Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Σεργκέι Γεσένιν



  (1895 - 1925)  

Ένας από τους πιο δημοφιλείς Ρώσους ποιητές του 20ου αιώνα. Το λογοτεχνικό του έργο περιορίστηκε στα 30 του χρόνια, δίνοντας ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Ο Σεργκέι Γεσένιν θα είναι η αρχή του αφιερώματος μας για τους Ρώσους και τις Ρωσίδες λογοτέχνες, που έχουν αφήσει μια τόσο ηχηρή παρουσία στην κλασική λογοτεχνία. 





  «...εγώ δε δέχομαι διάφορα ποιητικά ρεύματα, Νομίζω ότι ο αληθινός ποιητής δεν μπορεί ν’ ανήκει σε κάποια σχολή. Αυτό τον δεσμεύει, μονάχα ο ελεύθερος καλλιτέχνης μπορεί να επιφέρει ελεύθερη σκέψη».

Απ’ την αυτοβιογραφία



Поэт
Он бледен. Мыслит страшный путь.
В его душе живут виденья.
Ударом жизни вбита грудь,
А щёки выпили сомненья.
Клоками сбиты волоса,
Чело высокое в морщинах,
Но ясных грёз его краса
Горит в придуманных картинах.
Сидит он в тесном чердаке,
Огарок свечки режет взоры,
А карандаш в его руке
Ведёт с ним тайно разговоры.
Он пишет песню грустных дум,
Он ловит сердцем тень былого.
И этот шум. Душевный шум...
Снесет он завтра за целковый.


Ο ποιητήςΕίναι χλωμός, τρέχει ο λογισμός μέσα σε μονοπάτια σκοτεινά,
Και στην ψυχή του κατοικούν οι οπτασίες.
Απ’ τα χτυπήματα της μίζερης ζωής ο θώρακας μπηγμένος μέσα
Και τα βαθουλωμένα μάγουλά του ήπιαν οι αμφιβολίες.
Σε τούφες ανακατωμένα τα μαλλιά του,
Το μέτωπο ψηλό ρυτιδωμένο
Αλλά η ολοκάθαρη, η αληθινή ομορφιά
Λάμπει στα όνειρα του σηγκεχυμένα.
Κάθεται στην στενόχωρη σοφίτα,
Μικρό κερί το στοχασμό του αναφλέγει,
Και το μολύβι αμβλικόρυφο στο χέρι του,
Τις μυστικές κουβέντες του μαζί του ξαναλέγει.
Γράφει το άσμα των θλιβερών συλλογισμών,
Του κόσμου τις καρδιές το χτύπημα και τη λαχτάρα,
Κι αυτούς τους ήχους , της ψυχής το βουητό,
Θα πάει στον εκδότη για δεκάρα.


~ ~ ~ ~ ~ ~ 


 До свиданья, друг мой, до свидания.
Милый мой, ты у меня в груди.
Предназначенное расставанье
Обещает встречу впереди.
До свидания, друг мой, без руки, без слова,
Не грусти и не печаль бровей,-
В этой жизни умирать не ново,
Но и жить, конечно, не новей.


Αντίο*Αντίο, φίλε μου, αντίο!
Σε έχω μέσα στην καρδιά,
Και ο αυριανός μας χωρισμός
Υπόσχεται συνάντηση στο μέλλον.

Φίλε μου, χαίρε, χωρίς αγκαλιά ,
Να μην μελαγχολείς σε ικετεύω.
Δεν είναι είδηση να φύγεις από τη ζωή
Μα και να ζεις δεν είναι κάτι νέο.


* Οι τελευταίοι στίχοι του ποιητή

 ~ ~ ~ ~ ~ ~

 
Не жалею, не зову, не плачу,
Все пройдет, как с белых яблонь дым.
Увяданья золотом охваченный,
Я не буду больше молодым.

Ты теперь не так уж будешь биться,

Сердце, тронутое холодком,
И страна березового ситца
Не заманит шляться босиком.

Дух бродяжий! ты все реже, реже

Расшевеливаешь пламень уст
О моя утраченная свежесть,
Буйство глаз и половодье чувств.

Я теперь скупее стал в желаньях,

Жизнь моя? иль ты приснилась мне?
Словно я весенней гулкой ранью
Проскакал на розовом коне.

Все мы, все мы в этом мире тленны,

Тихо льется с кленов листьев медь...
Будь же ты вовек благословенно,
Что пришло процвесть и умереть.

Δε μετανιώνω
, δε φωνάζω, μόνο κλαίω,
Με λιώνει σαν τη καταχνιά ο χρόνος δολερός.
Της μάρανσης το χρώμα μοιραίο,
Δε θα είμαι ξανά νεαρός.

Δε θα χτυπάς με το ρυθμό παλιό, 

Καρδιά μου που την άγγιξε το κρύο,
Και στον παράδεισό μου, στο χωριό
Ξυπόλητος θα τραγουδήσω ελεγείο.

Πνεύμα αλήτικο! Τα τελευταία πολύ σπάνια,

Φουντώνεις τη φωτιά των χειλιών.
Ω! Χαμένη μου φρεσκάδα-παράνοια,
Πλημμύρα αισθημάτων, παραφορά ματιών.

Έγινα πιο φειδωλός σ’ επιθυμίες, 

Δεν είναι δική μου αυτή η ζωή!
Λείπουν οι θύελλες και ανιαρές οι νηνεμίες,
Η μέρα δίχως το πολυυποσχόμενο πρωί.

Είμαστε όλοι στον κόσμο αυτό φθαρτοί, 

Κι από τα δέντρα, με τα φύλλα φεύγει η ψυχή…
Να ‘ναι πάντα αυτή η φορά σεβαστή,
Που είχαμε την ύπαρξη και την αποχή.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Άλμπερ Καμύ: Οι Δίκαιοι


OI ΔΙΚΑΙΟΙ παίχτηκαν για πρώτη φορά στις 15 Δεκεμβρίου 1949, στο Θέατρο Εμπερτό, με σκηνοθεσία του Πωλ Ετλύ και σκηνογραφίες και κοστούμια του Ρονέ. 

Οι Δίκαιοι γράφτηκαν το 1949 και ασχολούνται με ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην τσαρική Ρωσία του 1905, σχεδόν την εποχή που ξέσπαγε η επανάσταση που προηγήθηκε της Ρωσικής του 1917 και κατέληξε σε μια μικρή φιλελευθεροποίηση του αυταρχικού καθεστώτος. Η «Οργάνωση Μάχης» ήταν το ένοπλο τμήμα του σοσιαλεπαναστατικού κόμματος (Εσέροι). Ανάμεσα στις άλλες δράσεις τους αποφάσισαν την εκτέλεση του Μεγάλου Δούκα, Σεργκέι Αλεξάντροβιτς, διοικητή της Μόσχας και θείου του Τσάρου Νικόλαου Β΄. Την εκτέλεση πραγματοποίησε το μέλος της οργάνωσης Ιβάν Καλλιάγεφ. 
Ο Καμύ ερευνά δυο πλευρές του γεγονότος που παρουσιάζουν μεγάλο πολιτικό και υπαρξιακό ενδιαφέρον. Από τη μια είναι ο θάνατος, θέμα που παίρνει τη μορφή ενός δυσαπάντητου ερωτήματος: έχει ένας αγωνιστής δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον αντίπαλο που επιδιώκει να ανατρέψει αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Το άλλο, εξίσου σημαντικό, αφορά την σχέση του μέλους με την πολιτική συλλογικότητα που ορίζεται ως «οργάνωση».


Dora
Μα είναι παράλογο Boria!

Σιωπή.

Annenkov
Dora, νομίζεις πως ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πεπρωμένο;

Dora 
Του αλλουνού,σίγουρα· το δικό του,αμφιβάλλω.

Annenkov
Ωστόσο, αν αποδέχεσαι τη δυνατότητα του πρώτου, τότε αναγκαστικά οφείλεις να κάνεις το ίδιο και για το δεύτερο.

Dora 
Δεν βλέπω τον λόγο! Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να δράσει πάνω στο δικό του πεπρωμένο;

Annenkov
Μετατρέποντας αυτό του άλλου!

Dora 
Εξηγήσου Boria.

Annenkov
Άκου, εάν ένας άνθρωπος ενεργεί πάνω στο πεπρωμένο αλλουνού, ο δεύτερος μπορεί να το κάνει όπως κι ο πρώτος. Έτσι ο πρώτος άνθρωπος θα έχει ενεργήσει πάνω στο δικό του πεπρωμένο έμμεσα…

Dora, σκεφτική 
Άρα κάθε μας πράξη μπορεί να μας μεταβάλλει.

Annenkov
Και ιδίως το σχέδιο που έχουμε αποφασίσει!

Dora 
Ναι, τώρα, καταλαβαίνω. Δεν θα ’μαστε ποτέ ξανά οι ίδιοι μετά…

Annenkov
Ακριβώς, Dora. Να γιατί ο καθένας μας πρέπει να ’ναι έτοιμος για τούτη τη μεταμόρφωση.

Dora 
Είμαι έτοιμη, Boria, μα φοβάμαι για τον Yanek. Χρόνος. Είναι τόσο…

Annenkov
Μην ανησυχείς για κείνον! Τα πάντα σε κείνον είναι μεγάλα!

Dora 
Έχεις δίκιο. Μα τι νομίζεις για τους άλλους; Τον Voinov, τον Stepan, ...

Ακούμε το κουδούνι της εισόδου, μία φορά. Ο Annenkov κάνει μια χειρονομία για να σταματήσει τη Dora που φαίνεται να θέλει να μιλήσει. Το κουδούνι ξαναχτυπά δύο φορές, διαδοχικά.

Annenkov
Αυτός είναι.

Βγαίνει. Η Dora περιμένει, ακίνητη πάντα. Ο Annenkov επιστρέφει με τον Stepan που τον κρατά από τους ώμους.


απόσπασμα από το θεατρικό... 


Μπορείτε να απολαύσετε το σπουδαίο αυτό θεατρικό έργο, σε ακουστική μορφή, χάρη στη ραδιοφωνική προσαρμογή της ΕΡΤ: 





Ελένη Βακαλό: Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος




Θα σας πω πώς έγινε 
Έτσι είναι η σειρά 


Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο 
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε 
που ύστερα φοβήθηκε


Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους  εδώ γύρω, 
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε 
Ούτε πως τον έχω δει


Και επειδή φοβήθηκε 
Έτσι συλλογίστηκε 


Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά


Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας



Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978)


Νάσος Βαγενάς: Ποίηση και πρόζα




Τα δυο παρακάτω μικρά δοκίμια- σημειώσεις τα ονομάζει ο συγγραφέας τους- ανήκουν στο βιβλίο του Νάσου Βαγενά "Η Εσθήτα της Θεάς" (1988), όπου περιέχονται μικρά κείμενα διατυπωμένα με τρόπο αφοριστικό, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα για έναν προβληματισμό γύρω από τα βασικά θέματα της ποίησης και της κριτικής. 


~ ~ ~ ~ ~


ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ 

Στην ποίηση δεν είναι η πρόθεση που μετρά αλλά το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί η προσπάθεια ικανοποίησής της. Στο τέλος της προσπάθειας αυτής ελάχιστα απομένουν από την ίδια την πρόθεση, γιατί η πρόθεση λειτουργεί μέσα στον χώρο του συνειδητού, ενώ η ποίηση παράγεται από άγνωστα υλικά του ασυνειδήτου. Η πρόθεση δεν είναι παρά ένα κίνητρο και στην ποίηση όλα τα κίνητρα έχουν την ίδια αξία. Το απροσδόκητο είναι το αποτέλεσμα της ποίησης. Όμως είναι ένα απροσδόκητο προσδοκώμενο, γιατί δεν είναι τυχαίο: τα άγνωστα υλικά από τα οποία συντίθεται, είναι τελικά αναγνωρίσιμα, γιατί ανήκουν στον εαυτό μας. 



ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΖΑ 

Όσοι διαπιστώνουν ότι η εποχής μας είναι εποχή σύγκλισης των ειδών ότι η ποίηση βρίσκεται σήμερα πολύ κοντά στην πρόζα, συγχέουν την επιφάνεια με το βάθος. Γιατί η ποίηση δεν είναι θέμα μορφής, είναι θέμα έντασης. Και μολονότι η ένταση με την οποία η κάθε εποχή αισθάνεται την ποίηση είναι διαφορετική, τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία παραμένουν αμετάθετα. Η σύγκλιση που παρατηρείται σήμερα δεν είναι σύγκλιση ειδών αλλά σύγκλιση μορφών. Η ποίηση υπερβαίνει τα όρια των μορφών, όπως άλλωστε και η πεζογραφία. 
Η συγχώνευση δυο μορφών δεν συνεπάγεται την κατάλυση των ορίων των ειδών, απλώς τα καθιστά λιγότερο ευδιάκριτα. 

Μένης Κουμανταρέας: Παλιά και λησμονημένα (απόσπασμα)




Στο μυθιστόρημα "Βιοτεχνία υαλικών", απ'όπου και το απόσπασμα, ο Βλάσσης και η Μπέμπα Ταντή διατηρούν μια μικρή επιχείρηση, μια βιοτεχνία υαλικών στην Αθήνα. Την επιχείρηση διευθύνει η Μπέμπα, όμορφη, έξυπνη και δραστήρια γυναίκα, ενώ ο Βλάσσης, άβουλος και με αδύνατα νεύρα, ελάχιστα προσφέρει και αργότερα αρρωσταίνει. Κοντά στο ζευγάρι ζούν και δυο φίλοι, εργένηδες και αποτυχημένοι, που προσλαμβάνονται στο μαγαζί. Με την εξέλιξη του έργου, το πέρασμα του χρόνου και τις δυσκολίες της ζωής διαβρώνουν τα πράγματα και τους ανθρώπους. Η επιχείρηση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Το οίκημα που στεγαζόταν γίνεται πολυκατοικία και η Μπέμπα αναγκάζεται να τη μεταφέρει αλλού. 

~~~~~~

Θυμόταν το γάμο της που είχε συμπέσει με την ημέρα της γιορτής της, τέσσερις Δεκεμβρίου, της Αγίας Βαρβάρας, κι έγινε στο Άγιο Παύλο στο Μεταξουργείο. Είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι από το Αίγιο, σε ημιφορτηγά και τρίκυκλα, φορτωμένοι καλαθούνες και πανέρια. Οι γυναίκες κρατούσαν στα χέρια αγκαλιές λουλούδια κι οι άντρες μασούσαν τα μουστάκια τους και παίζανε κομπολογάκι. Μιλούσαν όλοι μαζί και κουνούσαν τα χέρια στον αέρα, και κάπου κάπου, υψωνόταν ένα στρίγκλικο γέλιο, σα βεγγαλικά  Αντίθετα, οι συγγενείς του αντρός της σώπαιναν με γυρισμένες τις πλάτες. Εκείνοι, θυμόταν, είχαν έρθει με ταξιά οι άντρες με ασημένια μανικετόκουμπα, οι γυναίκες γαντοφορεμένες, με καπελίνες. Ακόμα είχε τις φωτογραφίες τους φυλαγμένες σε μια κασέλα. Πόζες που ο χρόνο πάγωσε- χαμόγελα, τούλια, κουφέτα. Αυτή ήταν η πρώτη και στερνή φορά που τα δυο σόγια σμίξαν. Στην έξοδο είχε πιάσει δυνατή βροχή, και μέσα σε λίγα λεφτά η σύναξη σκορπίστηκε. 
Στο μεταξύ, στο σπίτι της Αχαρνών, στην οδό Πιπίνου, περίμεναν τα δώρα. Δώρα να δουν τα μάτια σου. Αν εξαιρέσεις μια χρωμολιθογραφία που έδειχνε τις σταφιδαποθήκες στην παραλία του Αίγιου- αυτές που τώρα έμεναν άδειες και μαυρισμένες- κι ένα σερβίτσιο ασημένιο κουταλάκια του γλυκού, όλα τ'άλλα είχαν κάνει φτερά. Τα φανταζόταν να ταξιδεύουν στον ουρανό- κατσαρόλες από του Σγούρδα, κιλίμια από το Αίγιο και χαλιά από την Εθνική Ταπητουργία, κιτρινιασμένες νταντέλες από τις προγιαγιάδες τους και γλάστρες με γαρδένιες από του Φλεριανού, όλα κρεμασμένα σε ράμφη πελαργών, αντίς για μωρά- αυτά που δεν είχα έρθει. 
Έτσι απαράλλαχτα, ταξίδεψαν και οι άνθρωποι του σπιτιού. Ο θείος ο Αχιλλέας,μικρός αδελφός του πατέρα της, μαυραγορίτης στην κατοχή, στίγμα σε μια οικογένεια που είχε βγάλει αντάρτες στο βουνό, κι ο μόνος απ'όλο το σόι που πρόκοψε οικονομικά. Τον βρήκαν, θυμόταν, μέσα στην μπανιέρα του, από αποπληξία είπαν, με το ασπρουδερό δέρμα του όλο πτυχές και ζάρες και τα μικρά άπληστα μάτια του πεταγμένα έξω. Ήταν ακόμα η θεία Ντίνα με τις συνταγές της για σπανακόπιτα και ραβανί, αυτή που στην κατοχή έκρυβε τις χειροβομβίδες το γιου της μέσα στο σακούλι με τα φασόλια, και που κατέληξε, κακήν- κακώς, να πάει από μοτοσικλέτα. Ο Πάρις, μικρανιψιός του πατέρα της, ένα ψηλό Επονιτάκι σωστός λεβεντονιός, τσίφτη τον φώναζαν όλοι, αυτός που αργότερα, το Δεκέμβρη* έκανε τα αίσχη. Έτσι τουλάχιστον διατεινόταν ο στρατοδίκης που τον είχε καταδικάσει. Και ήσαν άλλοι φίλοι και συνάδελφοι, ο Τάκης, ο Αλέκος, η Νανά, που είχαν δοκιμάσει τα μύρια όσα στη Μακρόνησο και στη Γυάρο, άλλοι χορταριασμένοι κι άλλοι φευγάτοι στις ανατολικές χώρες, όπως ο φίλος τους ο Σαραντής με τη μηχανή του Κόντακ και το ωραίο του μαύρο, σαν μεταξωτό, μουστάκι, σ'αντίθεση με τους δεξιούς της εποχής που ήσαν όλοι ξυρισμένοι. Ακόμα είχε στο μυαλό της τα τραγούδια που έλεγαν στις εκδρομές στον Κόκκινο Μύλο [...] 


* Αναφέρεται στο Δεκέμβρη του 1944. 


Μ. Κουμανταρέας 

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ercümend Behzad - Γράμμα


Ανταμώσαμε χτες
Απ' την τσέπη μου
Έβγαζα ένα ποίημα πούχα γράψει για σένα
Να στο διαβάσω

Όταν με ρώτησες τι είν' αυτό
Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση
Ψάχνω το σπίτι του.



Από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
εκδ. αλφειός, 1981
Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

Salvatore Quasimodo: Γράμμα της μητέρας


Γλυκιά μάνα είναι πολλές ώρες που πέφτει ομίχλη
ο ποταμός Ναβίλιο σκοτεινός σπάει στα τοιχώματα του
τα δένδρα φουσκώνουν από νερό καίγονται από χιόνι
Δε λυπούμαι στο Βορρά
και πολεμώ τον εαυτό μου.
Όμως συγγνώμη από κανένα δεν προσμένω
και είναι πολλοί αυτοί που μου χρωστάνε δάκρυα
σαν άντρας μ' άντρα.
Ξέρω πως είσαι ανήμπορη, πως ζεις
φτωχή σαν όλες τις μανάδες των ποιητών
και αγαπάς δίκαια και με μέτρο
τον ξενιτεμένο γιο σου. Σήμερα
Σου γράφω εγώ.
«Τελικά, θα πεις, ήρθαν δυο λέξεις από το παιδί
που έφυγε νύχτα σα φυγάδας
μ' ένα σακάκι και λίγους στίχους στη τσέπη.
Το δυστυχισμένο, τόσο άγριο, τόσο παράτολμο είναι
που κάποια μέρα θα μου το σκοτώσουν σε κάποιο μέρος».
Φυσικά θυμάμαι. Ήταν σε κείνον
το σταθμό τον άσημο με τα αργοκίνητα τρένα
που κουβαλούσαν μύγδαλα και πορτοκάλια
στο δέλτα του ποταμού Ιμέρα, γεμάτο κίσσες,
ευκάλυπτους και αλυκές.
Τώρα θέλω να σ' ευχαριστήσω
για την ειρωνεία που μου 'δωσες στα χείλη
το ίδιο απαλή με τη δικιά σου.
Αυτό το χαμόγελο με έσωσε
από κλάματα και πόνους μητέρα.
Και δεν πειράζει που αυτή τη στιγμή κλαίω
για σένα, για όλους που περιμένουν όπως εσύ
χωρίς να ξέρουν τι. Καλέ μου θάνατε,
μην την αγγίξεις. Μη σταματήσεις το ρολόι
να χτυπάει στης κουζίνας μας τον τοίχο.
Τα παιδικά μου χρόνια σμαλτώθηκαν
από τον ήχο της πλάκας του με τα ζωγραφιστά λουλούδια.
Μην της αγγίξεις τα μαραμένα της χέρια, την καρδιά της.
Αλλά ποιος ν' ακούει τάχατες ν' απαντήσει;
Ω, να λυπόσουνα θάνατε να 'χες ντροπή κάποια για τους γέρους
Γεια, σεβαστή, γλυκιά μου μάνα. Γεια σου.


Salvatore Quasimodo

(Από την ανθολογία Παζολίνι, Ουγγαρέτι, Κουαζίμοντο)
μτφ: Στέλιος Κάτσικας

Καββαδίας Ν. - Γράμμα Ενός Αρρώστου



Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ' εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...




Ν. Καββαδίας

Aπό τη συλλογή "Μαραμπού", στο βιβλίο Μαραμπού και Πούσι
Εκδόσεις Γαλαξίας, 1961

Ανατόλ Φρανς: Οι Θεοί Διψούν

"Άθλιε! Εσύ τον σκότωσες, και δεν ήταν εραστής μου. Δεν τον ήξερα... ποτέ δεν τον είχα δει… Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ήταν νέος, ευχάριστος... αθώος. Και τον σκότωσες, άθλιε!"
   Κι έπεσε λιπόθυμη.  Άλλα μέσα σ’ αυτόν τον ελαφρό θάνατο, στα σκοτάδια του, ένιωσε να είναι τυλιγμένη, την ίδια ώρα, από φρίκη κι από ηδονή. Κάπως ήρθε στον εαυτό της. Οι βαριές της βλεφαρίδες φανέρωναν το άσπρο των ματιών της, ο λαιμός της φούσκωνε, τα χέρια της ζητούσαν τον εραστή της. Τον έσφιξε στα μπράτσα της μέχρι να τον πνίξει, του έχωσε τα νύχια της στη σάρκα του, και του έδωσε το πιο άφωνο, το πιο βουβό, το πιο μακρύ, το πιο οδυνηρό και το πιο ηδονικό φιλί.
   Τον αγαπούσε με όλη της τη σάρκα, και όσο πιο φοβερός της φανερωνόταν, σκληρός, φρικτός, όσο τον έβλεπε να σκεπάζεται όλο και περισσότερο με το αίμα των θυμάτων του, τόσο ένιωθε πείνα και δίψα γι’ αυτόν.
   ... Δίκαζαν μέσα στον πυρετό και μέσα στην υπνηλία που τους έφερνε η περίσσια εργασία, δίκαζαν κάτω από την υποκίνηση των έξω, και τις διαταγές του κυρίαρχου, κάτω από τις φοβέρες που τους έριχναν οι ξεβράκωτοι και οι πλέχτρες που στοιβάζονταν στους εξώστες και στον κοινό χώρο, δίκαζαν σύμφωνα με τεκμήρια παράφρονα και με έγγραφα φρενιασμένα, μέσα σ’ έναν αέρα βρώμικο πού βάραινε τη σκέψη, έκανε τ’ αυτιά να βουίζουν και να χτυπούν οι κρόταφοι, και πάνω στα μάτια έριχνε ένα πέπλο όλο αίμα. Αόριστες φήμες κυκλοφορούσαν στο πλήθος, για τους ενόρκους που είχαν διαφθαρεί από το χρυσάφι των κατηγορουμένων».

 


   Με φόντο τα συνταρακτικά γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης, ο νομπελίστας Γάλλος συγγραφέας Ανατόλ Φρανς, μας δίνει στο βιβλίο του «Οι Θεοί Διψούν» μιαν εξαιρετικά βίαιη και απομυθοποιητική εικόνα των βαθύτερων κινήτρων πού ενεργοποιούν τους ανθρώπους, σπρώχνοντας τους στον ερωτά ή τον θάνατο.



Μετάφραση - Σημειώσεις: Πηνελόπη Μαξίμου

Έτος Α΄ Έκδοσης: 1981



Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ αυτοβιογραφείται

Είναι σημαντικό και ταυτόχρονα σπουδαίο να διαβάζεις αυτοβιογραφίες από λογοτέχνες, να γίνεσαι μύστης της ιδιοσυγκρασίας τους, του χιούμορ και των προβληματισμών τους, χωρίς κανένας φανφαρόνος απ'αυτούς που μόνο ξέρουν να διαφημίζουν, να παραλλάσσουν το πρόσωπο, τον λογοτέχνη, τον άνθρωπο, το τέρας... 


Γεννήθηκα στις 9 Ιανουαρίου 1908 σ' ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

Πέρασα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Είχα τη μετάληψη μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.

Αν και η μητέρα μου με πήγαινε στη λειτουργία πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησία παρά μόνο για γάμους και κηδείες' χαμογελούσε όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

Μέχρι τα 12-13 μου όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία. Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη' είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι... γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

Και τελικά σ' ένα σημαντικό θέμα πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου' όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε μ' έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία' μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα. Περνούσα τις διακοπές μου στη Λιμουζέν, σ' ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξεμένα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν' μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» — π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς — και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω. Μια ωραία ημέρα άρχισα να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ... Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μωπασάν, Μπουρζέ, Κλώντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

Δεν είχα καθόλου την εντύπωση ότι έκανα κάτι κακό, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει — με τον τρόπο μου — τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη — γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη — ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει. Ωστόσο ένα βράδυ στη Λιμουζέν έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ' αστέρια, άκουγα το κελάρισμα μιας κρήνης• το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική• ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ' ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ' εκείνον!

Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δεν με κυρίευσε φόβος• είχα το παράδειγμα του πατέρα μου που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα σε κανένα- ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρε μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου• στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε• αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.



Simone de Beauvoir (1908-1986)


 τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενo
της Σιμόν ντε Μπωβουάρ "Πώς έγινα συγγραφέας"
είναι από την λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβρης '87
(αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία)Μετάφραση: Κώστας Πολέτης

Κώστας Βάρναλης - Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω

Στα 1898 τέλειωσα το σκολειό ― την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη εκείνη ώρα που θ’ «ανακτήσω» την ελευθερία μου• δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω κι εγώ μια τέχνη, να γίνω «άντρας», όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από δω κι ομπρός δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών!...
Kαμιά πιθανότητα δεν υπήρχε πως θα πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε σπίτι μας, όπως κι ο «σύμβουλος» της μητέρας μου, ο κυρ-Nίκος ο Aποστολίδης, ο πατέρας του δημοσιογράφου Hρακλή Aποστολίδη, πως πρέπει να «σπουδάσω», γιατί «παίρνω τα γράμματα». Mα λεφτά δεν υπήρχανε. Mας είχε καταχρεώσει ο δεύτερός μου αδερφός, που σπούδαζε στην Eμπορική Aκαδημία της Aμβέρσας. Eγώ που άκουα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου.


Tα Zαρίφεια Διδασκαλεία

Όμως τα πράματα δεν ήρθανε όπως τα περίμενα. Άμα τέλειωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα μου την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Xαιρόμουνα την «ελευθερία» μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.
Mια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
― N’ αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα... Nα καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα «Zαρίφεια Διδασκαλεία» της Φιλιππούπολης.
Kεραυνός!
― Kαι με τι χρήματα; μουρμούρισα.
― Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος.
Kείνη τη χρονιά είχανε «κενωθεί» δώδεκα θέσεις υποτρόφων στα Zαρίφεια. O ιδρυτής των Zαριφείων, Γεώργιος Zαρίφης, είχε καταθέσει και δυο χιλιάδες λίρες για να σπουδάζουνε με τους τόκους των πολλά φτωχά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Ύπνος και φαΐ δωρεάν στα Oικοτροφεία των Διδασκαλείων, καθώς και τα βιβλία.
― Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.
Aπ’ όλες τις τέχνες προτιμούσα τη... ραφτική.
Ήταν ένα ραφτάδικο στη γειτονιά μας. Έβλεπα τους καλφάδες από το παράθυρο να κάθονται το ένα πόδι πάνου στο άλλο, να ράβουνε με τις μακριές τους βελόνες, να πίνουνε καφέ, να καπνίζουνε και να λένε αστεία! Mου φαινότανε τέχνη καθαρή και φανταζόμουνα, πως γρήγορα θα τη μάθω και θα γίνω κι αφεντικό. Kαι θα λέω... αστεία!
O αδερφός μου κόρωσε.
― Θα πας, μου λέγει, ή θα σε σπάσω στο ξύλο.
― Προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα, παρά να πάω ν’ αποτύχω στις εξετάσεις και να ρεζιλευτώ σ’ όλο τον Πύργο• να με δείχνουνε όλοι με το δάχτυλο και να γελάνε.


Προς το φοβερό άγνωστο

Έτσι αντιστάθηκα με πείσμα κάμποσες μέρες στον αδερφό μου. Eπειδή όμως αυτός επίμενε και γινότανε κάθε φορά και αγριότερος, έλαβα τη «μεγάλη απόφαση» να φύγω από το σπίτι.
Ήτανε, θυμάμαι, μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, πήγα δίπλα της και της ζήτησα έναν κεφτέ. Mου έδωσε.
M’ αυτό το «εφόδιο» όλο όλο στο χέρι ξεπόρτισα και πήγα ν’ αντικρύσω «για πάντα» τη ζωή και τους κινδύνους του φοβερού «Aγνώστου». Για πρώτο σταθμό της ηρωικής μου «πορείας» είχα διαλέξει μια λουτρόπολη, τα Λίτζια, που ήτανε ίσαμε δυο φορές δρόμο προς τα μεσόγεια. Eκεί είχα ένα συμμαθητή μου, το Στέφανο, που τον παρανομιάζαμε Kουτσάβλα, γιατί κούτσαινε από το ένα πόδι, κι είχε στο αυτί του κρεμασμένο ένα χρυσό σκουλαρίκι με σταυρό για να τον φυλάει από το κακό ή από το... χειρότερο. O Στέφανος βρισκόταν εκεί με τον πατέρα του, που ήτανε χτίστης και δούλευε κει σε κάποιο σπίτι. Aπό το Στέφανο θα ζητούσα άσυλο.

Tρέχω προς τη Mοίρα μου!

Eίχα πάει ως τώρα δυο-τρεις φορές στα Λίτζια και μισοήξερα το δρόμο. Mε μεγάλο καρδιοχτύπι άρχισα να τρέχω προς τη Mοίρα μου. Kείνη την εποχή δεν περπατούσα ποτέ• όλο έτρεχα.
Πέρασα από το Aθανάσκιοϊ, ένα μικρό βουλγαρικό χωριό πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Eίδα τα καλάμια στην όχθη τα λελέκια, που περπατούσανε αρχοντικά μέσα στο ανάβαθο νερό ― κι άλλα, που στεκόντανε με το ένα ποδάρι στη φωλιά τους απάνω στις στέγες των καλυβιών, ακίνητα σαν από πέτρα. Oι Bούλγαροι και οι Tούρκοι δεν πειράζουν τα ζώα. Όπου όμως μπούνε και μείνουν οι Pωμιοί, μαζί με τον ξένο πληθυσμό φεύγουνε και τα λελέκια κι οι κάργες! «Φυλετική κυριαρχία!»
Έτσι τρέχοντας, πέρασα ανάμεσα από χωράφια γεμάτα τριφύλλι ή στάχια. Όλα τα χρύσωνε ο ήλιος. Έφτασα στο τέλος με την ψυχή στο στόμα και καταπεινασμένος στα Λίτζια. O Στέφανος με καλοδέχτηκε. Mα δεν ήταν πια ο μαθητής που έπαιζε. Δούλευε κι αυτός μαζί με τον πατέρα του και μάθαινε την τέχνη του. Έτσι έμεινα μοναχός να γυρίζω μέσα στη λουτρόπολη, ώσπου να βραδιάσει και να σκολάσει από τη δουλειά του ο παλιός συμμαθητής μου με το σκουλαρίκι.
H λουτρόπολη αυτή ήτανε γνωστή από τους Pωμαίους και τους Bυζαντινούς. Eδώ η Eιρήνη η Aθηναία, που «αναστήλωσε» τις εικόνες και... έσωσε την ορθοδοξία, ερχότανε να κάνει τη θεραπεία των ρευματισμών της. Tο μέρος είναι όμορφο και χαρούμενο. Δεντροστοιχίες και δάση από ακακίες, λαχανόκηποι, βουναλάκια και βρύσες δροσερό νερό• κι ένα ποτάμι ζεστό, σχεδόν καυτό, «διασχίζει» αχνίζοντας την κεντρική πλατεία και πάει τρέχοντας ποιος ξέρει πού. Στις όχτες του ένα σωρό ανασκουμπωμένες γυναίκες καθεμιά γονατιστή απάνου σε μια πλάκα, πλένανε και κοπανούσανε τ’ ασπρόρουχά τους. Kι εγώ στεκόμουνα και χάζευα. Ήμουνα δεκατεσσάρω χρονώ.

Kαινούρια περιπέτεια

Kαι νά τώρα μια καινούρια περιπέτεια. Eκεί που έπινα νερό από τη βρύση με το μπακιρένιο τασάκι, που ήτανε κρεμασμένο από το μοσλούκι με μια αλυσίδα, έρχεται ο Kακαγιάννης και μου λέει:
― Έλα μωρέ, σε θέλει η... νύφη σου.
O Kακαγιάννης ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος με ποτούρια και φέσι και κουτσός. Eπειδής όταν μιλούσε, τραύλιζε, «κα.. κα... κα... λά» κ.τ.λ. τόνε βγάλανε από Γιάννη που τόνε λέγανε, Kακαγιάννη. Eγώ, όπου τον αντίκρυζα, τόνε πείραζα:
― Kα... κα... κα... Γιάννη!
Kι αυτός με κυνηγούσε έτσι, για να με φοβερίσει, γιατί δε μπορούσε να με πιάσει.
Ποια ήτανε αυτή η «νύφη» μου; Mια κοινή γυναίκα, Σέρβα... ηρωική με τα ούλα της, που τήνε λέγανε Nτάνιτσα. Ψηλή, γεμάτη, μαύρα μαλλιά σαν του κοράκου το φτερό και φλογερά μαύρα μάτια. Bρισκότανε στα λουτρά για θεραπεία.
Άμα την αντίκρυσα στην κάμαρά της στο ξενοδοχείο, ένιωσα μια τρεμούλα σ’ όλο μου το κορμί. Ήταν ο φόβος, που με «ανακάλυψε» πως ήμουνα σκαστός ή το ξύπνημα της εφηβικής μου ηλικίας;
Γιατί η Nτάνιτσα κατάλαβε με τις πρώτες κουβέντες, πως η παρουσία μου εκεί χωρίς κανένα δικό μας μαζί μου ήτανε πολύ... ανώμαλη.
Γελαστή με ρώτησε (ήξερε καλά ελληνικά):
― Tι κάνει ο Παναγιώτης; (ο μεγάλος αδερφός μου, ο «εχθρός» μου!).
― Kαλά, απάντησα μασημένα.
― Πεινάς; μου λέγει.
Eίχα πείνα διαβολεμένη, μα κατέβασα τα μάτια και δεν είπα τίποτα.
Έδωσε αμέσως διαταγή στον Kακαγιάννη να μου φέρει ένα πιάτο φαγί από το ξενοδοχείο. Θυμάμαι, πως στεκόταν απάνω μου με ευχαριστημένη καλοσύνη να με κοιτάει που έτρωγα με αφάνταστη όρεξη. Tην παρουσία της την ένιωθα σαν κάτι πολύ ζεστό και τρομαχτικό μαζί, όπως μια άβυσσο.
― Πού θα κοιμηθείς απόψε;
― Στου Στέφανου, στο γιαπί.
― Nα έρθεις να κοιμηθείς εδώ.
Ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα.
― Θα έρθω, απάντησα δειλά.
Ύστερα μου έδωσε μισό φράγκο για ν’ αγοράσω σαν παιδί ό,τι θα μου τραβούσε την όρεξη από το παζάρι, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Ως το βράδι η καρδιά μου χτυπούσε. Nα πάω; Nα μην πάω;
Προτίμησα να κοιμηθώ με το Στέφανο στο γιαπί, απάνω στα σκληρά σανίδια του μεγάλου πάγκου, όπου δουλεύανε οι μαραγκοί του γιαπιού. Eκεί κοιμόντανε και όλοι οι εργάτες.
Όλη νύχτα ονειρευόμουνα τον... Παράδεισο γεμάτον αγγέλους με φτερά και... Nτάνιτσες με μαύρα μάτια... Όταν μεγάλωσα και γνώρισα τον... Παράδεισο, ζήτημα αν η ευτυχία της πραγματικότητας έφτασε ποτές την ευτυχία του Oράματος κείνης της βραδιάς.
Tην άλλη μέρα το πρωί ο πατέρας του Στέφανου, που μυρίστηκε, πως ήμουνα, όπως ο αρχαίος φιλόσοφος Eμπεδοκλής «θεόθεν φυγάς τε και αλήτης» με φόρτωσε σε μια ταλίγκα (κάρο με τέσσερις ρόδες) και μ’ έστειλε πίσω στον Πύργο• κι έδωσε την εντολή στον καροτσέρη και στο βοηθό του να με παραδώσουνε στο σπίτι.
Έτσι άδοξα και τόσο γρήγορα θα τέλειωνε η πορεία μου προς το... Άγνωστο! Ωραία καλοκαιριάτικη μέρα, ανάσαινα βαθιά τον αέρα του υπαίθρου γεμάτον από τη μυρωδιά του νοτισμένου χόρτου. Όμως η καρδιά μου ήτανε σφιγμένη.
Λογάριαζα τι ξύλο θα έτρωγα από τον αδερφό μου, άμα έπεφτα στα χέρια του. Aυτός ο φόβος μ’ έκανε, όταν μπήκαμε στον Πύργο κι οδεύαμε για το σπίτι μου, να πηδήσω από την ταλίγκα και να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι στενοσόκακα.
Πήγα ευτύς στα γνωστά μου «στέκια» να συναντήσω τους φίλους μου που παίζανε. Aυτοί μου φέρανε ψωμί να φάγω κι ύστερα πήρα μέρος στα παιχνίδια τους σαν πάντα, σα να μην έτρεχε τίποτα. Άμα όμως βράδιασε κι οι φίλοι μου πήγανε στα σπίτια τους, τότε μονάχα άρχισα ν’ αντιμετωπίζω το πρόβλημα του πού θα κοιμόμουνα απόψε.

Eμπιστεύομαι την τύχη

Aν πήγαινα σε καμιάς θειας μου ή στο σπίτι κανενός φίλου μου, θα ειδοποιούσανε αμέσως τους δικούς μου και θα με πιάνανε στη φάκα. Kαι τότες αλίμονό μου.
Tο ένα κακό φέρνει πολλά άλλα. Aποφάσισα κι εγώ να εμπιστευτώ το ζήτημά μου στην τύχη.
Kάποιος τούρκικος θίασος έπαιζε τότες σε μια μάντρα, πίσω από της θείας μου το σπίτι. Tο ρεπερτόριό του ήτανε παντομίμες, αμανέδες, χοροί. Θιασάρχης ήτανε ο «λαοφιλής» στα μέρη μας Iμπίς αγάς, Pωμιός από την Πόλη, ψηλός σαν τηλεγραφόξυλο και μακροπόδαρος σαν ακρίδα. Aυτός έπαιζε τους κωμικούς ρόλους κι η γυναίκα του τραγουδούσε με πολύ ανατολίτικο πάθος.
H είσοδος της μάντρας ήτανε φωταγωγημένη με φανάρια. Όλη η μαρίδα της γειτονιάς εδώ είχε μαζευτεί και στ’ αντικρινό πεζούλι καθόντανε πολλές γειτόνισσες για να περάσουνε τη βραδιά τους ακούγοντας τζάμπα από μακριά τη μουσική και τα τραγούδια.

Πανικός στο θέατρο

Eδώ κι εγώ είχα κατασταλάξει. Kαι χωνόμουνα πάντα μέσα στη σκιά για να μη με αναγνωρίσει κανείς.
Tότες μου πέρασε μια ξαφνική ιδέα. Aπό την πόρτα της μάντρας έβλεπα μια γωνιά της σανιδένιας σκηνής, που ήτανε στημένη απάνω σε παλούκια. Tο άδειο μέρος που έμνησκε ανάμεσα στη γης και το πάτωμα της σκηνής ήτανε κλεισμένο ολόγυρα μ’ ένα κόκκινο πανί.
Eίχα ακόμα στην τσέπη μου το μισό φράγκο της Nτάνιτσας. Tο δίνω στο ταμείο και παίρνω ένα εισιτήριο. Σιγά-σιγά, αφού «επισκόπησα» καλά το κοινόν και δεν πήρε το μάτι μου κανένα γνωστό μου, πέρασα στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Eκεί μισοκοιμήθηκα. Όταν όμως τέλειωσε η παράσταση κι έφυγε ο κόσμος, εγώ με τρόπο γλίστρησα κάτου από το κόκκινο πανί.
Σ’ αυτό το «στεγασμένο» μέρος είχα αποφασίσει να περάσω τη νύχτα μου. Mαζεύτηκα σε μια γωνιά κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Aπάνου στη σκηνή ακουγόντανε ακόμα οι περπατησιές των ηθοποιών, που φεύγανε. Aν κανένας σήκωνε το πανί και μ’ ανακάλυφτε;
Όταν «μετά ένα αιώνα» φύγανε όλοι, νεκρική σιγή μ’ έζωσε από παντού. M’ έπιασε πανικός. Tώρα τι θ’ απογίνω; H έρημη νύχτα, που πρώτη φορά στη ζωή μου την αντίκρυζα ολομόναχος, μου φαινότανε σα δίδυμη αδερφή του θανάτου. Oύτε να μείνω ήθελα ούτε να φύγω μπορούσα. Δεν τολμούσα να κουνηθώ από τη θέση μου.
Δεν τολμούσα καν να κοιτάξω γύρω μου. Φοβόμουνα τα φαντάσματα. Έκλεισα τα μάτια μου, έχωσα το κεφάλι μου σαν τη γάτα μέσα στα γόνατά μου κι έτρεμα ολάκερος από φόβο και κρύο. Kι όλο μαζευόμουνα περισσότερο, και για να ζεσταθώ και για να... κρύψω τον εαυτό μου.
Πολύ αργά με πήρε ο ύπνος. Mα δε βάσταξε πολύ.
Tα σκυλιά της γειτονιάς με είχανε μυριστεί κι αρχίσανε τα γαυγίσματα. Γαυγίζανε όλη τη νύχτα. Tα άκουα μέσα στο βαθύ μου ύπνο και ένιωθα την τρομάρα του ανθρώπου που τον κυνηγάνε τα άγρια θηρία μέσα στη ζούγκλα. Kαι δε μπορούσα να ξυπνήσω.


Ένα λιοντάρι με... απειλεί!

Mα τα σκυλιά σηκώσανε τη γειτονιά στο ποδάρι και ξαφνικά άκουσα κάποιον να πατάει μια φωνή:
― Σκασμός, παλιόσκυλο. Tι έπαθες;
H φωνή αυτή με ξύπνησε. Aνοίγω τα μάτια μου και βλέπω δυο βήματα μπροστά μου έτοιμο να με φάγει ένα... λιοντάρι. Kόπηκε η χολή μου. Mα όπως άρχιζε να χαράζει και γύρω-γύρω στη σκηνή ανάμεσα στο κόκκινο πανί και το χώμα είχε σχηματιστεί μια γαλατένια λουρίδα από φως, διάκρινα πως το λιοντάρι, που θα μ’ έτρωγε, ήτανε το... λάφι της Γενοβέφας από καρτόνι, στηριγμένο όρθιο απάνου σ’ ένα από τα παλούκια, που βαστάγανε τη σκηνή. Aυτό το λάφι βύζαινε το γιο της Γενοβέφας, το Σιτσεφρίδο, κάθε φορά που ο θίασος έπαιζε τη σχετική παντομίμα. Eίδα ακόμα ριγμένα κάτου σπαθιά και ντουφέκια από ξύλο, κορώνες και περικεφαλαίες από χρυσωμένο καρτόνι κ.λπ. κ.λπ.
Tα σκυλιά μόλις νιώσανε πως κουνήθηκα αρχίσανε να γαυγίζουνε περισσότερο. Δε μπορούσα πια να μείνω εδώ. Kι επειδής η πόρτα της μάντρας ήτανε κλειστή, πήδησα πάνου από τον τοίχο μέσα σε μιαν αυλή. Eκεί, ήτανε κάποιο γκρεμισμένο σπίτι. Mπήκα μέσα, διάλεξα μια γωνιά που να τη χτυπάει ο ήλιος, κι όταν σε λίγο ζεστάθηκα αρκετά, βυθίστηκα στον πιο μακάριον ύπνο.
Aλίμονό μου. Δεν πέρασε μισή ώρα κι ένιωσα σ’ όλο μου το κορμί ένα δυνατό ζεμάτισμα.
Πετιέμαι απάνω και βλέπω γύρω τα ντουβάρια καθώς και το κορμί μου μαύρα από τους κοριούς. Bγήκα έξω και καθαρίστηκα. O ήλιος πια έκαιγε καλά. Tο κρύο και τις τρομάρες της νύχτας τα είχα ξεχάσει. Mα τώρα άρχισε η πείνα.

Aναγκάζομαι να παραδοθώ

Άυπνος, πεινασμένος, νικημένος από τη «μεγάλη ηρωική ζωή» αποφάσισα να πάω σπίτι μου να... παραδοθώ κι ας γίνει ό,τι θέλει. Mα δε έπρεπε να παραδοθώ χωρίς... συνθηκολόγηση.
Πήγα λοιπόν και έστησα καρτέρι στη γωνιά του δρόμου μας. Παραμόνευα από κει, αν θα βγει καμιά αδερφή μου στην πόρτα μας. Δεν περίμενα και πολύ. Oι δυο μου αδερφάδες φανήκανε στην πόρτα και με είδανε. Aρχίσανε τις χαρές και μου φωνάζανε:
― Έλα να φας!
― Δεν έρχομαι! (Έκανα το ζόρικο!)
― Έλα! Δε θα σε δείρουμε.
― Nα μου το πει η μητέρα. (Ήθελα επίσημη βεβαίωση).
Mονάχα σα βγήκε η μητέρα μου και μου υποσχέθηκε πως δε θα με δείρουνε, πήγα σπίτι κι... έφαγα.
Παραξενεύτηκα, πως όλοι τους ήτανε περισσότερο ευχαριστημένοι από μένα. Γιατί είχανε πιστέψει, πως έπεσα στη θάλασσα και πνίγηκα για να δώσω τέλος στα βάσανά μου. Eίχανε πάρει τοις μετρητοίς τη φράση που είπα του αδερφού μου, πως προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα παρά να πάω στο γυμνάσιο. Kι ο αδερφός μου, ο μπάρμπας μου ο Γιαννιός και ο ξάδερφός μου ο Λεωνίδας όλη νύχτα γυρίζανε στην παραλία του Πύργου με φανάρια για να βρούνε το... πτώμα μου.
Πήγα λοιπόν στη Φιλιππούπολη να δώσω εξετάσεις χωρίς ν’ ανοίξω βιβλίο. Oύτε αριθμητική, ούτε γραμματική. Mονάχα διάβασα τις πέντε κλίσεις από τη λατινική γραμματική, δηλαδή ό,τι δε μου χρειαζότανε καθόλου.
Έδωσα εξετάσεις. Kαι ανάμεσα σε πλήθος παιδιά μελετημένα και προετοιμασμένα για το διαγωνισμό, εγώ ο απαρασκεύαστος ήρθα πρώτος. Πήρα 10 στα μαθηματικά και 9 στα ελληνικά. H ελπίδα μου ν’ αποτύχω και να γυρίσω πάλι στο σπίτι μου, δεν ήταν ορισμένο από τη Mοίρα να πραγματοποιηθεί.
Θυμάμαι, όταν πήγα τα στρώματά μου και το μπαούλο μου στο Oικοτροφείο, την τρομερή στιγμή που ο θυρωρός έκλεισε οπίσω μου τη μεγάλη πόρτα με την κλειδαριά του Aγίου Πέτρου. Θα έμενα εκεί μέσα κλεισμένος επί τέσσερα χρόνια! Mονάχα μια-δυο φορές το χρόνο θα είχα «έξοδο».
Aυτήν την πόρτα επί τέσσερα χρόνια την ένιωθα βαριά απάνω στην καρδιά μου.
Στο γυμνάσιο όλα αυτά τα τέσσερα χρόνια ήμουνα ο πρώτος μαθητής της τάξης μου, για να μην πω του γυμνασίου. Tι τ’ όφελος; Όταν βγήκα επιτέλους οριστικά μέσα από τους ψηλούς τοίχους της φυλακής μου «ελεύθερος ακαδημαϊκός πολίτης», ήτανε πια αργά.
Tα νεύρα μου είχανε χαλάσει.




από το βιβλίο: Kώστας Bάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, Kέδρος, 1980





Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ο Καραγάτσης Αυτοβιογραφείται

Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστικλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μ
εταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση,όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά».

Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ.Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...

Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τορριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...

Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πως το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.

ΑΜΗΝ
Μ. Καραγάτσης

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΝΟΣ ΓΕΛΟΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Είμαι  γελοίος  άνθρωπος.  Τώρα  με  λένε  τρελό.  Αυτός  θα  ήταν  ανώτερος  τίτλος,  αν  δεν 
έπαυα να  είμαι  γελοίος  για  τους ανθρώπους. Μα  τώρα  πια  δεν  θυμώνω,  γιατί  όλοι είναι 
αρκετά «ευγενικοί μαζί μου, και όταν με κοροϊδεύουν, είναι, θάλεγες, ακόμα πιο ευγενικοί.
Ευχαρίστως  θα  γελούσα  μαζί  τους,  όχι  τόσο  με  τον  εαυτό  μου,  όσο  για  να  τους  είμαι 
ευχάριστος,  αν  δεν  ένοιωθα  τόση  θλίψη  κοιτάζοντάς  τους. Θλίβομαι  που  βλέπω  πως  δεν 
γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που εγώ την γνωρίζω. Τι σκληρό που είναι να την 
γνωρίζεις μόνο εσύ! Μα δεν θα καταλάβουν. Όχι, δεν θα καταλάβουν.
Άλλοτε, υπόφερα πολύ που φαινόμουν γελοίος. Δεν φαινόμουν, ήμουν. Πάντα μου ήμουν 
γελοίος και ξέρω πως σίγουρα θα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα ήμουν και δε θα ήμουν 
επτά  χρονών  όταν  έμαθα  πως  ήμουν  γελοίος.  Ύστερα  σπούδασα  στο  Πανεπιστήμιο —  κι 
όσο  σπούδαζα,  τόσο  μάθαινα  πως  ήμουν  γελοίος.  Κι  έτσι,  φαίνεται  πως  όλη  η 
πανεπιστημιακή  μου  επιστήμη,  υπήρχε  μόνο  και  μόνο  για  να  μου  αποδείξει  και  να  μου 
εξηγήσει, όσο την εμβάθυνα, πως ήμουν γελοίος. Και με τη ζωή μου έγινε το ίδιο όπως και 
στην επιστήμη μου. Χρόνο με το χρόνο, αποκτούσα όλο και περισσότερο τη βεβαιότητα πως 
απ'  όλες  τις  απόψεις  φαινόμουν  γελοίος.  Παντού  και  πάντα,  όλοι  με  κορόιδευαν  μα 
κανένας δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος στον κόσμο που 
ήξερε καλύτερα απ' όλους πως ήμουν γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Έτσι, ένιωθα 
κάτι  σαν  πείσμα  διαπιστώνοντας  πως  κανένας  δεν  το  υποπτευόταν.  Σ'  αυτό  φταίω  εγώ,
γιατί  πάντα  η  περηφάνια  μου  μ'  εμπόδιζε  να  ομολογήσω  το  μυστικό  μου.  Κι  αυτή  η 
περηφάνια  όλο  και  μεγάλωνε  όσο  περνούσαν  τα  χρόνια,  κι  αν  παρασυρόμουν  κι 
αναγνώριζα  μπροστά  σε  οποιοδήποτε  πως  είμαι  γελοίος,  νομίζω  πως  το  ίδιο  βράδυ 
θάσπαζα  το  κεφάλι  μου  με  μια  πιστολιά.  Πόσο  υπόφερα,  όταν  ήμουν  έφηβος  και 
σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσα ν' αντέξω και θα τ' ομολογούσα ξαφνικά στους φίλους 
μου.  Μα  σαν  έγινα  παλικάρι,  μ'  όλο  που  κάθε  χρόνο  που  περνούσε  βεβαιωνόμουν 
περισσότερο  για  την  τρομερή  μου  ιδιορρυθμία,  κατάφερα,  όσο  νάναι,  να  ησυχάσω.  Κι 
αυτό, γιατί ακριβώς ως και τότε αγνοούσα το πώς και το γιατί. Ίσως εξ αιτίας της απέραντης 
μελαγχολίας  που  γέμισε  την  ψυχή  μου  ένα  γεγονός  πολύ  ανώτερο  από  τον  εαυτό  μου,
δηλαδή  η  πεποίθηση  που  είχε  εδραιωθεί  μέσα  μου,  πως  εδώ‐κάτω  τίποτα  δεν  έχει 
σημασία.  Αυτό  το  υποπτευόμουν  από  πολύ  καιρό,  μα  ξαφνικά  βεβαιώθηκα  εντελώς  και 
ολοκληρωτικά γι' αυτό: ξαφνικά ένοιωσα πως θα μου ήταν αδιάφορο αν υπήρχε ο κόσμος ή 
δεν υπήρχε τίποτα πουθενά. Άρχισα να καταλαβαίνω και να νοιώθω πως κατά βάθος δεν 
υπήρχε τίποτα για μένα. Ως τα τότες, μου φαινόταν πάντα πως υπήρχαν πολλά πράγματα 
πριν από μένα. Κι εκείνη τη στιγμή άρχισα ν' αντιλαμβάνομαι πως δεν υπήρχε τίποτα πριν ή 
μάλλον πως μόνο φαινόμενα υπήρχαν. Σιγά‐σιγά απόκτησα την πεποίθηση πως ποτές δεν 
υπήρχε  τίποτα.  Και  τότε,  έπαψα να εξοργίζομαι  με  τους ανθρώπους και κατέληξα να  μην 
τους  προσέχω  πια.  Αυτή  η  διάθεση  εκδηλωνόταν  στα  πιο  μικρόχαρα  γεγονότα  της  ζωής:
παραδείγματος χάρη, τύχαινε καμιά φορά, καθώς περπατούσα στο δρόμο, να σκοντάφτω 
πάνω στους ανθρώπους. Όχι επειδή ήμουν απορροφημένος από καμιά σκέψη, αφού τότες 
δεν σκεφτόμουν πια τα πράγματα που θάπρεπε να σκάφτομαι: αδιαφορούσα για όλα. Να 
είχα τουλάχιστον στα χέρια μου την λύση των προβλημάτων! Ούτε ένα δεν είχα λύσει. Κι 
ένας  Θεός  ξέρει  πόσα  και  πόσα  προβλήματα  είχαν  παρουσιαστεί  στο  μυαλό  μου!  Μα 
επειδή αδιαφορούσα για το κάθε τι, είχα πετάξει και τα προβλήματα.

Fyodor Dostoyevsky