Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Γ' Ποιητικός Διαγωνισμός ΕΛΙΚΩΝ

(Τα αναφέρω όλα μαζί, γιατί ο χρόνος είναι ύπουλος...)

Tο περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ, το βιβλιοπωλείο/εκδόσεις Σύγχρονη Έκφραση και το viotia.blogspot.gr προκηρύσσουν τον 3ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ, που φέτος είναι αφιερωμένος στον Κ.Π. Καβάφη με αφορμή τα εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Οι όροι είναι οι ακόλουθοι:

1.Στο διαγωνισμό μπορούν να συμμετάσχουν Ελληνίδες και Έλληνες ανεξαρτήτως ηλικίας, γραμματικών γνώσεων, επαγγελματικών ασχολιών κ.λπ. είτε κατοικούν στην Ελλάδα και Κύπρο είτε διαμένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, εφόσον έχουν την ελληνική ή κυπριακή υπηκοότητα και μπορούν να γράφουν στη νεοελληνική  γλώσσα.

2. Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό θα πρέπει να στείλουν ένα (1) αδημοσίευτο ποίημά τους (κι όχι περισσότερα του ενός ποιήματα με διαφορετικά ψευδώνυμα), θέματος της επιλογής τους. Διευκρινίζεται ότι το ποίημα που θα σταλεί ΔΕΝ πρέπει να έχει λάβει μέρος σε άλλο Διαγωνισμό.

3. Ο αποστολέας θα χρησιμοποιήσει το ίδιο ψευδώνυμο τόσο για την αποστολή όσο και για την υπογραφή του ποιήματος. Στο φάκελο που θα εμπεριέχει το ποίημα θα αναγράφεται το ψευδώνυμο του αποστολέα. Στον ίδιο όμως φάκελο θα τοποθετηθεί ένας μικρότερος, στο εσωτερικό του οποίου θα αναγράφονται τα πραγματικά στοιχεία του ποιητή (ονοματεπώνυμο, γραμματικές γνώσεις, επάγγελμα, διεύθυνση κατοικίας και αριθμοί τηλεφώνου: σταθερό και κινητό). Οι μικροί φάκελοι εκείνων που ΔΕΝ θα διακριθούν ΔΕΝ θ´ ανοιχτούν. Έτσι, θα παραμείνει μυστική η συμμετοχή τους. Χρησιμοποιώντας όμως, οι ενδιαφερόμενοι τα ψευδώνυμά τους, θα τους ανακοινώνεται ο συνολικός αριθμός των μορίων, που έλαβε το ποίημά τους και από τους 4 κριτές.

4. Το ποίημα, που θα σταλεί, για συμμετοχή στο Διαγωνισμό, θα πρέπει να είναι πληκτρολογημένο με Η/Υ ή δακτυλογραφημένο και απαραιτήτως σε έξι (6) πανομοιότυπα αντίτυπα (καλής, ευανάγνωστης εκτύπωσης), υπογεγραμμένα όλα με το ίδιο ψευδώνυμο. Ο φάκελος θα σταλεί με συστημένη ή απλή επιστολή στη Διεύθυνση: Βύρωνος 19 Λιβαδειά 32100, με την ένδειξη Περιοδικό ΒΟΙΩΤΙΑ Συμμετοχή στον 3ο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ.

5. Η Επιτροπή κρίσης του Διαγωνισμού θα αποτελείται από 4 ανθρώπους των γραμμάτων. Η βαθμολόγηση θα γίνει από το 1 έως το 20. 

6. Θα απονεμηθούν τρία (3) βραβεία και τρεις (3) έπαινοι (Α’, Β’ και Γ’).
Τα 3 πρώτα βραβεία συνοδεύονται από χρηματικά έπαθλα ως εξής: 
1ο Βραβείο: 1000 ευρώ 
2ο Βραβείο 300 ευρώ 
3ο Βραβείο: 200 ευρώ
Το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών βραβείων είναι χορηγία της εταιρείας ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ Α.Ε. που ανήκει στον Ομιλο Μυτιληναίος. 
Οι 3 έπαινοι θα συνοδεύονται από δώρα/βιβλία. Διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις ισοψηφιών τα βραβεία, χρηματικά έπαθλα και έπαινοι θα μοιράζονται ισομερώς. Στον καθένα που θα διακριθεί είτε με βραβείο είτε με έπαινο θα του απονεμηθεί τιμητικό - ονομαστικό δίπλωμα καλλιτεχνικά εκτυπωμένο.

7. Θεσπίζεται και τέταρτο βραβείο (με χρηματικό έπαθλο 300 ευρώ) για ένα ποίημα με θέμα τη Λιβαδειά ή τη Βοιωτία εν γένει. Το βραβείο αθλοθετεί ο Σύλλογος Οι Φίλοι Του ΞΕΝΙΑ Λιβαδειάς. Για αυτόν τον κλάδο του 3ου διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ οι συμμετέχοντες θα αποστείλουν και δεύτερο ποίημα (εκτός του πρώτου για τη συμμετοχής τους στον κύριο 3ο διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ) ή εφόσον επιθυμούν μόνο για αυτό το έπαθλο ποίημα με θέμα τη Λιβαδειά ή τη Βοιωτία. Και για το βραβείο τούτο θα ακολουθηθεί η ως άνω διαδικασία και θα κριθεί από τους 4 κριτές.

8. Ως τελευταία προθεσμία αποστολής, από τους ενδιαφερομένους, των συμμετοχών τους ορίζεται η 31 Δεκεμβρίου 2013. Οι ημερομηνίες της αποστολής θα εξακριβώνονται από τις σφραγίδες των ΕΛ.ΤΑ.

9. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν στις 21 Μαρτίου 2014, την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Τα βραβεία, οι έπαινοι και τα τιμητικά διπλώματα θα απονεμηθούν σε ειδική τελετή η οποία θα οργανωθεί και θα πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2014. Περισσότερες πληροφορίες, δίνονται στους ενδιαφερομένους, στο τηλέφωνο: 69 44 73 44 90.

Δ' Διαγωνισμός Διηγήματος "Αντώνης Σαμαράκης"

(Αντώνης Σαμαράκης)


Ο Δήμος Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας προκηρύσσει τον Δ’ Διαγωνισμό Διηγήματος  «Αντώνης Σαμαράκης». Στόχος του διαγωνισμού είναι να τιμηθεί η μνήμη του Αντώνη Σαμαράκη, του οποίου οι ρίζες καταγωγής ακουμπούν στο Μορφοβούνι, έδρα του Δήμου Λίμνης Πλαστήρα. Επίσης να δοθεί η δυνατότητα ανάδειξης νέων  συγγραφέων μέσα από το διήγημα και το γραπτό λόγο.
Ο διαγωνισμός, απευθύνεται σε όσους μετέχουν της Ελληνικής Παιδείας και γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας αρκεί η ηλικία τους να μην ξεπερνά το 45ο έτος  (γέννηση 1967 και εντεύθεν).
Οι υποψήφιοι μπορούν να συμμετέχουν με ένα μόνο διήγημα το οποίο να μην έχει ποτέ δημοσιευθεί. Το καθένα, καλό θα είναι να μην ξεπερνά τις 2.000 – 2.500 λέξεις. Το θέμα είναι ελεύθερο.
Τα διηγήματα που θα ξεχωρίσουν, θα δημοσιευτούν σε ειδική Ανθολογία, που θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο «Καστανιώτης». Για την συγκεκριμένη έκδοση οι συγγραφείς παραχωρούν αυτοδίκαια στους οργανωτές τα πνευματικά τους δικαιώματα.
Σε κάθε διακριθέντα θα απονεμηθεί και ειδικό αναμνηστικό τιμητικής διάκρισης.

Επίσης:
Στον 1ο διακριθέντα θα απονεμηθεί και χρηματικό βραβείο 1.500,00 €
Στον 2ο διακριθέντα θα απονεμηθεί  και χρηματικό βραβείο 1.000,00 €
Στον 3ο διακριθέντα θα απονεμηθεί  και χρηματικό βραβείο   500,00 €

Στους επόμενους 3 διακριθέντες ειδικός έπαινος.
Και όσον αφορά στους 16 πρώτους διακριθέντες,  τα διηγήματά τους θα συμπεριληφθούν στην Ανθολογία η οποία θα εκδοθεί.
Τα διηγήματα υποβάλλονται ταχυδρομικά προς το Δήμο Λίμνης Πλαστήρα. Ταχ. Δ/νση: Μορφοβούνι Καρδίτσας, Τ.Κ. 43100, με την ένδειξη «Για τον Δ’ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Αντώνης Σαμαράκης».  Τελευταία ημέρα κατάθεσης ορίσθηκε η 30η Σεπτεμβρίου  του 2013, με αποδεικτικό στοιχείο τη σφραγίδα του Ταχυδρομείου.
Τα διηγήματα υποβάλλονται δακτυλογραφημένα σε επτά (7) αντίτυπα. Κάτω απ’ τον τίτλο του διηγήματος αναγράφεται υποχρεωτικά  ψευδώνυμο του συγγραφέα. Μέσα στο φάκελο αποστολής πρέπει να υπάρχει δεύτερος κλειστός φάκελος αλληλογραφίας, που εξωτερικά θα φέρει το ψευδώνυμο. Μέσα είναι τα πραγματικά στοιχεία όπως: όνομα – επώνυμο - πατρώνυμο, έτος και τόπος γέννησης, διεύθυνση μόνιμης κατοικίας, επικυρωμένη φωτοτυπία δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, τηλέφωνα επικοινωνίας και e-mail. Οι φάκελοι με τα πραγματικά στοιχεία θα ανοιχθούν μόνο στην περίπτωση διάκρισης του διηγήματος.
Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η βράβευση θα γίνει σε ειδική πανηγυρική εκδήλωση, στο Πολιτιστικό Κέντρο «Αντώνης Σαμαράκης» Μορφοβουνίου  Καρδίτσας στις αρχές του 2014.
Για τυχόν άλλες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στο Διαδίκτυο, στη Δ/νση: www.ota-plastiras.gr. Για επικοινωνία με την Οργανωτική Επιτροπή στο ηλεκτρονικό μας ταχυδρομείο ( logos.samarakis@gmail.com), ή στo τηλέφωνο  24413.52208   κ. Στέλλα Κορομπίλια.

Διαγωνισμός Διηγήματος - "Ιστορίες της πόλης της Λάρισας"



Οι Εκδόσεις iWrite, στο πλαίσιο της γνωριμίας τους με τους αναγνώστες και τους συγγραφείς της πόλης της Λάρισας, προκηρύσσουν διαγωνισμό διηγήματος. Προσκαλούμε όλους τους συγγραφείς ανεξαρτήτως ηλικίας, ερασιτέχνες και μη, να μας στείλουν ένα διήγημα με φόντο την πόλη της Λάρισας. Μοναδικός θεματικός περιορισμός είναι το διήγημα να εκτυλίσσεται στην πόλη, ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου από την ίδρυση της μέχρι σήμερα. Τέλος, το διήγημα μπορεί να είναι φανταστική ή πραγματική ιστορία και δύναται να ανήκει σε όλα τα λογοτεχικά είδη (ερωτικό, τρόμου, μυστηρίου, φαντασίας κ.λπ.). 
Σκοπός του διαγωνισμού είναι η προώθηση του πολιτισμού της πόλης, μέσα από την εμπειρία της συγγραφής και της διηγηματικής εξιστόρησης.Τα βραβευμένα διηγήματα θα συμμετάσχουν σε μία συλλεκτική έκδοση βιβλίου, το οποίο θα παρουσιαστεί κατά τη βράβευση των συγγραφέων στην Λάρισα. 
Οι Εκδόσεις iWrite πιστεύουν στον σύγχρονο Έλληνα συγγραφέα και απώτερος στόχος τους είναι η ανάδειξη νέων λογοτεχνικών ταλέντων της πόλης.

Λεπτομέρειες Διαγωνισμού

Διάρκεια
Ως ημερομηνία λήξης του διαγωνισμού ορίζεται  η 20η Σεπτεμβρίου του 2013.

Αποστολή διηγημάτων
Οι συγγραφείς μπορούν να αποστείλλουν το έργο τους ηλεκτρονικά στη διεύθυνση alex2013@iwrite.gr ή σε ψηφιακό αρχείο (σε cd κ.λπ.) στη διεύθυνση Μαλέας 11, Άνω Πόλη, Τ.Κ. 54 634, Θεσσαλονίκη.
Οι αποστολές των διηγημάτων πρέπει πάντα να γίνονται με την ένδειξη “Για τον Διαγωνισμό Διηγήματος Λάρισας 2013”. Επίσης, θα πρέπει πάντα να υπάρχει ως συνοδευτικό υλικό ένα βιογραφικό του συγγραφέα (έως 150 λέξεις), καθώς και στοιχεία επικοινωνίας του (τηλέφωνο, email κ.λπ.).

Κριτική Επιτροπή
Η αξιολόγηση των διηγημάτων στους διαγωνισμούς του iWrite γίνεται πάντα από ανεξάρτητους ανθρώπους του πνεύματος. Η κριτική επιτροπή για τον εν λόγω διαγωνισμό αποτελείται από τους εξής:
1) Iσμήνη Κάκαλη (φιλόλογος - επιμελήτρια λογοτεχνικών κειμένων)
2) Μηνά Παπαγεωργίου (αρχισυντάκτης περιοδικού Φαινόμενα, Ελεύθερος Τύπος)
3) Στελίνα Μαργαριτίδου (δημοσιογράφος - συγγραφέας)

Βραβεία Διαγωνισμού
Πρώτο βραβείο: Έκδοση έργου στην Ελληνική γλώσσα από τις Εκδόσεις iWrite.
Δεύτερο βραβείο: Υποτροφία αξίας 400 ευρώ για έκδοση βιβλίου από  τις Εκδόσεις iWrite.
Τρίτο βραβείο: Υποτροφία αξίας 200 ευρώ για έκδοση βιβλίου από  τις Εκδόσεις iWrite.
Όλοι οι συγγραφείς που θα συμμετάσχουν στον διαγωνισμό, ανεξαρτήτως βράβευσης ή όχι, θα λάβουν ειδική υποτροφία από τις Eκδόσεις iWrite της τάξεως του 20% για την κάλυψης των εξόδων έκδοσης του έργου τους.
Τέλος, θα δοθούν τιμητικοί έπαινοι διάκρισης σε διηγήματα που θα ξεχωρίσουν.

Όροι συμμετοχής
Τα διηγήματα θα πρέπει να είναι γραμμένα στην Ελληνική γλώσσα.
Τα διηγήματα θα πρέπει να έχουν τίτλο, να έχουν έκταση μεταξύ 1.000 και 2.500 λέξεων και να συνοδεύονται από βιογραφικό του διαγωνιζομένου. Επιπλέον, απαραίτητη είναι η αποστολή στοιχείων επικοινωνίας με τον συγγραφέα (τηλέφωνο, διεύθυνση email κ.λπ.).
Οι διαγωνιζόμενοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής με περισσότερα από ένα διηγήματα.
Οι διαγωνιζόμενοι αναλαμβάνουν την ευθύνη σχετικά με την πατρότητα του διηγήματος τους.
Οι διαγωνιζόμενοι με την αποστολή του έργου τους για συμμετοχή στο διαγωνισμό, αναγνωρίζουν την κριτική επιτροπή ως έχει και σέβονται τις αποφάσεις της, οι οποίες είναι οριστικές και αμετάκλητες και θα δημοσιευτούν στην επίσημη ιστοσελίδα των Εκδόσεων iWrite μετά το πέρας του διαγωνισμού.
Οι διαγωνιζόμενοι εκχωρούν στους διοργανωτές, στην περίπτωση που επιλεγούν από την κριτική επιτροπή για τη συμμετοχή τους στη συλλογική έκδοση, το δικαίωμα για δημοσίευση του διηγήματος τους σε βιβλίο που θα εκδοθεί από τις Εκδόσεις iWrite.gr και θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά σε ειδικό χώρο στην Λάρισα. Ο ακριβής τόπος και χρόνος όπου θα πραγματοποιηθεί η βιβλιοπαρουσίαση, καθώς και η απονομή των βραβείων, θα ανακοινωθεί από την επίσημη ιστοσελίδα των των Εκδόσεων iWrite  (http://iwrite.gr/) μετά το πέρας του διαγωνισμού.
Οι διοργανωτές διατηρούν το δικαίωμα να μεταβάλουν τις ημερομηνίες ή να ματαιώσουν τον διαγωνισμό, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο.
Οι νικητές του διαγωνισμού αποδέχονται πως δεν θα λάβουν οικονομικό αντάλλαγμα από την πώληση της συλλογικής έκδοσης του έργου που θα συμμετάσχουν. Όσοι από τους νικητές προχωρήσουν σε έκδοση ενός ολοκληρωμένου έργου τους με τις Εκδόσεις iWrite.gr (μετά το πέρας του διαγωνισμού και της κυκλοφορίας της συλλογικής έκδοσης των διηγημάτων) θα κληθούν να υπογράψουν συμβόλαιο έκδοσης κάποιου ολοκληρωμένου έργου τους με όλες τις μόνιμες συγγραφικές απολαβές που δικαιούνται.
Το 10% των κερδών από τις πωλήσεις της συλλογικής έκδοσης θα σταλεί ως βιβλία σε επιλεγμένες βιβλιοθήκες της πόλης.
Η συμμετοχή αυτόματα σημαίνει την πλήρη αποδοχή των παραπάνω όρων, καθώς και των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού από την ορισθείσα κριτική επιτροπή.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Πολυδούρη Μ. - Στον Κήπο του Ζαππείου



Ποιὰ μοίρα νὰ μοῦ ἑτοίμασε τὸ πέρασμα,
ποιὸ πνεῦμα μ᾿ ἔχει πάρει,
τὴ νύχτα ἀπόψε τὴ φθινοπωριάτικη
μ᾿ ἕνα μεγάλο θλιβερὸ φεγγάρι.

Στὸν κῆπο τοῦ Ζαππείου, φωλιὰ τοῦ ἔρωτα;
Ἐγὼ μία σκιὰ ποὺ σέρνεται στὸ χῶμα,
ἕνα φύλλο ποὺ πιὰ τὴ ρίζα του ἔχασε
καὶ ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος ἀκόμα.

Ἔρημα τὰ δρομάκια, ἔρημοι οἱ πάγκοι του.
Τὸ σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
ἀμφίβολα. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐφύγανε
οἱ ἐρωτευμένοι.

Ἐδῶ ἕνας νέος σκυθρωπὸς ἑτοίμαζε
κάποια χαρὰ στὴν παθιασμένη ζωή του.
Φιλοῦσε ἑνὸς μικροῦ χεριοῦ τὰ δάχτυλα
μεθοῦσεν ἡ συλλοή του.

Ἐκεῖ, κάποιος ποτὲ ποὺ δὲν ἐπίστεψε
ζητᾶ ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα χείλη
τὸ μάταιον ὅρκο. Πόσο πιὸ καλλίτερα
νἄτανε σιωπηλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφίλει.

Ἐδῶ, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο μάρμαρο
εἶχε καθήσει ἡ κόρη
κ᾿ ἕνας ἄντρας ξανθὸς σὰν ἥλιος, τὸ εἴδωλο
τῆς ἀγάπης ἐθώρει.

Κάποιος, μέσ᾿ στὶς σκιὲς ποὺ ὅλο βαθαίνουνε,
ἕνας θεὸς ποὺ ἐξιλασμὸ ζητοῦσε,
μιᾶς παρθένας τὸ σῶμα ξέσκεπο ἅπλωσε
καὶ τῆς νύχτας τὰ πνεύματα καλοῦσε.

Στὸν πάγγο ποὺ τὸ βάρος τὸν γονάτισε
τὸν ἔδειρε μία τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυὸ ψυχὲς ποὺ ἀρρώστησαν
καὶ δὲν τοὺς δίνει ἡ ἀγάπη τους χαρὰ καμμία.

Τόσα φιλιὰ καὶ κρυφοαναστανέγματα
σὲ μία στιγμὴ πὼς σβήσαν!
Τὸ ἀγέρι τοῦ φθινόπωρου δυνάμωσε
κ᾿ οἱ ἐρωτευμένοι φύγαν καὶ μ᾿ ἀφῆσαν.

Νά, μόλις φύγαν. Μένει ἀκόμα τὸ ἄρωμα
τριγύρω ἐδῶ χυμένο.
- Καὶ γὼ μία σκιὰ ποὺ δὲ θὰ μὲ ὑποψιάζονταν
κανείς, τί θέλω ἐδῶ, τί μένω;



Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Albert Camus, Ο Ξενος

” Τότε σκέφτηκα ότι έπρεπε να φάω για βράδυ.

Έκλεισα το παράθυρο μου και γυρίζοντας είδα μέσα στον καθρέπτη μιαν 
άκρη του τραπεζιού όπου η λάμπα οινοπνεύματος γειτόνευε με κάτι κομμάτια
ψωμί. Σκέφτηκα ότι ήταν κι αυτή μια Κυριακή τραβηγμένη απ’ τα δόντια, ότι
η μαμά ήταν τώρα θαμμένη, ότι θα ξαναπήγαινα στη δουλειά, κι ότι, τελικά, 
δεν έχει αλλάξει τίποτα. 

Το βράδυ ήρθε και με βρήκε η Μαρί και με ρώτησε αν ήθελα να την
παντρευτώ. Είπα ότι μου ήταν αδιάφορο κι ότι θα μπορούσαμε να το κάναμε
 αν ήθελε.

Τότε ήταν που όλα σα να τρεμόσβησαν. Η θάλασσα έφερε μια πνοή πυκνή και 
διάπυρη. Μου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε ολόκληρος πέρα ως πέρα για να 
πέσει μια βροχή από φωτιά. Ολόκληρη η ύπαρξη μου τεντώθηκε κι έσφιξα 
σπασμωδικά το χέρι μου πάνω από το περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, 
άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάνης, κι εκεί, μέσα στον κρότο τον ξερό 
μαζί κι υπόκωφο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι 
είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την έξοχη σιωπή μιας παραλίας
 όπου ήμουν ευτυχισμένος.  Τότε, τράβηξα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα
 κορμί ακίνητο όπου οι σφαίρες βυθιζόντουσαν χωρίς να φαίνεται τίποτα. Κι 
ήταν σα να χτυπούσα, με τέσσερις σύντομους χτύπους, την πόρτα της 
δυστυχίας.

Και στους έντεκα μήνες που κράτησε αυτή η ανάκριση, μπορώ να πω ότι 
απορούσα με τον εαυτό μου γιατί ποτέ δεν είχα χαρεί τόσο πολύ κάτι άλλο, 
όσο αυτές τις σπάνιες στιγμές όπου ο ανακριτής με συνόδευε ως την πόρτα 
του γραφείου του χτυπώντας με στον ώμο και λέγοντας μου με ύφος 
εγκάρδιο. “Τέλος για σήμερα, κύριε Αντίχριστε”.

Κι όμως, τον πρώτο καιρό που με φυλακίσανε, το πιο σκληρό ήταν ότι 
σκεφτόμουνα σαν ελεύθερος άνθρωπος.

Τότε κατάλαβα ότι ένας άνθρωπος που θα ‘χε ζήσει παρά μια και μοναδική 
ημέρα, θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να ζήσει εκατό χρόνια μέσα σε μια φυλακή.

“Ναι” βροντοφώναξε, “κατηγορώ αυτόν τον άνθρωπο ότι κήδεψε μια μητέρα 
έχοντας την καρδιά ενός εγκληματία”.

Για να φτάσουν όλα σε μια τελείωση, για να αισθάνομαι λιγότερο μόνος, δε 
μου μένει παρά να ευχηθώ να έρθουν πολλοί θεατές τη μέρα που θα 
εκτελεστώ και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους.”

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Μπράβος Χ. - Μήκος Χρόνου



Αργά... αργά να διαβάζετε Χρήστο Μπράβο. Ψιθυριστά να τον απαγγέλλετε. Με τις γροθιές σφιγμένες. Δίχως ρούχα- μονάχα με το χώμα απάνω. 



Στον Μιχάλη Γκανά

Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.
Εκείνος θα ‘ρχεται απ΄’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.
Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης.

(Ορεινό Καταφύγιο, 1983)

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Καγιάμ Ομάρ - Ποίηση και οίνος



Είναι σπουδαίο, πως ένας άνθρωπος από το παρελθόν μένει στην ιστορία για δύο- εκ διαμέτρου- αντίθετα πράγματα: τον άγνωστο αριθμό x και τα τετράστιχά του. Ο Πέρσης Ομάρ Καγιάμ- ή αλλιώς ο Βολτέρος της Ανατολής- έμεινε στην ιστορία της ποίησης για τα 500 ρουμπαγιάτ του και για το πόσο συνειδητά και ρεαλιστικά συνέδεσε τις απολαύσεις της ζωής, το αδιέξοδο του θανάτου με μία βαθύτερη φιλοσοφία. Πιο κάτω ακολουθούν μεθυστικά ρουμπαγιάτ, με θεματολογία την αδυναμία πολλών: το κρασί. 






Γιά νά γνωρίσω το μυστήριο τής ζωής
κούπας τα χείλη άγγιξα, πήλινης, φτωχιάς.
Χείλος στό χείλος μού ψιθύρισε : όσο ζείς
πίνε• τί σαν πεθάνεις δεν ξαναγυρνάς.


***

Το χθές την τρέλλα αυτής της μέρας ετοιμάζει,
την αυριανή σιωπή, απελπισία ή δόξα.
Πιές, τι δεν ξέρεις από πού ήρθες και γιατί.
Πιές, τι δεν ξέρεις γιατί φεύγεις και για πού.


***

Ενα ποτήρι με κρασί, θρησκείες χιλιάδες κάνει, 
και για της Κίνας τ’ αγαθά μια ρουφηξιά του φτάνει·  
όξω από σένα ρουμπινί κρασάκι μου δεν είναι  
στον κόσμο αυτόν άλλο ξινό, τόσο γλυκά να πιάνει.

***

Κάλλιο από νέο βασίλειο και μια γουλιά κρασιού παλιού· 
μην παίρνεις δρόμον άλλονε παρά το δρόμο του κρασιού· 
μια κούπα αξίζει κι εκατό του Φεριδούν βασίλεια·  
κάλλιο απ’ το στέμμα του Χοσρόη καπάκι τούβλινο σταμνιού!

***


Γνωστοί του ποτού οι κανόνες, κι ορίζουν: Ποιος πίνει;
Πότε και πόσο πίνει; Κι ακόµα: µε ποιον το κρασί του πίνει;
Αν τηρηθούν τα πιο πάνω, δίχως άλλο φέρνουνε γούρι,
Ότι σηµάδι σωφροσύνης το ποτό• και στου ποτέ το ποτέ οδύνη.

***

Κι αν µόνο µ’ ένα τούβλο µετριόταν όλο µου το βιο,
Θα τό ’δινα ποτήρι να γιοµίσω µες σε κρασοπωλειό.
Κι αύριο πού θα βρω ψωµί; Σκούφια και ρούχο θα σκοτώσω.
∆εν τα ύφανε δα µε τα χέρια της καµιά θεά στον αργαλειό!

***

∆ίχως µέθης τσαµπί, παρά τσακιστό δεν αξίζ’ η ζωή.
∆ίχως λύρας σκοπούς, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.
Κι όσο πιο µακριά σε τούτο τον κόσµο βρεθώ,
∆ίχως κρασί κι ηδονή, τσακιστό δεν αξίζει παρά η ζωή.

***

∆εν πίνω το κρασί γιατί λατρεύω το κρασί.
∆εν πίνω για να µπω στης έκλυτης ζωής το βούρκο.
Πίνω για ν’ αναπνεύσω έξ’ από µένα µια στιγµή.
Εξ’ από µένα να βρεθώ• για τούτο πίνω το κρασί.

***

Έσφιξ' αχόρταγα τα χείλια μου ρωτώντας το ποτήρι
μη θα μπορούσα τάχα να γυρέψω τ' άγουρά μου χρόνια.
Και κείνο μουρμουρίζει σφίγγοντας τα χείλια στα δικά μου:
«Πιες άλλη μια γουλιά. Δέν έχει γυρισμό αυτός ο δρόμος».

***

Αφού κανείς μας δεν μπορεί
το αύριο να τ’ ορίσει
γλέντα τη δόλια σου καρδιά
που η αγάπη βασανίζει.

Με το φεγγάρι πιες κρασί
γιατί κι αυτό τ’ αστέρι
θα ψάχνει αύριο να μας βρει
μ’ άδικα θα γυρίζει.

(Τους στίχους του Ο. Καγιάμ έχει χρησιμοποιήσει ο Θ. Παπακωνσταντίνου ντύνοντας υπέροχα τραγούδια)

***

Διαβαίνει η ζωή μας και πάει
και ρωτάς τι `ναι η Βαγδάτη
το κρασοπότηρο γιομίζει
αν είναι γλυκά θα νοιαστούμε ή πίκρα.

Άσπρο πάτο και μετά από μας
καλά να ξέρεις το φεγγάρι
τον ανοιχτό του κύκλο
θα γράφει σταθερά.

Πολύ μακρυά απ’ το στόχο μας πέφτουν
πολύ μακρυά η πρακτική κι η γνώση πέφτουν
μα τα αινίγματα που μας παιδεύουν το κρασί τα λύνει
τις ώρες της χαράς το μπρούσκο ζαβολιές δεν κάνει.

Άσπρο πάτο και μετά από μας
καλά να ξέρεις το φεγγάρι
τον ανοιχτό του κύκλο
θα γράφει σταθερά.

(Μελοποιημένοι στίχοι του Ο. Καγιάμ από τους 'Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω')

***

Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα
απόψε το χειλάκι σου θα `ναι το παν για μένα
κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα.

Για `κείνα που δεν έκανα και που `χω καμωμένα
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
αυτό θα `ν’ το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ’ η αναπνοή στερνή φορά από μένα.

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν’ αφήσω
και κάθ’ ελπίδα για ζωή απ’ την καρδιά μου σβήσω
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω.

(Ακόμη ένα εξαιρετικό τραγούδι του Θ. Παπακωνσταντίνου, με στίχους του Ο. Καγιάμ)

***



Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Βαγιέχο Σ. - Με τέτοια ζέστη εγώ κρυώνω



César Vallejo (1892 - 1938)



Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Ποιείν, "η σημαντικότητα του ποιητικού λόγου του Περουβιανού ποιητή Σέζαρ Βαγιέχο είναι περιττό να τονιστεί. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα - πιο αινιγματικός και πιο πρωτοποριακός απ’ όλους τους άλλους της εποχής του. Δεν είναι ποιητής μερικής αυθεντικότητας, αλλά πλήρης και ολοκληρωτικά αυθεντικός, γνήσιος. Στην ποίησή του η εθνική και ταξική συνείδηση ολόκληρης της Νότιας Αμερικής υποβάλλεται σε δοκιμασία και εν μέρει απαλλάσεται από δεινά. Το ινδιάνικο στοιχείο του Βαγιέχο εμφανίζεται με λεπτότητα σκέψης, μια όχι άμεσα διατύπωση συναισθημάτων και καταστάσεων αλλά πλαγίως."

Ο άνθρωπος αυτός ήταν πρωτοπόρος, μοντερνιστής, σουρεαλιστής, ποιητής αποδομητικός, κινηματίας - και όλα αυτά προτού υπάρξει το κάθε τι σαν έννοια. Αν αυτό δεν είναι τέχνη, τότε τι είναι...; 




ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΖΕΣΤΗ ΕΓΩ ΚΡΥΩΝΩ 

Με τέτοια ζέστη εγω κρυώνω
αδελφέ Φθόνε !
Γλείφουν τον ήσκιο μου λιοντάρια 
κι ο ποντικός μού τρώει τ' όνομα ,
μάνα ψυχή μου !

Πάω στο χείλος της αβύσσου
κουνιάδα Αχρειότητα !
Η κάμπια παίζει τη φωνή της ,
κι η φωνή παίζει την κάμπια της ,
πατέρα σώμα μου ! 

Αντίκρυ είν' η αγάπη μου 
εγγονή Περιστέρα !
Γονατιστός ο τρόμος μου ,
με το κεφάλι η αγωνία μου 
μάνα ψυχή μου!

Ώσπου μια μέρα δίχως δύο ,
σύζυγε Τάφε,
το τελευταίο μου σίδερο σφυρίζει 
σαν οχιά που κοιμάται ,
πατέρα σώμα μου!.. 




"Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα…"

…Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ' αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.
Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόρθες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.
Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με το ‘νειρό του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...
Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στιφάδα της μοναξιάς. ... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μαγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.
Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. Ήθελε να γυρέψει το Μάικωβο μα τον γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει αποκεί, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα μουστάκια τους. Θα ΄πιανε αγάπες με τις ζουγραφιές, με τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατα σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.
Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρτο μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως...».
Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. «Πάρτα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;...» Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... «Άιντε, άιντε... Σύχασε... είπε. Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;»
Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό, απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρτο σύ, μην πά’ και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε.»
Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σα μικρό σπιτάκι. «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξωφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε.
Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ' όλα τα σπίτια. Το ‘μάθε κι ο δάσκαλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.
- Α, έλα δω... του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;
- Δε φταίω γω... έκανε το παιδί.
- Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά καμωμένα είν’ αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ' αγαπάς;
Γράμματα του σκολειού! Αν τ' αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μάθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ' αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν’ αυτά που λες, κυρ-δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ' αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί;
Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια... Σκοπεύει, σα μαζέψει κάμποσα, να πάει σ' ένα δάσκαλο και να του πει «να, πάρε, και δως μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού...» Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.
Και, τώρα, να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;... Δάσκαλος αληθινός, με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σπίτι του. Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.
- Τ' είν’ αυτό; ρωτάει ο δάσκαλος.
- Χρήματα.
- Πού τα 'βρες;
- Τα κέρδισα.
- Και γιατί τα κουνάς;
- Είναι για γράμματα. Μα δεν είναι πολλά. Άμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό κυρ-δάσκαλε;
- Αν μπορεί;...
Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.
- Λοιπόν... πήγε να του πει.
Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σαν βραχνή.
- Άστα... Άστα εκεί είπε, και πήγαινε... Αύριο, που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα... του λέει.
- Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;
- Όχι, όχι, καλό μου παιδί... πώς είναι τ' όνομα σου;
- Μέλιος.
- Όχι, Μέλιο. Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη και πιο βραχνή.
Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ' το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και πάσκιζε να τον μάθει.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Απόσπασμα από τον «Ηλίθιο»




Κατά τις έξι, βρέθηκε στην πλατφόρμα της σιδηροδρομικής γραμμής για το Τσάρσκογε Σελό. Η μοναξιά τού έγινε γρήγορα αφόρητη. Μια καινούργια λαχτάρα πλημμύρισε ζεστά  την καρδιά του και για μια στιγμή φώτισε μ’ ένα λαμπρό φως το σκοτάδι όπου παράδερνε η ψυχή του. Πήρε ένα εισιτήριο για το Παυλόβσκ και δεν έβλεπε την ώρα να φύγει. Μα, φυσικά, κάτι τον παραμόνευε κι αυτό ήταν κάτι πραγματικό κι όχι μια φαντασία, όπως ίσως είχε την τάση να νομίζει. Τη στιγμή σχεδόν που ανέβαινε στο βαγόνι, πέταξε ξαφνικά το εισιτήριο που μόλις είχε πάρει και ξαναβγήκε απ’ το σταθμό, σαστισμένος και σκεφτικός. Λίγο αργότερα, στο δρόμο, σαν κάτι να θυμήθηκε ξαφνικά, σαν κάτι να κατάλαβε αναπάντεχα, κάτι πολύ παράξενο, κάτι που τον ανησυχούσε από καιρό. Του ‘τυχε ξάφνου να συλλάβει συνειδητά τον εαυτό του σε μιαν ασχολία που συνεχιζόταν από ώρα τώρα κι όμως δεν την είχε προσέξει ακόμα ως αυτή τη στιγμή: ήταν κιόλας κάμποσες ώρες, από τότε ακόμα που ήταν στη Ζυγαριά πού ‘χε αρχίσει ξαφνικά να ψάχνει για κάτι γύρω του. Το ξέχναγε, για πολλήν ώρα μάλιστα, για ολάκερη μισή ώρα καμιά φορά, και ξαφνικά, ξαναγύριζε και κοίταζε μ’ ανησυχία γύρω του σα να ‘ψαχνε για κάτι.Μόλις όμως πρόσεξε πως κάνει αυτή τη νοσηρή, κι ως τα τότε εντελώς ασυναίσθητη κίνηση που από τόσην ώρα κιόλας τον είχε κυριέψει, θυμήθηκε ξάφνου και κάτι άλλο ακόμα που του προκάλεσε πολύ ενδιαφέρον. Θυμήθηκε ότι τη στιγμή που πρόσεξε πως όλο και για κάτι ψάχνει γύρω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο, μπροστά σε μια βιτρίνα και περιεργαζόταν με μεγάλη περιέργεια τα εμπορεύματα. Ήθελε τώρα το δίχως άλλο να εξακριβώσει το εξής: είχε πράγματι σταθεί εδώ και πέντε λεπτά μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού ή μήπως του φάνηκε μονάχα; Μήπως είχε μπερδέψει τίποτα; Υπάρχει πραγματικά αυτό το μαγαζί και κείνο το εμπόρευμα; Γιατί είναι γεγονός πως νιώθει σήμερα τον εαυτό του αρκετά άρρωστο, νιώθει σχεδόν όπως ένιωθε παλιότερα, όταν άρχιζαν οι κρίσεις της παλιάς του αρρώστιας. Ήξερε πως αυτές τις προεπιληπτικές στιγμές γίνεται ασυνήθιστα αφηρημένος και συχνά μπερδεύει πράγματα και πρόσωπα – εκτός αν εντείνει ιδιαίτερα την προσοχή του όταν τα κοιτάζει. Μα υπήρχε κι ένας ιδιαίτερος λόγος που ήθελε τόσο πολύ να εξακριβώσει αν είχε πράγματι σταθεί λίγο πριν μπροστά στο μαγαζί. Ανάμεσα  στα πράγματα που ήταν εκτεθειμένα στη βιτρίνα του μαγαζιού, υπήρχε κι ένα αντικείμενο που το κοίταξε ιδιαίτερα και το ‘χε εκτιμήσει μάλιστα, λέγοντας μέσα του πως θ’ άξιζε εξήντα  ασημένια καπίκια – αυτό το θυμόταν, παρ’ όλη την αφηρημάδα και την ταραχή του. Κατά συνέπεια, αν αυτό το μαγαζί υπάρχει, σημαίνει πως είχε σταματήσει κυρίως για κείνο το αντικείμενο. Θα πει λοιπόν πως το αντικείμενο εκείνο είχε τόσο ενδιαφέρον ώστε τράβηξε την προσοχή του ακόμα και την ώρα που βρισκόταν σε μια τόσο καταθλιπτική σύγχυση, μόλις έχοντας βγει απ’ το σιδηροδρομικό σταθμό. Προχωρούσε κοιτάζοντας με θλίψη σχεδόν προς τα δεξιά κι η καρδιά του χτυπούσε ανήσυχα κι ανυπόμονα. Μα να το αυτό το μαγαζί επιτέλους! Είχε ξεμακρύνει κιόλας πεντακόσια βήματα από κει όταν του πέρασε η σκέψη να γυρίσει. Να και κείνο το αντικείμενο που έκανε εξήντα καπίκια: «και βέβαια εξήντα καπίκια, δεν αξίζει παραπάνω!» ξανασκέφτηκε τώρα και γέλασε. Γέλασε όμως υστερικά. Ένιωσε τρομερό βάρος στην ψυχή. Θυμήθηκε ολοκάθαρα τώρα πως εδώ ακριβώς, όταν στεκόταν μπροστά σ’ αυτή τη βιτρίνα, είχε γυρίσει ξάφνου κι είχε κοιτάξει πίσω του, ακριβώς όπως και λίγες ώρες πριν, τότε που έπιασε καρφωμένη πάνω του τη ματιά του Ραγκόζιν. Σαν βεβαιώθηκε πως δεν είχε κάνει λάθος (εδώ που τα λέμε, και πριν απ’ αυτή την εξακρίβωση δεν είχε καμιά αμφιβολία), παράτησε το μαγαζί και βιάστηκε να φύγει από κει. Όλα αυτά πρέπει να τα σκεφτεί το γρηγορότερο, το δίχως άλλο. Τώρα ήταν φανερό πως δεν ήταν φαντασία του κείνο που ένιωσε στο σταθμό. Ήταν φανερό πως του ‘χε συμβεί κάτι πραγματικό, κάτι που το δίχως άλλο είχε σχέση με την προηγούμενη ανησυχία του. Όμως, κατανίκησε και πάλι κάποια εσωτερική αηδία που δεν μπορούσε να της αντισταθεί: δε θέλησε να σκεφτεί και να εξετάσει τίποτα, δεν έκατσε να σκεφτεί τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται εντελώς άλλα πράγματα.Ανάμεσα στ’ άλλα, άρχισε και σκεφτόταν πως στις επιληπτικές του κρίσεις, υπήρχε μια στιγμή, λίγο, ελάχιστα πριν απ’ το ξέσπασμά της (αν η κρίση τού ερχόταν την ώρα που ήταν ξύπνιος), οπόταν ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, μέσα στο ψυχικό σκοτάδι, την ώρα που κάτι τον πλάκωνε, ένιωθε στιγμές-στιγμές το μυαλό του να φλογίζεται κι όλες τις δυνάμεις του να εντείνονται, όλες μαζί, μονομιάς, στο έπακρο. Η αίσθηση της ζωής, η αυτοσυνείδηση, σχεδόν δεκαπλασιαζόταν κείνες τις στιγμές που κρατούσαν όσο και μια αστραπή. Το μυαλό κι η καρδιά φωτίζονταν μ’ ένα ασυνήθιστο φως. Όλες οι αμφιβολίες του, κάθε ταραχή, λες και καταπραΰνονταν μονομιάς και μεταβάλλονταν σε μιαν ανώτερη ηρεμία, γεμάτη διάφανη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη λογική και ξεκαθαρισμένες τελικές αιτίες. Όμως, οι στιγμές αυτές, αυτές οι διαλείψεις, δεν ήταν παρά μια προαίσθηση μονάχα του αποφασιστικού εκείνου δευτερολέπτου (ποτέ δεν κράταγε παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) που μ’ αυτό άρχιζε η καθαυτό κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο ήταν φυσικά ανυπόφορο. Όταν σκεφτόταν αργότερα αυτή τη στιγμή, σαν είχε γίνει πια καλά, έλεγε συχνά μέσα του: «Όλες αυτές οι αστραπές κι οι διαλείψεις της ανώτερης αυτοαίσθησης και αυτοσυνείδησης και κατά συνέπεια της ¨ύψιστης ύπαρξης¨, δεν είναι άλλο παρά αρρώστια, δεν είναι παρά μια διασάλευση της φυσιολογικής κατάστασης κι αν είναι έτσι, δεν πρόκειται καθόλου για ύψιστη ύπαρξη μα απεναντίας θα πρέπει να λογιστεί σαν μια απ’ τις κατώτερες». Κι ωστόσο, είχε φτάσει τελικά σ’ ένα συμπέρασμα που θα φαινόταν σχεδόν σαν παραδοξολογία: «και τι σημασία έχει που όλ’ αυτά είναι αρρώστια; – κατέληξε. – Τι σχέση έχει που αυτή η υπερένταση δεν είναι φυσιολογική, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αυτή η στιγμή που νιώθω έτσι, όταν τη θυμάμαι και τη διερευνώ σε κατάσταση υγείας πια, αποδείχνεται πως έχει μιαν αρμονία φτασμένη στο ανώτατο σημείο της, είναι η ίδια η ομορφιά, αφού μου δίνει μια αίσθηση πληρότητας που ούτε ξανάκουσα ούτε μπορούσα ποτέ μου να φανταστώ ως τα τότε, μια αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης και παλλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής;» Αυτές οι ομιχλώδεις εκφράσεις τού φαίνονταν αυτού του ίδιου πολύ κατανοητές, αν και πολύ κατώτερες απ’ την πραγματικότητα. Πάντως δεν μπορούσε ν’ αμφιβάλλει καθόλου πως πρόκειται πραγματικά για μια «ομορφιά και θρησκευτική ταύτιση», πως ήταν πραγματικά «η πεμπτουσία της ζωής» – α, όχι, ούτε την παραμικρότερη αμφιβολία δεν μπορούσε να παραδεχτεί για όλ’ αυτά. Γιατί δεν ονειρευόταν τίποτα οράματα κείνη τη στιγμή, όπως γίνεται σαν πιει κανείς χασίς, όπιο ή κρασί, που εξασθενούν τις νοητικές ικανότητες και διαστρεβλώνουν την ψυχή, δεν έβλεπε πράγματα αφύσικα μήτε φανταστικά. Για όλ’ αυτά μπορούσε να κρίνει λογικά σαν πέρναγε η κρίση. Οι στιγμές εκείνες ήταν αυτό και μόνο ίσα-ίσα – μια ασυνήθιστη ισχυροποίηση της αυτοσυνείδησης (αν χρειαζόταν να ορίσει κανείς αυτές τις στιγμές με μια μονάχα λέξη) και ταυτόχρονα της αυτοαίσθησης, στο έπακρο άμεσης. Αφού εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την τελευταία συνειδητή στιγμή πριν απ’ την κρίση, του τύχαινε να προφτάσει να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, για’ αυτή τη στιγμή μπορεί να δώσει κανείς όλη του τη ζωή!» σημαίνει φυσικά πως αυτή η στιγμή από μόνη της άξιζε μιαν ολάκερη ζωή. Εδώ που τα λέμε, δεν επέμενε για το διαλεκτικό μέρος του συμπεράσματός του: η αποβλάκωση, το ψυχικό σκοτάδι, η ηλιθιότητα, στέκονταν μπροστά του ξεκάθαρες συνέπειες αυτών των «ανώτερων στιγμών». Εννοείται πως δε θα καθόταν να συζητήσει σοβαρά το πράγμα. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην εκτίμησή του κείνης της στιγμής, υπήρχε χωρίς αμφιβολία κάποιο λάθος, η ρεαλιστικότητα ωστόσο της αίσθησης που δοκίμαζε, τον έφερνε σε αμηχανία. Γιατί αλήθεια πώς μπορεί να παραγνωρίσει τη ρεαλιστικότητα αυτή; Αφού αυτό του ‘χε συμβεί, αφού αυτός ο ίδιος πρόφταινε να πει μέσα του το ίδιο κείνο δευτερόλεπτο πως αυτό το δευτερόλεπτο, με την απέραντη ευτυχία που τη γευόταν τότε ολοκληρωτικά αξίζει ίσως μια ολάκερη ζωή. «Τις τέτοιες στιγμές» – όπως έλεγε μια φορά στο Ραγκόζιν, στη Μόσχα, τότε που συναντιόνταν κει πέρα – «τις τέτοιες στιγμές, δεν ξέρω πώς, μα καταλαβαίνω κείνο τον παράξενο λόγο ότι χρόνος ουκέτι έσται. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, να’ ναι η ίδια εκείνη στιγμή που πριν ακόμα προφτάσει να χυθεί το νερό απ’ την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, αυτός είχε προφτάσει μέσα στο ίδιο εκείνο δευτερόλεπτο να περιέλθει όλα τα ενδιαιτήματα του Αλλάχ».