Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Τζούτζη Ματζουράνη - Δια Χειραψίας-2018



Τελικά,

“Δια χειραψίας”, τελειώνουν

οι έρωτες.

Τι θλιβερό!

Να δίνεις το χέρι σου

σε κάποιον που,

μέχρι χτες,

μοιραζόσουν την ζωή σου,

το κρεβάτι σου,

τους πόνους της ψυχής σου.

Είναι άραγε, η αμηχανία της στιγμής;

ή

το κουράγιο που

σ’ εγκαταλείπει

γιατί ακόμα πονάει η πληγή;

Μπορεί και

τίποτα από αυτά…

Έτσι και αλλιώς,

“Δια χειραψίας” αρχίζουν

κιόλας.

Μ’ ένα απλό “χαίρω πολύ”…




Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Τι είναι καφκικό;





Ο Frederick R. Karl, μελετητής του Κάφκα, που έχει υπογράψει τη μονογραφία “Franz Kafka: Representative Man. Prague, Germans, Jews and the Crisis of Modernism” (1991), διαλευκάνει τον όρο "καφκικός":


“Εάν τρέχετε για να προφτάσετε το λεωφορείο, και διαπιστώσετε ότι όλα τα λεωφορεία έχουν πάψει να περνούν, τότε αυτό δεν είναι “καφκικό”.


“Καφκικό” είναι το να εισέλθετε αίφνης σε έναν κόσμο σουρεαλιστικό, στον οποίο βλέπετε την ύπαρξή σας ολόκληρη να κατακερματίζεται, καθώς βρίσκεστε αντιμέτωπος με μια δύναμη που δεν συνάδει με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τον κόσμο. Δεν παραιτήστε, δεν πέφτετε απλώς να πεθάνετε, αλλά αγωνίζεστε ενάντια στη δύναμη αυτή όπως μπορείτε, με όποια εφόδια διαθέτετε. Αλλά φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να τη νικήσετε. Αυτό είναι “καφκικό”.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

Αλβάρο ντε Κάμπος - Θέλω μόνο την ελευθερία!


 


Ὄχι! Θέλω μόνο τήν ἐλευθερία!

Ἀγάπη, δόξα, χρῆμα εἶναι φυλακές.

Ὡραῖα σαλόνια; Ταπετσαρισμένες πολυθρόνες; Μαλακά χαλιά;

Ἄ, ἀφῆστε μέ νά βγῶ νά πάω νά μέ βρῶ.

Θέλω ν’ ἀναπνεύσω τόν ἀέρα μόνος,

δέν ἔχω σφυγμό ὅταν εἶμαι μέ κόσμο,

δέν συναναστρέφομαι μέ κανονισμούς

δέν εἶμαι παρά μονάχα ἐγώ, δέν γεννήθηκα παρά αὐτός πού εἶμαι, εἶμαι γεμάτος ἀπό μένα.

Ποῦ θέλω νά κοιμηθῶ; Στόν κῆπο…

Πουθενά τοῖχος –ἡ ἀπόλυτη σύμπνοια–

ἐγώ καί τό σύμπαν,

καί τί ἡσυχία, τί γαλήνη νά μή βλέπεις πρίν κοιμηθεῖς τό φάντασμα τῆς ντουλάπας

ἀλλά τό μέγα φέγγος, μαῦρο καί δροσερό, ὅλων τῶν ἄστρων μαζί,

τή μεγάλη ἀπέραντη ἄβυσσο ἐπάνω

νά στέλνει αὖρες καί εὐσπλαχνίες ἀπό ψηλά στό πρόσωπό μου, κρανίο πού τό σκεπάζει ἡ σάρκα,

ὅπου μόνο τά μάτια –ἄλλος οὐρανός– ἀποκαλύπτουν τό μεγάλο μυστηριῶδες ὄν.

Δέν θέλω! Δῶστε μου τήν ἐλευθερία!

Θέλω νά εἶμαι ὁ ἑαυτός μου.

Μή μέ εὐνουχίζετε μέ ἰδανικά!

Μή μου φορᾶτε τό ζουρλομανδύα τῶν τρόπων!

Μή μέ κάνετε ὑποδειγματικό καί κατανοητό!

Μή μέ σκοτώνετε ἐν ζωῆ!

Θέλω νά ξέρω νά πετάω αὐτή τήν μπάλα ψηλά στό φεγγάρι

καί νά τήν ἀκούσω νά πέφτει στό διπλανό κῆπο!

Θέλω νά ξαπλώσω στό γρασίδι, καί νά σκέφτομαι «αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω»…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό κῆπο…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό κῆπο…

Αὔριο θά πάω νά τήν πιάσω στό διπλανό…

νά τήν πιάσω στό διπλανό

στό διπλανό

κῆπο…



Φ. Πεσσόα, 2014. Τα Ποιήματα του Αλβάρο ντε Κάμπος, μτφ Μαρία Παπαδήμα, εκδ.: Gutenberg 



Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Κάθε μέρα και ένα βιβλίο : Συνέντευξη με την Ηλέκτρα Λαζάρ



#Κάθε_μέρα_και_ένα_βιβλίο

 

-Με την πρώτη σας ποιητική συλλογή «'Αγια νήπια» πειραματίζεσθε πάνω στους κατακτημένους τρόπους της ποίησης και την εμβολιάζετε με τις νέες οπτικές μέσω της τεχνολογίας. Σε ποιό σημείο μπορεί να σταθεί το μέλλον της ποίησης, όταν ο κόσμος μας έχει αλλάξει συνολικά, υπακούοντας στην αέναη ρευστότητά του;

Ο Auden έλεγε «η ποίηση δεν κάνει τίποτα να συμβαίνει». Δεν ξέρω αν το έλεγε με τη μεριά του παρόντος ή του μέλλοντος, η ποίηση πάντως ελάχιστα ενδιαφέρεται είτε για το μέλλον είτε για τον κόσμο. Η ποίηση είναι ο τόπος άσκησης μίας ελευθερίας, η αποδέσμευση ενός είδους προσωπικής ουσίας που γίνεται η αφετηρία ενός νέου κόσμου. Ο κατά κεφαλήν κόσμος όμως της ποίησης έχει ανοίξει τόσο τα σύμβολά του, που έχει γίνει σύμβολο του εαυτού κι έτσι ο μόνος λόγος ύπαρξης του κόσμου είναι για να αντανακλά τον εαυτό. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακιστεί η πραγματικότητα μέσα στην ποίηση. Κι αν θα ήθελα να καταλήξω κάπου, θα ήταν στο ότι δεν πρέπει να ανησυχεί το μέλλον της ποίησης, αλλά ο κόσμος όταν τον βάλει στο μάτι η ποίηση.

Το ότι κόσμος μας έχει αλλάξει «συνολικά» είναι όπως και να ‘χει μία τολμηρή διαπίστωση. Ζούμε όμως το τέλος μίας εποχής. Και ιστορικά το τέλος πριν το νέο άγνωστο αγκαλιάζεται σφιχτά με τον μετεωρισμό και τη μελαγχολική περιπέτεια της προσαρμογής. Εδώ, ωστόσο, αρχίζω να παρατηρώ να συμβαίνει το αντίθετο: τεντωμένα αντανακλαστικά, μια βιασύνη να πρωταγωνιστήσουμε σε κάτι που ακόμη ελάχιστα μπορούμε να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε.

 

-'Οσο και αν θέλετε να κρυφτείτε, η ποίηση σας είναι γεμάτη από αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας, αν σάς ζητούσαν να μιλήσετε για εσάς εξομολογητικά; Ποιό είναι εκείνο το στοιχείο του βίου σας που δεν αποτυπώνεται στην ποίηση σας, έστω και κρυπτικά;

Το να βλέπει κάποιος ένα τραπέζι, ένα όνομα, ένα χωριό, ένα σπίτι και να το ονομάζει αυτοβιογραφία, είναι κάτι που δεν εμπίπτει στο χώρο της ποίησης. Άλλο το ημερολόγιο των σκέψεων και άλλο η ποίηση των εικόνων. Η ποίηση απαιτεί άλλη οντολογία και άλλα εργαλεία. Υπάρχουν ποιητές που μιλούν μόνο γι’ αυτά που ξέρουν. Ακόμα κι αν αυτά που ξέρουν δεν αξίζει να συζητηθούν. Γιατί αυτά που ξέρουν είναι η φιλολογία της ποίησης κι όχι η εμπειρία. Τι εννοώ εμπειρία της ποίησης: να βλέπει κανείς θάλασσα και να την κάνει συρματόπλεγμα. Τα γενέθλια να γίνονται μνημόσυνο. Τα νυκτόβια πουλιά, μοναξιά. Έχεις και το ένα και το άλλο, αλλά δεν γράφεις ποίηση ποτέ με αυτά που είδες ή με αυτά που έζησες.

Θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως ένα άτομο που του είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει την εαυτή του. Έχω αφήσει έξω από την ποίηση στοιχεία και εικόνες του έρωτα και της καταστροφής· ζηλεύω τα ποιήματα που είναι σχεδόν ενσώματα και σχοινοβατούν.

 

-Ο πειραματισμός, η κινητικότητα της γλώσσας σας, υφολογικά και κοινωνιολογικά, κινείται σ' ένα ευρύ πλαίσιο γλωσσικών και νοηματικών λύσεων. Αν έπρεπε να αναζητήσουμε τους ποιητικούς σας προγόνους, ποιοι είναι αυτοί και ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Πώς μπορεί το πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο μετέρχεσθε, να μεταγγιστεί σε μία νεότερη ποιήτρια κι όταν δημιουργείται αυτή η σχέση, τι χαρακτηριστικά παίρνει;

Πρόγονοί μου είναι όλοι όσοι τους δόθηκε ένα χαρτί με γραμμές και γράψανε από την άλλη, για να φέρω στην κουβέντα και τον Χιμένεθ. Πρόγονοί μου είναι όλες όσες κατασπάραξαν το πλευρό του αδάμ.

Η Παλαιά Διαθήκη είναι ο τεράστιος χάρτης του ανθρώπου, ανεξαρτήτου ηλικίας. Κάθε στίχο της τον βλέπω να καταφέρνει να είναι μία φιλοσοφική και ποιητική αφετηρία. Η γλώσσα των βιβλίων της, οι ιστορίες της, τα σύμβολά της, οι αμέτρητοι τρόποι να ξαναδείς τους ανθρώπους της την κάνουν το πιο αδιάβαστο βιβλίο. Πάνω απ’ όλα, χωρίς την Παλαιά Διαθήκη, δεν θα μπορούσε η ανθρωπότητα να χρησιμοποιεί, να διερωτάται και να αναλύει τις μεγάλες μορφές της Καινής Διαθήκης, όπως ο Χριστός, ο Ισκαριώτης ο Λάζαρος κ.ά..

 

- Αρέσκεσθε στις διαδράσεις και στην διαδραστικότητα. Μήπως ετοιμάζετε ένα δεύτερο βιβλίο, στο οποίο η δραματουργία του βλέμματος  αποζητάει να ανέβει το βιβλίο σας σε μια σκηνή, εκτεθειμένο στο κοινό το οποίο συνδημιουργεί την στιγμή της εκφοράς του ποιητικού σας λόγου;

Είναι αστείο, αλλά η ερώτηση αυτή απαιτεί απάντηση που αφορά στο παρελθόν κι όχι το μέλλον. Πράγματι, για δύο – τρία χρόνια πειραματιζόμασταν παρέα με την ποιήτρια Μαρουσώ Αθανασίου, πάνω σε έναν νέο τρόπο γραφής και αφήγησης. Σκοπός μας ήταν να γράφεται το ποίημα ακαριαία, να βγάλουμε τον ποιητή από το δωμάτιο του, να γράψουμε μία ποίηση δημόσια, που γράφεται στο εδώ και τώρα. Αλλά δυστυχώς δεν αρκεί να σου αρέσει και να προσπαθείς κάτι- αυτό το πρότζεκτ ποίησης απαιτούσε τεράστια έκθεση και κόπο και, φυσικά, χώρο που να το στεγάσει. Και αν οι αντοχές εκείνη την περίοδο ήταν λίγες, οι χώροι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο ήταν ακόμα πιο λίγοι. Συνεπώς, θα αργήσει να έρθει αυτό το δεύτερο βιβλίο που θα ανέβει στη σκηνή και θα συνδημιουργήσει με ένα κοινό που το αφορά η δημιουργία, γιατί μέσα σε άλλα που  συμπέρανα από το πρότζεκτ εκείνο, είναι επίσης, ότι οι συγγραφείς δύσκολα εμπλέκονται στο εδώ και τώρα και οι πιο έτυμοι τελικά ήταν αυτοί που δεν τους τρόμαζε το αποτέλεσμα.



Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Μάσα Καλέκο - Κρίσιμες Ερωτήσεις



Υπάρχει ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Ξαναδιαβάζεις πότε πότε τα γράμματά μου;

Το μικρό χωριάτικο σπίτι με την κυρτή

ξύλινη στέγη είναι πάντοτε γραφικό όπως τότε;

Χτυπάει ακόμη το κουδούνι του σπιτιού τόσο τσιριχτά

και σταματάει μετά πάντοτε τρομαγμένο;...

Γαυγίζει πάντοτε ο Ντάκελ Γιούλιους τόσο βραχνά;

Τ’ απογεύματα είναι όπως τότε τόσο σιωπηλά;

Εξακολουθείς να μην έχεις τηλέφωνο;

Έχεις πάντοτε στο μπαλκόνι εκείνη την αιώρα;

Ακούς ακόμη δίσκους με Σούμπερτ

στο παλιό γραμμόφωνο;

Υπάρχουν πάντοτε κύβοι ζάχαρης για το τσάϊ;

Η Ιωάννα λέει πάντοτε

«Απαγορεύεται να πατάτε

στο γρασίδι του κήπου»;

Η θαλάσσια αύρα φυσά το πρωί πάντοτε τόσο δροσερή;

Χαμογελά την νύχτα η Σελήνη τόσο αμήχανη;

Ψάχνεις ποτέ να με βρεις στον δρόμο;

... Είναι ακόμη η φωτογραφία μου στο τραπέζι σου;

Είναι ακόμη η φωτογραφία μου...; Μα αφού εγώ η ίδια την έσκισα!

Και μην πιστέψεις ότι μου λείπει η δικιά σου.

Απλά είναι φορές που θέλει κάποιος να μάθει ένα σωρό πράγματα,

όταν είναι μόνος, ολομόναχος...


(μετάφραση: Γιάννης Φαρμακίδης)



Η Mascha Kaléko (το βαφτιστικό της όνομα ήταν Golda Malka Aufen, 1907 - 1975) γεννήθηκε στην Πολωνία, αλλά μεγάλωσε στην Γερμανία. Άρχισε να γράφει ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, πρώτη παρουσία το 1929 - το 1933 οι Ναζί λογοκρίνουν τα ποιήματά της. Λίγο πριν την έναρξη του Β' ΠΠ, μεταναστεύει στην Νέα Υόρκη, επιστρέφει το 1956 (αλλού γράφει το 1960) στο Βερολίνο για να παραλάβει το βραβείο Fontane, το οποίο τελικά αρνείται επειδή θα της το έδινε ένας πρώην αξιωματούχος των Ναζί. Βιοποριζόταν ως γραμματέας και αυτή η θέαση πίσω από το γραφείο της μετριότητας και των περιορισμένων δυνατοτήτων της έδωσε το κύριο υλικό στην ποίηση της. Άλλοι διαβάζουν ανθρώπους καρικατούρες πρόωρα γερασμένοι σε μία παρακμιακή Δημοκρατία της Βαϊμάρης κι άλλοι διαβάζουν την ίδια τους τη ζωή - μία ζωή που περνάει, αδιαφορώντας πρακτικά για την υψηλή τέχνη. Χάρη σε φετινό doodle της Google και κυρίως χάρη στο μαγνητικό ασπρόμαυρο βλέμμα της πιο γνωστής της φωτογραφίας, πολλοί μαθαίνουν την ύπαρξη της. Ένα πανέξυπνο doodle γεμάτο φυτά, που ήταν και η κεντρική ποιητική εικόνα του ποιήματος  «Λίγη δόξα» («Das Bißchen Ruhm») - η φήμη, λέει η ποιήτρια, όπως και τα φυτά χρειάζονται καθημερινή φροντίδα. Μην ψάξετε βιβλίο της μεταφρασμένο στα ελληνικά. Δεν θα βρείτε, όπως και πολλών ακόμη γερμανόφωνων ποιητριών. 



Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

Τα Οφέλη του να είσαι γυναίκα καλλιτέχνης



 


ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ : 



Δουλεύεις χωρίς το στρες της επιτυχίας

Δεν χρειάζεται να παρευρίσκεσαι στις εκθέσεις των ανδρών

Μπορείς να ξεφύγεις από τον κόσμο της τέχνης ανά πάσα στιγμή δουλεύοντας τρεις και τέσσερις δουλειές

Γνωρίζεις ότι η καριέρα σου μπορεί να αναγνωριστεί στα ογδόντα σου

Καθησυχάζεσαι γιατί όποιο είδος τέχνης κι αν δημιουργήσεις θα χαρακτηριστεί ως γυναικείο

Δεν μένεις ποτέ κολλημένη σε σταθερό πόστο διδασκαλίας

Βλέπεις τις ιδέες σου να γίνονται ιδέες στα έργα των άλλων

Έχεις την ευκαιρία να διαλέξεις ανάμεσα σε καριέρα και μητρότητα

Δεν χρειάζεται να στραβοκαπνίζεις τεράστια πούρα ούτε να ζωγραφίζεις φορώντας μπερέδες 

Έχεις περισσότερο χρόνο να δουλεύεις άπαξ και σε παρατήσει ο σύντροφός σου για κάποια νεότερη

Το όνομά σου βρίσκεται πάντα σε αναθεωρημένες εκδόσεις ιστορίας της τέχνης

Δεν χρειάζεται να υποστείς τη μεγάλη αμηχανία να σε αποκαλέσουν διάνοια

Μπαίνει η φωτογραφία σου σε όλα τα περιοδικά τέχνης φορώντας το κοστούμι του γορίλα. 



GUERILLA GIRLS 



Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Idea Vilariño - Ποιήματα





Η Ιδέα Βιλαρίνιο (1920 - 2009) υπήρξε σημαντική ποιήτρια και λογοτέχνις της Ουρουγουάης. Μετέφρασε και παρουσίασε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Σαίξπηρ στην ουρουγουανή κοινωνία. Μέλος της Γενιάς του 45, μέλος μίας μεσοαστικής καλλιεργημένης οικογένειας, μέλος μίας κοινωνίας ποδοσφαιρόφιλης, ουδέτερης, εκπαιδευμένης [και φιλελληνικής] - θα ήταν επιφανειακό να πούμε ότι η Ι. Βιλαρίνιο δεν αισθάνθηκε μέλος κανενός υγιούς οργανισμού. Είναι όμως γεγονός, ότι σε συνεντεύξεις της, πάντοτε ξεκινούσε να μιλάει για τα ποιήματά της χαμογελαστή και με την ώρα αντικαθιστούσε το χαμόγελο με ˈθli.psi και kai.ˈmɔ. 

Από τα Nocturnos της κυρίως τα παρακάτω ποιήματα. Για μία καλύτερη εικόνα της ποιήτριας, αναζητήστε το βιβλίο Το Άνθος της Στάχτης, στην πολύ καλή μετάφραση και παρουσίαση της Έλενας Σταγκουράκη, εκδόσεις Gutenberg. 


~ * ~


Γ’


Η θάλασσα πηγάδι είναι, σκότος

τα αστέρια απλά πηλός που λαμπυρίζει,

η αγάπη όνειρο και τρέλας κρότος·

η νύχτα κίτρινη μεμιάς γυρίζει.

 

Τα αστέρια απλά πηλός που λαμπυρίζει,

η θάλασσα πικρού νερού πηγάδι,

η νύχτα κίτρινη μεμιάς γυρίζει,

η νύχτα με του ψύχους το ψεγάδι.

 

Η θάλασσα πικρού νερού πηγάδι,

παρά τις στιχουργίες των ανθρώπων·

η θάλασσα πηγάδι είναι σκότος.

 

Η νύχτα με του ψύχους το ψεγάδι.

Παρά τις στιχουργίες των ανθρώπων,

η αγάπη όνειρο και τρέλας κρότος.

(Πρώιμα Ποιήματα, 1942)



ΩΣ ΠΟΤΕ

 

Ως πότε νεύματα και

νοήματα και λέξεις

η γνωστή κωμωδία

το άθλιο καρναβάλι

η θλιβερή περιπέτεια

μιας ύπαρξης εγκάρδιας

ανάμεσα σε τόσα

είδη άψυχα και κρύα

που στην κατάστασή τους

θα φτάσουμε μια μέρα.

(Νυχτερινά)

 


ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣ

 

Σαν και το σκύλο μόνος

σαν τον τυφλό και τον τρελό

με ανεμούριο ίδιος, που στον ιστό γυρίζει

μόνος μόνος μόνος

σαν το νεκρό σκυλί ή

σαν άγιο μοναχό ή

σαν και το μενεξέ ή

σαν το γραφείο τη νύχτα

άδειο και κλειστό

απομονωμένο

κανείς δεν θα πάει

πια κανείς δεν θα ‘ρθει

του θανάτου του τον τρόπο κανείς δεν θα σκεφτεί

κανείς δεν θα φωνάξει

κανείς δεν θ’ ακούσει τις φωνές για βοήθεια

κανείς κανείς κανείς

δεν νοιάζεται κανείς.

Σαν το γραφείο τη νύχτα, τον άγιο ή το κοντάρι

απ’ όλα ξεκομμένος

μόνος σαν τον νεκρό μες στη διπλή του κάσα

να χτυπάει το καπάκι και να κραυγάζει

και στο σπίτι

οι συγγενείς να πίνουν αγχολυτικά και τίλιο

και επιτέλους να ξαπλώνουν

ενώ ο θάνατος κλείνει το στόμα του άλλου

που σιωπά και πεθαίνει σε πηχτό σκοτάδι

μόνος σαν νεκρός ή σαν σκύλος

με ανεμούριο ίδιος, που στον ιστό γυρίζει

μόνο μόνο μόνο


(Νυχτερινά, 12 Ιανουαρίου 1951)

 


ΑΠΑΡΙΘΜΩΝΤΑΣ

 

Ασθένεια και κρύο

και στενοχώρια τόση

και μέρες μέρες μέρες

ασθένεια και θλίψη

και κόπωση και αρρώστια.

Αέρας παγωμένος

και βάσανα και κρύο

κανείς ουτ’ ένα γράμμα

μιζέρια ελεημοσύνη

λογαριασμοί αποδείξεις.

Ο άνεμος στον τρίτο

χαράματα απαίσια

και νύχτες πιο χαμένες

καημοί

και μέρες μέρες μέρες

μιζέρια αέρας κρύο

ασθένεια και θλίψη.

 

(Νυχτερινά, 1953)

 

 

ΣΑΝ ΠΑΡΩ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ…

 

Σαν πάρω καθρέφτη για το μπάνιο

στο πρόσωπο θα με κοιτάξω

θα κοιταχτώ

αφού ποιος άλλος τρόπος πες μου

ποιος τρόπος άλλος να μάθω ποια είμαι.

Κάθε φορά που το κεφάλι θα σηκώνω

απ’ τον κυκεώνα βιβλίων και χαρτιών

φέρνοντας το κενό και κορεσμένο

αφήνοντας το εκεί ν’ αναπαυτεί για μια στιγμή

στα μάτια θα το κοιτάζω με κάτι

σαν ανησυχία και περιέργεια και φόβο

ή μονάχα με κούραση με δυσθυμία

με την αντίστοιχη φιλία την παλιά

με προσήλωση, με σοβαρότητα θα με κοιτάζω

σαν εκείνη την παράξενη φορά – στα έντεκά μου –

και κοίτα, θα μου λέω, να ‘σαι

σίγουρα

θα σκέφτομαι δε μ’ αρέσει ή θα σκέφτομαι

ότι το πρόσωπο αυτό το μόνο δυνατό υπήρξε

και θα μου λέω, αυτή είμαι εγώ, αυτή είναι η ιδέα

και θα της χαμογελώ

δίνοντάς μου κουράγιο.

 

(Νυχτερινά, 7 Φεβρουαρίου 1965)

 

 


 

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Παιδικά βιβλία στο υπόγειο [Είναι τα βιβλία ακατάλληλα;] (Μέρος Β')

Σε συνέχεια από το πρώτο μέρος με βιβλία για παιδιά που προκαλούν και σήμερα μία εντύπωση, θα φρίκαραν μία ολόκληρη κοινωνία και το κυριότερο... δεν θα γελούσε κανείς διαβάζοντάς τα. 



Mommy Drinks Because You're Bad - Hannah Caner



Why Mommy Poisoned You - Αγνώστου/άγνωστης




Never Trust a Pig




It's Easy to Play Classical Themes - Cyrill Watters 




Harpo's Horrible Secret - Barbara Kelley




Who Cares About Elderly People? - Pam Adams




All My Friends are Dead - Avery Monsen & Jory John





One of You Must Die



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Παιδικά βιβλία στο υπόγειο [Είναι τα βιβλία ακατάλληλα;] (μέρος Α')


Υπάρχουν πανέξυπνα βιβλία για παιδιά, καλόγουστα, απλά, αλλά και πολύ απλοϊκά  - τόσο απλοϊκά που για κάποιους συγγραφείς τα παιδιά έχουν συνυφαστεί με την αφετηρία του τίποτα και με το μηδενικό μυαλό. Τα παρακάτω βιβλία δεν εμπίπτουν ούτε στη μία κατηγορία, ούτε στην άλλη. Είναι μία κατηγορία από μόνα τους. Αυτή, που σήμερα στην εποχή της ευαισθησίας, της σοβαροφάνειας και της πολιτικής ορθότητας, θα θεωρούνταν ακατάλληλα. 




The Night Dad Went to Jail - Melissa Higgins


Nobody Wants a Nuclear War - Judit Vigna


My Big Sister Takes Drugs - Judith Vigna



She's Not My Real Mother - Judith Vigna



Dick, Dick What Did You Lick? - Αγνώστου/άγνωστης



Invisible Dick - Frank Topham




Gp the F*k to Sleep - Adam Mansbach





Pride and Premenstrual Syndrome: A Period Piece - Amy Gramour



Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

Μαρουσώ Αθανασίου - Φθινόπωρο



 










οι περιστάσεις καμιά φορά 

γυρίζουν και στεγνώνουν

αντικρίζουν τον δρόμο με τα σπασμένα γόνατα

την αγανάκτηση σέρνουν

τη στιγμή αμείλικτη στην πόρτα


το σπίτι βάρος γίνεται στο στήθος

καπνός η τόλμη

δεμένη σ' έναν σπάγκο


περιμένοντας το θαύμα

τέτοιες μέρες 

τραγουδούσε ένα τανγκό 



Από την συλλογή Μερικές Φορές η Λύκαινα, εκδ. Θράκα, 2019 

Ο Εκτυφλωτικός Ήλιος της Flannery O' Connor



 


Ο ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΟΣ ΉΛΙΟΣ ΤΗΣ FLANNERY O’ CONNOR

Μία εναλλακτική ανάγνωση της διαφοράς ανθρώπινου και θείου



                Όταν η Flannery OConnor είχε ερωτηθεί τι την είχε επηρεάσει στη ζωή της περισσότερο, είχε απαντήσει «το να είμαι Καθολική, Νότια και συγγραφέας»[1]. Διαβάζοντας τα κείμενα της ο καθολικισμός και ο χιλιμπιλισμός[2] βρίσκονται ανάμεσα και παντού, είτε με εμφανή τρόπο, είτε συμβολοποιημένα. Εκκεντρική καθολική, θα σκεφτεί κανείς[3], διαβάζοντας τα κείμενά της, που κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο διάβαζε Θωμά Ακινάτη για είκοσι λεπτά, που οι φυλακόβιοι ήταν οι καλύτεροι αναγνώστες της, που στο ξεκίνημά της οι περισσότεροι δεν πίστευαν καν ότι ήταν γυναίκα και που αυτή η γυναίκα έβαζε τους χαρακτήρες της να αγωνιούν και να σφάζονται, να νομίζουν ότι πιστεύουν, εκμεταλλευόμενη επίσης την παράδοση της λογοτεχνίας του Νότου – το γκροτέσκο είδος – διάχυτο από αίμα, χώμα, ειρωνεία, σάπια δόντια και κατεστραμμένες ζωές. Αν ξέρουμε κάτι για την λογοτεχνία της Flannery OConnor είναι ότι δεν ξέρουμε τίποτα.     

                Διαβάζοντας σήμερα τα βιβλία της Flannery OConnor, εύκολα κάποιος θα σοκαριστεί. Είναι φαινομενικά σκοτεινά, ακατανόητα βίαια, γεμάτα από απελπισία, από εξάντληση και στερημένα από χαρά και αισιοδοξία. Οι χαρακτήρες της υποτροπιάζουν συνεχώς, μόνο και μόνο για να ξεφύγουν από τις απαιτητικές πτυχές της πίστης. Αν γυρίσουμε πίσω στην εποχή της, η OConnor δέχθηκε κριτική για την έλλειψη αυτής της αισιοδοξίας. Οι κριτικοί είχαν μπροστά τους το χειρότερο είδος συγγραφέα: γυναίκα, Καθολική, ειρωνική, που δεν τσιγκουνευόταν τη βία, την αμαρτία, τον ζόφο και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήταν και άρρωστη. Κάποιοι διακριτικά, άλλοι όχι και τόσο, την κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσε τη θρησκεία της ακριβώς αντίστροφα από τους υπόλοιπους: όχι ως φως ελπίδας, αλλά ως ένα σύμπαν που η συμπεριφορά, οι πράξεις, τα κίνητρα και οι σκέψεις όχι μόνο γινόντουσαν αντιληπτά, αλλά είχαν και τρομερό αντίκτυπο στις ζωές των άλλων[4]. [Μία κυρία από την Καλιφόρνια σε γράμμα της προς την Flannery OConnor, διαμαρτυρόταν ότι οι ιστορίες της συγγραφέως έκαναν το οτιδήποτε άλλο πέραν του να φωτίσουν την ψυχή της, με την OConnor να σχολιάζει δηκτικά, ότι αν η ψυχή της ήταν στη σωστή θέση, δεν θα χρειαζόταν φώτιση[5].]

Στο τέλος, το έργο της Flannery OConnor μπήκε στο ντουλάπι με τα υπόλοιπα γκροτέσκα έργα της εποχής και του Νότου, σε μια απόπειρα να το κατατάξουν ως ακατανόητο, λόγω γοτθικότητας.

                Το γκροτέσκο έχει βαθιές ρίζες στον πολιτισμό και γι’ αυτό δεν είναι δύσκαμπτο· μέσα στον χρόνο εξελίχθηκε, επανασχεδιάστηκε σύμφωνα με τις διαφορετικές κοινωνικές αποχρώσεις και την αισθητική του κάθε παρόντος. Σε κάθε ρωγμή οι πολιτισμικές και ιστορικές περιόδους αναπτύσσουν τα δικά τους γκροτέσκα που ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες της εποχής. Κι όταν μιλάμε για γκροτέσκο, μιλάμε για την τέχνη που σε μορφή και περιεχόμενο, μολονότι φαίνεται να είναι μέρος του φυσικού, του κοινωνικού ή του προσωπικού κόσμου, εντούτοις παραμορφώνει, υπερβάλλει ή συνδυάζει το ασυμβίβαστο και το παράξενο με το φαινομενικά τυπικό για να εκπλήξει ή / και να σοκάρει. Χρησιμοποιεί το σωματικό, το αποκρουστικό και όλα αυτά τα φυσικά-αφύσικα, συχνά δε και το υπερφυσικό για να ιντριγκάρει και να απωθήσει[6]. Συγγραφείς όπως ο Edgar Allan Poe, ο Horace Walpole, ο William Faulkner, η Eudora Weldy κ.ά., μπήκαν στη συζήτηση γύρω από τη νότια γοτθική λογοτεχνική παράδοση, όχι όμως και η Flannery OConnor[7]. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η Flannery OConnor μπήκε στην εποχή της αγνοημένη συστηματικά από τους μελετητές της νότιας γοτθικής λογοτεχνίας, και βγήκε σε μια εποχή που τα κείμενά της ήταν γκροτέσκα και τίποτε άλλο. Η ίδια πικάρει έξυπνα την εποχή της, λέγοντας ότι «ένα έργο που έρχεται από τον Νότο χαρακτηρίζεται από τους Βόρειους αναγνώστες ως “γκροτέσκο”, εκτός κι αν είναι πράγματι γκροτέσκο οπότε αποκαλείται “ρεαλιστικό”»[8]. Γκροτέσκο ή μη, η Flannery OConnor εμπίπτει και στην γενιά του γλωσσικού ρεαλισμού και το ρεύμα του αγροτικισμού – κοντύτερα ίσως στους John Crowe Ranson, Robert Penn Warren και Donald Davidson, παρά στον Faulkner. Απομακρυσμένη από τον μυστικιστικό λυρισμό, αλλά με σεβασμό στη νότια αγροτική τάξη, η OConnor κάνει έντονη χρήση της προφορικής τοπικής διαλέκτου στα γραπτά της, όχι για να τονίσει τις ταξικές διαφορές, αλλά για να περιγράψει μία γη που είναι ανεξίτηλο κομμάτι της ύπαρξής της και την εμπεριέχει. Η τοπική διάλεκτος, η προφορική γλώσσα (η χρήση γραμματικών λαθών, όπως λανθασμένα θα μιλούσαν και οι άνθρωποι της), η περιγραφή φυσικών τόπων και τοπίων, υπάρχουν από κατανόηση σε έναν πραγματικό βαθμό της κοινωνίας του Νότου και ως απόπειρα να εγκατασταθεί «μορφολογικά» στην φαντασία του αναγνώστη. Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου, σημαίνει να γνωρίζεις την περιοχή σου, έλεγε, και ταυτόχρονα να είσαι μονήρης άνθρωπος στον κόσμο, για να κρατάς απόσταση από αυτόν[9]. Με τη συνείδηση της δικής της θέσης στον κόσμο και στον τόπο που κατοικεί, με όλα τα δράματα και τις αντιφάσεις της Τζώρτζια εν προκειμένω, η συγγραφέας εργαλειοποίησε την καθολική πνευματική καθοδήγηση που είχε από μικρή.

                Τι θα ήταν η Νότια γοτθική λογοτεχνία χωρίς τα γραπτά της Flannery OConnor και τι θα ήταν η Flannery OConnor χωρίς το γκροτέσκο στα κείμενά της, είναι μία ερώτηση που έχει νόημα να απαντηθεί, μόνο αν υπολογίσουμε τη συνθήκη της ιδιαίτερης σχέσης που είχε με την πίστη. Δεν θα έλεγα θρησκεία ακριβώς, γιατί πολλά κείμενα της (επιστολές, εκθέσεις) ήταν πολέμια στην εκκλησία και τους θρησκευόμενους της εποχής της. Ως παράδειγμα θα αναφέρω τον John Hawke που θεωρούσε την OConnor κακόβουλη κι ότι είχε πουλήσει την ψυχή της στον διάβολο[10], με την Flannery OConnor να του απαντάει ότι η άποψή του για τον διάβολο μόνο θεολογική δεν ήταν… Για τη συγγραφέα η πίστη δεν χρησίμευε ως το «να μην κάνεις», αλλά ως το στερέωμα των ανθρώπινων πράξεων, επιθυμώντας να αποτρέψει τη θρησκεία να γίνεται απλώς ένα σύμβολο ή ένα φαινόμενο που αρκούσε να εξηγηθεί. Δεν προσηλυτίζει. Στο διήγημα «Ποταμός» στο βιβλίο της Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, το παιδί αλλάζει το όνομά του από Harry στο κακόηχο Bever, βρίσκει με τις παιδικές του προσλαμβάνουσες τον Χριστό και πνίγεται[11].

                Η Flannery OConnor μπορεί να διαβαστεί σήμερα ως μία απόπειρα να καλυφθεί ένα σημαντικό κενό της λογοτεχνίας εκείνης της περιοχής (1925 – 1964)· μπορεί να διαβαστεί για να μάθει ο αναγνώστης τα σκηνικά, τις συνήθειες και τις φοβίες του Νότου· ίσως ένας ακόμη λόγος να είναι η ίδια η λογοτεχνία του γκροτέσκου. Ωστόσο, δίνω έμφαση στην εποχή μας, διότι ένας αναγνώστης εξήντα χρόνια μετά θα δυσκολευτεί [να θελήσει] να εντοπίσει τα σύμβολα χάριτος, παρουσίας και σωτηρίας στις ιστορίες της συγγραφέως, πιθανότατα να μην τα κατανοήσει ως τέτοια και τότε θα δει ιστορίες τόσο διαστρεβλωμένες που δεν νοούνται ως ιστορίες, θα συναντηθεί με μία ακατανόητη βία και με μία σαδιστική διάθεση να του παρουσιάζονται χαρακτήρες – καρικατούρες, ανδρείκελα άψυχα και δίχως νοημοσύνη απέναντι στην αμαρτία, απέναντι στο καλό και στο κακό. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί γοτθικές αναπαραστάσεις βίας και ανηθικότητας, για να αλλάξει ριζικά τη λειτουργία τους στα έργα της. Εκθέτει το κακό, την παρακμή και τη βία ώστε να φανερώσει την χάριν του θεού. Στο βιβλίο της «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» η συγγραφέας βάζει τόσο τους χαρακτήρες της όσο και τον ίδιο της τον εαυτό να κοιτάζουν ψηλά. Διότι τι υπάρχει στο ύψος των ματιών της; Κοροϊδία, μπαγαποντιά, πεταμένες Βίβλοι, μία ολόκληρη εποχή, μία ολόκληρη γενιά που δεν κατάλαβε για μία ακόμη φορά το μήνυμα· πρέπει να τους το συλλαβίσει; Πρέπει να τους απειλήσει με ένα περίστροφο στον κρόταφο για να το καταλάβουν; Πρέπει να τους πετάξει μέσα στο χαντάκι ή τον ποταμό, να γράψει το χέρι που θα τους αρπάξει από το λαιμό, να περι-γράψει τον ουρανό και την εκτυφλωτική λιακάδα, για να το καταλάβουν ότι πίστη είναι να βαδίζεις στο σκοτάδι και όχι μία θρησκευτική λύση στο μυστήριο της ζωής; Τι υπάρχει ψηλά στον ουρανό; Κάτι που καίει· κάτι που κλείνει τα μάτια (τυφλώνει), κάτι που αλλάζει σχήματα, που είναι  σ υ ν ε χ ό μ ε ν α  πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου και πανταχού παρών: ο ήλιος.

                Ο ήλιος στις ιστορίες της Flannery OConnor χρησιμοποιείται κατεξοχήν για να υποδηλώσει την πνευματική κατάσταση του χαρακτήρα, αλλά και το αιώνιο μάτι στις μικρές ζωές των ανθρώπων της. Παίρνει ένα φυσικό χαρακτηριστικό του Νότου – την έντονη παρουσία του ήλιου, τις ψημένες εκτάσεις, την απλωμένη ηλιοφάνεια πίσω από τους σωρείτες της Τζώρτζια – και του δίνει μία μεταφυσική διάσταση: SunSon, το ομόφωνό του στην αγγλική γλώσσα, Υιός [του θεού].

                Ο Θωμάς Ακινάτης υποστήριζε ότι η παρουσία του θεού στον κόσμο διακρίνεται μέσω της ορθολογικής ερμηνείας του περιβάλλοντος. Όχι πολύ μακριά από αυτά που έγραψε ο Θωμάς Ακινάτης, η Flannery OConnor παρέχει μέσα από τις ιστορίες της ποιητικές περιγραφές του φυσικού κόσμου, έτσι ώστε η παρουσία και η χάρις του θεού να μπορούν να αποκαλυφθούν στον κόσμο.

                Στο διήγημα Ο Πρόσφυγας[12] «Ένας σκούρος κίτρινος ήλιος είχε αρχίσει  να ανατέλλει σ’ έναν ουρανό που είχε το ίδιο λείο, σκούρο, γκρίζο χρώμα με τον αυτοκινητόδρομο». 

Όπως επίσης: «Ο ουρανός ήταν γεμάτος άσπρα ψάρια που κάποιο αόρατο ρεύμα τα έσπρωχνε τεμπέλικα με το πλάι, και κομμάτια του ήλιου, βυθισμένα λίγο παρά πίσω, εμφανίζονταν κάπου κάπου σα να τα παρέσυρε το ρεύμα στην αντίθετη κατεύθυνση»[13].

Στο βιβλίο της Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος έχουμε […] κομμάτια ήλιου· μάτια καρφωμένα σε ξεβρασμένα σύννεφα κι αν πάμε από τo τέλος προς τα πίσω του βιβλίου, τότε θα δούμε έναν ήλιο άσπρο σαν τρύπα για να φεύγει ο αέρας σ’ έναν ουρανό ελάχιστα πιο σκοτεινό από τον ίδιο τον αέρα· μαύρες δεντροκορφές· [ήλιο] πρησμένο στο χρώμα της φωτιάς· κρεμασμένο σε δίχτυ από τρεμουλιασμένα σύννεφα. Η ποιητική της Flannery OConnor για τον ήλιο δεν έχει τελειωμό. Αν και φαίνεται σε πολλά σημεία του βιβλίου αμφίθυμη για το πώς να τον περιγράψει, εντέλει καταλήγει με έναν ουρανό όπως και να ‘χει τόσο πλούσιο και τον κόσμο από κάτω τόσο φτωχό. Κυρίως, ο Νότος είναι μία γη στοιχειωμένη από τον Χριστό – χαμογελαστό μεν και ξανθό στα αυτοσχέδια κιόσκια αγιοσύνης και τα ζεστά εικονοστάσια, αλλά και έγχρωμο, που αλλάζει συνεχώς χρώμα καθώς αλλάζουνε και οι άνθρωποι και κινείται από δέντρο σε δέντρο κοιτάζοντας με μισό μάτι. Κάποιες φορές περιγράφεται με διάφορα χρώματα και διάχυτος: όπως στο διήγημα Ναός του Αγίου Πνεύματος «[…] μουντό βιολετί χρώμα, που έμοιαζε να ταιριάζει με τον γλυκό θλιμμένο ήχο της μουσικής»[14], ή «χλωμός, γκρίζος λεκές μέσ’ από το τζάμι»[15], «λευκός κυριακάτικος ήλιος που σε ακολουθεί»[16] στο διήγημα Ποταμός.         

Αλλά κυρίως είναι κόκκινος και εκτυφλωτικός. Στο διήγημα Ένας Κύκλος στη Φωτιά «Ο ήλιος έκαιγε τόσο, που έμοιαζε να θέλει να βάλει φωτιά σε ό,τι υπήρχε μπροστά του»[17]·

και στο διήγημα Ναός του Αγίου Πνεύματος

«Ο ήλιος ήταν ένα πελώριο κόκκινο τόπι σαν υψωμένη όστια βουτηγμένη στο αίμα, κι όταν βασίλεψε άφησε μία μακριά γραμμή στον ουρανό, που ξετυλιγόταν σαν κόκκινος χωματόδρομος πάνω από τα δέντρα»[18].

 


Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ανοίξω μία μικρή παρένθεση, για να αναφέρω το τόσο εύθετο καλλιτεχνικά εξώφυλλο του βιβλίου της Flannery OConnorThe Violent Bear it Away[19] από τις εκδόσεις Signet που βγήκε πέντε χρόνια μετά από το “A Good Man is Hard to Find”: δείχνει την εικόνα ενός παιδιού στα μαύρα να βγαίνει τρέχοντας μέσα από τις καλαμποκιές, με έναν κατακόκκινο ήλιο να το ακολουθεί και η παρουσία του ήλιου αυτομάτως μεταμορφώνει το χωράφι με τα καλαμπόκια σε ένα χωράφι που μοιάζει να ‘χει πάρει φωτιά. Για τον Stuart L. Burns[20] η έκδοση αυτή [το εξώφυλλο επί της ουσίας] ήρθε κάπως αργά – βοήθησε όμως έστω και αργά αναγνώστες και κριτικούς να προσανατολιστούν στον κεντρικό άξονα και την πιο εμφανή εικόνα των ιστοριών της: τον ήλιο. Στο εν λόγω βιβλίο, οι αναφορές στον ήλιο φτάνουν τις σαράντα, ενώ στο Σπάνιο να σου Τύχει Καλός Άνθρωπος στα δέκα διηγήματα γίνονται γύρω στις δεκαέξι αναφορές στον ήλιο και τον ουρανό[21].

                Ο ήλιος λειτουργεί ως μία υπενθύμιση, μία παρουσία που απομακρύνεται μόνο από τα σύννεφα. Το ευφυές στις ιστορίες της OConnor είναι ότι ενώ οι χαρακτήρες της είναι λίγο – πολύ θεοσεβούμενοι άνθρωποι, την ίδια στιγμή είναι και γεμάτοι υποκρισία, αλαζονεία, επίκριση, μέχρι και βίαιοι. Γι’ αυτό τον λόγο έχει τον ήλιο σε συνεχή επαφή με το βλέμμα του ανθρώπου[22]. Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής, η OConnor χρησιμοποιεί ως κεντρικό χαρακτήρα μία ηλικιωμένη γυναίκα, που [μαζί με τη γυναίκα του γιου της] είναι τα μόνα πρόσωπα που παραμένουν μέχρι το τέλος της ιστορίας ανώνυμα. Είναι η Γιαγιά και δεν χρειάζεται συστάσεις - πρόσωπο συνήθως οικείο και αγαπημένο, θρησκευόμενο και εχέφρων, μέχρι να έρθει η συγγραφέας να καταδείξει ότι οι ηλικιωμένες κυρίες του Νότου αντικατοπτρίζουν το μπανάλ και το κοινότοπο της κοινωνίας[23]. Στην ιστορία αυτή η Γιαγιά κατηγορεί τους ξένους ως τους μοναδικούς υπεύθυνους για όλα τα άσχημα πράγματα που συνέβαιναν στη χώρα της, ενώ στη συνέχεια της ιστορίας η ευθύνη πέφτει όλη πάνω της· και δεν σταματάει εκεί: αφού η οικογένεια έχει βγει στην εκτυφλωτική λιακάδα η Γιαγιά δείχνει στα εγγόνια της ένα παιδί, λέγοντας «Α, κοιτάξτε το μικρό αραπάκι!»[24]

Οι κύριοι χαρακτήρες της OConnor αποκαλύπτουν μία αμαρτωλή φύση από αδιαφορία για το ορθό και το ουσιώδες, σκοντάφτουν συνεχώς στην κακόβουλη ενέργεια και το κακοπροαίρετο, αλλά την ίδια στιγμή είναι τόσο πρόθυμοι να ακούσουν, να μάθουν και να υπακούσουν τον λόγο του θεού. Μόνο που εδώ έρχεται η OConnor για να υπενθυμίσει ότι ακόμη και οι άνθρωποι που μιλάνε για το θεό είναι γεμάτοι λάθη, πέφτουν πολύ συχνά σε αίρεση παρουσιάζοντας τον δικό τους τρόπο ζωής ως Τον τρόπο ζωής· κι ίσως αυτό ακριβώς να ήθελε να πει: την πολύ μικρή, σχεδόν μηδενική ανοχή που πρέπει να διαθέτει ο άνθρωπος για τα πιο αποτρόπαια τα πιο σαθρά πράγματα που κάνουν οι θρησκευόμενοι. Να υπογραμμίσει την αλαζονεία του θρησκευόμενου. Οι αφηγήσεις της έμμεσα προκαλούν μία αφύπνιση στις θρησκευτικές δυνατότητες, παρά επικοινωνούν το θρησκευτικό περιεχόμενο της πίστης. Το γκροτέσκο στις ιστορίες της OConnor έρχεται ακριβώς στο σημείο που αφυπνίζει σχετικά με την κατάσταση της πτώσης στον κόσμο. Η χάρις [του θεού] εμφανίζεται πιο συχνά με έναν αρνητικό τρόπο (όστια βουτηγμένη στο αίμα/ ήλιος που κρεμόταν / πρησμένος στο χρώμα της φωτιάς / άσπρη τρύπα / μακρύ φωτεινό δάχτυλο/ γκρίζος λεκές μέσ’ από το τζάμι/ δίχως ήλιο και σύννεφα/ χαμένος ήλιος…), ούτως ώστε να δημιουργηθεί η κατάσταση συνειδητοποίησης της ξεπεσμένης κατάστασης του ανθρώπου. Όσο πιο μπρουτάλ – όσο πιο βίαιο είναι το τοπίο, τόσο πιο ακαριαία σπάει ο άνθρωπος την πνευματική του τύφλωση.

Κάτω από την καυτή επιφάνεια φρίκης που έχει δημιουργηθεί στο έργο της Flannery OConnor, βρίσκεται η περίπλοκη σχέση ανθρώπινου και θείου. Όλο αυτό το «αίμα και ειρωνεία» που ζητούσε η Ellen Glasgow πενήντα χρόνια πριν την Flannery OConnor, ούτως ώστε να αντισταθμιστεί η ύπουλη και υποκριτική συναισθηματικότητα, αυτό το όλοι για όλους, με ένα όλους τόσο θολό, απόμακρο και εν τέλει άγνωστο, ήρθε η τελευταία να το εξαργυρώσει με τις ιστορίες της, χτυπώντας το προσδοκώμενο, δημιουργώντας μία αίσθηση ανησυχίας[25]. Ο άνθρωπος έχει διαστρεβλώσει και αλλάξει το πραγματικό νόημα της ζωής, σε σημείο που δεν αναγνωρίζει πια ότι πρόκειται για διαστρέβλωση. Έχει διαστρεβλώσει την ομορφιά, την πραγματικότητα και την ύπαρξη, βλέπει τον κόσμο με καθαρά χρηστικό τρόπο: η Γιαγιά στην ιστορία Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, χρησιμοποιεί τον γιο της, κάνει υποτιμητικά σχόλια, λέει ψέματα και έχει την ψευδαίσθηση από πάνω ότι μπορεί να [δια]φωτίσει έναν περιθωριακό ακόμη κι όταν αυτός εκτελεί ένα προς ένα τα μέλη της οικογένειας και την ίδια μαζί, η οποία καταλήγει «με τα πόδια σταυρωμένα από κάτω της σα μικρό παιδί, και το πρόσωπο χαμογελαστό και γυρισμένο προς τον ασυννέφιαστο ουρανό»[26].  

Αίμα και ειρωνεία λοιπόν πενήντα χρόνια μετά και ακόμη περισσότερα μέχρι σήμερα, που όλα έχουν γίνει ανιαρώς πιο οικεία και οι ιστορίες της Flannery OConnor ακόμη πιο ακατανόητα σοκαριστικές. Κυριαρχεί η τάση για διαστρέβλωση της ανθρώπινης μορφής [ψυχής] (στο διήγημα Γνήσιοι άνθρωποι της υπαίθρου, η Joy αλλάζει το όνομά της σε ένα ακόμη κακόηχο όνομα, το Χούλγκα –  στο διήγημα Ένας κύκλος στη φωτιά τρεις κοπρίτες ταραξίες χρησιμοποιούνται ως μία ανάστροφη αλληγορία των Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ στο βιβλίο του Προφήτη Δανιήλ, βάζοντας φωτιά στο δάσος), η επικράτηση της καρικατούρας. Η παράξενη τέχνη της OConnor εκφράζει τον καταπιεσμένο, διασχίζει τα σύνορα, αγνοεί τα όρια και υπερβάλει τα περιθώρια. Εντοπίζεται στις ιστορίες της συχνά μία εστίαση στο αφελές, το άσεμνο και το μπανάλ. Η Flannery OConnor επιμένει στο παράδοξο, στην διπλή όραση [και] στην αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων – προειδοποιεί και παρωδεί. Εκεί που γελάει σωπαίνει. Εναλλάσσει το κωμικό με το τραγικό, το δαιμονικό με το ιερό, το πραγματικό με το εκκεντρικό και το διακριτικό χιούμορ με την έντονη σοβαρότητα. Σαρκάζει τον ορθολογισμό του ανθρώπου. Με αυτό το πρίσμα η συγγραφέας κοιτάζει τον κόσμο. Με το ξάφνιασμα και τις απρόβλεπτες πράξεις. Με τις φυσικές παραμορφώσεις και τις ατέλειες εν αντιθέσει με το όλον, το τέλειο, το σφαιρικό: τον ήλιο. Ο ήλιος θα μπορούσε να είναι λοιπόν αυτή η διαφώτιση που χρειάζεται η κοινωνία. Διότι η κοινωνία χρειάζεται κοινωνική διαφώτιση και όχι ένα σύνολο ηθικών απαγορεύσεων και εντολών. Χρειάζεται ανθρώπους με την εσωτερική δύναμη να κάνουν διάκριση ανάμεσα σε πολλές ηθικές επιλογές – όχι ανθρώπους που δουλικά εκτελούν διαταγές ή συμμορφώνονται άκριτα σε παραδεδεγμένα ηθικά δόγματα. Όταν αποτυγχάνει αυτό, τότε κάνουν την εμφάνιση τους κοινωνίες σαν της OConnor : μειονεκτικές, κρυμμένες πίσω από το δάχτυλό τους, με έναν ήλιο παντού και ανάμεσα ενοχλητικό και ενοχλημένο, απόλυτο, σαν τις σκοτεινές εμπειρίες των αγίων.

Μπορεί η αρχική μας αντίδραση στο θέαμα ενός κόσμου τρομερά παράδοξου και εξυπνακίστικου, γεμάτου ποντίκια που πιάνονται στη φάκα και ανθρώπινες ψυχές που εκπυρσοκροτούν να είναι ένα μειδίαμα ανωτερότητας και γνωστικότητας, αλλά ακόμη και μέσα από το χαμόγελό μας εμπλεκόμαστε στον κόσμο και οδηγούμαστε να προβληματιστούμε πάνω στα πιο σοβαρά ζητήματα της ανθρώπινης εμπειρίας. Με αναταραχή ή ρήξη των δεδομένων των ζωών των ανθρώπων. Γιατί οι ζωές υπάρχουν, χάνονται ή καταπέφτουν.  Από την άλλη, μπορεί η τελική μας αντίδραση σε αυτό τον κόσμο να είναι η αποστροφή και η εξάντληση από τις φοβίες μίας Καθολικής που καταράστηκε τον ήλιο. Γιατί το φως είναι αιώνιο, ατελείωτο και δεν γίνεται να σβήσει. Αυτό που γίνεται είναι να κλείσουμε τα μάτια μας.

 

Μάης – Ιούνης 2020, Αθήνα

 



[1] Chapman, E., 2005. Elements of Fiction in Flannery O'Connor: Religion, Humor, and the Grotesque. University of TennesseeKnoxville, Honors Thesis Projects.

[2] Εκ του αγγλικού hillbilly, λέξη που ως επί το πλείστον αφορά σε λευκά άτομα της υπαίθρου, συνήθως αγρότες των Νότιων περιοχών και των νότιων τμημάτων των Απαλάχιων, με απλοϊκές έως άξεστες συνήθειες, χαμηλή εκπαίδευση, ανέχεια κ.ά. Χρησιμοποιείται συνήθως στερεοτυπικά και κρατάει μέχρι τις μέρες μας. Για μία εκτενέστερη εικόνα, βλ. Anthony, H., 2005. Hillbilly: A Cultural History of an American Icon, History Faculty Book Gallery [στο:]  https://digitalcommons.wku.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1000&context=history_book  και για μία πιο σύγχρονη εικόνα βλ. το ντοκιμαντέρ Hillbilly (2018) των Ashley York και Sally Rubin.

[3] Θα χρησιμοποιήσω σε όλο το κείμενο την αρσενική αντωνυμία, όχι από παράλειψη ή αδιαφορία για τη θηλυκή, αλλά λόγω διανοητικής ροής. Εξυπακούεται το όπου κάποιος και κάποια κοκ.

[4] Reis, E., 2006. Religion in Flannery O'Connor's "A Good Man is Hard to Find", Grin, [στο:] https://www.grin.com/document/125887

[5] Το αναγνωστικό κοινό της Αμερικής ακόμη μαθαίνει ποια ήταν η Flannery OConnor: σταδιακά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και στα δοκίμια της, στη μεγάλη αλληλογραφία της και στις προσωπικές της σημειώσεις. Η παραπάνω ανταλλαγή «απόψεων» βρίσκεται στο βιβλίο της συγγραφέως Mystery and Manners: Occasional Prose (1970) μία συλλογή κειμένων και κριτικών σημειωμάτων που είχε γράψει και συρράψει όσο ζούσε.

[6] Wilson, Y., 1997. An Introduction to the Grotesque: Theoretical and Theological Considerations. The Grotesque in Art and Literature: Theological Reflections. James Luther Adams and Wilson Yates. Ed. Grand Rapids: Eeerdmans

[7] Schenck, A., 2017. To Be or Not to Be Gothic: Focus and Form of Literary Devices in Flannery O’ Connor’s Stories. The New Studies of English Language & Literature, No. 66, pp. 211-233

[8] Evans, R., 2015. A Sharp Eye for the Grotesque in Flannery O'Connor's 'Good Country People. Research Gate [στο:] https://www.researchgate.net/publication/282661286_A_Sharp_Eye_for_the_Grotesque_in_Flannery_O'Connor's_'Good_Country_People'

[9] Elie, P., 2020. How Racist was Flannery O’ Connor? The New Yorker [στο:] https://www.newyorker.com/magazine/2020/06/22/how-racist-was-flannery-oconnor

[10] Hawkes, J., 1962. Flannery O'Connor's Devil, The Sewanee Review, 70 (3), pp. 395-407

[11] Ο’ Κόνορ, Φ., 1986. Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, μτφ: Ρένα Χατχούτ, εκδ. γράμματα, σελ. 29 -50.

[12]  ό.π., σ. 211

[13] ό.π., σ. 207

[14] ό.π., σ. 87

[15] ό.π., σ.47

[16] ό.π., σ.36

[17] ό.π., σ.137

[18] ό.π., σ.97

[19] Στα ελληνικά βγήκε πέντε χρόνια μετά, το 1965, από τις εκδόσεις Φέξης σε μετάφραση Νίκου Κοτζιά ως Και οι Βιασταί Αρπάζουσιν Αυτήν…

[20] Burns, S.L., 1967. "Torn by the Lord's Eye": Flannery O'Connor's Use of Sun Imagery, Twentieth Century Literature, 13 (3) pp. 154-166.

[21] Sheridan, J., 2017. On Symbols and Shadows: Flannery O'Connor's Jungian Concepts of Grace, Criterion: A Journal of Literary Criticism, 10 (2) pp. 92 – 101.

[22] Chapman, 2005.

[23] Kilcourse, G., 1995. Theology and Modern Literature. Flannery O’ Connor: Evil and Hope in the Catholic Imagination. Proceedings of the Catholic Theological Society of America, pp. 225 - 228.

[24] Σπάνιο να σου Τύχει Καλός Άνθρωπος εκδ. γράμματα, σελ.12. Στο πρωτότυπο: “Oh, look at the little pickaninny!”, πρόκειται για γλώσσα πίτζιν που σημαίνει το «πολύ μικρό» στα Πορτογαλικά και χρησιμοποιήθηκε ρατσιστικά για τα παιδιά Αφροαμερικανών, δίνοντας τους μία πιο καρικατουρέ εικόνα. Η μετάφραση της Ρ. Χατχούτ θα έλεγα ότι στάθηκε άτολμη μπροστά στο κείμενο της συγγραφέως, μιας και το μεταφράζει «Α, κοιτάξτε τι χαριτωμένο πιτσιρικάκι!».

[25] Foster, S., 1986. Flannery O'Connor's Short Stories: The Assault on the Reader, Journal of American Studies, 20 (2) pp. 259-272.

[26] Από κει έρχεται η περίφημη και παρεξηγημένη ατάκα «θα ήταν καλή γυναίκα, αν υπήρχε κάποιος να την πυροβολεί κάθε λεπτό της ζωής της» (σελ.28) που σόκαρε, δεν διαβάστηκε όπως θα έπρεπε να διαβαστεί (όπως και το σύνολο του έργου της OConnor) και ενέταξε τη συγγραφέα στη λίστα της Rebecca Solnit με τα 80 βιβλία που καμία γυναίκα δεν θα έπρεπε να διαβάσει. (βλ. https://www.lifo.gr/articles/woman_articles/84481)





Πρώτη δημοσίευση: Χάρτης, τευχ.21