Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

"Εν Θεσσαλονίκη"- Από τον Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση

Η Ελευθερία Δροσάκη θυμάται ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940-41: Εκτός όμως από τα νοσοκομειακά ερχόντουσαν και άλλα τρένα που έφερναν αιχμαλώτους. Σαν αστραπή διαδίδονταν η είδηση ανάμεσα στα παιδιά. Έτρεχαν τότε όλα μαζί και τους έβλεπαν και χαίρονταν και μιλούσαν συνέχεια γι’ αυτούς. “Οι αιχμάλωτοι είναι ιεροί, παιδί μου” μου είπε ο παππούς, όταν τον ρώτησα μια φορά αν μπορούσα να πάω κι εγώ να τους δω. “Άντε, και να μην τραγουδάτε το “Μουσολίνι” και τους περιπαίζετε. Και πού ‘σαι… Πάρε κι αυτά τα τσιγάρα και δως τους τα. Ο σταθμός ήταν κοντά. Το τρένο το βρήκαμε σταματημένο στη ράμπα, στο μήκος ενός υπερυψωμένου διαδρόμου. Τα παιδιά έτρεξαν  και κόλλησαν τις μούρες τους στα τζάμια. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Και είδα σ’ ένα βαγόνι πρώτης θέσης, να κάθεται σκυφτός, πάνω στο σκούρο κόκκινο βελούδο του, ένας νέος Ιταλός αξιωματικός, που είχε τα μάτια του καρφωμένα σ’ ένα σημείο. Του χτύπησα το τζάμι. Αυτός με κοίταξε σαν χαμένος και ξανάσκυψε. Τον ξαναχτύπησα, του χαμογέλασα και του έδειξα τα τσιγάρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Άνοιξε το παράθυρο, τα πήρε και άρχισε να ψάχνεται για να μου δώσει κάτι κι αυτός. Δε βρήκε τίποτα. Τότε, ξεκολλάει ένα άστρο από την επωμίδα του, μου χαμογελάει και μου το δίνει. Το παίρνω. Με κοιτάζει… Τον κοιτάζω… Με κοιτάζει… Δεν ξέρουμε να μιλήσουμε. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και βουρκώνει. Ένας στρατιώτης, φρουρός της αμαξοστοιχίας, τρέχει και με διώχνει με φωνές: “Άντε φύγε από δω ρε χαζό!”



Μία εκτενής αφήγηση της ζωής στη Θεσσαλονίκη της Μεταξικής Δικτατορίας, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η Ελευθερία Δροσάκη μεταφέρει στο χαρτί τις αναμνήσεις της χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τη μνήμη της, τηρώντας ωστόσο τη χρονική τάξη των εξελίξεων. Η αφήγηση διατηρεί τη μοναδική ζωντάνια που έχει το παιδικό βλέμμα που έζησε την απεργία του Μάη του '36, τη μεταξική δικτατορία και τις εκδηλώσεις της ΕΟΝ, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, τη δράση της ΕΠΟΝ, τις εκδηλώσεις για την απελευθέρωση της πόλης, τα Δεκεμβριανά, το κυνηγητό από την Ασφάλεια μετά τον πόλεμο και τα δύσκολα φοιτητικά χρόνια. Ο μεστός λόγος της Ελευθερίας Δροσάκη ζωντανεύει εικόνες από την ελληνική ύπαιθρο της δεκαετίας 1940-1950 και τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν την Απελευθέρωση από τις δυνάμεις του Άξονα. Πενήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η β΄ συμπληρωμένη και εικονογραφημένη έκδοση του βιβλίου "Εν Θεσσαλονίκη", εμφανίζει το τραγικό μεγαλείο μιας γενιάς αγωνιστών που θυσίασε τη νιότη της στη μάχη για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. 
Η μοναδική μαρτυρία της Ελευθερίας Δροσάκη, ένα από τα λίγα βιβλία που αφορούν στην αντιστασιακή δράση στη Θεσσαλονίκη.

Στ' όνομα των ανθρώπων...


Στ'όνομα των ανθρώπων που σαπίζουν στη φυλακή
Στ'όνομα των εξορισμένων γυναικών
Στ'όνομα όλων των συντρόφων μας
Που μαρτύρησαν και σφαγιάστηκαν
Για να μη δεχτούν τον ίσκιο.
Πρέπει να στραγγίξουμε την ορμή
Και να σηκώσουμε το ξίφος
Για να φυλάξουμε την ιερή εικόνα
Των αθώων, που κυνηγήθηκαν παντού
Και που θα θριαμβεύσουν.


Paul Eluard, μετάφραση Γιώργου Καραβασίλη

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Οι μόνοι που αξίζουν για μένα




Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί,
αυτοί που τρελαίνονται για να ζήσουν, να μιλήσουν,
να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί 
που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, 
αλλά που καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα
ρωμαϊκά κεριά...



J. Kerouac  

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Αποφθέγματα (Νο. 2)





Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για μια μέρα
και είναι καλοί
υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για ένα χρόνο
και είναι καλύτεροι
υπάρχουν κι άλλοι που αγωνίζονται για πολλά χρόνια
και είναι ακόμη πιο καλοί
Μα, υπάρχουν κι αυτοί που αγωνίζονται όλη τους τη ζωή
αυτοί είναι οι απαραίτητοι
Bertolt Brecht


Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ


Εάν τις μεταξύ σας νομίζη ότι είναι σοφός εν τω κόσμω τούτω, ας γείνη μωρός, διά να γείνη σοφός.
Προς Κορινθίους Α’


Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.
Γ. Θ. Βαφόπουλος


Οι τρεις βασικοί νόμοι της ζωής: το άνισο, το άδικο, το ανήθικο
Άγγελος Τερζάκης


Αν βαρεθεί ο άντρας μες στο σπίτι θα βγεί με τους συνομηλίκους του, με φίλους θα ξεσκάσει, μα εμείς βαστάμε ολημερίς σε μια ψυχή τα μάτια καρφωμένα. 
Ευριπίδης (Μήδεια)


Ο άνθρωπος είναι τόσο πρόστυχος, που όλα τα συνηθίζει στο τέλος.
Φ. Ντοστογιέφσκυ (Έγκλημα και τιμωρία)


Όταν λείπει το μυαλό, το αντικαθιστά ο διάβολος.
Φ. Ντοστογιέφσκυ (Έγκλημα και τιμωρία)


Τώρα που δεν είσαι μπροστά μου και δεν βλέπεις τι έκφραση παίρνει το πρόσωπο μου και δεν κινδυνεύω να φανώ τρυφερός και γελοίος , σου λέω πως σ' αγαπώ πολύ. 
Καζαντζάκης Ν. (Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά)


Όταν ακούς "τάξη", ανθρώπινο κρέας μυρίζει. 
Οδυσσέας Ελύτης


Η κόλαση είναι οι άλλοι.
Jean- Paul Sartre


Μη δίνετε σημασία στις λεπτομέρειες, είναι η χυδαία πλευρά της ζωής.
Oscar Wilde


Τα δάκρυα είναι η ευγενής γλώσσα των ματιών.
Robert Herrick


Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες.
Bertolt Brecht


Μη ρωτάς για ποιόν χτυπάει η καμπάνα. Χτυπάει για σένα.
Ernest Hemingway


Χειροκροτήστε φίλοι μου. Η κωμωδία τελείωσε!
Αύγουστος, Ρωμαίος Αυτοκράτορας (τα τελευταία του λόγια…)


Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων.
Εμμανουήλ Ροΐδης


Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του.
Λέων Τολστόι


Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.
Ρήγας Φεραίος


Η μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ.
Gustave Flaubert


Η πιο ωραία πονηριά του διαβόλου είναι να μας πείσει ότι δεν υπάρχει.
Charles Baudelaire


Το χειρότερο από το να μιλούν άσχημα για σένα είναι να μη μιλούν καθόλου για σένα.
Oscar Wilde



Ο Απινιδωτής



Α ρε απινιδωτή
που φλογίζεις
στο στήθος του άλλου
έλα

σε προκαλώ... 

στο δικό μου
αντί να φυτρώσει το γάλα
ας βγάλει επιτέλους 
τη φλόγα 
που όλοι προσπαθούν να κοπάσουν 



Ηλέκτρα Λ. (Σοβαρευτείτε ρε!)

Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα


ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ (1955-2011)


Ενοχή

Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος
που μας κοροϊδεύει.
Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας
τις ακτίνες του.
Πόσο απαίσχυντα ωραίοι
όταν τραβάμε το σύρτη.
Και μένουμε άφωτοι-
ο ένας απέναντι στον άλλον.

~ ~ ~ ~ 

Ανήκω

Στις άκρες των πλήκτρων μου
φύτρωσαν νεκροί και τραυματίες.
Ονειρεύονται τ' όνειρό μου
διαδίδουν την ύφανσή του
την όρχησή του την επιθανάτια.
Μύθος οι αλέκτορες κι οι υποκρούσεις.

Ανήκω στο συνδικάτο των τύψεων.

 ~ ~ ~ ~

Ερωτική διαθήκη

«Αφού λοιπόν ο νεκρός δεδικαίωται
τώρα σας λέω πως είχα τσέπες
στο γυμνό μου δέρμα.
Στην ανακομιδή στα τρίχρονα
όλοι εσείς που 'χατε νταραβέρια με το σώμα μου
σύρτε τη λήθη σας μέχρι το λάκκο
θα βρείτε κει κομμάτια γλώσσας χείλη
κραυγές χνούδια λαιμών κοντές ανάσες
ελάτε να σκυλέψετε με τη σειρά σας
ό,τι σας σκύλεψα είναι άθικτο σας περιμένει
έχω μια μουσική για σας από τα πλήκτρα των δοντιών
ελάτε
τ' αρπαχτικά σας δάχτυλα  καυτά να νιώσω
για τελευταία φορά στα κόκαλά μου».

~ ~ ~ ~


Τα μάτια των δολοφόνων

Μετά το έγκλημα
Εχουν οι δολοφόνοι
Τα πιο αθώα μάτια.

Εκπληκτοι μπρος απ' τα πολύχρωμα γλυκά
εκστατικοί στις φωτεινές επιγραφές που αναβοσβήνουν
στα λαϊκά μελό 4-6
δακρυσμένοι.
Ντρέπονται για το ύψος τους στους δρόμους
βυθίζουν με μανία τα χέρια
στις ρηχές τσέπες του πέτσινου
πάνε γωνιά γωνιά μη και μας σπρώξουν.

Αν ήταν δυνατό από μια μεριά
να δείτε πώς ξυπνούν οι δολοφόνοι:
με λίγο σάλιο πάνω στο σιδερικό
σαν πιπίλα που γλίστρησε αργά.

Αλίμονο σ' εμάς
με τη σκανδάλη στα μάτια.

~ ~ ~ ~ 


Ο θάνατος το στρώνει

Μαύρες κουκκίδες
Διάττοντες στο χιόνι
Σήμα μικρό που χάνεται στη θέα
Να κάνει σκι πάνω σε μια νιφάδα
Το βρίσκει άλλη νιφάδα και το λιώνει
Λιώνει κι αυτή
Χιόνι στο χιόνι
Βέρμιο Φτερόλακκα ψηλά βουνά
Ο χρόνος-
Κι ο θάνατος το στρώνει

~ ~ ~ ~ 


Προπατορικό

Αυτός ο όφις που έφθασε στην πόλη μας
μ' ένα ακέραιο μήλο κατακόκκινο για μας
πέρασε απαρατήρητος.
Κανείς δεν το δοκίμασε
κανείς δε σκέφτηκε ούτε καν
να μπει στον πειρασμό της γεύσης του.

Βαρύ και ναρκωμένο πια το φίδι
έχει κουλουριαστεί στη μέση της πλατείας
χωνεύοντας το μήλο
αφού θα 'πρεπε
κάποιος να 'χε πεισθεί
και να δαγκώσει.

~ ~ ~ ~


Το γράμμα

Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

Ντόροθυ Πάρκερ



DOROTHY PARKER (1893-1967)

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

Το ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.

Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης.
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

(Μετάφραση: Γ. Νίκας)




~ ~ ~ ~


ΈΝΑ ΤΕΛΕΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Μόνο ένα, λουλούδι μου ’στειλε
από τότε που γνωριστήκαμε.
Τον πιο τρυφερό πληροφοριοδότη, διάλεξε.
Κατευθείαν στην καρδιά, αμόλυντο,
ακόμα μύριζε την πρωινή δροσιά.
Ένα “τέλειο” τριαντάφυλλο.
Την γνώριζα την γλώσσα των λουλουδιών,
“τα ευαίσθητά μου φύλλα, κρύβουν μέσα την καρδιά του” έλεγε.
καιρό τώρα, ο έρωτας, το πήρε πια το φυλακτό του.
αυτό το ένα , “τέλειο” τριαντάφυλλο.
Γιατί ποτέ, κανείς δεν μου ‘στειλε εμένα,
μια τέλεια λιμουζίνα, αναρωτιέμαι;
Α! Όχι! Εμένα η τύχη μου είναι πάντα,
μόνο να μου στέλνουν,
ένα “τέλειο” τριαντάφυλλο.

(Μετάφραση: Τ. Μαντζουράνη)


~ ~ ~ ~ 


ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΟΝΕΙΡΟ ΝΕΚΡΟ

Ενθάδε κείται, όνειρο νεκρό.
Απαλά περάστε από δίπλα του,
από την άλλη μεριά, το βλέμμα σας στρέψτε,
Μήτε να γυρέψετε να μάθετε για ‘κείνο που πεθαίνει.
Αβάσταχτο φορτίο Ζωής, για την ζωή.
Μην περπατήσετε θρηνώντας, αλλά για μια στιγμή,
τα βήμα σας αφήστε να βραδύνει.
Και από έλεος, δεν είναι ανάγκη να ’στε γλυκείς και σοφοί
με λόγια ελπίδας και Άνοιξης και απαλών ουρανών…
Ένα πεθαμένο όνειρο βρίσκεται μπροστά σας.
κι’ αυτό, όλοι όσοι θρηνούν , το ξέρουν.
Κάθε φορά που ένα πέταλο πέφτει απ’ το δέντρο,
Ακόμα και αν, άσπρο και φρέσκο είναι ακόμα,
και περήφανα την αναπαραγωγή του περιμένει,
Η ομορφιά του μπουμπουκιού, ποτέ να ξαναγίνει, δεν μπορεί.
Γι’ αυτό και η Ομορφιά, ευλαβικά να σκύψει το κεφάλι πρέπει.
Γιατί, έδώ, ένα όνειρο μόλις συνάντησε τους πεθαμένους.

(Μετάφραση: Τ. Μαντζουράνη)


~ ~ ~ ~ 



ΠΑΝΤΑ ΑΞΙΟΠΡΕΠΗΣ “ΚΥΡΙΑ”

Αχ! πως μπορώ για χάρη σου να γελώ
και το κεφάλι μου με χάρη να γέρνω.
Και τα λόγια σου τα βιαστικά,
με διψασμένα χείλη να τα πίνω.
Για χάρη σου τα χείλη μου άλικα να τα βάφω
και με τ’ ακροδάχτυλα, τα φρύδια σου
να ισιώνω,
την ώρα που εσύ, για τις αγάπες σου
μου λες.
Αχ! Μπορώ, να γελάω και να σε θαυμάζω
με μάτια εκστατικά.
Και σύ, γελάς μαζί μου.
Ποτέ να δεις δεν θα μπορέσεις, τους χίλιους
μικρούς θανάτους που η καρδιά μου πεθαίνει.
Και σύ, πιστεύεις,
(πόσο καλά τον ρόλο μου τον ξέρω),
πως σαν το πρωινό, είμαι χαρούμενη
και ανάλαφρη σαν χιόνι.
Ποτέ τα τόσα της καρδιάς μου ζόρια
Δεν θα μάθεις!
Αχ! πως μπορώ,
σαν συναντιόμαστε να σε ακούω και να γελώ,
και σύ,
για καινούργιες περιπέτειες να μου λες, και ιστορίες για χαριτωμένες
και αδιάκριτες κυρίες…
για σιγοψιθυρίσματα και χέρια που αγγίζονται κρυφά.
και χαίρεσαι μαζί μου, και πάλι απ’ την αρχή αρχίζεις,
τις τελευταίες περιπέτειές σου να μου τραγουδάς.
Έτσι με θες!
Εκστασιασμένη, χαρούμενη κι’ αληθινή.
Ποτέ τα ορθάνοιχτα τη νύχτα μάτια μου
δεν βλέπεις.
Και όταν ξανά, για νέες περιπέτειες φεύγεις,
αχ! πόσο χαρούμενα σαν φεύγεις σε φιλώ…
Και ο,τι όταν λείπεις,
αγάπη μου συμβαίνει,
Ποτέ δεν θα το μάθεις…


(Μετάφραση: Τ. Μαντζουράνη)



~ ~ ~ ~ 


ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ

Τα ταξίδια, οι μπελάδες,
η μουσική, οι Τέχνες,
ενα φιλί, ενα φόρεμα, ενα στιχάκι…
Ποτέ δεν είπα πως
την καρδιά μου χόρτασαν.
Μα, κάνουν τον καιρό μου να περνά…


(Μετάφραση: Τ. Μαντζουράνη)



~ ~ ~ ~ 


ΛΟΓΟΜΑΧΙΑ

Αν λες ότι είμαι αδέξια ερωμένη,
ότι έχω πια περάσει τα τριάντα
κι ότι πολύ με βρίσκεις ξιπασμένη,
εγώ θα μένω στο πλευρό σου πάντα.

Κι αν λες ότι δεν είμαι πια ωραία,
ότι μελαγχολία έχω μεγάλη
και κάνω με το διάβολο παρέα,
πάλι η καρδιά μου για σένα θα πάλλει.

Αλλά αν τα ποιήματά μου κριτικάρεις
στο χέρι τα παπούτσια σου θα πάρεις.

(Μετάφραση: Γ. Νίκας)

Η Γυναίκα είναι Ίση με τον Άντρα (σ'ένα στρατόπεδο της Σιβηρίας) - Γιούλια Βοσνεσένσκαγια


Η Γιούλια Βοσνεσένσκαγια περιγράφει την εμπειρία της από δύο χρόνια φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία.
Η μαρτυρία της Βοσνεσένσκαγια μας αποκαλύπτει για τη ρώσικη κοινωνία πολύ περισσότερα από αναρίθμητες μελέτες. Μας λύνει και το περίφημο πρόβλημα της ανεργίας. «Στην Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχουν άνεργοι». Βέβαια, γιατί υπάρχουν εκατομμύρια «αλήτες» που έχουν πεταχτεί από ένα απάνθρωπο σύστημα στο περιθώριο, διασχίζουν τη Ρωσία σε αναζήτηση μιας στοιχειώδους στέγης και
τροφής και περιοδικά κλείνονται στα στρατόπεδα εργασίας από την αστυνομία.
Όλος αυτός ο υπόγειος κόσμος του ρώσικου περιθωρίου αποκαλύπτεται στα μάτια μας, όπως βέβαια και στα μάτια της ίδιας της Βοσνεσένσκαγια, που ανακαλύπτει, όπως κάθε ένας που έχει περάσει από τη φυλακή το περίφημο «σχολειό της φυλακής», τη βαρύτερη, την κρυμένη όψη της κοινωνίας.
Συνολικά λοιπόν μέσα απ' αυτή τη γυναικεία μαρτυρία μια εφιαλτική εικόνα μιας πτυχής του «γκουλάγκ», ένα ενσταντανέ της ρώσικης κοινωνίας παρμένο από μια εξαιρετική γωνία, από τη «γωνία» του στρατοπέδου, πάντα την περισσότερο αυθεντική!

(προλογικό σημείωμα των εκδόσεων "Κομμούνα")

Πέρασα δυό χρόνια στην παροικία αναμόρφωσης Νο 11, με καταναγκαστικά έργα, κοντά στη λίμνη Μπαϊκάλ της περιοχής του Ιρκούτσκ.
Είναι ένα μικρό στρατόπεδο, χωρισμένο σε δυό πτέρυγες: την πτέρυγα των γυναικών που έχει 800 άτομα. Πριν την αμνηστία έφταναν τα 2000 άτομα
που βρίσκονται σε κατάσταση αναμονής. Είναι η μεγίστη δυνατή ποσότητα. Η πτέρυγα έχει υπολογιστεί για 1000 κρατούμενες. Η ανδρική πτέρυγα: γύρω στους 1000 για 300 θέσεις. Ο αριθμός των κρατουμένων κυμαίνεται από 600 έως 1000 άτομα.

Ξύπνημα στις 5.30 το καλοκαίρι και στις 6 το χειμώνα. Ότι καιρό κι αν κάνει, όποια κι αν είναι η θερμοκρασία, γυμναστική στο ύπαιθρο. Έπειτα η καντίνα, υπολογισμένη για 300 άτομα η οποία δέχεται όλους όσους βρίσκονται στη πτέρυγα, δηλαδή μέχρι 2000 άτομα. Την γνωρίσαμε και μάλιστα με υπέροχες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα οι δυο τουαλέττες για δυο χιλιάδες γυναίκες τις οποίες έχεις στη διάθεση σου για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Κάτω από το άγρυπνο μάτι των φρουρών, οι γυναίκες οδηγούνται στο πόστο δουλειάς τους. Οι επιτηρήτριες που έχουν επιλεχτεί μεταξύ των κρατούμενων περιφρουρούν αυτές που δουλεύουν στο χώρο του στρατοπέδου.
Είναι αυτές που ονομάζονται υπεύθυνες ημέρας ή οι ταξιαρχίτισσες.
Σε σπρώχνουν σε βρίζουν. Με λόγια. Μερικές φορές χυδαία. Τις πιο πολλές φορές χυδαία. Ή μπορεί νάναι ένα σκαμπίλι. Η δουλειά πρέπει να αρχίσει μια συγκεκριμένη ώρα. Στο εργαστήριο της ραπτικής οι γυναίκες δουλεύουν
δώδεκα ώρες καθημερινά. Σε άθλιες συνθήκες, η παγωνιά, ο άσχημος φωτισμός, οι υπερβολικά ψηλές νόρμες παραγωγής, πολύ πιο εξαντλητικές από ότι ισχύουν στις κανονικές επιχειρήσεις ραπτικής —πέντε ως δέκα φορές ψηλότερες. Και οι
αμοιβές όμοιες μ' εκείνες των πιο χαμηλών κατηγοριών. Όσες δεν φέρνουν σε πέρας την καθορισμένη νόρμα, στερούνται ολοκληρωτικά οποιαδήποτε αμοιβή, και από πάνω τις περιμένει η τιμωρία. Για μια μέρα, ένα σκαμπίλι κι επίπληξη.
Για δυο ή τρεις μέρες κάτω από την καθορισμένη νόρμα, υπάρχει η πειθαρχική απομόνωση, το κελί: ένα σακκί πέτρες. Για δέκα ή δεκαπέντε μέρες. Αυτές
που πέφτουν σ' αυτό το παράπτωμα φυλακίζονται στο ΒΟUR. (Στρατόπεδο εκτάκτων περιπτώσεων) για ένα χρονικό διάστημα μέχρι και 6 μήνες. Συνέπεια: σοβαρές αρρώστιες, κάποτε κι ο θάνατος. Τέτοια είναι η κατάσταση στο τμήμα ραπτικής.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει ο εξοπλισμός των γυναικών όσο διαρκούν οι δουλειές του καλοκαιριού. Γύρω στον Μάη, οι αρχές διατάζουν την αλλαγή της χειμωνιάτικης στολής μ' αυτήν του καλοκαιριού: ένα φουστάνι από λεπτό βαμβακερό και κοντά μανίκια, από πάνω ένα βαμβακερό ζακετάκι.
Μόνο αυτά μπορεί να φοράει μια γυναίκα μέχρι το Σεπτέμβρη, μόνο αυτά έχει δικαίωμα να βάζει κι' όταν φεύγει από την πτέρυγα. Από μέσα, έχει δικαίωμα να βάζει το μάλλινο σακκάκι σε περίπτωση άσχημου καιρού.
Το κλίμα του Ιρκούτσκ είναι καθαρά ηπειρωτικό, άνεμοι κρύοι και αναπάντεχοι φυσάνε πάνω στη Μπαϊκάλ, και ακόμα και τον Μάη ή τον Ιούνη μπορεί να πέσει χιόνι, ή παγωμένες βροχές με χαλάζι. Να γιατί μια γυναίκα που βγαίνει με φουστάνι —είναι ευχαριστημένη αν πήρε μαζί της ακόμα και τη ζακετούλα της— δεν μπορεί πολύ απλά να προμηθευτεί κανένα άλλο ρούχο. Έτσι δεν διαθέτει παρά αυτό το μοναδικό ινδιάνικο φουστάνι που το φοράει απ' το ξημέρωμα μέχρι να πέσει ο ήλιος.
Βέβαια δεν έχει προβλεφτεί τίποτα σε περίπτωση βροχής, ούτε στέγαστρο ούτε μεταφορικό μέσο. Η δουλειά συνεχίζεται. Το μόνο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γυναίκες στις εποχές καταιγίδων ή ακόμα στην περίπτωση που το ράδιο
αναγγέλει μια θύελλα, είναι να καλυφτούν σε κανένα ξέφωτο. Αν ο φρουρός είναι από καλή πάστα, αν το επιτρέψει. Ειδεμή, θα πρέπει να κάτσουν στην μέση του χωραφιού, κολλημένη η μια δίπλα στην άλλη, κι έπειτα, μουσκεμένες ως το κόκκαλο, να ξαναρχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει το βράδυ και να φτάσουν στην πτέρυγα.
Στο βαθμό που τα συνάχια, τα κρυολογήματα κλπ, κρατάνε όλο το χρόνο στο στρατόπεδο, δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι αρρώστιες το καλοκαίρι είναι πιο συχνές. Όχι, γιατί το χειμώνα, όταν για παράδειγμα, λείπει το κάρβουνο στη πτέρυγα για βδομάδες ολόκληρες με θερμοκρασία -50°, οι αρρώστιες είναι ίδιες. Αυτό όμως που χαρακτηρί­ ζει το καλοκαίρι είναι ότι ολόκληρη η πτέρυγα αρρωσταίνει με μιας. Μετά από κάθε μπόρα, όλη η πτέρυγα βήχει, φτύνει, ιδρώνει... Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν είναι απόλυτα σύμφωνο με το συμφέρον της διεύθυνσης, οι άρρωστοι δουλεύουν άσχημα. Αλλά κανείς δεν απαλλάσεται: μια θερμοκρασία 37° ή 38° θεωρείται κανονική.

Επιτρέπουν ένα δέμα κάθε 6 μήνες: ένα πακέτο συστημένο μέχρι ένα κιλό.
Φυσικά, η εκλογή για το αν θα είναι ρούχα ζεστά, ένα κιλό λαρδί ή καραμέλες, ανήκει στην κρατούμενη. Ότι αποφάσισε θα λάβει. Αν εξαιρεθούν οι μπότες, δεν μένει παρά το καλσόν ή το σάλι. Να γιατί το πρόβλημα των ρούχων είναι δρα­
ματικό. Όσο βέβαια για το δικαίωμα στο δέμα, μπορεί να καταργείται με την πιο γελοία πρόφαση. Για παράδειγμα: όταν είναι κακογραμένος ο υποχρεωτικός αριθμός μητρώου; ωραία!—το δέμα απαγορεύεται!
Αυτά για το συστημένο δέμα. 
Υπάρχει όμως κι ένα άλλο δέμα, μέχρι 5 κιλά, που δικαιούνται οι κρατούμενες κάθε τέσσερεις μήνες, αφού έχουν ήδη εκτίσει το μισό της ποινής τους. Για παράδειγμα είχα μια ποινή δύο χρόνων, μπορούσα να λάβω το δέμα μου, μετά ένα χρόνο. Το διάστημα αναμονής ήταν σύντομο. Οι κρατούμενες που έχουν καταδικαστεί σε δέκα χρόνια, μπορούν να το λάβουν στην αρχή του 5ου χρόνου.
Υπάρχει τώρα η λίστα των αντικειμένων που επιτρέπονται κι εκείνων που απαγορεύονται. Για παράδειγμα, αν η κρατούμενη έχει δικαίωμα να της σταλούνε εσώρουχα, αυτά θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι βαμβακερά, κι αλλοίμονο να μην έχουν το παραμικρό κέντημα, την παραμικρή δαντελλίτσα: κατάσχεται αμέσως, τίποτα και σε καμμιά περίπτωση δεν επιστρέφεται.
Στη λίστα των απαγορευμένων προϊόντων περιλαμβάνονται όλα τα προϊόντα που θεωρούνται σαν ελλειματικά στη χώρα, ή ακόμα στη περιοχή έπειτα από αυθαίρετη απόφαση της διεύθυνσης του στρατοπέδου. Για παράδειγμα, τα καπνιστά λουκάνικα απαγορεύονται σ' όλη τη Ρωσία, όπως και το βούτυρο, το μέλι. Αντίθετα, τα λίπη (μαργαρίνη ή λαρδί) επιτρέπονται. Αν δεν υπάρχει έλλειψη λαρδιού για τους ελεύθερους εργαζόμενους του στρατοπέδου, η κρατούμενη μπορεί να το παραλάβει.
Αν όμως υπάρχει τέτοια έλλειψη, το λαρδί μπορεί να κατασχεθεί για πάρτη τους. Στην πραγματικότητα, αφαιρείται από τα δέματα οτιδήποτε θεωρηθεί πιθανό να δελεάσει αυτούς τους ελεύθερους επαγγελματίες και έτσι ο κρατούμενος δεν γνωρίζει ποτέ τι πράγμα δεν έχει παραλάβει: δεν του δίνεται ποτέ η παραμικρή περιγραφή ή κάποιος κατάλογος και τα δέματα δεν ανοίγονται μπροστά του. Έτσι τους δίνουν τελικά ένα μόνο μέρος από τα ρούχα και τα τρόφιμα που έλαβαν: «τα υπόλοιπα δεν επετράπησάν», «Απαγορεύτηκε», «αυτό δεν
επετράπη», «Μη επιτραπέν», —μια φράση που ακούγεται τόσο συχνά: επιτρέπεται... δεν επιτρέπεται... 

Υπάρχουν στην πτέρυγα γυναίκες με πανεπιστημιακή μόρφωση, μερικές που δούλευαν σαν βιβλιοθηκάριες έξω, η διορισμένη όμως εδώ βιβλιοθηκάριος, είναι μια σαγηνευτική πωλήτρια, ολωσδιόλου ακαλλιέργητη, που δεν ξέρει μήτε τα
βιβλία που βρίσκονται μέσα στη βιβλιοθήκη, έχει όμως άριστες σχέσεις με τους ανώτερους της. Τα ίδια ισχύουν και για τη διευθύντρια του κλαμπ: μια πωλήτρια που είχε καταδικαστεί με βαριά ποινή για παράβαση καθηκόντων. Αυτή η γοητευτική πωλήτρια δεν είχε ιδέα για τα πολιτιστικά. Υπήρχε στην πτέρυγα ένας ειδικά αρμόδιος άνθρωπος, ένας διευθυντής της φιλαρμονικής, μερικοί επαγγελματίες καλλιτέχνες, που θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας μια τέτοια δουλειά και να δημιουργήσουν τμήματα για τους κρατούμενους, μόνο που το κλαμπ δεν προορίζονταν για τους κρατούμενους, μα για την εκλεπτυσμένη ομάδα των αξιωματικών που μαζεύονταν εκεί τα βράδυα.
Αυτά τα μικρά γλεντάκια προωθόντουσαν από τη διευθύντρια του κλαμπ, που ήταν η ερωμένη του πολιτικού υπεύθυνου, μια σχέση «νομιμοποιημένη» ή καλύτερα, μακροχρόνια και πιστή. Όμως δεν πρέπει νομίζω να καταδικάζουμε αυτές τις γυναίκες. Σίγουρα, η φιλενάδα του «πολιτικού υπεύθυνου» μεταχειριζόταν με τον πιο άσχημο τρόπο τις άλλες κρατούμενες. Αποφυλακίστηκε προτού εκτίσει ολόκληρη την ποινή της. Η παραμονή της ωστόσο στο στρατόπεδο —8 αντί 12 χρόνια— της στοίχισε την καταστροφή της οικογένειας της και της υγείας της. Αν κάποιος βρεθεί να της πετάξει μια πέτρα, αυτός δεν θα είμαι εγώ. Γιατί βγαίνοντας, ήταν μια γυναίκα τσακισμένη από την αρρώστεια.

Υπάρχει μια ακόμη κατηγορία κρατούμενων, η πιο καταπιεσμένη και που αποτελεί την πλειοψηφία. Πρόκειται για τους «μπιτς», τους αντικοινωνικούς. Όταν είναι ελεύθεροι αποτελούν ένα υπέρογκο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας, ποσοστό όμως που κανείς κοινωνιολόγος ή στατιστική δεν παίρνει υπόψη του. Πρόκειται για τους ανέργους, τους αλήτες μας. Φακελλώνονται από την πολιτοφυλακή (υπηρεσίες τοπικής αστυνομίας) σαν ΒΟMJ (άτομα στερούμενα μόνιμης κατοικίας). Στην ΕΣΣΔ, η λέξη άνεργος δεν συνηθίζεται. Οι στατιστικές μας αναγγέλουν όλες τις χρονιές ότι καμμιά περίπτωση ανεργίας δεν σημειώθηκε την
προηγούμενη χρονιά σε καμμιά από τις δημοκρατίες. Όμως στην πραγματικότητα, η ανεργία υπάρχει. Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων που δεν μπορούν απλούστατα να βρουν δουλειά.
Γιατί, πολύ απλά, δεν τους «προσλαμβάνουν». Στην καλύτερη περίπτωση τους προτείνουν το κολχόζ. Αλλά τις πιο πολλές φορές τους δείχνουν την πόρτα. Στη βιομηχανία δεν τους θέλουν γιατί συχνά είναι μουντζουρωμένοι: ας πούμε, παραμονή σε στρατόπεδο. Είναι πολύ δύσκολο να βρεις δουλειά βγαίνοντας από ένα στρατόπεδο.

Κανείς όμως δεν έχει μετρήσει ή απογράψει τον αριθμό αυτών των ανθρώπων. Κρίνοντας από το γεγονός ότι αποτελούν την πλειοψηφία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, και ότι στις πόλεις ζούνε μέσα σ' ολόκληρους καταυλισμούς,
τους οποίους μπορεί κάποιος να επισκεφτεί, θα πρέπει να είναι εκατομμύρια.
Προς το παρόν όμως, οι διάφορες μορφές που παίρνει σε μας η ανεργία και ο νομαδισμός δεν ενδιαφέρει το Κράτος και έτσι δεν έχουμε γι' αυτό το θέμα συγκεκριμένα στοιχεία κι αριθμούς... Υπάρχει ακόμα και ένα τραγούδι για τους
μπιτσέφσκι. Η λέξη προέρχεται από το «μπιτς». Ένας μπιτς, είναι ένας ΒΟΜJ, στην αργκό όμως, στα μάγκικα. Μπίτς θα πει «θαλασσοπόρος χωρίς καράβι». Κι από κει έχει βγει. Και μεταξύ τους ακόμα μπιτς λέει ο ένας τον άλλον, κι έτσι τους λένε σ' όλη τη χώρα. Έτσι μόνο στην επίσημη γλώσσα τους λένε ΒΟΜJ.
Οι γυναίκες είναι και αυτές «μπιτσέφσκι». Λέει το τραγούδι τους:
«Αντε και φτάνει ο χειμώνας, πάγο στο
κατώφλι μου θωρώ
μη ψάχνεις άδικα, μιλίτσια, μονάχος μου
θα' ρθω...»

Και πραγματικά, αδυνατώντας να αντέξουν άλλο τη μιζέρια της ύπαρξης τους όλοι αυτοί οι άντρες, όλες αυτές οι γυναίκες, πηγαίνουν να «ξεκουραστούν» στο στρατόπεδο.

Στις 17 Γενάρη, με συνέλαβαν στο σπίτι μου γιατί τα χαρτιά της ταυτότητας μου (το «εσωτερικό» διαβατήριο) δεν ήταν πλήρη, και χωρίς να με οδηγήσουν στο αστυνομικό κέντρο, με πήγαν γραμμή στο 5ο τμήμα της μιλίτσιας. Και ξαφνικά βρέθηκα ανάμεσα στους μπιτς. Το γεγονός ότι κατοικώ σ' ένα δικό μου διαμέρισμα μαζί με την οικογένεια μου και όχι σ' ένα αχυρώνα, γι' αυτούς
δεν είχε καμμιά σημασία, είμουνα φακελλωμένη σαν να μην είχα μόνιμη κατοικία, μια BOMJ με άλλα λόγια.
Έφτασα εκεί στις 7 το πρωί. Με πέταξαν σ' ένα κελί όπου υπήρχαν ήδη άλλοι 5 ΒΟΜJ. Η συζήτηση άρχισε να γίνεται εγκάρδια, κι εμένα μ' αρέσει να συζητώ μ' αυτούς τους ανθρώπους, ξέρουν πολλά πράγματα, και έχουν πάντα μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθούν. Μου εξήγησαν λοιπόν πως συμμετέχουν ή μάλλον πως τους κάνουν να συμμετέχουν στους Ο.Α. Η αστυνομία τους κυνηγάει, τους μαζεύει. Κι' έπειτα τους διατάζει να εγκαταλείψουν την πόλη μέσα σε 24 ώρες, ειδεμή υπάρχει η φυλακή ή η εξορία.

Στη φυλακή υπάρχουν κελιά, κάνει λιγότερο κρύο. Όμως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πάντα τα ίδια παγωμένα παραπήγματα. Φαντάζομαι τι γίνεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Λένιγκραντ, στο Σαμπλίνο ή στο Κολπίνο. Οι άνθρωποι θα πρέπει να κοιμούνται πάνω στο κρύο μπετόν, ν' αρρωσταίνουν. Ο Θεός να δώσει να τρώνε τουλάχιστον λίγο.
Κάπως έτσι γίνονται σε μας οι Ο.Α., αυτά συμβαίνουν στα «υπόγεια» επίπεδα.

Για έναν άντρα, δυο ή τρία χρόνια είναι μια σχετικά μικρή ποινή. Για τις γυναίκες όμως είναι υπερβολικά μεγάλη. Κατά γενικό κανόνα, σ' αυτά τα χρόνια, η οικογένεια της καταστρέφεται κι η γυναίκα χάνει το σπιτικό της. Πρακτικά, βγαίνοντας από το στρατόπεδο δεν έχει που να πάει.

Δεν υπάρχει ούτε μια γυναίκα που νάχει φύγει από το στρατόπεδο μετά 5 χρόνια φυλάκισης χωρίς νάχει πάθει ζημιές η υγεία της. Χωρίς σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, χωρίς σοβαρές οργανικές βλάβες.
Πρόωρη εμμηνόπαυση. Διακοπή της περιόδου για πολλά χρόνια. Να ένα καθολικό φαινόμενο, που κανείς δεν παίρνει ποτέ υπόψη του. Σ' αυτά προσθέτουμε την καταστροφή της οικογένειας: τα παιδιά χάνουν τους δεσμούς με τη μητέρα τους. Έτσι μια καταδίκη που δεν αντιστοιχεί με το έγκλημα, αποτελεί επίσης κι ένα πλήγμα καταρχήν πάνω στη γυναίκα-μητέρα και πάνω στα παιδιά στη συνέχεια.

Δεν ξέρω κανέναν νόμο που να έχει δικαίωμα να διαστρέφει την προσωπικότητα ενός ανθρώπινου όντος. Δεν ξεριζώνουμε πια νύχια, δεν κόβουμε μύτες, αλλά αν στερούνε στις γυναίκες το δικαίωμα να κάνουν παιδιά, δεν είναι μήπως το ίδιο πράγμα;
Πρέπει να βρούμε άλλες μέθοδες αναμόρφωσης, ακόμα και για τους πραγματικούς εγκληματίες. Όσο για τη πλειοψηφία των γυναικών που βρίσκονται στα γυναικεία στρατόπεδα συγκέντρωσης, «παροικία αναμόρφωσης δια της εργασίας» είναι ένας πολύ ήπιος όρος που δεν ξεγελάει πιο κανέναν: είναι στρατόπεδα συγκέντρωσης —θα πρέπει απλά να αποφυλακιστούν. Όσο πιο γρήγορη είναι αυτή η απελευθέρωση τόσο και αυτές και το κράτος θα ωφεληθούν.
Γιατί είναι έγκλημα του κράτους να στερεί από χιλιάδες γυναίκες τη δυνατότητα να φέρνουν παιδιά στον κόσμο.



Γιούλια Βοζνεσένσκαγια
Λένινγκραντ, 1-1980

Αυτόχειρες συγγραφείς - Μέρος ΙΙ




Τόμας Τσάτερντον 
Ένας ζωντανός άνθρωπος με προσδοκίες και οράματα, ζώντας όμως στην χειρότερη περίοδο του Λονδίνου. Μεγαλώνοντας σε ένα αδίστακτο, βρώμικο και ανιαρό Λονδίνο, όπου ο κάθε ευαίσθητος άνθρωπος γινόταν σκιά του εαυτού του. Γράφοντας ποίηση για να ζει και ζούσε για να γράφει ποίηση, έζησε από πολύ νωρίς τους αδίστακτους εκδοτικούς οίκους και τις φυλλάδες της εποχής, που αγόραζαν τα ποιήματα και τους κόπους του Τσάτερντον, αν όχι δωρεάν τις περισσότερες φορές, τότε για ψίχουλα. Κλείνεται στην σοφίτα του. Αδιαφορεί για τα κοινά γύρω του, σιχαίνεται να ζητιανέψει. Εκείνος ήταν ένας ποιητής, είχε τη ζωή μπροστά του, δεν ήταν διατεθιμενος να γίνει ένα με τους βρώμικους και μολυσμένους δρόμους του Λονδίνου. Η σοφίτα του είναι η φυλακή του. Λιμοκτωνεί. Ταλαιπωρείται καθημερινά με την απογοήτευση και την απόρριψη. Το δηλητήριο θα είναι η σωτηρία του. Στα 17 του θα δώσει μ'αυτό τον τρόπο τέλος στη ζωή του. 



Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941)
Μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου. Λυρική μυθιστοριογράφος και συνεπής δοκιμιογράφος απέδωσε στα γραπτά της μια ιδιάζουσα και περίπλοκη περιγραφή των ηρώων της, ένα ψυχικό γύμνωμα που έφτανε την ανάλυση των σκέψεων και των πράξεών τους στο βαθύτερο σκαλοπάτι. Ήταν αυτή που έφερε την επανάσταση στη γραφή μυθιστορήματος και αυτή που την θεωρώ την πιο δύσκολη στο συγκεκριμένο αφιέρωμα. Μεγάλωσε σε ένα ασφυκτικά συντηρητικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι δεν πήγε σχολείο της άφησε ένα βαθύ τραύμα που θα το κουβαλούσε σε όλη της τη ζωή. Έρχεται σε επαφή με τον θάνατο από πολύ νωρίς. Πρώτα η μητέρα της και έπειτα ακολουθάνε αλεπάλληλα κι άλλοι (η αδελφή της και ο πατέρας της). Κακοποιείται σεξουαλικά από τους ετεροθαλείς αδερφούς της. Σε νεαρή ηλικία της γίνεται διάγνωση: μανιοκαταθλιπτική. Οι φωνές σε συνδυασμό με τις ημικρανίες την αποσυντονίζουν. Σιγά- σιγά μπαίνει στο κύκλο διανοουμένων που έχει φτιάξει ο αδερφός της μαζί με άλλους συγγραφείς της γενιάς, παρακολουθεί με ενδιαφέρον, έρχεται σε επαφή με τα γράμματα. Το 1906 ο αδερφός της, το τελευταίο μέλος της οικογένειας πεθαίνει από τύφο. Παντρεύεται. Ξεκινάνε οι πρώτες απόπειρες αυτοκτονίας. Το δίπολο που έχει μέσα της την αμφιταλαντεύει συνεχώς. Παρόλη την ψυχική της κατάσταση η Γουλφ είναι πολύ οργανωμένη και συνεπής με τα μυθιστορήματά της: γράφει κάθε μέρα από 250 λέξεις. Παραπάνω όχι. Γράφει όρθια σε ένα διαμορφωμένο γι'αυτήν γραφείο. Το σπίτι της σε φυσικό περιβάλλον, λατρεύει τους περιπάτους στη φύση. Στα έργα της δέχεται πάντα καλές κριτικές. Δημιουργείται γύρω της ένα ευνοϊκό καλλιτεχνικό περιβάλλον. Παρόλα αυτά η κατάθλιψη έχει φωλιάσει μέσα της. Απολαμβάνει την τρέλα της, τις φωνές στο μυαλό της- βρίσκει κάποια σπουδαιότητα σ'όλα αυτά. Απεχθάνεται τη λογική, τη θεωρεί πεζή. Ταξιδεύει με αμάξι σε διάφορες χώρες. Το σπίτι της γίνεται ένα μικρό τυπογραφείο. Εκδίδει τα άπαντα του Φρόιντ, έργα του Έλιοτ κ.ά. Εκείνη αναλαμβάνει τις μεταφράσεις και την επιμέλεια των κειμένων. Ο άντρας της έχει αναλάβει το τεχνικό κομμάτι. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ζει, ίσως, μια ήσυχη ενδιαφέρουσα ζωή, δίχως να της λείπει τίποτα. Για την ίδια όμως δεν είναι τόσο απλό. Ο άνθρωπος είναι τόσο παράταιρος, τόσο απομακρυσμένος για εκείνη. Ο γάμος της είναι ένα τέτοιο παράδειγμα: μια μή ολοκληρωμένη συζηγική σχέση, με τον άντρα της είχε, θα μπορούσαμε να πούμε, πιότερο επαγγελματική παρά ερωτική σχέση. Τα χρόνια που εξέδιδε τα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά της δεν δέχτηκε κακή κριτική. Παρόλα αυτά, έμελε η βιογραφία της από τον φίλο της Ρότζερ Φράι να δεχθεί πολλές κακές κριτικές. Αυτό την αποξενώνει, την αρρωσταίνει. Σε συνδυασμό με την ήδη επιβαρυμένη της υγεία, το τελευταίο γεγονός όπως επίσης και ο βομβαρδισμός του Λονδίνου όπου διέμενε από την χιτλερική αεροπορία, όρισαν την συνέχεια της. Η καταστροφή του σπιτιού της από τις βόμβες την καταστά ανίκανη να συνεχίσει να γράφει. Παράλληλα η κακή της ψυχική υγεία δεν την αφήνει να δει ευνοϊκά το μέλλον της... Νευρικά κλονισμένη και πάντοτε παράταιρη, πνίγεται στον ποταμό Ouse αφού έχει γεμίσει τις τσέπες της ρόμπας της με πέτρες. 

"... Αν κάποιος θα μπορούσε να μ' είχε σώσει, αυτός θα 'σουν εσύ. Όλα έχουνε χαθεί για μένα μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να χαλώ τη ζωή σου άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να 'ναι ευτυχέστεροι απ' όσο ήμασταν εμείς." (απόσπασμα του σημειώματος που άφησε στον άντρα της)



Έρνεστ Χέμινγουεϊ (1899-1961)
Ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Αποτελούσε μέλος της "Χαμένης Γενιάς" των Αμερικανών λογοτεχνών στο Παρίσι. Έζησε τον πόλεμο με έναν οξύμωρο τρόπο: ήταν από τους λίγους που στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο θέλησε από μόνος του να καταταγεί στο στρατό, αλλά η επιθυμία του δεν έγινε δεκτή. Ένα πρόβλημα που είχε στην όραση του αριστερού του ματιού καταστά αδύνατο το γεγονός να μπει στον Αμερικάνικο στρατό. Παρόλα αυτά, παίρνει μέρος στον πόλεμο ως εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού. Τον πόλεμο τον περνά στην Ιταλία. Δεν αργεί να έρθει σε επαφή με την βαρβαρότητά του... Αποστολή του ειναι να μαζεύει τα πτώματα. Στον πόλεμο όμως γνώρισε και τον έρωτα με την νοσοκόμα Agnes von Kurowsky. Η αποτυχία της σχέσης του μαζί της τον καταρρακώνει ψυχικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα έργα του είναι διάχυτη η γεύση του πολέμου (Αποχαιρετισμός στα όπλα, Για ποιόν χτυπάει η καμπάνα). Ο Ε. Χέμινγουεϊ θα είναι από τους λίγους του είδους του που έρχεται σε επαφή με τα Ελληνικά γεγονότα. Θα καλύψει τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, θα ταξιδέψει μέχρι την Σμύρνη, θα καλύψει την ανταλλαγή πληθυσμών στη Θράκη. Παντρέυεται. Χωρίζει. Ξαναέρχεται σε επαφή με τον πόλεμο- αυτή την φορά με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Αρθρογραφεί υπέρ της δημοκρατίας. Θα πάρει μέρος και σ'αυτόν τον πόλεμο. Έπειτα ακολουθεί ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος. Η ιστορία είναι η ίδια. Ο πόλεμος είναι σαν ένα είδος εθισμού γι'αυτόν. Το να ζει στην φρίκη του και στο χείλος του θανάτου κάθε μέρα, τον βοηθά να γράφει τα μυθιστορήματά του. Αγαπά να τον μισεί. Το 53 και το 54 βραβεύτηκε με βραβείο Πούλιτζερ και Νόμπελ Λογοτεχνίας αντίστοιχα. Τα πολλά προβλήματα υγείας, η κατάχρηση αλκοόλ μαζί με την κατάθλιψη που είχε, η σωματική και ψυχική κούραση που τον δίεπε, η παράνοια και τα ηλεκτροσόκ που υπέστη άφησαν έναν Χέμινγουεϊ μισό, φαγωμένο, δίχως μνήμη και πνευματικό νου, οδηγώντας τον τελικά στην αυτοκτονία. Την Άνοιξη του 1961 αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. 

ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΧΤΥΠΑΕΙ Η ΚΑΜΠΑΝΑ

[...] 
-Είθε ο Θεός να μας προστατεύσει εσένα κι'εμένα, όσον καιρό θα βρισκόμαστε μακριά ο ένας από τον άλλο. 
Ήταν πολύ θρήσκος κι'αυτό το είπε με ειλικρίνια κι'απλότητα. Όμως το μουστάκι του φαινόταν υγρό και τα μάτια του δακρυσμένα από τη συγκίνηση. 
Πολύ είχε στενοχωρεθεί μ'όλ'αυτά ο Ρόμπερτ Τζόρνταν: ο υγρός θρησκευτικός ήχος της προσευχής, το φιλί του πατέρα του που τον αποχαιρετούσε τούφερε την ψευδαίσθηση πώς είταν μεγαλύτερος από τον πατέρα του. 
Και λυπήθηκε για λογαριασμό του που με δυσκολία άντεχε στο χωρισμό." [...]



Αν Σέξτον (1928- 1974)
Μεγάλη ποιήτρια. Καλλονή. ΚΑταθλιπτικιά. Η "παρανοϊκή νοικοκυρά" μπλέκεται με το αμερικάνικο όνειρο και την κατάρα του αιώνα. Από την μία παντρέυεται και απομονώνεται στα αμερικάνικα προάστεια, προσκολλημένη με τις μικροαστικές υποχρεώσεις της και από την άλλη η κατάθλιψη την ταλαιπωρεί, επιδεινώνει τον ψυχικό και πνευματικό της κόσμο, την οδηγεί σε παραισθήσεις και σε εγκλεισμούς σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Μοναδική της διέξοδος η ποίηση. Από μικρή άλλωστε είχε δείξει την εξάρτησή της από την τέχνη. Μετά τα Ψυχιατρεία γράφει ξανά ποίηση. Η αλλόκοτη σχέση της με το Θεό διαφαίνεται στα γραπτά της. Την βασανίζει η μισανθρωπία της. Ίσως και να αγαπά κατά βάθος τον άνθρωπο υπερβολικά. Στα ποιήματά της έγραψε για θέματα που εκείνη την εποχή ήταν ταμπού: κακοποίηση και ταπεινώσεις στην παιδική ηλικία, έκτρωση, αυνανισμός, εμμηνόροια, μοιχεία, μείωση της ερωτικής επιθυμίας μέσα στο γάμο, επιθυμία για θάνατο, αυτοκτονία. Είχε ένα ταλέντο στο να ξεθάβει καταχωνιασμένα αισθήματα, βαθιά δαιμονοποιημένα- κάτι που ίσως να φταίει και για την κόντρα που είχε με την μητέρα της (και η ίδια συγγραφέας). Είναι πραγματικό ταλέντο για έναν καλλιτέχνη να μπορεί να παρουσιάζει κάτι ωμά, ψυχρά, δίχως τον φόβο της κοινωνικής επίκρισης και αποξένωσης. Δίχως συναισθηματικούς περιορισμούς. Το 67 λαμβάνει βραβείο Πούλιτζερ για την συλλογή ποιημάτων της "Live or Die". Σπάνιο για τους ευνουχισμένους ακαδημαϊκούς να δώσουν το βραβείο στην ώρα τους. Παραλίγο δηλαδή, διότι το 1974, σε ηλικία 46 ετών, η Αν Σέξτον έπειτα από πολλές κουραστικές νοσηλείες, ζητάει διαζύγιο από τον άντρα της, αποτραβιέται από την κοινωνία και αυτοκτονεί μέσα στο αυτοκίνητό της. 

Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

[...] Η Ωραία Κοιμωμένη 
υπέφερε από αϋπνίες...
Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
ή να κοιμηθεί κανονικά
χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
ο φαρμακοποιός της αυλής
και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα. 
Αν είναι να 'ρθει ο ύπνος, έλεγε, 
θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
καθώς γελώ ή χορεύω
ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου. 
Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
Τα μάτια της καμμένα απ' τα τσιγάρα,
την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος. 

Δεν πρέπει να κοιμηθώ
γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
και νομίζω ότι πεθαίνω. 
Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
σαν παιδικός βόλος. 
Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα. 
Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
ούτε που θα κουνηθώ. 
Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης. 
Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες. 
Μπορείς να την απιθώσεις σ' ένα μνήμα,
ένα απαίσιο πακέτο, 
και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”. 

Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
τα μάτια της θ' ανοίξουνε διάπλατα
και θα φωνάξει: 
“Μπαμπά! Μπαμπά!”

Και - ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της. [...]



Σάρα Κέιν (1971- 1999)
Όταν την αποκαλούσαν καταθλιπτικιά, αρνούνταν τον χαρακτηρισμό αυτόν κατηγορηματικά. Όπως έλεγε και η ίδια, δεν θεωρούσε τα έργα της καταθλιπτικά, σοκαριστικά, ούτε τους έλειπε η ελπίδα. Χαρακτηρίστικε από διάφορους κριτικούς ως μια γλωσσού χωρίς ίχνος θεατρικότητας. Εκείνη πάλι περιφρόνησε τα Ακαδημαϊκά ανθρωπάρια, πετώντας την ακαδημαϊκή καριέρα της στο πρόσωπο τους. Δημιούργησε ένα θρασύ άμεσο θέατρο. Ξεμπρόσταζιε τα υποκείμενα που υποδύονταν και αυτά με την σειρά τους ξεμπρόστιαζαν την κοινωνία. Τα έργα της είναι ποτισμένα με τη βία, πότε λεκτική, πότε σωματική. Στα έργα της αντικατοπτρίζει την παραμορφωμένη- ούτως ή άλλως- κοινωνία, με την ωμή και σαδιστική πραγματικότητα που της αξίζει. Δεν υπάρχουν θύτες- θύματα, καλοί- κακοί. Όλα μεταλάσσονται υπό το πρίσμα της εκάστοτε ηθικής. Το έργο της "4.48 Ψύχωση" είναι από τα τελευταία της, λίγο πριν δώσει ένα τέλος στη ζωή της, το οποίο είναι ένα ψυχολογικό παραλήρημα ενός προσώπου λίγο πριν την αυτοκτονία. Στο έργο αυτό κυριαρχούν οι πολλές εσωτερικές φωνές και το χριστιανικό στοιχείο. Βρέθηκε κρεμασμένη από τα κορδόνια των παπουτσιών της, σε μπάνιο ενός νοσοκομείου στο Λονδίνο, όπου νοσηλευόταν μετά από λήψη υπερβολικής δόσης φαρμάκων σε μία προσπάθειά της να δώσει τέλος στη ζωή της.

4.48 Ψύχωση

Προφήτευσε το παρελθόν και άλλαξε τον κόσμο 
με μια ασημένια έκλειψη
το μόνο μόνιμο η καταστροφή

όλοι θα εξαφανιστούμε
πασχίζοντας να αφήσουμε ένα χνάρι πιο μόνιμο από τον 
εαυτούλη μου



Σίλβια Πλαθ (1932-1963)
Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναφερόμουν στο πρόσωπό της... Η ίδια η λέξη αυτοχειρία βρίσκει μια πολύ ένθερμη υποστηρίκτρια στη Σ. Πλαθ, το ίδιο και η ποίηση του 20ου αιώνα. Παθιασμένη με τη συγγραφή και την ποίηση, κυνηγά τα όνειρά της, ο τίτλος της καλύτερης συγγραφέα είναι η χίμαιρά της. Μέχρι τα 20 έχει δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά πλήθος διηγημάτων. Και γιατί όχι, άλλωστε; Έχει όλες τις προδιαγραφές... Μία από τις καλύτερες μαθήτριες, κερδίζει υποτροφία για το Κολέγιο Σμιθ στη Μασαχουσέτη, συντάκτρια στα εφηβικά της χρόνια, βραβευμένη διηγηματογράφος. Παρόλα αυτά η αυτοκαταστροφή που έχει φωλιάσει μέσα της, αυτή η εμμονή- θα λέγαμε- με την αυτοκτονία, σα να ήθελε να αποδείξει κάτι, θα της χτυπήσει την πόρτα στα 20 της χρόνια. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Νοσηλεύθηκε και μετά κλείστηκε σε ψυχιατρική πτέρυγα. Θα γράψει τον "Γυάλινο Κώδωνα", ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγει το περίπλοκο νήμα των σκέψεων και των εμπειριών της: την απόπειρα, το Ψυχιατρείο, τα ηλεκτροσόκ. Η γνωριμία της με τον ποιητή Τεντ Χιουζ θα της δημιουργήσει πολλά σκαπανεβάσματα στην ψυχολογία της. Εξ αρχής πιο "πετυχημένος" και αναγνωρισμένος ο Τ. Χιουζ, πιο ισορροπημένος, πιο λογικός, την εγκαταλείπει με δυο παιδιά. Εκείνη γράφει ασταμάτητα ποίηση. Εκδίδει συλλογές. Παρόλα αυτά η φτώχεια δεν την εγκαταλείπει. Αυτή και τα παιδιά της είναι η μοναδική ασχολία της. Και η ποίηση φυσικά. Η φυγή του Χιουζ και η φανερή του σχέση με Εκείνην, την Άσια, την καταρρακώνει. Γενναία και οξυδερκής έγραφε: 
"Αγαπητέ γιατρέ: Νιώθω πολύ άρρωστη. Εχω μια καρδιά στο στομάχι μου που πάλλεται και κοροιδεύει. Ξαφνικά οι απλές τελετουργίες της ημέρας αρνούνται να προχωρήσουν, σαν πεισματάρικο άλογο. Γίνεται αδύνατο να κοιτάξω ανθρώπους στα μάτια: μπορεί να ξεχειλίσει και πάλι η σαπίλα; Ποιος ξέρει. Οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων γίνονται ανυπόφορες.
Η εχθρότητα αυξάνεται, επίσης. Αυτό το επικίνδυνο, θανάσιμο δηλητήριο που προέρχεται από μια άρρωστη καρδιά. Αρρωστο μυαλό επίσης. Η εικόνα της ταυτότητας, την οποία παλεύουμε κάθε μέρα να αποτυπώσουμε στον ουδέτερο ή εχθρικό κόσμο, καταρρέει εκ των έσω".
Τον Φεβρουάριο του 1962 μόνη και άρρωστη αυτοκτονεί, αφού έχει φροντίσει να εκδόσει τον "Γυάλινο Κώδωνα". Η αυτοκτονία της είναι μια μυσταγωγική τελετουργία: Καθαρίζει όλο το σπίτι πρώτα, βάζει τα παιδιά τους για ύπνο, τους ετοιμάζει το πρωινό, κλείνει και απομονώνει το παιδικό δωμάτιο με την κουζίνα, τοποθετώντας μονωτικές ταινίες και πανιά στην πόρτα, για να τα προστατέψει,  κι έπειτα ήρεμα, με αργές κινήσεις θα κάτσει μπροστά από την κουζίνα, βάζοντας το κεφάλι της πάνω της, ανοίγοντας όλους τους διακόπτες του γκαζιού. Όλα ήταν τέλεια προσεγμένα, σχολαστικά σχεδιασμένα και η ίδια έτοιμη παντελώς να αυτοκτονήσει δίχως καμία πιθανότητα αποτυχίας. 
Έξι χρόνια αργότερα, η Άσια αυτοκτονεί. 
Το ειρωνικό της υπόθεσης βρίσκεται σ'αυτούς τους αυτοδημιούργητους λογοτεχνο-φανφαρόνους που μοιράζουν δίχως νόημα από δω κι από κει βραβεία καθυστερημένα... 19 χρόνια αργότερα θα της χαρίσουν το βραβείο Πούλιτζερ. Μα πλέον δεν έχει καμία σημασία. Η Σ. Πλαθ ούτε που θα μπορούσε να το φανταστεί ποτέ. 

ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ 

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι
Που μ αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα
Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,
Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.
Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο
Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια
Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου
Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα  στο ασέλωτο άλογό μου
Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.
Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.



Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (1893-1930)
Φουτουριστής ποιητής που μεγάλωσε στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο ίδιος μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού κόμματος.Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε σε κελί της φυλακής. Η φυλακή ήταν μια από τις συνηθισμένες και τυπικές του επισκέψεις, λόγω των ανατρεπτικών δράσεών του. 
Με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης υπηρέτουσε όπως γνώριζε εκείνος καλύτερα το νέο καθεστώς- με τα ποιήματά του ("Ωδή στην Επανάσταση", "Αριστερή Πορεία" κ.ά.). Η ελεγεία του των 3.000 λέξεων για το θάνατο του Λένιν δεν πέρασε απαρατήρητη. Η επανάσταση όμως δεν μονοπωλούσε το μυαλό του. Μεγάλο κομμάτι της ζωής του το αφιέρωσε στον έρωτα. Περίπλοκες σχέσεις, πολυγαμικός και απελπισμένος, ερωτεύσιμος και ερωτευμένος. Από τις ΗΠΑ και την Γαλλία μέχρι τη γενέτειρά του, τη Ρωσία είχε αφήσει το ερωτικό του στίγμα. Το έργο του επικρίθηκε από τους σύγχρονους ποιητές και από φίλους του. Στα τελευταία του χρόνια αφιερώνεται στο θέατρο. Έγραψε δύο θεατρικά έργα (Κοριός, Λουτρό), στα οποία κριτίκαρε εμφανώς το σοβιετικό σύστημα υπό τον Ιωσήφ Στάλιν, γεγονός που εξηγεί γιατί και οι δύο θεατρικές του απόπειρες στάθηκαν αδύνατον να διαδοθούν και να επιτύχουν. Πιο συγκεκριμένα η αποτυχία του έργου "Λουτρό", τον έφθιρε ψυχικά πολύ, σε συνδυασμό με τις ερωτικές του απογοητεύσεις και την ιδεολογική σύγγρουση με τον Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, που ήταν και το τελειωτικό του χτύπημα. 
Το απόγευμα του 1930 αυτοπυροβολήθηκε.
Το σημείωμα του Μαγιακόβσκι λίγο πριν το θάνατό του έγραφε:

"Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατό μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με - αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.
Λιλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλή Μπρίκ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ΄ ευχαριστώ.
Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρίκ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν
Όπως λένε
"Το επεισόδιο έληξε"
η βάρκα του Ερωτα
συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα
Εχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή
Πρός τι λοιπόν η απαρίθμηση
των αμοιβαίων πόνων
των συμφορών
και των προσβολών.
Νάστε ευτυχισμένοι".

Βέβαια, καλό θα ήταν να γράψουμε και την άλλη εκδοχή, την πιο σκοτεινή, την πιο βρώμικη που κάθε καθεστώς ολοκληρωτισμού διέπει: μετά το θάνατο του Στάλιν, για λίγο καιρό τριγύρναγε η φήμη ότι ο Β. Μαγιακόφσκυ δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε από τα τσιράκια του Στάλιν. 


"Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών."


Τσέζαρε Παβέζε (1908-1950)
Ποιητής, μυθιστοριογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής. Από τους σημαντικότερους του 20ού αιώνα στη χώρα του, την Ιταλία. Η Ιταλία που γέννησε το φασισμό. Κι εκείνος φανατικός αντιφασίστας, συνελήφθη για την κατοχή πολιτικών επιστολών, εστάλη στην εξορία, στη Νότιο Ιταλία, μαζί με άλλους σημαντικούς λογοτέχνες της γενιάς του, πολεμήθηκε και πολέμησε το καθεστώς με κάθε μέσο. Το άσθα που είχε από μικρός τον γλίτωσε από τον φασιστικό στρατό στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλα αυτά εισχώρησε ως το μεδούλι του ο μάταιος αυτός πόλεμος, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ιταλία. Οι χαρακτήρες στα έργα του είναι μοναχικοί άνδρες, έχοντας επιφανειακές σχέσεις με τους συνανθρώπους τους, μισάνθρωποι κατ'ανάγκη, πληγωμένοι και προδομένοι από ιδανικά και φίλους. Η ερωτική απογοήτευση που είχε από την Constance Dowling και η πολιτική απομυθοποίηση τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Πέθανε στο Τορίνο, σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό από μεγάλη δόση βαρβιτουρικών το 1950. Ξένος μέσα σε ξένους, μέσα στην πόλη που είχε γεννηθεί. 

Θα'ρθει ο θάνατος και θα'χει τα μάτια σου
(μετάφραση: Α. Τραϊανός)

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.
Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.


Στιγκ Ντάγκερμαν
"Όσο για μένα, εγώ παγιδεύω την παρηγοριά όπως ο κυνηγός παγιδεύει το θήραμά του. Τραβώ παντού, όπου πιστεύω πως θα την αντιληφθώ μέσα στο δάσος. Συχνά δεν συναντώ παρά το κενό, μα, μια στις τόσες, κάποιο θήραμα πέφτει στα πόδια μου. Και, καθώς γνωρίζω ότι η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου, βιάζομαι ν’ αδράξω το σφάγιο. Τι έχω, λοιπόν, μέσα στα χέρια μου επειδή είμαι μόνος: μια γυναίκα αγαπημένη ή έναν σύντροφο στο ταξίδι της δυστυχίας." 
Το τελευταίο έργο του Σ. Ντάγκερμαν λίγο πριν αυτοκτονήσει ο Σουηδός συγγραφέας μέσα στο αυτοκίνητό του (1954). Κάποιος θα πει ότι η αυτοκτονία ενός Σουηδού (και μάλιστα λογοτέχνη!) δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Κι όμως για τη Σουηδία το να χάσει έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της ήταν, ήταν ένα ξαφνικό- ακαριαίο πλήγμα στην λογοτεχνική κοινότητα.