Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Καγιάμ Ομάρ - Ποίηση και οίνος



Είναι σπουδαίο, πως ένας άνθρωπος από το παρελθόν μένει στην ιστορία για δύο- εκ διαμέτρου- αντίθετα πράγματα: τον άγνωστο αριθμό x και τα τετράστιχά του. Ο Πέρσης Ομάρ Καγιάμ- ή αλλιώς ο Βολτέρος της Ανατολής- έμεινε στην ιστορία της ποίησης για τα 500 ρουμπαγιάτ του και για το πόσο συνειδητά και ρεαλιστικά συνέδεσε τις απολαύσεις της ζωής, το αδιέξοδο του θανάτου με μία βαθύτερη φιλοσοφία. Πιο κάτω ακολουθούν μεθυστικά ρουμπαγιάτ, με θεματολογία την αδυναμία πολλών: το κρασί. 






Γιά νά γνωρίσω το μυστήριο τής ζωής
κούπας τα χείλη άγγιξα, πήλινης, φτωχιάς.
Χείλος στό χείλος μού ψιθύρισε : όσο ζείς
πίνε• τί σαν πεθάνεις δεν ξαναγυρνάς.


***

Το χθές την τρέλλα αυτής της μέρας ετοιμάζει,
την αυριανή σιωπή, απελπισία ή δόξα.
Πιές, τι δεν ξέρεις από πού ήρθες και γιατί.
Πιές, τι δεν ξέρεις γιατί φεύγεις και για πού.


***

Ενα ποτήρι με κρασί, θρησκείες χιλιάδες κάνει, 
και για της Κίνας τ’ αγαθά μια ρουφηξιά του φτάνει·  
όξω από σένα ρουμπινί κρασάκι μου δεν είναι  
στον κόσμο αυτόν άλλο ξινό, τόσο γλυκά να πιάνει.

***

Κάλλιο από νέο βασίλειο και μια γουλιά κρασιού παλιού· 
μην παίρνεις δρόμον άλλονε παρά το δρόμο του κρασιού· 
μια κούπα αξίζει κι εκατό του Φεριδούν βασίλεια·  
κάλλιο απ’ το στέμμα του Χοσρόη καπάκι τούβλινο σταμνιού!

***


Γνωστοί του ποτού οι κανόνες, κι ορίζουν: Ποιος πίνει;
Πότε και πόσο πίνει; Κι ακόµα: µε ποιον το κρασί του πίνει;
Αν τηρηθούν τα πιο πάνω, δίχως άλλο φέρνουνε γούρι,
Ότι σηµάδι σωφροσύνης το ποτό• και στου ποτέ το ποτέ οδύνη.

***

Κι αν µόνο µ’ ένα τούβλο µετριόταν όλο µου το βιο,
Θα τό ’δινα ποτήρι να γιοµίσω µες σε κρασοπωλειό.
Κι αύριο πού θα βρω ψωµί; Σκούφια και ρούχο θα σκοτώσω.
∆εν τα ύφανε δα µε τα χέρια της καµιά θεά στον αργαλειό!

***

∆ίχως µέθης τσαµπί, παρά τσακιστό δεν αξίζ’ η ζωή.
∆ίχως λύρας σκοπούς, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.
Κι όσο πιο µακριά σε τούτο τον κόσµο βρεθώ,
∆ίχως κρασί κι ηδονή, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.

***

∆εν πίνω το κρασί γιατί λατρεύω το κρασί.
∆εν πίνω για να µπω στης έκλυτης ζωής το βούρκο.
Πίνω για ν’ αναπνεύσω έξ’ από µένα µια στιγµή.
Εξ’ από µένα να βρεθώ• για τούτο πίνω το κρασί.

***

Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
«Πιες άλλη μια γουλιά. Δέν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».

***

Αφού κανείς μας δεν μπορεί
το αύριο να τ’ ορίσει
γλέντα τη δόλια σου καρδιά
που η αγάπη βασανίζει.

Με το φεγγάρι πιες κρασί
γιατί κι αυτό τ’ αστέρι
θα ψάχνει αύριο να μας βρει
μ’ άδικα θα γυρίζει.

(Τους στίχους του Ο. Καγιάμ έχει χρησιμοποιήσει ο Θ. Παπακωνσταντίνου ντύνοντας υπέροχα τραγούδια)

***

Διαβαίνει η ζωή μας και πάει
και ρωτάς τι `ναι η Βαγδάτη
το κρασοπότηρο γιομίζει
αν είναι γλυκά θα νοιαστούμε ή πίκρα.

Άσπρο πάτο και μετά από μας
καλά να ξέρεις το φεγγάρι
τον ανοιχτό του κύκλο
θα γράφει σταθερά.

Πολύ μακρυά απ’ το στόχο μας πέφτουν
πολύ μακρυά η πρακτική κι η γνώση πέφτουν
μα τα αινίγματα που μας παιδεύουν το κρασί τα λύνει
τις ώρες της χαράς το μπρούσκο ζαβολιές δεν κάνει.

Άσπρο πάτο και μετά από μας
καλά να ξέρεις το φεγγάρι
τον ανοιχτό του κύκλο
θα γράφει σταθερά.

(Μελοποιημένοι στίχοι του Ο. Καγιάμ από τους 'Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω')

***

Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα
απόψε το χειλάκι σου θα `ναι το παν για μένα
κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα.

Για `κείνα που δεν έκανα και που `χω καμωμένα
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
αυτό θα `ν’ το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ’ η αναπνοή στερνή φορά από μένα.

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν’ αφήσω
και κάθ’ ελπίδα για ζωή απ’ την καρδιά μου σβήσω
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω.

(Ακόμη ένα εξαιρετικό τραγούδι του Θ. Παπακωνσταντίνου, με στίχους του Ο. Καγιάμ)

***



2 σχόλια: