 

Και ο Αμνός, το Σφάγιο, να γενεί με μιας Λαμπρής Λεοντάρι,

που, του απλωμένου πριν Νεκρού, να μη δειχτεί σημάδι.

 

Τη στιλβωμένη τη Ρομφαία κρατάει ο Αναστημένος,

και πανοπλίαν αγγελική, χαρμόσυνα ενδυμένος –

 

τον αντικρύζω ονειρευτά, με ορθά της Πίστης μάτια,

να μου σαλπίζει τη Δροσιά στα καημένα μου μάτια.

 

Και μετεωρίζομαι έξαλλος, μπροστά σε Νόμους ξένους,

κατανυσσόμενος με Ειρμούς, Μεγαλυνάρια και Αίνους.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 


 

 

ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 

Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει

και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

 

Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,

των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

 

Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε

με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

 

Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,

ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη Μετάνοια.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Ο Ενιαυτός], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 


 ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ

 

Ω μακαρία νυχτιά μέσα στο χρόνο,

ξεμονάχιασμα ψυχών στη φυλακή

την πρώτη του Όρθρου και πλουτισμός

των κρεμάμενων άστρων, λες και θέλουν,

πριν σβήσει σε αχνές εωθινές, να δείξουν

πόσες δυνάμεις ξαγρυπνάν για μας.

 

Συμμαζωχτόν, εκεί δα, στη ρίζα της ελιάς,

ένα δέος το σαλίγκαρο πριν την ώρα ξυπνά

και τεντώνει τα κέρατα με αδημονία

να εξακριβώσει, τι παραλλάζει απόψε.

 

Τέτοια γαλήνη, τέτοια απανεμιά.

 

Μονάχα αν καταπόθηκε με μιας

για πάντα η καταβόθρα του θανάτου

θα εξηγιόταν η μαγεύτρα αυτή νυχτιά.

 

Φαντάσου κι’ αν κανένας μέγας Θεός,

κρατώντας σύνεργα της παντοδυναμίας Του,

βάλθηκε, κινημένος από συμπόνια,

τα έγκατα της μαυρίλας να τρυπήσει,

να καταργήσει αυτόν τον Τρωγλοδύτη

που μας θερίζει ωμά χιλιάδες χρόνους.

 

Στα θάμνα έπεσε ο Βέγας!

 

Να, η Πυγολαμπίδα,

και το σκοτάδι το πλουτίζει ένα σμαράγδι.

Πώς κύλησε στο μαύρο χάος, πυρήνας

μιας δημιουργίας η σιωπηλή αναγάλλια

με τα πλουμίδια της, μικρούλα λυχνία.

 

Ένα νεράκι κελαρύζει λίγο πέρα

κι’ έρχεται, σαν να επλέχτη ο κέλαδός του

στο νύχτιο αυτό τοπίον της παρηγόριας·

 

αλλά και μιαν ανευωδιά, σαν πρώιμου ρόδου,

άτονα μύρα, έτσι δειλά, αναδίνει,

κι’ ένας παλμός σταχτής φτεροκοπά

το νυχτοπούλι, συντροφιά κι’ αυτό κρατώντας.

 

Όσο για τ’ άλλα, όλα σωπαίνουν· το αεράκι

δεν ήρθε· ανασασμός άλλος, κανείς,

εξόν τα λίγα αυτά ιερά στοιχεία

δεν ξαλαφρώνει κανένα βαρύ στήθος.

 

Όλα είναι ακόμη φοβισμένη ευδαιμονία.

 

Όλα είναι ακόμη θάμπος κι’ έκσταση.

 

Όλα είναι καλωσύνη και ξεκούραση.

 

(Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Κατευθυνθήτω], εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

 

ΤΟ ΝΕΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΔΟΥ

 

Στρώνεται πάλι της χαράς το τραπέζι,

στρώνεται με λινά· η πνευματικότητα,

το κάνει όλο ν' αστράφτει, να λαμποκοπά.

Νύφη είναι, η λαμπροφορεμένη, όλο λουλούδια;

Σπιθίζουνε τα κρύσταλλα, σαν να τρυπά

το φως, που μελιχρά κεριά του στέλνουν.

 

Η είσοδο της γυναίκας, η είσοδό μου

τελείται με σιωπή μοναστηρίσια.

Κι' αν η κόρη χαρούμενη μπαίνει,

αν της ροδίζει το πρόσωπο το γέλιο,

είναι έτσι αγνή, που δεν χαλνά τον ύμνο.

 

Παίρνοντας το ψωμί στα δάχτυλά μου

να κόψω, να μοιράσω σ' έναν έναν,

ακούω την κόρη, πρώτη, ν' ανακράζει,

σαν το πουλί, δίχως συγκρατημό:

"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω..."

 

Κι' οι τρεις μαζί με μια φωνή ενωμένη

"ζωήν χαρισάμενος" προφέρομεν, ενώ τα ποτήρια

γεμίζω με το κόκκινο κρασί προς όλους.

 

Ας είναι η δόξα του Θεού μεγάλη,

που ξαναφούντωσε για μας τούτη τη ζέστα

στην καρδιά του σπιτιού μας πάλι εφέτος

σε μια νύχτα του τόσο εαρινή.

 

Σα γεύομαι το δείπνο τούτο εντούτοις

και σαν αντλώ κρασί της ευφροσύνης

τα περασμένα βλέπω να σιμώνουν.

Αχ, το τραπέζι μας δεν είναι συνθεμένο

καθώς το ξέραμε· μια θέση μένει

τώρα αδειανή και λίγο λίγο πέφτει

μια σκιά και γνώριμη κι' υπόμονη

και πικραμένη και χαϊδευτικιά κι' αγαπημένη

και κάθεται στη θέση που είχε πάντα.

 

Αναστημένη να την πω, δεν είναι αλήθεια.

Ζωντανή στην ψυχή μας παρουσία

βέβαια και είναι· αλλά πως δεν νοθεύει

τη χαρά τώρα η πνοή της που έχει γίνει

για όλους μας σκιά θαμπή, δεν είναι αλήθεια.

 

Κι' είναι μητέρας τούτη η σκιά η θαμπή.

Απλώθη ένα παράπονο κι' επιμένει.

 

Όσο το Πάσχα αν είναι έτσι τερπνό·

όσο αν φυσάει τέτοιο γλυκόπνοο πνεύμα·

όσο αν λουλούδια η γης ξαναφορτώθη·

όσο πουλιά κι' απόψε αν ξαγρυπνούνε·

όσο αν βουίζει αγάπη το τραπέζι μας·

όσο αν η αγάπη του Χριστού μας ζώνει·

όσο αν Ετούτος νίκησε κι' εγέρθη,

 

- μητέρας είναι τούτη η μαύρη σκιά,

 

- μητέρα λείπει εφέτος απ' το δείπνο,

που αλλού γιορτάζει, όχι με μας, απόψε.

 

 (Εκλογή Α΄και Β΄Ursa Minor [Κατευθυνθήτω], εκδ. Ίκαρος, 1988)




 

 


Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Μέρος Α΄: Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση (Κική Δημουλά)


Η Κική Δημουλά σχεδόν σε όλα της τα βιβλία γράφει για το βάρος της Μεγάλης Εβδομάδας, την μοναξιά της πασχαλιάτικης εξοχής, μας δίνει εικόνες σταματημένου χρόνου. Δείχνει τις καμπάνες του Όρθρου και των Εγκωμίων, το τρεχαλητό των οικογενειών, τις αναμμένες λαμπάδες και στην άκρη τον άνθρωπο της Μεγάλης Παρασκευής, μονάχο. Τον άνθρωπο αυτόν που δεν έχει πού να πάει, αλλά κυρίως δεν έχει λόγο για να πάει. 



 

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ


Το Όχι είναι δισύλλαβο:

βρέ-χει.

Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,

δεν βρίσκει ταξί,

οι συνειδήσεις συνωστίζονται

στον ίδιο μονόδρομο,

όλοι νίπτουν τας χείρας των,

μάλιστα τέτοιες μέρες.

Το Όχι είναι δισύλλαβο,

η ψιλή και η οξεία στο ο

κεντρώνει το Όχι, μονόγραμμα των ημερών.

Το παράθυρο είναι δίφυλλο,

η ψιλή και οξεία βροχή

το κεντρώνει,

μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.

 

Οι καμπάνες οι πένθιμες

ανοίγουν αυλάκια στον αέρα,

χύνονται και ποτίζουν εκτεταμένες ατονίες

ωσότου κάποια απόσταση απότιστη

να τις απορροφήσει.

Οι καμπάνες, ασχέτως τού πένθιμες,

πάντοτε κάτι αποχωρίζουν,

πολλώ μάλλον οι πένθιμες.

Οι καμπάνες φορτώνουν

βαλίτσες στα πούλμαν,

τα τρένα τρέχουνε, ξεσκίζουν

και βάζουν κλήρο

στα ιμάτια των τοπίων.

 

Σταύρωσον, σταύρωσον

τα χέρια σου στο στήθος…

Τι άλλο να κάνω;

Ποιο μέτρο να κινητοποιήσω;

Πού ξέρω από πού

φεύγει το κάθε πράγμα;

Κάθε κατεύθυνση έχει το άλλοθί της.

 

Οι πασχαλιές εσταυρωμένες

σ’ ένα φθηνό ανθοδοχείο

εμψυχώνουν το άρωμα του θανάτου.

Τα μάτια σου

είναι οι δύο ληστές,

εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.

 

Το Όχι είναι δισύλλαβο,

επιμένω

βρέ-χει.

Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν,

όπως ξεχειλίζουν τα ποτήρια

στα άλλα πάθη που εορτάζουμε.

 

Οί εκκλησίες ξεχειλίζουν

αγάπα τον πλησίον σου…

Απαίτηση,

που μες στη ρύμη και τη γλύκα των ψαλμών,

περνάει σαν εύκολη αγάπη

και χάνει τη θεία απανθρωπιά της,

το θείο ανεφάρμοστο.

 

Στην κοπιώδη πορεία τού δεηθώμεν

τα μεγάλα κεριά προχωρούν,

τα κεριά της δραχμής μένουν πίσω.

Τα μικρά κεριά κουράζονται εύκολα,

λυγίζουν και διεκτραγωδούν

το αντίτιμο τους.

Η ανισότης των κεριών

αναλιώνει μυσταγωγικά.

Ο θεός τους ο νεωκόρος

τα ρίχνει στον Καιάδα της ανατήξεως.

 

Ξεχειλίζουν οι εκκλησίες.

Δεν χωράω, δεν πειράζει.

Θα μάθω το τετέλεσται

από άλλη πηγή.

Πιο θετική

 

(Το λίγο του κόσμου, εκδ. Ίκαρος, 1971)

 

 

 

Η ΑΠΑΡΗΓΟΡΊΑ

Μεγάλη Εβδομάδα

 

Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα,

διορατικά μυρίζουν

όταν κάτι δεν πάει καλά,

κάτι απογοητεύει πάλι.

 

Η Μεγάλη Εβδομάδα,

όπως στάζει κερί και τάμα

στη θρησκόληπτη ανάμνηση,

στην άθεη απουσία.

 

Η Κυριακή του Νυμφίου,

όπως αναστατώνει,

βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο

στις αφίξεις.

 

Οι διάφοροι Νυμφίοι,

που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,

κάποια διήμερη εκδρομή,

κάποια ευκολότερη θρησκεία

που την ασπάζονται.

 

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή

σε κάθε βήμα,

όπως κατασταλάζεις για το έθιμο,

έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες.

 

Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,

περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

 

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή,

τα περιστύλια της υπομονής,

τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις

τον ετήσιο Ιούδα,

που αργεί να ’ρθεί

από το ράφτη, από τον κουρέα.

Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις

για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

 

Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση

κι η απαρηγορία,

ο νηστικός της ήχος

όπως λιποθυμάει

στα εαρινά αρμόνια

των καθολικών απογευμάτων.

 

Οι αργίες,

οι αργοπορίες,

οι αγριότητες,

όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

 

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε

κι έφτιαξε τη ζωή του.

 

Η Μυροφόρος έλλειψις,

που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

 

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων

τη Μεγάλη Εβδομάδα

και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

 

Η Αγία Επανάληψη,

η θαυματουργή,

η αχειροποίητος,

όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,

θαμμένη

σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,

σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον.

Όπως την πιστεύω.

 

(Το λίγο του κόσμου, εκδ. Ίκαρος, 1971)

 

 

 

ΚΑΙ ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ ΙΝΑ ΕΙΣΕΛΘΩ ΕΝ ΑΥΤΩ

 

Ι.

 

Αγαπητέ Κύριε,

τυχαίνει να περνάτε τακτικά

μπρος απ' τις ώρες μου

κι εγώ να είμαι πάντα εκεί

και να σας βλέπω

όπως οφείλω να βλέπω

- μεγάλος κόπος για την όραση -

ό,τι περνάει.

 

Σας βλέπω,

προφταίνω το τρεχούμενο βλέμμα σας

- άρα δεν είναι όλα ξεροπόταμα -

μειδιάτε

- άρα υπάρχουν όχθες -

χαιρετάτε,

ήχος πετούμενος,

και περνάτε.

 

Εγώ, κύριε,

σας αποδίδω μάλλον

σε φαινόμενο αντικατοπτρισμού

και σε απόηχο ονείρων γυρολόγων.

 

Οι ώρες μου όμως σας πιστεύουν.

Μόλις φανείτε σταματάνε·

μες στα ρολόγια, μες στα δεδομένα,

μες στα οφθαλμοφανή,

μες στη ρευστή τους μοίρα,

σταματάνε,

καταμεσής στην αδειοσύνη τους,

κι εκείνο το σπαρακτικό

«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται»

για σας το λένε.

Δικαίως.

 

Γιατί

ενώ απλώς περνάτε

ενώ σχεδόν στ' αόρατα συγκαταλέγεστε

κάνετε εντούτοις ένα θαύμα:

τις γεμίζετε.

Πόσες φορές μάλιστα

«εν τω μέσω της νυκτός».

 

ΙΙ.

 

Ως το απόγευμα εκείνο

ποτέ δεν είχε ξανοιχτεί

στα βαθιά του προσώπου του.

Το κοίταζε μονάχα με απορία,

όπως κοιτάμε

ένα κλειστό, επ' άπειρον, παράθυρο.

Ήξερε μόνο πως τα μάτια του

ήταν πολύ μεγάλα,

και πως, σαν έβρεχε,

γινόταν της βροχής

η μυστική δίοδος.

 

Όμως, εκείνο το απόγευμα, ξανοίχτηκε.

Απέραντα ήτανε τα μάτια του.

Και πώς της φάνηκε

- εξ ουρανού στιγμή -

πώς της φάνηκαν άραγε

σαν δυο καινούριες πόλεις υπερούσιες,

άσπρα καμπαναριά ζωής γεμάτες

κι άπταιστους δρόμους προς τη μέρα,

ακιλήδωτη μέρα,

ίχνος Ιούδα πουθενά,

δύο παραθαλάσσιες πόλεις

με θάλασσα καλή

που μόνο φέρνει:

χαιρετισμούς από το νέο κόσμο

αδιάβαστα βιβλία

αδιάβαστους καιρούς

σχέδια να κοπούνε οι ώρες

σε θείο μέγεθος, κι άλλα, κι άλλες

πραμάτειες του ονείρου.

 

Κι ύστερα πώς της φάνηκε

ότι η φωνή του

ήταν ο ζωτικός, ο πρωινός, ο πρέπων θόρυβος

των πόλεων αυτών,

κι ακόμα

πως οι κινήσεις των χεριών του

τον ακύλιστο χρόνο κυλούσαν

στις πόλεις αυτές.

Έτσι της φάνηκε.

 

Ώσπου κατέβηκε η ομίχλη.

Αυτή η ανελέητη ομίχλη που εμφανίζεται συνήθως

στις φευγαλέες ονειρώδεις πόλεις

που οικοδομούμε ανερώτιστα

μέσα σε ξένα μάτια.

 

(Επί τα Ίχνη, εκδ. Ίκαρος, 1963)

 

 

 

 

ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ ΜΥΡΩΝ

 

Ακόμα νύχτα λέγεται εκτός εάν

εν λευκώ αισιοδοξείς. Από παντού

με χαιρετούν σκούρα μαντίλια ακυμαντότητας

χαμομηλιών αναπνοές κλεφτοφάναρες καθώς

κατευθύνονται προς την ευωδιά της ενορίας τους.

 

Ψηλόλιγνες χρυσαφιές βελόνες

μπηγμένες κατακόρυφα

στο τρεμουλιάρικο κορμί της αντανάκλασης

από αναμμένα ακόμα φώτα σπιτιών και καϊκιών

μοιάζουν στραβά κεράκια αναλιωμένα

σε χέρια αμαρτωλά επιφανειακών νερών.

 

Ταξιδεύω. Συγκρούσεις σταυρών·

παρακάμπτω διασχίζω το Μεγάλο Σάββατο

και τη μικρή μου χρήση ολοταχώς

για να προφτάσει ο πιστός προορισμός μου

κάποιαν ανάσταση ληστών προσδοκώμενων.

 

Θα σε υποστηρίξω.

 

(Χαίρε Ποτέ, εκδ. Ίκαρος, 1988)

 

 

 

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

 

Υπαίθριος καιρός.

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.

Φορτωμένες.

Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι.

Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες

οι λιποψυχίες μας.

 

Ατελής η ελαιογραφία.

Να ξαναδοκιμάσω.

 

Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο.

Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαμιά

η αστραφτερή του τοπίου αγνότητα.

Φύσει καταδότρια η αθωότης.

Αυτή δεν μας παρέδωσε

για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια

στην απώλειά της;

 

Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι.

Τη θάλασσα.

 

(Χαίρε Ποτέ, εκδ. Ίκαρος, 1988)

 


ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

 

Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν

οι άγιες μέρες μεταξύ τους

κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου

 

όχι για να εισέλθω μολονότι

κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ

με προϋπηρεσία έντιμη μακρά

έξωθεν του Νυμφώνος.

 

Βγες άφοβα.

Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ

το φίλημα εκείνο που έριξες

από το ύψος ευγενέστατης ευχής

Καλή Ανάσταση

και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου

ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε

στο δίσκο του εθίμου;

ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα

περιγελαστική;

ήταν μια γενναιόδωρη έμπνευση

πτωχής αδιαφορίας;

 

Σε ρωτώ

γιατί δε είδα ταμπελίτσα

δεν είδα να αναγράφεται

το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης

ούτε και είδα τυπωμένη

τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά.

 

Ανώνυμο τελείως

λαθραίο δηλαδή το πώς να αισθανθώ.

 

(Χλόη Θερμοκηπίου, εκδ. Ίκαρος 2005)





ΠΑΣΧΑ ΠΡΟΣ ΣΟΥΝΙΟΝ

 

Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη

λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά

την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.

Στην άκρη του γκρεμού,

που συγκρατεί το θέαμα,

ευωδιάζει ο ίλιγγος

κατρακυλούν αυτοκτονίες…

 

Αριστερά, η εποχή,

Σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.

Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,

έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.

Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού

επάνω του ακόμη ξεχασμένο

το πάθος της σταυρώσεως παρατείνει.

Περί διαγενομένου του Σαββάτου,

Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων

ιδέαν δεν έχει.

Σύμπτωσις:

Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος

ουκ αποκεκύλισται·

ην γαρ μέγας σφόδρα.

 

(Επί τα Ίχνη, εκδ. Ίκαρος, 1963)