Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νίκος Καζαντζάκης για τον Σαίξπηρ



[...] Άν η τραγική σύγκρουση περιορίζουνταν στη διμέτωπη τούτη πάλη Ψυχής και Μοίρας, η τραγωδία σίγουρα θα μας μετέδιδε τρόμο, μα δε θα μπορούσε να μοιράσει σε δυο την καρδιά μας. Θ' αντίκρυζε ακέραιη, ομόγνωμη η καρδιά τούτη την καταστροφή και τη φρίκη.
 Μα ο Σαίξπηρ προχωρεί ένα βήμα ακόμα στην τραγική φρίκη. Προσθέτει και δεύτερο πάτωμα στην τραγωδία. Στις σαιξπηρικές τραγωδίες η σύγκρουση δεν ξεσπάει μονάχα ανάμεσα Ψυχής και Μοίρας. Ξεσπάει και μέσα στην ίδια την καρδιά του ήρωα. Ο ήρωας έχει τώρα διπλό μέτωπο να χτυπήσει: τις απόξω σκοτεινές δυνάμες και τη μέσα του μερίδα της ψυχής που συνεργάζεται προδοτικά με τους απόξω πολιορκητές και μάχεται να τους ανοίξει την πόρτα του κάστρου.
[...] Δράκοι είναι οι μεγάλοι ήρωές του: Οθέλλος, Κοριολάνος, Ριχάρδος Γ', Μάκβεθ, που αμολύθηκαν στον κόσμο κι από τότε πια δεν τον αφήνουν. Γυρίζουν τα μεσάνυχτα μέσα στα μυαλά μας, πλούτισαν τα υπόγεια της ψυχής μας, μεγάλωσαν την τρομάρα της μοναξιάς μας.
Και συνάμα βγήκαν από το ίδιο τούτο στήθος άλλες ψυχές, ντελικάτες, αθώες, ανέγγιχτες: Ιουλιέτα, Δυσδαιμόνα, Οφηλία, Ιμογένη, Κορδηλία, Βιργινία, Μιράντα- και πλούτισαν το απάνω πάτωμα της ψυχής, τον Παράδεισο. Η γυναίκα, ας είναι καλά ο Σαίξπηρ, απόχτησε νέα οικόσημα ευγένειας, και δεν μπορούμε πια ν' αγαπήσουμε, χωρίς να κουνηθούν πίσω από τους ώμους της αγαπημένης τα μαλλιά τα λυμένα απάνω στα νερά της Οφηλίας ή ν' αστράψει ξαφνικά το ματωμένο, αρωματισμένο μαντιλάκι της Δυσδαιμόνας.
Απέραντη, από τον πάτο τς Κόλασης ως την κορυφή του Παράδεισου, ψυχή. Αν ήταν αλάκερη η ανθρωπότητα να' στελνε έναν αντιπρόσωπο να υποστηρίξει τα δίκαιά της στο Θεό, αυτόν θα' στελνε.
Είναι συνάμα ο μόνο; που θα μπορούσε ν' αντιπροσωπέψει τον πλανήτη μας σ' ένα μεγάλο διαπλανητικό συνέδριο. Κανένας σαν τον Σαίξπηρ δε χρησιμοποίησε με τόση δύναμη συνάμα και γλύκα, με τόση τραχύτητα συνάμα και μελωδία, με τόσο μαγικό περίσωμα τις ανθρώπινες λέξες.
[...]
Πως άρχισεν η ψυχή του να κελαηδάει τα ξημερώματα εκείνα από το μπαλκόνι των Καπουλέτων! Σα να ξημέρωνε ο κόσμος. Με τι εφηβική δροσιά κι αφέλεια, με τι χαριτωμένη αδεξιότητα, ξέσπασεν η ψυχή την υγρήν εκείνη ανοιξιάτικη νύχτα! Υπερβολές, πανωτές εικόνες, ξεχείλιζε η ποίηση, αρχίζει, ξαναρχίζει, μάχεται του κάκου το ερωτικό πάθος να φτάσει την ακέραιη έκφραση του και ν' αλαφρώσει. Σαν το αηδόνι.
Η νιότη είχε μεθύσει, Ο Ρωμαίος πιστεύει στην αγνότητα της γυναίκας, στην αιωνιότητα της στιγμής. "Περιγελάει λαβωματιές οποίος ποτέ του δε λαβώθηκε." Ο Σαίξπηρ, νέος ακόμα, τριάντα χρονών, ερωτεμένος, στις πρώτες εκστατικές αφελέστατες χαρές, αλάβωτος ακόμα από τη μοίρα, βαρύς ακόμα από τ' ασπατέλευτα πλούτη κι από τη μελαγχολία της νιότης, σαλεύει πίσω από το πρόσωπο του Ρωμαίου και μιλάει σαστισμένος, με το στόμα του. Δεν είχε ακόμα δοκιμάσει την αλήθεια- αυτό που θαρρούμε αλήθεια - κι ακόμα τα χείλια του πασαλειμμένα γάλα και μέλι. 
 Πέρασαν τρία χρόνια, τρία μονάχα χρόνια, και το πρόσωπο του Σαιξπήρου άλλαξε, χλόμιασε, γιόμωσε κλάματα. Το βλέπουμε καθαρά πίσω από τη διάφανη μάσκα ενός άρχοντα, του Ιάκωβου του Όπως αγαπάτε. Γιόμωσε τώρα κρυφές σαΐτες, λαβώθηκε, δεν περγελάει πια τις λαβωματιές, και το πιο ανάλαφρο άγγιγμα τον κάνει να πονάει. Θέλει να φύγει από τους ανθρώπους, να κρυφτεί στη μοναξιά, γελά όταν οι άλλοι κλαίνε, κλαίει όταν οι άλλοι γελούν.
" Δεν έχω του σοφού τη μελαγχολία, που είναι ζούλια, μήτε του μουσικού, που είναι καπρίτσιο, μήτε του αυλικού, που είναι αλαζονεία, μήτε του στρατιώτη, που είναι φιλοδοξία...Η μελαγχολία μου είναι αποκλειστικά δική μου, μίγμα από πλήθος αντικείμενα. Καταστάλαξε απ' 'όλα τα ταξίδια μου και με βυθίζει σε μιαν πολύ παράξενη θλίψη..."
 Όλος ο κόσμος πια φαίνεται στον Σαίξπηρ σα θέατρο, δεν πιστεύει πια στην ειλικρίνεια και στην αγνότητα, βλέπει τώρα με τετραπλή διάσταση την κωμικά τραγική, την τραγικά κωμική ζωή του ανθρώπου. Δεν απομονώνει πια τη χαρούμενη στιγμή να την κάνει αιώνια. Βλέπει σφαιρικά, μονοστιγμίς, τριαδικό πρόσωπο, τη Χαρά, τον Πόνο και το Τίποτα.
 [...]
Περνούν ακόμα τρία τέσσερα χρόνια. Ο γλυκός, μελαγχολικός Ιάκωβος αγριεύει, πότε δαγκάνει τα χείλια και πιτσιλίζουνται τα δόντια του αίματα, πότε φωνάζει, ειρωνεύεται, σουρίζει σα φίδι, γελάει, και το γέλιο του είναι πολύ πιο πικρό από το θρήνο. Γίνεται Άμλετ. Ο πόνος πια τον φέρνει στα σύνορα της τρέλας. Τα λόγια εδώ, για πρώτη φορά, αλλάζουν ρυθμό, η φράση σουρίζει συχνά σα μαστίγι, πληθαίνουν οι μονόλογοι γιατί πληθαίνει η ερημιά.
Πίκρα αβάσταχτη ανεβαίνει απ' όλη τούτη τη νέα μάσκα του Σαιξπήρου, πίκρα, και συνάμα ακατάλυτη στυγνή επιφάνεια, για την απέραντη, κυκλωμένη από θεριά και σκουλήκια, καταδικασμένη στον όλεθρο ψυχή του ανθρώπου.
[...]
Και πιο πέρα ο Άμλετ-Σαίξπηρ ξομολογιέται:
"Τώρα τελευταία- μα το γιατί δεν το ξέρω- έχασα όλο μου το κέφι, παράτησα όλες μου τις συνήθειες, και τόσο βαριά είναι η διάθεσή μου που όλος αυτός ο θαμαστός μηχανισμός, η γη, μου φαίνεται σαν άγονο ακρωτήρι. Η εξαίσια τούτη σκέπη, ο αγέρας, κοιτάχτε, το λαμπρότατο τούτο από πάνω μας στερέωμα, η μεγαλόπρεπη τούτη οροφή η κεντημένη με φλόγες χρυσές, σε μένα φαντάζουν βρωμεροί και μολεμένοι πυκνοί αχνοί..."

Ν. Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας (Αγγλία)

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου