Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Ένα ποίημα για την 28η Οκτωβρίου

Ερημωμένα χωριά,ξεροπόταμα σ' ένα ανελέητο ξερό καλοκαίρι.
Βομβαρδισμένες εκκλησιές. Ένας άσπρος άνεμος σφύριζε σαν 
τον τρελό ψάλτη που τραγούδαγε άγρια τροπάρια μες στο ντουφεκίδι
κι ο παπάς με τις μπότες του σκοτωμένου αξιωματικού
σήκωνε τα ράσα του και πηδούσε το φράχτη.
Στους τοίχους ήταν σβησμένα τα συνθήματα.
Υπόκωφοι κανονιοβολισμοί στο βάθος,
χαμηλά στον ορίζοντα η σιγαλιά του χαμένου πολέμου.
Ένα άλογο σκοτωμένο στην πλαγιά.

Είχε κολλήσει ο πάγος το παπούτσι στην κάλτσα, την κάλτσα στο πόδι.
Θα ξανάρθουμε - είπαν. Και δίχως πόδια θα ξανάρθουμε. 
Τρίζαν οι αραποσιτιές 
παράξενα σα να μας σκίζαν τα χαρτιά με τα πατριωτικά τραγούδια μας
σα να μας σκίζαν τις σημαίες μας.
Δυο λιγνά σύγνεφα κρέμονταν πάνου στο βουνό σα δυο πλεξούδες σκόρδο δίπλα σ' ένα τζάκι
σ' ένα βομβαρδισμένο σπίτι. Να κρύψουμε το΄το το φως
μη μας το πάρουνε κι αυτό - πού να το κρύψουμε;-
είπε.
Ο άλλος κοιτούσε τα νύχια του. Νύχτωνε.

Κατέβηκαν ξυστά, τοίχο τοίχο. Σκύψαν
πήραν τον ίσκιο τους και κουκουλώθηκαν. Χάθηκαν.
Μονάχα τα τσιγάρα τους μακριά πότε πότε μια κόκκινη λάμψη.

Γιάννης Ρίτσος, Η τελευταία π.α. εκατονταετία

Αναμονή

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτά γιατί περιμένει κείνος
Που δεν έχει τι να περιμένει
Και όμως περιμένει

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

Αβάσταχτο είναι... Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ' ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

Μενέλαος Λουντέμης

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Μενέλαος Λουντέμης, Έκσταση

Όχι ευτυχισμένος δε θα γίνεις ούτε σαν τρελός ούτε σαν γνωστικός. Στον κόσμο αυτό πρέπει να το πάρεις απόφαση: Και καλλιτέχνης και ευτυχισμένος: αποκλείεται. Την ευτυχία ή θα την γευτείς ή θα την προετοιμάσεις για τους άλλους. Και τα δυο μαζί δε γίνεται. Η ζωή σε διάλεξε για να την υπηρετήσεις. Όχι για να την απολάψεις. Και θα την υπηρετήσεις χωρίς βαρυγγομία και χωρίς αμοιβή. Είσαι ο αφανής μεταλλωρύχος που δουλεύεις μόνος, ασυντρόφευτος, βαθιά στην πικρή γη, για να βγάλεις το λαμπερό μέταλλο για τους άλλους. Εσύ είσαι ο στρατιώτης, ο χωρίς σχηματισμό, ο μονομάχος, ο Τάνταλος, ο Σαμψών. Θα πάρεις κάστρα, θ’ ανεβάσεις νερό, θ’ αλέσεις αλάτι… κι ύστερα θα υποκλιθείς και θα παρακαλέσεις τους άλλους να περάσουν.

Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις. Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στα ξένα μάτια, στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις ν’ αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις ν’ αντέχεις εκείνο που δεν έχεις. Να συνηθίσεις στο δικό σου «ψυχικό καθόλου», και στων άλλων το «ψυχικό παν».

Αλλά τότε… Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου; Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας. Μήπως ανακάλυψες μέσα απ’ τα ρουμάνια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;

Όχι. Ανακάλυψες, όμως κάτι άλλο: Τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι… Τη λένε μαρτύριο, αλλά -ποιος ξέρει;- μπορεί αυτή να είναι η πραγματική -και η μόνη- Ευτυχία.

Μενέλαος Λουντέμης, Έκσταση

Paulo Coelho "Ο Αλχημιστής"

«Κάποιος έμπορος έστειλε το γιο του να μάθει το μυστικό της ευτυχίας με το σοφότερο των ανθρώπων. Το αγόρι βάδιζε σαράντα μέρες στην έρημο, ώσπου τελικά έφτασε σ' ένα ωραίο κάστρο, στην κορυφή ενός βουνού. Εκεί κατοικούσε ο σοφός που το αγόρι αναζητούσε.
Αντί όμως να συναντήσει έναν άγιο άνθρωπο, ο ήρωάς μας μπήκε σε μια αίθουσα γεμάτη κίνηση* έμποροι μπαινόβγαιναν, άνθρωποι συζητούσαν στις γωνίες, μια μικρή ορχήστρα έπαιζε απαλές μελωδίες και υπήρχε ένα πλούσιο τραπέζι στρωμένο με τα πιο νόστιμα φαγητά εκείνης της περιοχής του κόσμου. Ο σοφός συζητούσε με όλους και το αγόρι έπρεπε να περιμένει δυο ώρες ώσπου να φτάσει η σειρά του να τον δεχτεί.
Ο σοφός άκουσε προσεχτικά το λόγο της επίσκεψης του αγοριού, του απάντησε όμως ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καιρό να του εξηγήσει το μυστικό της ευτυχίας. Πρότεινε στο αγόρι να κάνει μια βόλτα μέσα στο παλάτι του και να ξαναγυρίσει σε δυο ώρες.
"Στο μεταξύ, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη", είπε ο σοφός τελειώνοντας κι έδωσε στο αγόρι ένα μικρό κουτάλι στο οποίο έριξε δυο σταγόνες λάδι. "Καθώς περπατάς, κράτα αυτό το κουτάλι, προσέχοντας να μη χυθεί το λάδι".
Το αγόρι άρχισε ν' ανεβαίνει και να κατεβαίνει τις σκάλες του παλατιού, μην αφήνοντας το κουτάλι απ' τα μάτια του. Δυο ώρες αργότερα, παρουσιάστηκε στον σοφό.
"Λοιπόν", ρώτησε ο σοφός, "κοίταξες καθόλου τα περσικά χαλιά που έχω στην τραπεζαρία μου; Είδες τον κήπο που ο αρχικηπουρός έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια να τον φτιάξει; Πρόσεξες τις θαυμάσιες περγαμηνές της βιβλιοθήκης μου;"
Το αγόρι ντράπηκε και παραδέχτηκε ότι δεν είχε δει τίποτε απ' όλα αυτά. Η μόνη φροντίδα ήταν να μη χυθούν οι σταγόνες του λαδιού που ο σοφός τού είχε εμπιστευτεί.
"Πήγαινε πίσω, λοιπόν, για να γνωρίσεις τα θαύματα του κόσμου", είπε ο σοφός. "Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο, αν δε γνωρίζεις το σπίτι του".
Το αγόρι, πιο ήρεμο τώρα πια, έπιασε το κουτάλι και ξεκίνησε πάλι για το γύρο του παλατιού, προσέχοντας αυτή τη φορά όλα τα έργα τέχνης που κρέμονταν απ' το ταβάνι και τους τοίχους. Θαύμασε τους κήπους, τα τριγύρω βουνά, τα ευαίσθητα λουλούδια, πρόσεξε με τι γούστο κάθε έργο τέχνης ήταν τοποθετημένο στη σωστή θέση. Γυρίζοντας στον σοφό τού διηγήθηκε λεπτομερειακά όσα είχε δει.
"Πού είναι όμως οι σταγόνες λαδιού που σου είχα εμπιστευτεί;" ρώτησε ο σοφός.
Κοιτάζοντας το κουτάλι, το αγόρι κατάλαβε ότι είχαν χυθεί.
"Να, λοιπόν, η συμβουλή που έχω να σου δώσω", είπε ο σοφότερος των σοφών. "Το μυστικό της ευτυχίας βρίσκεται στο να κοιτάζεις τα θαύματα του κόσμου, χωρίς να ξεχάσεις ποτέ τις δυο σταγόνες λαδιού στο κουτάλι"»..
Paulo Coelho "Ο Αλχημιστής"(απόσπασμα σελ. 60-62)

Ιστορία & Βιβλίο







"Υπάρχουν χειρότερα εγκλήματα από το να καις βιβλία. Ένα από αυτά είναι να μην τα διαβάζεις" 
(Ray Bradbury)


(Η βιβλιοθήκη του Holland House στο Kensington του Λονδίνου, μετά τον βομβαρδισμό της 27ης Οκτωβρίου 1940.)
Πηγή: http://www.booksforvictory.com/

Ο κλεμμένος ύμνος της 4ης Αυγούστου


Μιας και πλησιάζει η μεγάλη μέρα της 28ης Οκτώβρη και έχουν ήδη ξεκινήσει τα σχολεία και τα κατηχητικά τα επαινετικά σχόλια προς το καθεστώς του δικτάτορα Ι. Μεταξά, ας απομυθοποιήσουμε ολίγον τον ύμνο του καθεστώτος: ο ύμνος αυτός αποτελεί ποίημα του Τίμου Μωραϊτίνη ενός σημαντικού συγγραφέα, δημοσιογράφου, εκδότη, ο οποίος ο ίδιος έχει γράψει σατυρικά στιχάκια για την δικτατορία του Μεταξά. Ο συγκεκριμένος ''ύμνος'' "Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα", σύμφωνα με ομολογία του γιου τού εν λόγω συγγραφέα αποτελεί παγίδα του καθεστώτος του Μεταξά προς τον λογοτέχνη Τ. Μωραϊτίνη, κλέβοντας στυγνά το ποίημα που αποτελούσε αναφορά στην 25η Μαρτίου και την επανάσταση του '21 και βάζοντας σαν υπογραφή την λέξη "Αττικός". Φαίνεται ότι ο Μεταξάς πέρα από εξπέρ στην λογοκρισία ήταν εξίσου καλός και στη λογοκλοπή... Η δικτατορία όμως είχε φροντίσει στα χρόνια της ύπαρξής της ουκ ολίγες φορές να ξεμπροστιάσει τον εαυτό της (βλέπε τα ρεμπέτικα τραγούδια - ακαταλαβίστικες λέξεις, άρα επικίνδυνες) και το έπραξε για μία ακόμη φορά με τον "ύμνο". Κανείς από τους θιασώτες της 4ης Αυγούστου δεν πρόσεξε έστω και έναν στίχο από το ποίημα, πχ τον στίχο "αψηλώσανε τα στάχυα", που αποτελεί διαδικασία που γίνεται την Άνοιξη και δη τον Μάρτη, εκτός βέβαια ότι το όλο ποίημα ταιριάζει με τον εορτασμό της 25ης του Μάρτη. 
Ακολούθησε η σιωπή του Τ. Μωραϊτίνη, ο εκφοβισμός και η μετανάστευση στη Νέα Υόρκη. Πέθανε στην Αθήνα το 1952. 


Ιδού το ποίημα του Τίμου Μωραϊτίνη "Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα":

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα,
γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι
γιατί φέγγει έτσι η μέρα;

Γιατί σαν αυτή, παιδί μου, την ημέρα τη χρυσή
που τη χαίρεσαι και συ
στέρεψε το μαύρο δάκρυ κλείσανε πολλές πληγές,
αψηλώσανε τα στάχυα
κι ένα γύρω όλα τα βράχια
εγινήκαν ανθοβούνια και χρυσοπηγές.

Μιαν ημέρα σαν ετούτη
την ολόφωτη κι ωραία
ξεδιπλώθηκε και πάλι η γαλάζια μας Σημαία
που 'χει τ' ουρανού το χρώμα και σκεπάζει τ' άγιο χώμα
που ελεύθερος πατάς.

Κι έτσι με χαρά κι ελπίδα
για μιαν ένδοξη Πατρίδα
η Σημαία κυματίζει μ' ένα Ταν ή επί Τας!





Κομμάτι της μελοποίησης του ποιήματος που βρέθηκε σε περιοδικό των εκδόσεων του Μουσικού Οίκου Μιχ. Κωνσταντινίδου, το 1938. Ενδιαφέρον αποτελεί πού έχουν αποδώσει τους στίχους... σε κάποιον/κάποια Μ. 


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Κωστής Παλαμάς - Φαντασία


Φαντασία δέσποινα, έλα,
τρέξε πρωτοστάτη Νου,
σύρτε αδάμαστες δουλεύτρες,
ω νεράιδες του Ρυθμού,
κι απ' του πόθου τα βαθιά, τα ψηλά του λογισμού
φέρτε, φέρτε, του μαρμάρου
τ' άνθια και του χρυσαφιού, 
τα λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
και ρυθμίστ' ένα παλάτι
και στυλώστε μέσα εκεί
του Ήλιου το είδωλο, και κείνο
υπερούσια καμωμένο
από ηλιοφεγγοβολή.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης- Ζωή


Νύχτα
σ' ένα φαρμακείο
ένα άλογο
γονατισμένο
τρώει
τα σανίδια
ένα κορίτσι
μ' ένα έγκαυμα
παράξενο
πράσινο
γιατρεύεται
ενώ
το φάντασμα
απελπισμένο
κλαίει
στη γωνιά

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ναπολέων Λαπαθιώτης- Η χαρά


Ένα ποίημα του Λαπαθιώτη με αισιόδοξο περιεχόμενο, πράγμα που το έχουμε πολύ ανάγκη στην τόσο απελπιστική εποχή μας...


Πάντα κάτι με κρατεί 

και με φέρνει πίσω
στον καιρό που καθετί
μου' λεγε να ζήσω,

που όλα - σκέψεις μου κρυφές

κι' ό,τι ζή, στην πλάση, 
δέ μού θύμιζε μορφές
που τις έχω χάσει,

κι'όλα τ' άκουγα να λέν, 

μ'έναν τρόπο πλάνο,
πως τ' αγάπησα και δέν
πρέπει να πεθάνω...

Κι'όσο πιο βαθιά κοιτώ

κάτω από τη σκέπη,
τόσο πιο καλά και το
μάτι μου το βλέπει.

Κι' άν τυχαίνη κι' ο νους να

κάνη σκέψην άλλη,
δέν κρατεί πολύ, και νά, 
πάλι αυτή προβάλλει...

...Μα όσο και στους ουρανούς

νά'ναι η μέρα μαύρη,
κι όσα θέλησε κι ο νούς
να μή μπορή νά 'βρη, 

κι' όσο άν είμαστε πικρά

τώρα στερημένοι,
- κάπου υπάρχει μιά Χαρά,
και μάς περιμένει...

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ν. Λαπαθιώτης - Ο Καπετάν Φουρτούνας ο Λάμπης


Ιδού η εσκεμμένη απόπειρα μίμησης του Παπαδιαμάντη από τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Την χρονιά που ο Παπαδιαμάντης πέθανε, ο Ν. Λαπαθιώτης ήταν ήδη 23 χρονών και από ορισμένους στίχους του διαφαίνεται το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης είχε επηρεαστεί και είχε εκτιμήσει όσο λίγοι το έργο και τη ζωή του Παπαδιαμάντη. Το πεζογράφημα αυτό δημοσιεύτηκε, με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, στο περιοδικό Πνευματική Ζωή (τχ. 43, 1939) και με επίτιτλο «A la manière de… ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ».


~ ~ ~ 


Εκεί, παρά τον απορρώγα βράχον, τον σιγηλόν, τον έρημον, οπόθεν, ολίγον προ της δείλης πριν νυκτώσει, σμήνη ορνέων εξαπελύοντο και περιίπταντο αιθεροβάμονα κι επλήρουν το διάστημα με τους ατέρμονας κρωγμούς των, τους στριγγούς, υψούτο ποτέ λευκός ναΐσκος χαρίεις, αν και αφελής – χάρμα και τέρψις οφθαλμών – καταντικρύ του πέραν ανοικτού πελάγους. Εις τους πρόποδας του βράχου, του σιγηλού, του ερήμου, το κύμα έψαλλε μελωδικά το άσμα του το αιώνιον, ιδίως περί τας μελιχράς, τας δειλινάς τας ώρας, ύμνον βαθύν και ζοφερόν, την ακοή κατακηλούντα του ύπερθεν αντιπαρερχομένου οδοιπόρου. Ομοίαζε το άσμα εκείνο προς θρηνώδη επίκλησιν, προς βαθύ παράπονον, πλήρες ικεσίας, ενίοτε όμως, οσάκις έπνεεν από βορρά σφοδρότερός τις άνεμος, προσελάμβανεν, αγνοώ τίνα μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη, ως αν αόρατοι χοροί καλλιπλοκάμων ναϊάδων και τριτώνων, καταβιούντων εις τα βάθη τ’ ανερεύνητα του πολυταράχου ωκεανού, να συνηνούντο αίφνης εις έξαλλον ουρανομήκη συμφωνίαν, πλήρη οργής και διαμαρτυρίας· τότε, αφροί και βρύα, φυτά θαλάσσια, παντοειδή κογχύλια και άλλα του πελάγους απορρίμματα, ήρχοντο και περιέστεφον τον χθαμαλόν αιγιαλόν.
Επάνω, εγγύς του αφελούς, ερημικού ναΐσκου, υπήρχε μικρά καλύβη πεπαλαιωμένη, είδος παραπήγματος σαθρού, προχείρως κατεσκευασμένου, και οσημέραι επί μάλλον καταρρέοντος· η καλύβη αύτη εχρησίμευεν ως θερινή διαμονή του Καπετάν Φουρτούνα, του Λαμπή. Ο γέρων φουρτούνας ήτο ποτέ ναυτικός – εξ ου και το ιδιόρρυθμον προσωνύμιόν του – αρχαίος γερο-λύκος, ον η θάλασσα είχεν εκβράσει και απορρίψει, θα έλεγέ τις, μαζί με όλα τα παντοειδή αυτής απορρίμματα, εις την απόκρημνον εκείνην ακτήν, ίνα εφησυχάσει από του περιπετειώδους, του τρικυμιώδους βίου, ον διήλθε πλέων ανά την ξένην.
Μονήρης και καχύποπτος, ο γέρων Φουρτούνας, θύμα γάμου ατυχούς, κατά την νεότητά του, έζη τώρα εκεί, πλησίον του ναΐσκου, μόλις υπερκειμένου της πενιχράς καλύβης. Περί τας αρχάς του χειμώνος, τέλη του φθινοπώρου, κατήρχετο εις την χώραν, και η καλύβη έμενε τότε έρμαιον των πετεινών και των ορνέων, των πληρούντων τας ρωγμάς του βράχου, του τιτανικού. Υψαύχην και πελώριος, σύμβολον της μονώσεως και της υπεροψίας, εδέσποζεν ούτος των πέριξ άλλων βράχων και διέγραφε την μέλαιναν, την απειλητική αυτού σκιάν, μέχρι των απωτάτων χαραδρών. Από του ύψους εκείνου, ο ορίζων ηπλούτο αναπεπταμένος και το βλέμμα εξετείνετο και εκυριάρχει της υγράς εκτάσεως, κυκλοτερώς, από βορρά μέχρι νότου.
Όταν ο γέρων επέστρεφε την άνοιξιν, η καλυβη εχρειάζετο νέας επισκευάς. Αύται εγίγνοντο εκ των ενόντων, χάρις εις την έκπαλαι φημιζομένην ειδικότητα αυτού, περί τα τοιαύτα· ήτον, ως γνωστόν, «μάστορας με τα όλα του», ο καπετάν Φουρτούνας, ο Λαμπής, σύμφωνα προς αυτήν την φήμην, φήμην έχουσαν ποιάν τινα βάσιν, αν ήθελέ τις κρίνει εκ των διαφόρων προχείρων οικίσκων, τους οποίους είχεν ανεγείρει ούτος, υπείκων εις παρακλήσεις άλλων συγχωριανών του, προς χρήσιν εκείνων, εννοείται. Καθότι ο ίδιος ήτο, κατά το λεγόμενον, «πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης».
Συχνά τον επεσκεπτόμην, εις το απρόσιτον ερημητήριόν του, διδομένης ευκαιρίας, και ήμην βέβαιος ότι, παρά την θρυλουμένην καχυποψίαν και μισανθρωπίαν του, ήθελον εύρει περιποίησιν και φιλοξενίαν, δια τας ολίγας ώρας της περαστικής εκεί διαμονής μου, όσον ουδαμού αλλού.

Είχα οδοιπορήσει καθ’ όλην εκείνην την πρωίαν, υπό καύσωνα πνιγηρόν – ήσαν αρχαί του Ιουλίου – σκοπεύων ν’ αναρριχηθώ μέχρι του ερημικού ναΐσκου, προτού με προλάβει η μεσημβρία· αλλά και εν περιπτώσει πιθανής βραδυπορίας και υπερβολικού καμάτου, ηδυνάμην να βασίζομαι πάντοτε επί της φιλοξενίας και του ευπροσδέκτου του καπετάν Φουρτούνα, του Λαμπή, με τον οποίον ήμεθα από μακρού συνδεδεμένοι. Οσάκις ούτος κατήρχετο εις την Χώραν, δι’ επιτήδεια και άλλας προμηθείας, ήτο αδύνατον να μη μ’ επισκεφθεί κατ’ οίκον, να μου αποτείνει το φιλικόν του χαίρε· τρις ή τετράκις του έτους, ήμην βέβαιος ότι θα τον συνήντων – ιδίως περί τας αρχάς του έαρος (τον χειμώνα έμενεν ως εγκάθειρκτος εις άλλο, πλησιέστερον ερημητήριον), οπότε η επανερχομένη καλοκαιρία επέτρεπε τας τοιούτου είδους πεζοπορίας.
Τελευταίαν φοράν τον είχα ιδεί, μεταβαίνων προς επιτέλεσιν θρησκευτικού τινος καθήκοντος, εις την Μεταμόρφωσιν του Σωτήρος. Ήτο πάντοτε ακμαίος και ευσταλής, αν και αρκούντως προκεχωρηκυίας ηλικίας, και έφερε πάντοτε το ιδιόρρυθμον εκείνον κάλυμμα, τον ιδιότροπον εκείνον «κούκκον», με τον οποίον ήτο γνωστός εις όλην την περιοχήν. Ότε με συνήντα, η πρώτη του λέξις ήτο: «Τι χαμπάρια, κουμπάρε; Πώς τα βολεύει τώρα ο κόσμος, με την ακρίβεια που μας πλάκωσε;…» Επειδή, δια τον Φουρτούναν τον Λαμπήν, η ακρίβεια του βίου έβαινε κατ’ αντίστροφον λόγον του γλεντιού και των διασκεδάσεων – έστω και αν ο ίδιος δεν εξόδευε πεντάραν περιπλέον ή δια τα απολύτως απαραίτητα. Ομίλει δε ως προανέφερον, καθόσον, αν και «πολλών άστεα οιδε και νόον έγνω», είχε μείνει εν πολλοίς αγροίκος και αφελής την έκφρασιν.
Ήμην βέβαιος, όθεν, ότι θα ετύγχανον εξαιρετικής περιποιήσεως παρά του αγαθού εκείνου ανθρώπου, παρά τας διαρκείς μεμψιμοιρίας του και παρά την αρκετά διαδεδομένην περί αυτού φήμην – την άδικον,  κατ’ εμέ – ότι ήτο «παραδόπιστος» και «σφικτοχέρης».
Ατυχώς αι προβλέψεις μου δεν επηληθεύθησαν: κατά κακήν όλως σύμπτωσιν, την ημέραν ακριβώς της ανόδου μου εκείνης, ο καπετάν Φουρτούνας, εις τον οποίον δεν είχα προφθάσει να γνωστοποιήσω τα της πρωινής μου εκδρομής, είχε κατέλθει αφ’ εσπέρας, και δεν επρόκειτο να επιστρέψει, παρά την πρωίαν της επομένης.
Η απροσδόκητος αύτη πληροφορία, ανέκοψέ πως τα τολμηρά σχέδιά μου δια την συνέχισιν της εκδρομής – είχα «λογαριάσει», βλέπετε, «χωρίς τον ξενοδόχο» - και με ηνάγκασεν, εκόντα άκοντα, να εξακολουθήσω την πορείαν μου νοτιότερα, εις αναζήτησιν ετέρας καλύβης, άλλου, γνωστού μου επίσης, αιγοβοσκού, τον οποίον συνήντησα, ευτυχώς, εις το ποιμνιοστάσιόν του, απέχον περί την ημίσειαν ώραν του εκκλησιδίου, όπερ απετέλει τον σκοπόν της πολλά πρωινής εκείνης ανόδου.
Είχεν αρχίσει ήδη να δύει ο ήλιος, κατήρχετο αιγλήεις και απαστράπτων, εν μέσω πορφυρών νεφών, ότε ο καπετάν Φουρτούνας επέστρεψε παρ’ ελπίδα από την χώραν, συγκομίζων τα οψώνιά του, χάριν των οποίων ηναγκάζετο να «ξεμουδιάζει», καθώς έλεγε, και να εγκαταλείπει δι’ ολίγον το σιωπηλόν του ορεινόν ερημητήριον. Μ’ επρόλαβε, πληροφορηθείς εν τω μεταξύ, εις την χώρα, τα της ανόδου μου. Ήρχισε και πάλιν, με την γνωστήν πρσφώνησιν, την καθιερωμένην:
Τι χαμπάρια κουμπάρε; Πώς τα βολεύει ο κόσμος, τώρα, με την ακρίβεια που μας πλάκωσε;
Μετά του Φουρτούνα, είχεν ανέλθει και ο Σταμάτης, νεαρός αιπόλος, δασύμαλλος και άξεστος, όστις συνόδευεν αυτόν συνήθως εις τας ανά τα όρη εκδρομάς του. Κατά τας ώρας της σχολής, έμελπεν επί του αυλού ποιμενικά ασμάτια τερπνά, και ετραγώδει συνάμα χαριέστατα. Εκόντα άκοντα ο Φουρτούνας με απέσπασεν εκ του ποιμνιοστασίου, και με οδήγησεν εις το ερημητήριόν του. Εκεί, εδειπνήσαμεν, μετά δε, ενώ η αργυρά πανσέληνος έρριπτε την μελιχράν ανταύγειάν της και κατηύγαζε τα πάντα, απεφάσισα την κάθοδον, ομού με τον Σταμάτην, κατ’ ουδένα λόγον εννοούντα να με αφήκει να κατέλθω μόνος.
Εδέχθην την συμπαθή εκείνην προσφοράν και εκινήσαμεν, αφού προηγουμένως έταξα εις τον Φουρτούναν ότι θα επαναλάβω λίαν προσεχώς την φιλικήν μου επίσκεψιν, μεθ’ αρμοδίαν, πάντως, προειδοποίησιν.
Καθ’ οδόν, ο Σταμάτης με ηρώτα αφελώς:
- Δε με λες, κουμπάρε, (δι’ όλους τότε, φυσικά, ήμην ο κουμπάρος), δε με λες, είναι αλήθεια πως εις την πολιτείαν είναι ντυμένοι όλοι φράγκικα και γυρίζουν εις τους δρόμους με καπέλα; Και ότι οι γυναίκες φορούν κι αυτές επίσης καπέλα;  - και τα παρόμοια.
Είχε παρέλθει εβδομάς από της εκδρομής εκείνης, ότε εδέχθην αιφνιδίως την επίσκεψιν του γέροντος κατ’ οίκον.
- Μην τα ρωτάς, κουμπάρε, μοι ανήγγειλε, κινών συνάμα απαισιοδόξως την κεφαλήν. Δεν στέκομαι καλά εις τα πόδια μου.
- Τι σου συνέβη, καπετάν Λαμπή; ηρώτησα, φοβηθείς τι το απευκταίον.
- Είναι τρεις μέρες, τώρα, που έχω ένα πόνο, εδώ, κουμπάρε, μου απήντησε, δεικνύων μου το στήθος. Ήλθα να ρωτήσω το γιατρό. Ξέρεις εσύ κανέναν γιατρό να μου συστήσεις;
Τω υπέδειξα τον μάλλον χαίροντα υπολήψεως, τότε, εν τη Χώρα, και κατόπιν τον ηρώτησα:
- Και πώς σου πρωτοπαρουσιάσθηκε αυτό, καπετάν Λαμπή;
- Να, εκεί που καθόμουν και κουβέντιαζα, κουμπάρε, μ’ έπιασε ένας πόνος δυνατός, κι εξαπλώθηκα χάμω. Δεν μπορούσα να πάρω την αναπνοή μου. Μ’ εσήκωσαν και μ’ έβαλαν εις το κρεβάτι. Αυτό μου ξαναήλθε πάλι άλλες δυο φορές από τότε. Δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου. Λίγα είναι, μου φαίνεται, τα ψωμιά μου, κουμπάρε.
Προσεπάθησα να τον καθησυχάσω, αφηγούμενος εις αυτόν διάφορα παρόμοια περιστατικά, αλλ’ εκίνει την κεφαλήν με δυσπιστίαν. Τέλος, μετέβη παρά των υποδειχθέντι παρ’ εμού ιατρώ. Δεν παρήλθεν, όμως, μην, και ο καπετάν Φουρτούνας, εις τον οποίον, κατά την ομολογίαν του ιατρού, παρά την φαινομένην ανθηρότητα, είχε εκδηλωθεί καρδιακόν τι νόσημα ανίατον, εξεμέτρα το ζην, εκεί, εις το λευκόν ερημητήριόν του. Εθεώρησα καθήκον να παραστώ κατά την εκφοράν αυτού, και να τον συνοδεύσω μέχρι της τελευταίας κατοικίας του.
Ο Σταμάτης ώρυξε τον τάφον αυτού, ο δε παπα-Λευθέρης, ο μόνος γείτων ιερεύς, έψαλε την νεκρώσιμον ακολουθίαν. Ετάφη εκεί, παρά το προσφιλές του ενδιαίτημα, μεταξύ πελάγους, γης και ουρανού…

Την μακρινήν εκείνην ανάμνησιν επανέφερον εις τον νουν μου διάφορα περιστατικά, επισυμβάντα τελευταίως εις εμέ, και των οποίων η αφήγησις ήθελεν είσθαι ανιαρά δια τον αναγνώστην. Χάρις εις αυτά, ανεμνήσθην και πάλιν αιφνιδίως του αγαθού εκείνου ερημίτου, και ανεπόλησα το μελαγχολικόν του πρόσωπον, το βάναυσον και ηλιοκαές, με το καλοκάγαθον μειδίαμα.
Παρήλθον έκτοτε έτη πολλά, η ιδιόρρυθμος μορφή εκείνη έχει παντελώς λησμονηθεί – εγώ δε, μόνος μάρτυς επιζών της παλαιάς εκείνης ιστορίας, παρακάμψας προ πολλού το ακρωτήριον της αμερίμνου πρώτης μου νεότητος, βαίνω ημέρα τη ημέρα προς το γήρας.


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους - Μενέλαος Λουντέμης

—Ναι! Κι εγώ μια τέτοια αγαπούσα. Κι η δική μου μαύρα φορούσε. Κι η δική μου καθόταν σε κάποιο φωτισμένο παράθυρο. Κι η δική μου είχε στραμμένη όλη της την ύπαρξη από μένα. Τώρα είναι κάπου άνοιαστη και ομορφαίνει τον εαυτό της γι' άλλον.
Και βαδίζει στο δρόμο σαν να χορεύει,σαν να καλεί — μα όχι εμένα. Τον άλλον. Μα τώρα πια εγώ δεν την αγαπώ. Την κάλεσα για ν'ακούσω τη φωνή της και δεν ήρθε. Δε θέλησε να κάνει ούτε δυο βήματα.
Καιγόμουν όλος και δε θέλησε να σβήσει τη φωτιά μου ούτε και φτύνοντας πάνω της. Κι εγώ τώρα πια δεν την αγαπώ! Θα κοιτάξω να κάνω αλλιώτικα τη ζωή μου, χωρίς την αγάπη της. Κι ύστερα γιατί την κάναμε την αγάπη σκοπό της ζωής μας; Δεν είναι χοντροκομμένος εγωκεντρισμός αυτός; Καλά, η αγάπη... είναι η ευτυχία μας. Και η ευτυχία των άλλων τι γίνεται. Κι ύστερα μόνο η αγάπη είναι ευτυχία; Όταν πεινούν, όταν ιδρώνουν, όταν στενάζουνε οι άνθρωποι... μπορεί η αγάπη να τους θρέψει, να τους ντύσει, να τους λυτρώσει;
Ναι, αν έχεις ένα σκοπό και θέλεις να τον φτάσεις, χεροπιασμένος με την αγάπη, θα τον φτάσεις ευκολότερα. Μα αν η ευτυχία σου είναι όλο όλο αυτό, το χεροκράτημα, τότε είσαι ένας πελαγωμένος άνθρωπος που έκανε σκοπό το μέσον — κι είσαι μονάδα μισερή και άχρηστη.
— Ω τι μου λες...πώς μου τα λες έτσι; Ποιος σου μπέρδεψε έτσι τα Ευαγγέλια... Και όμως πρέπει να 'χεις δίκιο! Ναι, έτσι είναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτή πεθαίνει. Εσύ μπορεί να μην το καταλάβεις, μα εγώ το ξέρω, το είδα τώρα δα∙ πεθαίνει. Φεύγει απ' τη ζωή, κι ούτε μ' αποχαιρετά.
—Τι σε νοιάζει αν δε σε αποχαιρετούν άνθρωποι που δε σε ξέρουν; Άσ' τη να φύγει.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Ποίημα - Μενέλαος Λουντέμης

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Μ. Λουντέμης

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Το "Λάθος" - Αντώνης Σαμαράκης

Την ώρα που ο ανακριτής είχε προσφερθεί να τον βοηθήσει, αυτός, σκυμμένος στα «Εσπερινά Νέα», έκανε πως ασχολείται περαιτέρω με το σταυρόλεξο, έχοντας αλλού το νου του. Ναι, το παιχνίδι το είχε οριστικά χαμένο. Από τη στιγμή που γυρίσανε στο 717, από τη στιγμή που περάσανε το κατώφλι και είδε κι άκουσε το κλειδί να κάνει δυο στροφές – δυο ήχους στεγνούς, αμείλικτους, σα δυο πιστολιές, – από το δευτερόλεπτο εκείνο, το παν μέσα του, η σκέψη του, η καρδιά του, τα σπλάχνα του, οι μικροοργανισμοί στο σώμα του, η διαίσθησή του, το παν είχε περιπέσει σε μια κατασκότεινη και από παντού κατάκλειστη νύχτα. Τώρα πια δεν είχε ελπίδα! Είχε παίξει όλα του τα χαρτιά. Όχι, δεν είχε παίξει κανένα χαρτί, είχε απομείνει έτσι ασάλευτος μπροστά σε τούτη τη μοναδική ευκαιρία που ήτανε η βόλτα στην πόλη, απαθής είχε σταθεί, ανίκανος ν’ αντιδράσει και να δράσει. Σα να του είχε δοθεί ολόκληρη μια γυναίκα που του ήτανε πάρα πολύ επιθυμητή, και να είχε μείνει πλάι στο γυμνωμένο, το έτοιμο σώμα, να είχε απομείνει ανίκανος.
Στο τζάμι, το δεξί, είδε το πρόσωπό του να διαγράφεται μουντό, αχνό, σα να ήτανε χαραγμένο στο γυαλί. Ένιωσε να τον μπουκώνει ένα κύμα αηδία, έφτυσε με δύναμη στο τζάμι το πρόσωπό του. Έβγαλε αμέσως το μαντίλι του να σκουπίσει το φτύσιμο.
― Τι συμβαίνει; ρώτησε ο ανακριτής.
― Κουνούπι! Αντί να το χτυπήσω με το χέρι, είχα την ιδέα να το φτύσω. Αλλά μου ξέφυγε.
― Νομίζω δε μας ενδιαφέρει αν έχει κουνούπια το δωμάτιο. Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε. Στις 5 ή και λίγο νωρίτερα, θάρθει ο μάνατζερ με τ’ αμάξι.
― Σωστά. Δεν είναι για ύπνο η νύχτα.
Έσκυψε και πάλι στο σταυρόλεξο. Δήθεν. Πώς την άφησε την ευκαιρία να του γλιστρήσει μέσ’ από τα δάχτυλα! Ο φόβος ήτανε η αιτία, ο φόβος που τρύπωσε ξαφνικά στην καρδιά του και τη δάγκωνε, τη ροκάνιζε συνέχεια, ο φόβος πως όλα αυτά είναι σκηνοθεσία, με μοναδικό σκοπό να τον κάνουνε να πέσει στην παγίδα. Να θελήσει να δραπετεύσει και τότε να φανερώσει ο ίδιος πως είναι ένοχος. Η Ειδική Υπηρεσία δεν είχε στοιχεία εις βάρος του. Για τούτο και του στήνανε μηχανή. Αν δεν έδειχνε ψύχραιμος, θα πήγαινε από μόνος του να ενοχοποιηθεί. Αν παρασυρθεί και κάνει ένα πήδημα να ξεφύγει, αυτό ακριβώς θάναι το μαχαίρι που θα καρφώσει με το χέρι του στην καρδιά του. Α, όχι! Εδώ, σ’ αυτό το πήδημα είναι που ποντάρει η Ειδική Υπηρεσία! Και δεν πρέπει να παίξει το χαρτί της. Τη στιγμή που θάτρεχε να ξεφύγει, ο άνθρωπος της Ειδικής Υπηρεσίας δε θα στεκότανε να τον καμαρώνει. Θα του έριχνε, σημαδεύοντας στα πόδια για να τον πιάσει ζωντανό. Η απόπειρά του να δραπετεύσει θα ήτανε καθαρή ομολογία. Ναι, είχε και πιθανότητα να πετύχει το κόλπο. Αλλά τι πιθανότητα; Και μπορούσε να ρισκάρει την ελαχιστότατη αυτή πιθανότητα, έχοντας μπροστά του τις πάρα πολλές πιθανότητες να ξαναπέσει δεύτερη φορά στα χέρια τους, τραυματισμένος, είτε να τον ανακαλύψουν αργότερα, όταν ολόκληρος ο μηχανισμός της Ειδικής Υπηρεσίας θα είχε κινητοποιηθεί; Κι αν ακόμα ξέφευγε, θα πρόφταινε νάρθει σ’ επαφή με τους δικούς του, να τον κρύψουνε, να του βγάλουνε πλαστή ταυτότητα και διαβατήριο, να τον περάσουν από τα σύνορα; Όλα αυτά πολύ αμφίβολα. Ύστερα αν ο άλλος του «Καφέ Σπορ» δεν είχε πράγματι συλληφθεί, αν είχε ξεφύγει, κι ο προϊστάμενος έπαιζε θέατρο, μπλόφαρε λέγοντας πως τον είχανε συλλάβει; Και να τον είχανε συλλάβει τον άλλον, πώς μπορούσε να είναι βέβαιος πως ο άλλος είχε ομολογήσει; Αν δεν είχε ομολογήσει, αν τους είχε ρίξει στάχτη στα μάτια, κι αν έπεφτε στο κενό η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση που θα τους κάνανε; Ήτανε και η πιθανότητα να μην είχε σκηνοθετήσει τίποτα η Ειδική Υπηρεσία και να ήτανε όλα φυσικά και τυχαία, κι όμως προσπαθώντας να ξεφύγει, να πάει και να πέσει μόνος του στην παγίδα. Να τους δείξει ο ίδιος πως είναι ένοχος.
Όσο τρέχανε με τ’ αυτοκίνητο, και κατά τη διάρκεια της βόλτας, ήτανε μια παλίρροια μέσα του. Πότε κυριαρχούσε η κατεύθυνση να δραπετεύσει, πότε ο φόβος και τα ερωτηματικά, αν η απόπειρά του είχε αποτυχία και ξανάπεφτε στα χέρια της Ειδικής Υπηρεσίας…
Τώρα όμως ήτανε πολύ αργά να σκεφτεί τι να κάνει. Στο δωμάτιο 717 του «Μέγα Εθνικόν», ώρα περασμένα μεσάνυχτα, με την πόρτα διπλοκλειδωμένη και τον άνθρωπο της Ειδικής Υπηρεσίας άγρυπνο και το περίστροφό του έτοιμο να πει το δικό του λόγο, ήτανε ή δεν ήτανε πολύ αργά; Είχε κλείσει, οριστικά, το θέμα. Το μόνο που περίμενε, ήτανε νάρθει γύρω στις 5 ο μάνατζερ με τ’ αμάξι, να φύγουνε για το φέρρυ-μποτ, και να τον παραδώσουνε ύστερα στο Κεντρικό. Εκεί, τι ήτανε να γνωρίσει; Ένα σκοτεινό αδιέξοδο τον παραμόνευε στην πρωτεύουσα, ένα αδιέξοδο τελειωτικό και δίχως ελπίδα.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Μ. Αναγνωστάκης - Περί ποίησης...




... Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε 
τα πρόσωπά μας.




Παράταση του 4ου Διαγωνισμού ''ΛόγωΤέχνης 2013''



Οφείλουμε να ενημερώσουμε ότι ο 4ος διαγωνισμός Διηγήματος ''ΛογωΤέχνης 2013'' (εδώ) πήρε παράταση μέχρι τις 25 Οκτώβρη 2013


Λογοτεχνικοί Τόποι ν. 4


Λονδίνο


Όσο για το παλάτι του Μπάκιγχαμ (σαν γριά πριμαντόνα, λευκοφορεμένη μπροστά στο κοινό) αδιαφιλονίκητα  διατηρεί μια κάποια αξιοπρέπεια, σκεφτόταν ο Ρίτσαρντ, στο κάτω κάτω δεν έχουμε το δικαίωμα να περιφρονούμε που κάτι στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων, αντιπροσωπεύει (ένα μικρό πλήθος περίμενε μπρος στις πύλες  για να δει την έξοδο του βασιλιά) ένα σύμβολο, όσο βλακώδες κι αν είναι, ένα μωρό με ξύλινους κύβους θα το έφτιαχνε καλύτερα, σκέφτηκε, κοιτώντας συλλογισμένος το μνημείο της Βασίλισσας Βικτωρίας (που τη θυμόταν ακόμη, με ματογυάλια από ταρταρούγα, να περνάει οδηγώντας στο Κένσιγκτον) τη λευκή βάση, την πληθωρική μητρότητα που απέπνεε. [...] Αυτό είναι ευτυχία, είπε καθώς έστριβε στην Ντην Γιάρντ. Το Μπιγκ Μπεν ακούστηκε να σημαίνει, στην αρχή μια προειδοποίηση, μελωδική, έπειτα η ώρα, αμετάκλητη.  

Βιρτζίνια Γούλφ, Η κυρία Νταλογουέη

Νέα Υόρκη

Μετά απ' αυτό, αν η νύχτα ήταν γλυκιά, τριγύριζα στη λεωφόρο Μάντισον, περνούσα το παμπάλαιο ξενοδοχείο "Μάρει Χιλ" και έπειτα, διασχίζοντας την 33η Οδό, πήγαινα στο Σταθμό της Πενσυλβάνια. Άρχισα να συμπαθώ τη Νέα Υόρκη, αυτό το αγωνιώδες, περιπετειώδες συναίσθημα της νύκτας, και χαιρόμουν να βλέπω όλα αυτά τα πλήθη των αντρών και των γυναικών και των μηχανών! Μου άρεσε να περπατάω στην 5η Λεωφόρο και να ξεχωρίζω τις ρομαντικές γυναίκες από το πλήθος, και να φαντάζομαι ότι σε λίγα λεπτά  επρόκειτο να μπω στις ζωές τους και κανείς ποτέ δεν θα το μάθαινε, οπότε δεν θα μπορούσε να με κατακρίνει.

Φράνσις Σκοτ Φίτζεραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπι

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Μεσαιωνικές εικόνες στον Παπαδιαμάντη


Η έπαυλις του Μούχρα έκειτο επί μεγαλοπρεπούς και γραφικής παραλίας. Ήτο ωκοδομημένη πρό αιώνος και ελέγετο ότι ο κόμης Προγότσης, όστις την ίδρυσεν, είχε ποτίσει τα θεμέλια με αίματα. Η υψηλοτάτη αυτής έπαλξις ήτο εκτισμένη επί βραχώδους απορρώγος ακτής. Εντεύθεν εσχηματίζετο φοβερός κρημνός, εις ου την καταμέτρησιν απέκαμνε το βλέμμα και ιλιγγία η κεφαλή.
  Η έπαλξις αυτή ωνομάζετο  μέχρι του χρόνου του παρόντος διηγήματος "Πύργος του Προγότση". Η Αυγούστα, η σύζυγος του Μούχρα, εφοβείτο να ανεβαίνη επ' αυτής, και όμως συχνάκις ανέβαινε.
  Διηγούντο ότι ο κόμης Προγότσης είχε κρημνίσει νύκτα τινά  από του ύψους αυτής  την σύζυγόν του μετά του τέκνου αυτής, διότι την υπώπτευσεν ως άπιστον. Μετά δέ το έγκλημα τούτο, μελαγχολήσας μέχρι μανίας και έχων ανάγκην οργίων όπως διέρχηται άνευ φασμάτων τάς νύκτας του, ωδήγει ενταύθα τάς γυναίκας και κόρας, ας ήρπαζε παρά των νησιωτών. Και ότι μετά μίαν νύκτα εφιάλτου και ηδονής τάς εκρήμνιζε από του αυτού ύψους, ως θύματα ιλαστήρια εις την σκιάν της συζύγου του.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι έμποροι των εθνών




Παιδικές σκέψεις του Α. Ρεμπώ


"Γιατί -μονολογούσα- να μάθω ελληνικά και λατινικά; Ούτε που ξέρω. Τελικά σε κανέναν δεν χρειάζονται! Τί με νοιάζει εμένα αν θα είμαι ή όχι αποδεκτός; Κι όμως, λένε ότι μονάχα όταν είσαι αποδεκτός από τους άλλους, θα έχεις κάποια θέση. Εγώ, δεν θέλω καμιά θέση, θα είμαι εισοδηματίας. Ακόμα κι αν ήθελα μια απ’  αυτές, γιατί να μάθω λατινικά; Κανείς δε μιλάει αυτή τη γλώσσα. Που και που βλέπω καμιά λατινική φράση στις εφημερίδες, αλλά σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, ποτέ μου δεν θα γίνω δημοσιογράφος.
Γιατί να μάθω ιστορία και γεωγραφία; Φυσικά πρέπει να ξέρουμε ότι το Παρίσι βρίσκεται στη Γαλλία, αλλά κανείς δε ρωτάει σε ποιο γεωγραφικό πλάτος. Η ιστορία, όπου μαθαίνουμε τη ζωή του Σιναλντόν, του Ναμποπολασάρ, του Δαρείου, του Κύρου, του Αλέξανδρου κι όλων των επιφανών συνεργών τους με τα διαβολικά ονόματα, είναι σκέτο μαρτύριο. Τί με νοιάζει εμένα η δόξα του Αλέξανδρου; Τί με νοιάζει… Ποιος ξέρει αν υπήρξαν ή όχι οι λατίνοι; Τα λατινικά τους ίσως και να είναι μια επινοημένη γλώσσα, ακόμα κι αν κάποτε υπήρξαν, ας μ’ αφήσουν να ζήσω σαν εισοδηματίας κι ας κρατήσουν τη γλώσσα τους για τους εαυτούς τους. Τί κακό τους έκανα, για να με υποβάλλουν σε τέτοια βασανιστήρια;
Ας περάσουμε τώρα στα ελληνικά. Αυτή η απαίσια γλώσσα δεν μιλιέται από κανέναν στον κόσμο… εγώ θα είμαι εισοδηματίας, δεν κάνει και τόσο καλό να τρίβονται τα παντελόνια πάνω στα θρανία!"

Σκέψεις του Ρεμπώ στο μαθητικό του τετράδιο, όταν ήταν επτά χρονών. Λίγο αργότερα, στα “Ποιήματα των εφτά χρόνων” έγραφε ότι η ψυχή του ήταν τότε “παραδομένη στις απέχθειες”.
Μτφρ. Ρίτα Κολαϊτη, Τέχνη και Λόγος, 1988

Τ. Λειβαδίτης - Κανείς δεν είναι μόνος


Επιμένω με Λειβαδίτη, για να καλωσορίσω τα νέα μέλη. 


«Ἦρθα», ἔλεγες πάντα μπαίνοντας στὸ δωμάτιο, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν
σὲ περίμενε κανείς.
Ὅμως ἀκριβῶς αὐτό σου ἔδινε μιὰ βαθύτερη ἀπάντηση.



Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Τ. Λειβαδίτης - Εις μνήμην



Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα 'ναι από
μιαν άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι α-
μήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι
λέξεις θα 'χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρί-
σκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο αλλά δε θα 'χουμε
μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν -
και μόνον εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φω-
νάξω: "σύντροφοι", σαν ν' απαντάω στην ατέλειωτη
αυτή σιωπή...
Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο - με τα
μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις.


[Ο τυφλός με τον λύχνο, Αθήνα: Κέδρος, πέμπτη έκδοση, 1998]

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Εξαφάνιση

  Μέγιστος θα είσαι τότε, όταν τον εαυτό σου 
με τη σκέψη μεταμορφώσεις σε τίποτα.
Όταν με το πνεύμα υψωθείς έως το Πνεύμα
το ατέλειωτο και δίχως τέλος, και παρατηρείς 
τον εαυτό σου απ' αυτό το ύψος, απο μακριά,
σαν ένα αντικείμενο, κατά τον ίδιο τρόπο αντι-
κειμενικά όπως τώρα, που απο το σώμα παρα-
τηρείς όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα γύρω σου.
  Όταν απο αυτό το ύψος, την απόσταση, κοι-
τάξεις τον εαυτό σου ως νεκρό, σαν σκόνη σκο-
ρπισμένη, εξαφανισμένο και αισθανθείς όλα τα
υπόλοιπα σώματα -όλα και καθενός -ως δικά 
σου.
  Όταν υποδύεσαι την Αθανασία και τη Ζωή 
ώστε να γνωρίσεις την ελεεινή και μάταιη δου-
λειά του θανάτου και γνωρίσεις τον ίδιο τον
θάνατο στο παρελθόν, λέω στο παρελθόν, χωρίς 
όμως παρόν και μέλλον.
  Τότε ο θάνατος, που ασταμάτητα απειλεί να 
σου πάρει το σώμα, δεν θα είναι για εσένα πιο 
φοβερός απο τον άνεμο, που απειλεί να σου 
πάρει το καπέλο.
  Αφού τότε θα ξέρεις, ότι η ψυχή σου μπορεί 
δίχως σώμα όπως και το κεφάλι δίχως καπέλο.

Αγίου Νικολάου Βελιμίρομιτς :
"Στοχασμοί περί καλού και κακού"

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Ποιητές της γενιάς του 1880- Ποιήματα για το φθινόπωρο


Με αφορμή την υπέροχη ανάρτηση για τις " Τέχνες που διασταυρώνονται (Οι Ποιητές)", καθώς και το μελαγχολικό και βροχερό φθινόπωρο που έχει κάνει φανερή την παρουσία του εδώ και μέρες, θα παρουσιαστούν ποιήματα για το φθινόπωρο και την βροχή από ποιητές που ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του 1880.  

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ

Με τα πρωτοβρόχια θα' ρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώσει,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
θα κρυώσει η νύχτα και θα μεγαλώσει.

θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
καλαμιές θ'ανθούν στο χώμα ταίρια ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ' αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσει ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι'άλλων τόπων άνοιξη, μακριά απ' τα χιόνια,βράδυ βράδυ ώς τα μεσούρανα θα χύνονται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.

Ω χαρά μας! το χειμώνα θα προσμένουμε
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε:
της ζωής μας το στερνό ταξίδι κάναμε
και την άνοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε.

Γ. Δροσίνης

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΚΡΥΒΟΥΝ Τ' ΑΣΤΡΑ

Σύννεφα και κρύβουν τ' άστρα
έτσι οι λύπες μας.
Μαύρη νύχτα ξελογιάστρα
Σύννεφα και κρύβουν τ' άστρα
έτσ' οι λύπες μας.

Σύννεφα και συχνοβρέχουν
έτσ' οι λύπες μας.
Ποταμοί τα δάκρυα τρέχουν
Σύννεφα και συχνοβρέχουν
έτσ' οι λύπες μας.

Σύννεφα και θα σκορπίσουν
έτσ' οι λύπες μας.
Τ' άστρα πάλι θα φωτίσουν
Σύννεφα και θα σκορπίσουν
έτσ' οι λύπες μας.

Ι. Πολέμης

ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ

Φθινοπωρινή βραδιά.
Ο ήλιος βασιλεύει.
Δεν σαλεύουν τα κλαδιά,
φύλλο δεν σαλεύει.

Και περνούν οι γερανοί,
ταξιδεύουν πέρα,
και σαν λόγχη μελανή
σχίζουν τον αγέρα.

Α. Προβελλέγγιος


Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» Β' μέρος


Τι αντιπροσωπεύει ο Ρασκόλνικοφ στο έργο αυτό του Ντοστογιέφσκι; Μπορεί ο οποιοσδήποτε εν ονόματι κάποιας θεωρίας και ιδεών να γίνει ο τιμητής-κριτής και δικαστής και εκτελεστής του συνανθρώπου του; Ο Λαμπρόζο, ο διάσημος εγκληματολόγος του περασμένου αιώνα, υποστηρίζει πως κάθε εγκληματίας σφραγίζεται από ξεχωριστά ψυχικά και σωματικά γνωρίσματα. Μα ο Ρασκόλνικοφ δεν έχει τίποτα να αντιπαρατάξει στην αντικοινωνική συμπεριφορά του, ούτε και η δικαιολογία της φτώχειας, για την οποία ο Βίκτορ Ουγκό έγραψε κάποτε ότι «είναι κακός σύμβουλος». Ο Ρασκόλνικοφ φαντάζεται τον εαυτό του σύγχρονο Ναπολέοντα: κυριαρχείται από κερδολαγνεία, επιδειξιομανία και έντονο αμοραλισμό.
            Κρύβει τα πραγματικά κίνητρα του εγκλήματος του πίσω από ωραιοφανείς ιδέες: ν’ ανακουφίσει οικονομικά την μητέρα του, να σώσει την αδερφή του Ντούνια από έναν αταίριαστο γάμο, για να φανεί δηλαδή ένας καλός γιος και αδερφός.
            Λοιπόν για να καθησυχάσει τη συνείδησή του ταξινομεί τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες: τους σπουδαίους, τους ξεχωριστούς και τους τρομαλέους, τις ασημαντότητες, τις «ψείρες». Μα το μυαλό του είναι τόσο άρρωστο και ταραγμένο, όσο είναι και το κορμί του. Αγαναχτεί όχι για το έγκλημα που έκανε όσο γιατί δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το σκοπό του, κι ακόμα γιατί δεν είχε θάρρος να αυτοκτονήσει και γιατί πήγε στο τέλος να παραδοθεί υποκύπτοντας στις πιέσεις της Σόνιας. Η πολυπλοκότητα της ψυχής του αντιπαραβάλλεται με την απλοϊκότητα του φίλου του, του Ραζουμίχιν. Είναι φανερό  πως ο Ντ. δεν αγαπάει τον ήρωα του.
            Η αδερφή του η Ντούνια, η περήφανη και ακατάδεχτη, που δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν εξευτελισμό, που παραλίγο στο τέλος να παραδοθεί στο φιλήδονο Σβιντριγκάιλοφ για να σώσει τον αδερφό της, είναι το ίδιο μια ψυχή περίπλοκη, πλάι στην απλοϊκή, μονοκόμματη και απροσγείωτη μάνα της, την Πουλχερία Αλεξάντροβνα.
            Ιδιόρρυθμη είναι η προσωπικότητα του Σβιντριγκάιλοφ. Δεν είναι η απόλυτη ενσάρκωση του κακού, μόλο που τον βαρύνει η ηθική ευθύνη πολλών θανάτων και ο βιασμός ενός μικρού κοριτσιού. Αφήνει πριν τον θάνατό του στη Σόνια τρεις χιλιάδες ρούβλια, φροντίζει για τα ορφανά του Μαρμελάντοβ, συντρίβεται από τη στάση της Ντούνια.
            Η ταπεινή ασήμαντη Σόνια γίνεται χειραγωγός του Ρασκόλνικοφ για την εξιλέωση και τη μεταμόρφωση του. Τα όπλα της: ένα ευαγγέλιο και η απέραντη αγάπη που κρύβει η καρδιά της. Με τον γολγοθά του Ροντιόν Ρομάνιτς ταυτίζεται και ο δικός της γολγοθάς. Παράλληλα με την κάθαρση τη δική του πορεύεται και στη δική της κάθαρση. Είναι και αυτή θύμα της ίδια κοινωνίας που τρέφει τα διάφορα άνθη του κακού. Ζητάει ν’ αναπαύσει και τη δική της συνείδηση. Αγωνίζεται ν’ αποφύγει την ψυχική πόρωση και την πνευματική απονέκρωση με μια βαθιά Χριστιανική πίστη. Η αδαμαντίνη της συνείδησης της δεν κάμπτεται κάτω από το βάρος του κακού, της διαφθοράς. Δεν νιώθει μίσος για κανέναν. «Είναι άνθρωπος και τίποτα από τα ανθρώπινα δεν το θεωρεί ξένο». Γι’ αυτό και γίνεται ολοκαύτωμα για τον πλησίον της.
            Διαβάζοντας το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι βρισκόμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με την αίσθηση της αγωνίας, της έκπληξης, του απρόσμενου. Νομίζουμε πως έχουμε καταλάβει τις επιδιώξεις των προσώπων του μυθιστορήματος ή τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους ενεργούν, και ξαφνικά τα πάντα ανατρέπονται. Άλλοτε, έχοντας διαβάσει ένα κεφάλαιο παρουσιασμένο από την αφηγηματική εστίαση ενός συγκεκριμένου προσώπου, είμαστε σε θέση να ξέρουμε κάτι που τα άλλα πρόσωπα αγνοούν με αποτέλεσμα να κυριευόμαστε από αγωνία, βλέποντας τα να κατευθύνουν τη δράση τους γεμάτα σιγουριά με βάση παραπλανητικές ενδείξεις.
            Στο Έγκλημα και Τιμωρία υπάρχουν τρεις αφηγηματικές εστιάσεις: του Ρασκόλνικοφ, της οικογενείας Μαρμελάντοβ  και του Σβιντριγκάιλοφ. Αυτή  η τεχνική σημαίνει μια φαινομενική πολυφωνία μα σύγκαιρα και την αναγνώριση των περιορισμών μια συγκεκριμένης εστίασης. Δηλαδή, από τη μια έχουμε πολυπρισματική εικόνα των πραγμάτων και από την άλλη αυτή περιορίζεται στις δυνατότητες αίσθησης ή αντίληψης του κόσμου που έχει η καθεμιά συγκεκριμένη αφηγηματική εστίαση ανάλογα με τη θέση που έχει στο χώρο, το χρόνο και την κοινωνία.


            Με την τεχνική του αυτή ο Ντ. πετυχαίνει αφενός να θεατρικοποιήσει την αφήγηση και αφετέρου να αποστασιοποιείται ο αναγνώστης, αποφεύγεται δηλαδή η πλήρης ταύτιση αναγνώστη και ήρωα, χωρίς όμως και να χάνονται τα πλεονεκτήματα μιας εσωτερικής διεργασίας. Χάρη στην άμεση πρόσβαση που του εξασφαλίζει η αφήγηση στη συνείδηση των ηρώων του έργου ο αναγνώστης ταυτίζεται μαζί τους και συμπάσχει, ενώ συγχρόνως βρίσκεται στην ανάγκη από τις διαδοχικές μετακινήσεις και μεταλλαγές να αποστασιοποιείται από αυτούς, και να τους αντιπαραβάλλει αξιολογώντας σημασιολογικά και ερμηνεύοντας διαχρονικά τα διαφοροποιημένα στοιχεία και φωτισμούς, που κάθε μετακίνηση και μεταλλαγή προσφέρει στην ανάπτυξη της ιστορίας. Έτσι κι όταν σε κάποια στιγμή ανακαλύψει αναδρομικά πως οδηγήθηκε από το κείμενο σε συμπεράσματα που αργότερα ανατράπηκαν από τη φορά των πραγμάτων, ο αναγνώστης νιώθει ότι έπεσε και ο ίδιος θύμα της μεγάλης τέχνης του Ντοστογιέφσκι και της ανυπέρβλητης ντοστογιεφσκικής ειρωνείας.

Χάρης Μίκογλου


Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» A' μέρος

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία»




Την ιδέα για το Έγκλημα και Τιμωρία την ανήγγειλε ο Ντ. μ’ ένα γράμμα του στον Κάτκοβ, τον εκδότη του Ρωσικού Μηνύτορα, μαζί με μια αίτηση για τριακόσια ρούβλια. Γράφει:
            «…Ένας νέος, πρώην φοιτητής πάμπτωχος και από αστική οικογένεια από ελαφρότητα, έλλειψη αρχών και υπό την επίδραση ορισμένων  σύγχρονων φθοροποιών ιδεών, αποφασίζει να βγει με μιας από την άθλια κατάσταση του. Παίρνει την απόφαση να σκοτώσει μια γριά χήρα, σαράφισσα. Η γριά αυτή είναι κουφή, άρρωστη, άπληστη, μωρόμιαλη και η μόνη της δουλειά είναι να κάνει το κακό, να κατασπαράζει τον πλησίον της και να βασανίζει τη μηλαδερφή της. «Δεν είναι καλή σε τίποτα» - «γιατί να ζεί;» «Προσφέρει καμιά ωφέλεια;» Τα ερωτήματα αυτά βασάνιζαν τον νεαρό. Αποφασίζει να να τη σκοτώσει, να την κλέψει για να έχει κάποια οικονομική δυνατότητα να προσφέρει λίγη ανακούφιση στην μητέρα του που ζει στην επαρχία, και να γλιτώσει την αδερφή του από τα νύχια ενός τσιφλικά στο σπίτι του οποίου δουλεύει ως κουβερνάντα, κι ακόμα να τελειώσει τις σπουδές του, να πάει στο εξωτερικό και γυρίζοντας στην πατρίδα του να αφιερωθεί «στο καθήκον του για την ανθρωπότητα ως άνθρωπος» κι έτσι φυσικά να «εξαγοράσει το έγκλημά του» αν και ο ίδιος δεν θεωρεί έγκλημα το φόνο μιας «ψείρας», μιας άρρωστης και κακιάς γριάς που δεν ξέρει και η ίδια καλά καλά γιατί ζει.
            Μόλο που τέτοιου είδους εγκλήματα τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνουν αφού και η τύχη βάζει το δαχτυλάκι της στο να πιάνονται οι ένοχοι, ωστόσο ο φοιτητής μας τα καταφέρνει μόνο και μόνο  από μια ευνοϊκή εξέλιξη των πραγμάτων.
            Περνάει ένας μήνας μετά το έγκλημα. Κανένας δεν υποπτεύεται τον φονιά μα εδώ παρεμβαίνει ένας απρόσμενος παράγοντας: η ψυχολογία ή μάλλον οι ψυχικές μεταπτώσεις του φοιτητή. Προβλήματα άλυτα ορθώνονται μπροστά του, αισθήματα απροσδόκητα και ανύποπτα κατατρώγουν την καρδιά του.. Η θεία αλήθεια και ο ανθρώπινος νόμος κυριαρχούν στο τέλος κι έτσι ο φοιτητής αναγκάζεται να πάει να παραδοθεί. Το συναίσθημα του αποχωρισμού και της απομόνωσης από την ανθρώπινη κοινωνία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει από την στιγμή που διέπραξε το έγκλημα ήταν γι’ αυτόν ένα μαρτύριο. Ο θείος νόμος και η ανθρώπινη φύση θριάμβευσαν. Ο εγκληματίας αποφασίζει να δεχτεί την τιμωρία για να εξαγοράσει το έγκλημά του….»

Γυρίζοντας στην Πετρούπολη από το εξωτερικό, Ο Ντοστογιέφσκι ρίχτηκε με τα μούτρα στην δουλειά. Είχε υποσχεθεί να δώσει το μυθιστόρημά του στον Κατκόβ «μέσα σε ένα μήνα». Χτυπιέται από άγριες κρίσεις επιληψίας μα δε σταματά να γράφει. Είχε προχωρήσει πολύ στο γράψιμο του έργου του όταν ξαφνικά πετάει όλα τα χειρόγραφα στην φωτιά.
            Τι είχε συμβεί; Κάτι καινούργιο άρχισε να τον απασχολεί.
            Να, τι είχε γίνει: ο Ντ. άρχισε να εργάζεται πάνω στην ιδέα που είχε περιγράψει το γράμμα του στον Κατκόβ, εγκαταλείποντας ένα προηγούμενο πλάνο του για τους Μεθύστακες. Μα καθώς προχωρούσε η δουλειά διαπίστωσε πως τα δυο θέματα μπορούν να συνδυαστούν. Οι Μεθύστακες όπως έγραψε στο Κρέβσκι (ο οποίος είχε αρνηθεί το έργο) είχε ως θέμα του το «σύγχρονο πρόβλημα του αλκοολισμού, και ειδικά τον αντίκτυπό του μέσα στην οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών κτλ.» Οι ολέθριες  συνέπειες του αλκοολισμού ιδωμένες από την πλευρά του φοιτητή θα μπορούσαν να του δώσουν περισσότερα κίνητρα στο να διαπράξει το έγκλημά του, να κάνουν πιο περίπλοκη την προσωπικότητα του, να του δώσουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Μόλις το μυαλό του συνέλαβε την καινούργια υπόθεση του έργου του, ο Ντοστογιέφσκι πετάχτηκε πάνω από την χαρά του.
            Πριν το τέλος του Δεκέμβρη (1865) ο Κάτκοβ πήρα τα εφτά πρώτα τυπογραφικά του Έγκλημα και Τιμωρία με μια καινούργια αίτηση για χρήματα και τη ρητή δήλωση του Ντ. «Να μην επιφέρει καμιά απολύτως μετατροπή» στο έργο. Είχε ριχτεί με τα μούτρα στο γράψιμο: υπολόγιζε να παραδίδει 6 τυπογραφικά το μήνα. Όλο το χειμώνα του 1866 δεν έβλεπε κανένα, δεν θα πήγαινε πουθενά και θα συνέχιζε έτσι ίσαμε που να τελειώσει το έργο, «εκτός και με κλείσουν στη φυλακή για χρέη», έγραψε στον Ράγκελ στις 18 Φεβρ. Στον Κάτκοβ που διαμαρτυρόταν ότι το έργο τραβούσε πολύ σε μάκρος έλεγε: «Αν θέλει ο Θεός, αυτό το έργο θα είναι αριστούργημα»
            Στα μέσα Ιουλίου φεύγει για τη Μόσχα και στις 25 του ίδιου μήνα νοικιάζει μια ντάτσα στο Λιουμπλίκο. Κοντά του έχει την αδερφή του Βιέρα μαζί με την οικογένεια της. Οι μέρες του κυλάνε ήσυχα μέσα σε ένα περιβάλλον οικογενειακό, χαρούμενο, ξέγνοιαστο, και την εντατική δουλειά.
            Μια μέρα ένα φοιτητής έπαιζε στο πιάνο μια ρομάντζα του Χαίνε.
Ο Ντοστογιέφσκι τον ρώτησε που την είχε ακούσει: στη Μόσχα σε μια λατέρνα. Η λεπτομέρεια αυτή μπήκε στο κεφάλαιο όπου η Κατερίνα Ιβάνοβνα αναγκάζει τα παιδιά της να τραγουδάνε μέσα στον δρόμο.
            Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Ντ. ξαναγύρισε στην Πετρούπολη. Βιαζόταν να τελειώσει το Έγκλημα και Τιμωρία. Ήδη είχε υποσχεθεί στον εκδότη Στελόβσκι τον «Παίχτη». Ας δούμε τα πράματα όπως μας τα περιγράφει η γυναίκα του Άννα Γρηγορίεβνα: « Το 1866, ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς ήταν καταποντισμένος στο Έγκλημα και Τιμωρία, που ήθελε να τελειώσει με τέχνη. Πως θα κατάφερνε ακόμα έτσι άρρωστο που είτανε, να γράψει τόσες σελίδες πάνω σ’ ένα καινούργιο θέμα.
            Στο γυρισμό του από τη Μόσχα, λίγο πρωτύτερα, ο Ντ. είχε μία κρίση απελπισίας, γιατί καταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο μέσα σε ενάμιση ή δυο μήνες να εκπληρώσει τους όρους του Συμβολαίου με το Στελόβσκι.
Οι φίλοι του Μάικοβ, Μιλιούκοβ και Ντολγκομόστιεβ, που ήθελαν να τον βγάλουν απ’ αυτή την δύσκολη θέση, τον συμβούλεψαν να κάνει σχέδιο του μυθιστορήματος και προσφέρθηκαν να γράψει ο καθένας τους το ένα τρίτο του έργου. Οι τέσσερις μαζί είχαν την ελπίδα πως θα το τελείωναν την ορισμένη μέρα. Τη φροντίδα να συντάξει το κείμενο και να απαλύνει τις ανωμαλίες την κοινής συνεργασίας, θα την αφήνανε στον Ντ., που θα έβαζε την τελική σφραγίδα. Ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς αρνήθηκε μια τέτοια πρόταση, κρίνοντας πως ήταν προτιμότερο να πληρώσει πρόστιμο ή ακόμα και να χάσει τα φιλολογικά του δικαιώματα, παρά να βάλει το όνομα του σ’ ένα τέτοιο κατασκεύασμα. Τότε οι φίλοι του, τον προτρέψανε να καταφύγει σ’ έναν στενογράφο. Ο Μλιούκοβ που είχε σχέσεις με τον καθηγητή Όλχιν, πήγε να τον βρει και τον παρακάλεσε να πάει στο συγγραφέα, που μ’ όλη την αμηχανία που του έφερνε μια τέτοια, συγκατατέθηκε ωστόσο να καταφύγει σ’ αυτό το μέσο.
            Τελικά ο Ντοστογιέφσκι προσέλαβε ως στενογράφο την καλλίτερη μαθήτρια του Όλχιν, την Άννα Σνιτκιν (που έγινε η δεύτερη γυναίκα του).
            Να πως περιγράφει τον Ντ. η Άννα Σνίτκιν στην πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του συγγραφέα ακριβώς εκείνη την εποχή: «Στην αρχή ο Ντ. μου είχε φανεί αρκετά ηλικιωμένος, μα έγινε πιο νέος αμέσως όταν μίλησε, και τον έκανα τριανταπέντε έως τριανταεπτά χρονών. Ήταν στητός και το ανάστημα του ήταν μέτριο. Τα μαλλιά του ανοιχτά καστανά και λίγο κοκκινωπά, ήταν αλειμμένα με άφθονη πομάδα και στρωμένα προσεχτικά. Μα εκείνο που με ξάφνιασε περισσότερο στο πρόσωπο του ήταν τα μάτια του. Το ένα ήτανε καστανό και το άλλο είχε τόσο μεγάλη κόρη που η ίριδα δεν φαινότανε. Αυτή η ασυμμετρία του βλέμματος του έδινε μια έκφραση αρκετά αινιγματική. Το αρρωστημένο, βασανισμένο πρόσωπο του μου φάνηκε πολύ γνωστό, χωρίς άλλο γιατί είχα δει και από πρίν το πορτρέτο του. Ο Ντ. φορούσε μια ρεντιγκότα από μπλε τσόχα, αρκετά τριμμένη, αλλά ο γιακάς και τα μανικέτια του πουκαμίσου του, ήταν άσπρα σαν το χιόνι.»


            Ο Ντοστογιέφσκι και η Άννα τελείωσαν μαζί το Έγκλημα και Τιμωρία και παρέδωσαν τα τελευταία χειρόγραφα στον Ρώσικο Μηνύτορα πριν τα Χριστούγεννα (1866). Το έργο εκδόθηκε αμέσως σε δυο τόμους. Η επιτυχία του, όπως προέβλεψε ο δημιουργός του, ήταν τεράστια. Όλοι συζητούσαν για το έργο αυτό. Ήταν το πρώτο από τα πέντε μεγάλα μυθιστορήματα που δόξασαν τον Ντ. Το συμπαραβάλλουν με αρχαία ελληνική τραγωδία. Στα πρόσωπα του έργου του πετυχαίνει ο Ντ. να ενώσει τη φιλοσοφία με τη ζωντανή ψυχολογική υφή.



~ ~ ~