Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Αυτόχειρες Συγγραφείς - Μέρος Ι





Στο πρώτο μέρος η αναφορά περιορίζεται στις Ελληνίδες και Έλληνες λογοτέχνες.


Κώστας Καρυωτάκης (1896- 1928)


Μελαγχολικός και απαισιόδοξος. Μπήκε από νωρίς στον κόσμο της ποίησης, κατάφερε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργήσει- άθελά- του δική του σχολή (Καρυωτακισμός). Οι πολλές μετακινήσεις και σε μικρή ηλικία αλλά και αργότερα ως δημόσιος υπάλληλος τον έφερναν σε απελπισία. Αισθανόταν μεγάλη δυσαρέσκεια για την δουλειά του δημοσίου υπαλλήλου, θεωρώντάς την ανούσια, αδιέξοδη και μη εποικοδομητική  Οι πολλές μετακινήσεις- μεταθέσεις του είχαν μια λογική εξήγηση: Ο Καρυωτάκης απεχθανόταν την κρατική γραφειοκρατεία και δεν παρέλειπε να την καυτηριάζει με κάθε ευκαιρία, γεγονός που δημιούργησε αντιπάθεια προς τους ανωτέρους του.

Η καταληκτική του μετάθεση θα είναι η Πρέβεζα. Είναι παράξενο πώς πολλές φορές η μοίρα συνταιριάζει σκόρπια κομμάτια μεταξύ τους. Η Πρέβεζα γνωστή για το βαρύ και μουντό της κλίμα, με μεγάλα επίπεδα υγρασίας κατά την διάρκεια του χρόνου, δέχεται έναν από τους πιο τραγικούς ποιητές- ίσως τον πιο απαισιόδοξό της, τον πιο καταθλιπτικό. Η Πρέβεζα τον αποξενώνει, του δημιουργεί μια μόνιμη πια άσχημη γεύση, χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική των σπιτιών της σαν τουρκόσπιτα χείριστου είδους, ενώ στην ίδια την Πρέβεζα ερμηνεύει την χαμηλή της θέση (στο όριο περίπου της θάλασσας) στο γεγονός ότι ντρέπεται για τα χάλια της. 
Ανάσα ζωής αποτελεί η σχέση του με την λυρική ποιήτρια Μ. Πολυδούρη. Μέσα από τις επιστολές τους και το ημερολόγιο της Πολυδούρη φανερώνεται η ένταση του έρωτά τους. Η επαφή του Καρυωτάκη με την Ωχρά Σπειροχαίτη θα επιδράσει απότομα στον ήδη επιβαρυμένο ψυχικό του κόσμο. Η σύφιλη ήταν αδίστακτη. Πολλοί- τελευταία- αναφέρουν το γεγονός ότι η σύφιλη ήταν αυτή που οδήγησε τον ποιητή στο να κάνει την μοιραία κίνηση. Τα εκφυλιστικά συμπτώματα της ασθένειας αυτής είναι σίγουρο πως δεν άφησαν ανεπηρέαστη την σκέψη και την ψυχική υγεία του ποιητή, προκαλώντας του τις επίμονες σκέψεις για αυτοκτονία. Σε 32 χρονών δίνει τέλος στη ζωή του με ένα περίστροφο, ενώ είχε προηγηθεί πριν λίγες ώρες μία ακόμα απόπειρα- αυτή τη φορά προσπαθώντας να πνιγεί. 

ΘΑΛΑΣΣΑ 


Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια 

στο μολυβένιον ουρανό 
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας 
φεύγουνε πίσω απ' το βουνό.

Κι είναι θεριό η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα 

δίνει της -- μπλαβό εκεί μακριά, 
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο -- 
κάποια παράξενη θωριά.




Πηνελόπη Δέλτα (1874- 1941) 


Ζώντας σε ένα ασφυκτικά συντηρητικό περιβάλλον, κάνοντας έναν γάμο μόνο για τον οικονομικό καλό του πατέρα της, η Π. Δέλτα ξεκίνησε από πολύ νωρίς να μάχεται με τον κάθε μικρόκοσμο και γύρω της, αλλά και μέσα της. Προς αντίδραση αυτού του γάμου συναντά την βεβιασμένη λογική της αυτοχειρίας. Προειδοποιεί- απειλεί τον πατέρα της, Ε. Μπενάκη. Ο τελευταίος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Διατηρεί σχέση με τον Ι. Δραγούμη, ο κοινωνικός όμως περίγυρος την αποτρέπει από το να αφήσει σύζυγο και παιδιά. Ένα ακόμη θύμα του συναισθηματικού ευνουχισμού της κοινωνίας για τις ταγές της ηθικής. Όταν, δε, ο Ι. Δραγούμης σχετίζεται με την Μ. Κοτοπούλη, το ψυχικό κενό είναι της συγγραφέως είναι εμφανές. . Η ψυχική κατάπτωση σε συνδυασμό με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, την ωθούν σε μια ακόμη απελπισμένη πράξη αυτοκτονίας. Το δηλητήριο όμως δεν την σκοτώνει αμέσως. Ξεψυχά πέντε ημέρες αργότερα. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣΙΩΠΗ. 


«Hμασταν δύο ανόμοιες φύσεις και μας είχαν ρίξει στο ίδιο καλάθι, δύο κατάδικοι της ζωής, να τα βγάλουμε πέρα όπως μπορούσαμε. Kαι αλληλοσπαραχθήκαμε» (γράφει για τον Ι. Δραγούμη)




Ναπολέων Λαπαθιώτης


Επηρεασμένος από το δόγμα του αισθητισμού, έχοντας ως πρότυπο τον Ο. Ουάιλντ και τη σχέση του με τον Α. Ντάγκλας, την παρακμή και την τέχνη υπεράνω της πραγματικότητας, δημιούργησε έναν δικό του μύθο και έζησε μέσα σ'αυτόν. Η τέχνη τον επηρέασε βαθύτατα- τον έπληξε αρκετά η άνοδος του σουρρεαλιστικού κινήματος, η αρχή της φθοράς του αισθητισμού. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος μέσα σε μια  πουριτανή και αδίστακτη ελληνική κοινωνία, όπως αναφέραμε και πιο πάνω είχε δημιουργήσει το δικό του μύθο, είχε κλειστεί στην δική του ζωτική γυάλα, όντας όμορφος, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, πλούσιος, εκκεντρικός, διάσημος. Έξω από την γυάλα ήταν ένας απλός ποιητής στο χείλος μιας κοινωνίας που δεν έπαυε να αλλάζει. Ο πόλεμος έρχεται να τον ξυπνήσει απότομα: η Κατοχή τον έχει αποδιοργανώσει πνευματικά, τον αναγκάζει για τις βασικές του και μόνο ανάγκες να πουλήσει σπουδαία αντικείμενα αξίας που είχε στο σπίτι του, με ανταλλαγή ένα πιάτο φαγητό, λίγα ξύλα. Η γυάλα του δεν περιείχε μόνο το αψεγάδιαστο όνειρο της ευπορίας, της ασφάλειας και της καλοπέρασης. Το σημαντικότερο στοιχείο όλων, αυτό που είχε κατακαθίσει σε κάθε γωνιά ήταν η νεότητα... η ομορφιά του. Η σωματική του φθορά με την πείνα και τις κακουχίες της Κατοχής, τον οδηγούν στην αυτοχειρία. Ο Ν. Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε με πυροβολισμό.



Είμαι μόνος...

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τί να κάνω...

Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργα στο πιάνο...

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,

Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω...




Αλέξης Τραϊανός (1944- 1980)


Υπήρξε από τους πρώτους που μετέφρασαν beat ποίηση. Το συγγραφικό του έργο είναι πλούσιο, παρόλα αυτά απουσιάζει από τις περισσότερες ανθολογίες σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. 

Τον λύγισε χωρίς να σταματήσει να τον ταλαιπωρεί μακροχρόνια ο φόβος της αποτυχίας, της απόρριψης. Δύο κοινά τον συνδέουν με τον Κ. Καρυωτάκη: είναι και οι δυο αυτόχειρες και ανάξιοι εραστές. Η συναισθηματική επένδυση σε μία γυναίκα- φάντασμα χωρίς καμία ανταπόκριση, κραυγάζει μέσα του την λέξη προδοσία. Ένα τελειωτικό χτύπημα στον ήδη ταλαιπωρημένο του ψυχισμό. Η ετυμηγορία όλων αυτών; Μία συνεδεμένη εξάτμιση με το εσωτερικό του αυτοκινήτου του Τραϊανού. Πέθανε από ασφυξία. 

ΘΑΝΑΤΟΨΙΣ

Ώρες των ματιών κοιτάζοντας μέσα στο ψύχος
Ένα θάνατο τον ανθρώπινο θάνατο
Να πεθαίνουμε είδαμε πως γίνεται να πεθαίνουμε
Σ’ ένα ρηχό προσωπικό πιο χαμηλά κι απ’ τα χόρτα
Ήταν η ανάγκη
Ανάμεσα σ’ εκείνους που πέθαναν το δικό μου θάνατο
Κι εκείνους που πέθαναν ένα ξένο θάνατο
Ήταν η ανάγκη
Γι’ αυτό το ταξίδι το κομμάτιασμα
Να βρεις τη ζωή και το θάνατο το δικό σου
Εσύ πού πνιγμένος ήσουν έρχεσαι και κάθεσαι
Σ’ αυτό το κάθισμα το πέτρινο το γλυμμένο απ’ το αλάτι
Σώμα βαρύ βουλιαγμένο ανάμεσα στα πρώτα όστρακα
Στα πρώτα θαλασσινά κοχύλια
Και το πρόσωπό σου κενό μουσικής ποντισμένης στο χάος
Εκείνο που μας δέχεται μόνο γυμνούς
Και τα λόγια σου στάζοντας σαν το λιωμένο κερί
Βαθιά μες στις μασχάλες πίκρα πενία και ντροπή
Βαθιά μέσα σε μια σχισμή αρμών εξαρθρωμένων
Ανοίγοντας μες στο ακύμαντο γαλάζιο χέρια ακύμαντα
Έπειτα ήρθε τ’ απομεσήμερο όλο φως και κούραση
Ακίνητο μ’ ένα πουλί που βάθαινε στον ουρανό
Ραγίζοντας προς το σούρουπο τα ακύμαντα χέρια σου
Και το σβησμένο σου πρόσωπο
Και τα σημάδια των ποδιών σου
Κάτω από ναν ήχο ωρών εσπερινών
Πως γίνεται
Κι όμως πεθάναμε για γεννηθεί ο θεός μας
Πέφτοντας μέσα στη νύχτα απ’ το πιο μυτερό μεσημέρι
Άστρα σαν τα νησιά μια νύχτα φυγής
Σ’ αυτό το ψύχος το σκοτάδι τη σιωπή
Στο πουθενά τούτο
Κάνει κρύο μες στο σκοτάδι σε τούτα τα κλίματα
Και η ατέλειωτη άμμος ασπρίζει σαν χιόνι
Θα κρυώνεις τα ακύμαντα χέρια σου
Το σβησμένο σου πρόσωπο
Θα πεθαίνεις τόσες φορές σ’ έναν άλλον
Κι αυτός άλλες τόσες φορές μέσα σε σένα
Και δεν θα χεις το θάνατο μέσα σου
Και Δε θα χεις φωνή μήτε κι άνεμο
Για τα ακύμαντα χέρια σου
Να καρφώσεις το αίμα που τρέχει



Ιωάννης Καρασούτσας (1824–1873)


Φαίνεται ότι η Αθήνα ήταν το σπίτι του, αν και Σύριος. Ξεκίνησε να γράφει την πρώτη του ποιητική συλλογή 2 χρόνια μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα κι αυτοκτόνησε στην Αθήνα. 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε με πολλές στερήσεις. Η απόλυσή του από την εκπαίδευση ενέτεινε την ψυχική του φθορά.
Η ατέρμονη αγωνία και η προσπάθεια απήχησης του έργου του σε σχέση με αυτό των συγχρόνων του υπήρξαν καθοριστικές για τον ψυχισμό του. Δεν ήταν όμως μόνο αυτές που καθόριζαν την ψυχική του υγεία, αλλά και τα προσωπικά του προβλήματα- τα πενιχρά οικονομικά του για παράδειγμα- τον ταλάνιζαν συνεχώς. 
Το ποίημά του "Φθινόπωρο" είναι το μόνο του που έχει γράψει στη δημοτική. 

Το φθινόπωρον


Tο βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει.

Ψιλή ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζη'
είναι η φύσις που θρηνεί,
τα δάκρυά της είν' αυτά οπού πυκνοσταλάζουν,
τα σύννεφα οπού βογγούν και βαρειαναιστενάζουν'
είν' η θλιμμένη της φωνή.

Eίναι πουρνό' τι καταιχνιά λευκή σαν Nαϊάδα!

Δεν βλέπεις μήτε το βουνό, μήτε την πεδιάδα.
Tου χρόνου τα γεράματα!
Για δες τον ήλιο' έκρυψε τα χρύσινα μαλλιά του,
χλωμό φεγγάρι έγινε, κ' είν' όλο η θωριά του
παράπονο και κλάματα!

Nα! βράχηκε και το ξερό της ερημιάς ποτάμι.

Aκούς τι κρότο το νερό μέσ' στα χαλίκια κάμει;
Bλέπεις τον άσπρο τον αφρό;
Στες λυγαριές ανάμεσα ήταν πουλιά κρυμμένα'
Tον κρότο καθώς άκουσαν, εφύγαν τρομαγμένα
μ' ένα πέταγμ' αλαφρό.

Ψυχή δεν βλέπεις' έρημος ο τόπος κ' αφειμένος.

O γέρος μόνος χωρικός πηγαίνει φορτωμένος
με τα κομμένα ξύλα του.
K' εγώ μονάχος κάθομαι στην ρίζα του πλατάνου,
κ' ακούγω την πυκνή βροχή οπού χτυπά επάνου
στα μαραμμένα φύλλα του.

Δεκαοχτώ φθινόπωρα ως τώρα μόλις είδα'

αλλ' αν και τόσο ενωρίς γυρίσω, παρ' ελπίδα,
στην γην οπού μ' εγέννησε,
ας θάψουν χέρια φιλικά το άψυχο κορμί μου
κοντά στη ρίζα της ιτιάς που τόσες στην ζωή μου
φορές μ' εφιλοξένησε.

Tους κλώνους της τους λιγυρούς ο ζέφυρος να κλίνη,

και ίσκιο μελαγχολικό στον τάφον μου να χύνη
την ώρα του καλοκαιριού.
Kαι πάλιν, όταν ο καιρός αρχίζη να κρυώνη,
να πίπτη εις το μάρμαρο η χάλαζα, το χιόνι
και η βροχή του Γεναριού




Περικλής Γιαννόπουλος (1869- 1910)


Ελληνολάτρης διανοητής. Συχνά στα κείμενά του συγχέεται ο Νέο-Ελληνισμός με τον Βυζαντινισμό. Πρωτότυπος, ελληνοκεντρικός, μποέμ και όμορφος για την εποχή του άνδρας, δεν μπόρεσε να τα ταιριάξει με τον χρόνο. 

Αφενός το πέρασμα του χρόνου τον έβρισκε αντίθετο, λόγω αναπόφευκτης φυσικής (επιφανειακής) φθοράς, αφετέρου τον έκανε να νιώθει ότι δεν μπορούσε να αναμορφώσει πλέον την ελληνική κοινωνία. 
Η τέχνη τον δοκιμάζει με τον δικό της τρόπο. Μα κι αυτός κατά βάθος την περιφρονεί, ενώ ταυτόχρονα την έχει και ανάγκη: μέχρι τα σαράντα του το όλο του συγγραφικό έργο ήταν σκόρπιοι στίχοι και δύο μανιφέστα. 
Ο τρόπος που αυτοκτόνησε (έπεσε με το άλογο του στον κόλπο του Σκαραμαγκά) φανέρωνε ένα υπόκοφο παράπονο προς την απαξιώση των Ελλήνων για τα δεσμά τους και την μεγάλη αγάπη που είχε για την Φύση. 

Ελληνική φυλή ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι ο Εαυτός σου. [...]


Ζωντόβολα, μη φοβάσθε την ΑΛΗΘΕΙΑ. Η Αλήθεια δεν σκοτώνει, τα ΨΕΜΜΑΤΑ καταθάπτουν τους Λαούς. [...]


Ντροπή σας Έλληνες, να λέγεσθε Σεις Χριστιανοί, σαν την Κοινήν αγέλην των Ανθρωποειδών. Σεις πρέπει να λέγεσθε ότι είσθε: Χριστιανοποιοί: ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΤΑΙ.

Εάν δεν μπορείτε να αισθάνεσθε ότι είσθε Έλληνες, παρά μόνον από μέσα από το πάπλωμα του Χριστιανισμού Σας, τότε ΕΡΡΕΤΩ τέτοιος Ελληνισμός. Διότι τότε ο Ελληνισμός Σας είναι Νεκρός. [...]

Από της Πτώσεως ο Ελληνισμός περιπατεί στον Κόσμο με το ΕΝΑ μόνον Εγκεφαλικό Ημισφαίριο, σαν άνθρωπος που του πριόνισαν στη μέση και καθέτως το κεφάλι. [...]


(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν»)





Κατερίνα Γώγου (1940- 1993) 


Συμπρωταγωνίστρια. Ρολάκια δεύτερης κατηγορίας. Αφελές κορίτσι, μοντέρνο- ίσως λιγάκι γουστόζικο. Ήταν το παιδάκι της Φίνος Φιλμ... Ο κινηματογράφος δεν της χαρίζεται, είναι σκληρός. Πίσω από τις πλάτες των μεγάλων πρωταγωνιστριών/τών αχνοφαίνεται το στρογγυλό της πρόσωπο, τα μικρά της μάτια. Τίποτα στη ζωή δεν της χαρίζεται. Μα φταίει κι αυτή: διάλεξε από νωρίς τον δύσκολο δρόμο, τον παράνομο της μοναξιάς, της φυγής από όλες τις κλίκες, ουδεμία σχέση είχε με τις λέρες και την πάτησε. Φροντίζει η ποίησή της να είναι πιο τρανταχτή, να φαίνεται καλύτερα, αυτή την φορά, πίσω από τις πλάτες. Δεν αχνοφαίνεται. Κραυγάζει... Η ποίησή της στιγματίζεται από την ατσούμπαλη περίοδο της μεταπολίτευσης. Έχει να αντιμετωπίσει χαφιέδες και ψευτο-αριστερούς. Την γοητεύει το περιθώριο  οι καταπιεσμένοι Τροτσκιστές, τα άναρχα πρόσωπα. Τα ποιήματά της αποτυπώνουν το μεταπολεμικό- μοντέρνο μπουρδέλο. Την αθλιότητα του συστήματος. Βαθιά αντισυστημική, βαθιά αποκομμένη από όλους και από όλα. 

Τις τελευταίες της μέρες επέστρεψε στο σπίτι που γεννήθηκε, στο Μεταξουργείο. Αυτοκτόνησε με την κατανόηση της υπερβολικής δόσης αλκοόλ και χαπιών. 

Μοναξιά


Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες

πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.


Κοραλία Θεοτοκά (1935-1976)


Γνωστή σε λίγους, με σπουδαίο ποιητικό έργο, αν και μικρό. Συνήθως οι λίγοι που αναφέρονται σ'αυτήν την αναφέρουν σαν την γυναίκα του κου Θεοτοκά- εξ'ου και το επώνυμο. Η πεζή καθημερινότητά της δεν μαρτυρούσε σε τίποτα την αγάπη της για την ποίηση, την υπόκωφη θλίψη της- κυρίως μετά τον θάνατο του άντρα της. Η πρώτη της ποιητική συλλογή ονομάζεται "Απόπειρες". Το 67 επιχείρησε να εκδόσει και την δεύτερη συλλογή της, αλλά η άνοδος της δικτατορίας την απέτρεψε από την κίνηση αυτή. Εθελοντικά αρνήθηκε την διακίνηση της συλλογής στο εμπόριο. Το εθελοντικό της έργο ήταν πλούσιο και σπουδαίο, παρόλα αυτά η σπουδαιότητα της ψυχής της που κρυβόταν κάτω από την πεζότητα και το συνηθισμένο της μούτρο, δεν την εμπόδισαν από το να πηδήξει από την ταράτσα του σπιτιού της στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 90. Έπειτα από τον εκούσιο χαμό της άγνωστης δυστυχώς ποιήτριας, η αδερφή της ανέλαβε το συγγραφικό της έργο. 


Έλα, θα γείρω να σου τραγουδήσω

τις νύχτες με φωνές πουλιών,
τα μεσημέρια με φωνές ανέμων και αγγέλων.
Έλα, θα γείρω σαν δεντρί δοκιμασμένο
και μυστικά και φανερά θα τραγουδήσω
με μαγικούς ήχους βροχής και θρήνους,
με τις φωνές των κεραυνών, των κεντρισμένων ζώων μ' οργή και κλάμα ωκεανών και ραγισμένων βράχων.

Έλα, πλησίασε.

Δες, πως χτυπάει τον αέρα μοναχός.
Άκουσε η ζωή πως ρέει...ρέει...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου