Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ - Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί



Πέφτουν στα χέρια σου σχολικά βιβλία* και συνειδητοποιείς με πόση αδιαφορία αυτοί οι καθηγητές περνάνε κι εγκαταλείπουν κείμενα γνωστών (κι όχι και τόσο γνωστών) συγγραφέων... Εμμένουν σε ονόματα με την εκνευριστική επιμονή ανήλικου που ματώνει το κεφάλι του στον τοίχο. Να περάσει το δικό τους; Και τι ακριβώς θέλουν; Αυτούς που ξέρεις, τους ξέρεις και χωρίς τη βοήθεια τους- άλλωστε αυτοί οι γνωστοί θα'ρθουν σε σένα, άκοπα. Οι άλλοι όμως που περνάνε κι εγκαταλείπονται δεν θα σε βρουν και δεν θα τους βρεις ποτέ. Πρέπει να πας εσύ σ'αυτούς. Στα 17 σου είχες την ευκαιρία να πας στον Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ. Στον συγγραφέα που έζησε ελάχιστα (26 χρονών τον σκότωσαν οι κακουχίες του πολέμου) και που στα κείμενα και τα θεατρικά του παίρνεις μόνο σκόνη, χαλάσματα, θάνατο. Τώρα που το σκέφτεσαι, ίσως και να μη σου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να τον συναντήσεις ακριβώς για τον παραπάνω λόγο. 

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ. Ο αντιναζιστής. Ο συγγραφέας των ερειπίων. 



***


Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.
Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ’ ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.
Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.
— Κοιμάσ’ εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ’ τα πόδια του άντρα και είπε: «Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα».
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. — Α, γι’ αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;
— Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.
— Και τι φυλάς;
— Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.
— Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.
— Όχι, λεφτά πάντως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.
— Ε, τι λοιπόν;
— Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τέλος πάντων.
— Καλά, όχι λοιπόν. Τότε κι εγώ βέβαια δεν θα σου πω τι έχω μέσα στο καλάθι. Ο άντρας χτύπησε με το πόδι το καλάθι κι έκλεισε το μαχαίρι.
—Μμ, το φαντάζομαι τι έχει το καλάθι, είπε ο Γύργκεν υποτιμητικά. Τροφή για κουνέλια.
— Ναι, που να πάρει! είπε ο άντρας έκπληκτος, είσαι και ξύπνιος. Και πόσων χρονών είσαι;
— Εννιά.
— Μπα, για δες, εννιά λοιπόν. Τότε βέβαια θα ξέρεις κιόλας πόσα μας κάνουν τρία επί εννιά, ε;
— Σίγουρα, είπε ο Γύργκεν και για να κερδίσει χρόνο συνέχισε: «Είναι πολύ εύκολο». Και κοίταξε μέσα απ’ τα πόδια του άντρα. «Τρία επί εννιά, ε;» ξαναρώτησε. «Είκοσι εφτά. Το ήξερα απ’ την αρχή».
— Σωστά, είπε ο άντρας, ακριβώς τόσα κουνέλια έχω.
Ο Γύργκεν έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Είκοσι εφτά;»
— Μπορείς να τα δεις. Πολλά είν’ ακόμα πάρα πολύ μικρά. Θέλεις;
— Δεν μπορώ όμως. Αφού πρέπει να φυλάω, είπε ο Γύργκεν αβέβαια.
— Συνέχεια; ρώτησε ο άντρας, ακόμα και τη νύχτα;
— Ακόμα και τη νύχτα. Συνέχεια. Πάντα. Ο Γύργκεν κοίταξε ψηλά πάνω απ’ τα στραβά πόδια. Ήδη απ’ το Σάββατο, ψιθύρισε.
— Και δεν πηγαίνεις δηλαδή καθόλου στο σπίτι; Πρέπει να τρως κιόλας.
Ο Γύργκεν σήκωσε μια πέτρα. Από κάτω είχε μισό ψωμί. Και μια ταμπακέρα.
— Καπνίζεις; ρώτησε ο άντρας, έχεις και πίπα;
Ο Γύργκεν έπιασε με δύναμη το ξύλο του κι είπε διστακτικά: «Εγώ στρίβω. Η πίπα δεν μ’ αρέσει».
— Κρίμα! ο άντρας έσκυψε προς το καλάθι του, τα κουνέλια θα μπορούσες άνετα να τα δεις μια φορά. Ειδικά τα μικρά. Μπορεί να διάλεγες και κανένα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να φύγεις από δω.
— Όχι, είπε ο Γύργκεν λυπημένα, όχι, όχι.
Ο άντρας πήρε το καλάθι και σηκώθηκε. «Καλά λοιπόν, αν πρέπει να μείνεις εδώ, κρίμα». Και γύρισε να φύγει. «Αν δεν μαρτυρήσεις», είπε τότε βιαστικά ο Γύργκεν, «εξαιτίας των ποντικών».
Τα στραβά πόδια έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω. «Εξαιτίας των ποντικών;»
— Ναι, τρώνε τους πεθαμένους. Τους ανθρώπους. Απ’ αυτό ζούνε.
— Ποιος το λέει αυτό;
— Ο δάσκαλός μας.
— Κι εσύ φυλάς τους ποντικούς; ρώτησε ο άντρας.
— Όχι αυτούς βέβαια. Και μετά είπε σιγά σιγά: «Ο αδερφός μου, είν’ εκεί κάτω. Εκεί». Ο Γύργκεν έδειξε με το ξύλο τους γκρεμισμένους τοίχους. «Το σπίτι μας δέχτηκε μια βόμβα. Μεμιάς χάθηκε το φως απ’ το υπόγειο. Κι αυτός χάθηκε. Φωνάξαμε κιόλας. Ήταν πολύ μικρότερος από μένα. Μόλις τεσσάρων. Πρέπει να είναι δω ακόμα. Είναι πολύ μικρότερος από μένα».
Ο άντρας κοίταζε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Αλλά μετά είπε ξαφνικά: «Ναι, αλλά δεν σας είπε ο δάσκαλός σας ότι τη νύχτα οι ποντικοί κοιμούνται;»
— Όχι, ψιθύρισε ο Γύργκεν και φάνηκε αμέσως πάρα πολύ κουρασμένος· αυτό δεν το είπε.
— Ορίστε, είπε ο άντρας, τι δάσκαλος είναι, αν δεν ξέρει ούτε καν αυτό. Κι όμως, τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί. Τη νύχτα μπορείς να πηγαίνεις ήσυχα στο σπίτι. Τη νύχτα κοιμούνται πάντα. Απ’ την ώρα που βραδιάζει κιόλας.
Ο Γύργκεν έφτιαχνε με το ξύλο μικρούς λάκκους στα συντρίμμια.
Πολλά μικρά ζωάκια, σκεφτόταν, όλο μικρά ζωάκια. Τότε είπε ο άντρας (και τα στραβά του πόδια ήταν πολύ ανήσυχα καθώς μιλούσε): «Ξέρεις τι θα γίνει; Τώρα θα ταΐσω γρήγορα γρήγορα τα κουνέλια μου κι όταν νυχτώσει, θα σε πάρω. Μπορεί να φέρω κι ένα μαζί μου. Ένα μικρό. Τι λες;»
Ο Γύργκεν έσκαβε μικρούς λάκκους στα συντρίμμια. Πολλά μικρά κουνέλια. Άσπρα, γκρίζα, ασπρόγκριζα. «Δεν ξέρω», είπε σιγανά και κοίταξε τα στραβά πόδια, «αν στ’ αλήθεια κοιμούνται τη νύχτα».
Ο άντρας σκαρφάλωσε πάνω απ’ τα ερείπια του τοίχου και βγήκε στο δρόμο. «Φυσικά», είπε από κει, «ο δάσκαλός σας πρέπει να τα μαζεύει, αν δεν ξέρει ούτ’ αυτό».
Τότε ο Γύργκεν σηκώθηκε πάνω και ρώτησε: «Μπορώ μήπως να πάρω ένα; Μήπως ένα μικρό;»
— Θα προσπαθήσω, φώναξε ο άντρας φεύγοντας, αλλά πρέπει να περιμένεις εδώ, μέχρι τότε. Μετά θα ’ρθω μαζί σου στο σπίτι, εντάξει; Πρέπει να πω στον πατέρα σου πώς φτιάχνεται ένα κλουβί για κουνέλια. Γιατί αυτό μια φορά πρέπει να το ξέρετε.
— Ναι, φώναξε ο Γύργκεν. Θα περιμένω. Πρέπει, άλλωστε, να φυλάω μέχρι να νυχτώσει. Θα περιμένω οπωσδήποτε. Και φώναξε: «Έχουμε ακόμα σανίδες στο σπίτι. Σανίδες από κιβώτια», φώναξε.
Αλλ’ αυτά ο άντρας δεν τ’ άκουγε πια. Προχωρούσε με τα στραβά του πόδια προς την κατεύθυνση του ήλιου. Ήταν αυτός ο κόκκινος απογευματινός ήλιος κι ο Γύργκεν μπορούσε να τον δει να λάμπει μέσ’ απ’ τα πόδια, τόσο στραβά ήταν. Και το καλάθι έγερνε ανήσυχα από δω κι από κει. Είχε τροφή για κουνέλια εκεί μέσα. Πράσινη τροφή για κουνέλια που είχε γίνει λίγο γκρίζα απ’ τη σκόνη.


[μτφρ. Ρόδη Ασήμη]

* Αξίζει (;) να δείτε, μετά από αυτό το πεζογράφημα, τι ερωτήσεις ακολουθούν στο σχολικό βιβλίο (Κείμενα Β' Λυκείου).


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Αργύρης Χιόνης - Εφιάλτης



Όχι, δεν είναι η σκιά
έξ' απ' την πόρτα μου
που με φοβίζει∙
ούτε οι στεναγμοί κ' οι θρήνοι
πούρχοντ' απ'το δρόμο.
Ξέρω καλά, το νοιώθω,
πως όλ' αυτά
γεννήματα της φαντασίας μου είναι.
Ξέρω καλά,
πως, έστω και μια κίνηση μου, φτάνει
για ν' αποδιώξω αυτούς τους εφιάλτες.
Ο φόβος μου
γι' αυτούς δεν είναι,
αλλά γι' αυτή την κίνηση

που δεν μπορώ να κάνω.

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Ν. Βρεττάκος - Η συντροφιά



Σαν Ευαγγέλιο κλειστό στο τραπέζι
το μαύρο ψωμί. Και μέσα του χέρια.
Εκείνο που κράτησε το στάρι και το 'σπειρε,
αυτό που το θέρισε, αυτό που το ζύμωσε. Δεν είμαι μόνος.


Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1ος τόμος) [1981]




Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

Βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια, Ελένη Βακαλό



(Φωτογραφία που τράβηξε ο Α. Εμπειρίκος το 1955)

Η Ελένη Βακαλό (1921-2001) πρωτοδημοσίευσε το 1944 κατατασσόμενη έτσι στην «Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά». Από τα μοντερνιστικά ποιήματά της, δεν λείπει το  χιούμορ και μια παιγνιώδης διάθεση. Έγραψε επίσης βιβλία ιστορίας και κριτικής των εικαστικών τεχνών, τομείς στους οποίους αναγνωρίστηκε γρήγορα ως σημαντική προσωπικότητα. Από το 1944 ως το 1978, εξέδωσε 13 βιβλία ποίησης· τα περισσότερα συγκεντρώθηκαν το 1995 στο Το άλλο του πράγματος. Το έργο της κορυφώθηκε με τα Επιλεγόμενα (1997).


Για την εκδήλωση,14 ποιήτριες και ποιητές επέλεξαν, διαβάζουν, και σχολιάζουν ποιήματα της Ελένης Βακαλό.

Συμμετέχουν οι: Ορφέας Απέργης, Μαίρη Γιόση, Άννα Γρίβα, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέκος Λούντζης, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Όλγα Παπακώστα, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Χρήστος Σιορίκης, Μαρία Τοπάλη, Μάριος Χατζηπροκοπίου.




Πού: Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Μασσαλίας 22, Αθήνα

Πότε: Τετάρτη 7 Δεκέμβρη 2016, 19:30


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Στράτος Κοντόπουλος - Με τα δέντρα θα μετρηθείς



Ὅταν ἐκείνη ἡ φοβερὴ φωνὴ

πού κηρύσσει τὸ τέλος, ἀκουστεῖ νά λέει

–Μετρηθεῖτε!,-

ξεύρω καλὰ τί πρόκειται νὰ κάμεις..

Θὰ βγάλεις τὰ τεφτέρια σου, τὰ βιβλιάρια τραπέζης,

τοὺς μισθοὺς τόσων χρόνων, τὰ σπίτια πού ἔκτισες,

πίνακες ἀκριβούς πού δημοπράτησες,

κληρονομιὲς πού δέχτηκες

ἐταιρίες πού μοσχοπούλησες

Μὰ ἡ φωνὴ θὰ ἐπιμείνει

–Μετρηθεῖτε!–

Δὲν μπορεῖ, κάτι ξέχασες..

α!, ναί, εἶχες καὶ κάτι κοσμήματα κρυμμένα

(γιὰ ὥρα ἀνάγκης)

λίγα ὁμόλογα ξεχασμένα σὲ θυρίδες,

νὰ κι ἐκεῖνο τὸ κτηματάκι  στὸ χωριό..

«Αὐτὰ εἶναι ὃ λ α», θὰ πεῖς

«Ὃ τι ἔχω γιὰ νὰ μετρηθῶ, ἐδῶ τὸ καταθέτω..»

Καὶ βέβαια ἀπὸ τὴν τόσο μεγάλη περιουσία,

πῶς νὰ θυμηθεῖς ἐκείνη τὴν ἀσήμαντη τὴν ρίζα

πού κάποτε σοῦ χάρισαν

καὶ τὴν παράτησες στὸν κῆπο ἀπότιστη

νὰ παλεύει μ’ ἀνέμους, θύελλες καὶ κεραυνούς,

πού ὅταν ἔγινε σακατεμένο ἀπὸ τὴν δίψα δέντρο,

(καὶ κάθε βράδυ σφύριζε νὰ τὸ προσέξεις),

ἀδιάφορος προσπέρασες καὶ πάλι.

Ἐντούτοις,

ὑπάρχει μία πιθανότητα

(μία ἐλαχίστη πιθανότητα)

ἡ φοβερὴ φωνή, ἡ στεντόρειος,

ἡ ἐσχάτη τῶν ὤτων σου,

σημασία νὰ μὴ δώσει

στὰ μαλάματα πού ἔχεις ἀραδιάσει

Νὰ πεισμώσει,

νὰ ἐπιμείνει..

–Μετρηθεῖτε! Μὲ τὰ δ έ ν τ ρ α μετρηθεῖτε!–

Καὶ τότε, ποῦ καιρὸς γιὰ μετάνοιες,

τότε, ποῦ καιρὸς νὰ ἐπιστρέψεις

καὶ τὸ δέντρο τῆς αὐλῆς σου νὰ ποτίσεις…



(Στράτος Κοντόπουλος, «Ἡ ἀπέναντι ὄχθη», 1970, ἰδιωτικὴ ἔκδοση)


[ Αναδημοσίευση από το περιοδικό Χίμαιρα ]


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Γιάννης Υφαντής - Ούτε ένα βραβείο


Ούτε ένα βραβείο σε μένα οι τσίφτες των κλικών. Στο
διάολο.
Τά’ δωσαν όλα στους δικούς τους και σε μένα
“πρέπει να προσεχτεί ο Υφαντής' και τέτοια πούστικα.
Όμως ένα βραβείο το’ θελα ρε αδερφέ.
Το’ θελα να το πάω στη μάνα μου και να της κάνω τον
σπουδαίο.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Γιώργος Ιωάννου - Ομίχλη


Θα γυρνάμε ξανά και ξανά γύρω από το μεγάλο πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου. 


«Επιθυμώ να είμαι ένας συγγραφέας που στέκεται καλά στα πόδια του και δε μιλάει για πράγματα που δεν τα έχει βιώσει, δηλαδή δεν χρησιμοποιεί λέξεις που δεν τις έχει βιώσει, αυτό εννοώ πράγματα (...). Εάν [το συγκεκριμένο κάθε φορά θέμα του πεζογραφήματος] παρασύρει τον εσωτερικό μου κόσμο, αυτά τα κρυμμένα πράγματα που κι εμείς δεν τα έχουμε συνειδητοποιήσει, εάν τα παρασύρει το τάδε θέμα, τι σημασία έχει η προέλευση του; Εγώ το θέμα, το κάθε θέμα, το βλέπω σα δόλωμα (...). Το θέμα είναι το δόλωμα, που το θέτουμε για να βγούνε τα φίδια, τα ποντίκια και ό,τι τέλος πάντων είναι κρυμμένο μέσα μας» 

(συνέντευξη του στα 1982 με το Γιώργο Κορδομενίδη, 
περ. Εντευκτήριο, 2 Φεβρ. 1988 σ. 35 και 36-7).



Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες". Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο. 

Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο. 

H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα. 

Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω. 

Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει. 

Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…

Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω. Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.


Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Albert Camus: Ο καλλιτέχνης [απόσπασμα της ομιλίας του στην Σουηδία το 1957]




Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ'όλα. Αντιθέτως μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές... Και αυτός που που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τονώσει την τέχνη και την διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο....Προσωπικά, μου είναι αδύνατον να ζήσω χωρίς την τέχνη μου. Αλλά ουδέποτε την έβαλα πάνω απ'όλα. Αντιθέτως μου είναι απαραίτητη γιατί συνυπάρχει με τον καθένα και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους. Η τέχνη δεν είναι για μένα μια απόλαυση μοναχική. Είναι ένα μέσο για να αγγίζω τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους μια προνομιακή εικόνα για τους κοινούς πόνους και τις χαρές... Και αυτός που που συχνά επιλέγει τη μοίρα του καλλιτέχνη επειδή αισθάνεται διαφορετικός, πολύ γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τονώσει την τέχνη και την διαφορετικότητά του παρά μόνον αποδεχόμενος την ομοιότητά του με όλο τον κόσμο.... [...]



* Η υπογράμμιση δική μου



Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Το project ποίησης TwoParts στον Πολυχώρο Συμμετοχή (Οκτώβρης)



Η ομάδα TwoParts στα πλαίσια του Φεστιβάλ το Μικρό Παρίσι που διαρκεί από τις 6- 16 Οκτώβρη, θα παρουσιάσει στον Πολυχώρο Συμμετοχή για πρώτη φορά το project ποίησης TwoParts. 

Το TwoParts κάνοντας ιδεολογικό ταξίδι από τα εναλλακτικά καλλιτεχνικά ρεύματα των προηγούμενων δεκαετιών σε Ευρώπη και Αμερική, δημιουργείται στην Αθήνα την Άνοιξη του 2016. Το project TP καταλύει τα τείχη εσωστρέφειας του ποιητή και απαλλάσσει το κείμενο από τη σιωπή του. Είναι διαδραστική ποίηση, κατακερματισμένη, ανοιχτή στον κοινό.

Το TP με λίγα λόγια: Εναλλακτική αφήγηση και γραφή μέσα από την παραγωγική δυναμική του κειμένου. H μία ποιήτρια (ο λόγος), η οποία βρίσκεται εκτός σκηνής και δε φαίνεται ούτε στο κοινό, αφηγείται στη δεύτερη ποιήτρια που βρίσκεται στη σκηνή (το σώμα) και καλείται να γράψει ένα ποίημα παράλληλα με την αφήγηση και τη μουσική. Αυτό που παράγεται κάθε φορά στο TwoParts γίνεται αυθόρμητα, ζωντανά, χωρίς καμία προετοιμασία. Το μόνο κείμενο που έχει προετοιμαστεί είναι από την πρώτη ποιήτρια, που δεν το κοινωνεί στη δεύτερη, παρά μόνο την ώρα που εκτυλίσσεται η διαδικασία παραγωγής του ποιήματος. Στο μέσο της διαδικασίας, βρίσκεται το κοινό που γίνεται μάρτυρας της ζωντανής αυτής συνδιαμόρφωσης και επικοινωνίας. Το σύμπλεγμα λόγος – σώμα – ποίημα – κοινό είναι που τελικά διαμορφώνει το project. 


Πληροφορίες για το TwoParts

Πού: Ακομινάτου 61, Πολυχώρος Συμμετοχή 





Πότε: Κυριακή 9 Οκτώβρη και Πέμπτη 13 Οκτώβρη στις 19:00. 

Περισσότερα εδώ και εδώ



Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ποίηση & Εξέγερση (1/10/ 2016)


ΠΟΙΗΣΗ & EΞΕΓΕΡΣΗ / ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ
ΣΑΒΒ. 01 ΟΚΤ. 2016 ΩΡΑ 19.00
ΜULTI MEDIA ΔΡΑΣΗ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑ / ΤΕΦΛΟΝ / NOΩΝ / ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
ΘΡΑΚΑ / ΑΝΤΛΙΑ /ΠΟΙΕΙΝ / ΕΝΕΚΕΝ / ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ
BIBLIOTEQUE / ΦΡΜΚ / ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ / ΒΑΚΧΙΚΟΝ /ΑΠΟΠΕΙΡΑ


Στην εκδήλωση θα συμμετάσχει με συλλογικό ποίημα- η μόνη ομάδα της εκδήλωσης- η ομάδα ποίησης Σκάσε Αηδόνι


Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Άρης Αλεξάνδρου - Φρόντισε


Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.


Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

45ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο




45ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΖΑΠΠΕΙΟ

02 - 18 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2016



Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Πέμπτη: 18:00 – 22:30

                                Παρασκευή & Σαββάτο: 18:00 – 23:00,

                                Κυριακή: 11:00 – 22:30

Το αφιέρωμα της φετινής διοργάνωσης είναι «50 χρόνια Δημόσια Τηλεόραση, 50 χρόνια συμβολή στον Πολιτισμό».

Επίσης, θα πραγματοποιηθούν αφιερώματα στον Σαίξπηρ (400 χρόνια από το θάνατό του) και στον Λόρκα (80 χρόνια από το θάνατό του).

Θα πραγματοποιηθεί, ακόμη, τιμητική εκδήλωση για τον ποιητή και εκδότη Γιώργο Χρονά.


Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Γιάννης Κοντός - Μαγική Εικόνα


Άνοιξες την πόρτα και μετά
Άλλη κι άλλη και βρέθηκες
Στη μέση του μεγάλου τσίρκου
Στο κλουβί με τα λιοντάρια.

Είπες: Θε μου τι γυρεύω εδώ;
Εγώ πήγαινα στην τουαλέτα.


Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Ο Αντόρνο για τη σκληρότητα προς τους ανθρώπους και προς τα ζώα




Η άποψη που ακούγεται συχνά, ότι οι άγριοι, οι μαύροι, οι Ιάπωνες μοιάζουν με ζώα, με πιθήκους, περιέχει από μόνη της αυτό που οδηγεί στα πογκρόμ. Η κρίσιμη στιγμή έρχεται, όταν το βλέμμα ενός θανάσιμα τραυματισμένου ζώου πέφτει πάνω στον άνθρωπο. Η περιφρόνηση με την οποία ο άνθρωπος αποδιώχνει αυτό το βλέμμα - «μα είναι μόνον ένα ζώο, ένα τίποτε» - επαναλαμβάνεται ασταμάτητα με τις βαρβαρότητες εναντίον ανθρώπων. Με αυτές, οι δράστες επιβεβαιώνουν συνεχώς εκείνο το «είναι μόνον ένα ζώο», επειδή στην περίπτωση του ζώου δεν μπόρεσαν να το πιστέψουν εντελώς.


(Theodor W. Adorno, Minima Moralia - 
Στοχασμοί μέσα από τη φθαρμένη ζωή)


Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Θωμάς Γκόρπας - Οδύνη






Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό 
Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας...


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Ευγένιος Ο' Νηλ - Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα [απόσπασμα]




Καλοκαίρι. Ζέστη. Θέατρο. Ουίσκι. Ο' Νηλ. 

Κάπως έτσι συνειρμικά οδηγεί τούτο το ζεστό μεσημέρι. Στην εξαιρετική ιστορία της οικογένειας Ταϊρόν, στο πώς έγραψε ο Ο' Νηλ για το δράμα της οικογένειας του και στο πόσο υπέροχα απέδωσε την ιστορία αυτή ο Νίκος Γκάτσος. 


***

ΤΑΙΡΟΝ          Ακόμα περπατάει. Ένας Θεός ξέρει πότε θα πέσει να κοιμηθεί.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (ικετευτικά) Για όνομα του Χριστού! Μην το σκέφτεσαι.

Παίρνει το μπουκάλι και ρίχνει ουίσκι στο ποτήρι του. Ο Ταϊρόν πάει να διαμαρτυρηθεί, αλλά δε λέει τίποτα. Ο Έντμοντ πίνει. Αφήνει κάτω το ποτήρι του. Η έκφραση του αλλάζει. Όταν αρχίσει να μιλάει είναι σα να κάνει επίτηδες τον μεθυσμένο για να κρύψει τη συγκίνηση του.

Ναι, τριγυρνάει απάνω από μας και μακριά μας, σα φάντασμα που ζει μες στο παρελθόν, κι εμείς καθόμαστε εδώ και κάνουμε πως ξεχνάμε, αλλά τεντώνουμε τ’αφτιά μας ν’ακούσουμε και τον παραμικρό θόρυβο, ακόμα και τις σταγόνες της ομίχλης που πέφτουν από τη στέγη του σπιτιού σαν ακανόνιστοι χτύποι εντός τρελού, χαλασμένου ρολογιού ή σαν τα κουρασμένα δάκρυα μιας πόρνης πάνω στ’απομεινάρια της μπίρας στο τραπεζάκι ενός άθλιου μπαρ! (Γελάει κοροϊδεύοντας μεθυσμένα τον εαυτό του.) Καλό αυτό, ε; Και δικό μου, όχι του Μπωντλαίρ! Ήταν μεγάλο λάθος που γεννήθηκα άνθρωπος. Θα είχα πετύχει καλύτερα αν είχα γεννηθεί γλάρος ή ψάρι. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα’μαι πάντα ένας ξένος που δεν έχει πατρίδα πουθενά, που κανέναν δε θέλει και δεν τον θέλει κανείς, που δεν είναι δεμένος με τίποτα, και που πάντα πρέπει να είν’ερωτευμένος λιγάκι με το θάνατο!
ΤΑΙΡΟΝ          (τον κοιτάζει, έχοντας εντυπωσιασθεί) Έχεις στόφα ποιητή μέσα σου! (Διαμαρτύρεται με δυσφορία.) Μόνο ν’άφηνες αυτές τις παλαβομάρες ότι δε σε θέλει κανείς και ότι είσ’ερωτευμένος με το θάνατο.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (σαρκαστικά) Στόφα ποιητή! Δεν το νομίζω. Μόνο το παραλήρημα ταιριάζει σε μας, τα παιδιά της ομίχλης. (Παύση. Ξαφνικά αναπηδούν κι οι δυο καθώς ακούγεται ένας θόρυβος έξω από το σπίτι, σαν κάποιος να σκόνταψε στα σκαλοπάτια της εισόδου. Ο Έντμοντ μορφάζει.) Η επιστροφή του ασώτου. Θα τα’χει για καλά κοπανήσει.
ΤΑΙΡΟΝ          Το τεμπελόσκυλο! Δεν είχαμε τύχη. Το πρόφτασε το τελευταίο λεωφορείο. (Σηκώνεται.) Βάλ’τον να κοιμηθεί, Έντμοντ. Πάω έξω στη βεράντα. Όταν μεθάει, έχει μια γλώσσα σαν οχιά. Θα με κάνει να βγω απ’τα ρούχα μου.

Φεύγει από την πόρτα της βεράντας, καθώς η έξω πόρτα κλείνει με πάταγο πίσω από τον Τζέιμι. Ο Έντμοντ διασκεδάζει βλέποντας τον Τζέιμι να έρχεται παραπατώντας από το διάδρομο. Ο Τζέιμι μπαίνει στο δωμάτιο. Είναι πολύ μεθυσμένος και με δυσκολία στέκεται στα πόδια του. Τα μάτια του είναι γυάλινα, το πρόσωπο του ξαναμμένο, η ομιλία του μπερδεμένη, το στόμα του χαλαρό σαν του πατέρα του και τα χείλη του στραβά.

ΤΖΕΙΜΙ           (παραπατώντας κι ανοιγοκλείνοντας τα μάτια – πολύ δυνατά, από την πόρτα) Ου, ου! Αχόι.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (ζωηρά) Μη φωνάζεις έτσι!
ΤΖΕΙΜΙ           (τον κοιτάζει μισοκλείνοντας τα μάτια) Α γεια σου, μικρέ. (Με μεγάλη σοβαρότητα.) Είμαι τύφλα. Έχω πιει σα γουρούνι.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (ξερά) Ευχαριστώ για την πληροφορία.
ΤΖΕΙΜΙ           (χαμογελάει χαζά) Εντάξει! Πληροφορία νούμερο ένα, μηδέν εις το πηλίκον! Παρακάτω. (Σκύβει και χτυπάει με το χέρι τα γόνατα του παντελονιού του.) Άσ’τα! Σοβαρό δυστύχημα. Σύγκρουση με σκάλα, λόγω ομίχλης. Παραλίγο να πέσει απάνω μου. Πρέπει να βάλουμε ένα φάρο εκεί απ’έξω. Δε βλέπεις τη μύτη σου. Κι εδώ τα ίδια, μωρ’αδερφάκι μου! Τι διάβολο; Νεκροτομείο είν’εδώ μέσα; Άναψε κάνα φως να δούμε τι γίνεται. (Προχωρεί παραπατώντας ως το πολύφωτο και με δυσκολία τα καταφέρνει ν’ανάψει τα τρία φώτα.) Μάλιστα! Τώρα κάτι γίνεται. Στο διάβολο ο Εξηνταβελόνης! Πού είν’ο αρχιτσιγκούναρος;
ΕΝΤΜΟΝΤ     Έξω στη βεράντα.
ΤΖΕΙΜΙ           Στο διάολο! Μας έχει ρίξει στο σκοτάδι της Καλκούτας. (Βλέπει τη γεμάτη μποτίλια πάνω στο τραπέζι.) Ε, τ’είναι αυτό; Με γελάνε τα μάτια μου; (Απλώνει ψηλαφητά το χέρι του και παίρνει την μποτίλια.) Για το Θεό, είν’αληθινό! Τι έπαθε ο γέρος; Θα του’στριψε για να το ξεχάσει εδώ. Μη χάνουμε καιρό. Αυτά δεν τα βρίσκουμε εύκολα.
ΕΝΤΜΟΝΤ     Είσαι σκνίπα. Θα κρεπάρεις άμα πιεις κι άλλο.
ΤΖΕΙΜΙ           Κάτσε στ’αβγά σου, μικρέ. Δε σου πέφτει λόγος.
ΕΝΤΜΟΝΤ     Εντάξει. Δε πα’ να σκάσεις.
ΤΖΕΙΜΙ           Και να’θελα, δεν μπορώ. Αυτό’ναι το δράμα. Έχω πιει να βουλιάξω σαν καράβι, μα εγώ που να πάρει ο διάβολος δε βουλιάζω. Για να δούμε όμως. Κάτι μπορεί να γίνει. (Πίνει.)
ΕΝΤΜΟΝΤ     Δώσ’μου. Θα πιω κι εγώ.
ΤΖΕΙΜΙ           (με ξαφνικό ενδιαφέρον, αρπάζοντας την μποτίλια) Α, όλα κι όλα! Μπροστά μου απαγορεύεται. Το είπα οι γιατροί. Τους άλλους δεν ξέρω αν τους νοιάζει να πεθάνεις, εμένα όμως με νοιάζει. Είσαι ο μικρότερος αδερφός μου. Και σ’αγαπάω. Δεν έχω τίποτ’άλλο στον κόσμο. Μονάχα συ μου απόμεινες. (Σφίγγει την μποτίλια επάνω του.) Βγάλ’το από του νου σου, μωρό, όσο περνάει απ’το χέρι μου. (Πίσω απ’όλα αυτά υπάρχει αληθινή ειλικρίνεια.)
ΕΝΤΜΟΝΤ     (εξοργισμένος) Ωχ, δε με παρατάς τώρα!
ΤΖΕΙΜΙ           (πληγώνεται και το πρόσωπό του σκληραίνει) Δε με πιστεύεις ε; Λόγια του πιοτού. (Του δίνει την μποτίλια.) Καλά. Πιες αφού θες να πεθάνεις.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (βλέπει πως ο Τζέιμι έχει θιγεί – με τρυφερότητα) Σε πιστεύω, Τζέιμι. Ξέρω πως ενδιαφέρεσαι. Αλλ’απόψε δεν έχει σημασία. Έγιναν τόσα πράγματα σήμερα. (Ρίχνει στο ποτήρι του.) Στην υγειά μας. (Πίνει.)

[…]

Ο Τζέιμι απαγγέλει Κίπλινγκ

Τους εύκολους τους δρόμους τους δοκίμασα,
τους δρόμους που σε παν πέρ’απ’τον κόσμο.

(Μελαγχολικά.) Τρίχες! Μόνο οι δύσκολοι δρόμοι είν’εντάξει. Σε πάνε γρηγορότερα στο πουθενά. Γιατί εκεί θέλω να πάω – στο πουθενά. Εκεί φτάνουμε όλοι μας κάποια μέρα, κι ας μην το παραδέχονται κάτι καλομαθημένα βυζασταρούδια.
ΕΝΤΟΜΟΝΤ      (κοροϊδευτικά) Βάζω στοίχημα πως σε δυο λεπτά θ’αρχίσεις να κλαις.
ΤΖΕΙΜΙ           (κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο τον αδερφό του με πικρή έχθρα – βαριά) Εγώ; Δε με ξέρεις. (Απότομα.) Δίκιο έχεις. Στο διάβολο! Καλό κορίτσι η Χοντροβιολέτα! Γιατί να μην πάω μαζί της; Ψυχικό έκανα. Της γιάτρεψα τον καημό. Έπρεπε να’σουν μαζί μου, μωρό. Θα ξεχνούσες τα βάσανα σου. Τι βγαίνει που’ρχόμαστε σπίτι και μαραζώνουμε, μια που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα; Όλα τέλειωσαν, δεν υπάρχει ελπίδα. (Σταματά, κουνάει μεθυσμένα το κεφάλι του, τα μάτια του κλείνουν. Ξαφνικά κοιτάζει προς τα πάνω, το πρόσωπο του σκληραίνει και απαγγέλει κοροϊδευτικά.)

Αν με πήγαιναν αύριο στην κρεμάλα,
μανούλα μου, μανούλα, δόλια μάνα!
ξέρω ποιανού το δάκρυ θα κυλούσε
το χώμα να ποτίσει στάλα-στάλα,
μανούλα μου, μανούλα, δόλια μάνα!

ΕΝΤΜΟΝΤ     (βίαια) Σκάσε!
ΤΖΕΙΜΙ           (μ’έναν τόνο σκληρής ειρωνείας που κρύβει μίσος) Τι να κάνει η μαστουρωμένη μας; Να κοιμάται άραγε;

Ο Έντμοντ τινάζεται σα να τον χτύπησαν. Μια στιγμή έντονης σιωπής. Ο Έντμοντ είναι κάτωχρος. Πετάγεται από το κάθισμα του, αφρίζοντας από θυμό.

ΕΝΤΜΟΝΤ     Το Χριστό σου, άτιμε!

Χτυπάει τον αδερφό του τόσο δυνατά, που σχεδόν του στραβώνει το σαγόνι. Για μια στιγμή ο Τζέιμι αντιδρά αυθόρμητα και μισοσηκώνεται από το κάθισμα του για να επιτεθεί, αλλά ξαφνικά, σα να συναισθάνεται τι είπε, συνέρχεται και ξαναπέφτει βαριά στην καρέκλα του.

ΤΖΕΙΜΙ           (συντετριμμένος) Ευχαριστώ. Μου άξιζε. Δεν ξέρω τι διάβολο μ’έπιασε… κουβέντες του πιοτού… με καταλαβαίνεις.
ΕΝΤΜΟΝΤ     (ο θυμός του πέφτει) Ξέρω πως δε θα το έλεγες αν δεν… Μα όσο και να’ χεις πιει, Τζέιμι, δεν υπάρχει δικαιολογία. (Σταματά – συντετριμμένος.) Με συγχωρείς που σε χτύπησα. Δεν έπρεπε να το κάνω. Πρώτη φορά αρπαχτήκαμε τόσο άσχημα. (Πέφτει στο κάθισμα του.) Δεν έπρεπε.
ΤΖΕΙΜΙ           (βραχνά) Εντάξει, πολύ καλά μου’κανες. Αυτή η βρωμόγλωσσά μου. Θέλει κόψιμο. (Κρύβει το πρόσωπό του στα  χέρια του – άτονα.) Καταλαβαίνεις… ήμουνα τόσο απελπισμένος που με κορόιδεψε. Μου’χε πει πως δε θα ξανάρχιζε και την πίστεψα. Λέει πως σκέφτομαι πάντοτε το χειρότερο, αλλ’αυτή τη φορά σκεφτόμουνα το καλύτερο. (Η φωνή του τρέμει.) Δε θα της το συχωρέσω ποτέ. Ξέρεις τι ήταν για μένα; Είχα αρχίσει να ελπίζω πως αν εκείνη άλλαζε, θα μπορούσα ίσως ν’αλλάξω κι εγώ…


Αρχίζει να κλαίει. Το τρομερό είναι ότι το κλάμα του φαίνεται κλάμα νηφάλιου ανθρώπου και όχι μεθυσμένου. 



Βραδιά ποίησης από την ομάδα Σκάσε Αηδόνι (16 Ιουλίου 2016)




Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός σε συνεργασία με την ομάδα ποίησης Σκάσε Αηδόνι σας προσκαλεί το Σάββατο 16 Ιουλίου 2016 στις 21:00 ώρα στην ταράτσα του Εμπρός να παρακολουθήσετε και να πάρετε όσοι θέλετε μέρος στην πρώτη βραδιά ποίησης της ομάδας με θέμα «Αντιήρωας | μια Παγίδα».
Η ποιητική ομάδα Σκάσε Αηδόνι συστάθηκε το καλοκαίρι του 2014 μετά από συνάντηση των μελών της στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου και αποτελείται από:

Άβερμπαχ Φραντζέσκα
Αθανασίου Μαρουσώ
Καπουλέα Κατερίνα
Κρητικοπούλου Σωτηρία
Λαζάρ Ηλέκτρα
Μαργαρώνη Δανάη
Μαρτίνης Χρίστος
Παπαντωνίου Χριστίνα



Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός
Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή, Αθήνα



Σκάσε Αηδόνι



Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

H βιογραφία της Σύλβια Πλαθ (βίντεο - ελληνικά)

Η πρώτη απόπειρα βιογράφησης μίας από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα (θα τολμήσω να πω μία από τις σημαντικότερες γυναίκες ποιήτριες εν γένει), της Σύλβιας Πλαθ. Η βιογραφία ξεκινάει από την παιδική ηλικία της Πλαθ και ολοκληρώνεται με την αυτοκτονία της, στα 30 της χρόνια. 
Η παρουσίαση αυτή, έγινε με αφορμή τον Β' κύκλο μαθημάτων του Νεοελληνικού Σπουδαστηρίου Ποίησης Τάκης Σινόπουλος




Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Διαγωνισμός Μυθιστορήματος "Παράξενες Μέρες"


Οι Εκδόσεις Παράξενες Μέρες ανακοινώνουν διαγωνισμό μυθιστορήματος με ανοιχτή και ελέυθερη συμμετοχή για όλους. Ο διαγωνισμός ανοίγει στις 20 Ιανουαρίου του 2016 και η πρώτη του φάση λήγει στις 20 Μαΐου του 2016.  Από το διαγωνισμό αυτό θα διαλέξουμε τα βιβλία που θα εκδοθούν την επόμενη χρονιά στη σειρά «παράξενες μέρες στην Ελλάδα».




ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Το θέμα του διαγωνισμού είναι: «Παράξενες Μέρες».

Αυτή είναι και η βασική θεματική του. Μυθιστόρημα που αναφέρεται στη σύγχρονη (όχι υποχρεωτικά ελληνική) πραγματικότητα. Στις παράξενες μέρες που ζούμε. Αυτό άλλωστε είναι και το θέμα που με διάφορους τρόπους επανέρχεται στους διαγωνισμούς μας. Άλλωστε ο τίτλος των εκδόσεών μας δεν έχει επιλεγεί τυχαία. Ζητάμε λοιπόν μυθιστορήματα που να απεικονίζουν την εποχή μας. Δεν περιορίζουμε την επιλογή σας σε λογοτεχνικό είδος (φαντασίας, ρομαντικό, κοινωνικό, μαγικό ρεαλισμό), εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να αποτυπωθεί στην αφήγησή σας –και αργότερα στα βιβλία μας- μια εικόνα της εποχής που διανύουμε.

Τα μυθιστορήματα στο σύνολό τους πρέπει να ξεπερνούν τις 30.000 λέξεις. Αυτό είναι το κατώτατο όριο για να γίνουν δεκτά –στην τελική τους μορφή.

Δεν υπάρχουν περιορισμοί εθνικότητος ή τόπου διαμονής του συγγραφέα.

Τα μυθιστορήματα θα γίνονται δεκτά μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.


ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

- Οι παράξενες μέρες δεν εκδίδουν παιδικά/εφηβικά ή ιστορικά μυθιστορήματα. Επίσης δεν εκδίδουν βιβλία που περιέχουν προπαγανδιστικό, πορνογραφικό, ρατσιστικό περιεχόμενο.

- Δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό τα μέλη της κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης «εκδόσεις παράξενες μέρες».

- Όσοι θα συμμετέχουν στην δεύτερη φάση του διαγωνισμού δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν το έργο τους σε άλλο εκδοτικό οίκο, για το διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2016.


Περισσότερες πληροφορίες: Παράξενες Μέρες


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

5 μαθήματα για τον Γιώργο Σεφέρη


Βέβαια, δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί, αναλυθεί, συζητηθεί, γραφτεί, μπει σε συνέδρια και σε συμπόσια, δειχτεί στην τηλεόραση κοκ. Τώρα γιατί η [ακαδημαϊκή] φιλολογική κοινότητα επιμένει να αφιερώνει τον χρόνο και τον χώρο τους στους ίδιους και τους ίδιους (βλ. Σεφέρη), θα το αποδώσω στη βραδύτητα και την αλλεργική αντιμετώπιση των αλλαγών τους. Θέλουν πχ να αφιερώνουν μισό αιώνα σε μια ομάδα 5-10 λογοτεχνών και το κάνουν καλά, μόνο που έτσι ποτέ κανείς άλλος δε χωράει μέσα στην ομάδα και τις σελιδούλες τους. Και όταν θα έχει περάσει αυτός ο καιρός, τότε δεν θα έχει νόημα να μιλήσεις για κανέναν άλλο, παρά μόνο για αυτούς τους 5-10 φιλολογικά στιγματισμένους. 
Όπως και να'χει, αναρτώ πληροφορίες για τα πέντε μαθήματα που θα γίνουν στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο του Δήμου Ηλιούπολης, για όποιον επιμένει φιλολογικά. 


Τα μαθήματα θα γίνουν από τον Φώτη Δημητρακόπουλο, Τακτικό Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου

- Τετάρτη, 2 Μαρτίου, 2016, 7-9 μμ.
   Βιογραφικά - Εργογραφικά Γιώργου Σεφέρη

- Τετάρτη, 9 Μαρτίου, 2016, 7-9 μμ.
   Τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη

- Τετάρτη, 16 Μαρτίου, 2016, 7-9 μμ.
   Οι "μέρες" του Γιώργου Σεφέρη

- Τετάρτη 23 Μαρτίου, 2016, 7-9 μμ.
   Ο Γιώργος Σεφέρης ως αλληλογράφος 

- Τετάρτη 30 Μαρτίου, 2016, 7-9 μμ.
   Οι πολιτικές θέσεις του Γιώργου Σεφέρη 


Θέατρο Δημαρχιακού Μεγάρου

Σοφ. Βενιζέλου 114 & Πρωτόπαππα
(Είσοδος από οδό Κουντουριώτου)

Περισσότερες πληροφορίες στο: Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Δήμου Ηλιούπολης


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Χ. Μίλλερ - Ο τροπικός του Καρκίνου (απόσπασμα)



Όταν σκέφτομαι την πόλη που γεννήθηκα, το Μανχάταν που το σιγοτραγούδησε ο Ουίτμαν, με πιάνει μια αλλόκοτη μανία, κυριεύομαι από τυφλό θυμό. Νέα Υόρκη. Οι λευκές φυλακές, τα σκουληκιασμένα πεζοδρόμια, οι ουρές μπρος στα λαϊκά συσσίτια, τα οπιοπωλεία γιγάντια σαν παλάτια, οι μασκαράδες της, οι λεπροί της, οι δολοφόνοι της και πάνω απ’ όλα η μονοτονία των προσώπων, των δρόμων, των ποδιών, των σπιτιών, των ουρανοξυστών, των φαγητών, των διαφημίσεων, των εγκλημάτων, των εργασιών, των ερώτων της. Μια ολόκληρη πόλη υψωμένη πάνω στο χαίνον βάραθρο του τίποτα. Χωρίς σημασία. Χωρίς καμιά σημασία. Κι η 42α λεωφόρος της! Την ονομάζουν «η κορυφή του κόσμου». Τότε που βρίσκεται ο πυθμένας; Μπορείς να τη διασχίσεις ολόκληρη ζητιανεύοντας και το μόνο που θα μαζέψεις μες στ’ απλωμένο καπέλο σου θα ’ναι στάχτη. Πλούσιοι και φτωχοί περπατούν με τα κεφάλια γερμένα προς τα πίσω και σπάνε σχεδόν τους λαιμούς τους καθώς καμαρώνουν τις ωραίες λευκές φυλακές τους. Προχωρούν σαν ένα κοπάδι τυφλές χήνες κι οι προβολείς ραντίζουν τα πρόσωπά τους με ρανίδες έκστασης…

[...] Σ’ όλο το δρόμο για τη Ντιζόν δεν έκανα άλλο παρά να θυμάμαι τα περασμένα, να σκέφτομαι όλα κείνα που θα μπορούσα να ’χω πει και να ’χω κάνει, να σκέφτομαι κείνα που δεν είπα μήτε έκανα, τις ταπεινώσεις που είχα περάσει όταν αναγκασμένος απ’ την πείνα ζητιάνευα ένα κομμάτι ψωμί εδώ και κει σερνάμενος πολλές φορές σαν το σκουλήκι μπροστά σέ κείνους που μπορούσαν να μου το δώσουν. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, ο πόνος τους παράμενε βασανιστικός, εξακολουθητικός, επίμονος. Το χτύπημα που είχα φάει από τον αστυφύλακα μού ’καιγε ακόμα τα πισινά, μ’ όλο που αν το καλοσκεφτόταν κανείς δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο εδώ που τα λέμε, τίποτα παραπάνω από μια χορευτική άσκηση που μου είχε επιβληθεί να εκτελέσω, παρά τη θέλησή μου. Όπου κι αν βρέθηκα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στο Μεξικό, παντού τα ίδια. Όταν ψάχνεις να βρεις ένα κομμάτι ψωμί πρέπει να ’σαι πάντοτε έτοιμος να υποστείς τα πάνδεινα, τη σκληρότητα και την περιφρόνηση, την κοροϊδία και τη βλακεία των άλλων, που το έχουν.

[...] Ολόκληρη η γη είναι σκεπασμένη μ’ ένα χαλί από ατσάλι και τσιμέντο που την έχει μεταμορφώσει σέ γκρίζα άνυδρη ερημιά. Παραγωγικότης! Παραγωγή. Περισσότερα μπουλόνια και ρουλεμάν, περισσότερα αγκαθωτά σύρματα, περισσότερα μπισκότα για σκύλους, περισσότερες μηχανές που κουρεύουν τη χλόη, μεγαλύτερες ποσότητες δηλητηριωδών αερίων, σαπουνιού, οδοντόπαστας, περισσότερα άρματα μάχης, περισσότερες εφημερίδες, περισσότερη μόρφωση, κι άλλες εκδηλώσεις, κι άλλες βιβλιοθήκες, κι άλλα μουσεία. Εμπρός! εμπρός! Ο χρόνος βιάζει. Το έμβρυο πιέζει τα τοιχώματα του τράχηλου της μήτρας προσπαθώντας να βγει στο φως, κι αλίμονο, δεν υπάρχει μήτε μια σταγόνα σάλιο για να του διευκολύνει το γλίστρημα. Μια ξερή, στραγγαλιστή γέννα. Μια γέννα που πραγματοποιείται στα μουγκά, χωρίς έναν αναστεναγμό, χωρίς καν μια κραυγή. Χαίρε κόσμε! Ζήτω οι είκοσιμία κανονιές του παχέος εντέρου που χαιρετούν το νεογέννητο.
Φορώ το καπέλο μου όπως μ’ αρέσει, έλεγε ο Ουώλτ Ουίτμαν. Αυτό όμως μπορούσε να το κάνει, γιατί στον καιρό του υπήρχε δυνατότητα νά ’χεις ένα καπέλο στα μέτρα τού κεφαλιού σου. Όμως τώρα όλα έχουν αλλάξει, οι καιροί είναι πια διαφορετικοί, τόσο διαφορετικοί που το μόνο καπέλο στα μέτρα σου που μπορείς ν’ αποχτήσεις, είναι αυτό που σου φορούν όταν σε καθίζουν στην ηλεκτρική καρέκλα, κάπως σφιχτό βέβαια, μα πάντως ακριβώς στα μέτρα του κεφαλιού σου.
Χρειάζεται να βρεθεί κανείς σε μια χώρα σαν τη Γαλλία και χρειάζεται ακόμα να διατρέξει τον ισημερινό που χωρίζει τα δύο ημισφαίρια της ζωής και του θανάτου, για να καταλάβει τί απέραντες προοπτικές χάσκουν μπρος του. Το ηλεκτρικό σώμα! Η δημοκρατική ψυχή. Η άμπωτη και η πλημμυρίδα. Ευλογημένη μάνα τού θεού, τί λοιπόν σημαίνουν όλες αυτές οι μπούρδες;
Άντρες και γυναίκες, ορμάνε όπως οι γύπες πάνω απ’ τα βρωμισμένα πτώματα, ζευγαρώνουν και χωρίζονται χωρίς να σταματήσουν. Σαρκοβόρα, απαίσια όρνεα, που πέφτουν σαν κοτρώνια από το ψήλος τού ουρανού. Νύχια και ράμφη! Να τι είμαστε. Ένα τεράστιο πεπτικό σύστημα οπλισμένο με μια σπάνια όσφρηση, για ν’ ανακαλύπτει τα πτώματα. Εμπρός! εμπρός! Χωρίς οίκτο, χωρίς συμπόνια, χωρίς αγάπη, χωρίς συχώρεση. Μη ζητάς τίποτα, και μη δίνεις τίποτα. Κι άλλα θωρηκτά, κι άλλες εκρηκτικές ύλες, μεγαλύτερες ποσότητες δηλητηριωδών Αερίων. Εμπρός! Περισσότεροι γενόκοκκοι, περισσότεροι στρεπτόκοκκοι, περισσότερες μηχανές καταστροφής, περισσότερες, περισσότερες, όλο και περισσότερες ώσπου τα πάντα να τιναχτούν στον αγέρα, ώσπου ο κόσμος μας να γκρεμιστεί σε κομμάτια παρασέρνοντας μαζί του τη γήινη σφαίρα…

[...] Κι όσο αυτό το «είναι μου» σκλήραινε, γινόταν στέρεο, πύκνωνε, τόσο πιο εύθραυστη κι αλλόκοτη μου φαινόταν αυτή η απτή πραγματικότητα που μ’ έζωνε και που μέρος της αποτελούσα κι εγώ. Κι όσο άπλωνα, τόσο η σκηνή που ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια μου κέρδιζε σε διαστάσεις. Η ένταση είχε φτάσει πια σε τέτοιο βαθμό, που η εισβολή οποιουδήποτε ξένου στοιχείου, του πιο μικρού, του πιο ασήμαντου του πιο ελάχιστου, θα μπορούσε να προκαλέσει την έκρηξη. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου γεύτηκα αυτή την αίσθηση της απόλυτης οξυδέρκειας που, όπως λένε όλοι, την έχουν μόνο οι επιληπτικοί. Σ’ αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα ο χρόνος κι ο τόπος καταργήθηκαν. Ο κόσμος ξεδίπλωνε μπρος στα μάτια μου το δράμα του ομοιόμορφα, κατά μήκος ενός μεσημβρινού που δεν είχε άξονα. Σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα αιωνιότητας ένιωσα πως το καθετί ήταν απόλυτα δικαιολογημένο, το καθετί είχε την αιτία του, ένιωσα μέσα μου τους πολέμους που είχαν δημιουργήσει όλ’ αυτά τα ράκη και τα ερείπια, τα εγκλήματα που βράζαν μυστικά, έτοιμα να ξεπηδήσουν αύριο με μεγάλες εντυπωσιακές κραυγές, τη δυστυχία που τρώει τις σάρκες της, την ατέλειωτη και σκυθρωπή εξαθλίωση που αργοσταλάζει μες στα βρώμικα μαντήλια. Στο μεσημβρινό του χρόνου δεν υπάρχει αδικία. Υπάρχει μονάχα η ποίηση τής κίνησης που δημιουργεί την ψευδαίσθηση τής αλήθειας και του δράματος. Αν τύχει και βρεθείς αναπάντεχα αντιμέτωπος με το απόλυτο, αυτή η μεγάλη συμπόνια και κατανόηση που χαρακτηρίζει ανθρώπους σαν τον Χριστό και τον Βούδα, και τους κάνει να φαίνονται θεϊκοί, παγώνει κι εξαφανίζεται. Δεν είναι φριχτό που οι άνθρωποι μεγαλώνουν τριαντάφυλλα μέσ’ από σωρούς κοπριάς, αλλά το ότι χρειάζονται (για διάφορους λόγους), οπωσδήποτε τριαντάφυλλα. Ο άνθρωπος χρειάζεται θαύματα κι είναι πρόθυμος να πατήσει σ’ αίματα για να τα κερδίσει, είναι «έτοιμος να πνίγει μέσα στις Ινδίες,» να καταντήσει σκιά του εαυτού του, αρκεί να μπορέσει να ξεφύγει απ’ την πραγματικότητα, έστω και για μια στιγμή μονάχα. Υπομένει το καθετί, αποτυχία, ταπείνωση, εξευτελισμό, πόλεμο, έγκλημα, φτώχεια, πλήξη — μόνο και μόνο επειδή δεν παύει να πιστεύει σ’ αυτό το κάτι, σ’ αυτό το θαύμα που θα συμβεί ξαφνικά και θα κάνει υποφερτή τη ζωή του. Και σ’ όλο αυτό το διάστημα τής υπομονής, τής αναμονής και της ελπίδας, ένας μετρητής δουλεύει ασταμάτητα μέσα του, ένας μετρητής που κανένα χέρι δεν μπορεί να τον πιάσει και να τον σταματήσει, και σ’ όλο αυτό το διάστημα κάποιος άλλος τρώει τον άρτο της ζωής και πίνει τον οίνο, κάποιος βρωμιάρης παπάς που κρυμμένος στα υπόγεια μασουλίζει σαν κατσαρίδα ενώ έξω στο φως του δρόμου μια όστια – φάντασμα αγγίζει τα χείλια, και το κρασί είναι χλομό κι ασπρουλιάρικο σα νερό. Ατέλειωτη δυστυχία, ασταμάτητο μαρτύριο, χωρίς κανένα θαύμα, χωρίς την παραμικρή ένδειξη ανακούφισης. Μονάχα ιδέες, χλομές, αδύνατες ιδέες που θρέφονται από τη σφαγή, ιδέες που χύνονται όμοια με χολή, όπως ξεχύνονται τα σπλάχνα από το κουφάρι τού γουρουνιού όταν το ξεκοιλιάζουν…



[...] Ακούω τις πόρνες να κάνουν σαματά ολόγυρα. Αρκεί να τις κοιτάξω για να νιώσω ένα ρίγος να περνάει ολόκληρο το κορμί μου. Αναρωτιέμαι, γιατί; Δεν είναι μήτε όμορφες μήτε περιποιημένες. Όχι. Στη Λεωφόρο ντέ λα Μαντελέν είναι δύσκολο να βρεις όμορφη γυναίκα. Όμως στον Ματίς, στις αναζητήσεις του πινέλου του, βρίσκεις πάντα την τρεμουλιαστή λάμψη ενός κόσμου που γυρεύει την παρουσία του θηλυκού για ν’ αποκρυσταλλώσει τις πιο φευγαλέες ενοράσεις του. Να διπλαρώσεις μια γυναίκα που ψωνίζεται έξω απ’ τα ουρητήρια με τοίχους σκεπασμένους από διαφημίσεις για τσιγάρα, ρούμι, ακροβατικά θεάματα, Ιππικούς αγώνες, εκεί που το πυκνό φύλλωμα των δέντρων σπάζει την πυκνή μάζα των τοίχων και της στέγης, είναι μια εμπειρία που αρχίζει από κει που σταματούν τα όρια του γνωστού κόσμου. Κάπου κάπου, τα βράδια, τριγυρίζοντας έξω από τις μάντρες των νεκροταφείων, πέφτω πάνω στις φανταστικές οδαλίσκες του Ματίς. Τις βρίσκω δεμένες πάνω στα δέντρα με τα μαλλιά ανακατωμένα και μουσκεμένα από χυμό. Λίγο πιο πέρα, σ’ απόσταση αμέτρητων αιώνων, κείτεται το φάντασμα του Μπωντλαίρ, φασκιωμένο σα μούμια, το φάντασμα ενός κόσμου που δε θα ξεράσει ήλιο πια. Στις σκοτεινές γωνιές των καφενείων άντρες και γυναίκες κάθονται σιωπηλοί, κρατημένοι απ’ το χέρι, και τα νεφρά τους είναι λεκιασμένα από μούχλα. Κοντά τους στέκεται το γκαρσόνι και η τσέπη της άσπρης ποδιάς του είναι βαριά από κέρματα. Περιμένει ήρεμα το διάλειμμα για να πέσει πάνω στη γυναίκα του και να την ξεσκίσει στα δυο. Ενώ ο κόσμος ολόκληρος αποσυντίθεται, το Παρίσι του Ματίς σφύζει από ζωή, ασθμαίνει από οργασμό ο αγέρας βαρύς από βαλτωμένο σπέρμα, τα φυλλώματα των δέντρων κρέμουνται ανακατωμένα, θυμίζουν ανθρώπινα μαλλιά. Γυρνώντας αδιάκοπα γύρω από τον ιδιότροπο άξονά του, ο τροχός γέρνει ολοένα και χαμηλότερα. Δεν υπάρχουν πιά μήτε φρένα, μήτε ρουλεμάν, μήτε λαστιχένιες ρόδες. Ο τροχός διαλύεται, μα η περιστροφή του εξακολουθεί κανονικά…