Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ - Δουλειές του ποδαριού

 


Τα βρήκα όλα μέσα στο κόκκινο το χαρτονόμισμα

διπλωμένο απ’άκρη σ’άκρη       στο πλάι της

είχε φαίνεται κακοποιηθεί μέσα στις τσέπες της

μύριζε ασθένεια εργαζομένου

βενζοδιαζεπίνη

το dna της

και ελαφρύς πυρετός

ποτέ δεν αντιλήφθηκα τους 0,01 °C

κάτω από τον αριθμό               ένα ικανό σημείο πήξης

η σοβαρότατη όμως κατάσταση

ήταν

το σημείωμα με την καταβολή ίσων τοκοχρεολυτικών δόσεων

και τις πρόσθετες δαπάνες

τι θα φάνε τα παιδιά το επόμενο μεσημέρι

και το ποσό που χρωστά στον ενοικιαστή για το μήνα Νοέμβρη

μου είχε κάνει κι ένα πρόχειρο πλάνο

προς διευκόλυνση μου

μα στο μέσον αυτού το μόνο που υπήρχε

ήταν ένα μακρουλό συγγνώμη


σαφώς και δεν την συγχώρεσα

το χαρτονόμισμα αυτό απεδείχθη πολύ ανεπαρκές

έφτασε ίσα- ίσα

για μία μπαγκέτα γαλλική

και μήλα Τζόνα





 (από τα Ασυμμάζευτα, 4 Δεκεμβρίου 2015)     


                             

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Δύο ποιήματα για το Φθινόπωρο

 




ΘΕΑΜΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

 

 

ξεκίνησαν τα πουλιά χτικιάρικα το κάλεσμα τους

τα αργά

αργά τα

βαριά ξασπρισμένα μεσημέρια

και ο κόσμος απλωμένος στα καλώδια

αργεί

να ισορροπήσει πάνω από το κεφάλι

θυμίζει

τη χωριάτικη μουριά που όλο γέρνει

κι από τη μουριά     

την αναιμική ταράτσα στο μπαλκόνι

φτηνό κράμα  απογευμάτων

φαίνεται

ξεκίνησαν  οι

μυροβλύτες απλωμένοι στα καλώδια

παράφωνα ακούγονται μέσα στην πόλη

πάντοτε

παράφορα σωριάζονται 

μ’ένα γδούπο στο τσιμέντο

τόσα φτερά πάνω στα καλώδια    ατακτοποίητα

πάντοτε

παράπονο τα έχω



~ * ~ 




ΕΙΧΑΝ ΚΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΒΕΡΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ

 

 

τα πουλιά θυμάμαι Οκτώβρης περίπου θυμάμαι οξιές

αντιαεροπορικά

ανάστροφα ψαχ’τά  ανοιγμένα βροχή  φτεροκαρφωμένα 

παντού παντού

καλαμιές σαν κοχλίες κάποιο απ’όλα  φοράει το γκρεμό του

και κρέμεται

πέφτει ο χρόνος στάζει σπουργίτες τα μεγάλα βράδια

ξυλοκόποι 

κι είναι μαύρο παιχνίδι τούτες οι κράμπες πουλιών

λέω δεν είναι

κι ό,τι τσιρίζει στις συκιές ασημένια κόκκινα

με κοιτάνε

σκέλεθρα δυο κοκκινολαίμης στρόβιλος τρέμει

σκισμένος

κι ένας πελώριος γκιώνης χορταριασμένος κοιτάει

κοιτιόνται 

να το νιώθω το’να στ’άλλο φυσάει κοινόχρηστη λύπη

εκτεθειμένου



Από τη συλλογή Άγια Νήπια (2019), εκδ. Άπαρσις



Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα

 


Κι όσο συνέχιζαν να έρχονται οι νέοι κάτοικοι, γκρεμίζονταν στη γειτονιά τα παλιά όμορφα τρίπατα του μεσοπολέμου με τους λιτούς διάκοσμους και τις όμορφες αναλογίες στις όψεις και στη θέση τους ανεγείρονταν επταώροφες, απρόσωπες πολυκατοικίες με καταστήματα στο ισόγειο και ρετιρέ από τον τέταρτο και πάνω. Επιδημία. Η γειτονιά υψωνόταν προς τα πάνω. Φούσκωνε και μεταλλασσόταν. Στα χαμηλότερα τα σπίτια, τα ισόγεια, κρύφτηκε ο ήλιος. Ξαφνικά, οι μεγάλες, ψηλές ακακίες της Μιχαήλ Βόδα, που το καλοκαίρι σκίαζαν και δρόσιζαν τον δρόμο, σαν να κόντυναν. Παντού άκουγες μπετονιέρες, αναβατόρια, λαϊκά τραγούδια και βρισιές, σκεπάρνια να καρφώνουν, κρότον κτιστών. Οι δρόμοι γέμισαν στοίβες τούβλα, άμμο, καρούτες με ασβέστη, μαδέρια, σίδερα οικοδομής.

Ήταν αυτό που στο μυαλό πολλών λεγόταν ανάπτυξη. Τους φανταζόμουνα κουστουμαρισμένους, γραβατωμένους, όπως οι πολιτικοί που έβλεπα στα επίκαιρα του σινεμά πριν από το έργο ή όπως ο, με γουλί το κεφάλι κύριος, να θεμελιώνουν μ’ ένα μυστρί και να κόβουν μ’ ένα ψαλίδι την κορδέλα του μέλλοντος της χώρας μου. Να ανοίγουν σχέδια με γραμμές που απάνω τους έγραφαν με υπέροχα σταθερά τεχνικά γράμματα, κάτοψις β’ εσοχής, κοιτών, λουτρό, οφφίς, χολ, σαλοτραπεζαρία, κυρία όψις επί της οδού, όψις επί του ακαλύπτου χώρου…

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στη χώρα μου η ανάπτυξη ήταν πάντα συνυφασμένη με το πολύ, με την ποσότητα. Με το πόσους ορόφους χτίζεις, πόσα μέτρα καλύπτεις. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που νομοθέτησαν, σχεδίασαν τη γειτονιά μου και τη ζωή μου, ήταν πάντα τόσο βουλιμικοί, τόσο ακόρεστοι. Δεν σκέφτηκαν ποτέ τίποτα άλλο παρά μόνο την κονόμα. Υπουργοί, σύμβουλοι, μηχανικοί, εργολάβοι, οικοπεδούχοι, μια κοινωνία ολόκληρη συνωμοτούσε για να καταστρέψει τις δικές μου μνήμες…. Τις δικές μου μυρωδιές… Γκρέμιζε το όμορφο με μια μανία, που αναρωτιόσουνα γιατί τόσο μίσος βρε παιδιά για την γειτονιά μου; Τι σας έκανε; Ποια απωθημένα, ποια κόμπλεξ βγάζετε απάνω της; Δεν μπορεί να ήταν μόνο η κερδοσκοπία. Τέτοια μανία έκρυβε σαφώς κάτι υπαρξιακό, κάτι ιστορικό, κάτι βαθύτερο… Κι έχτιζε με την ίδια μανία το μέτριο, το εφιαλτικά λίγο. Το ότι κάποτε κατάλαβα, δεν σημαίνει τίποτα για την οικονομία της ιστορίας. Το κακό, που δεν ήταν στιγμιαίο (και που ακόμα συνεχίζεται), συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας και κανένας δεν είπε κουβέντα. Κι αν κάποιος είπε –γιατί κάποιοι είπανε-, ποτέ δεν ακούστηκε, πάντα ήταν ο γραφικός, ο «άσ’ τον μωρέ να λέει». Και εβασίλευσεν η αστική πολυκατοικία. Αυτό που οι απλοί άνθρωποι είπαμε κλουβί. Ένα κλουβί που μέσα του μπήκαμε με την θέλησή μας, ανυποψίαστοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε τα πόδια μας, κουτούλησαν στον απέναντι τοίχο, δε χωράγανε. Κι όταν πήγαμε ν’ απλώσουμε ένα όνειρο, έκανε γκέλλα στο ντουβάρι και γύρισε πίσω εφιάλτης. Σ’ ένα ντουβάρι μονότουβλο εξάρι, επιχρισμένο τσιγαρόχαρτο, «ν’ ακούν οι άλλοι όταν έχεις οργασμό», έφτανε μια γροθιά για να το ρίξεις κάτω, αλλά τότε φάνταζε στέρεο σαν μπατικό, σαν κάτι σταθερό, ντούζικο να θεμελιώσεις για πάντα απάνω σου τη ζωή σου. Κι έτσι έγινε. Σαθρό θεμέλιο….



Κώστας Ποντικόπουλος, Τα μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα, β' έκδοση, εκδ. Εύμαρος, σελ. 58-61.

 

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Λόγια από ταινίες (Easy Rider, 1969)




- Αυτή η χώρα ήταν κάποτε καλή. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς χάλασε. 

- Έχουν γίνει όλοι φοβιτσιάρηδες. Δεν μπορούμε να μπούμε ούτε σε μοτέλ δεύτερης κατηγορίας. Νομίζουν ότι θα τους κόψουμε το λαρύγγι. Φοβούνται.

- Δεν φοβούνται εσένα. Φοβούνται αυτό που συμβολίζεις.

- Γι' αυτούς είμαστε μόνο κάτι τύποι που χρειάζονται κούρεμα. 

- Αυτό που συμβολίζεις γι' αυτούς είναι η ελευθερία.

- Μα όλοι θέλουν την ελευθερία. 

- Σωστά, όλοι τη θέλουν. Αλλά το να συζητάς και το να είσαι είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Δύσκολο να' σαι ελεύθερος όταν αγοράζεσαι και πουλιέσαι στην αγορά. Μην κάνεις το λάθος και πεις σε κανέναν ότι δεν είναι ελεύθερος, γιατί θα βαλθεί να σκοτώνει και να πετσοκόβει για να σου αποδείξει πως είναι. Δεν σταματάνε να μιλάνε για την ελευθερία του ατόμου. Αλλά μόλις δουν ένα ελεύθερο άτομο, τρομάζουν. 



Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ - Λύκε λύκε είσαι εγώ; [απόσπασμα]

 


[...]

Όσο κι αν αντιστραφούν οι κοκκινοσκουφίτσες, όσο και αν αναζητηθούν οι συμβολικοί συσχετισμοί γυναικότητας και λύκωσης, το κείμενο δεν παύει να παραπέμπει σε μία αποκλειστικά ανθρώπινη αρένα σημασιοδότησης. Ή όπως πολύ καλύτερα το λέει ο Christopher Manes: κάποτε μιλούσε η φύση· τώρα μιλάνε μόνο τα κείμενα.[1]

Η συνείδηση πηγάζει από τη φυσική εμπειρία, από την αισθητηριακή μας συμμετοχή στην υλική ροή της ύπαρξης. Το ίδιο ισχύει και για το πρωταρχικό σημάδι της ανθρώπινης συνείδησης: τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά αντηχεί μονίμως το ποιος, το πού, το πότε. Ο γραπτός λόγος, ωστόσο, επέδρασε καθοριστικά στην τάση να εξαλειφθεί η σχέση σύνδεσης μεταξύ εαυτού και περιβάλλοντος· η αυθαίρετη φύση του σημαίνοντος δεν έχει καμία εγγενή σχέση με το σημαινόμενο –η λέξη «πέτρα», ούτε ακούγεται, ούτε μοιάζει με πέτρα.[2]

Η Αυστραλή οικοφιλόσοφος και οικοφεμινίστρια Val Plamwood υποστηρίζει και αυτή ότι η ρίζα της ρατσιστικής, σεξιστικής, αποικιοκρατικής και καπιταλιστικής συμπεριφοράς εντοπίζεται στην άκρατη και δίχως όρια κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση. Ο οικολογικός ανιμαλισμός (ecological animalism) που παρουσιάστηκε στα γραπτά της, παρουσιάζεται ως το μόνο εργαλείο για να διαταραχθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας.[3] Ο οικολογικός ανιμαλισμός της Plamwood ενθαρρύνει τη διαλογική ηθική της κοινής χρήσης και αναλαμβάνει την επαναξιολόγηση της ανθρώπινης ταυτότητας και την ένταξη της στη ζωικό και οικολογικό πεδίο.[4] Συμφωνώντας στο μεγαλύτερο μέρος με την άποψη της Plamwood, που διατείνεται ότι η κουλτούρα του Πρώτου Κόσμου έχει συντηρήσει τον δυϊσμό ανθρώπου / φύσης, με τον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στον πολιτισμό και την ίδια στιγμή εκτός φύσης, θα έλεγα ότι άνθρωπος δεν είναι η εξημερωμένη πλευρά της φύσης, αλλά το ζαβλακωμένο υποκείμενο – το πάντοτε στερημένο και εξαρτημένο από άλλους για την επιβίωσή του. Το εκτός φύσης στον άνθρωπο, σημαίνει ξεφορτώνομαι οτιδήποτε ζωικό από το άμεσο περιβάλλον μου (κρατάω όσους σκύλους, γάτες κτό μου επιτρέπει το καταστατικό της πολυκατοικίας και τους δίνω παιδικά χαρακτηριστικά), γίνομαι ξέχωρος από αυτό [το ζωικό], ανώτερος, καθαρός, ψεκάζοντας, απολυμαίνοντας, σκοτώνοντας, βιομηχανοποιώντας.

Όπως γράφει και η Joy Williams στην Απανθρωπιά του Ανθρώπινου Ζώου (1997):

 «Η γεωργία έγινε τελικά αγροτική οικονομία. Κι έτσι τα πλάσματα που ήταν υπό την “εποπτεία” μας για πολύ καιρό, που έχουν από συνήθεια κωδικοποιηθεί για τη δική μας χρήση, που έχουν υποφέρει σε ένα κατά τ’ άλλα ειδικό, κατά τη γνώμη μας, μέρος – τα ζώα της φάρμας –ποτέ δεν φυλακίστηκαν ή σφαγιάστηκαν τόσο σκληρά και σε τέτοιους αριθμούς σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία. Η εντατική φάρμα σήμερα είναι ένα μεγάλο, σιχαμερό τρελοκομείο, γεμάτο με υποφέροντα ζώα που είναι κυριολεκτικά τρελά, που ψεκάζονται με παρασιτοκτόνα και παχαίνουν με ορμόνες αυξητικές, αντιβιοτικά και φάρμακα. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες ωοτόκες όρνιθες είναι κλεισμένες σε ένα ενιαίο κτίριο. (Το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας που προκαλεί ο υπερπληθυσμός είναι οικονομικά αποδεκτό· τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο από ένα μεμονωμένο κοτόπουλο)».[5]

 

Το νομαδικό υποκείμενο της Rosi Braidotti πρότεινε πολλά στη φιλοσοφική βάση της κριτικής πλουραλιστικής προσέγγισης: υπάρχει και μία δράση, μας λέει η Braidotti που δεν είναι ανθρώπινη –υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν τζάουλ μη ανθρώπινων δράσεων, δράσεις που δεν εξαρτώνται από καθορισμένα κριτήρια, όπως τα ανθρωπογενή χαρακτηριστικά και οι ενέργειες. Το νομαδικό υποκείμενο δεν είναι το σκόπιμο ον που ενεργεί από μόνο του· είναι μια μη ενιαία, πολυεπίπεδη, δυναμική και μεταβαλλόμενη οντότητα, η οποία δεν εμπίπτει στους διαχωρισμούς.[6] Στη διαχρονία του, ωστόσο, ο άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο μη ανθρώπινο κόσμο ως ο γνώστης, που έχει ολόγυρα του το μη ανθρώπινο αντικείμενο (το γνωστό) και αναπαράγει το γνωστό, που μπορεί να ονομάσει ως μη ηθικό –κάτι το οποίο το κάνει με όποιον/ όποια/ ό,τι δεν θεωρεί ίσο του. Συνεπώς, η νομαδική υποκειμενικότητα είναι σημαντική στο ότι διαταράσσει και αντιπαρατίθεται στις καταστάσεις εκείνες όπου το ζώο ως ο Άλλος, θεωρείται αναμφισβήτητο αντι-κείμενο ανθρώπινης χρήσης. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, θα πρέπει να επιστρέψουμε στην έννοια της φύσης από τον άνθρωπο που έχει υπογραμμίσει ο Neil Evernden, τη φύση ως αντικείμενο. Η ιδέα της φύσης ως αντικειμένου αντανακλά μία φύση-αποθήκη πόρων, μία φύση γυμνών οστών χωρίς υποκειμενικότητα και μηδενικές προσωπικές μεταβλητές: απλώς πράγματα.[7] Υποκειμενικότητα έχουν μόνο τα μεμονωμένα ζώα, που ο άνθρωπος τους δίνει όνομα και παιδικά (ως  επί το πλείστον) χαρακτηριστικά. Η άγρια ζωή δεν εξατομικεύεται, αλλά καθίσταται νομαδικό θέμα που μπορεί να αμφισβητήσει, σύμφωνα με την Braidotti, τις κυρίαρχες αρσενικές και πατριαρχικές δομές. Η νομαδική υποκειμενικότητα της Braidotti είναι ανοικτή σε μη ανθρώπινες μειονότητες και συνδέεται με τις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις στην καθημερινή ζωή. Με λίγα λόγια, η Braidotti μας λέει ότι η υποκειμενικότητα δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπινων όντων και το διαφορετικό περιβάλλον σημαίνει (ως πολιτική της τοποθεσίας) αντίσταση και ως εκ τούτου τα νομαδικά υποκείμενα είναι πάντα ενσωματωμένα στο περιβάλλον που κατοικούν· σε μια νομαδική προοπτική, η διαδικασία της υποκειμενικότητας ξεκινά από το σώμα και όχι από αφηρημένες παραδοχές και αξίες.[8]

Ποια άλλη αξία έχει η φύση, εκτός από το να θεωρείται ως ένας πόρος που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά και ως ένας τόπος βιοφυσικά περιοριστικός που δίνει δυνατότητες μόνο στα άλλα μη ανθρώπινα ζώα; Ακόμη και έργα οικολογικού περιεχομένου προσπαθούν να πείσουν τον άνθρωπο να μην κάνει κακό στη φύση, με μοναδικό επιχείρημα ότι η φύση είναι το σπίτι του ανθρώπου· μας κάνει καλό να έχουμε υγιή, καθαρά ποτάμια· η καταστροφή των δασών θα είναι καταστροφή για το μέλλον του ανθρώπου κοκ. Η άρνηση του ανθρώπου να ενσωματωθεί οικολογικά εντοπίζεται όχι μόνο στην αδιάκοπη καταστροφή και πρόθεση να μειώνει τη δράση και τη ζωή των άλλων της γης, αλλά και να παρερμηνεύει τη ζωικότητά του, να απαντάει ότι δεν τη χρειάζεται. Σαν να μην ανήκει ο άνθρωπος μέσα στη φύση. Σαν να πρέπει σταθερά και ακούραστα να την αλλοιώνει για να μπορέσει να χωρέσει μέσα της. Ή όπως λέει η Estes:

Κάθε πλάσμα επιστρέφει στο σπίτι του. Κατασκευάζουμε καταφύγιο άγριας ζωής για την ίβιδα, τον πελεκάνο, τον ερωδιό, τον λύκο, τον γερανό, το ελάφι, την άλκη, το ποντίκι, την αρκούδα, αλλά όχι για τον εαυτό μας. […] Διαμαρτυρόμαστε έντονα για το ότι η φυσική επικράτεια πολλών ειδών απειλείται περιστοιχισμένη από πόλεις, ράντσα, αυτοκινητόδρομους, θορύβους και άλλες παραφωνίες, αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι κι ο εαυτός μας είναι περικυκλωμένος από τα ίδια ακριβώς πράγματα, επηρεαζόμαστε κι εμείς από αυτά. […]

Έχουμε συνηθίσει να ισοφαρίζουμε την απώλεια μιας ήρεμης διαβίωσης με ολιγοήμερα ταξιδάκια ή με διακοπές διαρκείας, που υποτίθεται ότι μας δίνουν χαρά –αλλά συχνά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Προσπαθούμε να ανακουφιστούμε από την κακοφωνία που καθημερινά βιώνουμε περικόπτοντας ό,τι προκαλεί ένταση στους δελτοειδείς και τραπεζοειδείς μυς μας και τους μετατρέπει σε οδυνηρούς κόμπους. Όλα αυτά λειτουργούν και είναι μια χαρά, αλλά οι διακοπές δεν παρέχουν καταφύγιο στην ψυχή του καθενός μας. Το «διάλειμμα» ή η «άδεια» δεν είναι το ίδιο με την επιστροφή στο σπίτι. Η ησυχία δεν είναι το ίδιο με την εκούσια απομόνωση.[9]

 

 Ο λύκος επιστρέφει στο σπίτι του. Βέβαια, σ’ ένα σπίτι αποψιλωμένο, τοξικό, με εγκαταλελειμμένα κτίρια, τανκς, σκηνικά πολέμου, βιομηχανίες, άρρωστη χλωρίδα και αβέβαιη πανίδα. Ο άνθρωπος μέσα σε αυτή τη δεκαετία, και πολύ περισσότερο στις επόμενες, θα δει τον λύκο έξω από τα βιβλία και μακριά από το φαντασιακό. Σιγά – σιγά θα σταματήσουμε να μιλάμε για τον φανταστικό λύκο και θα αρχίσουμε να γράφουμε για τον πραγματικό. 



[...]



Λύκε, λύκε είσαι εγώ; σελ. 148-152, εκδ.  Κυαναυγή




[1] Manes, C., 1992. Nature and Silence, Environmental Ethics 14 (4) σσ. 339-350.

[2] Abram, D., 1997. The Spell of the Sensuous: Perception and Language in a More-than-Human World, Vintage Books [pdf] https://projects.iq.harvard.edu/files/retreat/files/abram_the_spell_of_the_sensuous_perception.pdf.

[3] Plamwood, W., 2012. Animals and Ecology : Towards a Better Integration, in: The Eye of the crocodile, Australian National University E Press [pdf] https://library.oapen.org/bitstream/id/d319b28d-eceb-43ed-a4e0-70d3902a7147/459882.pdf.

[4] Η Plamwood απέρριπτε στα κείμενά της τον οντολογικό βιγκανισμό (ontological veganism) ως υπόκωφα ανθρωποκεντρικό, με πολλά προσωπικά στοιχεία, καταπιεσμένες και καταπιεστικές μορφές ατομικής δράσης, που στο τέλος το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος όχι μόνο είναι ξέχωρος από τη φύση, αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την ανθρώπινη υπόσταση και τα προνόμιά της, με συνέπεια να παραμένει μέσα στο σύστημα του δυϊσμού ανθρώπου/ φύσης και ως εκ τούτου να συντηρεί την άρνηση εμπόδισης του κυρίαρχου πολιτισμού να αναγνωρίσει την οικολογική του ενσωμάτωση και να τον θέτει σε ολοένα και περισσότερο οικολογικό κίνδυνο (Plumwood, σσ. 80-87).

[5] Ό.π., σ.77.

[6] Braidotti, R., 2014. Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωματότητα και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, μτφ, Αγγελική Σηφάκη, Ουρανία Τσιακάλου, εκδ. Νήσος.

[7] Evernden, N., 1988. “Nature Industrial Society.” In: Cultural Politics in Contemporary America, edited by S. Jhally and I. Angus, 151–164. New York: Routledge, Chapman and Hall.

[8] Nicklas, L., Öhman, J. 2018. A posthuman approach to human-animal relationships: advocating critical pluralism. Environmental Education Research, 25 (8) σσ. 1200-1215.

[9] Estes, σ. 346.

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

Ηλέκτρα Λαζάρ: Με τον δισέγγονο του Ραμώ




ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ ΡΑΜΩ


Πρώτη δημοσίευση: Culture Book



 

Δεν έχω λέξεις για την πραγματικότητά μου

~ Max Frisch

 

 

Κάτσε, κάτσε να σου πω τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η βρωμιά, η ανεντιμότητα, είναι οι άστεγοι μέσα κι έξω από τη βροχή, κάδοι ορθάνοιχτοι με το τσιμπούσι της ημέρας. Είναι γάτες διαλυμένες στο δρόμο; Θα πω ότι είναι και γάτες διαλυμένες στον δρόμο. Κοινωνική πραγματικότητα είναι οι γυναίκες που στριμώχνονται να περάσει το μεσημβρινό λεωφορείο και αυτές οι δίχως παρελθόν παρόν και μέλλον που κατά τύχη συναντώνται με ένα απλωμένο χέρι, ένα ρούχο πλυμένο στο καθαριστήριο της γειτονιάς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να πεθαίνει η μάνα σου και να μην έχεις ούτε ένα μυαλό για να του το μοιραστείς. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην μπορείς να πάρεις τα πόδια σου, να βγαίνεις για να βγαίνεις, να γαμάς για να γαμάς, να χαμογελάς κι ας μην καταλαβαίνεις. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα διαλυμένα δέντρα, που τα κόβουν και τα κόβουν και τα κόβουν μέχρι που γίνονται το σταχτοδοχείο της πόλης, η ακροδεξιά και –πρόσεξε– κοινωνική πραγματικότητα είναι η αριστερά που χαίρεται για το ότι είναι λιγότερο δεξιά, οι υγειονομικοί σε αναστολή δεκαέξι μήνες και το αδιάφορο σφύριγμα πανταχόθεν, το φεϊσμπουκικό κατηγορώ για τη δημόσια υγεία –λάθος, αυτό είναι κοινωνική ηλιθιότητα– κοινωνική πραγματικότητα είναι να βάζεις τέρμα τη μουσική να μην τ’ ακούσεις να ουρλιάζουν, να αναπνέεις σκουπιδαριό, να λες ευχαριστώ / συγγνώμη / ευχαριστώ. Θες κοινωνική πραγματικότητα; Κάτσε, κάτσε να σου πω σοβαρά τώρα τι είναι κοινωνική πραγματικότητα. Είναι τι δεν θεωρείται επικίνδυνο άτομο και τι θεωρείται. Οι ποιητές δεν θεωρούνται επικίνδυνα άτομα, ποιητές είναι αυτοί που μπορούν να αγνοηθούν. Δώσ’ τους δουλειά καλή, άφησέ τους να δουλέψουν κι αν δεν θέλουν να δουλέψουν τότε ας πεθάνουνε στην πείνα. Κοινωνική πραγματικότητα, φυσικά δεν είναι αυτό, γιατί κανείς δεν νοιάζεται αν θα πεθάνουν οι ποιητές. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η σιωπή; Όχι αυτό είναι το έκζεμα. Κάτσε, κάτσε να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα και τις προσωπικές στιγμές, τις γεμάτες, βαρυφορτωμένες στιγμές της θαλπωρής του ποιητή, τις ήσυχες, τις μαγικές και το μοτίβο –το μοτίβο μην ξεχάσεις– του ποιητή· γιατί ο ποιητής, όπως θα ‘λεγε και ο αναρχικός Herbert Read δεν πρέπει να σπρώχνεται στην οχλαγωγία, στο βίαιο, στην ακατάσχετη πρακτική δραστηριότητα· για να παραχθεί η ποίηση –ποίηση καλή, από κείνη τη δημοσιεύσιμη–  θα πρέπει το μοτίβο να μην χαθεί και μακριά, προσωπικά, μαγικά να ασκήσει τις ικανότητές του –από απόσταση και σε απομόνωση– όπως θα ‘λεγε και ο Read. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο τόπος δίχως την ψυχή του, δίχως τη φύση του και τον ουρανό του, γεμάτος εκκενώστε, φύγετε, ξεχάστε, ξαναξεκινήστε, ψ[œ]φίστε· είναι η πόλη με τις ανήλιαγες ταινίες της και τις παραστάσεις που κανέναν δεν αγγίζουν αλλά καταχειροκροτούνται, κοινωνική πραγματικότητα είναι εγώ είμαι καλύτερος από σένα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η εξώτατη φύση, είναι οι αφηγηματικές κατασκευές, ο δέκτης να μπορεί να ανακαλύψει τις πρακτικές διακρίσεις που δημιουργούν αποχρώσεις του νοήματος –κάτσε, κάτσε έχω κι άλλο καλό, περίμενε να ανοίξω το βιβλίο– κοινωνική πραγματικότητα είναι ο ανταγωνισμός, είναι το τσάι γιόγκι, το στρεβλό, το κατακερματισμένο και η ζωή αλά niemöller· να λες το μια φορά ερχόμαστε στη ζωή· ο κόσμος που όσο μεγαλώνεις γίνεται κόσμος σου κι όχι κόσμος σου, αλλά κόσμος να τον πατήσεις κάτω να του βγάλεις τα μυαλά να του χιμήξεις να τον υπερθερμάνεις να τον αφηγηθείς και να τον κάνεις στόρι. Αν θες πραγματικά να ξέρεις τι είναι κοινωνική πραγματικότητα, είναι τα επικοινωνιακά μέσα, η διαρκής αποσύνθεση, οι παρενέργειες, να προαναγγέλλεις ότι στερείσαι, ότι θα στερηθείς, ότι και πάλι θα χάσεις με κάθε εισπνοή. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να συναινέσεις ότι δεν διατρέχεις κίνδυνο, ότι έχεις δημοκρατία, ότι κανείς δεν σε φιμώνει και δεν ακούγεσαι τρελός, δεν υπάρχει διάβολος στον σβέρκο – δεν υπήρξε ποτέ. Πάντως σίγουρα όχι ανάμεσά μας. Κάτσε ρε παιδί μου λίγο να σου πω για την κοινωνική πραγματικότητα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι να μην σέβεσαι τη μνήμη, να συμφωνείς, να δέχεσαι, να στέκεσαι στην ουρά με το QR code στο χέρι, να θεωρείς κακό ό,τι θεωρούν κακό, να μην αποκτάς, να μην διορείς, να είσαι πλάσμα αγωνίας, να μην τολμήσεις να ονειρευτείς, να στέκεσαι λίγο παραπέρα με μισή καρδιά. Κοινωνική πραγματικότητα είναι το τριγμένο έδαφος, είναι το να ζεις για κάποιον άλλον, να μην σε ενδιαφέρεις, να είσαι ένας επαναστατημένος κι όχι ένας επαναστάτης, ο Παύλος που ξέχασε ότι ήταν ο Σαούλ. Κοινωνική πραγματικότητα είναι τα απωθημένα που πάλι εσένα βρήκαν στόχο, το καλάθι της ανελευθερίας, να γράφεις για τους πρόσφυγες μακριά από τους πρόσφυγες. Κοινωνική πραγματικότητα είναι που οι πρόσφυγες έξω από τα camps γίνονται μετανάστες://applications.migration.gov.gr. Κοινωνική πραγματικότητα είναι η δυστυχία που γίνεται κατάθλιψη με εντολή του ψυχιάτρου, τα xanax που σε οδηγούν στην εφημερία του Γεννηματά, το γλίστρημα από το μπαλκόνι καθώς πήγαινε να ισιώσει την τέντα, η κόπωση ενός ολόκληρου λαού και η παιδεία της δυσφορίας. Καλά, καλά, αν είναι να φύγεις σταματάω και μιλάω σοβαρά: τα μεγάλα τραύματα της κοινωνικής πραγματικότητας (βλ. οικονομική κρίση, υγιειονομική κρίση, κλιματική κρίση κοκ) είναι άκρως διεγερτικά για τις κοινωνίες και δη για τους συγγραφείς της εποχής, γιατί κεντρίζουν και γονιμοποιούν τα κείμενα. Κάθε ποιητής είναι και συμμετέχων στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Κάθε ποιητής είναι και χρήστης (όχι χρήστης από τους άλλους τους χρήστες, που μυρίζουν και δεν θέλει κανείς να τους ακουμπά)· όπου να ‘ναι θα θυμηθώ και για την αντίξοη πραγματικότητα της Diamond· για το débandade του περασμένου αιώνα· για τον August Landmesser. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ο Landmesser ή το Αμβούργο; Οι 32.000 άμαχοι Τούρκοι και Εβραίοι στην Τριπολιτσά ή το σκιώδες δέντρο στο Μανιάκι; Η Etty Hillesum ή η Ηλέκτρα Λαζάρ; Το μαχαιρωμένο φουσκωτό στο Αιγαίο ή η αρπαγή της μηχανής του στον αιγιαλό; Κοινωνική πραγματικότητα είναι το εξουθενωτικό όραμα της αριστεράς ή η Δευτέρα παρουσία; Η φεμινιστική πορεία ή τα ροζ νέον φώτα που στέκονται στον αριθμό 132 στην Κεραμεικού; Θα σου πω ότι κοινωνική πραγματικότητα είναι το σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων· ότι οι διανοούμενοι υπήρξαν ανέκαθεν οι στυλοβάτες του συστήματος· το απέραντο παγωμένο νεκροταφείο της εποχής όπου καθοσιώνεται αναντίρρητα το αλάνθαστο της όποιας πλειοψηφίας· ο ατσάλινος ιστός του πίστευε και μη ερεύνα, που κατοικεί στον πρώτο όροφο, στον δεύτερο όροφο και στον τρίτο και στον τέταρτο και στον παρακάτω δρόμο και στο κοινοβούλιο και στους διαδρόμους των νοσοκομείων και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Κοινωνική πραγματικότητα είναι ό,τι δεν κολλάει στην κυρίαρχη εικόνα της εξουσίας και πρέπει να σβηστεί, να αφανιστεί, να γίνει μετά θάνατον, να αφομοιωθεί, να το κοπανήσουν στο κεφάλι, να του κοπανήσουνε τα χέρια, τα γράμματα, τις σκέψεις, ούτως ώστε να κάνει θέμα του το θέαμα της φρίκης. Κι αν δεν του κάνουνε αυτό, απλώς να του χαμογελάσουν. Κι αυτό να αρχίσει να αφομοιώνει στην αφήγησή του την αφήγηση του υπηρέτη που πιστά-πιστά, σιγά-σιγά, θαλερά-θαλερά καταγράφει τα έργα και τις ημέρες ενός δικτάτορα αφέντη. Και περήφανος πια και ολοκληρωμένος να καταλήγει να είναι μια μικρογραφία της πραγματικότητας και συνυπεύθυνός της.

Μας αφορά η κοινωνική πραγματικότητα;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μας αφορά;

Και ποιοι είμαστε εμείς να μην μας αφορά;



Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Mario de Andrade - Ο πολύτιμος χρόνος των ώριμων




Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ό,τι έχω ζήσει έως τώρα...

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…