Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Ημερολόγιο: Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Σαρλ Μπωντλαίρ


Το EL VIAJE music bar (Κολοκοτρώνη 45, Βύρωνας) και το Βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ σας προσκαλούν στην εκδήλωση με τίτλο: «Τα άνθη του κακού: Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Σαρλ Μπωντλαίρ», το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 9.00 μ.μ.

Θα μιλήσει ο Γιάννης Δημητρακάκης, Επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Ποιήματα του Μπωντλαίρ θα διαβάσει ο ποιητής Δημήτρης Ξυδερός


Ημερολόγιο: Αφιέρωμα στον Χόρχε Λουίς Μπόρχε


Για τον διάσημο Αργεντινό συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες και το έργο του θα μιλήσουν οι μεταφραστές του Αχ. Κυριακίδης και Δ. Καλοκύρης με αφορμή τις νέες εκδόσεις «Άπαντα τα πεζά» και «Ποιήματα». Την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014 και ώρα 6.30 μ.μ., στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας (Πανεπιστημίου 32).

Πηγή: Αθηνόραμα (athinorama.gr)

M. Σαντοβεάνου - Ο Νυχτοφύλακας

MIHAIL SADOVEANU (Πασκάνι 1880 - Βουκουρέστι 1961). Ρουμάνος πεζογράφος, γνωστός κυρίως για τα διηγήματα του και τα ιστορικά του μυθιστορήματα. Τα έργα του αναφέρονται στην αγροτική και μικροαστική ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μολδαβίας.

Η πικρή σάτιρα του Μιχαήλ Σαντοβεάνου εστιάζεται στη θλιβερή ζωή του ανάξιου δημάρχου μιας επαρχιακής κωμόπολης που, απορροφημένος στη διασφάλιση και τη διαιώνιση της μικροεξουσίας του, αδιαφορεί πλήρως για το δημόσιο χρέος του και αντιμετωπίζει τους χωρικούς σαν αυταρχικός φεουδάρχης. Οι ηγεμονικές βλέψεις του πρωταγωνιστή του διηγήματος αποδεικνύονται αυταπάτες, καθώς ο δήμαρχος αποκαλύπτεται βυθισμένος στην ανία της έρημης ζωής του, απατημένος από τον μοναδικό του φίλο (που, όπως υποδηλώνεται, διατηρεί ερωτικό δεσμό με τη γυναίκα του δημάρχου) και, το σημαντικότερο, άκρως ανασφαλής σε ό,τι αφορά τις διαθέσεις των καταπιεσμένων χωρικών προς το πρόσωπο του. Στην κατάληξη του κειμένου, ο τρομοκρατημένος δήμαρχος τείνει για μια στιγμή να εξανθρωπιστεί αποζητώντας τη συντροφιά του ταπεινού νυχτοφύλακα. Και αυτή όμως η στιγμιαία εκδήλωση ανθρώπινης ανάγκης αίρεται, καθώς τα ανακλαστικά του δημάρχου αναλαμβάνουν την περιφρούρηση της επίπλαστης κοινωνικής του υπεροχής - και της φριχτής μοναξιάς του. Παρουσιάζοντας τον ηθικό και πολιτικό εκφυλισμό της περιφερειακής εξουσίας, το διήγημα υποβάλλει το αίτημα μιας περισσότερο ανθρώπινης και δίκαιης διαχείρισης των κοινών, αίτημα που ο αφηγητής αλλά, υποσυνείδητα, και ο ταραγμένος δήμαρχος φαίνεται να προβλέπουν ότι δεν θ' αργήσει να εκπληρωθεί.


 ~ * ~


Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΑΜΨΩΝ ΤΖΙΤΑ, ο δήμαρχος της μικρής μας πόλης, ένιωθε μεγάλη μοναξιά προχτές το βράδυ. Όταν πια η Λιζαβέτα, η υπηρέτρια, μια γυναίκα ψηλή σα δραγόνος και αδύνατη σα σανίδα, σήκωσε το σερβίτσιο του δείπνου και σέρβιρε τον καφέ, έμεινε μονάχος και συλλογισμένος μέσα στην έρημη τραπεζαρία. Απ' το φλιτζάνι του ανέβαινε ένας ανάλαφρος αχνός, όμοιος με διάφανο φάδι αράχνης, αόρατος σχεδόν μέσα στο φως που χάιδευε το κοκκινωπό του πρόσωπο με το βαρύ καλοξυρισμένο σαγόνι. Τα μικρά του ματάκια χωμένα σε βαθιές κόχες έμεναν ακίνητα με το βλέμμα προσηλωμένο ίσια μπροστά του, κάτω από τις φρυδάρες του. Ο κύριος Σαμψών Τζίτα αναλογιζόταν τη μοναξιά του.

«Τι να κάνει για να περάσει την ώρα του κανείς σε μια σιχαμένη κωμόπολη σαν τη δική μας; Ούτε καφενεία, ούτε μπυραρίες, τίποτα. Κατά τις δέκα όλα τα μαγαζιά έχουν κλείσει, ούτε γάτος έξω! Τι θ' απογίνω σ' αυτή την ερημιά; Κι αν κάνεις ότι ξεχνιέσαι κάπου κι αργήσεις, βλέπεις και παθαίνεις για να γυρίσεις σπίτι σου. Τρία τέσσερα φανάρια σ' όλη την πόλη κι αυτά περισσότερο καπνίζουν παρά φωτίζουν. Κι αν ξαφνικά πέσεις μέσ' στη λάσπη ή σε κάνα λάκκο με νερό;…» Ο κύριος Σαμψών Τζίτα -είν' αλήθεια- από καιρό το συλλογιέται πως θα 'πρεπε κάτι να κάνει για την κοινότητά του! Μα πώς; Με τα καθήκοντα και τις έννοιες που έχει στο κεφάλι του δεν ξέρει, μα την αλήθεια, τι να πρωτοκοιτάξει. Μια δημαρχία έχει ένα σωρό σκοτούρες. Χρειάζεται να 'χεις επιδεξιότητα, να ξέρεις πώς να φερθείς σε τούτονε και σ' εκείνονε, να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα αν εκεί κάτω, στην πρωτεύουσα, το βαρόμετρο δείχνει καταιγίδα ή ξαστεριά. Ε, λοιπόν, ο κύριος Σαμψών ξέρει καλά τον κόσμο του!

Μα να τον τώρα μονάχο στο σπίτι. Η κυρία Αδέλα έφυγε για το Γιάσι.

- Τι σου 'ρθε να πας στο Γιάσι, στο κάτω κάτω της γραφής;

- Έχω να κάνω πολλές δουλειές! Ναι, νια το φόρεμά μου του χορού, για το χειμωνιάτικο καπέλο μου…

Αλήθεια, η τουαλέτα του χορού, το χειμωνιάτικο καπέλο. Αχ, αυτές οι γυναίκες με τα μπιχλιμπίδια τους! Είναι το δεύτερο βράδυ που περνάω μόνος. Το βραδάκι, βγαίνοντας απ' τη δημαρχία, έστειλε τον Μπάλα, το νυχτοφύλακα, στου αστυνόμου να τον παρακαλέσει να 'ρθει σπίτι του να παίξουν ένα πικέτο και να κοπανίσουν κάνα ποτηράκι, όπως συνηθίζεται ανάμεσα σε ανθρώπους έντιμους, τέτοιες χινοπωριάτικες νύχτες. Μα ο Λέων Βασιλίου, ο αστυνόμος, είναι κι αυτός στο Γιάσι, έφυγε απ' τ' απόγιομα κιόλας.

«Τι διάβολο, όλος ο κόσμος πάει στο Γιάσι;»

Βυθισμένος σ' αυτές τις σκέψεις, είχε ξεχάσει τον καφέ του. Τον καταπίνει αργά, σε μικρές γουλιές. Έπειτα, σηκώνοντας με κόπο τη φουσκωτή κοιλιά του, αφήνει την καρέκλα και μπαίνει στην κάμαρά του με τις μπότες του που τρίζουν. Η Λιζαβέτα έχει ετοιμάσει το κρεβάτι, έχει τοποθετήσει τις παντούφλες του πάνω στο λυκοτόμαρο, όπως πάντα. Ο κύριος δήμαρχος παίρνει τη θέση του στην πολυθρόνα του, κοντά στο κρεβάτι. Βγάζει μια εφημερίδα από την τσέπη του σακακιού του. Την έχει μισοδιαβάσει στη δημαρχία, του μένει να διαβάσει την άλλη μισή. Βουλιάζει μαλακά στην πολυθρόνα βγάζοντας έναν αλαφρό αναστεναγμό ηδονής και πέφτει στο διάβασμα των νέων από τη χώρα κι από κάθε γωνιά του κόσμου.

Έξω, ο αέρας που φύσαγε όλη τη μέρα έχει σταματήσει, μόλις που ακούγεται πότε πότε το φρικίασμα που φέρνει στα τζάμια τ' ανάλαφρο βραδινό αεράκι, σαν αναπνοή, σαν φευγαλέος ψίθυρος. Τι καλά που είναι κανείς έτσι, ευχαριστημένος, χορτάτος, στο σπίτι του, χωμένος σε μια μαλακή πολυθρόνα, διαβάζοντας όλα τα παράξενα που γίνονται στον κόσμο, χωρίς να κουνιέται, χωρίς ν' αδημονεί!

Από την κουζίνα ακούγεται ακόμα η κοσμοχαλασιά που κάνει κατά τη συνήθειά της η Λιζαβέτα πλένοντας τα πιατικά.

«Τι το πιάνει αυτό το πλάσμα; Αληθινή άγρια! Άκου την, ακόμα παλεύει με τα πιάτα και τα καταχτυπάει… για όνομα του Θεού!»

Αλλά ο κύριος Σαμψών είναι μόνος. Κανείς δεν είν' εδώ για να του απαντήσει. Η ψιλή, διαπεραστική φωνή της Αδέλας, δεν του απαντάει απόψε σαν ηχώ:

- Δεν γίνεται τίποτα, αγαπητέ μου! Αυτοί είναι οι τρόποι των υπηρετών! Ακούς εκεί, αυτοί είναι οι τρόποι των υπηρετών! Ο κύριος Σαμψών έχει πολύ δίκιο να είναι τόσο αυστηρός στην επικράτειά του.

- Τι έκανε λέει; Μπροστά μου, κύριε, ο χωριάτης αφήνει το γούνινο σκούφο του στην πόρτα. Πρέπει να καταλαβαίνει με ποιον έχει να κάνει.

Μια φωνή σαν να του ψιθυρίζει στ' αυτί:

- Τον καιρό των εκλογών όμως, όταν πλησιάζει η εκλογή νέου δημάρχου;

- Ω! Ελάτε δα!… Το παν είναι να 'χεις προστάτες! Φτάνει να πουν το ναι αυτοί οι κύριοι της πρωτεύουσας, και τέλειωσε! Και καθώς τα 'χω πολύ καλά μαζί τους…

Ο κύριος Σαμψών χαμογελάει. Ναι, τα πάει μια χαρά μ' αυτούς τους κυρίους. Όσο για τους άλλους, τους έχει του χεριού του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι, που οι περισσότεροί τους είναι χωριάτες από τα γύρω χωριουδάκια, είναι καλά ανθρωπάκια. Πώς θα τολμούσαν αυτοί, μέσα στα χωριάτικα ρούχα τους, ν' αντιγνωμήσουν στον κύριο δήμαρχο, που στο γιλέκο του στραφτοκοπάει μια χρυσή αλυσίδα;

Ο κύριος δήμαρχος λέει:

- Θα γίνει αυτό!

Κι εκείνοι σκύβουν τα κεφάλια:

-Δεχουτόν, δεχουτόν!

Φτωχοί αφελείς!

Ο κύριος δήμαρχος χαμογελάει ξανά, γιατί αληθινά, αυτοί οι φτωχοί αφελείς δεν υποψιάζονται τίποτα, ενώ αυτός, αυτός ξέρει τόσα πολλά!

«Δεχουτόν», αλλά σε ποιον στέλνουν κάθε πρωί οι χασάπηδες το πιο παχύ κομμάτι για ψητό και οι φουρναρέοι το πιο καλοψημένο καρβέλι; «Δεχουτόν», αλλά πώς διάβολο γίνεται οι χωριάτες να σπάνε τους άξονες των αμαξιών τους στην ισιάδα, μέσ' στη μέση της πόλης; Ο κύριος Σαμψών χαμογελάει καθώς διαβάζει την εφημερίδα του. Πότε πότε σαλεύει τα χείλια, ενώ η σιωπή που κυριαρχεί στο δωμάτιο φαίνεται να τον περιζώνει και να πυκνώνει γύρω του. Στην παραμικρή κίνηση του χεριού του, η εφημερίδα αναπηδάει μ' ένα τρίξιμο. Ο κύριος Σαμψών αναστενάζει βαθιά και η σιωπή, που για μια στιγμή ξορκίστηκε, βασιλεύει ξανά. Όλ' αυτά είναι βλακείες! Έχετε μια καλή θέση στη ζωή; Είσαστε αναπαυτικά στη φωλιά σας, με τις δεκάρες σας, με τη γυναικούλα σας, με το φαΐ σας, με το πιοτί σας; Αυτό είναι το παν.

Μέσα στη ζεστασιά του δωματίου, τα βλέφαρά του βαραίνουν και κλείνουν ξαφνικά και το κεφάλι του πέφτει απότομα προς τα κάτω. Το ανασηκώνει αργά, με προσοχή και χασμουριέται μέχρι δακρύων.

Πού ήταν; Έχασε τη γραμμή. Ψάχνει να τη βρει γουρλώνοντας τα μάτια, αλλά μια ζεστή τεμπελιά του παραλύει τα μέλη.

- Νιώθω όλα μου τα κόκαλα να μαλακώνουν! μουρμουρίζει ο κύριος Σαμψών τρυφερούτσικα και ξαναπιάνει πάλι το νήμα των σκέψεών του. Ένα φάδι αράχνης χορεύει μπρος στα μάτια του.

Μπα, αδύνατο να ξαγρυπνήσει άλλο, πρέπει να πλαγιάσει.Τι ώρα είναι; Θα είναι εννιάμισι. Βγάζει το ρολόι του και το κοιτάζει πολλήν ώρα και χασμουριέται τόσο, που πάνε να ξεβιδωθούν οι μασέλες του. Όχι, είναι μόλις εννιά. Λιγουλάκι νωρίς… Εμ βέβαια, όταν είσαι ολομόναχος, δεν ξέρεις τι να κάνεις! Τ' άλλα βράδια, φλυαρεί με την κυρία Αδέλα, κουβεντιάζει πολιτικά με το φίλο του τον Λέοντα.

- Πώς τα βλέπεις τα πράγματα, αστυνόμε; Πώς πάει η πολιτική;

- Ζήτω οι δικοί μας! αποκρίνεται ο αστυνόμος, γελάει και ρίχνει μια ματιά στη μαντάμ Αδέλα.

Εκείνη λιγώνεται απ' τα γέλια. Κι έτσι περνάει ο καιρός. Μα τώρα τι γίνεται; Να πλαγιάσει, τι να κάνει;

Σηκώνει το βαρύ κορμί του, ξεφυσώντας με κόπο βγαίνει στο διάδρομο και ελέγχει την κλειδαριά της εξώπορτας. Ξαναγυρίζει, κλειδώνει την πόρτα του δωματίου του κι ύστερα γδύνεται γρήγορα, αγκομαχώντας. Μια σύντομη προσευχή, από συνήθεια, κι ύστερα αφήνεται να τουμπάρει στο μαλακό στρώμα. Το κρεβάτι βγάζει μια κραυγή, σα ζωντανό πλάσμα. Ο κύριος Σαμψών τεντώνει το λαιμό κατά τη λάμπα, που καίει πάνω στο κομοδίνο και της δίνει ένα γερό φύσημα για να τη σβήσει. Η φλόγινη γλώσσα λεπταίνει και μακραίνει ως το χείλος του γυαλιού, καπνίζει για μια στιγμή και σβήνει μ' ένα ελαφρό θόρυβο. Στο δωμάτιο απλώνεται τώρα η γαλήνη του σκοταδιού και μονάχα φεγγίζει η αδύναμη κοκκινωπή ανταύγεια του καντηλιού που κρέμεται κάτω από τα εικονίσματα, στον ανατολικό τοίχο. Ο δήμαρχος χώνει το κεφάλι του στο μαξιλάρι που οι δυο του άκρες ανασηκώνονται από τη μια μεριά κι από την άλλη και, καθώς είναι μυτερές, μοιάζουν σαν δυο τεράστια αυτιά στο δημαρχιακό κεφάλι.

Χωρίς άλλο, η μοναξιά είν' εκείνη που φέρνει στον κύριο δήμαρχο τέτοιες παράξενες σκέψεις καθώς τον παίρνει γλυκά γλυκά ο ύπνος… «Τι διάβολο θέλουν κι αυτοί οι χωρικοί στη δημαρχία;»

- Τι γυρεύετε δω; Τι με κοιτάζετ' έτσι; Τι τρέχει; Ακόμα μεθυσμένοι είσαστε; Ήπιατε πάλι;

- Το λοιπόν… να, γλιέπετε, κύριε δήμαρχε…

- Τι «το λοιπόν» και το ξελοιπόν, τι να «γλιέπω»; Νομίζετε πως έχω τον καιρό ν' ασχολούμαι με τα σας; Γι' αυτούνο με πληρώνει το Κράτος; Έχω κι έχω στο κεφάλι μου εγώ σκοτούρες!

- Το λοιπόν, να, περί αγγαρεία… Δεν μπορούμε να κάνουμε δεκαπέντε μέρες! Ο κύριος εργολάβος του δρόμου, ο κυρ εισπράχτορας…

- Τι εργολάβους και τι εισπραχτόρους μου τσαμπουνάτε;… Ποιο είν' αυτό το ανθρωπάριο που δεν έβγαλε το σκούφο του; Από πού ξεφύτρωσες; Ποιος νομίζεις πως είσαι;

Αχ, αυτοί οι χωριάτες! συλλογίζεται ο κύριος Σαμψών. Δεν το 'χουν σε τίποτα να σε απαγάγουν με το ζόρι, δε σέβονται ούτε το φαγητό σου, ούτε τον ύπνο σου. Αυτοί το χαβά τους, το ίδιο τους κάνει! Για δες εκεί κάτι βλέμματα καχύποπτα κάτω από τα σκουφιά τους!… Είναι άξιοι να σου ριχτούν στο λαιμό. Καταντάει πια επικίνδυνο να τους δέχεται κανείς!

- Τι δηλαδής; Μη δα κι εσείς δεν αρχινήσατε τη ζωή σας αναγκεμένα; Δε φάγατε μαμαλίγκα; …Μπας και δεν είστενε κι εσείς σαν κι εμάς, κάποτε;

Ορίστε μας! συλλογιέται ο κύριος δήμαρχος. Τούτοι δω είναι ικανοί να σου πετάξουν κατάμουτρα τη χειρότερη προσβολή!… Μπορεί και να επιβουλεύονται και τη ζωή σου, ακούτε που σας λέω, για όλα είναι ικανοί!

Μα ξαφνικά, ο κυρ Σαμψών τινάζεται, στριφογυρίζει απότομα πάνω στο κρεβάτι και στυλώνει τα γουρλωμένα μάτια του στο παράθυρο. Κάποιος χτύπησε δυο φορές πολύ διακριτικά το περβάζι του παραθύρου: τοκ! τοκ!

- Τι να 'ναι; αναρωτιέται ο κύριος Σαμψών καταπίνοντας το σάλιο του με μια σύσπαση. Καθώς είναι πολύ φοβιτσιάρης, νομίζει πως, μέσα στη μοναξιά του, κάθε λογής κίνδυνοι τον παραμονεύουνε. Και προπαντός μια μέρα σαν τη σημερινή που ο διάβολος έσπρωξε τον αστυνόμο να φύγει κι εκείνος για το Γιάσι! Αυτό είναι το αποκορύφωμα!

Τα μάτια του, πεταμένα έξω από τον τρόμο, δεν αφήνουν στιγμή το παράθυρο. Το στόρι είναι μισοκατεβασμένο και το ακάλυπτο μέρος του τζαμιού φαίνεται σαν μια μελανή πλάκα που δεν την είχε προσέξει ως τώρα, ένας λεκές σκιάς που κρύβει μια απειλή.

Ό,τι και 'να ναι αυτό το πράγμα απ' έξω, ακούγεται ένα χέρι να χαϊδεύει πάλι το περβάζι του παραθύρου. Ένα χτύπημα γερό, γρήγορο, μουντό τραντάζει τον τοίχο και μαζί με τον τοίχο και το στήθος του… Η καρδιά του χτυπάει να σπάσει, σταματάει ένα δευτερόλεπτο και ξαναρχίζει πιο γρήγορα, τρελά, σαν ν' απαντάει στο χτύπο που ήρθε απ' έξω. Αχνίζοντας από τον ιδρώτα, ο κύριος Σαμψών βρίσκεται την άλλη στιγμή καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού με τα πόδια μέσα στις παντούφλες. Η απειλή για μια μοβόρα εκδίκηση, πετσόκομμα με το τσεκούρι ή κάτι τέτοιο, μια κόκκινη φρίκη, δίνουν συνέχεια στο στιγμιαίο του όνειρο που διακόπηκε. Κι όταν μια φωνή υπόκωφη, μια απειλητική κραυγή και μια βλαστήμια ακούγονται ξαφνικά κάτω από το παράθυρό του, τότε πια ολόκληρη η χωριάτικη ύπαρξή του, τρομοκρατημένη και τρεμουλιαστή, βρίσκεται μ' ένα πήδημα στη μέση της κάμαρας. Η ματιά του ξετρελαμένη απ' το φόβο, καρφώνεται στην πορτίτσα της θερμάστρας, σα να 'θελε να ορμήσει και να κρυφτεί εκεί μέσα. Κάνει μερικά σπασμωδικά βηματάκια κατά το κρεβάτι, με την έμπνευση να στριμώξει κάτω απ' αυτό το άφθονο σαρκίον του, μα αμέσως υποχωρεί πάλι προς τη μέση της κάμαρας, με τις τρίχες του κεφαλιού του όρθιες απ' την τρομάρα και μούσκεμα στον ιδρώτα.

Η φωνή απ' έξω δευτέρωσε. Την καταλαβαίνει τώρα, την αναγνωρίζει. Είναι η φωνή του Μπάλα, του νυχτοφύλακα. Μα βέβαια είναι η φωνή του Μπάλα, που φουρκισμένος, διώχνει κάτι απ' το παράθυρό του βλαστημώντας.

- Ου, ψοφήμι! Άμε στο διάβολο! Που να σου φάνε οι λύκοι το κρέας κι ο αφέντης σου το τομάρι! Τι μαστορεύεις κάτω απ' το παραθύρι, ε; Τραβάει η όρεξή σου σπασμένο τζάμι, βρωμοπανούκλα;

Τώρα, ο κύριος δήμαρχος, λαχανιασμένος ακόμα, ρίχνει στους ώμους το πανωφόρι του, κουκουλώνεται ως τα αυτιά με το γούνινο σκούφο του, ξεκλειδώνει με χέρι που τρέμει ακόμα την πόρτα και διασχίζει το διάδρομο σέρνοντας τις παντούφλες του. Ανοίγει την εξώπορτα και προβαίνει στο κατώφλι.

- Τι τρέχει, Μπάλα, φίλτατε, τι συμβαίνει;

- Ένα βρωμογελάδι, κυρ δήμαρχε! Η Κοκκίνω του Σλόιμου, του φαναρτζή…

Μια μαύρη σκιά ξεκολλάει απ' τον τοίχο. Ο νυχτοφύλακας, χαμένος σχεδόν μέσα σε μια κάπα από προβιά, με το σκούφο χωμένο ως κάτω από τ' αυτιά, τη σπάθα του παραμάσχαλα, κάνει βαριά δυο βήματα κατά την πόρτα με τις μπότες του που μυρίζουν ξύγκι.

Ο κύριος Σαμψών νιώθει ένα παράξενο γαργάλημα στο στήθος, η γλώσσα του πάλλεται από τρεμούλιασμα χαράς, θαρρείς και τα λόγια του αρνιούνται να βγουν.

- Βλέπεις, φίλε μου Μπάλα, από πολύ καιρό το μελετάω… δεν είναι σωστό τα ζωντανά να βολτατζάρουν όπου τους καπνίσει… Μα πού καιρός να τα προλαβαίνω όλα… Έχω τόσες σκοτούρες.

Ο νυχτοφύλακας μένει μουγκός.

Ο δήμαρχος τον κοιτάζει επίμονα:

- Τι θα 'λεγες, Μπάλα, αν σε κερνούσα ένα ποτηράκι ρούμι; Θα κρυώνεις, το δίχως άλλο…

- Ε, κάνει μια στάλα ψυχρούλα… κάνει ο άνθρωπος κομπιάζοντας. Μια αχτίδα του φεγγαριού γλιστρώντας πάνω από ένα σύννεφο, φώτισε το αξούριστο πρόσωπό του, που οι έγνοιες και οι στερήσεις το 'χαν αυλακώσει.

Ο κύριος δήμαρχος λέει χαμηλόφωνα:

- Να, βγαίνει το φεγγάρι…

Έπειτα περιεργάζεται πάλι τον Μπάλα, σα να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

- Ζόρικο πράμα να 'σαι μονάχος, ε; Λείπει, βλέπεις, η γυναίκα μου στο Γιάσι… Κι ο αστυνόμος… αναρωτιέμαι τι διάβολος τον καβάλησε και δαύτονε, έφυγε κι αυτός…

Σκέφτεται για λίγο, δεν ξέρει τι άλλο να πει.

- Κι εσύ πώς τα πας;

- Καλούλια, πώς θέλετε να τα παγαίνω; μουρμούρισε ο γέροντας. Με τη χάρη του Θεού! Είκοσι χρόνια τώρα όλο τα ίδια… ο φτωχός!…

- Α, ναι! ναι! έκανε ο δήμαρχος κουνώντας το κεφάλι και βρίσκοντας πια πως άδικα είχε τρομάξει. Αλλά πού να ξέρεις; Το κακό έρχεται ξαφνικά. Τι είναι η ζωή του ανθρώπου!

Η μικρή πολιτεία είχε βουλιάξει μέσα σε νεκρική σιγαλιά. Ο Μπάλας ακουμπούσε στη σπάθα του, τυλιγμένος μέσα στην προβιά του και μέσα στη μοναξιά του.

- Άντε, θα σε κεράσω ένα ποτηράκι ρούμι! είπε ο κύριος Σαμψών τουρτουρίζοντας. Κάνει διαβολεμένο κρύο και δε μπόρεσα να κλείσω μάτι από την ώρα που πλάγιασα…

Έμεινε μια στιγμή αναποφάσιστος, ύστερα άλλαξε γνώμη:

- Δηλαδή!… Καλύτερα, σου δίνω αύριο κατιτίς να πιεις μια ρακή… Μπορείς να την πιεις στου Πάγκου Στερν ή στου Σλόιμου… Τώρα είμαι τρομερά κουρασμένος!

Αποτραβήχτηκε στη σκιά του διαδρόμου, έκλεισε την πόρτα, γύρισε δυο φορές το κλειδί. Ακούστηκε ο πνιχτός θόρυβος από τα βήματά του στο διάδρομο. Έπειτα το στρίψιμο του κλειδιού της πόρτας της κρεβατοκάμαρας. Η κουρτίνα του παραθύρου τραβήχτηκε απότομα. Κι ο νυχτοφύλακας απόμεινε μελαγχολικός και μόνος, ακούνητος, με το κεφάλι σκυφτό, μέσα στη λάμψη του φεγγαριού.


μτφρ. Δημήτρης Ραυτόπουλος


Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Αποφθέγματα - Vol.V



«Πιστεύω ότι η αλήθεια είναι μια χώρα χωρίς κανένα μονοπάτι προς αυτήν και ότι δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από κανένα δρόμο, καμιά θρησκεία, καμιά οργάνωση»


~  Τζίντου Κρισναμούρτι 

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Fur Elize


Ας διαβαστεί αυτό το ποίημα ακούγοντας παράλληλα το ομώνυμο μουσικό κομμάτι του Μπετόβεν, αλλά και τις ψιχάλες της βροχής!

Βρέχει. Κι ο αέρας ζωγραφίζει

λοξές σταλαγματιές στον τοίχο.
Βρέχει. Κι' αρχίνισε να θροΐζει,
αθέατη, η βροχή απ' τον κήπο.

Ένα φυτό λησμονημένο

γέλασε στο παράθυρό μου,
σαν πρόσωπο παιδιού κλαμένο.
Τί συλλογιέται τ' όνειρό μου;

(Ναι, τ' όνειρό μου...) Κάποιο πιάνο

παίζει, θαρρώ, κάτι  όπως τότε...
- κι η βροχή στην ψυχή απάνω
πεθαίνοντας χτυπάει τις νότες.

Κι η μνήμη που ξυπνάει, κι η μνήμη,

που τοιμαζότανε να γείρει,
μετέωρη βροχή έχει γίνει
στο μαύρο,αντίκρυ, παραθύρι.

(Πουλιά ήταν, που γοργά περάσαν;

Άνεμος, που έσβησε στα φύλλα;)
Μύρισε χωματένια ανάσα,
μύρισε νοτισμένη γρίλλια.

(Τάχα αγαπώ τη θύμησή σου,

ή είναι το πιάνο, που επιμένει;)
Κάπου εδώ, πέρασε η μορφή σου
ωραία - μά όσο ποτέ χαμένη...

Κώστας Στεργιόπουλος, Τα τοπία του φεγγαριού, 1953



Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Γ')


ΙΙΙ


        Ο θάνατος έστησε σήμερα το πρωί το λάβαρο του στ' αντικρινό σπίτι.
     Πού βρήκε να το φυτέψει! Στις τρυφερές, ανυπεράσπιστες σάρκες ενός μικρού παιδιού. Το σπιτάκι είναι φτωχικό, κακομοίρικο, κάθονται μέσα του κόσμου οι φτωχοοικογένειες. Οι κλάψες των παιδιών τους σου τριβελίζουν το μυαλό.
        Το παιδάκι που πέθανε – ένα μωρό – είτανε μιας φτωχής γυναίκας του δρόμου. Από τη ζωή που πέρασε σφύζοντας τόσες φορές μέσ' από τον κόρφο της, τούτο μονάχα μπόρεσε να συγκρατήσει: Μια σταγόνα σάρκας απαλής. Κι αυτήν ήρθε τώρα ο Αφέντης ο Χάρος να την παγώσει.
      Η μητέρα είναι πόρνη, είπαμε, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να κλάψει το μωρό της. Τα ξεφωνητά της, άγρια, ξέσπασαν μαζί με την αυγή. Μαθαίνω πως το παιδί ξεψύχησε τη νύχτα, όμως εκείνη δεν τολμούσε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τη γειτονιά, που δεν τη βλέπει με καλό μάτι.
      Την ακούω, τη στιγμή τούτη που σας γράφω, αξιοσέβαστέ μου φίλε, να στηθοδέρνεται κράζοντας το Δυνάστη της νύχτας που πέρασε να έρθει τώρα λυτρωτής για δαύτην. Και βλέπω εκεί ψηλά, πάνω από τις σκεπές, πάνω από τις καμινάδες που λιβανίζουν τη ζωή, το πελιδνό Του πρόσωπο να χαμογελάει μ' αναισθησία. Κάτι ξέρει αυτός, που εμείς δεν το ξέρουμε.
       Ο ήλιος οργιάζει σήμερα, θεϊκή καλωσύνη. Στολίζει με διαμάντια το κάθε τι, ως και τις λάσπες του δρόμου.
       Ο γιατρός ήρθε να πιστοποιήσει το θάνατο. Είτανε πολύ βιαστικός. Ύστερα ήρθε κι ένας παπάς. Η μαρίδα της γειτονιάς έχει Λαμπρή σήμερα.
      Στο φεγγίτη πρόβαλε η αποκτηνωμένη μορφή του ποιητή. Δεν κρατάει το μαντήλι στη μύτη του. Κοιτάζει τ' αντικρινό σπίτι και το μάτι του είναι χαύνο.
       Πρόβαλε από το ισόγειο κι ο φοιτητής με την κακομούτσουνη φιλενάδα του. Είναι και οι δυο τους μισοντυμένοι, ξεχτένιστοι. Κρατιόνται σφιχταγκαλιασμένοι, κοιτάζουν μαζί. Έτσι που σφίγγονται, θαρείς και κάνουν όρκο συντροφικά να προστατέψουν με νύχια και με δόντια το δικό τους γέννημα.
Βγαίνω κι εγώ και κοιτάζω. Γύρω στη χαροκαμένη παλιόπορτα χαζεύουν τα ξεβράκωτα της γειτονιάς. Ακόμα κι ένα μικρό σκυλί κοιτάζει κουνώντας την ουρά του. Όλη η ζωή ήρθε να παρασταθεί σήμερα στο πανηγύρι τούτο του Θανάτου.
         Δε μπορώ να γράψω τη στιγμή τούτη τίποτ' άλλο. Συμπαθάτε με. Θα συνεχίσω το βράδι.

     Να το βράδι! Άναψα καθώς πάντα τη λάμπα μου. Τα σύννεφα φεύγουν στον ουρανό σαν αλαφιασμένα.
        Απόψε είμαι όλος οράματα. Χίλιες μορφές, γνωστές κι άγνωστες, ήρθανε να στοιχειώσουν την κάμαρά μου. Χορεύουν γύρω μου ασταμάτητα, χιμάνε, τρέχουν, ρίχνουν αστραποβολήματα κρυφά, σιγανοβουΐζουν σαν κοπάδι νυχτερίδες. Κ' εγώ βρίσκομαι στο κέντρο του πανηγυριού.
       Τα μενίγγια μου πάνε να σπάσουν. Το φεγγάρι, κάποια στιγμή, κάνει μια τούμπα στο στερέωμα, ύστερα παίρνει πάλι την κανονική του θέση ανάμεσα στα σύννεφα. Δύο – τρία αστέρια μου γνέφουν πεταλουδίζοντας, με καλούν στο χορό.
      Σηκώνομαι να πάω στο παράθυρο και ξάφνου νιώθω αλιώτικο τον εαυτό μου. Δεν έκανα τίποτ' άλλο παρά να σηκωθώ, και να που ψηλώνω, ψηλώνω, γίνομαι γιγάντιος, τρυπάω το ταβάνι, ανεβαίνω μέσα στη νύχτα. Το μέτωπό μου πάει να χωθεί ανάμεσα στ' αστέρια, έτσι που φοβάμαι μήπως κανένα τους τσουγκρίσει με το κεφάλι μου. Κλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω, για καλό και για κακό.
      Μα να, που να πάρει ο διάολος, τα γόνατά μου, ασυνήθιστα να βαστάνε τέτοιο ύψος, λυγίζουν, τρέμουν.
        Γκρεμίζομαι.
       ... Έκανα μια μικρή διακοπή γιατί θα πέρασα φαίνεται κάποια κρίση. Τα μάτια μου τσούζουν, το μυαλό μου ξεκολλάει από τα τοιχώματα του καύκαλου. Θα έγραψα πιο πάνω ανοησίες, όμως δεν έχω το θάρρος να τις ξαναγράψω, να τις σβήσω. Ούτε τον καιρό. Νιώθω πως απόψε, εδώ,  κ ά τ ι    α ν ε π α ν ό ρ θ ω τ ο    θ α    γ ί ν ε ι. Λοιπόν πρέπει γρήγορα να πω, ό,τι έχω να πω.
       Τι σας έλεγα όλες αυτές τις ημέρες; Το δόλιο μου το μυαλό ζαλίζεται από την προσπάθεια να θυμηθώ. Μήπως σας πρόδωσα κανένα μυστικό που δεν πρέπει; Γιατί τώρα βλέπω πως κατέχω τέτοια μυστικά πλήθος. Κατέχω τα κλειδιά για όλα τα προβλήματα, τίποτα δε μου είναι κρυφό.
        Ψηλώνω, ψηλώνω. Όμως όχι, ας πέσω καλύτερα στα γόνατα, γιατί κοντεύω από το πολύ ύψος να μην ξεκρίνω πια ούτε το χαρτί!
         Νά με γονατιστός στο πλάι σας.
         Α! κύριε μου, άγνωστε κύριε. Είμαστε τη στιγμή τούτη όλοι γονατιστοί στο πλάι σας, εγώ και οι φίλοι μου, ο φοιτητάκος του ισογείου, ο αποβλακωμένος ποιητής της σοφίτας, η αντικρινή πόρνη. Όλοι γονατιστοί στο πλάι σας και ψέλνουμε. Να ξέρατε... Έχουμε πιάσει όλα τα σύνορα, από το νότο στο βοριά κι από ανατολή σε δύση. Είμαστε οι ακρίτες του κόσμου σας.
       Συχωρέστε με. Τούτη μονάχα τη στιγμή βλέπω πόσο είτανε μάταια όλα όσα σας έχω γράψει. Επιχείρησα να σας εξηγήσω. Τώρα το βλέπω πως αυτό είναι ακατόρθωτο.
       Όμως θα σας στείλω και τούτο μου το γράμμα. Θα το στείλω για να πληροφορηθείτε τη μετάνοιά μου. Είμαι ένοχος γιατί πρόδωσα την ιερή σιωπή. Μα δεν πειράζει. Είμαι βέβαιος πως δε θα καταλάβατε τίποτα.
      ... Να, πάλι πέρασα μια κρίση. Αυτή είτανε μικρότερη, αλλά θα έγραψα πάλι του κόσμου τις ανοησίες. Δεν πειράζει. Θα προχωρήσω ακόμα λίγο, είναι αργά πια για να γυρίσω πίσω. Το ρήθεν πληρούται. Μια κρίση ακόμα και τέλειωσε. Η οικογένειά μου φρόντισε να μου αφήσει στοργικά τον ωραίο της κλήρο.
        Τι σας έλεγα; Για τ' αστέρια μου. Περιττό να το ξαναπώ. Το αστέρι άλλωστε είναι πολύ γνωστό πως βγήκε από τον τάφο.
        Να η σκάλα που τρίζει. Ποιός ανεβαίνει; Όποιος θέλει ας είναι, εγώ μια φορά σας αφήνω. Το γράμμα πάντως θα το λάβετε, έχει απάνω τη διεύθυνσή σας. Σηκώνομαι τώρα για να πάω στο παράθυρό μου.
        Ξέρω πως θ' αρχίσω πάλι ν' αλαφρώνω, ν' αλαφρώνω. Θ' ανοίξω το παράθυρο. Ο καιρός είναι καλός, το φεγγάρι σελαγίζει. Θα κάνω ένα πήδημα και θα βρεθώ στο άπειρο.

          Θα διαλυθώ σαν ελάχιστος αχνός ανάμεσα στ' αστέρια.  

[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


~ * ~

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Β')

                                                                                                  
ΙΙ

     Αγαπώ τα πρόσωπα που έχουν ιστορία.
   Τα πρόσωπα που τ' αυλάκωσε ο ιδρώτας της ηδονής και του μαρτυρίου. Που τα νεύρα τους κόπηκαν σαν κλωστές σ' ένα υπέρτατο τέντωμα, πασχίζοντας να ξεπεράσουν τη μπόρεσή τους. Τ' άλλα πρόσωπα μου είναι αποκρουστικά, τα ομαλά κι άψυχα. Πάνω στις στρωτές τους επιφάνειες δε βρίσκει που να σκαλώσει το συναίσθημα, γλιστράει λοιπόν, πέφτει χάμου και λασπώνεται.

     Σήμερα ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Σταχτί φως σουρώνει από το παράθυρο μου και γλείφει το πάτωμα. Κάτω, στο ισόγειο, ο φοιτητάκος της φιλολογίας αναδεύει τα κιτρινιασμένα χαρτιά του, βουτάει τη σουβλερή του μύτη στη σκόνη τους, και θ' αστράφτουν δίχως άλλο άπληστα τα μικροσκοπικά του μάτια.
     Αυτό μου θυμίζει μια σκηνή που βλέπω συχνά στο δρόμο μου. Ένας τυφλός φουκαράς, ενάμιση μπόι άνθρωπος, που έχει επάγγελμα να ζητιανεύει, περνάει κάθε μεσημέρι με το κουτσό του βάδισμα και τραβάει προς τα πέρα. Το ελάττωμά του είναι τέτοιο που τον κάνει να σκύβει στο κάθε βήμα, για να τιναχτεί πάλι όρθιος μόλις στεριώσει το γερό ποδάρι του. Έτσι σκαμπανεβάζει βαδίζοντας και σου δίνει την εντύπωση πως όλο θέλει να χιμήξει για κάπου μα σε κάθε βήμα αναχαιτίζεται.
     Έρχεται στρίβοντας στη μια γωνιά, φεύγει στρίβοντας στην άλλη.
   Και σε κάθε γωνιά θαρείς πως σκύβει πρώτα να ιδεί αν εκεί πίσω βρίσκεται αυτός που τον καρτερεί. Μα δεν είναι ούτε εκεί, και τον βλέπεις να ορθώνει πάλι το θλιβερό του μπόι για μια στιγμή, ώσπου να τον χάσεις ολότελα από τα μάτια σου.
     Από όλα τα μυστήρια του κόσμου, κύριε, το πιο άλυτο είναι εκείνο που θέλει τον άνθρωπο γελοίο. Μας φωνάζει στ' αυτί κάτι που λες και δεν το ξέραμε.
    Ο νεαρός μου σύνοικος ψάχνει. Έρχεται καθημερινά φορτωμένος καινούργια βιβλία, και τα μικρά του μάτια αστράφτουν, σα να σου λένε: “Να! Εδώ την κουβαλάω πια την αλήθεια. Την τσάκωσα!” Και είναι λύπηση να τον βλέπεις έτσι ιδρωκοπημένο και νηστικό.
   Έχει και μια φιλενάδα, φοιτήτρια, που ήρθε από την επαρχία να σπουδάσει δασκάλα. Είναι μια κοντούλα ασήμαντη ύπαρξη, μάλλον άσχημη. Έρχεται ταχτικά και τον βλέπει, πότε – πότε μάλιστα περνάνε τη νύχτα τους μαζί. Μελετάνε. Άλλοτε πάλι τσακώνονται, τους ακούω που ξεφωνίζουν.
Σωστό αντρόγυνο.
    Ο μικρούλης λοιπόν φοιτητής είναι ένα άρτιο υπόδειγμα ήρωα. Έχει τις πεποιθήσεις του, εργάζεται για δαύτες, μιλάει δημόσια, εκθέτει συχνά τη ζωή του σε κίνδυνο.
    Όσο όμως αυτός είναι ηρωικός, τόσο ο άλλος εκεί ψηλά, ο ποιητής, είναι ένα άχρηστο πλάσμα.
   Αυτός δε δίνει δεκάρα για τίποτα. Γελάει αθόρυβα, ένα γέλιο που καταζαρώνει το μαϊμουδίστικο πρόσωπό του όπως ξεπροβάλλει από το μαντήλι. Τα σβησμένα του μάτια δε ρίχνουν την αστραπή που βλέπεις στο γέλιο των άλλων ανθρώπων. Σε κοιτάζουν το ίδιο καθώς πριν αδιάφορα.
   Το ιδανικό του αυτουνού δεν είναι η δημιουργία, καθώς του φοιτητή. Το ιδανικό του είναι η εκμηδένιση.
    Περίεργο! Γιατί σας έρχεται αμέσως στο νου η σκέψη να τον σώσετε; Δε μπορεί να σας ξεφύγει δηλαδή μια ευκαιρία να κολακέψετε τον εαυτό σας; Η αγαθοεργία – δε σας λέω! - είναι καλή για εσωτερική κατανάλωση, αλλά έτσι πάλι, να χώνει τη μύτη της σε κάθε ιδιωτική υπόθεση, τι αδιακρισία! Σπλαχνιστείτε τον άχρηστο ποιητή, κύριε, κι απαλλάξετέ τον από τη λύπησή σας. Ξέρω, ξέρω! Θα του μιλήσετε για τον περιορισμό του ανθρώπου, για τη συνείδηση. Όμως η συνείδηση, κύριε, δεν είναι αιώνια. Αιώνια είναι η ζωή. Φταίμε γι' αυτό; Δε φταίμε.
    Και τώρα που σας μίλησα για τον μικρό κόσμο γύρω μου, για τους δυο συνοίκους μου, θα με ρωτήσετε, φυσικά, που βρίσκομαι εγώ. Περίπλοκο ερώτημα. Εγώ λοιπόν βρίσκομα ανάμεσα στους δύο. Ανάμεσα στη βεβαιότητα του ενός και στην απιστία του άλλου. Πότε με τραβάει το απάνω, πότε το κάτω.
    Περιμένω να φτάσει το βράδι. Τότε ανοίγω το παράθυρό μου και βάζω μια φωνή. Όπως σας το είπα. Τίποτ' άλλο.
     Μα να που νύχτωσε.
    Αντίκρυ ανάβουν ένα – δυο φώτα. Στο δρόμο κυνηγιώνται οι σκιές με τα ξεματωμένα χαμόγελα της εσπέρας. Κάποια βήματα άγνωστα, βιαστικά, στο λιθόστρωτο, και η μυρωδιά από ζεστό φαΐ. Κλείνονται τα παράθυρα με βρόντο. Ένα μακρινό κλάμα μωρού, όπως παλιά, στις πρωτόγονες εποχές, μέσα στα δάση.
    Στο ισόγειο τραγουδάνε, δυο φωνές: Ο φοιτητής και η φιλενάδα του. Λένε πρίμο – σεγκόντο, με του κόσμου τις παραφωνίες, ένα αργό τραγούδι. Με κάνει να συλλογιέμαι το σκοπό που θα λέγανε οι δούλοι σαν τραβούσανε κουπί στ' αλλοτινά πλεούμενα. Έξω παφλάζει το κύμα, ταξιδεύουμε.
    Η σκάλα μου τρίζει. Είναι ο αιθερομανής ποιητής που ανεβαίνει μεθυσμένος. Η μυρωδιά χώνεται από τις χαραμάδες της πόρτας μου, μπαίνει ύπουλα στην κάμαρά μου.

   Το παράθυρό μου είναι ανοιχτό, έχω σκύψει έξω. Στο χέρι μου πέφτουν δύο – τρεις χλιαρές σταλαγματιές. Θα βρέξει. 

[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 



Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Α')


Δεν ξέρω πραγματικά αν το διήγημα αυτό ο Άγγελος Τερζάκης το'χει γράψει για τον καθέναν από μας. Αν αυτές οι επιστολές ήρθαν στα χέρια μας, διαβάστηκαν, ή στάλθηκαν από τα δικά μας χέρια. Αν αυτός ο "άγνωστος φίλος" θα μπορούσε να'μαστε εμείς ή κάποιος άλλος... Μέσα σε αυτές τις τρεις επιστολές, μπορεί κανείς να διακρίνει την απόλυτη μεγαλοθυμία του ανθρώπου να βασίζεται εξ ολοκλήρου σε κάποιον άλλον, να υψώνεται στον δικό του νου και να καταρρακώνεται, υπό το φως της ουτοπικής ανεξαρτησίας. Βρισκόμαστε σε ένα διακλαδωτό σύστημα έρωτα και θανάτου.   



Οι τρεις τελευταίες επιστολές
του αγνώστου φίλου.

Ι

      Είναι νύχτα. Στο μικρό μου το δωμάτιο μια λάμπα αγρυπνάει, που την έχω από τα μαθητικά μου χρόνια. Το κιτρινωπό της φως αναδίνει θύμησες αχνές. Φέρνουν γύρω το γυαλί της σαν κοπάδι νυχτοπεταλούδες με τρεκλιστό φτεροκόπημα. Το φως είναι χαμηλό, όσο χρειάζεται για να φωτίζει τη συνείδησή μου.
      Από τις προηγούμενες επιστολές μου – αν λάβατε τον κόπο να τις διαβάσετε – θα ξέρετε πως είμαι ένας φτωχός σπουδαστής που κατοικεί σε μικρό δωμάτιο μιας απόμερης συνοικίας και, για να βοηθιέται, γράφει παραμύθια για παιδιά. Αν τις διαβάσατε τις επιστολές μου, θα τα ξέρετε αυτά, θαρώ πως τα έλεγα κάπου εκεί – μέσα. Αν πάλι δεν τις διαβάσατε, ή αν δεν εκφράστηκα καλά, να τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία να το επιχειρήσω. Ξέρω βέβαια πως προσφέρω έτσι στην ανθρώπινη νόησή σας μιαν υπηρεσία: Τοποθετούμε σε τόπο και χρόνο, παίρνω κάπως συγκεκριμένη μορφή. Δεν έχετε πια ανάγκη να μπείτε σε κόπο για να με φανταστείτε ή να με πλαισιώσετε με κάτι στέρεο.
      Ακόμα, θα σας έχω πει κι άλλοτε πως δεν έχω κανένα στον κόσμο. Αυτό θα σας είναι απαραίτητο για να πιστέψετε πως είμαι ειλικρινής. Καμιά υπόληψη δε με δεσμεύει και η αστρική μου υπόσταση πλέει ελεύθερη στο χάος του διαστήματος. Θα με ρωτήσετε ίσως γιατί σας τα γράφω αυτά, ή και γιατί καν σας γράφω. Να μια σκέψη που τώρα μόλις – σας βεβαιώ – ξεφύτρωσε στο νου μου κι αναποδογυρίζει μέσα μου τη λογική ισορροπία της επικοινωνίας μας. Γιατί λοιπόν σας γράφω; Δεν ξέρω. Η ομολογία ελπίζω να μ' ελαφρώνει κάπως στα μάτια σας που δε φρόντισα να δικαιολογήσω αμέσως από την αρχή τη θέση μου, όπως δε φρόντισα και να παρουσιαστώ, σαν άνρθωπος πολιτισμένος.
    Όμως η κοινωνική μου υπόσταση ελάχιστα μ' ενδιαφέρει. Ναι, αυτό ακριβώς. Αρνιέμαι να σηκώσω το βάρος μιας κοινωνικής προσωπικότητας. Έτσι είμαι.
      Και να που βρισκόμαστε ακριβώς:
      Η λάμπα στο τραπέζι μου αγρυπνάει, το φεγγάρι έξω οργιάζει. Σηκώνομαι κι ανοίγω το παράθυρό μου. Η δροσιά της χειμωνιάτικης νύχτας με περιχύνει, όμως δεν είναι αυτό ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου είναι να βάλω μια φωνή. Μάλιστα, καλέ μου κύριε, να ξεφωνίσω.
    Και συλλογιέμαι πως το ξεφωνητό τούτο θα διαβαθμιστεί για τα πλάσματα τα ικανά να τ' ακούσουν. Για το διπλανό μου θα είναι μια άγρια, τρομακτική κραυγή. Για το μακρινό γείτονα μια επίκληση ακαθόριστη, που θα του ξυπνήσει πρόσκαιρα τη νυσταγμένη περιέργεια. Για τον απώτατο κάτοικο της περιφέρειας, ένας απρόσωπος στεναγμός της νύχτας – θέμα για ρεμβασμό.
     Και για τ' αστέρια; Τίποτα. Ίσαμ' εκεί δε θα φτάσει βέβαια το ξεφωνητό μου. Η απόσταση προστατεύει την παρθενιά των άστρων.
       Α, οι θετικοί άνθρωποι! Πόσο δίκιο έχουν που δεν το ξέρουν αν υπάρχω. Αυτό είναι ασφαλώς η πιο ουσιαστική τους δικαίωση στη ζωή. Κι αν γράφω σ' εσάς από μήνες, επίμονα, αν σας στέλνω τα κουρελόχαρτά μου, είναι γιατί λατρεύω παθολογικά τη ματαιοπονία. Όταν δεν έχει κανένας το μέσο να γίνει δαίμονας, γίνεται κολασμένος.
       Δεν ξέρετε τι ηδονή νιώθω σα συλλογιέμαι πως σας είμαι άγνωστος, πως μου είσαστε άγνωστος (κοινωνικά, θέλω να πω) και πως παίρνοντας κάθε τόσο το φάκελο με τα χειρόγραφά μου, που η γριά υπηρέτρια σας θα σας τα φέρνει χωρίς άλλο μαζί μ' άλλα γράμματα, την εφημερίδα, το γάλα σας και το κουλούρι, θα στραβομουτσουνιάζετε αξιοπρεπέστατα και θα τα σκίζετε πότε μ' αγανάκτηση και πότε με καρτερία. Μπορεί και να τα ρίχνετε στο τζάκι σας, το βράδι. Εκεί πια βρίσκομαι στο στοιχειό μου! Τσουρουφλίζομαι, φουντώνω, καρουλιάζω, αλλάζω χίλια σχήματα, αποθεώνομαι σε λάμψη και τέλος ξεπέφτω σε λίγη στάχτη που κρατάει σαν παρωδία τη μορφή ενός τσαλακωμένου χαρτιού.
       Αυτή και μόνο η σκέψη με ζεσταίνει σαν πέφτω το βράδι στο κρύο κρεβάτι μου να κοιμηθώ. Το δωμάτιο μου δεν είναι μεσημβρινό, αλλά σας το γυρεύω χάρη να μην με συμπονέσετε. Η φιλανθρωπία είναι νόμισμα τρεχούμενο, που έχει καταντήσει πια να κορώσει από τα μικρόβια. Κρατείστε τα χέρια σας καθαρά.
    Αλήθεια, διαβάζετε βιβλία; Είσαστε, καθώς λένε φιλαναγνώστης; Εγώ σας φαντάζομαι να διαβάζετε εφημερίδα κυρίως, κι αυτό στην υποβλητική ώρα που γίνεται η τελετουργική επίκληση στον ύπνο. Λαμπρά! Νιώθω πολύ ικανοποιημένος που έχω τέλος κι εγώ μια καθώς πρέπει γνωριμία και μπορώ να συζητώ, έστω κι από μακριά, μ' έναν θετικό άνθρωπο.
     Γιατί πρέπει να ξέρετε πως σας γνωρίζω καλά, κι ας μην το υποπτευόσαστε. Έχω παρακολουθήσει τη ζωή σας ,τις συνήθειές σας. Μπορώ να σας φανταστώ την κάθε στιγμή κι απέναντι στο κάθε περιστατικό πώς θ' αντιδράσετε. Είσαστε άνθρωπος μετρημένος. Εκεί κοντά στα πεντήντα – λάθος; - μέτριος στ' ανάστημα, καλοθρεμμένος. Ζήτε με το εισόδημά σας , χωρίς πολλές αξιώσεις ή παραλογισμούς. Βγαίνετε από το σπίτι σας ωρισμένην ώρα για το καφενείο και γυρίζετε μάλλον νωρίς. Έχετε ακόμα στο καπέλο σας το πένθος της αδερφής σας που συχωρέθηκε πριν λίγους μήνες. Αυτή είτα η τελευταία ανωμαλία της ζωής σας. Πάει κι αυτή, πέρασε. Πέθανε, θαρώ, η καημένη, μεγαλούτσικη κι ανύπαντρη. Παρηγορηθείτε! Από τις αδερφάδες μας απαλάσσει πάντα ένας νυμφίος. Όταν δεν είναι ο μικρός, είναι ο Μεγάλος. Τώρα σας φροντίζει η γριά, κουτσή υπηρέτρια σας. Ξέρω ακόμα πως έχετε, για τις καλές ημέρες, ένα μπαστούνι μ' ασημένια λαβή και πως σας στέλνουν ταχτικά την εβδομαδιαία εφημερίδα της πατρίδας σας. Τον καφέ σας τον πίνετε μέτριο βραστό. Καπνίζετε τσιγάρα Ego.
       Βλέπετε πως είμαι φίλος σας.
     Εγώ ζω, είν' αλήθεια, υπό συνθήκες κάπως διαφορετικές, ελαφρώς δυσμενέστερες. Ο δρόμος όπου βλέπει το δωμάτιο μου, περιφρονημένος από τον ήλιο, είναι διαρκώς γεμάτος λάσπες. Το δωμάτιό μου πολύ μικρό. Στο ισόγειο, κάθεται ένας καμπουράκος φοιτητής της φιλολογίας που σκύβει από το πρωί ίσαμε το βράδι στα μεγάλα, χοντρά βιβλία του, αποστραβώνοντας τα μυωπικά του μάτια. Τον ακούω μεσ' από το φτενό πάτωμα να τρίζει φυλλομετρώντας, σα σκόρος. Στο δεύτερο είμαι εγώ. Στο απάνω πάτωμα, ένα είδος σοφίτας, κάθεται κάποιος χασομέρης ποιητής, που μυρίζει αιθέρα. (Μια σκάλα σκοτεινή μας ενώνει και τους τρεις). Δεν έχει επάγγελμα και ζει άγνωστο πώς, σαν τα σκυλιά του δρόμου. Θα καταλαβαίνετε βέβαια πως δεν έχει καμιάν απολύτως υπόληψη και σχεδόν ούτε αξιοπρέπεια. Σέρνει το σαρκίο του άσκοπα πάνω στη γη. Τα μάτια του τα βλέπεις διαρκώς θολά και μεθυσμένα. Σπάνια αντικρύζεις το υπόλοιπο πρόσωπό του, γιατί το σκεπάζει, κολλημένο στη μύτη του επίμονα, ένα μαντήλι μουσκεμένο στον αιθέρα. Άθελά μου όμως κάποιες στιγμές, όταν αποξεχνιέμαι, κάνω τη σκέψη πως μπορεί και να βουλώνει τη μύτη του όχι τόσο για να μυρίσει τον αιθέρα όσο για ν' αποφύγει τη βρώμα του κόσμου. Είναι πολύ αριστοκράτης βλέπετε.
     Όμως η ώρα περνάει, το χαρτί γεμίζει, μαυρίζει κατά τρόπο θαυμαστό. Το φεγγάρι, στο στερέωμα, γέρνει πασχίζοντας να ρίξει μέσα στο δωμάτιό μου μια ματιά, να ιδεί τι γράφω.
     Νιώθω πως είναι η ώρα που θα γυρίσει απ' έξω, ξενυχτισμένος, ο αιθερομανής ποιητής. Θ' ανέβει τη σκάλα αργά, βαρειά, και θα πάει να κουρνιάσει στη σοφίτα του. Δε θα μου χτυπήσει την πόρτα, ποτέ δε χτυπάει. Η σκάλα θα στενάξει κάτω από το περιττό βάρος του. Νάτος κιόλας που έρχεται! Τον ακούω που ανεβαίνει.
    Τον ονειρεύομαι κάποτε έτσι ν' ανεβαίνει, όλο ν' ανεβαίνει, ασταμάτητα, με το κεφάλι του σα σφαίρα διάφανη, ελαστική, γεμάτη αιθέρα. Γίνεται ανάλαφρος, όλο και πιο ανάλαφρος, σχεδόν άυλος. Τ' αστέρια τώρα του κρατάνε συντροφιά, στεφανώνουν το μέτωπό του. Όμως δε φτάνει ποτέ πουθενά. Αυτό είναι το μαρτύριο που του έχουν ορίσει για κόλαση.

       Καθένας με το ριζικό του. 


[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Μοίρα


Όλες οι γυναίκες μοιρολογούν την αγάπη
μα δεν κλαίνε στης νύχτας το χάραμα.
Κι εγώ για μοίρα μου έχω τη ζωή
Εμένα να κοιμίζω.
Έχω τα κιτρινισμένα φύλλα του φθινοπώρου
έχω... εσένα ήθελα να πω
μα και η λέξη αυτή με πληγώνει.
Τι θα πει εσένα;
Μια λέξη είναι κι αυτή
Το ξέρεις πως δύο βράχοι παντρεύτηκαν
στην Ιαπωνία;
Μου αρέσουν οι πρωτότυποι γάμοι
Μου αρέσουν οι βράχοι
Μου αρέσει το σάκε
Μου αρέσουν τα χρυσάνθεμα.
Αύριο έλα να πιεις τσάι.
Σε προσκαλώ.
Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα...

Νοσταλγίες


Αγκάλιασε, ζήσε.
Μόνο αυτά να κάμεις.
Δεν θα πω τεμπέλη έναν ερωτευμένο
που κλαίει για τις αναμνήσεις του αιώνα.
Το δάκρυ της αχιβάδας κύλησε
στο φεγγάρι της αποψινής νύχτας.
Είμαστε μόνοι
Θα είμαστε μόνοι για πάντα...

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Αποφθέγματα vol.IV



Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από το να τα παίρνεις όλα κατάκαρδα.

Baltasar Gracian, 1601-1658, Ισπανός συγγραφέας


Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Ημερολόγιο: Βραδιά ανταλλαγής βιβλίων από τον φιλοσοφικό οργανισμό "Νέα Ακρόπολη"


Ημερολόγιο: "Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, 3ο και 4ο μέρος"



Την Τετάρτη 22 Γενάρη 2014 και ώρα 20:00 θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου του Αλεξάνδρ Σολζενίτσιν «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, 3ο και 4ο μέρος» στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου). 

[Να μας συγχωρεθεί η οποιαδήποτε διαφήμιση- δεν γίνεται σκοπίμως...]

Ψαλμός στην τρέλα


Αχ! Άνοιξαν οι ουρανοί
και γύρω μου χορεύει
ο άλλος μου εαυτός.
Μυαλό κινητό
Σώμα σοφό.
Η έκσταση ψάλλει
το εγκώμιο μιας μπόρας.
Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου
είμαι πιο όμορφη εγώ
ή η τρέλα μου;
Μαλλιά λυτά
δεμένα στη μέση
ενός κορμιού μαυριδερού.
Σαν στάχτη η ζωγραφιά,
Θάλασσα αγριεμένη.
Λουλούδια του παραδείσου
Στη ζωή μου απλώσατε
τα τολμηρά κορμιά σας;
Είμαι ευτυχισμένη.
Είμαι ζέστη χωρίς ήλιο
Καλοκαίρι με χιόνια...

Γκαλερίνα

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Ωδή στις αναμνήσεις


Στο μελανοδοχείο η αύρα ξεπορτίζει τις μνήμες της σιωπής.
Εδώ θα'μαι, φτιαγμένη με τα μαργαριτάρια της αρεσκείας σου,
με το φόρεμα που ξεπλένει τις αμαρτωλές συνήθειες.
Στο παράθυρο σε ανταμώνω να φιλάς
τα βράδια που θα αντέξουν σαν τις εφτάψυχες γάτες.
Ναι, θα ζήσουμε για ν' αγαπάμε... 

Γκαλερίνα

Κ. Μόντης - Γαλήνη στη Λεμεσό


Στης αμμουδιάς την ανοιχτή ποδιά
πιότερο παίζουν τα παιδάκια με τη θάλασσα 
ή η θάλασσα με τα παιδιά; 

[Εν Λευκωσία τη..., 1970]


Ποιητική βραδιά: Μεταφράζοντας ελληνική ποίηση στα γαλλικά [1]



Παρουσίαση της ανθολογίας: Οι Ιθάκες τι σημαίνουν; 20 σύγχρονοι έλληνες ποιητές

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014, 20.00'
Auditorium Theo Angelopoulos
∆ίγλωσση βραδιά, αναγνώσεις υπερ-τιτλισµένες στα γαλλικά
παρουσία της µεταφράστριας Μαριλώρ Coulmin Κουτσαύτη
προλογίζει η Ειρήνη Παπακυριακού

Μια νέα ανθολογία ανοίγει στο γαλλόφωνο κοινό ένα ακόμη παράθυρο προς τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Ο ποιητής και εκδότης Francis Combes και η μεταφράστρια Marie-Laure Coulmin Koutsaftis παρουσιάζουν τη δίγλωσση ανθολογία Οι Ιθάκες τι σημαίνουν – 20 σύγχρονοι έλληνες ποιητές (Editions de la Biennale internationale des poètes en Val-de-Marne, Ιούνιος 2013). Τα επιλεγμένα ποιήματα δημοσιεύονται και στο πρωτότυπο και στη γαλλική τους μετάφραση ενώ δέκα σελίδες είναι αφιερωμένες σε κάθε δημιουργό.

Στην ανθολογία παρουσιάζονται οι ποιητές:
Τίτος Πατρίκιος
Γιώργος Σκουρογιάννης
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Γιάννης Κοντός
Ντίνος Σιώτης
Μιχάλης Γκανάς
Αθηνά Παπαδάκη
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
Γιώργος Χρονάς
Γιώργος Μαρκόπουλος
Γιώργος Χουλιάρας
Αναστάσης Βιστωνίτης
Αντώνης Φωστιέρης
∆ήµητρα Χριστοδούλου
Θανάσης Χατζόπουλος
Θανάσης Τριαρίδης


[Περισσότερες πληροφορίες: Γαλλικό Ινστιτούτο]

18ο Bazaar Βιβλίου






Το Παζάρι Βιβλίου 2014 θα πραγματοποιηθεί για δεύτερη χρονιά στην Πλατεία Κοτζιά, από την Παρασκευή 17 Ιανουαρίου, και για είκοσι ημέρες, έως και την Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014, καθημερινά, Σάββατα και Κυριακές από τις 10:00 το πρωί μέχρι τις 22:00 το βράδυ. 

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Αρμονία στον κύβο



Γλυκό τ' αεράκι γέμισε
και γοργόφτερη, απαλή η μουσική τού
ξέσκισε τα ρούχα.
Με μάγεψε η αχνή του η φωνή
Σαν τον κύκνο που πλέει 
και πάνω ένα ασημένιο φεγγάρι,
το στέμμα τ' ουρανού.
Βιολέτας ανάσες και μεθώ στο δροσοστόλισμα των ανθέων.
Για κοίτα πόση ομορφιά έχει η ζωή
μα ο κόσμος με πληγώνει,
όπως τα πόδια του παγωνιού...

Γκαλερίνα

Το τραγούδι που ξέβρασε η θάλασσα



Ανεβαίναμε στα κατάρτια της ζωής
και βλέπαμε την πόλη και τα θαύματα.
Στην πλώρη ο κόσμος γινόταν όλο και πιο φωτεινός
μα στο κουτί της νύχτας μπαίναμε όλο πιο μέσα.
Στο τιμόνι, καπετάνιος η ζωή.
Εσύ μάζευες την άγκυρα
αλλά δεν είδες την άλλη ζωή από την πρύμνη.
Τέλος.
Τα κομμάτια της ζωής τα πήραμε στον ώμο.
Τα κοχύλια στην άμμο ακούνε το τραγούδι της θάλασσας... 

Γκαλερίνα