Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη - Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:


Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί,
εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα
του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την
κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον
οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα
"κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω
Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι
γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα,
κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και
βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την
πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε
ορύζιον ή ζάχαρις.

'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε
προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις
εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα
κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την
Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.

Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον
δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών
έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον
δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης
της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο
Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν
υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και
συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον
άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την
εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν

τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το
έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την
Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον,
έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση
και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.

Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε,
της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον
τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον
αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν
άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό
περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και
αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά,
χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;

Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον
ήξευρε καλά, του είπε
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.

Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα,
όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις
αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην,
την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι
εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους
ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ
σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.

Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν
του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί
πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν
εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.

Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του
υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια
των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-
Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται
Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...
Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.

-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε.
Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε
διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει
μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε
εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.

-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν
από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο
ν' ακούση.


-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά
κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ,
ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ
δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε
ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά,
δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το
λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.
-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς
του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα.
Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας
μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.

Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η
ομιλία έπαυσεν.

Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την
άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και
αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας
τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση
πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης
τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"

Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις
συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην
διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του
Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί
της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος
επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να
φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε
τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και
κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το
γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον
δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως
προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με
την γυναίκα του.

Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ'
ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και
βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να
αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον
Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του
Μπελιοπούλου;

-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον
είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.

-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του.
Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά
του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.

Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την
ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα
εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν
εις την εκκλησίαν.

Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων
του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα,
και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.

Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του
κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις,
εγώ πάλε;

Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της
κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον
και πάλιν ησύχασεν.

Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ'
ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη
περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον
υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα
από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν
το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.

Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και
γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το
πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι
εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το
γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα,
και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και
επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη
εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα
το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να
λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των
Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.

-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...
Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο
φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ
σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας
να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε,
κι άλλε πέντε, δέκα!
Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη
αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και
μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και
δουλειά!




Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Σαχτούρης - Ο νεκρός τις γιορτές






Εδώ και πολλά χρόνια 
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου 
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρώματα 
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός 
θα βγει έξω δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι 
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)
όταν έρθει ο χρόνος 
κι όλες οι ρόδες 
κόκκινες όπως πρώτα 
θα γυρίσουν πάλι. 





~ ~ ~

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Καλλιτέχνες στα δίχτυα του Φασισμού








"θα ξαναγυρίσουμε και η γη θα τρέμει" ήταν τα τελευταία λόγια του Γκέμπελς, του δεξιού χεριού του Χίτλερ- αφήνοντας το υπουργείο προπαγάνδας στα χέρια του. κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η φράση αυτή συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη ηλιθιότητα. κάποιος άλλος την απόλυτη ευφυΐα  Όταν έχεις να κάνεις με τον φασισμό ένα είναι το σίγουρο: δεν τον υποτιμάς... δεν του γυρνάς την πλάτη.
Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, ούσες παρηκμασμένες πολιτιστικά και πνευματικά έχουν παραδοθεί αμαχητί στην σοφία και την πανουργία του φασισμού, του πολιτιστικού αναλφαβητισμού  της οικουμενικής απανθρωπιάς. Ο φασισμός μεγαλώνει απροκάλυπτα στα σκέλια της κοινωνίας και σε κάθε μορφή είτε θεμιτή (μέσω κοινοβουλίου, καναλιών κτλ) είτε αθέμιτη. Ξεκινάει από την οικογένεια- παρακλάδι της  συρρίκνωσης κάθε μορφής παιδείας, έπειτα επανέρχεται στα σχολεία τόσο βίαια και μισερά μέσα από κάθε βιβλίο και συμπεριφορά που  φέρνει σε αμηχανία κάθε κριτικό μυαλό και, τέλος, έρχεται και αράζει στα πανεπιστήμια, στη δουλειά, στα στενά του Κέντρου και τις  πλατείες των Δυτικών. Λιμνάζει στα κανάλια, στις συζητήσεις στα μαγαζιά, στα ταμεία ανεργίας  στους φούρνους, στα χωριά.  Και τότε μερικοί ψιθυρίζουν σαν μόνη λύση την άνοδο του πνευματικού ανθρώπου. Αναρωτιούνται όλοι που χάθηκαν οι πνευματικοί άνθρωποι, πώς εξαφανίστηκαν όλοι, πώς ταπεινώθηκε έτσι η ποίηση που ήκμαζε στην Ελλάδα, τα λογοτεχνικά περιοδικά πως συγκαλύπτονται από αυτά της μόδας, της αντρικής γυμναστικής, της διασκέδασης, της φθηνής μουσικής; Πώς κατήντησε ο σκεπτόμενος άνθρωπος να απειλείται με την ρετσινιά του τρελού; Πώς κατάφεραν να πείσουν τον σκεπτόμενο άνθρωπο να μεταναστεύσει να φύγει από τη χώρα - μία χώρα που ο πνευματικός άνθρωπος είχε τον πρωταρχικό ρόλο στα ζητήματα της κοινωνίας..;
Κι εγώ αναρωτιέμαι τα εξής, μέσα σ'όλα τα παραπάνω: τι γίνεται όταν ο ίδιος ο πνευματικός άνθρωπος έχει μπλεχτεί στα δίχτυα του φασισμού;


Φίλιπο Τομάζο Μαρινέτι

"Θα υμνήσουμε τον πόλεμο -τη μόνη υγιεινή του κόσμου- τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, τα ανατρεπτικά κινήματα των απελευθερωτών, τις ωραίες ιδέες που αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτές και την περιφρόνηση των γυναικών".

Ιδρυτής του φουτουρισμού στην Ιταλία, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και έχοντας στο ενεργητικό του αρκετά διηγήματα και μυθιστορήματα και ακόμα περισσότερα θεατρικά έργα, ο Μαρινέτι δεν άργησε να μπλεχτεί με τον φασισμό του Μουσολίνι, όντας σε μία  ώριμη ηλικία την εποχή που το καθεστώς αυτό λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Εκφραστής του ντανταϊσμού και θιασώτης της τεχνολογικής  εξέλιξης δεν άργησε να μπλέξει τα καλλιτεχνικά αυτά κινήματα με την βία και τον ιταλικό φασισμό. Του άρεσε η βιομηχανική ανάπτυξη,  η δράση, ο πόλεμος, ονειρευόταν μία μιλιταριστική και βιομηχανική Βενετία, αυθεντική και ιταλική. Ήταν λοιπόν επόμενο ένα από τα βήματά του να είναι κι αυτό της ανάμειξής του με τον πολιτικό χώρο. Ίδρυσε το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα (Partito Politica  Futurista). Έρχεται σε επαφή με φασίστες και γνωρίζεται με τον Μουσολίνι. Τον Φεβρουάριο του 1933 ο Μαρινέτι επισκέπτεται την Αθήνα, όπου δίνει διαλέξεις, αλλά αντιμετωπίζει την εχθρότητα των Ελλήνων διανοουμένων. Ο κριτικός λογοτεχνίας και δημοσιογράφος  Αιμίλιος Χουρμούζιος (1904-1973) με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς δημοσιεύει ένα φυλλάδιο με τίτλο Ο Φουτουρισμός στο φως του  Μαρξισμού, στο οποίο καταγγέλλεται η συνεργασία του Μαρινέτι με τον Μουσολίνι. Παρόλα αυτά, o Mαρινέτι έρχεται σε ρήξη με τον Μουσολίνι (αιτία ήταν ο φουτουρισμός...). Κάτι τέτοιο όμως δεν θα τον αποτρέψει να λάβει μέρος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό στράτευμα στο πλευρό των ναζιστών που είχαν ξεκινήσει την εκστρατεία κατά της Ρωσίας το 1942.
Πεθαίνει το 1972, στο Μπελάτζιο της Ιταλίας.




Λουίτζι Πιραντέλλο

"Υπάρχουν οι εξωτερικές μάσκες. Μ' αυτές που γίνεται ο άνθρωπος γνωστός στους γύρω του. Η εξωτερική μάσκα μπορεί να είναι κάτι που  του έχει επιβάλει η κοινωνία, ένα πράγμα που με χαρά θα το πέταγε από πάνω του, αλλά η επιβολή της κοινής γνώμης επιμένει να μας  το φοράει."

Κάτοχος βραβείου Νόμπελ. Θεατρικός συγγραφέας, έχοντας στο ενεργητικό του πάνω από 40 θεατρικά έργα. Τα έργα του προβάλλουν μια απαισιοδοξία ενοχλητική προς πολλούς, ύποπτη, προπαγανδιστική για άλλους. Ένας συγγραφέας ο οποίος προέβαλλε την ευαισθησία και τον συναισθηματισμό την έγνοια των ξένων συναισθημάτων, ένας συγγραφέας που έζησε μια ζωή στερημένη και δύσκολη, πολλές φορές και υποσιτισμένη στα  τελευταία του χρόνια. Μας γεννιέται, λοιπόν, η απορία πως αυτός ο λογοτέχνης, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος εισχώρησε στον φασισμό... Λέγεται ότι η παρουσία του και η είσοδός του στο φασιστικό κόμμα δεν ήταν οικειοθελής  Στην ουσία ήταν αναγκασμένος να γίνει μέλος, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο Μουσολίνι κρατούσε στα χέρια του τα ηνία της τέχνης. Η αγάπη του για το θέατρο ήταν αυτή που τον έσπρωξε να γίνει μέλος του ιταλικού φασιστικού κόμματος. Το να δεχθεί τόσο παθητικά και σιωπηρά την ανάμειξή του με την φασιστική αηδιολογία ήταν εξευτελιστικό και ατομικιστικό, από τη στιγμή που υπήρχαν τόσοι συνάδελφοί του που είχαν αντιταχτεί. Αυτή η πνευματική και ψυχική φθήνια και πτώση, ίσως να μπορεί να δικαιολογηθεί κατά ένα πολύ μικρό μέρος ότι οι αντοχές του για προσπάθεια να είχαν λεπτύνει, λόγω και της βαριάς χρόνιας ασθένειας της γυναίκας του και της άρνησής του να την βάλει σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Το θεατρικό "Οι Γίγαντες του Βουνού" (ή "Ορεινοί Γίγαντες") είναι μία μικρή και μη ξεκάθαρη προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με το φασισμό. Σχεδόν κάποιος πολύ εύκολα μπορεί να ανάγει το Πιραντέλλο σε θύμα μιας καλοστημένης και πανέξυπνης παγίδας του φασιστικού κόμματος. Ωστόσο δεν ταιριάζει σε έναν μορφωμένο άνθρωπο, της παιδείας να πιάνεται θύμα, να δικαιολογείται ανόητα, σαν παιδί σχεδόν.
Για χάρη της σπουδαίας θεατρικής κληρονομιάς του, ας ονοματίσουμε λίγα από τα πολλά σπουδαία έργα του: "Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε" (Cosi e se vi pare, 1917), που περιγράφει με έναν δικό του τρόπο την σχετική αλήθεια τριών διαφορετικών απόψεων, το αριστουργηματικό του "Έξι χαρακτήρες ζητούν συγγραφέα" (Sei personaggi in cerca di autore, 1921) μία ιστορία που αφορά έξι πρόσωπα που εισβάλλουν σε ένα θεατρικό θίασο ζητώντας να αφηγηθεί ο καθένας τη δική του ιστορία, να πάρει μέρος κατά κάποιο- δικό του- τρόπο στο έργο.
Είναι η πρώτη έμμεση αναφορά στο μεταθέατρο. Επίσης, το έργο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" (Questa sera si recita a soggetto, 1930) ενάγει τον αυτοσχεδιασμό στο θέατρο. Ως επί το πλείστον, οι ιστορίες του Πιραντέλλο είναι επηρεασμένοι από την φρενοβλαβία της γυναίκας του, εκπέμποντας μία απαισιοδοξία, αδιέξοδο ακόμα και την ίδια την ασθένεια (Ερρίκος Δ’ (Enrico IV, 1922)).





Λουί Φερντινάντ Σελίν

"Το να μπορείς να ξεφύγεις ζωντανός από ένα τρελαμένο διεθνές σφαγείο είναι όπως και να ’χει, ένα εχέγγυο διακριτικότητας και τακτ."

Αντιπαθεί κάθε δήθεν πολιτισμό. Δυστυχώς γι'αυτόν ένας δήθεν πολιτισμός είναι και ο εβραϊκός. Αντισημίτης και φιλοναζιστής, παρασημοφορημένος στρατιώτης, σχεδόν ανάπηρος, λόγω ενός τραυματισμού του χεριού του κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1932 εκδίδει το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" - ένα αριστουργηματικό έργο για πολλούς, προκλητικό, σαρκαστικό. Γράφτηκε πριν αρχίσει τις ρατσιστικές και φιλοναζιστικές υστερίες του. Έπειτα απ'αυτό και όντας προσκολλημένος για τα καλά στο καθεστώς του Βισύ, δεν θα γράψει κάτι αξιόλογο ξανά στο μέγεθος του πρώτου βιβλίου. Κατηγορείται από την γαλλική κυβέρνηση, μα κυρίως από την γαλλική κοινωνία για προδοσία, για δωσιλογισμό. Το μεγάλο του συγγραφικό ταλέντο στοιχειώνεται από την έλλειψη κάθε πολιτικής, ανθρώπινης παιδείας και σκέψης. Ο Σελίν είναι κατά τ'άλλα ένα ιδιόρρυθμος γιατρός, που δεν δέχεται, μάλιστα, αμοιβή από τους φτωχούς ασθενείς του. Στα έργα του δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία ρατσιστικών αντιλήψεων και εκφράσεων, ούτε μία υποβόσκουσα προπαγάνδα (όπως και πολλών άλλων ομοίων του). Την αιτία για την κατάπτωση του δυτικού πολιτισμού και του δυτικού  ανθρώπου, την απαξίωση σε κάθε τι ανώτερο και ηθικό, και την προσήλωση του δυτικού ανθρώπου στην επιφάνεια και στις σαρκικές  απολαύσεις, την αιτία λοιπόν για όλα αυτά ο Σελίν την βρήκε στο πρόσωπο των Εβραίων. Η ευαισθησία του συγγραφέα είναι το όπλο που θα  στραφεί εναντίον του, που δεν θα τον αφήσει να σκεφτεί καθαρά. Βρήκε την έτοιμη απάντηση, την δημόσια και μοντέρνα- τότε, αλλά ακόμα και σήμερα- κατηγόρια, πράγμα πολύ ανακουφιστικό για τον άνθρωπο που φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες των πράξεών του, για τον  ανασφαλή άνθρωπο που ξέρει εκ των προτέρων ότι ο δρόμος που έχει πάρει δεν είναι αληθινός, δεν είναι ανθρώπινος, ωστόσο χρειάζεται τόσο μία κοινωνική ασπίδα, την ένταξή του σε μία ιδεολογία τόσο κούφια, τόσο απλή, επίσης. Καταδικάστηκε στη Γαλλία ερήμην ως  δωσίλογος (είχε καταφύγει μετά την κατάρρευση του Καθεστώτος του Βισύ πρώτα στη Γερμανία και κατόπιν στη Δανία, όπου και φυλακίστηκε), για να επιστρέψει περίπου δύο χρόνια αργότερα μετά την αμνηστία που δόθηκε στους αναπήρους πολέμου. Από τότε  δεν έγραψε ούτε ένα βιβλίο της προκοπής και ως το 1961 που πέθανε έζησε μέσα στην αφάνεια και με το στίγμα του προδότη.





Χέρμπερτ φον Κάραγιαν


Γιος μιας οικογένειας ελληνικής καταγωγής από το Σάλτσμπουργκ, ο Κάραγιαν (αλλιώς Καραγιάννης) ήταν ένα παιδί- θαύμα στο πιάνο, αν  κρίνει κανείς ότι στα 5 του χρόνια έδωσε την πρώτη του συναυλία. Στο Σαλτσμπουργκ είναι που διευθύνει την Φιλαρμονική Ορχήστρα Βιέννης αλλά και όταν είχε προσχωρήσει στην Παγγερμανική Αδελφότητα «Ρούγκια» ενώ λίγο αργότερα, είχε κάνει αίτηση πρόσληψής του και στην τοπική οργάνωση του κόμματος, στο Άαχεν της Γερμανίας, η οποία έγινε αποδεκτή την 1η Μαΐου 1933. Το Ναζιστικό κόμμα ήταν αυτό που ενθάρρυνε την μουσική του καριέρα και εκτός γερμανικών συνόρων. Από το 1938 άρχισε τη συνεργασία του με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, που κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Ένας ακόμα μεγάλος καλλιτέχνης, ο οποίος έπεσε θύμα του ίδιου του τού πάθους, της αγάπης του για την μουσική, της επαγγελματικής του αφοσίωσης. Ακόμη και επικριτές του Φον Καραγιάν ανεγνώριζαν ότι τα κίνητρά του ήταν επαγγελματικά και όχι τόσο ιδεολογικά. Αψήφησε το γεγονός ότι αυτή του η προσχώρηση στο καθεστώς έγινε μία πράξη μεγάλης πρόκλησης και απαξίωσης προς άλλους συναδέλφους του που είχαν αρνηθεί ανάλογες διευκολύνσεις που παρείχε το ναζιστικό κόμμα, προτιμώντας μέχρι και την εξορία (Μπρούνο Βάλτερ, Αρτούρο Τοσκανίνι και Εριχ Κλάιμπερ). Πάντως, μεταπολεμικά πολλοί σημαντικοί μουσικοί, όπως οι Άϊζαακ Στερν, Άρθουρ Ρουμπινστάιν και Γιτζάκ Πέρλμαν, αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του.





Λένι Ρίφενσταλ

Το όνομα της συνδέεται με την ναζιστική προπαγάνδα. Η ίδια όμως καμία σχέση δεν είχε με τον Εθνικοσοσιαλισμό- πιότερο θύμα της ίδιας του της προπαγάνδας ήταν... Ξεκίνησε ωθούμενη από την φυσική ομορφιά της ως ηθοποιός του βουβού κινηματογράφου. Η άνοδος όμως του ομιλούντα την έφερε αντιμέτωπη με την ίδια της την φιλοδοξία αλλά και το ρεύμα της εποχής εκείνης. Έκτοτε, ασχολήθηκε η ίδια με τον κινηματογράφο, πίσω από τις κάμερες αυτή τη φορά, στη θέση του σκηνοθέτη, αλλά και πότε- πότε στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ξεχωρίζει στον χώρο των ταινιών με την ταινία το "Γαλάζιο Φως" («Das blaue Licht»). Η ταινία αυτή είναι που θα στρέψει και το βλέμμα του Χίτλερ πάνω της. Έπειτα από το "Γαλάζιο Φως" η ανεξαρτησία της έλαβε τέλος. Γραπώνεται (ή και αυτογραπώνεται, αν θέλετε) στα δίχτυα του ναζιστικού κόμματος και ξεκινά να σκηνοθετεί και να προβάλλει με την υπογραφή της προπαγανδιστικές ταινίες, υπέρ του Γ' Ράιχ. Η ίδια ωστόσο ποτέ δεν υπήρξε μέλος του Κόμματος. Ό,τι έκανε, το έκανε γοητευμένη από την ισχύ του ηγέτη του Κόμματος, βλέποντας στα μάτια του την αρέσκειά του προς το όνομά της και, φυσικά, την χορηγία για την καλλιτεχνική της συνέχεια. Δεν θα μπορούσε όμως να μην αναφερθεί το γεγονός ότι η Ρίφενσταλ ήταν αυτή που δημιούργησε πολλά καινοτόμα πλάνα και λήψεις (ήταν από τους πρώτους σκηνοθέτες που χρησιμοποίησε τη λήψη πάνω σε ράγες τρένου) και αναγνωρίστηκε από πολλούς, κυρίως από το γύρισμα της ταινίας για τους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου το 1936 («Ο Θρίαμβος του Λαού», στην Ελλάδα αποδίδεται ως «Ο Θρίαμβος της Θέλησης»). Μετά την πτώση της Ναζιστικής Γερμανίας, η Ρίφενσταλ φυλακίζεται για τέσσερα χρόνια σε γαλλικές φυλακές. Βγαίνοντας από αυτές, προσπαθεί να αποβάλλει το παρελθόν από μέσα της. Γίνεται το μαύρο πανί για τον καλλιτεχνικό χώρο. Της αρνείται το Χόλιγουντ, ακόμη και στην Ομοσπονδιακή Γερμανία βρίσκει μηδαμινή απήχηση. Εγκαταλλείπει την Ευρώπη και ταξιδεύει στην Αφρική. Κάνει ντοκιμαντέρ για το δουλεμπόριο στην Αφρική (!), αλλά και για διάφορες φυλές της. Κυκλοφορεί δύο συλλογές φωτογραφίες, αλλά τίποτε δεν θυμίζει την αίγλη των ναζιστικών χρόνων. Συνεχείς νεκραναστάσεις, δίχως τίποτε σταθερό. Το 1978 θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στον χώρο: θα παρουσιάσει τις υποβρύχιες φωτογραφίες. Στα 98 της χρόνια φωτογραφίζει καρχαρίες στην Κόστα Ρίκα. Θα πεθάνει στην χώρα της σε ηλικία 101 χρονών (το 2003)...






Σαλβαδόρ Νταλί

"Ξυπνάω κάθε πρωί και σκέφτομαι: τι ευτυχία να είσαι ο Νταλί. Κι ακόμη: τι από την μεγαλοφυΐα του θα αποκαλύψει σήμερα ο Νταλί στους ανθρώπους."

Σχεδόν όλοι τον ξέρουν για τους σουρεαλιστικούς πίνακές του, την εκκεντρική του ζωή, το δικό του στυλ... Λίγοι όμως τον ξέρουν ως έναν από  τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Φράνκο. Και, δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση ο Νταλί ήταν αυτός που χτύπησε την πόρτα του φασισμού, και όχι το αντίθετο. Δεν είχε, δηλαδή, κάποια ανάγκη να εισχωρήσει στην φασιστική αηδιολογία και δη στην πουριτανή καθολική εκκλησία του Πάπα Πίου- ακούραστο βοηθό του φασίστα Φράνκο. Ο Νταλί όσο καιρό οι φασιστικές δυνάμεις ήταν στην εξουσία, η ζωή του ήταν ανάλαφρη, εύκολη, δοξασμένη και φυσικά πλούσια (ήταν κοινό μυστικό ότι όλοι σχεδόν οι πλούσιοι φοροδιαφεύγανε στα χρόνια του Φράνκο). Βέβαια, δεν είναι διόλου απίθανο όλος αυτός ο τρόπος ζωής και η φανερή έκφραση των απόψεών του για το ισπανικό καθεστώς, να ήταν μία ακόμη προσπάθεια να τυραννήσει λίγο ακόμα την πολιτεία με το εκκεντρικό του στυλ, την προκλητικά φιγουρατζίδικη ζωή του. Ωστόσο δεν άργησε να φανερώσει και τις προθέσεις του προς τον Φράνκο και όλο αυτό το αλλόκοτο αγκάλιασμά του με τον φασισμό: ήθελε με πάση θυσία να γίνει το μουσείο Νταλί στη Φιγέρα- ως γνωστός νάρκισσος που ήταν. Ο Νταλί απέχει πολύ από το να τον ονοματίσουμε "τρελό". Ίσως να'ταν ένα κράμα παρανόησης και μια προσπάθεια να είναι πανταχού παρόν, κάνοντας κάθε τι κακόγουστο να μοιάζει με καλαίσθητο. Παρόλα αυτά, και πέρα από την τέχνη που άφησε σαν κληρονομιά- τους ευφυέστατους αυτούς πίνακες- ο Νταλί δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας αλαζονικός Καταλανός  θρασύδειλος και σαρκαστικός ξέροντας σαφώς τη δύναμη που είχε, την πέραση, κυρίως, και το γεγονός ότι ό,τι και να έκανε, θα εξακολουθούσε να είναι το αγαπημένο παιδί πολλών στο χώρο της ζωγραφικής.





Κνουτ Χάμσουν


"... Η Ευρώπη δεν χρειάζεται τους Εβραίους, ούτε το χρυσάφι τους."

Δεν θα μπορούσε να λείπει από το αφιέρωμα αυτό αυτός ο μεγάλος λογοτέχνης, που επηρέασε με τα βιβλία του όσο λίγοι βόρειοι συγγραφείς είχαν κάνει. Αυτός ο μεγάλος Νορβηγός λογοτέχνης ήταν και ένας μεγάλος θιασώτης του εθνικοσοσιαλισμού. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις που το Γ' Ράιχ ταίριαξε απόλυτα από τις- εκ των προτέρων- ιδεολογίες και ανησυχίες του. Στον Χίτλερ βρήκε τον ηγέτη που πάντοτε περίμενε: αυτόν που θα δημιουργούσε μία αρμονική αλυσίδα ανώτερων ανθρώπων (σύμφωνοι με τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, που είχε γίνει έμμονη ιδέα του Χάμσουν) που ουδεμία σχέση δεν θα είχαν με μπασταρδεμένες φυλές, όπως επίσης και με φιλο-μοντέρνα, δυτικά πρότυπα. Δεν ήταν λίγα τα άρθρα του σε εφημερίδες της νορβηγικής κοινωνίας, κάνοντας έκκληση η τελευταία να απορροφηθεί πλήρως από το Ναζιστικό κόμμα. Να γίνει δικό του σώμα. Κάπου εκεί ξεκινάει και η αποστροφή της νορβηγικής κοινωνίας από τον ίδιο. Αρχίζει ο δίχως προηγούμενο εξοστρακισμός του από την κοινωνία - από την μία ο Γκέμπελς και ο Χίτλερ τον βράβευαν και αλληλογραφούσαν μαζί του συχνά, από την άλλη οι δικοί του ανθρώποι είχαν κόψει κάθε επικοινωνία, κάθε συμπονετική άποψη για όποια του συμπεριφορά. Όπως αναρωτιέται και ο Άγγλος βιογράφος του Χάμσουν, Ρόμπερτ Φέργκιουσον: ''Ένα ευαίσθητο και ονειροπόλο πνεύμα που δημιούργησε τόσο όμορφες ιστορίες αγάπης...μπορεί στ'αλήθεια να έχει υπάρξει ναζί;''. Μόνο ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να διακρίνει στα γραπτά του το από όλες τις πλευρές μήνυμά του περί της υπεροχής μίας φυλής, προς την ανάπτυξη του ανθρώπου που εναρμονίζεται με τις δικές του φιλοσοφίες. Ήταν τέτοιος ο θαυμασμός του προς το Ναζιστικό κόμμα, που δεν δίστασε το 1943 να δώσει το βραβείο Νόμπελ ιδεαλιστικής λογοτεχνίας που είχε κερδίσει το 1920 στον Γκαίμπελς, ως ένδειξη σεβασμού και φιλίας. Ο Χάμσουν μέχρι το τέλος της ζωής του υπήρξε ένας από τους λίγους υποστηρικτές του Χίτλερ, χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους που διέτρεχε και ο ίδιος αλλά και η οικογένειά του. Όπως κι έγινε: με την κατάρρευση του Ναζιστικού κόμματος, οι γιοι του Χάμσουν συνελήφθησαν  η γυναίκα του καταδικάσθηκε σε τριετή καταναγκαστικά έργα, ενώ ο ίδιος πλήρωσε ένα πρόστιμο της τάξεως των 500.000 κορωνών. Για τον Χάσμουν η ζημιά είχε γίνει. Τα βιβλία του
είχαν απαγορευθεί, ενώ γρήγορα στιγματίστηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη για τις ιδέες του. Αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά. Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Χάμσουν όταν ήρθε σε προσωπικό διάλογο (όσο μπορούμε αυτό να το ονομάσουμε "διάλογο") με τον Χίτλερ, τον παρακάλεσε να σταματήσει τις θηριωδίες και τις εκτελέσεις. Υπήρξε ένας εθνικοσοσιαλιστής ιδεαλιστής- ο οποίος, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλες τις "ιδεολογίες" και τα καθεστώτα, είχε διαλέξει τα δικά του κομμάτια. Όπως επίσης λίγοι γνωρίζουν ότι στην ελληνική πεζογραφία είχε επιδράσει σε πολλούς λογοτέχνες.
Δεν δίστασε δε ο αριστερός Β. Δασκαλάκης να μεταφράσει βιβλία του στα ελληνικά, αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα των γραμμάτων του. Ίσως αυτά τα στοιχεία να κράτησε και η νορβηγική κοινωνία, όταν απεφάσισε έπειτα από πολλά χρόνια να συμφιλιωθεί με τον Χάμσουν (όντας νεκρός) να κάνει τα στραβά μάτια στις ιδεολογίες του και να στραφεί στα γράμματά του.





Έζρα Πάουντ

"Αν δεν κάνεις θυσίες για τις Ιδέες σου, τότε ή εσύ δεν αξίζεις ή οι Ιδέες σου".

Φαντάζομαι πως την παραπάνω φράση του την είχε πει όταν εγκατέλειψε την Αμερική και έπειτα από μία περιπλάνηση στο Λονδίνο και το Παρίσι, εγκαταστάθηκε στην Ιταλία. Φαντάζομαι θα ήταν τότε που με όλα τα μέσα (γραπτά, ραδιόφωνο, συζητήσεις) εκθείαζε τον Μουσολίνι και ήταν ψυχή και σώμα δοσμένος στον φασισμό. Ο Αμερικάνος αυτός ποιητής ο οποίος επηρέασε λογοτέχνες και ποιητές από τον Χέμινγουεϊ μέχρι και πολλούς μοντέρνους λογοτέχνες- μιας και ο ίδιος μαζί με τον Έλιοτ θεωρήθηκαν ως οι σπουδαιότεροι ποιητές του αγγλο-αμερικανικού μοντερνισμού- δεν μπόρεσε να μην πέσει στα δίχτυα του φασισμού και του ναζισμού. Παρόλη την αγάπη του για πολλούς πολιτισμούς και την ιδέα ότι υπάρχει μία κρυμμένη ευτυχία και αυτή βρίσκεται στην συνύπαρξη των λαών, δεν δίστασε ούτε μία στιγμή να επαινεί τον Μουσολίνι και- λιγότερο- τον Χίτλερ και να ανάγει την Ιταλία σαν δεύτερη (ίσως και πρώτη...) πατρίδα του. Δεν δίσταζε να υποκινεί μέσα από υστερικές ραδιοφωνικές εκπομπές το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ταυτόχρονα όμως με το να καταγγέλλει και τους τραπεζίτες και τους τοκογλύφους σε πολλά ποιήματά του. Και εδώ έρχονται και δημιουργούνται  κάποιες απορίες γύρω από το όνομα του μεγάλου αυτού ποιητή, όταν τη ζωή του την είχαν αγκαλιάσει αμφιλεγόμενες συμπεριφορές, όταν έπειτα από χρόνια μετάνιωσε για την όλη δράση του γύρω από το όνομα του Μουσολίνι.Ο Πάουντ είναι από τους λίγους ποιητές που αδιαφορούν και τον κανόνα της μη ανάμειξης της ποίησης με την πολιτική και κατηγορεί το κεφάλαιο για κάθε πόλεμο και τον καπιταλισμό για την όποια κατάντια της  Αμερικανικής κουλτούρας. Βαθιά αντισημίτης μπλέκει τον Εβραίο άνθρωπο στα δεινά των συνανθρώπων του και του οικονομικού συστήματος.
Ενώ ενθουσιαζόταν με πολλούς πολιτισμούς και κουλτούρες στο παρελθόν, με  την παραμονή του στην Ρώμη, αναζητεί κάποια μικρή, υποτυπώδης φυλή ξέχωρη, αυτούσια, να ανασυγκροτήσει ξανά τον άνθρωπο και το έθνος. Το όποιο έθνος κατά τον Πάουντ... Φαίνεται ότι ο Πάουντ είχε επηρεασθεί από πολλούς και ότι δεν ήταν ολότελα δική του επιλογή να προσχωρήσει στις ιδέες του φασισμού. Ένας, επίσης, λόγος ήταν και το γεγονός ότι δεν είχε καμία εκτίμηση στους σοβιετικούς και κομμουνιστές- θεωρώντας ότι ήταν υλιστές και υποβάθμιζαν την τέχνη ως κάτι φθηνό. Εκτός αυτού θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν από Εβραίους, οι οποίοι στήριζαν το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι η βαθιά του ενόχληση προς το οικονομικό εβραϊκό σύστημα και το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο, έσπρωξαν τον Πάουντ να θεωρήσει ότι μόνο ένας  Μουσολίνι και ένας Χίτλερ μπορούσαν να σώσουν την Ευρώπη από αυτή την οικονομική και κοινωνική μάστιγα.
Αργότερα μετάνιωσε για την όποια του δράση που σχετιζόταν με τον φασισμό. Η κοινωνία δεν κατάφερε μπροστά στο μεγάλο του ποιητικό έργο, να του κρατήσει μούτρα. Γρήγορα τον ξανα-αγκάλιασε. Παρόλα αυτά ο Έζρα Πάουντ ποτέ δεν παραδέχθηκε ολοφάνερα ότι το μόνο που μετάνιωσε ήταν τον αντισημιτισμό του. Φασίστας δεν έπαψε ποτέ να νιώθει...








Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Μπέρτολτ Μπρεχτ - Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι


«Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι
που ειν΄έγκλημα σχεδόν
όταν μιλάς για δέντρα,
γιατί έτσι παρασιωπάς
χιλιάδες κακουργήματα.
Αυτός εκεί που διασχίζει ήρεμα το δρόμο ξέκοψε πια,
ολότελα απ΄τους φίλους του που βρίσκονται σ΄ανάγκη
Είναι σωστό:
Το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω
Όμως,πιστέψτε με.
είναι εντελώς τυχαίο.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση
(λίγο η τύχη να μ΄αφήσει χάθηκα)
Μου λένε:
Φάε και πιές
Νά΄σαι ευχαριστημένος που έχεις.
Μα πως να φάω και να πιώ
όταν το φαγητό μου
τ΄αρπάζω από τον πεινασμένο;
Όταν κάποιος διψάει
για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο,τρώω και πίνω.»

- Μπέρτολτ Μπρεχτ

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Α. Παπαδιαμάντης - Ο Καλόγερος




(1892)
Λέγεται ότι η ιστορία διαδραματίζεται στην Αθήνα και συγκεκριμένα στους Αγ. Αναργύρους. Ο Παπαδιαμάντης με ευφυέστατο και προσεκτικό τρόπο σκιαγραφεί την ηθική της εποχής, τα πάθη και τους καημούς της μικρο-κοινωνίας, έχοντας στο προσκήνιο τον - αληθινό κατά τ'άλλα νεωκόρο- καλόγερο Σαμουήλ. Το διήγημα αυτό γράφτηκε από τον Παπαδιαμάντη στην ηλικία των 58 του χρόνων. 
Παρακάτω ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα (από το τέλος του διηγήματος...) :




[...]

Την επαύριον προ μεσημβρίας, ο μοναχός Σαμουήλ μετέβη εις την  αρχιεπισκοπήν, όπου έμεινε περί την ημίσειαν ώραν. Ακολούθως αφού  ηρίστησε, περί την δείλην, επεσκέφθη την μίαν μετά την άλλην τας οικίας των  επιτρόπων και των ιερέων του ναού. Είτα καλέσας μυστηριωδώς ένα γείτονα  έχοντα κάρον, σχολάσαντα ενωρίς, του είπε ολίγας λέξεις, τας οποίας εκείνος  μετ’ εκπλήξεως ήκουσε.
-         Και γιατί τέτοια ώρα, γέροντα; τον ηρώτησε.
-         Θέλω να μη με μάθει κανείς, απήντησεν ο Σαμουήλ, και, σε  παρακαλώ, να  μην εβγεί απ’ το στόμα σου.
-         Και ξέρουν χαμπάρι οι πιτρόποι; ηρώτησε πάλιν ο άνθρωπος.
-         Μη σε μέλει, εγώ είμαι συνεννοημένος.
-         Και τι ανάγκη τον έχεις τον κόσμο, αν σε ιδούν τάχα κιόλας; επέμεινεν  ο  έχων το κάρον.
-         Ε! Δεν έχω ανάγκη τον κόσμο, έχω όμως ανάγκη τον εαυτό μου. Εγώ  το ξέρω  πλέον.
     Ο άνθρωπος δεν εφαίνετο πεισθείς.
-         Αν δε βαριέσαι, σύρε να ρωτήσεις στο σπίτι του επιτρόπου του κυρ  Γιάννη του Ρηγίτσα, για να βεβαιωθείς. Σε παρακαλώ μόνον, μην κάνεις λόγο αλλού  πουθενά έως αύριο.      Ο έχων το κάρον απεμακρύνθη, νεύσας διά της κεφαλής ότι θα υπάγει και  θα τηρήσει το μυστικόν.
     Μετ’ ολίγας στιγμάς, εφάνη η γραία Σασού ο εφιάλτης της προλαβούσης  νυκτός.
-         Πώς δε σε είδαμε σήμερα, Σαμουήλ; του λέγει.
-         Σι να κάμω; Είχα δουλειές κι έτρεχα, απήντησε ψυχρώς ο καλόγηρος.
-         Πού πήγες;
-         Πήγα στη μητρόπολη, κι αλλού, κι αλλού.
-         Πού αλλού;
-         Εδώ, εκεί, είπεν αθύμως ο καλόγηρος.
-         Σι πήγες στη μητρόπολη; Είναι καμμιά δουλειά;
-         Άλλη φορά σου λέγω, είπεν αλλού βλέπων ο καλόγηρος.
-         Έχεις, βλέπω, μυστικά, Σαμουήλ, είπεν η κοκκίνη γραία.
-         Σι μυστικά, βλοημένη, να έχω;... μα ως τόσο... άλλη φορά τα λέμε.
     Σην ιδίαν στιγμήν επέστρεφεν ο έχων το κάρον. Ένευσε μακρόθεν εις τον  καλόγηρον ότι επήγεν εις την οικίαν του επιτρόπου, ότι επληροφορήθη και δεν  είχε πλέον καμμίαν υποψίαν.
-         Μου είπαν ότι επαρέδωκες, είπε διά της φωνής, και είσαι νέτος.
-         σιουτ! ένευσε διά του δακτύλου εις το χείλος ο καλόγηρος.
     Η γραία ήκουσε την λέξιν του ανθρώπου, και έσπευσεν ευθύς ως  απεμακρύνθη ούτος να ερωτήσει τον καλόγηρον:
-         Σι επαρέδωκες, Σαμουήλ; Σι σου λέγει αυτός; Σι είσαι νέτος;
-         Δε λέει τίποτε, βλοημένη, απήντησεν ο καλόγηρος. Σάχα πως... παραδίνω...  δίνω λογαριασμό για το κερί της εκκλησιάς< εις τους επιτρόπους, κάθε μήνα.
-         Σαν αλλοιώτικος μου φαίνεσαι σήμερα, είπεν εν υποψία η κοκκίνη  γραία. Μη σου ήρθε καμμιά ιδέα να μας φύγεις, Σαμουήλ;
-         Να σας φύγω; Όχι! είπεν εντόνως ο καλόγηρος.
-         Κοίταξε, μη σε χάσουμε, γιατί σ’ εμάθαμε, καημένε Σαμουήλ, και θα  μας  κακοφανεί πολύ.
-         Σι λες, βλοημένη;... Δεν σου λέω, ημπορεί να φύγω, ύστερα από  καιρό... καθώς πολλές φορές σου είπα... μα εύκολα δεν φεύγει, βλέπεις, κανείς.
-         Γιατί σ’ επονέσαμε και μας πόνεσες, προσέθηκεν η γραία.
-         Αλήθεια, είπεν ο Σαμουήλ. Ας είστε καλά. Μα, καλόγερος, βλέπεις,  δεν μπορεί παρά να πάει στη μετάνοιά του μια μέρα...
-         Ύστερ’ από κάμποσα χρόνια, σα γεράσεις,  Σαμουήλ. 
-         Όποτε είναι θέλημα Θεού.
     Η γραία εσιώπησεν επ’ ολίγας στιγμάς και είτα είπε:
-         Σι όμορφα που περάσαμε ψες το βράδυ! Σα κορίτσια ευχαριστηθήκανε  πολύ απ’ τη συναναστροφή σου< Πότε πάλι θα μας έρθει, Σαμουήλ;
-         Ε! καμμιά βραδιά πάλι, να περάσουν ημέρες.
     Και η γραία , ιδούσα ότι η Κώσταινα την κατασκόπευεν απ’ αντικρύ με την  μικράν ηλακάτην της, απεμακρύνθη. 



* * *


     Σην βαθείαν νύκτα, κοντά τα μεσάνυκτα, εκρούσθη η θύρα του μικρού  κελλίου.
-         Καλόγερε! Πάτερ Σαμουήλ!
     Απάντησις δεν εδόθη.
-         Σαμουήλ! Πάτερ Σαμουήλ! Καλόγερε!
     Ουδέν σημείον ότι άκουσαν έσωθεν την επίκλησιν. Υως εις το παράθυρον  δεν υπήρχε.
-         Κάτι βαριά εκοιμήθηκε απόψε ο καλόγερος, είπεν ο κρούων την  θύραν. Να  μην το είχε τάχα των Κτιτόρων;
     Και ύψωσε τον φανόν ον εκράτει προς το παράθυρον του κελλίου, εφωτίσθη  δε τότε η όψις του, μεσήλικος ανδρός, ευτραφούς με ψαλιδισμένον το γένειον. 
Ήτο αυτός ούτος, ο κυρ Γιάννης Μανάφτης· εξηκολούθησε να κρούει  θορυβωδώς την θύραν ως και το παράθυρον του ισογείου οικήματος,  υποψιθυρίζων με τους οδόντας:
     «Σι προσήλθες, αδελφέ;» και πάλιν ήρχισε να φωνάζει δυνατά.
Αι φωναί και αι κρούσεις του κυρ Γιάννη έσχον αποτέλεσμα το να τρίξει  ελαφρώς έν παράθυρον γειτονικής οικίας, να διανοιγεί, και μία κεφαλή να  προβάλει διά του ανοίγματος. Ο κυρ Γιάννης ήκουσε τον ελαφρόν τριγμόν,  εστράφη, και διείδεν εις το σκότος την επιφανείσαν κεφαλήν.
-         Σι να έγινεν ο καλόγερος; ηρώτησε, μην επήγε πουθενά;
-         Σι τονε θέλεις; ηρώτησε γυναικεία φωνή.
     Ήτο η γειτόνισσα η Κώσταινα, άνευ της ηλακάτης, ήτις, κοιμωμένη από της  ογδόης, είχε χορτάσει τον ύπνον, κι εγερθείσα, ήλθεν εις το παράθυρον να ίδει  και ν’ ακούσει. Ο κυρ Γιάννης απήντησεν:
-         Η πεθερά μου κινδυνεύει, και είναι ανάγκη να την μεταλάβουμε.  Αλλά δεν  ξέρω πού να είναι ο καλόγερος.
-         Θα είναι στις παπαδιές, απήντησεν ετοίμως η Κώσταινα.
-         Ποιες παπαδιές; ηρώτησε μετά προσποιητής απορίας ο κυρ Γιάννης.
     Η κυρα-Κώσταινα δεν απήντησεν απ’ ευθείας, αλλά μετά βραχείαν σιγήν  επανέλαβε:
-         Ποιος ξέρει αν δεν τον έχουν κρυμμένον μέσα οι παπαδιές, μην τονε  ζηλέψει κανείς και τονε πάρει.
     -    Σι παπαδιές; Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, κυρά, είπεν ο κυρ Γιάννης, 
όστις τουναντίον είχεν εννοήσει εξ αρχής, διότι κάτι ήξευρε περί της σχέσεως  την οποίαν υπηνίσσετο η από του παραθύρου γυνή.
-         Θα είναι χωσιά σου λέω, επέμεινεν η Κώσταινα. Βρόντα εκεί (δείξασα  την  θύραν της γραίας Σασούς) να μάθεις.
-         Δεν μπορώ να βροντώ στα ξένα σπίτια, είπεν ο κυρ Γιάννης.
-         Μεγάλη προσβολή θα τις κάμεις! είπεν η Κώσταινα· δεν ξέρεις, καλέ,  να  καμωθείς, να βρεις αφορμή πως τάχα, επειδής δε βρήκες τον καλόγερο, 
πίστεψες πως θα πήγε κάπου σε κανένα εξωκκλήσι, και θέλεις να ρωτήσεις τη  γριά, μην της άφησε το κλειδί της εκκλησιάς, ωσάν κλησάρισσα που είναι;
     Ο κυρ Γιάννης ο Μανάφτης εθαύμασε το σχέδιον της γυναικός. Εν τούτοις  εδίσταζε να το βάλει εις την πράξιν.
    -    Θα πάγω καλύτερα, είπεν, αφού επί στιγμήν εσκέφθη, να βροντήξω την  πόρτα του παπα-Παυλίνου, που κάθεται δω κοντά. Θαρρώ να είναι εφημέριος,  κι ίσως να έχει ο ίδιος το κλειδί, αν λείπει ο καλόγερος. Σέλος πάντων, ό,τι  είναι, θα ξέρει.
     Και ως είπεν, έκαμεν. Ο παπα-Παυλίνος, εφημέριος ων, ευρέθη έχων το  κλειδίον της εκκλησίας και απελθών μετέδωκε την κοινωνίαν εις την  ψυχορραγούσαν. Ο κυρ Γιάννης εντράπη να ερωτήσει τον ιερέα διατί το  κλειδίον ευρέθη, εξαιρετικώς την εσπέραν εκείνην, εις χείρας του, και τι έγινεν 
ο καλόγηρος. Μόνον δε το πρωί έμαθε, μεθ’ όλης της γειτονιάς ότι ο καλόγηρος  είχεν αναχωρήσει την εσπέραν εκείνην, παραιτήσας το επάγγελμα του  νεωκόρου.



* * *


     Σην δεκάτην ώραν της νυκτός, ο άνθρωπος με το κάρον είχεν έλθει  έμπροσθεν του κελλίου. Ο πάτερ Σαμουήλ είχεν ετοιμάσει, άμα ενύκτωσεν,  όλην την πενιχράν αποσκευήν του, και αφού την επεβίβασεν εις το κάρον,  ανέβη και αυτός. Εξεκίνησαν διά τον Πειραιά. Όλη η συνοικία εκοιμάτο, και  κανείς δεν τους είδεν, ειμή τινες αγυιόπαιδες, οίτινες υπέθεσαν ότι ο  καλόγερος επήγαινεν εις κανέν εξωκκλήσιον.
     Δεν είχεν ενδώσει εις τας πιέσεις των επιτρόπων, όπως μείνει επ’ ολίγας  ημέρας, μέχρις ου εύρωσι διάδοχόν του. Εβιάζετο να φύγει φοβούμενος μήπως  μετεμελείτο την επαύριον. Από της πρωίας εζήτησεν εκκλησιαστικόν  διαβατήριον από την αρχιεπισκοπήν. Οι επίτροποι κατεθλίβησαν διά την  αναχώρησίν του.
     Επεβιβάσθη εις το πρώτον ατμόπλοιον, το αποπλέον διά την Θεσσαλονίκην,  και με αίσθημα ανακουφίσεως, διά το οποίον ηπόρει και αυτός, επέστρεψεν εις  τον Άθωνα, εις την μετάνοιάν του.




Άτιτλο ...



Οι σκιές των ερωτευμένων
πάνω σε κάθε παγκάκι
είναι λάβαρο
που δεν
μπορεί
να σηκώσει κανείς. 

Άνθρωποι του Θεού δεν
είναι

δεν είναι ημέρες, 

δεν έχουν τη συγχώρεση μέσα
τους
δεν
έχουν το αγιασθήτω - 
είναι σκληροί
ακλόνητοι
σαν το βουνίσιο γρασίδι
σαν φυλλωσιά που στάζει
λέρα. 

Βουτάνε σε τάφρους
δίχως οξυγόνο 
δίχως πετρέλαιο
μονάχα το μυρμήγκιασμα 
στους
κροτάφους
έχει απομείνει.

Και μοναξιά...

μοναξιά ατελείωτη να τους σακατεύει
να τους κουφαίνει με το 
βλοσυρό     τί 
-ποτά της 
να κρύβεται στο σβέρκο
και με κάθε φιλί
με κάθε παρακάλι
να ξεγλιστρά
και
να δαγκάνει τα ξένα χείλη. 


Ηλέκτρα Λ. 

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Τσέζαρε Παβέζε - Απόσπασμα





Αφέθηκα να αιφνιδιαστώ - είχα
μπαφιάσει να προνοώ και να 
τρέχω και ν'αρχίζω πάλι
απ'την αρχή. 





ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ

(απόσπασμα "Το φεγγάρι και οι φωτιές")

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Πολυδούρη - Κ. Καρυωτάκης

Λυρικοί και μεστοί ποιητές, περιέγραψαν και στιγμάτισαν με τα γράμματά τους την απελπισία, τον σπαραγμό και την παρακμή. Η ποίησή τους περιφέρεται από κάτι κοινό: τον έρωτα και τον θάνατο. Ότι ο έρωτας είναι τόσο δυνατός, όσο και ο θάνατος. Ότι ο έρωτας είναι το ίδιο και το αυτό με τον θάνατο... Όπως χαρακτηριστικά γράφει και η ποιήτρια, η τόσο εξαίρετη, "Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί". Δεν θα μπορούσα να μην ολοκληρώσω τις σειρές αυτές, χωρίς να αναφερθώ στην πιο αντιπροσωπευτική φράση της Πολυδούρη, στην πιο τραγική, που κάθε της λέξη κλείνει κι από μία αυτοκαταστροφή (- κι αν μεροληπτώ εις βάρος του Καρυωτάκη, τότε ελπίζω πως με το πιο κάτω ποίημά του, θα απολογηθώ.) : "Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ'αγαπούσαν;

(Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από την τελευταία της επιστολή, λίγο πριν το θάνατό της: "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα...")


ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗΣ ΠΙΑ

 Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό; 


Μ. Πολυδούρη


 ΝΥΧΤΑ

 Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει. 



Κ. Καρυωτάκης

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Μενέλαος Λουντέμης - Το παραμύθι Ενός Ραγισμένου Έρωτα

 Ας απολαύσουμε και την ποιητική ευθύτητα του Μ. Λουντέμη...



Το Παραμύθι Ενός Ραγισμένου Έρωτα

Μιά φορά κι ένα καιρό,
ήταν ένα γραμμόφωνο.
Ένα ολομόναχο γραμμόφωνο.
Μα μπορεί και να μην ήτανε γραμμόφωνο
και να 'ταν μόνο ένα τραγούδι,
που ζητούσε ένα γραμμόφωνο,
για να πει το καημό του.

Μιά φορά κι ένα καιρό,
ήταν ένας Έρωτας.
Ένας ολομόναχος Έρωτας
που γύριζε με μια πλάκα στη μασχάλη,
για να βρει ένα γραμμόφωνο
για να πει το καημό του.

"Έρωτα μη σε πλάνεψαν
  άλλων ματιών μεθύσια
  και μεσ' τα κυπαρίσια
  περνάς με μι' άλλη νιά;
  Έρωτ' αδικοθάνατε,
  Έρωτα χρυσομάλλη,
  αν σ' είδαν με μιάν άλλη,
  ήταν η Λησμονιά
".

Μιά φορά κι ένα καιρό,
δεν ήταν ένας έρωτας,
δεν ήταν ένας πόνος.
Ήταν μισός έρωτας -μισός πόνος-
και μιά μισή πλάκα,
που 'λεγε το μισό της σκοπό:
"Έρωτα μη σε... Έρωτα μη σε...
  έρωτα μισέ... έρωτα μισέ
..."

Θε μου!
Μα δε βρίσκεται ένα χέρι!
Ένα πονετικό χέρι,
για ν' ανασηκώσει τη βελόνα
και ν' ακουστεί ξανά,
ολόκληρος ο Έρωτας,
ολόκληρο το τραγούδι:

"Έρωτα μη σε σκότωσαν
  τα μαγεμένα βέλη;
  Έρωτα Μακιαβέλλι.
  Τα μάτια που σε λάβωσαν,
  με δάκρυα πικραμένα,
  καρφιά 'ταν πυρωμένα
  και μπήχτηκαν βαθιά
".