Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ημερολόγιο: Η Μεγάλη Χίμαιρα στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου


Την Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση  θα διασκευάσει ο ποιητής Στρατής Πασχάλης και σε σκηνοθεσία- του εγγονού του Καραγάτση- Δημήτρη Τάρλοου, θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά το περίφημο μυθιστόρημα του συγγραφέα στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου στις 14-17 Ιουλίου (21:00)

Διασκευή 
Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία 
Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνικά - Κουστούμια 
Ελένη Μανωλοπούλου

Μουσική 
Κατερίνα Πολέμη

Φωτισμοί 
Αλέκος Αναστασίου

Θέατρο Πορεία – Δημήτρης Τάρλοου
Πειραιώς 260, Κτίριο Η 

Ιδέα Βιλαρίνιο: Και ο έρωτας θα έχει το όνομά της...



Συνήθως, την ποίηση, όταν την σκεφτόμαστε από την ερωτική- ρομαντική της πλευρά βάζουμε ένα θηλυκό πρόσημο μπροστά της. Σα να είναι δουλειά της συγγραφέως να γράφει (και πολλές φορές να αναλώνεται) για τα ερωτικά πάθη της- στίχοι παραγεμισμένοι με απελπισία, απώλεια, ελπίδα, έρωτα, τρυφερότητα, αιωνιότητα... Ομολογώ ότι η ιδέα αυτή όσο και η απόπειρα μου φαίνεται αρκετά τετριμμένη. Η γυναίκα μπορεί να γράψει και για άλλα πράγματα και για άλλα της πάθη. Από την άλλη όμως, όταν σκοντάφτω πάνω στο όνομα της Ουρουγουανής ποιήτριας Ιδέα Βιλαρίνιο, ξεχνάω όλα τα πρέπει τα συγγραφικά, κλείνομαι στο ίδιο καυτό δωμάτιο μαζί της, αναπολώ κι εγώ κάποιον περασμένο έρωτα. 
Η μοναδικότητα και η αισθαντικότητα των στίχων της, συνάμα με την γεμάτη ζωή της κάνουν την ποίηση της Βιλαρίνιο ερωτική με όλη τη σημασία της λέξεως. Πολλοί αναγνωρίζουν τον υπαίτιο πίσω από αυτά τα εξαίσια ποιήματα: τον επίσης Ουρουγουανό συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι. Εμένα πάλι επιτρέψτε μου να πιστεύω πως αν δεν ήταν ο Ονέτι, σίγουρα θα ήταν κάποιος άλλος. Διότι το πάθος της Βιλαρίνιο δεν ξεκινούσε από μία συνάντηση, από ένα πρόσωπο- ξεκινούσε από την ίδια της την καρδιά, ήταν ριζωμένο μέσα της, όπως είναι ριζωμένο μέσα σε τόσους λίγους ανθρώπους σ'αυτό τον κόσμο. 
Πέθανε στις 28 Απριλίου το 2009, σε ηλικία 89 ετών. 



Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν…

Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.

Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…

Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει -και πώς ξέρει!- τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.



Στην αγκαλιά σου…

Μέσα στην αγκαλιά σου
μέσα στην αγκαλιά μου
μέσα στα απαλά σεντόνια
μέσα στη νύχτα
τρυφεροί
ξεχασμένοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά.



Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι,
πού.



Όχι πια

Δε θα γίνει πια
όχι πια
δε θα ζήσουμε μαζί
δε θα μεγαλώσω το παιδί σου
δε θα ράβω τα ρούχα σου
δε θα ξαγρυπνώ στο προσκεφάλι σου τις νύχτες
δε θα σε φιλάω φεύγοντας
ποτέ δε θα μάθεις ποια υπήρξα
γιατί άλλοι με αγαπήσαν.

Δε θα κατορθώσω να μάθω
ποτέ γιατί ούτε πώς
ούτε αν ήταν στ’ αλήθεια
αυτό που είπες πως ήταν
ούτε ποιος υπήρξες
ούτε τι ήμουνα για σένα
ούτε πώς θα ήταν
μαζί να ζούμε
να αγαπιόμαστε
να μας περιμένουμε
να είμαστε παρόντες.

Δεν είμαι πια
παρά εγώ για πάντα
κι εσύ
δε θα ‘σαι πια για μένα
παρά εσύ.
Δεν υπάρχεις πια
σε μια μέρα μελλοντική
δε θα ξέρω πού ζεις
με ποιαν
ούτε αν θυμάσαι.
Ποτέ δε θα μ’ αγκαλιάσεις
όπως εκείνη τη νύχτα
ποτέ.

Δεν πρόκειται ξανά να σ’ αγγίξω.

Δε θα σε δω να πεθαίνεις.



Επιστολή ΙΙ

Μακριά βρίσκεσαι στο νότο
εκεί που οι δείκτες δεν δείχνουν τέσσερις.
Γερμένος στην πολυθρόνα σου
στηριγμένος στο τραπεζάκι
του δωματίου σου
ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι
δικό σου ή κάποιας
που ευχαρίστως θα εξάλειφα
−εσένα σκέφτομαι κι όχι εκείνες που πλάι σου ψάχνουν
αυτό το ίδιο που εγώ αγαπώ.
Εσένα σκέφτομαι ήδη πέρασε μια ώρα
μα ίσως και μισή
δεν ξέρω.
Σαν πέσει το φως
θα ξέρω ότι πήγε πια εννιά
τα  σκεπάσματα θα τραβήξω
θα ντυθώ το μαύρο μου φόρεμα
και το χτένι στα μαλλιά μου θα περάσω.
Ώρα για δείπνο
μα βέβαια, τι άλλο;



(Κι ένα διαφορετικό ποίημα της Βιλαρίνιο, ενάντια στην καταπίεση)

1. Παραλία Χιρόν (Playa Girón)

Πάντοτε κάποια αρβύλα θα υπάρχει πάνω στο όνειρο
το εφήμερο του ανθρώπου
μια αρβύλα δύναμης και παραλογισμού
έτοιμη να χτυπήσει
πρόθυμη στο αίμα να ποτίσει.
Κάθε φορά που οι άνθρωποι ορθώνονται
κάθε φορά που διεκδικούν όσα τους ανήκουν
ή απλώς αποζητούν να παραμείνουν άνθρωποι
κάθε φορά που η ώρα της αλήθειας η ώρα
της δικαιοσύνης σημαίνουν
η αρβύλα σπάει χτυπά λερώνει συνθλίβει
διαλύει την ελπίδα και το όραμα
της απλής ανθρώπινης και για όλους ευτυχίας
γιατί άλλα σχέδια έχει όμοια με Θεός
όπως κηρύσσουν και οι ιερείς για το θεό τους
πως άλλες βουλές υψηλές κι ανεξιχνίαστες έχει
σχέδια άλλα όπου χωρά μια Χιροσίμα
μια Ισπανία μια Αλγερία μια Ουγγαρία και ούτω καθεξής
όπου χωρά η αδικία η καταπίεση
η εγκατάλειψη η πείνα το κρύο ο φόβος
η εκμετάλλευση ο θάνατος
όλος ο τρόμος όλος ο πόνος του ανθρώπου.
Η αρβύλα αλλάζει πόδια όπως αλλάζουν χέρια
το χρήμα η ισχύς και η εξουσία
όμως πάντοτε θα υπάρχει κάποια
κάποτε περισσότερες από μια
για να τσαλαπατά τα όνειρα των ανθρώπων.



(Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)


Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Μ. Αναγνωστάκης - Η απόφαση





Λορέντζος Μαβίλης


Πόσες φορές με την ψυχή μου σ'είδα
ν' ακουμπάς σε μιά μαρμαροκολώνα
του φεγγαροβρεμένου Παρθενώνα,
σά σε κρίνο απαλό μάγου άστρου αχτίδα.

Και τώρα, απ' τη μεγάλη Πυραμίδα
ανάερα πλές με αθανασίας κορώνα, 
σα να εζούσες ισόθεη στον αιώνα
των ωραίων και υψηλών αντιφεγγίδα

Σά θα ξανάμαι αγνάντια σου, και ομπρός μου
θα λάμπουν τα δυό μάτια σου, θα λέω
πως βλέπω όλα τα θάματα του κόσμου,

πως αγκαλιάζω ό,τι υψηλό και ωραίο,
και στο φώς ξεψυχώντας τής ειδής σου
τη γλύκα θ' αγροικώ τού Παραδείσου.

Λορέντζος Μαβίλης, Ανάξιο Β'

Τ. Κέρουακ - Το φεγγάρι




Σε κάποιες περιπτώσεις 
το φεγγάρι είσαι εσύ

Σε κάθε περίπτωση 
το φεγγάρι


Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Νομπελίστες λογοτεχνίας: Καμίλο Χοσέ Θέλα

Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) υπήρξε διάσημος Ισπανός συγγραφέας, γνωστός για τις σκοτεινές ρεαλιστικές ιστορίες του που τοποθετούνται πάντα εντός και εκτός Μαδρίτης. Στα 26 του γράφει το περίφημο έργο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", ένα έργο τόσο όμοιο με τον "Ξένο" του Καμύ, ενώ θα ακολουθήσουνε γύρω στα 70 ακόμη έργα του μέχρι το θάνατο του, με πιο γνωστό το "Η Κυψέλη". Το τελευταίο περιγράφει τη ζοφερότητα στην ισπανική κοινωνία υπό το φρανκικό καθεστώς. Παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι ο Χοσέ Θέλα υπήρξε παρόλα αυτά ένας από τους υποστηρικτές του Φράνκο (ήταν πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας...)- κάπως έτσι γίνεται μυστήριος ο κόσμος των συγγραφέων. Ειδικά για ένα συγγραφέα όπως ο Χοσέ Θέλα, ο οποίος σκιαγραφεί τόσο προσεγμένα και με συνέπεια τους χαρακτήρες του, όπως ο Πασκουάλ Ντουάρτε (Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε), που παρόλο που διαπράττει το ένα έγκλημα μετά το άλλο, μεταφέρεται στις σελίδες του βιβλίου ως ένας κατατρεγμένος, αγγίζει σχεδόν τα όρια της συμπάθειας για τον αναγνώστη, πράγμα που δεν πετυχαίνει- ίσως και ηθελημένα- ο Καμύ, ή όπως τόσοι άλλοι πολλοί χαρακτήρες του, που περνούν από την εξαθλίωση και την ηθική απαξίωση των μικροκοινωνιών, αναρωτιέσαι έπειτα απ'όλα αυτά τι τον έκανε να γίνει υποστηρικτής ενός από τα πιο αδίστακτα και αιματηρά φασιστικά καθεστώτα... 
Το 1989 βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε":

     Υπάρχουν φορές που καλύτερα να πεθάνεις, να εξαφανιστείς αίφνης απ'το πρόσωπο της γης, να γίνεις αέρας, ή καπνός. Φορές που μοιάζουν ακατόρθωτες, μα που, αν ήταν δυνατόν να γίνουν, θα μας μετέτρεπαν σε αγγελούδια, θα μας προφύλαγαν απ'τις κακοτοπιές κι απ'το να συνεχίσουμε μες στο κρίμα και στην αμαρτία, θα μας ελευθέρωναν από τούτη την αρρωστημένη σάρκα, την οποία, σας διαβεβαιώ, δεν θα ξαναθυμόμασταν ποτέ πια- τόσο φριχτή είναι-, αλλά που κάποιος τώρα μας υποχρεώνει να μην την ξεχνάμε, και μας δηλητηριάζει την ψυχή. Τίποτα δε βρωμάει τόσο πολύ και τόσο άσχημα όσο η σαπίλα που αφήνει το κακό στη συνείδησή μας, όσο το σάπισμα τούτων των νεκρών, νεογέννητων ελπίδων που- εδώ και τόσον καιρό- έχει καταντήσει η ζωή μας!
     Η ιδέα του θανάτου έρχεται πάντα με το βήμα του λύκου, με τα σουρσίματα της έχιδνας, όπως όλες οι κακές σκέψεις. Δεν έρχονται ποτέ έτσι ξαφνικά οι ιδέες που μας βασανίζουν. Το αναπάντεχο στραγγαλίζει μερικές στιγμές, αφήνει όμως ξοπίσω του πολλά χρόνια ζωής. Οι σκέψεις που μας τρελαίνουν με τη μελαγχολία, τη χειρότερη μορφή τρέλας, φτάνουν πάντα σιγά σιγά, χωρίς να το πάρουμε είδηση, όπως δεν παίρνουμε είδηση την ομίχλη που πλημμυρίζει τον κάμπο, ή τη φυματίωση στα πνευμόνια μας. Προχωρεί, μοιραία, ακούραστα, αλλά αργά και με σταθερό ρυθμό, όπως ο σφυγμός. σήμερα δεν την καταλαβαίνουμε- ίσως ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο, ούτε σ'ένα μήνα. Περνά όμως ο μήνας κι αρχίζουμε να νιώθουμε πικρό το φαΐ κι οδυνηρή τη θύμηση. Μας έχει κιόλας αρπάξει. Περνούν οι μέρες κι οι νύχτες και γινόμαστε μονόχνωτοι, περίεργοι. Μέσα μας διασταυρώνονται ιδέες, σκέψεις που μας αναστατώνουν. Περνάμε ακόμα κι ολόκληρες βδομάδες δίχως να κάνουμε τίποτα. Αυτοί που μας περιστοιχίζουν συνηθίζουν πια τις ιδιοτροπίες μας και δεν εκπλήσσονται ούτε καν γι'αυτές. Μια μέρα όμως το κακό φουντώνει όπως οι θάμνοι, ξεχειλίζει. Δε χαιρετούμε πια του ανθρώπους. μας θεωρούν παράξενους, κάτι σαν ερωτευμένους. Αδυνατίζουμε, όλο κι αδυνατίζουμε, ενώ τα πυκνά μας γένια αραιώνουν όλο και περισσότερο. Αρχίζουμε να νιώθουμε το μίσος που μας θανατώνει. Δεν αντέχουμε άλλο τις ματιές του κόσμου. Η συνείδησή μας υποφέρει, αλλά δεν πειράζει, ας υποφέρει! Τα μάτια μας καίνε και γεμίζουν ένα δηλητηριώδες υγρό σαν κοιτάμε ίσια μπροστά. Ο εχθρός καταλαβαίνει την επιθυμία μας, αλλά δεν ανησυχεί. Το ένστικτο δε λαθεύει. Η δυστυχία είναι πρόσχαρη, φιλόξενη, και το πιο ανθρώπινο συναίσθημα μπορεί να εκσφενδονιστεί στην τεράστια πλατεία και να γίνει θρύψαλα. Το σκάμε σαν τ'αγριοκάτσικα, αλλά το κακό έχει ήδη εισχωρήσει μέσα μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση, τίποτα δεν μπορεί να γίνει πια. Αρχίζει η ιλιγγιώδης πτώση μας, για να μην ξανασηκωθούμε ποτέ. Ίσως να ανασηκώσουμε λίγο το κορμί μας την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ρίξουμε κατακόρυφη βουτιά με το κεφάλι στην κόλαση... 
Μεγάλο κακό. 


Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014




Αφού παίξανε όλο το πρωί τους Ινδιάνους, τους κλέφτες, τους στρατιώτες, τους κυνηγούς και τους γκάγκστερς, οι τέσσερις μικροί δεν ήξεραν πια τι να παίξουνε κι ένας απ'αυτούς πρότεινε: "Τι λέτε, δεν παίζουμε για λίγο τα καλά παιδιά;". 



Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

J.D. Salinger's quote about poets...


Πιες το όπως οι συγγραφείς...



Συχνά οι λέξεις αλκοόλ και συγγραφή πάνε μαζί. Ουκ ολίγες φορές, το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και δη το λογοτεχνικό, είναι συνυφασμένο με μία σειρά εθισμών, καταχρήσεων, ακραίων συμπεριφορών. Και σίγουρα, φαντάζει ελκυστική εικόνα να βρίσκεσαι στο δωμάτιο σου/ μπαλκόνι σου/ μπαρ της γειτονιάς σου και να γράφεις, ενώ δίπλα σου στέκεται καρτερικά το ποτό σου. Όπως και να'χει, το ποτό είναι λίγο ή πολύ απαραίτητο αξεσουάρ ενός συγγραφέα. Οι λόγοι, βέβαια, είναι άγνωστοι- αν θα μπορούσα να κρίνω από την προσωπική μου εμπειρία, η ταυτόχρονη κατανάλωση αλκοόλ και η συγγραφή είναι ένα είδος εκτόνωσης, το ποτό σου προσφέρει εκείνη την παρέα που χρειάζεσαι, ώστε να μην σε στοιχειώσουν οι ιστορίες που γράφεις. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός, ότι πλέον ο πότης καλλιτέχνης έχει ξεπεραστεί κατά πολύ στη σήμερον ημέρα σαν ταμπού, ενώ δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι είναι και ολίγον μόδα. Φεύγοντας όμως από το σήμερα, παρακάτω αναφέρονται γνωστοί συγγραφείς που... διψάγανε για ένα ποτό (ή δύο, ή τρία...). Όλοι τους πλέον νεκροί, ξένοι και διάσημοι.


Έρνεστ Χέμινγουεϊ 


Το αγαπημένο ποτό του Χέμινγουεϊ ήταν το Mojito. Οι γνωστοί και οι φίλοι του την εποχή που βρισκόταν στο εστιατόριο- μπαρ La Bodeguita del Medio στην Αβάνα της Κούβας τον θυμόντουσαν να πίνει μεγάλες και συχνές ποσότητες Mojito. 

Είπε: "Το να πίνεις είναι ένας καλός τρόπος να τελειώνεις τη μέρα σου".





Όσκαρ Ουάιλντ

Το αγαπημένο ποτό του συγγραφέα ήταν το Αψέντι. Το ποτό αυτό, που συνιστούσαν κάποτε μέχρι και ο Ιπποκράτης και ο Πυθαγόρας, πινόταν από τον Ουάιλντ με μία συχνότητα που ήταν απόλυτα καταλυτική για το έργο του. Επιπλέον, η απαγόρευση του πράσινου ποτού λειτουργούσε εθιστικά στον άνθρωπο που ήθελε να πίνει αψέντι, δημιουργώντας πολλές φορές εξάρτηση.

Είπε: "Μετά το πρώτο ποτήρι, βλέπεις τα πράγματα όπως θα ήθελες να είναι. Μετά το δεύτερο, βλέπεις τα πράγματα όπως δεν είναι. Τέλος, τα βλέπεις όπως πραγματικά είναι, και αυτό είναι το πιο φρικτό πράγμα στον κόσμο". 





Τσαρλς Μπουκόφσκι

Το αγαπημένο ποτό του Μπουκόφσκι ήταν λίγο πολύ τα πάντα. Σε συνεντεύξεις του, σε παρουσιάσεις και αναγνώσεις ποιημάτων, στο δρόμο, στο σπίτι, στα μπαρς τον έβλεπε κανείς πότε κρατώντας ένα ποτήρι κρασί, πότε ένα μπουκάλι μπύρα, ωστόσο σ'αυτό που είχε ιδιαίτερη αδυναμία ήταν το υποβρύχιο- ο συνδυασμός μπύρας με σφηνάκι ουισκιού. 

Είπε: "Αυτό είναι το πρόβλημα με το πιόμα, σκεφτόμουν καθώς σερβίριζα τον εαυτό μου ένα ποτό. Εάν κάτι κακό συμβεί, πίνεις για να ξεχάσεις, εάν κάτι καλό συμβεί, πίνεις για να το γιορτάσεις, εάν πάλι δεν συμβεί τίποτα, πίνεις ώστε να συμβεί". 


Κάρσον ΜακΚάλλερς


Ένα από τα πράγματα που η ΜακΚάλλερς φρόντιζε να κουβαλά πάντα πάνω της ήταν το θερμός της που περιείχε μέσα τσάι με σέρυ (όχι το λικέρ, αλλά το κρασί). Η πρωτότυπη αυτή μίξη τσάι με σέρυ που ο βαθμός αλκοόλ ήταν ιδιαίτερα υψηλός της προσέφερε πολλές φορές την όρεξη για ψυχαγωγία και παρέα. Ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που οι αυτοκτονικές τάσεις έρχονταν στο προσκήνιο. Τελικά πέθανε το 1967 από αιμορραγικό εγκεφαλικό. 

Είπε: "Πίνω τσάι και δεν μου κάνει τίποτα". 




Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ 

Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο αλκοολισμός του Φ.Σ Φιτζέραλντ ήταν συνυφασμένος με
την τζαζ εποχή- μία εποχή που οι καταχρήσεις, όπως και η μουσική έρεαν άφθονα και κανείς δεν έβγαινε αλώβητος από το ρεύμα αυτό. Ήδη ο Φιτζέραλντ είχε δημιουργήσει έναν μύθο σχετικά με τον αλκοολισμό του και η προσωπική του ζωή περιστρεφόταν γύρο από το ποτό. Το αγαπημένο ποτό του συγγραφέα ήταν το τζιν Ricjey- παρόμοιο με το Mojito που έπινε και ο φίλος του ο Χεμινγουέη που τόσο θαύμαζε. 

Είπε: "Πρώτα πίνεις ένα ποτό, μετά το ένα ποτό φέρνει το άλλο και στο τέλος το ποτό πίνει εσένα".



Αν Σέξτον


Η ποιήτρια που τη δεκαετία του '60 τάραξε τα νερά της αξιοπρεπούς αμερικάνικης ποίησης, της άρεσε ιδιαίτερα να πίνει Martini. Οιταραχώδεις δεκαετίες που έζησε και έγραψε η Σέξτον ήταν αρκετές στο να την κάνουν να περιστρέφεται ολοένα γύρω από την αυτοκτονία, το σεξ και τον εθισμό. Φίλη με την Σύλβια Πλαθ, που πολλές φορές την συνόδευε στο Ritz Carlton για να πιούνε, η Σέξτον αφήνει με εκούσιο τρόπο την τελευταία της πνοή μέσα στο αμάξι της το 1974, λίγο αφότου είχε βγει για πολλοστή φορά από κάποιο ίδρυμα. 

Είπε: "Και - ξαφνικά! - βγαίνει απ' τη φυλακή της".









Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

Παρόλο που ο Μπάροουζ έγινε γνωστός με το βιβλίο του Junky, δεν ήταν λίγες οι φορές που απολάμβανε το αγαπημένο του ποτό- βότκα με κόκα κόλα και έγινε γνωστός γι'αυτή του την αγάπη. 

Είπε: "Το εθνικό μας ναρκωτικό είναι το αλκοόλ. Παρόλα αυτά, τείνουμε να θεωρούμε τη χρήση οποιουδήποτε άλλου ναρκωτικού αρκετά τρομακτική". 






Ντύλαν Τόμας

Ο καταραμένος αυτός ποιητής, ο ολοκληρωμένος ήδη από την εφηβεία του ποιητής, σαν γνήσιος Ουαλός έπινε ουίσκι σκέτο. Ζώντας σε μία κοινωνία δίχως πνευματικό ηγέτη, νιώθοντας μονίμως απρόσκλητος και αποξενωμένος, με τη σκιά του έρωτα μονίμως πάνω του, έβρισκε συντροφιά και συμπαράσταση στα πολλά ποτήρια ουίσκι. Στις 9 Νοεμβρίου του 1953 ο Ντίλαν Τόμας πεθαίνει σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Λέγεται πως πριν καταρρεύσει, καυχιόταν στην Ρέιτελ πως είχε πιει 18 ποτήρια ουίσκι.

Είπε: "Ο αλκοολικός είναι κάποιος που δεν συμπαθείς, επειδή πίνει όσο κι εσύ". 




Ντόροθυ Πάρκερ

Το αγαπημένο ποτό της Πάρκεr ήταν το κοκτέιλ Whiskey Sour. Ήταν μέλος μιας λογοτεχνικής ομάδας που λεγόταν Algonquin Round Table. Τα μέλη, συγγραφείς και αρθρογράφοι, περνούσαν τις μέρες τους πίνοντας, καυγαδίζοντας και κάνοντας φάρσες ο ένας στον άλλον. 

Είπε: "Μακάρι να μπορούσα να πιω σαν κυρία". 




Γουίλιαμ Φώκνερ 

Ο συγγραφέας που αγαπούσε το ουίσκι: το αγαπούσε τόσο πολύ που όταν σε μια συνάντηση συγγραφέων έκοψε το δάχτυλό του ανοίγοντας ένα μπουκάλι, άφησε το χέρι του να ματώνει σε έναν σκουπιδοτενεκέ και συνέχισε να πίνει. 
Ήταν από τους κλασικούς συγγραφείς που προτιμούσαν να γράφουν υπό την επήρεια του αλκοόλ, γι'αυτό και πάντα είχε πάνω στο γραφείο του ένα μπουκάλι ουίσκι για κάθε ενδεχόμενο. 

Είπε: "Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το ουίσκι. Μερικά ουίσκι συμβαίνει να είναι καλύτερα από κάτι άλλα. Παρόλα αυτά, ένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να μεθοκοπάει όλη την ώρα μέχρι τα 50 του. Απ'την άλλη θα'ταν εντελώς χαζό να μην το κάνει". 



Βέβαια η λίστα με τους συγγραφείς που έπιναν περιέχει κι άλλους πολλούς, όπως την Μαρκερίτ Ντυράς, την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, τον Τζάκ Κέρουακ, την Πατρίσια Χάισμιθ, τον Πολ Βερλαίν, τον Χανς Φάλλαντα,  αλλά και τον Παπαδιαμάντη κι άλλους πολλούς. 

Τ. Κέρουακ - Στο δρόμο (απόσπασμα)




(Χάρτης σχεδιασμένος και σχολιασμένος από τον Jack Kerouac, για το ταξίδι που έμελλε να τον εμπνεύσει να γράψει το βιβλίο "Στο δρόμο")



Μία νύχτα είχαμε μια κουβέντα στη γωνιά της 47ης οδού και της Μάντισον Άβενιου, στις τρεις το πρωί: «Α Σαλ, στην ευχή, δεν ήθελα να φύγεις, πραγματικά, θα’ναι η πρώτη φορά που θα’μια στη Νέα Υόρκη χωρίς τον φιλαράκο μου¨. Και είπε: «Στη Νέα Υόρκη, είμαι σαν εξόριστος, το Φρίσκο είναι η πατρίδα μου. Όλο τον καιρό που έμεινα εδώ δεν είχα άλλο κορίτσι απ’την Ινέζ, μόνο στη Νέα Υόρκη μπορεί να μου συμβεί αυτό. Κατάρα! Αλλά η σκέψη και μίνο να διασχίσω και πάλι αυτή τη φριχτή ήπειρο… Σαλ, δεν έχουμε μιλήσει σε βάθος εδώ και καιρό». Στη Νέα Υόρκη τρέχαμε συνέχεια φρενιτωδώς, σε πάρτυ όλο μεθύσια, με πλήθος φίλους. Φαινόταν πως δεν ήταν του γούστου του Ντην. Του πήγαινε περισσότερο να καμπουριάζει την πλάτη του κάτω από’να σύννεφο παγωμένης ψιχάλας μέσα στην άδεια νύχτα της Μάντισον Άβενιου. «Η Ινέζ μ’αγαπάει∙ μου είπε και μου εγγυήθηκε πως μπορώ να κάνω ό,τι θέλω και θα υπάρχουν όσο γίνεται τα λιγότερα προβλήματα. Βλέπεις, φίλε μου, γερνάμε και τα προβλήματα στοιβάζονται. Μια μέρα, εσύ κι εγώ, θα τριγυρνάμε μέσα σ’ένα στενό, μαζί, στη δύση του ήλιου και θα ψάχνουμε στα σκουπίδια».
            «Θες να πεις πως θα καταλήξουμε σαν τους γεροαλήτες;»
            «Γιατί όχι, φίλε μου; Φυσικά και θα καταλήξουμε εκεί αν το θέλουμε, κι όλα τα υπόλοιπα. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να τελειώνεις έτσι. Περνάς όλη σου τη ζωή χωρίς ν’ασχολείσαι με το τι θέλουν οι άλλοι, μαζί και οι πολιτικοί και οι πλούσιοι, και κανείς δεν σκοτίζεται για σένα και προχωράς μονάχος και ανοίγεις το δικό σου δρόμο». Συμφωνούσα. Έφτανε στις ταοϊστικές του αποφάσεις από τον πιο απλό και τον πιο άμεσο δρόμο. «Ποιος είναι ο δρόμος σου, φίλε μου; Είναι ο δρόμος του άγιου, ο δρόμους του τρελού, ο δρόμος του ουράνιου τόξου, ο δρόμος του ηλίθιου, ο οποιοσδήποτε δρόμος. Ο δρόμος του οπουδήποτε για τον οποιονδήποτε με τον οποιονδήποτε τρόπο. Πού, ποιος, πώς;». Κουνήσαμε το κεφάλι στη βροχή. «Σκκκατά, και πρέπει να φυλάξεις το τομάρι σου. Δεν είναι άντρας αυτός που δεν τρέχει, άκουσε τι λέει ο γιατρός. Θέλω να σου πω Σαλ, ξεκάθαρα, δεν έχει σημασία πού μένω, η βαλίτσα μου εξέχει πάντα κάτω απ’το κρεβάτι, είμαι έτοιμος να φύγω ή να πάρω πόδι. Αποφάσισα να τ’αφήσω όλα να κυλήσουν μέσα απ’τα χέρια μου. Με είδες, εσύ, ν’αγωνίζομαι και να χτυπάω τον κώλο μου κάτω για να πετύχω και ξέρεις, εσύ, πως είναι χωρίς σημασία και πως έχουμε την αίσθηση του χρόνου, τον τρόπο να κόβουμε ταχύτητα και να περπατάμε και να ψάχνουμε και ν’αρκούμαστε στις απλές απολαύσεις, και τι είναι οι άλλες απολαύσεις; Εμείς, ξέρουμε». Αναστέναξε μέσα στη βροχή. Έπεφτε απ’τη μία άκρη στην άλλη στην κοιλάδα του ποταμού Χάντσον εκείνη τη νύχτα. Οι μεγάλες διεθνείς αποβάθρες κατά μήκος του πελώριου σαν θάλασσα ποταμού είχαν πλημμυρίσει, οι αποβάθρες των παλιών ποταμόπλοιων στο Πόουκηπσι είχαν πλημμυρίσει, το βουνό Βάντερουέηκερ είχε πλημμυρίσει.

            «Έτσι», είπε ο Ντην, «περιφέρομαι μέσα στη ζωή, την αφήνω να με πηγαίνει». 



Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Λ. Τζούλι - Σήμερα

Ο Λουάν Τζούλι είναι ποιητής αλβανικής καταγωγής, που κουβαλάει το ευαίσθητο άρωμα της πατρίδας του σε κάθε στίχο. Έχει εκδώσει στην Ελλάδα τις ποιητικές συλλογές "Μυρίζω μήλο" (Καστανιώτης), "Η βιογραφία των ματιών" (Ελ. Γράμματα), "Πού να ζητήσω συγγνώμη" (Ελ. Γράμματα), "Το κυπαρίσσι που τά 'βαλε με τον ουρανό" (Ελ. Γράμματα), ενώ φέτος κυκλοφόρησε και η συλλογή του "Άγιος Προδότης".


Το μάτι μου,
έμοιαζε με κόκκινο τοίχο
ραγισμένο από την υγρασία.
Στο λεωφορείο της γραμμής,
ένα ηλικιωμένος μού πρόσφερε τη θέση να καθίσω
και για στιγμές ολόκληρες
οι επιβάτες με κοιτούσαν με λυπημένο βλέμμα.
Το μάτι μου σήμερα
ήταν ένα σπασμένο τζάμι
που το φως, 
τα χρώματα 
κι ο αέρας
χρειάζονταν μιαν άλλη άδεια παραμονής
για να κάνουν μια στάθμευση.
Σήμερα,
με λιγότερο ένστικτο
χαιρετούσα τους γείτονές μου.
Ενιωσα βαθιά
πως και το άλλο μάτι μου,
δάκρυζε μετανοημένο.

ποίημα-Γιάννη Ρίτσου

Πριν μετρήσω στα δάκτυλα
ως το 10 νύχτωσε
Μείναμε χωρίς όνειρα
χωρίς ψωμί. Στ ? άδειo
ξωκλήσι του βουνού
τα χελιδόνια μόνα λειτουργούνε
Ελλάδα σε λένε.

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014



«Καθώς κοιτάς το μηδέν στα μάτια δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;»
«Ναι».

(Ερώτημα που τέθηκε στον σπουδαίο και  αείμνηστο Δημήτρη Λιαντίνη...)


Χ. Νορς: 2 ποιήματα του ακριβούς ποιητή




Ο Χάρολντ Νορς γεννήθηκε το 1916 στη Νέα Υόρκη. 
Τελείωσε το πανεπιστήμιο Κούπερ Γιούνιον στο Μανχάταν. Στη δεκαετία του '40  συνδέθηκε φιλικά με τους Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς και Ντύλαν Τόμας, Τενεσή  Ουίλιαμς και Τζέιμς Μπάλντουιν, Τζον Κέιτζ και Αναΐς Νιν, πρόσωπα πολύ  διαφορετικά μεταξύ τους. Αργότερα, περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια στην Ευρώπη, Β.  Αφρική και Μέση Ανατολή. Από το 1968, μένει στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και εκδίδει  ένα από τα πιο σημαντικά περιοδικά της δεκαετίας του '70, το Bastard Angel. Βιβλία του:  The undersea Mountain (1953), The Dancing Beasts (1962), Karma Circuit (1967), Hotel Nirvana  (1974), Ι See America Daίly (1974), Beat Hotel (1975), Carnivorous Saint (1977), η 
αυτοβιογραφία του, Adventures of a Bastard Angel, καθώς και πλήθος άλλες ποιητικές  συλλογές και διηγήματα. 


Τροχιά του Κάρμα 
Ωχρέ νέε του βορρά με σκούρα ισπανικά μάτια
και εβραϊκό μυαλό που διέσχισες το μονοπάτι σου μέσα από
ποίηση Ι - Τσινγκ
μιλώντας για υπερσυνειδησιακές τηλεπαθητικές συμπτωματικές
αλλαγές
του αιώνιου τώρα

κάνοντας ωτοστόπ στις παράξενες ζενικές
περιμέτρους της φώτισης
Μάλμε - Ύδρα
Ελσίνκι - Ίμπιζα

προσφέροντας τις συνθηματικές καρμικές μαντικές παρανοϊκές
σχέσεις των εξαγράμμων

η Φιλανδία είναι λευκή κι εσύ είχες ανάγκη να βρεθείς στο μπλέ
του νότιου καλοκαιρινού χρυσού για να βρεις τρόπο
βα διασχίσεις τη γέφυρα
... ... ...


Αμερικάνοι
Σας βλέπω τώρα, 
παγερούς μες στο φόβο σας 
μια μεγάλη συμμορία με μάσκες 
ο φανατισμός αστράφτει στα μάτια σας 
μες απ' τις τρύπες στις άσπρες κουκούλες. 
Κάποια φορά στην Αλαμπάμα, σας έζησα από κοντά 
τότε φόραγα ένα ατσάλινο προστατευτικό κράνος 
και δούλευα στην κατασκευή των φορτηγών λίμπερτυ 
Ξαφνικά μια φασαρία 
μας έκανε όλους να βγούμε έξω 
απ' το ατσάλινο σκαρί 
μπροστά στο άνοιγμα
τούφες τα μαλλιά, μαύρο δέρμα, αίματα 
στους σιδερολοστούς 
Σπρώχνομαι μες στον ξυλοδαρμό και στο πλήθος 
και ουρλιάζω 
"σταματήστε!" 
τα λευκά μούτρα μου 
σβήνουν και 
χάνονται 
μες στο άγριο 
μίσος σας. 



Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Λόγια από ταινίες (συνέχεια)






Το ήξερα. Στην πραγματικότητα το ήξερα 
ότι ήταν πολύ όμορφο για να είναι αληθινό. 
Ότι δεν θα μπορούσε να διαρκέσει. 
Ότι η ζωή δεν είναι έτσι, η ζωή δεν είναι γενναιόδωρη. 
Δεν πρέπει να αγαπάς κάποιον, δεν πρέπει 
να δένεσαι με κάποιον, η ζωή σε φθονεί γι'αυτό.
 Στα παίρνει όλα και γελάει στα μούτρα σου. 
Σε προδίδει. 


(The Broken Circle Breakdown, https://www.youtube.com/watch?v=JrBgSZIQAz0)




Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Τ. Στάινμπεκ - Τα σταφύλια της οργής (απόσπασμα)


(καρέ από την ταινία του Τζον Φορντ "Τα σταφύλια της οργής")


Την άνοιξη του 1939 ο John Steinbeck (1902- 1968) δημοσίευσε τα "Σταφύλια της οργής" και ο Carey McWilliams τα "Εργοστάσια στους αγρούς". Και τα δύο βιβλία περιέγραφαν την ιστορία αλλά και τα προβλήματα της μαζικής "προσωρινής" μετανάστευσης ξένων εργατών για συγκομιδή στις πλούσιες περιοχές της Καλιφόρνιας. Ο Στάινμπεκ ο οποίος έζησε εξίσου στις μαύρες σελίδες της αμερικανικής οικονομίας, περιγράφει το άγουρο αμερικανικό όνειρο των αγροτών, οι οποίοι βλέποντας τη γη τους να'χει καλυφθεί από άμμο (το φαινόμενο Dust bowl που γέμισε τις αμερικανικές και καναδικές εκτάσεις με άμμο) και τους καπιταλιστές να ξεκληρίζουν μία- μία τις περιοχές, ξεκινούν με τα σαραβαλιασμένα τους φορτηγά προς τη αμερικανική Δύση.


Κι η Αμερική, μη νομίζεις πως είναι και τόσο μεγάλη. Δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα, για τους όμοιούς μου και για τους όμοιούς σου, δε χωράνε μαζί πλούσιοι και φτωχοί στην ίδια χώρα, δε χωράνε κλέφτες και τίμιοι άνθρωποι μαζί, ούτε η πείνα μαζί με το πάχος.


***

Στην πολιτεία της Οκλαχόμα, στην περιοχή με το κόκκινο χώμα και σ’ένα μέρος της περιοχής με το γκρίζο χώμα, οι τελευταίες βροχές πέσανε σιγανές και μετρημένες, κι έτσι δεν έσκασαε το χώμα για να ποτιστεί η γης. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα υγρά χωράφια. Οι τελευταίες βροχές κάνανε να ψηλώσει γρήγορα το καλαμπόκι, θρέψανε τα αγριόχορτα και το γρασίδι πλάι στις δημοσιές, κι όλος ο τόπος σκεπάστηκε με πρασινάδα∙ τόσο η περιοχή με το σκούρο κοκκινόχωμα, όσο και η άλλη με το γκρίζο χώμα. Τις τελευταίες μέρες του Μάη ο ουρανός άρχισε να ξεθωριάζει και σκόρπισαν τα φλοκάτα σύννεφα που σωριάζονταν ψηλά τόσο καιρό, τώρα την άνοιξη.

Μία μάντρα και μια παράγκα που μόλις χωρεί ένα γραφείο, μια καρέκλα, ένα γραφείο κι ένα γαλάζιο κατάστιχο. Ένα μάτσο παλιά συμβόλαια κουρελιασμένα που τα συγκρατεί ένας συνδετήρας, και μια στοίβα καθαρά και αμεταχείριστα συμβόλαια. Το στυλό – έχε το γεμάτο, έχε το σε καλή κατάσταση. Χάθηκε μια δουλειά εξαιτίας που το στυλό ήταν χαλασμένο.
            Εκείνοι εκεί οι μπάσταρδοι δεν είναι ν’αγοράσουν. Τριγυρνούν σ’όλες τις μάντρες. Οφθαλμοπορνεία. Χάνουν τον καιρό τους να κοιτάνε. Δεν έρχονται για ν’αγοράσουν∙ σε χασομεράνε μονάχα. Δε δίνουν δεκάρα που χάνεις τον καιρό σου άδικα. Οι δυο εκεί κάτω- όχι, αυτοί με τα παιδιά. Πάσαρέ τους κανένα αυτοκίνητο. Αρχίνα του από διακόσια δολάρια και κατέβαινε. Σταμάτα στα εκατόν είκοσι πέντε, θα τα πληρώσουν. Τύλιξέ τους. Πάσαρέ τους ένα κελεπούρι. Κόλλα τους το! Αρκετά μας χασομέρησαν.
            Μαγαζάτορες με ανασκουμπωμένα μανίκια. Υπάλληλοι καθαροντυμένοι, μοιραίοι, τα πονηρά τους ματάκια παραφυλάνε πότε θα λυγίσει ο πελάτης.

[…] Περιδιάβασε στα μέρη που θυμόταν- στην κοκκινωπή ακροποταμιά που φώλιαζαν τα χελιδόνια, κάτω από την ιτιά που ίσκιαζε το χοιροστάσιο. Δυο γουρούνες του γρύλισαν και αναδεύτηκαν πίσω απ’το φράχτη, μαύρα γουρούνια που λιάζονταν μακάρια. Έτσι τέλειωσε το προσκύνημά του και πήγε να καθίσει στο κατώφλι της πόρτας που είχε αρχίσει να ισκιάζεται. Πίσω του η μητέρα του ήταν απασχολημένη στην κουζίνα της να πλένει τα ρούχα των παιδιών μέσα σ’ένα μαστέλο∙ και τα ρωμαλέα και φακιδωμένα μπράτσα της έσταζαν σαπουνάδες από τους αγκώνες. Σταμάτησε να τρίβει σαν τον είδε που κάθισε. Τον κοίταζε πολλή ώρα, κι ύστερα το πίσω μέρος του κεφαλιού του, σαν γύρισε και αγνάντευε την έκταση μες στο ζεστό ηλιόφωτο. Έπειτα ξανάπιασε το τρίψιμο. Είπε:
            «Τομ, ελπίζω να’ναι εντάξει τα πράγματα στην Καλιφόρνια».
            Γύρισε και την κοίταξε. «Τι σε κάνει να φαντάζεσαι πως δεν είναι;» ρώτησε.


            Οι Τζόουντ και οι Γουίλσον εξακολουθούσαν τη φυγή τους μεσ’από το Πάνχαντλ, την κυματιστή και γκρίζα έκταση που κόβεται από χαντάκια και είναι ανασκαλεμένη από τις παλιές πλημμύρες. Είχαν αφήσει πίσω τους την Οκλαχόμα και διασχίζανε το Τέξας. Οι χελώνες σέρνονταν μέσα στη σκόνη κι ο ήλιος χτύπαγε αλύπητα τη γη, και το βραδινό η κάψα έφευγε από τον ουρανό και η γης ανάδινε από τα σπλάχνα της μια καυτερή πνοή.
            Δυο μέρες τώρα κρατά η φυγή, αλλά την Τρίτη μέρα η έκταση έγινε γι’αυτούς υπερβολικά μεγάλη, και καταστάλαξαν σε μια καινούργια τεχνοτροπία της ζωής∙ η δημοσιά έγινε το σπίτι τους και η κίνηση το εκφραστικό τους μέσο. Καταστάλαξαν σιγά σιγά στην καινούργια ζωή. Πρώτα η Ρουθ και ο Γουίνφηλντ, έπειτα ο Αλ, έπειτα ο Κόνυ και η Ρόζα, και τελευταία, οι πιο ηλικιωμένοι. Η χώρα ξετυλιγόταν ίδια μεγάλα στατικά πρηξίματα της γης. Γουάιλντοράντο, Βίγκα, Μπόιζ, Γκλένριο. Εδώ τελειώνει το Τέξας. Νέο Μεξικό και τα βουνά. Στο απόμακρο, τα βουνά υψώνονταν κυματιστά πάνω στον ουρανό. Κι οι ρόδες έτριζαν παντού τριγύρω, οι μηχανές πάθαιναν υπερθέρμανση και ο ατμός πιτσιλούσε γύρω στις τάπες των ψυγείων. Σύρθηκαν ως το ποτάμι Πέκος και το πέρασαν κοντά στα Σάντα Ρόζα. Και τράβηξαν είκοσι μίλια παραπέρα.

            Στο Κάνσας και στο Αρκάνσας, στην Οκλαχόμα, στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό, έμπαιναν τα τρακτόρια κι έδιωχναν τους νοικάρηδες.
            Τριακόσιες χιλιάδες ήταν κιόλας στην Καλιφόρνια, κι έρχονταν ακόμα κι άλλοι. Οι δρόμοι της Καλιφόρνιας ήταν γεμάτοι έξαλλους ανθρώπους που έτρεχαν σαν τα μερμήγκια γυρεύοντας δουλειά, να σύρουν, να σπρώξουν, να σηκώσουν, ό,τι δουλειά και να’ναι. Για κάθε δουλειά που ήταν για έναν άνθρωπο, απλώνονταν πέντε ζευγάρια χέρια∙ και για κάθε μπουκιά ψωμί άνοιγαν πέντε στόματα.
            Και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, από την άλλη, που σε μια εξέγερση θα έχαναν τη γη τους, που έχουν μάτια να διαβάσουν ιστορία και να μάθουν το μεγάλο γεγονός: πως όταν η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται σε ελάχιστα χέρια, τότε χάνεται απ’αυτά τα χέρια. Και το άλλο γεγονός που πάει συντροφικά: πως όταν μια πλειονότητα του λαού πεινά και κρυώνει, θα πάρει με τη βία ό,τι έχει ανάγκη. Και το μικρογεγονός που φωνάζει μέσα σε ολάκερη την ιστορία: πως η καταπίεση έχει για μοναδικό αποτέλεσμα να δυναμώνει και να ενώνει το λαό που καταπιέζεται. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες αγνόησαν αυτές τις τρεις κραυγές της ιστορίας. Η γης πήγε σε λιγοστά χέρια, οι άκληροι πλήθυναν, και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην καταπίεση του λαού. Ξοδεύοντας χρήματα σε όπλα, σε ασφυξιογόνα, για να προστατευτούν οι μεγάλες περιουσίες, παντού στάλθηκαν σπιούνοι για ν’αρπάξουν κάθε μουρμούρισμα επαναστατικό, κι έτσι να μπορέσει να ξεριζωθεί η εξέγερση.

            «Τομ, θα σε κυνηγήσουν» είπε η μητέρα. «Θα σε εξολοθρεύσουν, όπως κάνανε μ’εκείνο το παιδί, τον Φλόυντ».
            «Όπως κι αν είναι, θα με κυνηγήσουν. Κυνηγάνε όλους τους δικούς μας».
            «Τομ, δεν έχεις στο νου σου να σκοτώσεις κανέναν;»
            «Όχι. Συλλογιόμουν, μια και είμαι εκτός νόμου όπως το λένε, πως θα μπορούσα να… Δεν τα ξεκαθάρισα μες στο μυαλό μου. Μητέρα, μη με στενοχωρείς. Μη με στενοχωρείς».
            Κάθονταν σιωπηλοί μέσα στη θεοσκότεινη σπηλιά που φτιάναν οι βατομουριές. Η μητέρα είπε: «Πώς θα μάθω νέα σου; Μπορεί να σε σκοτώσουν και να μην το μάθω. Μπορεί να σε χτυπήσουν. Πώς θα ξέρω τι γίνεσαι;»
            Ο Τομ γέλασε βιασμένα. «Ε, όπως έλεγε κι ο Κέισι, μπορεί ο άνθρωπος να μην έχει δική του ψυχή, μα μόνο ένα κομματάκι από μια μεγάλη ψυχή… κι έτσι, τότε…»
            «Τομ, τότε, τι;»

            «Τότε δε θα’χει σημασία. Τότε θα βρίσκομαι αόρατος παντού, θα βρίσκομαι παντού… όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φάνε, θα’μια κι εγώ εκεί. Όπου κανένας πολισμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα’μια κι εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα’λεγε ο Κέισι, ε, θα’μαι κι εγώ μες στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων, και… θα’μαι και μες στο γέλιο των παιδιών, σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό είναι έτοιμο. Και όταν πια οι δικοί μας θα τρώνε απ’όσα οι ίδιοι ανάστησαν, και όταν πια θα ζουν μες στα σπίτια που έχτισαν οι ίδιοι – ε, θα βρίσκομαι κι εγώ εκεί». 


***

«Πρέπει να πάω στις κοιλάδες στα ενδότερα της χώρας. 5000 οικογένειες λιμοκτονούν εκεί. Η κυβέρνηση προσπαθεί να τους θρέψει και να τους περιθάλψει, ενώ οι Φασίστες των τραπεζών και των μεγάλων ιδιοκτησιών το σαμποτάρουν αυτό συνεχώς, και απαιτούν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό… Πρέπει να φτάσω εκεί και να δω αν μπορώ να κάνω κάτι για να χτυπήσω κατακέφαλα αυτού τους δολοφόνους. Ξέρεις τι φοβούνται; Σκέφτονται ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορέσουν να ζήσουν σε καταυλισμούς με αξιοπρεπείς συνθήκες υγιεινής θα οργανωθούν, πράγμα που τρομοκρατεί τους μεγαλοϊδιοκτήτες. Αλλά χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορεί να θεριστεί η σοδειά σε κανένα μέρος αυτής της χώρας… Είναι συνταρακτικό πόσα παιδιά πεθαίνουν από την πείνα στις κοιλάδες μας. Θα κάνω ό,τι μπορώ».

John Steinbeck – Από επιστολή του προς την Elizabeth Otis.