Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Μ. Χατζηλαζάρου - αφιέρωση


Πόσοι χώροι και χρόνια
με αντικείμενα 
με ορέξεις
και με δάση με άγριες βιολέτες
εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
που χρωματίζουν τα πράματα και τα ονόματά τους
και τους σπαραγμούς τους     μια αχτίδα
είναι η ριπή της ορμής σου με τον ρυθμό και τον
σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά σε γκάμες έξω
από κάθε γραφή είμαι πάντα μαζί σου. 



Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Έντρε Α. - Ανάμνηση νύχτας θερινής




Ένα ποίημα από τον σπουδαίο Ούγγρο συμβολικό ποιητή Έντρε Άντι, που τόσο πολύ έμελλε να αλλάξει την λογοτεχνία με την καίρια, μεγαλειώδη ποίηση του. 


Θυμωμένος ο άγγελος από παραδείσια ύψη ουρλιάζοντας,
Συναγερμοί τύμπανα κρούοντας σε μια σκιώδη γη,
Εκατοντάδες αστέρια το φως τους που καίγοντας,
Εκατοντάδες νεανικά μυαλά ν' ανατρέπονται, 
Εκατοντάδες πέπλα βεβηλωμένα που να ξεσκίζονται·
Ητανε μια παράξενη, 
Παράξενη νύχτα θερινή.
Πανάρχαιες οι κυψέλες μας τυλιγμένες τώρα στις φλόγες,
Και το πουλάρι το πιο λατρευτό, σπασμένο το πόδι, τώρα στο χώμα,
Πίσω στο φως, τους νεκρούς, ονειρεύτηκα. 
Κι ο Burkus, το πιστό σκυλί μας, εξαφανισμένο,
Κι ο Meg, ο αγαθός γέρο-υπηρέτης μας, μουγκός τώρα από χρόνια,
Διαπεραστικές κραυγές χορικά μιας πρωτόγονης τελετής ξαφνικά:
Ητανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.
Οι ανάξιοι κομπάζανε μ' ανδρεία προσποιητή,
Κλέφτες πολυτελείας ξεκινούσαν για μιαν ακόμη ληστεία,
Και στους ανδρείους δεν έμενε τώρα παρά να λουφάξουνε:
Ητανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.
Καταλαβαίναμε καλά πως ο άνθρωπος είν' ατελής,
Σφιχτοχέρης σαν πρόκειται να μοιραστεί την αγάπη του, 
Όμως κι αυτό ακόμα δεν μπορεί να 'ναι εντελώς ακριβές,
Ο ζωντανός κι ο νεκρός σ' έναν περιστρεφόμενο δεμένοι τροχό:
Υπήρξε, στ’ αλήθεια, ποτέ ο άνθρωπος ένα μικρότερο στίγμα,
Κι η Σελήνη σε περιπαιχτικότερη διάθεση
Απ’ όσο εκείνη τη φριχτή νύχτα; 
Ητανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.
Κι έσκυβε ο τρόμος επάνω σ' όλα τα πνεύματα
Με κακόβουλη, χαιρέκακη ηδονή:
Τα μυστικά του κάθε προγόνου
Κατοικούσαν βαθιά μες τις ψυχές των παιδιών.
Κι η σκέψη, θεραπαινίδα περήφανη του Ανθρώπου,
Μεθυσμένη, ξεχυνόταν τώρα να οδηγήσει
Την απειλητική, αιμοσταγή της Γαμήλια Γιορτή. 
Οτι το παλικάρι ταπεινό, κουτσό, μετανιωμένο:
Ητανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.
Τώρα ξέρω πως, κάπου μέσα μου βαθιά, την νύχτα εκείνη πίστεψα
Κάποιος Θεός, παλιός και παραμελημένος, πως θα ξεπρόβαλλε μπροστά μου 
και πως στο θάνατο θα μ' οδηγούσε ξαναμμένος.
Κι όμως, σαν κάποιος άλλος, παραμένω ζωντανός
Μεταμορφωμένος από τ' ολέθριο εκείνο γεγονός,
Και καθώς προσμένω τώρα ένα Θεό,
Με τρόμο αναλογίζομαι μια νύχτα στοιχειωμένη, 
Κι έναν κόσμο ολόκληρο που έθαψε, με βία, αγριεμένη:
Ητανε μια παράξενη, 
Παράξενη νύχτα θερινή.


Ηλέκτρα Λαζάρ - Ελπίδα




Έχω τα μάτια μου 
στραμμένα στην υπόνοια μιας 
ελπίδας
πως τίποτα πια δεν θα πάει χαμένο
και το νερό θα επιστρέψει 
στις πλατείες 
τα κορίτσια θα ντυθούν στα χρώματά τους
και τα αγόρια θα 
εξημερωθούν 
τα πνιχτά τάλαντα της κοινωνίας
η αδικία και η θλίψη 
θα θυμηθούν το θάνατο
κανένας άλλος    εκτός από εμάς 
θα κοιμάται στα δέντρα κάτω
και θα σκεπαζόμαστε με μνήμη
και πως θα μας αγκαλιάζουνε τα ζώα αμέριμνα
δίχως φόβο 
με τη συμφορά να μην είναι γραφτό μας
πως θα υπομείνουμε
και πως στο βάθος θα ξέρουμε τι 
χαρίζει 
ένα τσιγάρο
ένα χαμόγελο
ένα προσκύνημα
και τα μάτια των παιδιών θα βουρκώνουν
πως τίποτα να μην μαρτυρά το χρόνο
κι ένα δέντρο να παραμένει δέντρο

κι έπειτα απ'όλα αυτά
γελώ
πώς γελώ...